t


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες

Τρίτη, 31 Αυγούστου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, ζωγραφική: Πέρα απ' τα βάθη ερεβικών ξεκίνησε οριζόντων...

Καράβια & ζωγραφική, θαλασσογραφίες, Έλληνες ζωγράφοι


Γιάννης Σταύρου, Μαύρο καράβι, λάδι σε καμβά

Ω! νάτο πάλι αυτό το ισχνό, φασματικό καράβι!
Βουβό, όπως πάντα, στα νεκρά νερά κυλάει απόψε...


Καίσαρ Εμμανουήλ
Νυχτερινή Φαντασίωση

Ω! νάτο πάλι αυτό το ισχνό, φασματικό καράβι!
Βουβό, όπως πάντα, στα νεκρά νερά κυλάει απόψε,
ίσκιος θολός που εγέννησε μια νύχτα εβένινη, όταν
πίσσα και θειάφι η Τρικυμία μέσα στα χάη ξερνούσε.

Πέρα απ' τα βάθη ερεβικών ξεκίνησε οριζόντων.
Στην πρύμη του, όπου ορθώνεται, όρνεο πανάρχαιο,
ο Χάρος,
μια μαύρη κι ανεμόδαρτη παντιέρα είναι στημένη
από τα νέφη της Νοτιάς τα θυελλικά υφασμένη.
Οι φύλακες, που εξόριστοι σ' έρημους φάρους ζούνε,
βουβοί το βλέπουν, μες στο δέος των παγωμένων πόλων,
να πλέει, τεράστιο φάντασμα, ενώ ένα φως γαλάζιο
πένθιμα αυγάζει ως σπαραγμένη ελπίδα στον ιστό του.

Το άρμενο αυτό δε λίκνισαν του αρχιπελάγους οι αύρες
κι ούτε οι φαιδροί των αλμπατρός κρωγμοί σ' αυτό
εμηνύσαν
πως κάτω απ' τα σαπφείρινα των παραλλήλων τόξα,
καθώς αργά πέφτει η ζεστή, βαλσαμική αμφιλύκη,

σα μια γυναίκα ερωτική δίνεται αβρά το κύμα
μες στην αγκάλη ειρηνικών κι ευωδιασμένων κόλπων:
πάνω από θάλασσες στυγνές τα μαύρα ιστία του ορθρίζαν,
καθώς πικρές κι ανήμερες μελλοθανάτων σκέψεις.

Μες στους ατμούς της γαλανής κι απατηλής ομίχλης
οι πόλοι αλλάζαν κι έπαιρναν μια νέα τεράτινη όψη:

εκεί ήλιοι ωχροί, στις παναρχαίες τροχιές τους παγωμένοι,
λάμπαν στους άδειους ουρανούς σαν κρύα, φασμάτινα
άνθη.

Είδε νησιά μυστηριακά από σκοτεινό βασάλτη
κάτω απ' την πύρινη βροχή να θάβονται ηφαιστείων,
και μ' ένα βούισμα, σα ν' αχούν σήμαντρα υπόγεια πλήθος,
στ' άναστρα βάθη να κυλούν των ωκεανείων αβύσσων!

Στο πέρασμά του εκήδευε τους αυλωδούς ανέμους:
Αν κάτι εστέναζε πικρά στις αχερούσιες νύχτες,
δεν ήταν ο άνεμος: οι ωχρές ψυχές των ναυαγών του
στην πένθιμη άρπα ολόλυζαν των σκοτεινών ιστών του.

Το άρμενο αυτό δεν άραξε σε ειρηνικό λιμάνι
(η Ειρήνη απάνω του έφευγε σαν τρομαγμένη αλκυόνα!)
Προαιώνιο φάσμα αλητικό, οιωνός στυγνών θανάτων,
αδιάφορο είδε να γερνούν ήλιοι, ουρανοί και πόντοι.

Και πλέει, και πλέει αυτό το ισχνό κι εφιαλτικό καράβι.
Μόνοι του σύντροφοι, ουραγοί πιστοί των ταξιδιών του,
κάτι πουλιά φασματικά το ακολουθάνε πάντα-
μια συνοδεία από φέρετρα μετέωρα δίχως στάση!

Δευτέρα, 30 Αυγούστου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, σύγχρονοι Έλληνες ζωγράφοι: Συ δε θα δεις να πέφτει η τελευταία σταγόνα...

Ποίηση & ζωγραφική, ζωγράφοι, Έλληνες ζωγράφοι


Γιάννης Σταύρου, Άνοιξη στην Αττική, λάδι σε καμβά

η άνοιξη διαβαίνει
σκορπίζοντας στα μυρωδάτα χόρτα
τις ντελικάτες άσπρες μαργαρίτες...

Αντόνιο Ματσάδο


Χτυπούσε το ρολόι

Χτυπούσε το ρολόι τις δώδεκα...και ήταν δώδεκα

χτυπήματα της τσάπας στη γη.

Η ώρα μου φώναξα... Η σιωπή

μου απάντησε: - Μη φοβάσαι.

Συ δε θα δεις να πέφτει η τελευταία σταγόνα

που τρέμει στην κλεψύδρα.

Θα κοιμηθείς πολλές ώρες ακόμα

πάνω στη γέρικη όχθη

κι ένα καθαρό πρωί θα βρεις

δεμένη τη βάρκα σου στην άλλη ακτή.

(Μετάφραση, Μόσχος Λαγκουβάρδος)


Antonio Machado (1875-1939)

Κάμποι της Καστίλλης

Ι

Είναι της Σόρια η γης ξερή και κρύα.
Μέσ' απ' τους λόφους και τα πετροβούνια,
σταχτιές κορφούλες, πράσινα λιβάδια,
η άνοιξη διαβαίνει
σκορπίζοντας στα μυρωδάτα χόρτα
τις ντελικάτες άσπρες μαργαρίτες.

Δε ζωντανεύει η γης, νείρεται ο κάμπος.
'Εμπα τ' Απρίλη κι είναι χιονισμένες
οι ράχες του Μονκάγιο.
Ο διαβατάρης έχει τυλιγμένο
λαιμό και στόμα, κι οι τσοπάνηδες
περνάν χωμένοι στις μακριές τους κάπες.

ΙΙ

Ήρθα ξανά στις χρυσαφένιες λεύκες,
Λεύκες της δημοσιάς πλάι στον Ντουέρο,
ανάμεσα Σατούριο και Σαν Πάμπλο,
πίσω απ' τ' αρχαία τειχιά
της Σόρια -πυργοκάστρι
προς Αραγόνα, σε γης καστιλιάνα.

Ετούτα τα δέντρα που συνοδεύουν
με το σούσουρο των ξερών τους φύλλων
τον ήχο του νερού, ως φυσάει τ' αγέρι,
έχουν πάνω στη φλούδα
ονόματα εραστών και νούμερα
-τόσες του μήνα- πλήθος χαραγμένα.

Του έρωτα λεύκες, ως τα χτες γεμάτες
με χιλιάδες αηδόνια στα κλαριά σας,
λεύκες που θα γενείτε λύρες αύριο
του ευωδιαστού της άνοιξης αγέρα,
του έρωτα λεύκες δίπλα απ' το νερό
που τρέχει και περνάει και νείρεται,
λεύκες του Ντουέρο, οδεύετε με μένα,
η καρδιά μου σας κουβαλάει μαζί της.

(Μετάφραση, Ηλίας Ματθαίου)

Κυριακή, 29 Αυγούστου 2010

Σχόλια & σύγχρονοι Έλληνες ζωγράφοι, ζωγραφική: η μαζική κοινωνία της οικειότητας...

Ευτυχώς που ο Παναγιώτης Κονδύλης δημιούργησε κάποιες μικρές οάσεις στο έρημο κι ασφυκτικό ελληνικό τοπίο για να μπορούμε που και που να παίρνουμε μερικές αναπνοές...

"Στην Ελλάδα, με το σύστημα της φυλλάδας, όταν διαβάζει ο φοιτητής τη φυλλάδα του καθηγητή, ποτέ δεν θα ανθήσει η εκδοτική ζωή, ούτε και ποτέ θα μάθουμε τίποτε. Συμμαχούν η ιδιοτέλεια με την τεμπελιά, οι μεγαλύτερες δυνάμεις στον κόσμο", έλεγε ο Παναγιώτης Κονδύλης...

Κι ευτυχώς που ο ίδιος, εκτός από το δικό του πρωτότυπο έργο, φρόντισε αφενός να μεταφράσει και να προλογίσει ανεπανάληπτα ο ίδιος πολλούς μεγάλους στοχαστές του δυτικού πολιτισμού και αφετέρου να δημιουργήσει αντίστοιχες, μοναδικές φιλοσοφικές σειρές σε εκδοτικούς οίκους. Η συνεισφορά του τεράστια για μας...

"Η Τυραννία της Οικειότητας" του Ρίτσαρντ Σένετ ανήκει στην εξαίρετη σειρά Ο Νεώτερος Ευρωπαϊκός Πολιτισμός που δημιούργησε ο Παναγιώτης Κονδύλης στις εκδόσεις Νεφέλη...

Παραθέτουμε το αξιόλογο, διαφωτιστικό άρθρο του Αναστάση Βιστωνίτη που δημοσιεύτηκε στο ΒΗΜΑ (19-3-2000):

Για την "Τυραννία της Οικειότητας"

Ο Ρίτσαρντ Σένετ (γενν. το 1943) ανήκει στους γνωστότερους αμερικανούς κοινωνιολόγους της Νέας Αριστεράς, που διαμορφώθηκε μέσα στο πολιτικό και κοινωνικό κλίμα της δεκαετίας του 1960. Οι συγγραφείς και διανοούμενοι της γενιάς του ήταν εκείνοι οι οποίοι ως φοιτητές πρωτοστάτησαν στις ριζοσπαστικές αλλαγές που ακολούθησαν και διαμόρφωσαν τη νεότερη κριτική σκέψη στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ως καθηγητές αργότερα άνοιξαν τα πανεπιστήμια δημιουργώντας νέα αντικείμενα σπουδών και παρεμβαίνοντας στο κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι της χώρας. Τις ρίζες αυτού που αποκαλούμε ύστερο καπιταλισμό ή μεταβιομηχανική κοινωνία άλλωστε θα πρέπει να τις αναζητήσουμε σε τούτη τη δεκαετία της εξέγερσης, των ανατροπών και του κοινωνικοπολιτικού αντικομφορμισμού.

Η ένταξη του ογκώδους βιβλίου του Σένετ Η τυραννία της οικειότητας στην εξαίρετη σειρά Ο νεώτερος ευρωπαϊκός πολιτισμός, που δημιούργησε ο αείμνηστος Παναγιώτης Κονδύλης στις εκδόσεις Νεφέλη, προσφέρει και στον μέσο αναγνώστη και στον ειδικό μελετητή τη δυνατότητα να δει πώς αντιμετωπίζεται ο ευρωπαϊκός πολιτισμός των τριών τελευταίων αιώνων στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού και ως έναν βαθμό να κατανοήσει γιατί ο βορειοαμερικανικός πολιτισμός θεωρείται ­ και κατά βάση είναι ­ προβολή και επέκταση της αγγλοσαξονικής Ευρώπης. Ισως, ζώντας κανείς σε κοινωνίες μεταφύτευσης, όπου τα υβριδικά φαινόμενα διαδέχονται αλλεπάλληλα το ένα το άλλο, να μπορεί κάποτε ευκολότερα να κατανοεί τη δυναμική και την εξέλιξη των αλλαγών.

Ο ελληνικός τίτλος δεν ακριβολογεί όπως ο τίτλος του αγγλικού πρωτότυπου (The fall of Public Man), ίσως επειδή είναι πολύ γενικευτικός. Το θέμα του βιβλίου όμως ορίζεται σαφώς στον υπότιτλο: Ο δημόσιος και ο ιδιωτικός χώρος στον δυτικό πολιτισμό. Η αντιδιαστολή του δημόσιου προς το ιδιωτικό εκφράζει και την αντίθεση φύσης - πολιτισμού και ατόμου - κοινωνίας. Στο λειτουργικό και ερμηνευτικό πεδίο επομένως η έννοια της οικειότητας εδώ έχει τη σημασία του ιδιωτικού ή καλύτερα της αρχαιοελληνικής ιδιωτείας, που αποβαίνει ωστόσο κριτήριο της πραγματικότητας.


Εξετάζοντας τον πολιτισμό και τις κοινωνικές εκφάνσεις των τριών τελευταίων αιώνων, ο Σένετ από την αρχή σχεδόν της ανάλυσής του συμπεραίνει πως τις βάσεις των σημερινών μας προβλημάτων είναι αναγκαίο να τις αναζητήσουμε στον 19ο αιώνα, ο οποίος κατά συνέπεια θα πρέπει να θεωρηθεί αιώνας αιχμής, αλλά ταυτοχρόνως και καμπής. Τότε είναι που η ατομικότητα, όπως την αντιλαμβανόμαστε σήμερα, δηλαδή το πρόσωπο, θεληματικά ή κατ' επιταγήν αντιδιαστέλλει τη συμπεριφορά του ή τη σύστασή του από τον δημόσιο χώρο προετοιμάζοντας την πολυδιασπασμένη κοινωνία της οικειότητας. Αλλά η νέα αυτή σχέση αποκτά και ένα διαφορετικό κοινωνικό περιεχόμενο: οι σχέσεις αμοιβαιότητας που γεννιούνται σε μια κοινωνία πείθουν τους ανθρώπους ότι πρωταρχικός τους σκοπός είναι να αποκαλύψουν την προσωπικότητά τους. Για τούτο και ένα από τα μείζονα χαρακτηριστικά της εποχής είναι ότι οι άνθρωποι επιχειρούν, τόσο στο επίπεδο της δημιουργίας όσο και της καθημερινής ζωής, να προβούν σε διακρίσεις ανάμεσα στις διάφορες σφαίρες της εμπειρίας.

Η διάκριση λοιπόν θα πρέπει να θεωρηθεί συστατικό του σύγχρονου δυτικού εμπειρισμού. Στο πολιτικό επίπεδο φυσικά η διάκριση οδηγεί στον κατακερματισμό της έννοιας της δημόσιας ζωής, κατακερματισμό που ορίζει τον ύστερο καπιταλισμό οδηγώντας στις ακραίες ψυχολογικές καταστάσεις της αποξένωσης και της αλλοτρίωσης. Με άλλα λόγια γινόμαστε άλλοι, σύμφωνα με τον φοβερό λόγο του Ρεμπό (το) εγώ είναι ένας άλλος, επειδή δεν υπάρχει, έχει συκοφαντηθεί ή έχει εκπέσει ό,τι οι κοινωνιολόγοι αποκαλούν κοινωνικό πρόταγμα.

Τα συμπεράσματα αυτά, που προκύπτουν από την ανάγνωση του βιβλίου του Σένετ, στηρίζονται σε πολύ συγκεκριμένα παραδείγματα, τα οποία όχι μόνον ενισχύουν την αποδεικτικότητα των θέσεων του συγγραφέα, αλλά καθιστούν τη μελέτη του και ένα πολύ ευχάριστο ανάγνωσμα. Ο Σένετ προβαίνει σε εύστοχους χαρακτηρισμούς και διακρίσεις ανάμεσα στην κοινωνία και στην κοινότητα, στο άτομο και στην κοινωνία, στην κοινότητα και στο άτομο. Αν η κοινωνία του 18ου αιώνα οικοδομήθηκε πάνω στη διαχωριστική ζώνη του δημόσιου και του ιδιωτικού, ο 19ος αιώνας, που «δεν τελείωσε ακόμη», σηματοδοτεί την απαρχή της παρακμής της δημόσιας ζωής, που τελευταία της αναλαμπή ­ αλλά με την κρίση ήδη να περιέχεται στην αναλαμπή αυτή ­ είναι η υπόθεση Ντρέιφους.

Ο 19ος αιώνας σύμφωνα με τον συγγραφέα εμφανίζεται ευπρεπής ως προς τα ήθη και ενδοτικός στους ενθουσιασμούς. Στα όρια των ενθουσιασμών άνθησε η οικειότητα, με αποτέλεσμα η έκφραση της προσωπικότητας να αποτελεί το κύριο ζητούμενο της κοινωνικής ζωής. Η σεξουαλικότητα, λ.χ., συνδέθηκε ευθέως με την ενδυμασία με έναν τρόπο που δεν είχε ως τότε το προηγούμενό του. Ο φετιχισμός ανήγαγε το ύφος ή στυλ σε μείζονα αξία ζωής. Το να είσαι σήμαινε πριν απ' όλα να παριστάνεις. Το στυλιζάρισμα άνοιξε τον δρόμο στον εκτελεστή, ο οποίος, φθάνοντας σήμερα σε επίπεδα αποθέωσης, υπερέβη κατά πολύ τον δημιουργό, όπως βεβαίως και το ακροατήριό του. Ξεπερνώντας όμως το ακροατήριο, ο εκτελεστής υπερέβη και το κείμενό του, δηλαδή την αιτία που δημιούργησε και τον ίδιο. Με τους όρους της δημιουργίας, κάθε μορφή παρόμοιας υπέρβασης είναι μοιραία μια βουτιά προς τα κάτω. Η παράσταση για την παράσταση καταργεί τη συνείδηση.

Το πολιτικό συμπέρασμα που προκύπτει είναι πώς φτάνουμε συχνά στο σημείο να αποτιμούμε μια κοινωνία με ψυχολογικούς όρους, πράγμα βέβαια που συνιστά μια μορφή τυραννίας, «κάτι πολύ ανεπαίσθητο», όπως παρατηρεί ο συγγραφέας. Αρνούμενη μέσω της παράστασης και του θεάματος η κοινωνία την πολιτική, αρνείται την πόλιν και τον εαυτό της και οδηγείται στην κοινότητα και κατόπιν στον ιδιωτικό χώρο.

Και εδώ φτάνουμε σε ένα από τα κομβικά σημεία της προβληματικής του Σένετ, όπου ερευνάται η σχέση της πολιτικής με τον πολιτισμό, όχι βέβαια στο πεδίο της διαπλοκής, αλλά των κοινών προϋποθέσεων και των κοινών πηγών. Επίκεντρο της δημόσιας ζωής είναι η πρωτεύουσα. Τον 19ο αιώνα οι πρωτεύουσες είναι θεατρικές, ειρωνικές και δύσθυμες (όπως ήταν και οι πόλεις της Αναγέννησης). Είναι όμως ταυτοχρόνως και «γέρικες», σύμφωνα με τον Μποντλέρ, από τον οποίο ξεκινά και αναπτύσσει τις απόψεις του για τη μητροπολιτική ζωή ο μεγαλύτερος ίσως ευρωπαίος δοκιμιογράφος του αιώνα μας, ο Βάλτερ Μπένγιαμιν. Αν όμως οι πρωτεύουσες είναι θεατρικές, τότε η επιλογή του ρόλου ταυτίζεται με το στυλ και ο καθένας δεν γίνεται «όμοιος με τον εαυτό του», όπως έγραφε ο Μαλαρμέ για τον Πόου όταν πέθανε, αλλά επιλεγμένο ομοίωμα του εαυτού του και άρα φενάκη μιας κοινωνίας που ορίζεται ως ταυτοσημία ρόλου και ύφους. Η ταυτοσημία αυτή όμως σημαίνει πως η ανθρώπινη φύση αποσπάται από την κοινωνική δράση και τότε η πίστη και η ψευδαίσθηση συνδέονται στη συνείδηση των ανθρώπων με την εικόνα της κοινωνίας. Ας μην ξεχνούμε ωστόσο ότι μιλούμε πάντα για τον νεότερο αστικό πολιτισμό.

Η θεατρικότητα του 19ου αιώνα, όπως προκύπτει μέσα από την τέχνη και τη λογοτεχνία του, αποτελεί γενικευμένο φαινόμενο. Μπορεί μεν ο Σαβοναρόλα τον 15ο αιώνα να μετέφερε τη σκηνή του θεάτρου από την εκκλησία στην πόλη, αλλά, ενώ ως τον 18ο αιώνα οι θεατές ταυτίζονταν με τα δρώμενα επί σκηνής, από τον 19ο και μετά η συγκινησιακή εμπλοκή εξαφανίζεται και ό,τι χωρίζει τη σκηνή από την πλατεία είναι η σιωπή. Πρόκειται για κοινωνική σιωπή, χαρακτηριστικό κατ' εξοχήν της δικής μας τηλεοπτικής εποχής.

Η θεατρικότητα ως γενικευμένο φαινόμενο του 19ου αιώνα αποτυπώνεται στο μείζον λογοτεχνικό του είδος: το μυθιστόρημα. Χώροι έκφρασής του: τα θέατρα, τα καφενεία και οι λέσχες. Από τη στιγμή που επιλέγει κανείς να παίξει έναν ρόλο, εισέρχεται στο στάδιο της παρακμής της δημόσιας ζωής. Κατά τον Σένετ, η διανομή των ρόλων, όχι μόνο στη σκηνή, αλλά και στην πλατεία, κατέστησε το ακροατήριο μια συνάθροιση ξένων. Αναγνωρίζοντας τον εαυτό του μέσω του ρόλου του και τον κόσμο μέσω του εαυτού του, ο άνθρωπος αποκόπηκε από τους άλλους. Η αποκοπή οδήγησε στη διαμάχη ανάμεσα στην κοινωνική αλληλεγγύη και στην προσωπική εμπειρία με ποικίλα παρεπόμενα:

Η κοινότητα αποτέλεσε κατ' αρχήν ένα είδος συρρίκνωσης της κοινωνίας και έπειτα μέσο για να αποσυρθεί κανείς από την κοινωνία ­ συχνά όχι κατ' επιλογήν, αλλά ιδιαίτερα στα κατώτερα ή μη προνομιούχα στρώματα του πληθυσμού εξ ανάγκης. Επομένως τα φαινόμενα γκετοποίησης στις δυτικές μητροπόλεις δεν έχουν μόνο οικονομικό, αλλά και βαθύτατα ιδεολογικό χαρακτήρα. Ο ατομισμός δηλαδή όπως τον ορίζει ο συγγραφέας, η πεποίθηση με άλλα λόγια ότι καταλαβαίνουμε τα πάντα γνωρίζοντας μόνο τον εαυτό μας σε ό,τι τον αφορά (η λογική τού «τι σε νοιάζει»), είναι ο σύγχρονος ναρκισσισμός, ο οποίος εμφανίζεται ασκητικός, γι' αυτό και στον πυρήνα του παραμένει προτεσταντικός.

Ο προτεσταντισμός δεν είναι μόνο ηθικολογικός, αλλά οι αρχές του όσον αφορά τη διαχείριση του λόγου, της περιουσίας και της καθημερινής ζωής επηρέασαν βαθιά και τον θεωρητικό λόγο που αναπτύχθηκε στη Δύση από τη μεταρρύθμιση κι έπειτα. Εχουμε τον λόγο του άμβωνα, που γίνεται λόγος της κοινότητας και στη συνέχεια γλώσσα της οικειότητας. «Η απορρόφηση σε οικείες διαθέσεις είναι σημάδι μιας απολίτιστης κοινωνίας» λέει ο Σένετ. Θα λέγαμε επομένως πως όχι μόνο καθιερώνει μια γλώσσα καταπραϋντική και κατασταλτική, αλλά καθιστά σολιψιστικό ολόκληρο τον κόσμο του επιστητού. Και η καλύτερη απόδειξη γι' αυτό είναι το κατ' εξοχήν σολιψιστικό προϊόν: η τηλεόραση.

Η τηλεόραση και τα παρεπόμενά της αυξάνουν στην εποχή μας απείρως τη γνώση μας για τα όσα διαδραματίζονται στην κοινότητα, αλλά αναχαιτίζουν, το ίδιο, και τη δυνατότητά μας να μετατρέψουμε τούτη τη γνώση σε πολιτική δράση. Φαίνεται αντιφατικό, αλλά δυστυχώς δεν είναι. Κανείς, λέει ο Σένετ, δεν αντιμιλά στην τηλεόρασή του. Απλώς την κλείνει, απαντώντας με σιωπή στη σιωπή που επιβάλλει το μέσο. Ετσι όμως ο θεατής δεν σώζει την ακεραιότητα ή την προσωπικότητά του γιατί με τη συναίνεσή του καταργείται η δύναμη της αγόρευσης, που είναι πράγματι πολιτική. Αν μιλήσουμε στην τηλεόραση, στον εαυτό μας ή σε κάποιον άλλον την ώρα που «μιλά» η τηλεόραση, δεν ακούμε τι λέγεται. Ως θεατές μεταβαλλόμαστε σε παθητικούς μάρτυρες, η κοινωνία γίνεται μανιχαϊκή και αναγόμαστε συλλήβδην στη γενική και άνευ χαρακτηριστικών κατηγορία του πολίτη, ο οποίος ζει στο σπιτάκι του της οικειότητας. Το μωσαϊκό της ταξικής ποικιλίας, δηλαδή το ίδιο το υπόστρωμα από το οποίο ξεπηδά η κοινωνική δυναμική, καταργείται.

Η σιωπή, κοινωνική και καλλιτεχνική, είναι η μαύρη τρύπα του επόμενου αιώνα. Μέσα της έπεσε ηρωικά ο μοντερνισμός, με τελευταίο μεγάλο του εκπρόσωπο τον Μπέκετ. Η σιωπή, το περίβλημα της οικειότητας, είναι χωρίς αμφιβολία αυτοαναφορική. Ο απολιτικός μεταμοντερνιστικός βόμβος των ημερών δεν στάθηκε ικανός να αναιρέσει αυτή τη σκληρή αλήθεια. Είναι το πηγάδι της ταυτολογίας που χάθηκε, το νεκρό σύνορο της εμπειρίας στη μεταβιομηχανική κοινωνία. Στα αστικά καφενεία ­ σε αντίθεση με τα προλεταριακά ­ οι άνθρωποι πήγαιναν ακριβώς για να μη μιλήσουν, αλλά για να φανούν. Το γεγονός ότι η αναγωγή της σιωπής σε δημόσιο δικαίωμα αναδείχθηκε σε μείζον χαρακτηριστικό του αστικού πολιτισμού δείχνει και τον ειδικό χαρακτήρα της παρακμής του: ο δημόσιος χώρος κατέστη σημαντικός τόπος προσωπικών εμπειριών σε μια εποχή που του είχε αφαιρέσει το περιεχόμενό του. Τον 18ο αιώνα ο Ρουσό ήλπιζε πως στον κοσμοπολιτικό περίγυρο θα συνυπήρχαν και θα διαλέγονταν όλοι, επιλέγοντας έναν ρόλο. Μέσα από τον ρόλο θα αναδεικνυόταν η κοινωνία. Ο Σένετ όμως υποστηρίζει πως ο 19ος αιώνας που ακολούθησε δεν χαρακτηρίζεται από τον διάλογο, αλλά από τον μονόλογο.

Ετσι φθάσαμε στο τέλος της δημόσιας κουλτούρας, στην κοινωνία της οικειότητας. Σήμερα δεν μας ενδιαφέρει τι πράττουμε, αλλά πώς αισθανόμαστε σε σχέση με όσα πράττουμε. Αν κατά την περίοδο της υπόθεσης Ντρέιφους η κοινότητα είχε αναχθεί στο εθνικό επίπεδο, σήμερα ταυτίζεται με τον τοπικισμό. Επί του προκειμένου έχουμε να κάνουμε με τις δομές μιας κουλτούρας που οικοδομείται πάνω στις κρίσεις του παρελθόντος, λέει δυσοίωνα ο Σένετ. «Οι δομές αυτές οργανώνουν την οικογένεια, το σχολείο, τη γειτονιά· αποδιοργανώνουν την πόλη και το κράτος».

Στο μικρό μας οικείο περιβάλλον μπορούμε να μιλούμε για σφαγές που έγιναν κάπου αλλού, για φρικαλεότητες των άλλων, για καταστροφές που συμβαίνουν κάπου αλλού. Στα οικεία αισθήματά μας ωστόσο ενεδρεύει ό,τι ο συγγραφέας αποκαλεί «φόβο της απρόσωπης ζωής». Η πόλη σήμερα δεν είναι ο τόπος της αγοράς, δηλαδή του αγορεύειν, της δράσης και της επιθετικής διεκδίκησης, όπου οι αξίες και η πραγματικότητα αποτελούν τις κύριες προϋποθέσεις της κοινωνικής συμβίωσης. Το «απρόσωπο» βεβαίως που αναφέρει ο Σένετ είναι το συλλογικό, το πρωταρχικό και το κρίσιμο. Ο φόβος για ό,τι δεν είναι οικείο αποτελεί χαρακτηριστικό φυλετικής συμπεριφοράς και προσδιορίζει την ψυχολογία του σύγχρονου αστού, που γίνεται νομάδας χωρίς απαραιτήτως να μετακινείται. Η πόλη όπου ζει δεν είναι δημόσιος χώρος, αλλά ένα κουκούλι γύρω από τον εαυτό του και τα αισθήματά του.

Ο συγγραφέας πιστεύει πως ο κοινωνικός κατακερματισμός του σήμερα μπορεί να σταματήσει ­ χωρίς ωστόσο να λέει πώς. Λόγω του κατακερματισμού στις σημερινές μαζικές δημοκρατίες η δημόσια σφαίρα τείνει να καταργηθεί. Η πορεία αυτή, που ξεκινά τον 19ο αιώνα, συνεχίζεται. Το γεγονός όμως ότι περιγράφεται και κριτικάρεται ανελέητα σημαίνει πως είναι και αναστρέψιμη. Εδώ όμως ο Σένετ δεν μας κλείνει το μάτι. Απλώς μας προειδοποιεί.

Η τυραννία της οικειότητας είναι ένα καλογραμμένο ­ και καλομεταφρασμένο ­ βιβλίο. Με εποπτική ματιά, με σαφή διάκριση των περιόδων, αλλά και συναρπαστικό συγκριτικό πλαίσιο. Αποδεικτικό, συγκεκριμένο, χωρίς κοινοτοπίες, αλλά και δίχως αφαιρέσεις και ιδεολογήματα, χωρίς εκείνο τον ενοχλητικό θεωρητικό μετεωρισμό που συναντά κανείς σε κάποια νεότερα θεωρητικά βιβλία. Αξίζει να το διαβάσουν όσοι ζητούν κάτι περισσότερο από φτηνά ρομάντζα με προδοσίες και διαζύγια.

Παρασκευή, 27 Αυγούστου 2010

Σχόλια & σύγχρονοι ζωγράφοι, ζωγραφική: αφιερωμένο στους εστέτ του καπνού...

Σκέψεις & ζωγραφική, ζωγράφοι, Έλληνες ζωγράφοι


Γιάννης Σταύρου, Γυναίκα με καπέλο, λάδι σε καμβά

Αφιερωμένο στους παντοτινούς καπνιστές - πρώην και νυν...

Στους εστέτ της απόλαυσης του καπνού...

Στους ρεμβασμούς, στις σκέψεις, στις συζητήσεις με τσιγάρο...

(Ενόψει της φασιστικής απαγόρευσης που οι ανεγκέφαλοι μαζάνθρωποι θα μας επιβάλουν από 1 Σεπτεμβρίου)

Τσέζαρε Παβέζε

Δύο Τσιγάρα

Κάθε βράδυ είναι ελευθερία. Κοιτάς τις αντανακλάσεις
της ασφάλτου πάνω στους δρόμους που ανοίγουν διάπλατα, λάμποντας στον άνεμο.
Κάθε περαστικός έχει ένα πρόσωπο και μια ιστορία.
Αλλά αυτή την ώρα δεν υπάρχει πλέον κούραση: τα χιλιάδες λαμπιόνια
είναι όλα για όποιον δεν μπορεί να ανάψει ένα σπίρτο.
Η φλογίτσα σβήνεται, στο πρόσωπο της γυναίκας
που μου ζήτησε το σπίρτο. Ο αέρας σβήνει την φλόγα.
Απογοητευμένη η γυναίκα μού ζητάει ένα άλλο
που σβήνεται κι αυτό: η γυναίκα γελάει σιγανά.
Εδώ μπορούμε να μιλάμε φωναχτά και να φωνάζουμε,
αφού κανείς δεν μας ακούει. Σηκώνουμε τα μάτια
στα πολλά παράθυρα- μάτια σβηστά που κοιμούνται-
και περιμένουμε. Η γυναίκα σφίγγει τις πλάτες και
παραπονιέται ότι έχασε τη χρωματιστή της εσάρπα
που τη ζέσταινε τη νύχτα. Αλλά αρκεί να γείρουμε
στη γωνία και ο αέρας δεν είναι πλέον παρά ένα φύσημα.
Πάνω στην κατεστραμμένη άσφαλτο υπάρχει ήδη ένα αποτσίγαρο.
Αυτή η εσάρπα ήρθε από το Ρίο, αλλά η γυναίκα λέει
ότι είναι χαρούμενη που την έχασε, γιατί συνάντησε εμένα.
Εάν η εσάρπα ήρθε από το Ρίο, πέρασε τη νύχτα
πάνω από τον φωτισμένο ωκεανό με το μεγάλο υπερωκεάνιο.
Βέβαια , νύχτες με αέρα σαν κι αυτή . Είναι το δώρο ενός ναύτη του.
Ο ναύτης δεν υπάρχει πλέον. Η γυναίκα μού λέει σιγανά
ότι, εάν ανέβω μαζί της, θα μου δείξει το πορτραίτο του
με τα σγουρά μαλλιά και μαυρισμένο από τον ήλιο. Ταξίδευε πάνω σε βρώμικα βαπόρια
και καθάριζε τις μηχανές: εγώ είμαι πιο ωραίος.
Πάνω στην άσφαλτο υπάρχουν δυο αποτσίγαρα. Κοιτάμε στον ουρανό:
Το παράθυρο εκεί ψηλά- μου δείχνει με το δάχτυλο η γυναίκα- είναι το δικό μας.
Αλλά εκεί πάνω δεν υπάρχει θερμάστρα. Τη νύχτα, πίσω από τα βαπόρια που περνάνε
λάμπουν λίγα φώτα ή μονάχα τ’ αστέρια .
Πιασμένοι αλαμπρατσέτα διασχίζουμε την άσφαλτο, παίζοντας για να ζεσταθούμε.

(μετάφραση: Γιάννης Η. Παππάς)


Cesare Pavese (1908-1950)

Πέμπτη, 26 Αυγούστου 2010

Σχόλια & ζωγραφική, ζωγράφοι: Ποιό θα είναι το μέλλον μας, όταν ο πληθυσμός του πλανήτη καλπάζει;

Σύγχρονη σκέψη & σύγχρονοι Έλληνες ζωγράφοι, ζωγραφική


Γιάννης Σταύρου, Διαγώνιος, Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά

Εικόνες ηρεμίας και αστικού τοπίου. Εικόνες από τη Θεσσαλονίκη του '50 - όταν ο πληθυσμός της γης ήταν γύρω στα 3 δισεκατομμύρια...

Μόλις πληροφορηθήκαμε ότι νέες έρευνες καταδεικνύουν λάθη στη θεωρία του Δαρβίνου. Ανατρέπονται τα περί επιβίωσης του ισχυροτέρου και εισάγεται η θεωρία του ζωτικού χώρου ως σημαντικότερη αιτία της εξέλιξης...

Και γεννάται το ερώτημα: Ποιό θα είναι το μέλλον μας, όταν ο πληθυσμός του πλανήτη καλπάζει - διαπλασιαστήκαμε μέσα στα τελευταία πενήντα χρόνια - και ο ζωτικός χώρος του ανθρώπινου είδους τείνει να εξαφανιστεί με πολύ γρήγορους ρυθμούς και άμεσα;

Η απάντηση εύκολη και προδιαγεγραμμένη: Επίκειται τέλος...

Ποιός θα μας αντικαταστήσει; Ίσως κάποια δυνατά έντομα όπως οι κατσαρίδες ή τα βακτήρια...

Καθώς και τα υπόλοιπα ζώα, θηλαστικά κλπ, δεν τα πάνε και πολύ καλά. Τα έχουμε ήδη ξεκάνει...

Ακολουθεί σχετικό άρθρο στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (25-8-2010)

Ανατρέπονται βασικές αρχές του Δαρβίνου...

Ο Δαρβίνος μπορεί να έκανε λάθος θεωρώντας ότι ο ανταγωνισμός ήταν η κινητήρια δύναμη της εξέλιξης, περιγράφοντας ένα κόσμο στον οποίο οι οργανισμοί μάχονται για την κυριαρχία και μόνο ο ισχυρότερος επιβιώνει.

Νέα έρευνα έρχεται να προσθέσει νέα στοιχεία, εισάγοντας την έννοια του «ζωτικού χώρου», αντί του ανταγωνισμού, ως σημαντικότερη αιτία της εξέλιξης. Η μελέτη πραγματοποιήθηκε από ομάδα ερευνητών στο πανεπιστήμιο του Μπρίστολ της Βρετανίας, με τη χρήση απολιθωμάτων για τη μελέτη των εξελικτικών τάσεων των ειδών για περισσότερα από 400 εκατομμύρια χρόνια.

Εστιάζοντας στα ζώα της στεριάς – αμφίβια, ερπετά, θηλαστικά και πουλιά – οι επιστήμονες έδειξαν ότι ο βαθμός βιοποικιλότητας συνέπιπτε με τη διαθεσιμότητα «ζωτικού χώρου» στο πέρασμα του χρόνου. Ο «ζωτικός χώρος» αναφέρεται στις ειδικές συνθήκες που απαιτούνται για την ανάπτυξη ενός οργανισμού, και περιλαμβάνουν παράγοντες όπως η διαθεσιμότητα τροφής και το ευνοϊκό κλιματολογικό περιβάλλον.

Η νέα μελέτη διατείνεται ότι οι μεγάλες εξελικτικές αλλαγές συμβαίνουν όταν τα ζώα μετακινούνται σε μεγάλες, άδειες περιοχές ζωτικού χώρου, που δεν καταλαμβάνονται από άλλα ζώα. Για παράδειγμα, όταν τα πουλιά ανέπτυξαν την ικανότητα να πετούν, άνοιξαν πολλές νέες δυνατότητες που δεν υπήρχαν για τα υπόλοιπα ζώα, δίνοντας στα πουλιά νέο ζωτικό χώρο και ξεκινώντας μια νέα εξελικτική πορεία.

Παρόμοια, η εξαφάνιση των δεινοσαύρων άφησε πίσω της μεγάλες περιοχές ζωτικού χώρου που εκμεταλλεύτηκαν τα θηλαστικά για τη δική τους εξέλιξη. Το σκεπτικό αυτό έρχεται σε αντίθεση με την ιδέα ότι ο έντονος ανταγωνισμός για φυσικές πηγές σε πυκνοκατοικημένες περιοχές είναι η κινητήρια δύναμη της εξέλιξης. «Για παράδειγμα, παρά το γεγονός ότι τα θηλαστικά ζούσαν μαζί με τους δεινοσαύρους για 60 εκατομμύρια χρόνια, δεν μπορούσαν να ανταγωνιστούν τα κυρίαρχα ερπετά. Όταν όμως οι δεινόσαυροι εξαφανίστηκαν, τα θηλαστικά κατέλαβαν γρήγορα τους άδειους πλέον χώρους με αποτέλεσμα σήμερα να κυριαρχούν στον κόσμο», σημείωσε ο Μάικ Μπέντον, μέλος της επιστημονικής ομάδας που διατύπωσε τη νέα θεωρία.

Τετάρτη, 25 Αυγούστου 2010

Σχόλια & ζωγραφική, σύγχρονοι Έλληνες ζωγράφοι: σύννεφα που αναδεικνύουν χρώματα & ζωγραφική...

Τοπίο της Θεσσαλονίκης & ζωγράφοι, Έλληνες ζωγράφοι, ζωγραφική


Γιάννης Σταύρου, Θεσσαλονίκη μετά τη βροχή, λάδι σε καμβά

Με ευχές και ξόρκια...

Γιά δροσιές...

Για λίγο φθινόπωρο...

Για σύννεφα και σκιές που αναδεικνύουν χρώματα & ζωγραφική...

Ζωή Καρέλη


Μουσικότητα

Έμορφη μουσικότητα των φθινοπωρινών
ημερών στη Θεσσαλονίκη,
όταν η βροχή πέφτει πότε πυκνή,
αραιώνει κι ύστερα πάλι
πυκνώνει η ασημένια βροχή,
των πρώτων φθινοπωρινών ημερών,
διάφανη και τόσο λεπτή, σαν

σιγανή μουσική ομιλία γυναικών
στο φθινόπωρο της ζωής των.
Εκείνων των γυναικών που μένουν
στο φθινόπωρο της ζωής των.
Εκείνων των γυναικών που μένουν
ήσυχες και σιωπηλές, μοιάζουν,
λιγάκι περήφανες ή μελαγχολικές
και κάποτε, όταν μιλήσουν,
βιάζονται να πουν εκείνο
που ζητούν ίσως να λησμονήσουν.

Σκιές στο Χρόνο Ι

Μόλις άνοιξα το βιβλίο με τις σειρές,
άρχισαν οι σκιές να γλιστρούν.
Γι' αυτό δεν μπορώ ποτέ να ησυχάσω
σε κανένα καιρό, όσο υπάρχουν
τόσα φαντάσματα, ακατάλυτα
σε παρελθόν και μέλλον.
Πώς οι άνθρωποι συζούν,
ζώντας σε χρόνους διάφορους;
Ποιος τους συνδέει καιρός,
πώς λησμονούν;

Σκιές σειρές που προσέρχονται
και παρέρχονται,
σηκώνομαι
να κινηθώ και δεν είμαι
μαζί μου. Σκιώδεις κινήσεις,
θα έπρεπε κάποτε να βρεθώ
ευτυχείς να βρεθούμε σε αρμονίες,
στις εποχές βέβαιοι,
πως υπάρχουμε στην επιθυμία
του χρόνου. Άλλα, άλλοτε, αλλού,
πού ψυχή μου;
Μια πάνω στην άλλη
χαλάν αυτές, γίνονται σκιές
οι επιθυμίες,
ξαναρχίζουν πάλι
καταστάσεις παλιές να ξανάρχονται,
στιγμές αχάλαστες, οι σκιές
υπάρχοντας άτρωτες φαντασίες
δεν καταστρέφονται.

Τρίτη, 24 Αυγούστου 2010

Σχόλια & ζωγραφική, σύγχρονοι ζωγράφοι: ταξίδι, μόνο δια της λογοτεχνίας..

Καράβια & ζωγράφοι, Έλληνες ζωγράφοι, ζωγραφική


Γιάννης Σταύρου, Τέσσερα κόκκινα καράβια, λάδι σε καμβά

Το καλοκαίρι δε λέει να τελειώσει...

Κι έχουμε κουραστεί απ' όλα...

Ακόμα και τα μελτέμια εκφυλίστηκαν στον καταραμένο μας τόπο...

Ύστατο καταφύγιο το ταξίδι, μόνο δια της λογοτεχνίας..!

...Αλλά όταν του λέω πως είναι τυχερός που 'δε την αυγή στα πιο όμορφα νησιά της γης, στη θύμηση χαμογελά κι αποκρίνεται πως ο ήλιος ανάτειλε την ώρα που η μέρα ήτανε γρια γι' αυτούς...

Τσέζαρε Παβέζε


Είσαι σαν κάποια χώρα
που ποτέ κανένας δεν ονόμασε.
Τίποτα δεν περιμένεις
παρά μονάχα τη λέξη
που θ' αναβλύσει απ' τα βάθη
σαν τον καρπό ανάμεσα στους κλώνους.
Είναι ένας άνεμος που σε προφταίνει.
Πράγματα στεγνά, ξαναπεθαμένα
σου φράζουν το δρόμο, τα παίρνει ο άνεμος.
Μέλη και λέξεις αρχαίες.
Τρέμεις μέσα στο καλοκαίρι.


Cesare Pavese (1908-1950)

Η Δουλειά κουράζει
Οι Θάλασσες του Νότου

(στον Α. Μόντυ)

Περπατάμε ένα βράδυ στην πλαγιά ενός λόφου,
σιωπηλά. Στην σκιά του σούρουπου που προχωρούσε
ο ξάδερφός μου φαντάζει σαν γίγαντας ντυμένος στα λευκά ,
που προχωράει ήρεμος , ηλιοκαμένος στο πρόσωπο,
σιωπηλός . Η σιωπή είναι η αρετή μας.
Κάποιος πρόγονός μας ήταν σίγουρα λιγομίλητος
- ένας άνδρας ανάμεσα σε ηλίθιους ή ένας θλιμμένος ανόητος -
για να διδάξει σε μας τέτοια σιωπή.
Ο ξάδερφός μου μίλησε απόψε. Με ρώτησε
εάν θ’ ανέβαινα μαζί του στην κορυφή ,απ’ όπου
τις ξάστερες νύχτες, ο μακρινός φάρος
του Τορίνο, καθρεφτίζεται στον ουρανό. « Εσύ που μένεις στο Τορίνο… »
είπε « … έχεις δίκιο. Tη ζωή πρέπει να τη ζήσουμε
μακριά από το χωριό : προκόβεις και χαίρεσαι
και μετά , όταν επιστρέφεις , σαν εμένα στα σαράντα σου
τα πάντα έχουν αλλάξει. Οι Λάγκε δεν χάνονται ».
Μιλάει αργά τη διάλεκτο, που όπως οι πέτρες,
αυτού λόφου, είναι τόσο τραχιά και σκληρή
που είκοσι χρόνια ιδιωμάτων και διαφορετικών ωκεανών
δεν την άλλαξαν. Περπατάει στην ανηφόρα ανήσυχος
με ένα σκληρό βλέμμα που θυμάμαι από παιδί

να έχουν οι αγρότες, όταν είναι λιγάκι κουρασμένοι.
Είκοσι χρόνια ταξίδεψε στον κόσμο.
Ήμουν παιδί όταν έφυγε ,σε αγκαλιές γυναικών
και τον είχαν για νεκρό. Άκουσα μετά να μιλάνε γι’ αυτόν
οι γυναίκες , όπως στα παραμύθια , μερικές φορές΄
όμως οι άνδρες τον ξέχασαν .
Έναν χειμώνα στον πατέρα μου , που είχε ήδη πεθάνει, έφτασε μια κάρτα
μ’ ένα μεγάλο πράσινο γραμματόσημο, με καράβια σ’ ένα λιμάνι
και ευχές για καλό τρύγο. Ήταν μεγάλη έκπληξη ,
αλλά ο μικρός που είχε πια μεγαλώσει, εξήγησε με ζήλο
ότι η κάρτα ερχόταν από ένα νησί που το λέγαν Τασμανία,
που την κυκλώνει μια γαλάζια θάλασσα, άγρια με καρχαρίες,
στον Ειρηνικό, νότια της Αυστραλίας. Και πρόσθεσε ότι ο
ξάδερφος χωρίς αμφιβολία ψάρευε μαργαριτάρια. Και ξεκόλλησε το γραμματόσημο.
Ο καθένας είπε την γνώμη του, αλλά όλοι συμπέραιναν
ότι, εάν δεν ήταν νεκρός , σύντομα θα πέθαινε.
Κατόπιν τον ξέχασαν και πέρασε πολύς καιρός.
Ω ! από πότε έχω να παίξω τους πειρατές της Μαλαισίας,
πόσος καιρός πέρασε. Από την τελευταία φορά
που κατέβηκα να βουτήξω σε κείνο το θανάσιμο σημείο
ακολουθώντας ένα παιδί που παίζαμε μαζί και ανέβηκα πάνω σ’ ένα δέντρο
σπάζοντάς τα ωραία του κλαδιά ,χτυπώντας το κεφάλι μου
πάνω σ’ έναν αντίπαλο,
πόση ζωή πέρασε. Άλλες μέρες, άλλα παιχνίδια,
άλλα τινάγματα του αίματος μπροστά σε πιο ύπουλους
αντιπάλους : τις σκέψεις και τα όνειρα.
Η πόλη με δίδαξε ατελείωτο φόβο
Ένα πλήθος, ένας δρόμος με κάνανε να τρέμω,
μερικές φορές ένα βλέμμα βγαλμένο από ένα πρόσωπο.
Ακόμα νιώθουν τα μάτια μου το περιπαικτικό φως
από τα χιλιάδες λαμπιόνια ,που παίζουν στο σύρσιμο των ποδιών.
Ο ξάδερφός μου επέστρεψε με το τέλος του πολέμου ,
ένας γίγαντας, ανάμεσα στους μικρούς. Και με χρήματα.
Οι συγγενείς λέγανε σιγά : « Σ’ ένα χρόνο το πολύ,
θα τα έχει φάει όλα και θα περιπλανιέται και πάλι.
Έτσι πεθαίνουν οι απελπισμένοι ».
O ξάδερφός μου με το αποφασιστικό πρόσωπο αγόρασε στο χωριό
ένα ισόγειο και το μετέτρεψε σε τσιμεντένιο γκαράζ
με μια λαμπερή χρωματιστή αντλία για να δίνει βενζίνη
και πάνω στη στροφή , στο γεφύρι, έστησε μια μεγάλη διαφημιστική πινακίδα.
Έβαλε εκεί έναν μηχανικό για να παίρνει τα χρήματα
και αυτός γύρισε όλους τους λόφους, καπνίζοντας.
Στο μεταξύ παντρεύτηκε μια κοπέλα από το χωριό
αδύνατη και ξανθιά όπως οι ξένες,
που θα είχε βέβαια συναντήσει σε άλλους τόπους .
Όμως βγήκε και πάλι μόνος του. Ντυμένος στα λευκά,
με τα χέρια πίσω από την πλάτη , με ηλιοκαμένο πρόσωπο.

Τα πρωινά γύριζε στα πανηγύρια και με πονηρό ύφος
παζάρευε άλογα. Μετά μου εξήγησε,
όταν το σχέδιο ναυάγησε, ότι ο σκοπός του
ήταν να απομακρύνει όλα τα ζώα από την κοιλάδα
και ν’ αναγκάσει τον καθένα ν’ αγοράσει μηχανές απ’ αυτόν.
« Όμως» έλεγε, « το πιο χοντρό ζώο απ’ όλα,
ήμουνα εγώ που το σκέφτηκα. Έπρεπε να το ξέρω
ότι εδώ άνθρωποι και βόδια είναι όλοι τους μια ράτσα ».
Περπατάμε πάνω από μισή ώρα. Η κορυφή είναι κοντά ,
και συνεχώς μεγαλώνει γύρω μας το θρόισμα και το σφύριγμα του ανέμου.
Ο ξάδερφός μου σταματάει ξαφνικά και γυρίζοντας είπε : « φέτος
θα γράψω στην πινακίδα : - το Σαν Στέφανο
ήταν πάντα πρώτο στις γιορτές της κοιλάδας του Μπέλμπο – κι ας λένε αυτοί απ’
το Κανέλλι » . Μετά ξαναπήρε την ανηφόρα.
Ένα άρωμα από χώμα και αέρα μας τυλίγει στο σκοτάδι,
κάποιο μακρινό φως : αγροικίες, αυτοκίνητα
που μόλις ακούγονται : και γω σκέφτομαι τη δύναμη
που μου έδωσε αυτός ο άνθρωπος τραβώντας τον απ’ τη θάλασσα,
απ’ τις μακρινές χώρες, απ’ αυτή την ησυχία που διαρκεί .
Ο ξάδερφός μου δεν μιλάει για τα περασμένα ταξίδια.
Λέει ξερά ότι ήταν σ’ αυτό ή στο άλλο μέρος
και σκέφτεται τις μηχανές του.
Μονάχα ένα όνειρο
απόμεινε στο αίμα του : Ταξίδευε κάποτε
όταν ήταν θερμαστής σ’ ένα ολλανδικό ψαράδικο
και είδε να πετάνε τα βαριά καμάκια στον ήλιο,
είδε να φεύγουν φάλαινες ανάμεσα σε αφρούς από αίμα ,
να τις κυνηγάει και να σηκώνουν τις ουρές και να παλεύουν με τα καμάκια.
Μου το αναφέρει καμιά φορά .
Αλλά όταν του λέω
ότι είναι τυχερός που είδε την αυγή
στα πιο όμορφα νησιά της γης,
στη θύμηση χαμογελάει και αποκρίνεται ότι ο ήλιος
ανάτειλε την ώρα που η μέρα ήταν γρια γι’ αυτούς.

( 7-19 Σεπτεμβρίου - Νοεμβρίου 1930 )

-------------------

μετάφραση: Γιάννης Η. Παππάς

Δευτέρα, 23 Αυγούστου 2010

Σχόλια & ζωγραφική, Έλληνες ζωγράφοι: Σμίγοντας την κόψη τ' αλετριού ή του καραβιού την καρένα...

Ποιητές & ζωγράφοι, σύγχρονοι Έλληνες ζωγράφοι, ζωγραφική


Γιάννης Σταύρου, Αλλαγή νυχτερινής βάρδιας, λάδι σε καμβά

τον περιμέναμε προσηλωμένοι τρία χρόνια
κοιτάζοντας πολύ κοντά
τα πεύκα το γιαλό και τ' άστρα...

Γιώργος Σεφέρης

Μυθιστόρημα

Τον άγγελο
τον περιμέναμε προσηλωμένοι τρία χρόνια
κοιτάζοντας πολύ κοντά
τα πεύκα το γιαλό και τ' άστρα.
Σμίγοντας την κόψη τ' αλετριού
ή του καραβιού την καρένα
ψάχναμε να βρούμε πάλι το πρώτο σπέρμα
για να ξαναρχίσει το πανάρχαιο δράμα.

Γυρίσαμε στα σπίτια μας τσακισμένοι
μ' ανήμπορα μέλη, με το στόμα ρημαγμένο
από τη γέψη της σκουριάς και της αρμύρας.
Όταν ξυπνήσαμε ταξιδέψαμε κατά το βοριά, ξένοι
βυθισμένοι μέσα σε καταχνιές από τ' άσπιλα φτερά των κύκνων που μας πληγώναν.
Τις χειμωνιάτικες νύχτες μας τρέλαινε ο δυνατός αγέρας της ανατολής
τα καλοκαίρια χανόμασταν μέσα στην αγωνία της μέρας που δεν μπορούσε να ξεψυχήσει.

Φέραμε πίσω
αυτά τ' ανάγλυφα μιας τέχνης ταπεινής.


Φυγή

ἔφευγε ξαναγύριζε καὶ μᾶς ἔφερνε
ἕνα χαμηλωμένο βλέφαρο πολὺ μακρινὸ
ἕνα χαμόγελο μαρμαρωμένο, χαμένο
μέσα στὸ πρωινὸ χορτάρι
ἕνα παράξενο κοχύλι ποὺ δοκίμαζε
νὰ τὸ ἐξηγήσει ἐπίμονα ἡ ψυχή μας.

H ἀγάπη μας δὲν ἦταν ἄλλη ψηλαφοῦσε
σιγὰ μέσα στὰ πράγματα ποὺ μᾶς τριγύριζαν
νὰ ἐξηγήσει γιατί δὲ θέλουμε νὰ πεθάνουμε
μὲ τόσο πάθος.

Κι ἂν κρατηθήκαμε ἀπὸ λαγόνια κι ἂν ἀγκαλιάσαμε
μ᾿ ὅλη τὴ δύναμή μας ἄλλους αὐχένες
κι ἂν σμίξαμε τὴν ἀνάσα μας μὲ τὴν ἀνάσα
ἐκείνου τοῦ ἀνθρώπου
κι ἂν κλείσαμε τὰ μάτια μας, δὲν ἦταν ἄλλη
μονάχα αὐτὸς ὁ βαθύτερος καημὸς νὰ κρατηθοῦμε
μέσα στὴ φυγή.

Κυριακή, 22 Αυγούστου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, ζωγραφική: στο φως της σελήνης...

Σελήνη & ζωγραφική, ζωγράφοι, σύγχρονοι Έλληνες ζωγράφοι


Γιάννης Σταύρου, Θεσσαλονίκη των χρωμάτων, λάδι σε καμβά

Το λιμάνι της Θεσσαλονίκης στο φως της σελήνης...

Απ' ότι όλα δείχνουν το σύμπαν διαστέλλεται με ταχύτατους ρυθμούς...

Θα μετατραπεί σ' έναν έρημο και νεκρό τόπο κάποτε...

Μέχρι τότε, έχουμε καιρό να απολαμβάνουμε την, έστω και συρρικνωμένη, σελήνη...

Το διαβάσαμε στο ΒΗΜΑ, 21-8-2010:

Η συρρίκνωση της σελήνης, η ερημοποίηση του σύμπαντος...

Η Σελήνη συρρικνώθηκε σαν μια σταφίδα ή ένα μπαλόνι που ξεφουσκώνει και πιθανότατα συνεχίζει να συρρικνώνεται, όπως δείχνει μια νέα μελέτη που βασίστηκε σε ανάλυση χιλιάδων εικόνων του δορυφόρου της Γης, οι οποίες ελήφθησαν από διαστημικό σκάφος της ΝΑSΑ (Lunar Reconnaissance Οrbiter, LRΟ). Τo σκάφος αυτό χαρτογραφεί σπιθαμή προς σπιθαμή την επιφάνεια της Σελήνης και, όπως μαρτυρούν οι εικόνες που έστειλε πίσω στη Γη, έχει καταγράψει την ύπαρξη 14 «ρυτίδων», για την ακρίβεια ρηγμάτων, στην επιφάνεια του πλανήτη.

Σύμφωνα με ειδικούς του Ιδρύματος Σμιθσόνιαν στην Ουάσιγκτον DC, οι οποίοι ανέλυσαν τις εικόνες, ο σχηματισμός «ρυτίδων» στην επιφάνεια της Σελήνης οφείλεται στην αργή ψύξη και στη συρρίκνωση του πυρήνα της. Η ψύξη του πυρήνα προκαλεί συστολή με αποτέλεσμα να συρρικνώνεται και η επιφάνεια εμφανίζοντας ρήγματα.

Η νέα ανάλυση των εικόνων, τα αποτελέσματα της οποίας δημοσιεύονται στην έγκριτη επιστημονική επιθεώρηση «Science», μαρτυρεί ότι οι μεταβολές στην επιφάνεια της Σελήνης έγιναν πάρα πολύ πρόσφατα, σε διάστημα μικρότερο του ενός δισεκατομμυρίου ετών (για τους κοινούς θνητούς το διάστημα αυτό είναι τεράστιο αλλά σε... αστρονομικό χρόνο πολύ μικρό). Δείχνει επίσης ότι τα ρήγματα που έχουν δημιουργηθεί έχουν πολύ μικρό μέγεθος, της τάξης των δύο το πολύ χιλιομέτρων, με αποτέλεσμα να μην είναι ορατά από τη Γη.

Με βάση τα νέα στοιχεία οι επιστήμονες εκτιμούν ότι η Σελήνη έχει χάσει περίπου 200 μέτρα από τη διάμετρό της. Ωστόσο ο αριθμός αυτός είναι μικρός σε σύγκριση με τη συνολική της διάμετρο των περίπου 3.500 χιλιομέτρων. Τ ο Σύμπαν διαστέλλεται και θα συνεχίσει πιθανότατα να διαστέλλεται για πάντα, σύμφωνα με μελέτη ειδικών της ΝΑSΑ η οποία δημοσιεύεται στην επιθεώρηση «Science». Οι αστρονόμοι χρησιμοποίησαν έναν γαλαξιακό μεγεθυντικό φακό προκειμένου να καταλήξουν στα συμπεράσματά τους.

Επικεντρώθηκαν συγκεκριμένα σε ένα γαλαξιακό σύμπλεγμα που ονομάζεται Αbell 1689 και βρίσκεται στον αστερισμό της Παρθένου. Το συγκεκριμένο σύμπλεγμα είναι ένα από τα μεγαλύτερα που γνωρίζουν οι επιστήμονες και λόγω της τεράστιας μάζας του ενεργεί σαν ένας κοσμικός μεγεθυντικός φακός αναγκάζοντας το φως να κάμπτεται γύρω από αυτόν.

Με χρήση αυτού του κοσμικού φακού οι επιστήμονες προσπάθησαν να υπολογίσουν την ποσότητα της σκοτεινής ενέργειας στο Σύμπαν. Η σκοτεινή ενέργεια είναι μια μυστηριώδης δύναμη που επιταχύνει τη διαστολή του Σύμπαντος και αποτελεί τα τρία τέταρτά του· ωστόσο είναι αόρατη.

Με στόχο να υπολογίσουν την κατανομή της σκοτεινής ύλης στο Διάστημα οι ερευνητές χρησιμοποίησαν το διαστημικό τηλεσκόπιο Ηubble ώστε να δουν πώς κάμπτεται το φως μακρινών αστεριών γύρω από το γαλαξιακό σμήνος Αbell 1689. Ο τρόπος που κάμπτεται το φως εξαρτάται από τρεις παράγοντες: από το πόσο μακριά από το γαλαξιακό σύμπλεγμα βρίσκεται το άστρο, από τη μάζα του γαλαξιακού συμπλέγματος και από την κατανομή της σκοτεινής ενέργειας.

Οι αστρονόμοι κατάφεραν να μετρήσουν τους δύο πρώτους παράγοντες με χρήση του Πολύ Μεγάλου Τηλεσκοπίου που βρίσκεται στο Παρατηρητήριο της Νότιας Ευρώπης. Ετσι πέτυχαν τελικά να υπολογίσουν και την κατανομή της σκοτεινής ενέργειας.

Οι μετρήσεις τους έδειξαν ότι το Σύμπαν θα συνεχίσει να «μεγαλώνει» για πάντα και τελικά θα μετατραπεί σε ένα ψυχρό και νεκρό τοπίο. Σύμφωνα με τον καθηγητή Πριγιαμβάντα Ναταράχαν από το Πανεπιστήμιο του Γέιλ που συμμετείχε στη μελέτη, τα νέα ευρήματα «δείχνουν καθαρά ποια θα είναι η μοίρα του Σύμπαντος».

Σάββατο, 21 Αυγούστου 2010

Σχόλια & Έλληνες ζωγράφοι, ζωγραφική: τὶς ὦρες καὶ τὰ χρόνια μόνος με τὸν ἔρημο ἀντίπαλο....

Έλληνες ποιητές & Έλληνες ζωγράφοι, ζωγραφική, σύγχρονοι ζωγράφοι


Γιάννης Σταύρου, Ανατολή σελήνης, λάδι σε καμβά

Πρέπει νὰ ζήσω τὶς ἀντίστροφες δυνάμεις.
Ὢ καρδιά μου - τρομαχτικότερη σελήνη!

Νίκος Καρούζος

Η χρησιμότητα της απειλής

Ἔχουν ἀρχίσει νὰ μὲ κυκλώνουν ἐπικίνδυνα οἱ ὧρες.
Ἀκούω τὰ φυλλώματα σήμερα
γίνηκαν ἀνήσυχα χορικά.
Πρέπει νὰ ζήσω τὶς ἀντίστροφες δυνάμεις.
Ὢ καρδιά μου - τρομαχτικότερη σελήνη!


Βαθμίδες

1.

Ἤτανε ὅλο τὸ πρωῒ σημαιοστολισμένο
καὶ τραγουδοῦσα.
Ὁλοένα ἔρχονται πιὰ
σὰν ἀπὸ ἀνώτατο δικαστήριο
φωνές.
Ψάχνω μάταια νὰ βρῶ τὴν αἴθουσα
πρέπει νὰ μιλήσω σὲ τόσους
φίλους με τὰ αἰώνια τώρα μάτια.
Κινεῖται ὁ δρόμος πρὸς τὸ μεσημέρι.

2.

Ἂν εἴδατε τὴ μοναξιὰ ποτὲ πίσω ἀπ᾿ τὸ τζάμι
νὰ σὰς ἀπειλεῖ
μ᾿ ἕνα μαχαίρι σιωπὴ
ποὺ ἀργὰ θὰ σχίσει τὸ δικὀ σας στῆθος
ὅπως φάντασμα τὴν πόρτα περνᾷ
μὲ γελαστὰ τὰ ἐξογκωμένα μῆλα
καὶ νὰ στέκει-
θὰ μὲ ἀγαπήσετε, εἶναι γυμνὸ
σαρώθηκε αὐτὸ τὸ μεσημέρι.

3.

Ὅλα κοστίζουν ἕνα παίξιμο.
Πάρε μαζί σου τὸν ἔρωτα κ᾿ ἐκεῖνα τὰ ὄνειρα
ἔλα στὴν κάτω γειτονιὰ καὶ πές: Κορόνα γράμματα
ἐκεῖ ποὺ χάνεται ἡ ψυχὴ νὰ βυθιστεῖς.
Θέλω ν᾿ ἀκούσεις τὸ μεγάλο μυστικὸ
γιὰ πάντα πέφτει ὁ καρπὸς ἀπ᾿ τὸ δέντρο.
Ἐντούτοις ἐκεῖ ποὺ χάνεται ὁ δρόμος
νὰ τραβήξεις.
Ὅ,τι νὰ σὲ καλέσει
δὲν εἶναι γιὰ ἐπιστροφὴ
τὰ δάκρυα κι ὁ πόνος κοφτερὸς
εἶναι μέσ᾿ στὸ παιχνίδι.
Ὅποιες φωνὲς ἀκούσεις μὴ σὲ παρασύρουν
σφάξε τὴ μιὰ ὀμορφιὰ νὰ πιεῖ τὸ αἷμα ἡ ἄλλη.
Κορόνα γράμματα νὰ παίξεις
τὶς ὦρες καὶ τὰ χρόνια
μόνος με τὸν ἔρημο ἀντίπαλο.

Πέμπτη, 19 Αυγούστου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, ζωγραφική: Μοναδική όαση αισθητικής η μελαγχολία του...

Έλληνες ποιητές & Έλληνες ζωγράφοι, ζωγραφική, σύγχρονοι ζωγράφοι


Γιάννης Σταύρου, Στο κύμα, λάδι σε καμβά

Χώρες του ήλιου και δεν μπορείτε ν’ αντικρίσετε τον ήλιο.
Χώρες του ανθρώπου και δεν μπορείτε ν’ αντικρίσετε τον άνθρωπο...

Οι μέρες κυλούν άσχημα...

Βυθιζόμαστε συνεχώς σε ατέρμονα σκοτάδια κι ας μας καίει ο ήλιος ενός αδυσώπητου Αυγούστου...

Τουλάχιστον ας ακολουθούν τα λόγια του ποιητή τα βήματά μας, τις σκέψεις μας...

Μοναδική όαση αισθητικής η μελαγχολία του...

Γιώργος Σεφέρης

Το Ναυάγιο της Κίχλης

«Το ξύλο αυτό που δρόσιζε το μέτωπό μου
τις ώρες που το μεσημέρι πύρωνε τις φλέβες
σε ξένα χέρια θέλει ανθίσει. Πάρ’ το, σου το χαρίζω·
δες, είναι ξύλο λεμονιάς…»

Άκουσα τη φωνή
καθώς εκοίταζα στη θάλασσα να ξεχωρίσω
ένα καράβι που το βούλιαξαν εδώ και χρόνια·
το ‘λεγαν «Κίχλη»· ενα μικρό ναυάγιο· τα κατάρτια,
σπασμένα, κυματίζανε λοξά στο βάθος, σαν πλοκάμια
ή μνήμη ονείρων, δείχνοντας το σκαρί του
στόμα θαμπό κάποιου μεγάλου κήτους νεκρού
σβησμένο στο νερό. Μεγάλη απλώνουνταν γαλήνη.

Κι άλλες φωνές σιγά-σιγά με τη σειρά τους
ακολουθήσαν· ψίθυροι φτενοί και διψασμένοι
που βγαίναν από του ήλιου τ’ άλλο μέρος, το σκοτεινό·
θα ‘λεγες γύρευαν να πιουν αίμα μια στάλα·
ήτανε γνώριμες μα δεν μπορούσα να τις ξεχωρίσω.

Κι ήρθε η φωνή του γέρου, αυτή την ένιωσα
πέφτοντας στην καρδιά της μέρας
ήσυχη, σαν ακίνητη:

«Κι α με δικάσετε να πιω φαρμάκι, ευχαριστώ·
το δίκιο σας θα ‘ναι το δίκιο μου· που να πηγαίνω
γυρίζοντας σε ξένους τόπους, ένα στρογγυλό λιθάρι.

Το θάνατο τον προτιμώ·
ποιος πάει για το καλύτερο ο θεός το ξέρει».

Χώρες του ήλιου και δεν μπορείτε ν’ αντικρίσετε τον ήλιο.
Χώρες του ανθρώπου και δεν μπορείτε ν’ αντικρίσετε τον άνθρωπο.


Γιάννης Σταύρου, Γιώργος Σεφέρης (1900-1971)
(μικτή τεχνική)

Το φως

Καθὼς περνοῦν τὰ χρόνια
πληθαίνουν οἱ κριτὲς ποὺ σὲ καταδικάζουν-
καθὼς περνοῦν τὰ χρόνια καὶ κουβεντιάζεις μὲ λιγότερες
φωνές,
βλέπεις τὸν ἥλιο μ᾿ ἄλλα μάτια-
ξέρεις πὼς ἐκεῖνοι ποὺ ἔμειναν, σὲ γελοῦσαν,
τὸ παραμίλημα τῆς σάρκας, ὁ ὄμορφος χορὸς
ποὺ τελειώνει στὴ γύμνια.
Ὅπως, τὴ νύχτα στρίβοντας στὴν ἔρμη δημοσιά,
ἄξαφνα βλέπεις νὰ γυαλίζουν τὰ μάτια ἑνὸς ζώου
ποὺ ἔφυγαν κιόλας, ἔτσι νιώθεις τὰ μάτια σου
τὸν ἥλιο τὸν κοιτᾶς, ἔπειτα χάνεσαι μὲς στὸ σκοτάδι-
ὁ δωρικὸς χιτώνας
ποὺ ἀγγίξανε τὰ δάχτυλά σου καὶ λύγισε σὰν τὰ βουνά,
εἶναι ἕνα μάρμαρο στὸ φῶς, μὰ τὸ κεφάλι του εἶναι στὸ
σκοτάδι.
Κι αὐτοὺς ποὺ ἀφῆσαν τὴν παλαίστρα γιὰ νὰ πάρουν
δοξάρια
καὶ χτύπησαν τὸ θεληματικὸ μαραθωνοδρόμο
κι ἐκεῖνος εἶδε τὴ σφενδόνη ν᾿ ἀρμενίζει στὸ αἷμα
ν᾿ ἀδειάζει ὁ κόσμος ὅπως τὸ φεγγάρι
καὶ νὰ μαραίνουνται τὰ νικηφόρα περιβόλια-
τοὺς βλέπεις μὲς στὸν ἥλιο, πίσω ἀπὸ τὸν ἥλιο.
Καὶ τὰ παιδιὰ ποὺ κάναν μακροβούτια ἀπ᾿ τὰ μπαστούνια
πηγαίνουν σὰν ἀδράχτια γνέθοντας ἀκόμη,
σώματα γυμνὰ βουλιάζοντας μέσα στὸ μαῦρο φῶς
μ᾿ ἕνα νόμισμα στὰ δόντια, κολυμπώντας ἀκόμη,
καθὼς ὁ ἥλιος ράβει μὲ βελονιὲς μαλαματένιες
πανιὰ καὶ ξύλα ὑγρὰ καὶ χρώματα πελαγίσια-
ἀκόμη τώρα κατεβαίνουνε λοξὰ
πρὸς τὰ χαλίκια τοῦ βυθοῦ
οἱ ἄσπρες λήκυθοι.

Ἀγγελικὸ καὶ μαῦρο, φῶς,
γέλιο τῶν κυμάτων στὶς δημοσιὲς τοῦ πόντου,
δακρυσμένο γέλιο,
σὲ βλέπει ὁ γέροντας ἱκέτης
πηγαίνοντας νὰ δρασκελίσει τὶς ἀόρατες πλάκες
καθρεφτισμένο στὸ αἷμα του
ποὺ γέννησε τὸν Ἐτεοκλῆ καὶ τὸν Πολυνείκη.
Ἀγγελικὴ καὶ μαύρη, μέρα-
ἡ γλυφὴ γέψη τῆς γυναίκας ποὺ φαρμακώνει τὸ φυλακισμένο
βγαίνει ἀπ᾿ τὸ κύμα δροσερὸ κλωνάρι στολισμένο στάλες.
Τραγούδησε μικρὴ Ἀντιγόνη, τραγούδησε, τραγούδησε...
δὲ σοῦ μιλῶ γιὰ περασμένα, μιλῶ γιὰ τὴν ἀγάπη
στόλισε τὰ μαλλιά σου μὲ τ᾿ ἀγκάθια τοῦ ἥλιου,
σκοτεινὴ κοπέλα-
ἡ καρδιὰ τοῦ Σκορπιοῦ βασίλεψε,
ὁ τύραννος μέσα ἀπ᾿ τὸν ἄνθρωπο ἔχει φύγει,
κι ὅλες οἱ κόρες τοῦ πόντου, Νηρηίδες, Γραῖες
τρέχουν στὰ λαμπυρίσματα τῆς ἀναδυομένης
ὅποιος ποτέ του δὲν ἀγάπησε θ᾿ ἀγαπήσει,
στὸ φῶς-
καὶ εἶσαι
σ᾿ ἕνα μεγάλο σπίτι μὲ πολλὰ παράθυρα ἀνοιχτὰ
τρέχοντας ἀπὸ κάμαρα σὲ κάμαρα, δὲν ξέροντας ἀπὸ ποῦ
νὰ κοιτάξεις πρῶτα,
γιατὶ θὰ φύγουν τὰ πεῦκα καὶ τὰ καθρεφτισμένα βουνὰ
καὶ τὸ τιτιβισμάτων πουλιῶν
θ᾿ ἀδειάσει ἡ θάλασσα, θρυμματισμένο γυαλί, ἀπὸ βοριὰ
καὶ νότο
θ᾿ ἀδειάσουν τὰ μάτια σου ἀπ᾿ τὸ φῶς τῆς μέρας
πῶς σταματοῦν ξαφνικὰ κι ὅλα μαζὶ τὰ τζιτζίκια.

Τετάρτη, 18 Αυγούστου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, ζωγραφική: Μια έρημος είναι το σπίτι της ψυχής του καθενός μας...

Λογοτεχνία & σύγχρνοι ζωγράφοι, Έλληνες ζωγράφοι, ζωγραφική


Γιάννης Σταύρου, Πλοία στο λιμάνι, λάδι σε καμβά

Οκτάβιο Πας

«Μια έρημος είναι το σπίτι της ψυχής του καθενός μας. Ο καθένας πρέπει να ανακαλύψει την έρημό του. Μόνο έτσι μπορεί να αντέξει το ανεξήγητο της ύπαρξής του. Και το ανεξήγητο πιάνει πολύ περισσότερο χώρο μέσα μας από όσο είναι δυνατόν να εξηγήσουμε!
Δυστυχώς η πιο σημαντική γνώση είναι η γνώση ότι το ανεξήγητο της ύπαρξης μας κάνει συγκεκριμένους, μας κάνει ανθρώπινες οντότητες! Επειδή η ψυχή έχει σκεπαστεί από το μυαλό στην εποχή μας, κυριαρχούν ο εθνικισμός και ο θρησκευτικός φανατισμός, που για μένα είναι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Ο άνθρωπος δεν έχει ανάγκη να πιστέψει σε έναν θεό, όταν έχει την ψυχή του σε εγρήγορση! Στον Θεό πιστεύουν όσοι χάνουν την ψυχή τους. Ο Θεός έρχεται να γεφυρώσει τον άνθρωπο που απώλεσε την ψυχή του με το άγνωστο, με το ανεξήγητο της ύπαρξης!».

Από συνέντευξη του Οκτάβιο Πας στον Θανάση Λάλλα, ΒΗΜΑ (26-4-1998)


Octavio Paz (1914-1998)

Ηλιόπετρα
(απόσπάσματα)

 μια ιτιά κρυστάλλινη, μια υδρόεσσα λεύκα,
  ένα ανεμοδαρμένο σιντριβάνι,
  ένα δέντρο βαθύ που όμως χορεύει,
  το πέρασμα ενός ποταμού που ελίσσεται,
  μακραίνει, αναποδίζει, αλλάζει κοίτη
  και πάντα εκβάλλει:
            μία πορεία γαλήνια
  άστρου ή άνοιξης που δεν επείγει,
  νερό που με τα βλέφαρα κλεισμένα
  όλη τη νύχτα μαντικό αναβλύζει,
  μια ομόφωνη ροή κύμα το κύμα
  ώσπου να κρύψει η τρικυμία τα πάντα,
  μια πράσινη επικράτεια δίχως δύση
  όπως η λάμψη η άγρια των φτερούγων
  σαν ξεδιπλώνουν στ' ουρανού τη μέση,


  μία πορεία ανάμεσα απ' τις λόχμες
  των ημερών που θά 'ρθουν κι η μοιραία
  λάμψη της δυστυχίας σαν τραγούδι
  ενός πουλιού που απολιθώνει δάση
  και κείνες οι ευτυχίες απ' το μέλλον
  μες στα κλαδιά που ξεθωριάζουν,
  ώρες φωτός που ήδη πουλιά ραμφίζουν,
  οιωνοί που δραπετεύουν απ' τα χέρια,


  μια παρουσία σαν έξαφνο τραγούδι,
  σαν άνεμος που τραγουδά στις φλόγες,
  δυο μάτια που τον κόσμο μετεωρίζουν
  μ' όλα τα πέλαγα και τα βουνά του,
  σώμα από φως που φίλτραρε ο αχάτης,
  μηροί από φως, κοιλιά από φως, οι κόλποι,
  οι βράχοι του ήλιου, ένα κορμί στο χρώμα
  του σύννεφου, στο χρώμα άλτριας μέρας,
  η ώρα σπινθηρίζει, παίρνει σώμα,
  είναι ορατός στο σώμα σου ήδη ο κόσμος,
  διάφανος μες στη διαφάνειά σου [...]




  γραφή φωτιάς επάνω στον νεφρίτη,
  άνασσα των φιδιών, σχισμή στον βράχο,
  στήλη του ατμού, πηγή μέσ' απ' την πέτρα,
  αυλή του φεγγαριού, αετοράχη,
  σπέρμα γλυκάνισου, θανάτου αγκάθι
  ελάχιστο που δίνει αθάνατα άλγη,
  ποιμένισσα κοιλάδων υποβρύχιων,
  επόπτρια μες στην κοιλάδα του Άδη,
  λιάνα πιασμένη απ' τους γκρεμούς του ιλίγγου,
  φυτό που αναρριχάται όλο φαρμάκι,
  λουλούδι ανάστασης, ζωής σταφύλι,
  κυρά της αστραπής και της φλογέρας,
  βραγιά των γιασεμιών, στο τραύμα αλάτι,
  μπουκέτο ρόδα στον τουφεκισμένο,
  σελήνη της αγχόνης, χιόνι Αυγούστου,
  γραφή θαλάσσης πάνω στον βασάλτη,
  πάνω στην έρημο η γραφή του ανέμου,
  μια διαθήκη του ήλιου, ρόδι, στάχυ,


  όψη καμένη, καταφαγωμένη,
  όψη εφηβική, κατατρεγμένη,
  χρόνια φαντάσματα, κύκλιες ημέρες
  που σ' ίδια αυλή οδηγούν, στον ίδιο τοίχο,
  καίει η στιγμή, κι είναι μια όψη μόνο
  οι όψεις οι διαδοχικές της φλόγας,
  ένα όνομα όλα τα ονόματα είναι,
  όλα τα πρόσωπα είναι ένα μόνο,
  μονάχα μια στιγμή όλοι οι αιώνες,
  και πάντα στους αιώνες των αιώνων
  θα φράζουν του αύριο την οδό δυο μάτια,


  τίποτα εμπρός μου, μια στιγμή μονάχα
  ανακτημένη απόψε, ονειρεμένη
  πέρ' απ' του ονείρου τις μεικτές εικόνες,
  στ' όνειρο επάνω βίαια λαξεμένη,
  απ' το μηδέν βγαλμένη αυτής της νύχτας,
  με τα δικά μου χέρια αναστημένη
  γράμμα το γράμμα, ενώ έξω επείγει ο χρόνος
  και της ψυχής μου κρούει σκαιά τις πόρτες
  ο κόσμος με ωράριο σαρκοβόρο

----------------------------

Από το βιβλίο: ΟΚΤΑΒΙΟ ΠΑΣ, Ηλιόπετρα,
μετάφραση-επίμετρο Κώστας Κουτσουρέλης,
δίγλωσση έκδοση, Μαΐστρος, Αθήνα 2007

Πηγή, Ιστότοπος Κώστα Κουτσουρέλη

Τρίτη, 17 Αυγούστου 2010

Ο Ρομάν Πολάνσκι είναι πλέον ελεύθερος..!


Ρομάν Πολάνσκι
Μας χάρισε εικόνες, μύθο, φαντασία, χιούμορ, καλλιτεχνικό έργο...


Επιτέλους!

Ο Ρομάν Πολάνσκι είναι πλέον ελεύθερος!

Η διεθνής κατακραυγή λύγισε τον φασισμό της νέας τάξης και την υποκριτική ηθικολογία της...

Ο μεγάλος καλλιτέχνης επιστρέφει στη ζωή και το έργο του!

Σύμφωνα με δημοσίευμα της ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ:

Ο Γαλλοπολωνός σκηνοθέτης Ρόμαν Πολάνσκι «δεν θα εκδοθεί στις ΗΠΑ και τα μέτρα περιορισμού της ελευθερίας του έχουν αρθεί», ανακοίνωσε σήμερα το ελβετικό υπουργείο Δικαιοσύνης.

Το ηλεκτρονικό βραχιόλι που φορούσε ο σκηνοθέτης από τον Δεκέμβριο του 2009, οπότε και είχε τεθεί σε κατ' οίκον περιορισμό στο σαλέ του στο Γκστάαντ, αφαιρέθηκε σήμερα το απόγευμα, επεσήμανε η υπουργός Δικαιοσύνης Εβελίν Βίντμερ-Σλουμπφ κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου στη Βέρνη.

«Οι ΗΠΑ δεν μπορούν να ασκήσουν έφεση στην απόφαση της Ελβετίας» να απορρίψει το αίτημά τους για έκδοση του Πολάνσκι, πρόσθεσε η υπουργός.

Από τη μεριά του το αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης δήλωσε στο γαλλικό πρακτορείο ότι «δεν έχει να κάνει κανένα σχόλιο» για την απόφαση αυτή της ελβετικής δικαιοσύνης.

Ο γάλλος δικηγόρος του Πολάνσκι Ζορζ Κιζμάν δήλωσε «πολύ χαρούμενος και πολύ συγκινημένος» από την απόφαση. «Προφανώς είμαι πολύ χαρούμενος και πολύ συγκινημένος, ως φίλος του Ρόμαν Πολάνσκι αλλά και επειδή πιστεύω ότι πέρασε ένα μαρτύριο», δήλωσε στο γαλλικό πρακτορείο. «Αποτίω φόρο τιμής στην ελβετική δικαιοσύνη», επεσήμανε.

Εξάλλου, τη χαρά τους για αυτή την απόφαση εξέφρασαν και οι Γάλλοι υπουργοί Πολιτισμού Φρεντερίκ Μιτεράν και Εξωτερικών Μπερνάρ Κουσνέρ.

«Ο Ρόμαν Πολάνσκι θα μπορέσει επιτέλους να επανενωθεί με την κοινότητα των καλλιτεχνών που τον περιέβαλε με ζεστασιά και σεβασμό κατά τη διάρκεια των πολλών μηνών μίας νομικής διαδικασίας κατά της οποίας είχαν υψώσει τη φωνή τους άνθρωποι όπως ο Μίλαν Κούντερα», δήλωσε ο Μιτεράν σε ανακοίνωσή του.

Ο Κουσνέρ από την πλευρά του εξέφρασε την «βαθιά του ανακούφιση» στην ελβετίδα ομόλογό του Μισελίν Καλμί-Ρέι.

«Ο μεγάλος Γαλλοπολωνός σκηνοθέτης θα μπορέσει πλέον να συναντηθεί ελεύθερα με τους δικούς του ανθρώπους και να αφιερωθεί εξ' ολοκλήρου στις καλλιτεχνικές του δραστηριότητες», επεσήμανε ο Κουσνέρ.

Η Πολωνία «ικανοποιημένη» από για την απόφαση για τον Πολάνσκι

Το υπουργείο Εξωτερικών της Πολωνίας δήλωσε ότι είναι «ικανοποιημένο» για το ότι ο γεννημένος στην Πολωνία σκηνοθέτης Ρόμαν Πολάνσκι αφέθηκε ελεύθερος σήμερα από τις ελβετικές αρχές.

«Μια λύση βρέθηκε που ήταν δύσκολη, από νομική άποψη, και δύσκολη από προσωπική άποψη για τον Ρόμαν Πολάνσκι», δήλωσε ο Γκραζίνα Μπερνάτοβιτς, αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών. Το υπουργείο χαιρέτισε την απόφαση των ελβετικών αρχών με «μεγάλη ικανοποίηση», πρόσθεσε η ίδια πηγή.

Οι ελβετικές αρχές απέρριψαν σήμερα το αίτημα έκδοσης των ΗΠΑ και δήλωσαν ότι ο Πολάνσκι είναι τώρα ένας ελεύθερος άνθρωπος.

Ο Μπερνάτοβιτς πρόσθεσε ότι αξιωματούχοι του υπουργείου είχαν έλθει σε επαφή με τον Πολάνσκι από την αρχή και «όλον τον καιρό προσπαθούσαν να τον βοηθήσουν».

Η ίδια πηγή ανέφερε τέλος ότι ο υπουργός Εξωτερικών Ράντοσλαβ Σικόρσκι επικοινώνησε με τον Ελβετό ομόλογό του για να του «εκφράσει τις ευχαριστίες του» για την απόφαση αυτή.

--------------------------

Η παλιότερη ανάρτηση / διαμαρτυρία του blog μας για την κράτηση του Ρομάν Πολάνσκι

Σχόλια & Έλληνες ζωγράφοι, ζωγραφική: Η ανθρώπινη μοίρα σε σύγχρονο ποιητικό λόγο...

Έλληνες ποιητές & ζωγραφική, ζωγράφοι, σύγχρονοι ζωγράφοι


Γιάννης Σταύρου, Αγναντεύοντας, λάδι σε καμβά

Μας καθορίζουν / κάτι ασήμαντα / συμβάντα / σαν στίγματα / αόρατα...

Η ανθρώπινη μοίρα σε σύγχρονο ποιητικό λόγο...

Ένας νέος ποιητής...

Σταύρος Αμπελάς

Δεν είμαστε εμείς...


Δεν είμαστε εμείς

οι σκιές μας

πάνω σε ξερολιθιές

που άλλοι πέτρα την πέτρα

σώριασαν

κάτω από έναν ξένο ήλιο

που λίγο λίγο με το φως του

μας ξεθωριάζει.


Σιωπή

Δεν έχει αιτία

αυτή η σιωπή

δεν έχει

Είναι μια λίμνη

που μας περιβάλλει

κι είμαστε βότσαλα

καθισμένα στον πυθμένα της

σκεπασμένα από την λάσπη της.

Μικρά, θαμμένα βότσαλα

που ‘χαν την αυταπάτη

πως μπορούν να την ταράξουν.


Στίγματα

Μας καθορίζουν

κάτι ασήμαντα

συμβάντα

σαν στίγματα

αόρατα

στο μάτι της αιωνιότητας.

Κι εμείς

που θα μπορούσαμε

να μη χαθούμε

έτσι

αναίτια

κι ανώφελα

χανόμαστε

κουβαλώντας τα

σαν αποδείξεις

της αθωότητάς μας.

Δευτέρα, 16 Αυγούστου 2010

Σχόλια σύγχρονοι Έλληνες ζωγράφοι, ζωγραφική: Ἐφθάσαμε ἔτσι λίγο λίγο στὴν γυμνότητα...

Ποίηση & ζωγραφική, ζωγράφοι, Έλληνες ζωγράφοι


Γιάννης Σταύρου, Άνθρωπος & δέντρο, λάδι σε καμβά

ἡ ἔρευνά σου σὰν τὴ Νύχτα, ποὺ ὅσα ἐρέβη

καὶ ἂν δέρνουν, κάτι σιγολάμπει...

Ένας υπαρξιστής, μεταφυσικός ποιητής...

Τάκης Παπατσώνης

Σοφία

Ἐφθάσαμε ἔτσι λίγο λίγο στὴν γυμνότητα,

ἕνα ἕνα ἀποδυθήκαμε τὰ περίφημα προβλήματα,

τὰ πολύχρωμα, τὰ βύσσινα, τὰ πορφυρὰ τῶν γοητειῶν,

καὶ μόνον τώρα, μολονότι κάποιος φόβος κι' ἀπὸ πρίν,

κάποιο προμήνυμα, μᾶς ἔλεγαν τί μᾶς προσμένει,

ὅμως, μονάχα τώρα, οἱ γυμνωμένοι

εἴδαμεν, ὅτι χοῦς ἐσμέν. Ἄθλιας ἐπίγνωση

σοφίας. Ἔνδεια σημερινή. Βραδύνοια τῆς χθές.

Δουλειά μας τώρα νὰ τὴν ἀναγάγομε σὲ θρίαμβο.


Τάκης Παπατσώνης (1895-1970)

Σχήμα


Δὲν εἶναι φωτεινότερο πρᾶγμα ἀπὸ τὴν Ἀλήθεια·

ψάχνεις μ' ἔρωτα καὶ μανία νὰ τήνε βρεῖς;

εἶναι ἡ ἔρευνά σου σὰν τὴ Νύχτα καρποφόρα,

ποὺ ἔχει ἀσφαλές, ὅτι θὰ σκάσει ὁ Ἥλιος πομπωδῶς·

ἡ ἔρευνά σου σὰν τὴ Νύχτα, ποὺ ὅσα ἐρέβη

καὶ ἂν δέρνουν, κάτι σιγολάμπει, εἴτε ἡ πληθώρα

τῶν ἄστρων, εἴτε, ἔστω, ἡ ἀγωνιώδης μέσῳ συγνέφων

θολὴ ἐκείνη φωταύγεια ποὺ ὁδηγάει.

Ἀντίθετα, ὅποιος δὲν νοιάζεται γιὰ τὴν Ἀλήθεια,

εἶναι τῆς ἀμεριμνησίας του ἡ δῆθεν γαλήνη

σὰν τὴν αἰώνια νύχτα τοῦ κακοῦ θανάτου, - ἄκαρπη,

δίχως οὐδενὸς πράγματος φόβο ἢ ἐλπίδα, δίχως ἀρχή,

δίχως τέλος, ἀσυνείδητη, σὰν τὴν ψιλὴ ἔννοια

θανάτου δίχως τρόπαια χρωμάτων, δίχως κὰν τὴν στιλπνότητα

Κρίσεως μελλοντικιᾶς μετὰ σαλπίγγων.

------------------------

Πηγή: ELLOPOS.NET

Κυριακή, 15 Αυγούστου 2010

Σχόλια & ζωγραφική, Έλληνες ζωγράφοι: ἂς εἴμαστε χαρούμενοι καὶ καθαροκάρδιοι...

Καλοκαίρι & ζωγραφική, ζωγράφοι, σύγχρονοι ζωγράφοι


Γιάννης Σταύρου, Ελαιώνας στον Υμηττό, λάδι σε καμβά

ἂς εἴμαστε χαρούμενοι καὶ καθαροκάρδιοι...

Δεκαπενταύγουστο

Ανήμερα 15 Αυγούστου - Η Ελληνική γιορτή της Παναγίας

Νίκος Καρούζος
Fragmenta για τη Μάνα του Χριστου

(Συλλεγμένα καὶ μεταφρασμένα εἰδικὰ γιὰ τὸ περιοδικὸ Ἐποπτεία, τ.20, σελ.224-229)

Ο Μέγας Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας

Ἡ Παναγία ἦταν πενήντα ἐννέα χρονῶν, ὅταν ἦρθε ἡ ὥρα της νὰ πεθάνει· τὸ πῶς τώρα ἔγινε αὐτό, θὰν τὸ μάθουμε σ᾿ αὐτὴ τὴ διήγηση. Ἡ Παναγία ὅταν ἐπῆγε στὸ Ἱερὸ τριῶν χρονῶνε ἤτανε καὶ ἔζησε στὸ Ἱερὸ δώδεκα χρόνια, κι ὡσότου νὰ γεννήσει τὸ Χριστὸ κυλίστηκε ἀκόμη ἕνας χρόνος· ἔκανε καὶ μὲ τὸ Χριστὸ τριάντα δύο χρόνια καὶ ὕστερα ἀπ᾿ τὸ γυιό της ἔζησε ἄλλα ἕνδεκα, ὁποὺ ὅλα μαζὶ εἶναι χρόνια πενήντα ἐννέα. Ὅταν ἔφτασε στὰ χρόνια τοῦτα ἡ Παναγία, τρεῖς ἡμέρες ἐμπροστὰ ἀπ᾿ τὴ θεία της Κοίμηση, τῆς ἐπαρουσιάστη ὁ Ἀρχάγγελος Γαβριήλ, κρατώντας ἕνα φοινικόκλαδο στὸ χέρι, καὶ τῆς λέει· «μάθε, Κυρία Θεοτόκε, πὼς μετὰ τρεῖς ἡμέρες ἀπὸ σήμερα σὲ μεταθέτει ὁ Κύριος ἀπὸ τούτη τὴ γῆ στοὺς οὐρανούς του· γι᾿ αὐτὸ θὰ πρέπει νὰ ταχτοποιήσεις τὸν ἑαυτό σου, νὰ ἔχεις ἕτοιμα καὶ ὅλα τὰ νεκρικά σου, καὶ νὰ ἀναμένεις τὴν ὥρα ποὺ θὲ νἄρθει ὁ Γυιός σου γιὰ νὰ παραλάβει τὴν ἁγιασμένη σου ψυχή». Κι ὅταν τ᾿ ἄκουσε αὐτὰ ἡ Παναγία, σηκώθηκε ἀμέσως καὶ ἐπῆγε κι ἀνέβηκε στὸ ὄρος τῶν Ἐλαιῶν, ἐκεῖ ὁποὺ ὁ Γυιός της ἀναλήφτηκε, καὶ -θαῦμα παράδοξο- ὁποὺ ὅλα τὰ δέντρα ἐκείνου τοῦ βουνοῦ ἐγεῖραν ἐμπροστά της καὶ τὴν προσκύνησαν. Καὶ ἐκείνη, στὸν οὐρανὸ ὑψώνοντας τὰ χέρια της, ἀρχίνησε νὰ προσεύχεται μ᾿ αὐτὰ τὰ λόγια· «Γυιέ μου, μοναχοπαίδι μου πολυτίμητο, ἐσὺ ὁποὺ καταδέχτηκες τὴ γαιώδη σου φανέρωση, μὲ σάρκα καὶ κόκκαλα βγαίνοντας ἀπ᾿ τὰ δικά μου αἵματα, ἐσὺ παράλαβε μὲ τώρα καὶ στὴ Βασιλεία σου· φτάνει σὲ μένα ὁ χωρισμὸς ὁποὺ κυλίστηκε ἀνάμεσά μας, μοῦ φτάνει Γυιέ μου ἡ στέρησή σου· πράξε ὑπέρτερος ὄντας κατὰ τὸ ἅγιο θέλημά σου. Ὅπου βρίσκομαι ἐγώ, ἐκεῖ καὶ ὁ δικός μου διάκονος βρίσκεται· τὰ λόγια σου ἐτοῦτα καὶ ἐγὼ τὰ λέω Γυιέ μου, καὶ ὅπου βρίσκεσαι ἐσύ, ἀγαπημένε μου, ἐκεῖ καὶ μένα ἀξίωσέ με νὰ ἔρθω, ἐμένα ὁποὺ ἡ καρδιά μου εἶναι γιομάτη ἀπὸ θλίψη γιὰ τὴν ἀγάπη σου». Μὲ τέτοια λόγια προσευχήθηκε ἡ Παναγία καὶ κατέβηκε ἀπ᾿ τὸ ὄρος ἐκεῖνο καὶ πισωγύρισε στὸ σπιτικό της ὁποὺ βρισκότανε στὸ χωριὸ Γεθσημανῆ· εἶχε μάλιστα ὅλα κι ὅλα δύο φορέματα, ὁποὺ τὸ ἕνα τὸ ἐφόρηγε καὶ τὸ ἄλλο τὄκανε χάρισμα σὲ μία φτωχούλα γειτόνισσά της, ὅπου ἔμενε ἐκεῖ κοντά της. Καὶ ἤτανε ἐκεῖ κοντὰ καὶ ὁ ἀπόστολος Πέτρος μαζὶ μὲ τὸν Ἰωάννη τὸ Θεολόγο, ὁποὺ ἀκόμη δὲν εἶχαν ἀπὸ ἐκεῖθε ξεμακρύνει. Καὶ τοῦτο γιατὶ ὁ μὲν Πέτρος εἶχε μεγάλη πίστη στὴν Κυρία Θεοτόκο, ὁ δὲ Ἰωάννης ἤτανε ὡσὰν υἱοθετημένος της υἱός, καὶ δὲν ἔφευγαν ἀπὸ κεῖ πέρα μακρύτερα, μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ ὑπηρετοῦν τὴν Παναγία. Τὴν τρίτη ἡμέρα, λοιπόν, ἐκεῖ ὁποὺ δίδασκαν αὐτοὶ τὸ λόγο τῆς ἀλήθειας, τοὺς ἅρπαξε ὀλάξαφνα καὶ τοὺς δύο τους ἕνα σύγνεφο καὶ τοὺς ἔφερε στὴ Γεθσημανῆ, στὸ σπίτι τῆς Παναγίας· αὐτὸ ἔγινε καὶ μὲ ὅλους τοὺς ἄλλους ἀποστόλους. Τότε ἤτανε καὶ ὁ Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης, καὶ ὁ διδάσκαλός του ὁ Ἱερόθεος, καὶ ὁ Ἰάκωβος ὁ Ἀδελφόθεος, καὶ τοὺς ἁρπάζει καὶ αὐτοὺς μία νεφέλη καὶ τοὺς συνάζει ὅλους μαζὶ στὴ Γεθσημανῆ. Καὶ ἡ Παναγία ἐκείνη τὴ στιγμὴ ὁποὺ τοὺς ἀντίκρυσε καταχάρηκε παρευθὺς ἀπ᾿ τὰ φυλλοκάρδια της καὶ τοὺς λέει· «καθῆστε, παιδιά μου, νὰ σᾶς ἀποχαιρετήσω, γιατὶ σήμερα φεύγω καὶ ἀνέρχομαι στὸν υἱό μου τὸν ἀγαπημένο· γιατὶ ὁ ἄγγελος ὁ Γαβριήλ, ὁποὺ σὲ μένα εὐαγγελίστηκε κάποτε τὴ σύλληψη τοῦ γυιοῦ μου καὶ τὴν ἄσπιλή μου μητρότητα, ἦρθε καὶ πάλι τώρα καὶ μοὔδωσε ἐτοῦτο τὸ φοινικόκλαδο λέγοντας· ῾χαῖρε καὶ μάθε, ὦ Θεοτόκε, πὼς μετὰ τρεῖς ἡμέρες σὲ μεταθέτει ὁ Κύριος ἀπὸ τούτη τὴ γῆ στοὺς οὐρανούς του᾿. Γι᾿ αὐτό, παιδιά μου, εὐχαριστῶ τὸ Γυιό μου καὶ Θεὸ ὁποὺ σᾶς ἔφερε, συνάζοντάς σας ὅλους ἐδῶ πέρα, γιὰ νὰ σᾶς ἰδῶ πρὶν ἀπ᾿ τὸ τέλος». Κι ὅπως τὰ ἄκουσαν ἐτοῦτα οἱ ἀπόστολοι ἐκλαῖγαν ὅλοι τους ἀκατάπαυστα.

.....................................

Καὶ τοὺς λέει ἡ Κυρία Θεοτόκος:

Ἐσᾶς σᾶς ἔστειλε στὸν κόσμο τὸ ἀγαπημένο μου παιδὶ γιὰ νὰ πᾶτε σ᾿ αὐτὸν ὡσὰν ἔμποροι καὶ τὶς ψυχὲς νὰ κερδίσετε τῶν πλανημένων ἀνθρώπων, ὁποὺ ἔφτασε στ᾿ αὐτιά τους τὸ δοξασμένο του τ᾿ ὄνομα. Ὅποιος ἀπὸ ἐσᾶς, ὦ φίλοι μου καὶ τέκνα μου, τοῦ διδασκάλου του καὶ γυιοῦ μου δείξει φίλος, αὐτὸν ὁ γυιός μου στὴ Βασιλεία τοῦ θέλει τὸν τιμήσει, μὰ ὅποιος τὶς ἐντολὲς τοῦ διδασκάλου του τὶς ἀφήσει ἔρημες κι ἀνεχτέλεστες, αὐτὸς τὸ ξέρει ἀπὸ μόνος του τί θὰ πάθει. Γι᾿ αὐτὸ τὸ λόγο, ἀγαπημένα μου παιδιά, πορευθεῖτε στὸν κόσμο γιὰ νὰ κηρύξετε, νὰ φωτίσετε, νὰ χειραγωγήσετε τὸν κόσμο ὁποὺ ζεῖ μέσα στὴν πλάνη, γιὰ νὰ μπορέσετε ἔτσι νὰ τὸν κερδίσετε καὶ νὰν τοῦ δείξετε τὸ δρόμο ὁποὺ φέρνει στοῦ Γυιοῦ μου τὴ Βασιλεία. Νὰ μὴ σᾶς παρασύρει κανένας φόβος ἀπ᾿ τοῦ κόσμου τούτου τοὺς βασιλιάδες, ὁποὺ μονάχα τὸ κορμί σας ἠμποροῦν αὐτοὶ νὰ βλάψουν, ἀλλ᾿ ὄχι ὅμως καὶ τὴν ψυχή σας· φόβο πραγματικὸ μονάχα ὁ Θεὸς νὰ σᾶς τὸν φέρνει, ὁποὺ καὶ τὸ κορμί σας ἠμπορεῖ καὶ τὴν ψυχὴ σας νὰν τὴν βλάψει, καθὼς ὁ Γυιός μου σᾶς τὸ ἔλεγε ἐνόσω ἤτανε μαζί σας. Ἔχετε τὴν ἀγάπη καὶ τὴν εἰρήνη συναμεταξύ σας, κι ἀκόμη νἄχετε πληρότητα χαρᾶς καὶ εὐφροσύνης, ὁποὺ πολὺς θὲ νἆναι στὴ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν ὁ μισθός σας. Μὲ ὅλο ποὺ φεύγω, φίλοι μου, καὶ πάω γιὰ τοῦ Υἱοῦ μου καὶ Θεοῦ τὴ Βασιλεία, ὡστόσο πάντοτε θὰ βρίσκομαι μαζί σας καὶ θὰ σᾶς εἶμαι πάντοτε ἡ ἐνισχύτρια καὶ ἡ παρηγορήτρια σὲ ὅλες σας τὶς θλίψεις. Αὐτὰ τοὺς εἶπε τῶν ἀποστόλων ἡ Θεοτόκος, κι ἄλλα ἀκόμη περισσότερα, καὶ παρευθὺς τὰ μάτια της τὰ ἅγια τὰ ἔκλεισε φωνάζοντας μὲ φωνὴ μεγάλη· «στὰ χέρια σου, Γυιόκα μου, ἀποθέτω τὸ πνεῦμα μου»· καὶ κοιμήθηκε. Κι ὁ Γυιός της τηνὲ δέχθηκε στὰ χέρια του τὴν ἁγιασμένη τῆς ψυχή. Καὶ τότε γύρεψε ἡ Παναγία ἀπ᾿ τὸ Γυιό της νὰ τὴν κατεβάσει κάτω στὸν Ἅδη, γιὰ νὰ ἰδεῖ τοὺς τόπους ὁποὺ ἐπῆγε ἐκεῖνος γιὰ νὰ ἀπολυτρώσει τοὺς Προπάτορες, καὶ ἐκεῖνος τὴν εἰσάκουσε. Καὶ ἐπῆραν τὴν ψυχὴ της τὴν ἁγιασμένη στὰ χέρια τοὺς ἡλιόλουστοι ἄγγελοι καὶ τὴν ὁδήγησαν ὅπου ἤθελε ἐκείνη, καθὼς ὁ Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς μαρτυρεῖ τοῦτο στὸ Τροπάριο τῆς τέταρτης ᾠδῆς σήμερα κι ὁποὺ λέει· «θαῦμα καὶ ἔκπληξη ποὺ ἤτανε νὰ βλέπεις τῆς Παναγίας τὴν ψυχὴ πῶς περπατοῦσε στοῦ Ἅδη μέσα τὰ κατώγια τὰ θεοσκότεινα». Καὶ ἡ μὲν ψυχή της ἐπῆγε στὸν Ἅδη, ὅπως ἡ ἴδια τὸ βουλήθηκε, τὸ δὲ κορμί της τὸ ἅγιο καὶ θεοδόχο τὸ ἐπῆραν οἱ Μαθητὲς καὶ σηκώνοντάς το ἀπάνω στοὺς ὤμους τοὺς τὸ ἐπῆγαν ὡς τὸν τάφο· κι ἀπ᾿ τὴ μία μεριὰ τὸ κρατοῦσε ὁ θεολόγος Ἰωάννης, ἐνῶ ἀπ᾿ τὴν ἄλλη τὸ κρατοῦσε ὁ Πέτρος, ἀπ᾿ τὴν τρίτη μεριὰ τὸ κρατοῦσε ὁ Ἰάκωβος ὁ ἀδελφὸς τοῦ Ἰωάννη, κι ἀπ᾿ τὴν τέταρτη μεριὰ ὁ Παῦλος, καθὼς οἱ ὑπόλοιποι ἀπόστολοι καὶ ἀρχιερεῖς πορεύονταν ψάλλοντας καὶ ᾄδοντας ὕμνους.

...................................................

Κι ὅταν ἔφτασαν στὸν τάφο, τὸ ἀκούμπησαν κάτω τὸ ἅγιο λείψανο, γιὰ νὰν τὸ ἀποχαιρετήσουν ὅλοι ἐκεῖνοι ποὺ παρευρίσκονταν ἐκεῖ πέρα κι ὁ καθένας ἀρχίνησε ν᾿ ἀποχαιρετᾶ τὴν Παναγία λέγοντας πρὸς αὐτὴν ἐγκώμια κι ὅλοι τους ἔπλεξαν διάφορα ἐγκώμια.

.......................................................

Τὸ σῶμα ἐκεῖνο, εὐλογημένοι χριστιανοί, γίνηκεν ἄφθαρτο κι ἀθάνατο, ὅπως κ᾿ ἡ ἁγιασμένη σάρκα τοῦ Κυρίου, κι ὅπως ὅλοι οἱ ἄνθρωποι μέλλουμε νὰ ἀπογίνουμε ἄφθαρτοι κατὰ τὴ Δεύτερη Παρουσία· πέθανε βέβαια καὶ θαῦμα δὲν εἶναι, γιατὶ ὡσὰν ἄνθρωπος πέθανε καὶ ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός· ὡστόσο γίνηκεν ἄφθαρτο, ὅπως καὶ ὁ Γυιός της, τὸ σῶμα ἐκεῖνο, κι ὅ,τι μέλλεται νὰ λάβουν οἱ δίκαιοι ὅταν θἄρθει ἡ μέρα γιὰ τὴν καθολικὴ ἀνάσταση, αὐτὸ εἶναι ποὺ ἔλαβε ἡ Παναγία νωρίτερα ἀπ᾿ αὐτὴ τὴ μέρα.

...................................................

Τὶς ἡμέρες λοιπὸν ἐκεῖνες τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου καθῆσαν οἱ ἀπόστολοι νὰ φᾶνε ὅπως γίνεται γιὰ παρηγοριὰ κατὰ τὴ συνήθεια καὶ τὴ στιγμὴ ποὺ κόβοντας τὸν ἄρτο ἐπήγασι νὰ προφέρουν τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, νὰ εἶσαι πάντοτε βοηθός μας» ὀλάξαφνα τοὺς φανερώθηκε ἀποπάνω τους ἡ Παναγία λαμπροφορώντας ὡσὰν ἥλιος καὶ τοὺς εἶπε· «Χαίρετε σεῖς, ὁποὺ μαζί σας εἶμαι ὅλες τὶς ἡμέρες»· κι ὅπως τὴν εἶδαν ἔτσι ὁλοζώντανη βοώντας ἀκούστηκαν οἱ ἀπόστολοι· «Παναγία Θεοτόκε, νὰ εἶσαι πάντοτε βοηθός μας»· καὶ τὴν ὥρα ἐκείνη ἀντιλήφτηκαν πὼς ἡ Παναγία βρίσκεται στοὺς οὐρανοὺς μαζὶ μὲ τὸ Γυιό της ζωντανὴ καὶ ὁλόσωμη.

Αὐτὴ τὴ γιορτὴ γιορτάζουμε, εὐλογημένοι χριστιανοί, αὐτὴ τὴ γιορτὴ πανηγυρίζουμε. Γι᾿ αὐτὸ ἂς εἴμαστε, ὅπως ἁρμόζει στοὺς πανηγυριστές, χαρούμενοι καὶ καθαροκάρδιοι.

Σάββατο, 14 Αυγούστου 2010

Σχόλια & ζωγραφική, ζωγράφοι: Χίλιες σκέψεις ποὺ κοιμόνταν στὰ βαριὰ τὰ ἐρέβη...

Ποιητές & ζωγράφοι, ζωγραφική, Έλληνες ζωγράφοι,


Γιάννης Σταύρου, Πορτρέτο νέας γυναίκας, λάδι σε καμβά

Χίλιες σκέψεις ποὺ κοιμόνταν στὰ βαριὰ τὰ ἐρέβη, ἐπιστρέφουν
-χρυσαλίδες ποὺ ἀστράφτουν, μὲ ὁρμὴ
τὰ γαλάζια καὶ ρὸζ σὰ μὲ γλάσο φτιαγμένα
φτερὰ τοὺς τινάζουν...

Ξεχασμένα αρώματα, αναμνήσεις, επιθυμίες...

Ποιητική μελαγχολία και δύναμη...

Υψηλή τέχνη...

Σαρλ Μπωντλαίρ


Το μικρό μπουκαλάκι

Σὰ σεντούκι ἀνοίξεις παλιό, ἀπ᾿ τὴν Ἀνατολὴ φερμένο
ποὺ ἡ κλειδαριά του μορφάζει, τρίζοντας φρικτὰ
κι ἀπ᾿ αὐτὸ ξεχυθοῦν, μύρια ἀρώματα βαριὰ ποὺ ζαλίζουν

ἢ σὲ σπιτιοῦ ἐρημωμένου ντουλάπα παμπάλαιη
Σκονισμένο καὶ μαῦρο ξεβιδώσεις μπουκαλάκι
κι ἀπ᾿ αὐτὸ ἀναπηδήσει μία ψυχὴ μὲ λαχτάρα νὰ ἐπιστρέψει

Χίλιες σκέψεις ποὺ κοιμόνταν στὰ βαριὰ τὰ ἐρέβη, ἐπιστρέφουν
-χρυσαλίδες ποὺ ἀστράφτουν, μὲ ὁρμὴ
τὰ γαλάζια καὶ ρὸζ σὰ μὲ γλάσο φτιαγμένα
φτερὰ τοὺς τινάζουν

ζαλισμένος τὰ μάτια σου κλείνεις
τὴ ψυχή σου ὁ ἴλιγγος νικημένη ἀδράχνει
μὲ ὁρμὴ τὴ σκουντᾶ σὲ βάραθρο μαῦρο
σκοτεινό, ἀπὸ ἀνθρώπινα μιάσματα γεμάτο

Στὴν ἄκρη τοῦ γκρεμοῦ τήνε σπρώχνει
κεῖ ὅπου ὁ Λάζαρος ζέων, τὸ σάβανό του
μὲ δύναμη σκίζει καὶ τὸ πτῶμα ξυπνᾶ
γοητευτικὸ μὰ καὶ πένθιμο, μιᾶς ἀγάπης παλιᾶς ξεχασμένης

Κι ἐγὼ ἔτσι, ὅταν θὰ ῾χω ἀπ᾿ τὴ μνήμη τῶν γύρω χαθεῖ
καὶ θὰ μ᾿ ἔχουν πετάξει ραγισμένο, εὐτελὲς μπουκαλάκι
στὴ γωνιὰ μιᾶς ἀπαίσιας ντουλάπας λυπημένο καὶ βρώμικο
θολό, σκονισμένο

Τὸ φέρετρό σου θὰ ῾χω γίνει ἀγαπημένη μου ἀνομία,
μάρτυς ολεθριας δύναμης ποὺ πάνω μου, κάποτε ἀσκοῦσες
προσφιλὲς δηλητήριο ἀπὸ ἀγγέλους φτιαγμένο
ἡδύποτο ποὺ μοῦ κατέτρωγε τὴ καρδιὰ καὶ τὸ αἷμα.

Παρασκευή, 13 Αυγούστου 2010

Σχόλια & σύγχρονοι ζωγράφοι, ζωγραφική: το καλοκαίρι να παραπέμπει στο ελληνικό τοπίο

Ποιητές & Έλληνες ζωγράφοι, ζωγραφική, σύγχρονοι ζωγράφοι


Γιάννης Σταύρου, Κόκκινα καράβια, λάδι σε καμβά

Το καλοκαίρι να παραπέμπει στο ελληνικό τοπίο, τη φύση, τους ποιητές και την τέχνη...

Ανατρέχουμε στις εικόνες, τις γεύσεις, τις μυρωδιές του χθές...

Μακριά από τις ορδές των παραθεριστών, από τη λεηλατημένη γη μας...

Η πάλη του όμορφου νέου με τη φύση...

Διονύσιος Σολωμός
Ο Πορφύρας

Kοντά ‘ναι το χρυσόφτερο και κατά δω γυρμένο,
π’ άφησε ξάφνου το κλαδί για του γιαλού την πέτρα
κι εκεί γρικά της θάλασσας και τ’ ουρανού τα κάλλη
κι εκεί τραβά τον ήχο του μ’ όλα τα μάγια πόχει.
Γλυκά ‘δεσε τη θάλασσα και την ερμιά του βράχου
κι α δεν είν’ ώρα για τ’ αστρί θε να συρθεί και νά ‘βγει.
(Xιλιάδες άστρα στο λουτρό μ’ εμέ να στείλ’ η νύχτα!).
Πουλί πουλάκι που λαλείς μ’ όλα τα μάγια πόχεις,
ευτυχισμός α δέν ειναι το θαύμα της φωνής σου,
καλό δεν άνθισε στη γη, στον ουρανό, κανένα.
Δεν το ‘λπιζα να ‘ν’ η ζωή μέγα καλό και πρώτο!
Aλλ’ αχ, αλλ’ αχ, να μπόρουνα σαν αστραπή να τρέξω,
ακόμ’, αφρέ μου, να βαστάς και να ‘μαι γυρισμένος
με δυο φιλιά της μάνας μου, με φούχτα γη της γης μου!».
Kι η φύσις όλη τού γελά και γένεται δική του.
Eλπίδα, τον αγκάλιασες και του κρυφομιλούσες
και του σφιχτόδεσες το νου μ’ όλα τα μάγια πόχεις.
Nιος κόσμος όμορφος παντού χαράς και καλοσύνης.

Aλλ’ απαντούν τα μάτια του τρανό θεριό πελάγου
κι αλιά, μακριά ‘ναι το σπαθί, μακριά ‘ναι το τουφέκι!
Kοντά ‘ν’ εκεί στο νιον ομπρός ο τίγρης του πελάγου•
αλλ’ όπως έσκισ’ εύκολα βαθιά νερά κι εβγήκε
κατά τον κάτασπρο λαιμό που λάμπει ωσάν τον κύκνο,
κατά το στήθος το πλατύ και το ξανθό κεφάλι,
έτσι κι ο νιος ελεύτερος, μ’ όλες τες δύναμές του,
της φύσης από τσ’ όμορφες και δυνατές αγκάλες,
οπού τον εγλυκόσφιγγε και του γλυκομιλούσε,
ευτύς ενώνει στο λευκό γυμνό κορμί π’ αστράφτει,
την τέχνη του κολυμπιστή και την ορμή της μάχης.
Πριν πάψ’ η μεγαλόψυχη πνοή χαρά γεμίζει:
Άστραψε φως κι εγνώρισεν ο νιος τον εαυτό του.

Aπομεινάρι θαυμαστό ερμιάς και μεγαλείου,
όμορφε ξένε και καλέ και στον ανθό της νιότης,
άμε και δέξου στο γιαλό του δυνατού την κλάψα.

Τετάρτη, 11 Αυγούστου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, ζωγραφική: Σε αφρούς κυμάτων...

Ποιητές & ζωγράφοι, σύγχρονοι ζωγράφοι, ζωγραφική


Γιάννης Σταύρου, Ένα καράβι, λάδι στο χαρτί

Η φύση, η θάλασσα, οι δροσοσταλίδες, οι μικρές και οι μεγάλες σκέψεις...

Ο θαυμαστός κόσμος της γιαπωνέζικης ποίησης...

Χαϊκού

Σέ ἀφρούς κυμάτων
τήν σκέψη μου ἄφησα
ν’ ἀργοπλανιέται

Πάντα προσδοκῶ
τοῦ ἀνέμου φουσκώματα
γιά τά πανιά μου

Πέταγμα γλάρου
σέ ἀφρισμένη θάλασσα
τό ταξίδι μου

---------------------

Κώστας Ιωάννου, Χαϊκού καί Κικό, Ἐκδόσεις Γαβριηλίδης

---------------------

Ποιος αδηφάγος
ζόφος του ασύλληπτου
ρουφά τον κόσμο;

Matsuo Basho (1644-1694)

σκηνή της άνοιξης

Λιμνούλα παλιά
ο βάτραχος στον ήχο
πηδά του νερού.

Yosa Buson
(1716-1783)

σκηνή της άνοιξης

Ανοιξιάτικη
θάλασσα. Ολημερίς
κύμα το κύμα.

Kobayashi Issa
(1763-1827)

σκηνή της άνοιξης

Έλα κοντά μου
μαζί με μένα παίξε
σπουργίτι ορφανό.

Chiyo-ni
(1703-1775)

σκηνή του φθινοπώρου

Θήρα του δράκου
που πετά. Μακρύτερα
σήμερα πήγε.

Masaoka Shiki
(1867-1902)

σκηνή του χειμώνα

Σκυλίσιο κορμί
πετάχτηκε χειμώνα
μές στο ποτάμι.

Takahama Kyoshi
(1874-1959)

σκηνή του καλοκαιριού

Το φίδι γλυστρά
μα τα μάτια με φθονούν
στα χόρτα κάτω.

---------------------

π Π. Καποδίστριας, Χαϊκού: Άσκηση γλυπτικής του λόγου

---------------------

άνοιξη:ένα
βουνό χωρίς όνομα
μες την ομίχλη.

διστάζει καθώς
βγαίνει απ' το μπουμπούκι
το μελισσάκι.

αχ. τρελακρίδα,
πρόσεχε μη σπάσεις τις
δροσοσταλίδες!

τόσο γέρος πια
δείχνω, να με τρυγάνε
και τα κουνούπια;

σκιά του πεύκου
σκιά της ταφόπετρας
κρύο φεγγάρι.

τύχη ο ζητιάνος!
γη κι ουρανός τον ντύνουν
για καλοκαίρι.

νύχτα κι ενώ σε
περιμένω αρχίζει
πάλι η βροχή.

οι άλλοι φεύγουν,
τα πυροτεχνήματα
τέλος σκοτάδι.

λίμνη - καθρέφτης
ξάφνου μια καταιγίδα
την αυλακώνει.

βάλτος κανένα
μονοπάτι, καδί ή
πουλί.. Νοέμβρης.

---------------------

132 Γιαπωνέζικα Χαϊκού, εισαγωγή-μετάφραση: Ρ. Θεοφανοπούλου. Εκδ. Πρόσπερος

Τρίτη, 10 Αυγούστου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, ζωγραφική: τὰ λουλούδια βαστοῦν μίαν ἄνοιξη μονάχα...

Ποίηση & ζωγραφική, ζωγράφοι, Έλληνες ζωγράφοι


Γιάννης Σταύρου, Ανθισμένες αμυγδαλιές, λάδι σε καμβά

Ολίγο φως και μακρινό...

Πόσο έχουμε ανάγκη από καθαρές, απλές, αισθητικές στιγμές...

Ο ποιητής Πέτρος Δήμας μεταφράζει κινέζικη ποίηση - δημιουργεί μια νέα εκδοχή αυθεντικής ποίησης...

Ταξιδεύοντας στην παλιά Κίνα με αγριόχηνες, ερωδιούς, λουλούδια...


Άνθρωποι και λουλούδια


Οἱ ἄνθρωποι λαχταρουν νὰ ζήσουν χίλια χρόνια,

τὰ λουλούδια βαστοῦν μίαν ἄνοιξη μονάχα.

Καὶ σὲ μία μέρα ἀκόμη μὲ βροχὴ κι ἀγέρα

μπορεῖ νὰ γίνουν σκόνη.

Ἃ ν τὰ λουλούδια θλιβουνται γι’ αὐτὸ ,

η θλίψη τους θὰ ξεπερνα

τὴν θλίψη τῶν ἀνθρώπων.

(Lou Kuei Meng IX αἰώνας)


Αγριόχηνα

Ὁ δρόμος εἶναι ἀτέλειωτος

ἀπ’ τὸ βορρᾶ στὸ νότο !

Χιλιάδες τεντωθήκανε

τόξα στὸ πέρασμά μας.

Ἀνάμεσα ἀπ’ τὸ βαθὺ καπνὸ

καὶ τὴν ὁμίχλη.

Ἄραγε πόσες ἀπό μας

θὰ φτάσουνε στὸ τέρμα

(Lu Kuei Meng ΙΧ αἰώνας)


Η Πυγολαμπίδα

Ἄνεμος φθινοπωρινός,

σελήνη τρυφερή.

Πετῶ μέσα στὸν ἴσκιο

τοῦ πλατάνου.

Ἂν ἤμουνα κι ἐγὼ

σὰν ὅλα τὰ ἔντομα,

θὰ μὲ ἀναγνώριζε κανεὶς

μὲς στὸ σκοτάδι

( Kuo Chen ΙΧ αἰώνας)


Ο Ερωδιός

Στὸν ἴσκιο ἀπὸ κυματιστὲς ἰτιές,

στὸ λοξὸ ἥλιο,

μὲς στὰ βαθιὰ γαλάζια νερά.

Μὴ θαυμάζεις τὴν κάτασπρη

στολή του:

Μάθε πὼς εἶναι

ἀχόρταγος γιὰ ψάρια !

( Lo Ying ΙΧ αἰώνας)


Ο Ερημίτης

Τὰ δέντρα κοίτα ποὺ φυτρώνουν στὴ ραχούλα :

Ἔχουν, καθένα, τὴ δικιά του τὴν καρδιά.

Τὰ πουλιὰ κοίτα ποὺ λαλοῦν μέσα στὸ δάσος :

Ἔχουν , καθένα , τὴ δικιά του τὴ λαλιά.

Τὰ ψάρια κοίτα ποὺ ἀνεβαίνουν τὸ ποτάμι :

Τὸ ‘νὰ σὰν κύμα ἀναπῆδα, τὸ ἄλλο βουτα.

Εἶναι τὸ ὕψος τῶν ὀρέων δυσθεώρητο,

ἀκαταμέτρητο τὸ βάθος τῶν νερῶν.

Εὔκολα βέπεις τὴν εἰκόνα τῶν πραγμάτων’

Δύσκολα βρίσκεις τὴν κρυμμένη τοὺς ἀρχή.

(Ho- Souen VI αἰώνας)



----------------------------------

"Ολίγο Φως και Μακρινό" Ανθολογία Κινέζικης Ποίησης, μετάφραση Πέτρος Δήμας, Εκδόσεις Γαβριηλίδης

Δευτέρα, 9 Αυγούστου 2010

Σχόλια & Έλληνες ζωγράφοι, ζωγραφική: Η μεγαλοσύνη που κλείνει το φλογισμένο μάτι του...

Ποιητές & ζωγράφοι, ζωγραφική, σύγχρονοι ζωγράφοι


Γιάννης Σταύρου, Κυριακάτικος περίπατος, Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά

Ο αδύναμος αρπάζει αυτό που 'χει κάνει ο δυνατός,
Ως ότου καταρρεύσει, ό,τι είχε ανυψωθεί
Κι η διαφωνία επικρατήσει της ομοφωνίας...

Γουίλιαμ Μπάτλερ Γέιτς

Αυτά Είναι Τα Σύννεφα

Αυτά είναι τα σύννεφα του Ήλιου που δύει,
Η μεγαλοσύνη που κλείνει το φλογισμένο μάτι του:

Ο αδύναμος αρπάζει αυτό που 'χει κάνει ο δυνατός,
Ως ότου καταρρεύσει, ό,τι είχε ανυψωθεί
Κι η διαφωνία επικρατήσει της ομοφωνίας,
Κι όλα τα πράγματα έχουν γίνει ίσα κι όμοια.
Κι επομένως, φίλε, αν η μεγάλη διαδρομή σου διανύθηκε,
κι όλα τούτα έτσι γίναν, τότε ακόμα πιότερο
αν έχεις κάνει τη μεγαλοσύνη σύντροφό σου,
τότε για τα μικρά παιδιά είναι που στενάζεις:

Αυτά είναι τα σύννεφα του Ήλιου που δύει,
Η μεγαλοσύνη που κλείνει το φλογισμένο μάτι του...


William Butler Yeats (1865-1939)

These Are The Clouds

These are the clouds about the fallen sun,
The majesty that shuts his burning eye:
The weak lay hand on what the strong has done,
Till that be tumbled that was lifted high
And discord follow upon unison,
And all things at one common level lie.
And therefore, friend, if your great race were run
And these things came, So much the more thereby
Have you made greatness your companion,
Although it be for children that you sigh:
These are the clouds about the fallen sun,
The majesty that shuts his burning eye.



Επιθυμεί Τα Υφάσματα Του Ουρανού

Αν είχα τα κεντημένα υφάσματα του ουρανού,
Καλοδουλεμένα με χρυσό κι ασημένιο φως,
Τα γαλάζια και τα μουντά και τα σκοτεινά υφάσματα
Της νύχτας και του φωτός και του ημίφωτος,
Θα τ' άπλωνα κάτω από τα πόδια σου...

Αλλά είμαι φτωχός κι έχω μονάχα τα όνειρά μου
Και τα όνειρά μου είναι αυτά που έχω απλώσει στα πόδια σου
Περπάτα απαλά, γιατί περπατάς επάνω στα όνειρά μου...

He Wishes For The Clothes Of Heaven

Had I the heavens' embroidered cloths,
Enwrought with golden and silver light,
The blue and the dim and the dark cloths
Of night and light and the half-light,
I would spread the cloths under your feet:
But I, being poor, have only my dreams;
I have spread my dreams under your feet;
Tread softly because you tread on my dreams.

Κυριακή, 8 Αυγούστου 2010

Σχόλια & ζωγραφική, Έλληνες ζωγράφοι: να πέσει μια μεγάλη βροχή...

Λογοτεχνία & ζωγραφική, ζωγράφοι, σύγχρονοι ζωγράφοι


Γιάννης Σταύρου, Μετά τη βροχή, λάδι σε καμβά

Με την ευχή:

Νά πέσει μια μεγάλη δυνατή βροχή στη Ρωσία - να σταματήσει αυτή η κόλαση της φωτιάς...

Ένα δίηγημα...

Άντον Τσέχωφ

Καημός


Σε ποιον να πω τον καημό μου; Σούρουπο. Το πυκνό νερόχιονο νωθρά κάνει κύκλους γύρω από τα φανάρια, που μόλις έχουν ανάψει, σχηματίζοντας ένα λεπτό, απαλό στρώμα στις στέγες, στα καπούλια των αλόγων, στα καπέλα των περαστικών. Ο αμαξάς Ιωνάς Ποτάποφ έχει γίνει κάτασπρος σαν φάντασμα. Έχει καμπουριάσει, όσο μπορεί να καμπουριάσει ζων σώμα και κάθεται στο κάθισμά του χωρίς να κινείται. Κι ολάκερη χιονοστιβάδα να έπεφτε πάνω του, ούτε και τότε δε θα 'βρισκε τη δύναμη που χρειάζεται για να τινάξει από πάνω του το χιόνι... Το αλογάκι του είναι κι αυτό κάτασπρο και στέκεται ακίνητο. Έτσι όπως στέκει ακίνητο, με το άχαρο σχήμα του και τα ίσια σαν μπαστούνια πόδια του, μοιάζει με φτηνό ζαχαρένιο αλογάκι. Όπως φαίνεται, είναι βυθισμένο σε σκέψεις. Το απέσπασαν από τ' αλέτρι, από τις συνηθισμένες γκρίζες εικόνες και το 'ριξαν εδώ, σ' αυτή τη δίνη τη γεμάτη από εκτυφλωτικά φώτα ακατάπαυστο θόρυβο κι ανθρώπους που τρέχουν. Ο Ιωνάς και το αλογάκι του έχουν πολλή ώρα να κουνηθούν από τη θέση τους. Βγήκαν από την αυλή πριν ακόμα ξημερώσει και το πρώτο αγώγι ακόμα δε φαίνεται πουθενά. Αλλά να, στη πόλη πέφτει η βραδινή καταχνιά. Το χλομό φως των φαναριών γίνεται πιο έντονο κι όλο δυναμώνει η φασαρία του δρόμου.


Η Μόσχα μέσα στους καπνούς...

-"Αμαξά, για τη συνοικία Βιμπόργκσκαγια!" ακούει ο Ιωνάς. "Αμαξά"! Ο Ιωνάς τινάζεται και πίσω από τις βλεφαρίδες, τις σκεπασμένες με χιόνι, διακρίνει έναν αξιωματικό με χλαίνη και κουκούλα. "Στη Βιμπόργκσκαγια!" ξαναφωνάζει ο στρατιωτικός. "Κοιμάσαι; Τί κάνεις λοιπόν; Στη Βιμπόργκσκαγια"! Σε απάντηση, ο Ιωνάς τραβάει τα χαλινάρια, έτσι που από τα καπούλια του αλόγου κι από τους ώμους του πέφτουνε στρώματα χιόνι... Ο αξιωματικός κάθεται στο έλκηθρο. Ο αμαξάς κροταλίζει με τα χείλη, τεντώνει μπροστά σα κύκνος το λαιμό, ανασηκώνεται πιότερο από συνήθεια παρά από ανάγκη και χτυπά με το καμουτσίκι στον αέρα. Το αλογάκι τεντώνει κι αυτό το λαιμό, στραβώνει τα πόδια του, που μοιάζουνε μπαστούνια και ξεκινά διστακτικά... -"Πού πας να χωθείς, διάβολε!" ακούγονται διάφορες φωνές από τη σκούρα μάζα των περαστικών, που κινούνται προς κάθε κατεύθυνση. "Πού στο διάβολο πας; Κράτα δεξιά"! -"Εσύ ούτε να οδηγήσεις δε ξέρεις! Κράτα δεξιά!" θυμώνει κι ο αξιωματικός. Ο αμαξάς βρίζει, ένας περαστικός τον κοιτά με άγριες διαθέσεις, ενώ τινάζει από το μανίκι το χιόνι που 'πεσε πάνω του όταν, διασχίζοντας το δρόμο, ακούμπησε με τον ώμο του τη μούρη του αλόγου. Ο Ιωνάς στριφογυρίζει στο κάθισμα της άμαξας σα να κάθεται σε καρφιά, χτυπάει τους αγκώνες του στα πλευρά του και κοιτάζει σαν ηλίθιος, σα να μη καταλαβαίνει πού βρίσκεται και για ποιό λόγο είναι κει. -"Τί παλιάνθρωποι που είναι όλοι!" κοροϊδεύει ο αξιωματικός. "Προσπαθούν να πέσουν επάνω σου ή πάνω στη μούρη του αλόγου. Είναι συνεννοημένοι". Ο Ιωνάς κοιτάζει πίσω τον επιβάτη και κουνά τα χείλη... Θέλει, όπως φαίνεται, να πει κάτι, αλλ' από το λάρυγγα δε βγαίνει τίποτα, εκτός από ένα βραχνό ήχο. "Τι;" ρωτά ο αξιωματικός. Ο Ιωνάς στραβώνει το στόμα προσπαθώντας να χαμογελάσει, σφίγγεται για ν' ανοίξει ο λαιμός του και να μιλήσει, αλλά και πάλι μόνο βραχνιασμένα καταφέρνει να πει: -"Ξέρετε, αφέντη, να... πέθανε ο γιος μου τούτη τη βδομάδα". -"Χμμ!... Κι από τι πέθανε"; Γυρίζει με όλο του το σώμα προς τον επιβάτη και λέει: -"Και ποιός το ξέρει! Φαίνεται από θέρμες... Τρεις μέρες ήτανε στο νοσοκομείο και πέθανε... Θέλημα Θεού". -"Στρίψε, διάβολε!" ακούγεται μια φωνή στο σκοτάδι. "Έπεσες επάνω μου, τί κάνεις λοιπόν, γέρικο μαντρόσκυλο; 'Ανοιξε τα γκαβά σου"! -"Προχώρα, προχώρα..." λέει ο επιβάτης. "Έτσι όπως πάμε, ούτ' αύριο δε θα φτάσουμε. Βιάσου, λοιπόν"! Ο αμαξάς τεντώνει πάλι το λαιμό, ανασηκώνεται και μ' επιδέξια και χαριτωμένη κίνηση χτυπά με το μαστίγιο το άλογο. Ύστερα κοιτά κάμποσες φορές πίσω τον επιβάτη, όμως αυτός έχει κλείσει τα μάτια κι όπως φαίνεται, δεν έχει διάθεση ν' ακούσει. Αφού τον πήγε στη Βιμπόργκσκαγια, σταματά κοντά σε μια ταβέρνα, καμπουριάζει στο κάθισμα και μένει έτσι εκεί χωρίς να σαλεύει... Το νερόχιονο πάλι τον χρωματίζει άσπρο, αυτόν και το αλογάκι. Περνά μια ώρα, άλλη μια... Τρεις νεαροί περπατούνε στο πεζοδρόμιο, χτυπώντας τις γαλότσες τους και καβγαδίζουν. Οι δυο είναι ψηλοί κι αδύνατοι, ο τρίτος κοντός και καμπούρης. -"Αμαξά, στη γέφυρα της αστυνομίας!" φωνάζει με τρεμουλιαστή φωνή ο καμπούρης. "Είμαστε τρεις, θα μας πας με είκοσι καπίκια"! Ο Ιωνάς τραβάει τα γκέμια και πλαταγίζει τα χείλη του... Είκοσι καπίκια δεν είναι καλή τιμή για το αγώι, αλλά κείνον πια δεν τον νοιάζει η τιμή... Τί ένα ρούβλι, τί πέντε καπίκια -τώρα πια του είναι αδιάφορο, φτάνει μόνο να έχει αγώι... Οι νεαροί, σπρώχνοντας και βρίζοντας, ζυγώνουν στο έλκηθρο και κάθονται κι οι τρεις μαζί στο κάθισμα. Αρχίζουν να μαλώνουν: ποιοι θα καθίσουν και ποιος θα στέκεται όρθιος; Μετά από πολύωρο καβγά, καπρίτσια και κατηγόριες, καταλήγουν στ' ότι πρέπει να στέκεται όρθιος ο καμπούρης, σαν πιο κοντός. -"Λοιπόν ξεκίνα!" στριγκλίζει ο καμπούρης όρθιος ανασαίνοντας στο σβέρκο του Ιωνά. "Χτύπα! Φοράς βλέπω καπέλο αδερφάκι! Χειρότερο σ' ολάκερη τη Πετρούπολη δε θα βρεις..." -"Χι, χι... χι, χι", χαχανίζει ο Ιωνάς. "Ό, τι έχει ο καθείς φορά..." -"Λοιπόν, εκείνο που έχεις... 'Αντε, πιο γρήγορα! Έτσι θα πας σ' όλο το δρόμο; Ναι; Θέλεις να σου δώσω καμιά"; -"Το κεφάλι μου πάει να σπάσει...", λέει ο ένας από τους ψηλούς. "Χτες στους Ντουκμάσοφ οι δυο μας με το Βάσκα ήπιαμε τέσσερις μποτίλιες κονιάκ". -"Δε καταλαβαίνω γιατί λες ψέματα!" θυμώνει ο άλλος ψηλός. "Όλο ψευτιές λες". -"Να με τιμωρήσει ο Θεός αν λέω ψέματα, αλήθεια λέω..." -"Αυτό λοιπόν είναι τόσο αληθινό όσο το ότι η ψείρα βήχει".

-"Χι, χι!" ψευτογελά ειρωνικά ο Ιωνάς. "Κεφάτοι οι κύριοι"! -"Φτου, να σε πάρει ο διάβολος!" θυμώνει ο καμπούρης. "Θα τρέξεις πιο γρήγορα, παλιόγερε, ή όχι; Έτσι θα πάμε; Χτύπα το λίγο με το καμτσίκι! Μπρος, πού να πάρει ο διάβολος! Πιο δυνατά χτύπα το"! Ο Ιωνάς νιώθει πίσω απ' τη πλάτη του τον καμπούρη να στριφογυρίζει και τον ακούει να βρίζει με τρεμουλιαστή φωνή, βλέπει τους ανθρώπους στο δρόμο και το αίσθημα της μοναξιάς αρχίζει σιγά-σιγά να γίνεται πιο ελαφρύ. Ο καμπούρης βρίζει, μέχρι που πνίγεται από το επιτηδευμένο ατελείωτο βρισίδι και τονε πιάνει βήχας. Οι δύο ψηλοί αρχίζουν να μιλάνε για κάποια Ναντιέζντα Πετρόβνα. Ο Ιωνάς τους κοιτάζει. Ύστερα από μια μικρή παύση, τους κοιτάζει ακόμα μια φορά και μουρμουρίζει: -"Αυτή τη βδομάδα... να, δηλαδή... πέθανε ο γιος μου"! -"Όλοι θα πεθάνουμε..." αναστενάζει ο καμπούρης σκουπίζοντας τα χείλη ύστερα από το βήχα. "Λοιπόν, τρέξε, τρέξε! Κύριοι, εγώ δεν μπορώ άλλο να πηγαίνω έτσι. Πότε, επιτέλους, θα μας πάει τούτος στον προορισμό μας"; -"Τσίγκλισέ το λίγο κι εσύ πιο δυνατά, ξέρεις... στο σβέρκο"! -"Παλιόγερε, τ' ακούς; Λοιπόν, θα σε τρυπήσω στο σβέρκο!... Με τον αδερφό σου να κάνεις τσιριμόνιες, έτσι και με τα πόδια πηγαίναμε! Ακούς, παλιόμουτρο ή αψηφάς τα λόγια μας"; Κι ο Ιωνάς περισσότερο άκουσε, παρά ένιωσε, το χτύπο της καρπαζάς στο σβέρκο! -"Χι, χι", γελά. "Τί διασκεδαστικοί κύριοι... Ο Θεός να σας δίνει χρόνια"! -"Αμαξά, είσαι παντρεμένος;" ρωτά ο ένας ψηλός. -"Εγώ, ναι! Χι, χι... Τί διασκεδαστικοί κύριοι! Τώρα έχω γυναίκα... τη μαύρη γη. Χι, χο, χο... Ένα μνήμα υπάρχει! Πέθανε ο γιος μου κι εγώ είμαι ζωντανός... Παράξενη υπόθεση, ο θάνατος έκανε λάθος στη πόρτα... Αντί να 'ρθει σε μένα, πήγε στο γιο..." Κι ο Ιωνάς στρέφεται για να διηγηθεί με ποιο τρόπο πέθανε ο γιος του, αλλά κείνη τη στιγμή ο καμπούρης αναστενάζει ελαφρά και δηλώνει ότι, δόξα τω Θεώ, επιτέλους έφτασαν. Αφού πήρε τα είκοσι καπίκια, ο Ιωνάς για κάμποση ώρα κοιτάζει τους γλεντζέδες, που χάνονται πίσω από μια σκοτεινή είσοδο. Είναι πάλι μονάχος και ξαναγίνεται ησυχία... Ο καημός, που είχε για λίγο μετριαστεί, ξανάρχεται πάλι και του πιέζει το στήθος με μεγαλύτερη δύναμη. Τα μάτια του Ιωνά μ' ανησυχία ψάχνουνε βασανιστικά ανάμεσα στο πλήθος που πηγαινοέρχεται στις δυο πλευρές του δρόμου. Δε θα βρεθεί, λοιπόν, μέσα σ' αυτές τις χιλιάδες τους ανθρώπους έστω κι ένας που να θέλει να τον ακούσει με προσοχή; Αλλά οι άνθρωποι τρέχουν, χωρίς να προσέχουν ούτε αυτόν ούτε τον πόνο του... Ο πόνος του είναι πολύ μεγάλος, δεν έχει όρια. Αν έσπαζε το στήθος του Ιωνά και ξεχυνόταν από μέσα του ο πόνος, του φαίνεται ότι θα πλημμύριζε όλο τον κόσμο. Όμως κανένας δεν τον βλέπει. Έχει χωθεί μέσα σ' ένα τόσο μικροσκοπικό κέλυφος, που δε μπορείς να το δεις ούτε στο φως της ημέρας. Ο Ιωνάς βλέπει έναν πορτιέρη που κουβαλά ένα σακί κι αποφασίζει να πιάσει κουβέντα μαζί του. -"Φίλε, τι ώρα είναι τώρα;" ρωτά. -"Δέκα... Γιατί σταμάτησες εδώ; Πήγαινε παραπέρα"!

Ο Ιωνάς πηγαίνει μερικά βήματα πιο πέρα, σκύβει όσο γίνεται πιότερο και παραδίνεται στον καημό του... Το θεωρεί πια ανώφελο να μιλήσει στους ανθρώπους. Αλλά δεν περνούν ούτε πέντε λεπτά και τεντώνεται, τινάζει το κεφάλι, σα να 'νιωσε δυνατό πόνο, και τραβά τα γκέμια... Δεν αντέχει άλλο. "Πίσω στην αυλή", σκέφτεται. "Στην αυλή!" Κι η φοραδίτσα, σα να κατάλαβε τη σκέψη του, άρχισε να τρέχει με τροχασμό... Μετά μιάμιση ώρα ο Ιωνάς κάθεται σ' ένα μεγάλο βρόμικο πατάρι, πάνω από τη σόμπα. Το πάτωμα κι οι πάγκοι είναι γεμάτοι ανθρώπους που ροχαλίζουν. Η ατμόσφαιρα είναι αποπνικτική, τούφες καπνού ανεβαίνουν προς το ταβάνι. Ο Ιωνάς κοιτά τους κοιμισμένους, ξύνεται και λυπάται που γύρισε τόσο νωρίς... "Ούτε για βρόμη δεν κάνουν αυτά που κονόμησα", σκέφτεται. "Απ' αυτό είναι ο καημός. Ο άνθρωπος που ξέρει τη δουλειά του... που είναι κι ο ίδιος χορτάτος και τ' άλογο χορτάτο, είναι πάντα ήσυχος..." Από μια γωνιά σηκώνεται ένας νεαρός αμαξάς, κάτι μουρμουρίζει νυσταγμένα και κατευθύνεται προς τον κάδο με το νερό.

-"Διψάς;" ρωτά ο Ιωνάς. -"Έτσι φαίνεται"! -"Έτσι... Στην υγειά σου... Είχα κι εγώ ένα γιο, φίλε και πέθανε... Τ' άκουσες πουθενά; Αυτή τη βδομάδα, στο νοσοκομείο... Είναι μεγάλη ιστορία"! Ο Ιωνάς κοιτάζει τι εντύπωση έκαναν τα λόγια του, αλλά δε βλέπει τίποτα. Ο νεαρός σκεπάζεται ως το κεφάλι και ξανακοιμάται. Ο γέρος αναστενάζει και ξύνεται... Όπως ο νεαρός διψούσε για νερό, έτσι κι αυτός διψάει για κουβέντα. Σε λίγο θα συμπληρωθεί μια βδομάδα από τότε που πέθανε ο γιος του κι αυτός δε μπόρεσε να μιλήσει με κανέναν... Αισθάνεται την ανάγκη να μιλήσει καθαρά, να τα πει όλα όπως έγιναν... Πρέπει να διηγηθεί πώς αρρώστησε ο γιος του, πώς βασανίστηκε, τι έλεγε πριν πεθάνει, πώς πέθανε... Πρέπει να πει πώς έγινε η κηδεία και πώς πήγε στο νοσοκομείο για να πάρει τα ρούχα του συχωρεμένου. Στο χωριό έμεινε η κορούλα του Ανίσια... Και γι' αυτή πρέπει να μιλήσει... Είναι, λοιπόν, λίγα αυτά που 'χει να πει; Όποιος τον ακούσει πρέπει έπειτα να βογκά, ν' αναστενάζει, να κλαίει... Ακόμα και με γυναίκες να μιλούσε, θα 'τανε καλύτερα. Αυτές, αν κι είναι λιγόμυαλες, όμως κλαίνε γοερά απ' τις πρώτες λέξεις. "Ας πάω να δω το άλογο", σκέφτεται. "Να κοιμηθείς πάντα προφταίνεις... Σίγουρα θα χορτάσω ύπνο". Ντύνεται και πάει στο στάβλο, όπου βρίσκεται το άλογο του. Σκέφτεται τη βρόμη, το σανό, τον καιρό... Για το γιο, όταν είναι μόνος, δε μπορεί να σκέφτεται... Να μιλήσει με κάποιον γι' αυτόν μπορεί, αλλά ο ίδιος να τονε σκέφτεται και να φέρνει στο μυαλό την εικόνα του, του είναι αβάσταχτο... -"Μασάς;" ρωτά ο Ιωνάς το άλογό του, βλέποντας τα γυαλιστερά του μάτια. "Λοιπόν, μάσα, μάσα... Αφού δε βγάλαμε λεφτά ν' αγοράσουμε βρόμη, θα φάμε σανό... Ναι... Γέρασα πια για να κάνω κούρσες με την άμαξα... Ο γιος μου έπρεπε να τις κάνει κι όχι εγώ... Ήτανε πραγματικός αμαξάς... Να ζούσε μόνο..." Ο Ιωνάς σωπαίνει για κάμποσο κι έπειτα συνεχίζει: "Έτσι, λοιπόν, αδερφούλα, φοραδίτσα... Δεν υπάρχει πια ο Κοσμάς Ιόνιτς... Μας άφησε χρόνους... Πέθανε άδικα... Τώρα, ας πούμε πως έχεις ένα πουλαράκι κι εσύ είσαι η αγαπημένη του μητέρα... και ξαφνικά, ας πούμε, αυτό το μοναδικό πουλαράκι μας αφήνει χρόνους... Δε θα 'τανε πραγματικά λυπηρό"; Η φοραδίτσα μασά, ακούει κι ανασαίνει μες στα χέρια του αφεντικού της. Ο Ιωνάς συναρπάζεται και της τα διηγείται όλα...