t


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες

Κυριακή, 31 Μαΐου 2015

καραβιών σκιές...

Δε φτάνουν
τα σχέδια φυγής
καραβιών σκιές
στις απόμερες γωνιές των παραμυθιών... 


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Καράβια στον ορίζοντα, λάδι σε χαρτί

Κατερίνα Αγγελάκη -Ρουκ
Αγαπημένο, ΙΙ

Τη μέρα της βάφτισης
μου υποσχέθηκαν
καλή λαμπάδα στον ουρανό
με τα σύννεφα και τους αγγέλους.

Πόνος τα ζώα χωρίς τροφή
στα νυχτερινά χαντάκια
να προσεύχονται στο φεγγάρι

Δε φτάνει ο έρωτας
άνεμος ανεπίστρεπτος
έρχεται ανώνυμος
στις ευωδιασμένες στέγες, στους αγρούς
εγκαθίσταται
συνεσταλμένος αυτοκράτορας
ειρηνικής βίας.
Δε φτάνουν
τα σχέδια φυγής
καραβιών σκιές
στις απόμερες γωνιές των παραμυθιών
σεμνοί σταθμοί
ευκάλυπτοι και βαγόνια
π' αγγίζουν τα νερά ως τα καΐκια.
Δε φτάνουν
οι φωνές τραγουδιστών
γέννα της φωτιάς
και της καλής τρέλας
δε φτάνουν
οι πράξεις που επαναλαμβάνονται:

ελεημοσύνη, μελέτη
στα γνωστά εργαστήρια
ο φόβος, η λιποψυχία των γενναίων
οι κινήσεις της οργής
τα χτίσματα της φαντασίας και του πλούτου
η τακτική επιστροφή της νύχτας.

Αγαπημένο, ΙΙΙ
Θέλω να γράψω ένα ποίημα

Θέλω να γράψω ένα ποίημα για τη μοίρα
γιατί αυτή οδηγεί τη χειράμαξα με το ποίημα.
Αυτή εκπαιδεύει
και ξαφνικά γνωρίζουμε
τα φυτά απ' τις κρυφές εκκρίσεις τους
τα πουλιά από την άλλη τους λαλιά
την ψυχή από τη μουγκή της την κραυγή.
Η μοίρα μάς μαθαίνει
πώς να υπακούμε
στο διαφορετικό πρόσταγμα
της κάθε σάρκας
και πώς οι ανατριχίλες στο δέρμα εκείνου υψώνονται
σελίδες αφηνιασμένες.
Όχι το ταλέντο
αλλά οι άπειρες συμπτώσεις
άφησαν να πέσει στο χώμα
ώριμος καρπός το ποίημα

Θα 'θελα να γράψω ένα ποίημα εμπνευσμένο
αλλά η μοίρα σαν να μην οδηγεί πια.

Ποιητικό υστερόγραφο

Τα ποιήματα δεν μπορούν πια
να 'ναι ωραία
αφού η αλήθεια έχει ασχημύνει.
Η πείρα είναι τώρα
το μόνο σώμα των ποιημάτων
κι όσο η πείρα πλουταίνει
τόσο το ποίημα τρέφεται και ίσως δυναμώσει.
Πονάν τα γόνατά μου
και την Ποίηση δεν μπορώ πια να προσκυνήσω,
μόνο τις έμπειρες πληγές μου
μπορώ να της χαρίσω.
Τα επίθετα μαράθηκαν
όνο με τις φαντασιώσεις μου
μπορώ τώρα την Ποίηση να διανθίσω.
Όμως πάντα θα την υπηρετώ
όσο βέβαια εκείνη με θέλει
γιατί μόνο αυτή με κάνει λίγο να ξεχνώ
τον κλειστό ορίζοντα του μέλλοντός μου.

Σάββατο, 30 Μαΐου 2015

Αρνούμαι το δικαίωμα στο Δόγμα να δικαιολογεί τα εγκλήματα...

Τα λόγια μου είναι ισοδύναμα με διαμαρτυρία. Αρνούμαι το δικαίωμα στο Δόγμα να δικαιολογεί τα εγκλήματα που έγιναν στο όνομά του. Στον σύγχρονο άνθρωπο που λησμονεί πόσο άθλιος είναι σε σύγκριση με αυτό που μπορεί να είναι, αρνούμαι το δικαίωμα να κρίνει το μέλλον και το παρελθόν με τα δικά του μέτρα…
Τσέσλαβ Μίλος

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Πράσινα μήλα με μαχαίρι, λάδι σε καμβά

Τσέσλαβ Μίλος
Συμβουλή

Ναι, είν’ αλήθεια το τοπίο άλλαξε λιγάκι.
Εκεί που ήταν δάση, τώρα φυτρώνουν αχλαδιές
τα εργοστάσια,
οι δεξαμενές.
Κοντά στου ποταμού τις εκβολές κρατάμε τη μύτη μας.
Το ρεύμα σέρνει χλώριο, πετρέλαιο κι ενώσεις
μεθυλίου,
Χωρίς να αναφέρουμε τα υποπροϊόντα των Βιβλίων της Αφαίρεσης:
Κόπρανα, κατρουλιά και πεθαμένο σπέρμα.
Στη θάλασσα, μια τεράστια κηλίδα τεχνητού χρώματος δηλητηριάζει
τα ψάρια.
Κι η ακρογιαλιά, σκεπασμένη άλλοτε από βούρλα,
σκουριάζει τώρα με σπασμένες μηχανές, αποκαϊδια, τούβλα.
Στους παλιούς ποιητές διαβάζαμε την ευωδιά της γης
και τις ακρίδες. Τώρα παρακάμπτουμε τους αγρούς:
Πέρνα, όσο πιο γρήγορα μπορείς, μέσ’ από τη χημική ζώνη των καλ-
λιεργητών.
Έντομα και πουλιά εξαφανίζονται. Πέρα μακριά
ένας βαριεστημένος άντρας
σέρνει με το τρακτέρ του σκόνη, μιαν ομπρέλα κόντρα στον ήλιο.
Ρωτάω: Τι νοσταλγούμε; Μια τίγρη; Έναν καρχαρία;
Φκιάσαμε μια δεύτερη Φύση κατ’ εικόνα της πρώτης
για να μην πιστέψουμε πως ζούμε στον Παράδεισο.
Πιθανόν, λοιπόν, σαν ξύπνησε ο Αδάμ στον κήπο
τα θεριά γλείφανε τον αέρα και χασμουριόνταν φιλικά
τα μυτερά τους δόντια κι ουρές τους μαστιγώνοντας τα πισινά τους
ήταν απλώς συμβολικά, κι ο κοκκινοράχης αϊτομάχος
που αργότερα, πολύ αργότερα, ονομάστηκε Lanius Collurio,
δεν παλούκωνε τις κάμπιες στ’ αγκάθια της τσαπουρνιάς.
Πάντως ό,τι γνωρίζουμε για τη Φύση, εκτός εκείνης της στιγμής
δεν είναι υπέρ αυτής. Διόλου χειρότερη δεν είναι η δική μας.
Παρακαλώ, λοιπόν, τέρμα οι θρηνωδίες.

Τραγούδι για το τέλος του κόσμου

Τη μέρα που τελειώνει ο κόσμος
Μια μέλισσα τριγυρίζει ένα τριφύλλι,
Ένας ψαράς ματίζει δίχτυ αστραφτερό.
Χαρούμενα δελφίνια πηδούν στη θάλασσα,
Δίπλα στο λούκι της βροχής νεαρά σπουργίτια παίζουν
Και του φιδιού το δέρμα είναι χρυσό - όπως θα 'πρεπε πάντα να 'ναι.

Τη μέρα που τελειώνει ο κόσμος
Γυναίκες με ομπρέλες περπατούν στους κάμπους
Τον μεθυσμένο  ο ύπνος παίρνει στο γρασίδι,
Πλανόδιοι μανάβηδες φωνάζουνε στον δρόμο
Και μια βάρκα με κίτρινο πανί πλησιάζει στο νησί,
Η φωνή ενός βιολιού κρατάει στον αέρα
και φέρνει μια νυχτιά γεμάτη αστέρια.

Κι εκείνοι που περίμεναν βροντές και αστραπές
Απογοητεύονται.
Κι εκείνοι που περίμεναν σημάδια κι αρχαγγέλων σάλπιγγες
Δεν το πιστεύουν πως τώρα γίνεται.
Όσο ο ήλιος και το φεγγάρι είναι από πάνω,
Όσο ο μπάμπουρας κάθεται στο τριαντάφυλλο
Όσο γεννιούνται ρόδινα μωρά
Κανένας δεν πιστεύει πως τώρα γίνεται.

Μόνο ένας γέρος ασπρομάλλης, που θα 'τανε προφήτης,
Μα που δεν είναι προφήτης, για δεν του περισσεύει χρόνος,
Λέει και ξαναλέει καθώς τις ντοματιές του δένει:
Δεν θα υπάρξει άλλο του κόσμου τέλος,
Δεν θα υπάρξει άλλο του κόσμου τέλος.

Βαρσοβία, 1944
(Μετ. Παναγιώτης Αλεξανδρίδης)

Αποφθέγματα

*
Τα λόγια μου είναι ισοδύναμα με διαμαρτυρία. Αρνούμαι το δικαίωμα στο Δόγμα να δικαιολογεί τα εγκλήματα που έγιναν στο όνομά του. Στον σύγχρονο άνθρωπο που λησμονεί πόσο άθλιος είναι σε σύγκριση με αυτό που μπορεί να είναι, αρνούμαι το δικαίωμα να κρίνει το μέλλον και το παρελθόν με τα δικά του μέτρα…

* 
Ίσως αυτό δεν είναι ποίημα αλλά θα πω τουλάχιστον ό,τι νιώθω. Τώρα που πραγματικά χρειάζεται μια επανάσταση όσοι υπήρξαν ένθερμοι οπαδοί της αδιαφορούν. Την ώρα που η χώρα δολοφονείται και βιάζεται η Ευρώπη αντί ν’ ανταποκριθεί στις εκκλήσεις για βοήθεια χασμουριέται. Ενώ οι πολιτικοί επιλέγουν την αθλιότητα, καμιά φωνή δεν τολμάει να τη στιγματίσει. Η εξέγερση των νέων που ζητούσαν έναν νέο κόσμο ήταν απάτη, η γενιά εκείνη υπέγραψε τη θανατική της καταδίκη. Ακούει με απάθεια τις κραυγές όσων χάνονται, αφού δεν είναι παρά βάρβαροι που αλληλοσφάζονται.

Παρασκευή, 29 Μαΐου 2015

Κανείς δε θα γλιτώσει απ' την κατεύθυνση του ανθρώπου...

Δάση του ανθρώπινου μυαλού πριν γίνετε μαύρη πέτρα,
εξιστορήστε τώρα εσείς
τη στάχτη του πάθους
που δέχτηκε την απαγόρευση σε μια αυτογνωσία...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Σε μαύρα νερά, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Δημήτρης Δημητριάδης
Κατάλογοι. 9
Ήταν αιώνες θλιβεροί πνιγμένοι στην απάτη...
(απόσπασμα)

Ήταν αιώνες θλιβεροί πνιγμένοι στην απάτη∙
το πιο ακραίο βδέλυγμα το βάφτιζαν αχάτη∙
ακολουθούσαν οι λαοί σα να 'βλεπαν το φως τους
ενώ τους οδηγούσε ο χυδαίος εαυτός τους
που αδίστακτοι δημαγωγοί τον έστηναν μνημείο
για να λατρεύουν σαν ναό το απέραντο πορνείο
όπου είχε ενθρονιστεί Μεγάλη Πόρνη η Γλώσσα
που ρημαγμένη ρόγχαζε σαν στερεμένη κλώσα,
ανήμπορη απ' τη φύση της ν' αντισταθεί στην βία
που ασκούσαν μες στη μήτρα της δημόσια θηρία∙
η γλώσσα ήταν το όργανο κι ο στόχος μιας οχείας∙
μέσα στον στείρο πυρετό μιας μαύρης ευωχίας
μες σε κραυγές παράφορης κι άφατης απληστίας
παιζόταν το Μυστήριο μιας έμμονης ληστείας
με συνεργούς και μέτοχους αφηνιασμένα πλήθη
που η ψυχή τους άρχιζε και τέλειωνε στην λήθη,
κι αρχιερείς κάποιες φρικτά αντεστραμμένες φάτσες
που έκρυβαν στρεβλές προκατακλυσμιαίες ράτσες,
φύλα ανθρώπων ισχυρά στον κόσμο της κραιπάλης
ανένδοτα στο γήπεδο της κερδοφόρας πάλης
χωρίς κανέναν δισταγμό στον διασυρμό οσίων
για την ικανοποίηση σχεδίων ανοσίων
που λέξεις τα συγκάλυπταν με πέπλα ασφαλείας
για να κρατιέται μυστικό το απόθεμα της λείας
και να πλανώνται οι λαοί που γνώριζαν την πλάνη
και στήριζαν το σχέδιο που 'χαν οι λαοπλάνοι.

Κατάλογοι. 2
Κανείς δε θα γλιτώσει
(απόσπασμα)

Κανείς δε θα γλιτώσει από το διωγμό του λάθους
γιατί το λάθος είναι ο διωγμός
κι ο διωγμός η κατεύθυνση του ανθρώπου.
Κανείς δε θα γλιτώσει απ' την κατεύθυνση του ανθρώπου.
Ο άνθρωπος είναι η κατεύθυνση του ανθρώπου
κι αυτό δεν έχει παρηγοριά. Καθετί που έρχεται,
δε φέρνει την παρηγοριά, φέρνει την κατεύθυνση του ανθρώπου,
και ο άνθρωπος δε θα γλιτώσει ποτέ απ' τον άνθρωπο.
Γιατί ο άνθρωπος είναι το λάθος του ανθρώπου.
Όποιος επιχειρήσει να βγει απ΄το λάθος,
θα εισχωρήσει βαθύτερα μέσα στο λάθος,
κι όποιος επιχειρήσει να διώξει το λάθος,
θα διώξει τον άνθρωπο εισχωρώντας βαθύτερα μέσα στον άνθρωπο.
Γιατί όποιος επιχειρήσει να βγει απ' το λάθος,
θα διώξει τον εαυτό του στο πρόσωπο του άλλου,
μέσα στη λάσπη και στα βρεμένα δέντρα,
από πλανήτη σε πλανήτη.

Δάση του ανθρώπινου μυαλού πριν γίνετε μαύρη πέτρα,
εξιστορήστε τώρα εσείς
τη στάχτη του πάθους
που δέχτηκε την απαγόρευση σε μια αυτογνωσία.

Πέμπτη, 28 Μαΐου 2015

Ω Ελλάς ηρώων χώρα τι γαϊδάρους βγάζεις τώρα...

Σπαθί αντίληψη, μυαλό ξεφτέρι,
κάτι μισόμαθε κι όλα τα ξέρει.
Κι από προσπάππου κι από παππού
συγχρόνως μπούφος και αλεπού...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Φρανσίσκο Γκόγια, Έτσι ήταν κι ο παππούς του,  χαρακτικό

Γεώργιος Σουρής

Ποιος είδε κράτος λιγοστό
σ' όλη τη γη μοναδικό,
εκατό να εξοδεύει
και πενήντα να μαζεύει;

Να τρέφει όλους τους αργούς,
νά 'χει επτά Πρωθυπουργούς,
ταμείο δίχως χρήματα
και δόξης τόσα μνήματα;

Νά 'χει κλητήρες για φρουρά
και να σε κλέβουν φανερά,
κι ενώ αυτοί σε κλέβουνε
τον κλέφτη να γυρεύουνε;
*
Όλα σ' αυτή τη γη μασκαρευτήκαν
ονείρατα, ελπίδες και σκοποί,
οι μούρες μας μουτσούνες εγινήκαν
δεν ξέρομε τί λέγεται ντροπή.
*
Σπαθί αντίληψη, μυαλό ξεφτέρι,
κάτι μισόμαθε κι όλα τα ξέρει.
Κι από προσπάππου κι από παππού
συγχρόνως μπούφος και αλεπού.

Θέλει ακόμα  -κι αυτό είναι ωραίο-
να παριστάνει τον ευρωπαίο.
Στα δυό φορώντας τα πόδια που 'χει
στο 'να λουστρίνι, στ' άλλο τσαρούχι.
*
Σουλούπι, μπόϊ, μικρομεσαίο,
ύφος του γόη, ψευτομοιραίο.
Λίγο κατσούφης, λίγο γκρινιάρης,
λίγο μαγκούφης, λίγο μουρντάρης.
Σπαθί αντίληψη, μυαλό ξεφτέρι,
κάτι μισόμαθε κι όλα τα ξέρει.
Κι από προσπάππου κι από παππού
συγχρόνως μπούφος και αλεπού.
*
Και ψωμοτύρι και για καφέ
το «δε βαρυέσαι» κι «ωχ αδερφέ».
Ωσάν πολίτης, σκυφτός ραγιάς
σαν πιάσει πόστο: δερβέναγάς.

Θέλει ακόμα -κι αυτό είναι ωραίο-
να παριστάνει τον ευρωπαίο.
Στα δυο φορώντας τα πόδια πού'χει
στό'να λουστρίνι, στ'άλλο τσαρούχι.
*
Δυστυχία σου, Ελλάς,
με τα τέκνα που γεννάς!
Ώ Ελλάς, ηρώων χώρα,
τί γαϊδάρους βγάζεις τώρα;

Τρίτη, 26 Μαΐου 2015

Ο θόρυβος του κόσμου...

Ο χρόνος διαφθείρει αόρατος
την θέα του κόσμου·
ο άνθρωπος αφαιρείται
και δεν κυττάζει
δε βλέπει·
μέχρι τον θάνατο...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Φθινοπωρινή Δύση, λιμάνι Θεσσαλονίκης, λάδι σε καμβά

Γιώργος Σαραντάρης
Στο Συμπόσιον

Στη διδα Ι.Μ.

Η παιδική ηλικία
απαρατήρητη
με σιγά βήματα
έφυγε·
κι όμως, στο συμπόσιον
αχνίζουν απ’
την δύση της
τα όνειρα,
και σαν το αγνό σουρούπωμα
εισέλθη στο δωμάτιον
να, κρυφολέγουνε
το μυστικό της...

Αύριον

Και αίσθημα και αίσθηση αφίσανε
οι ανεπαίσθητοι ουρανοί
χαϊδεύοντας τις επιφάνειες.

Ουσιαστικώτερο

Σαν ταιριάσει στο εγώ μου η σιωπή
ίσως η γαλήνη της φύσης ν’ απλωθεί
πάνω στη γνώση,
και εις δημιουργία τ’ όνειρο να βγη
ουσιαστικώτερο να με θερμαίνει
να μου μακραίνει την ζωή...

Ανυπαρξία

Η θάλασσα (πάνε θλιμμένα χρόνια)
επέθανε· γύρω της κλαίγουνε στεριές
και ορίζοντες.

Τοπείον


Οι ορίζοντες ρεμβάζουνε στα πέρατα της γης
όταν οι άνθρωποι αποκοιμήθηκαν
ή πέθαναν.

Την θέα του κόσμου

Ο χρόνος διαφθείρει αόρατος
την θέα του κόσμου·
ο άνθρωπος αφαιρείται
και δεν κυττάζει
δε βλέπει·
μέχρι τον θάνατο
τρώγεται από αόριστο πόθο
ενώ τον
διαφθείρει
κάποια δύναμη
πιο αόρατη από τον χρόνο.

Ψυχή

Συνείδηση φανέρωμα συγκίνησης
περιπαίζεις την ύπαρξη

Οι αγάπες του χρόνου
συχνάζουν τα τοπεία σου
τρέμεις στα φύλλα τού είναι
γεμίζεις το σύμπαν
δεν ξέρεις φυγή
ποθείς ταξείδια
Στις πλάτες σου φτερουγίζει ο κόσμος
φως σε λούζει ο ήλιος

Ο θόρυβος του κόσμου

Ο θόρυβος του κόσμου πλήττει το εγώ
που ορέγεται μια ζωή προσεκτική
γύρω απ’τα θαύματα του χρόνου
και την ύπαρξη θέλει ακέραια
μέχρι το θάνατο

που ήδη η πιθανότης του τον θλίβει
τον ανησυχεί
του ενοχλεί τον βίο
κάτω απ' την ήρεμη σκέψη
που ρέει...

Δευτέρα, 25 Μαΐου 2015

Παλιά τραγούδια μακρινά χαμένα από καιρό

μάταια φαντάσματα, τυφλά, που το σκοτάδι σπέρνει
που η νύχτα φέρνει μια στιγμή, κι η νύχτα, πάλι, παίρνει,
χαμένοι, δίχως γυρισμό μες στον αιώνιο σάλο,
μισούμε και εχθρευόμαστε – και κρίνει ο ένας τον άλλο…

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Καράβια στον Θερμαϊκό, λάδι σε καμβά

Ναπολέων Λαπαθιώτης
Ερινύες

Παλιά τραγούδια μακρινά χαμένα από καιρό
Μες σε στιγμές αγγελικές ή μέσα στ’ όνειρό μου,
Τώρα που, εντός μου, τίποτα δεν μένει πια γερό
Το βράδυ που σας θυμηθώ μοιάζει με βράδυ τρόμου^

Κι εσάς που πάντα φύλαγα, για μια παρηγοριά
- Σα μια στερνή και μαγική παρηγοριά δική μου
Σας βλέπω τώρα, ξαφνικά ν’ αλλάζετε θωριά
Και να στε απ’ όλες τις πληγές, η πιο μαρτυρική μου!

Για αυτό, σφαλώντας τη ματιά πηγαίνω να χαθώ.
Μες στους πικρούς σας εμπαιγμούς και μες στις ειρωνείες,
Τώρα που τίποτα γερό δεν έμεινε κι ορθό
- τραγούδια μου Ερινύες!..

Τα ποιήματα της σκιάς 1939-1943

1939

τώρα , που γυρίζει πάλι,
προς την άνοιξη ο καιρός,
κι ο ήλιος , σαν καρδιά μεγάλη,
μας αγγίζει φλογερός

που όλα γύρω απ’ του χειμώνα
λυτρωμένα να ζούνε μόνα,
λαχταρούνε για στοργή,

κι όλα βρίσκουν τα ‘να τα’ άλλ
Σα χαμένο θησαυρό
Με το νού μου είπα να βάλω
Κι εγώ κάτι πως θα βρω…

Και κινώντας ένα γιόμα,
Σαν αλήτης που πεινά
(και απ’ αυτόν ίσως ακόμα
πιο βουβά και ταπεινά)

και με κάποιον κρυφό τρόμο,
στην ψυχή την ορφανή,
γύρεψα διλά στο δρόμο
κάτι, θε μου να φανεί!

Μα δεν πρόκανες ελπίδα
Μια στιγμή να μου φανείς
Και για μένα , αμέσως, είδα,
Πως Δε βρίσκετε κανείς,

Και χωρίς να ρίχνω πίσω
Μάτια πόθου φλογερά.
Πρέπει ν’ αποχαιρετήσω
Κάθε σκέψη και χαρά…

Τι κι αν όλα λένε, γύρα,
Πως δεν ήταν ως εκεί,
Κι αρχινάν, της γης τα μύρα,
Την παλιά τους μουσική;

Τι και φέγγε, απάνωθέ μου,
Πλούσιος ο ήλιος ο παλιός;
Ολ’ αυτά, για μένα, Θε μου,
Πόσο, τότε, ήταν αλλιώς…

Κι έτσι, ανοίγοντας τη θύρα,
Που οδηγεί προς τα Παλιά,
Να σκορπίσουν όλα, γύρα
Σαν ανώφελα πουλιά,

Θα βαδίσω προς το Πέρα,
Δίχως τίποτα να πω,
Χωρισμένος κάθε μέρα
Κι από κάτι π’ αγαπώ

Καρτερώντας ως την ώρα,
Πάλι, Θε μου, που θενά
Σμίξουμε, για πάντα τώρα
Μες στο Μέγα Πουθενά…

ΦΑΝΤΑΣΜΑ

Το Άγνώστο γύρω και παντού, - κι ο Νόμος ο Τρανός του!
Κι ενώ σε είμαστε παρά μορφές αυτού του Αγνώστου,
Φαντάσματα, όλοι, και καπνοί, στην δίνη της Αβύσσου
(με τα’ όνειρο, φτωχή ψυχή, για μόνη απολαβή σου),

μάταια φαντάσματα, τυφλά, που το σκοτάδι σπέρνει
που η νύχτα φέρνει μια στιγμή, κι η νύχτα, πάλι, παίρνει,
χαμένοι, δίχως γυρισμό μες στον αιώνιο σάλο,
μισούμε και εχθρευόμαστε – και κρίνει ο ένας τον άλλο…

Κυριακή, 24 Μαΐου 2015

Π. Κονδύλης: Ο σημερινός ελληνικός "πολιτικός κόσμος"

Ότι ο σημερινός ελληνικός «πολιτικός κόσμος», κοινοβουλευτικός και εξωκοινοβουλευτικός, αποτελείται ως επί το πολύ από πρόσωπα ελαφρά έως φαιδρά, δεν αποτελεί καν κοινό μυστικό˙ αποτελεί πηγή δημόσιας θυμηδίας, συχνά με τη σύμπραξη των ίδιων των διακωμωδούμενων...

Παναγιώτης Κονδύλης

 

Παναγιώτης Κονδύλης
Ο σημερινός ελληνικός "πολιτικός κόσμος"

Η σημερινή κατάσταση του «πολιτικού κόσμου» δεν απέχει ουσιαστικά από τη γενική κατάσταση του περιούσιου λαού και αποτελεί επίσης ισχυρότατο εμπόδιο για την εκλογίκευση της εθνικής πολιτικής.

Αν ο «πολιτικός κόσμος» κάποτε εμφανίζεται χειρότερος από τον «λαό», ενώ είναι απλώς ίδιος, ο λόγος είναι ότι ο «λαός» ή όσοι μιλούν εκάστοτε στο όνομά του έχουν ένα τακτικό πλεονέκτημα απέναντι στον «πολιτικό κόσμο»: μπορούν να τον αποκαλούν ανίκανο η διεφθαρμένο χωρίς να φοβούνται δυσάρεστες συνέπειες — απεναντίας μάλιστα, αποκτούν πολύτιμους και εξαργυρώσιμους τίτλους δημοσίων κηνσόρων.

Αλίμονο όμως σ’ έναν κοινοβουλευτικό πολιτικό αν τολμήσει να αποκαλέσει τον δήμο ηλίθιο ή ιδιοτελή κι αδιάφορο για το εθνικό μέλλον ˙ η σταδιοδρομία του σε μεγάλο βαθμό εξαρτάται από την ικανότητά του να εγκωμιάζει τις μεγάλες ψυχικές αρετές και την ευθυκρισία ή τουλάχιστον το αλάνθαστο ένστικτο «του λαού μας».

Ωστόσο δεν έχουμε ενδείξεις για να υποθέσουμε ότι πολλοί Έλληνες πολιτικοί στις ημέρες μας αντιμετωπίζουν το δίλημμα της επιλογής μεταξύ παρρησίας και σταδιοδρομίας. Είναι οι ίδιοι, στη μέγιστη πλειοψηφία τους, τόσο ζυμωμένοι με τις διάφορες (όχι αναγκαία τις ίδιες πάντοτε) εκφάνσεις εκείνου πού συνιστά τη σημερινή ψυχοπνευματική εξαθλίωση του ελληνικού λαού, ώστε δεν χρειάζεται καν να κρύψουν μία περιφρόνηση, την οποία δεν έχουν αρκετό επίπεδο για να αισθανθούν ˙ μάλλον θαυμάζοντας τον λαό θαυμάζουν τον εαυτό τους ως ηγέτη του και μάλλον δείχνοντας κατανόηση προς τους άλλους επαιτούν επιείκεια γι’ αυτούς τους ίδιους.

Μεταξύ τους έχει άλλωστε εμπεδωθεί, αν όχι η ξεκάθαρη συνείδηση, πάντως η πρακτική του ότι αποτελούν κι αυτοί, όπως και όλες οι άλλες κοινωνικές ομάδες, κλάδο με ειδικά συμφέροντα, με μόνη τη διαφορά ότι ο κλάδος αυτός εξυπηρετεί τα ειδικά του συμφέροντα διαχειριζόμενος ή εκποιώντας τα γενικά συμφέροντα προς όφελος πολυπληθέστατων τρίτων.

Η ακραία και oλεθριότερη περίπτωση αυτής της πρακτικής ήταν η ένταξη της χώρας στον δρόμο του παρασιτικού καταναλωτισμού και η εκσυγχρονισμένη εμπέδωση του κοινωνικού παρασιτισμού με αντάλλαγμα την εύνοια «του λαού», ήτοι τη νομή της εξουσίας.

Ένας τέτοιος «πολιτικός κόσμος» δεν θα είναι ποτέ ικανός ως σύνολο να θέσει και να λύσει το πρόβλημα της εθνικής πολιτικής και της εθνικής επιβίωσης παρά μόνον ευκαιριακά και φραστικά ˙ είναι ο ίδιος όχι μόνο προαγωγός, αλλά και προϊόν του κοινωνικού παρασιτισμού, ανήμπορος ως εκ της φύσεώς του να αντιταχθεί στον «λαό», όταν ο «λαός» απαιτεί την εκποίηση του έθνους για να καταναλώσει περισσότερα και να εργασθεί λιγότερο.

Πέρα απ’ αυτό, είναι ανίκανος να κάνει κάτι τι διαφορετικό απ’ ό,τι κάνει λόγω του επιπέδου και του ποιού του. Ότι ο σημερινός ελληνικός «πολιτικός κόσμος», κοινοβουλευτικός και εξωκοινοβουλευτικός, αποτελείται ως επί το πολύ από πρόσωπα ελαφρά έως φαιδρά, δεν αποτελεί καν κοινό μυστικό ˙ αποτελεί πηγή δημόσιας θυμηδίας, συχνά με τη σύμπραξη των ίδιων των διακωμωδούμενων. Οι λίγοι, πού έχουν γνώση και συνείδηση, πού κάτι είχαν και κάτι διατηρούν μέσα στους ρηχούς, καριερίστες ή απλώς ψευτόμαγκες συναδέλφους τους, καταπίνουν κι αυτοί τη γλώσσα τους ή μιλούν με πρόσθετες περιστροφές όταν τα θέματα γίνονται οριακά για την πολιτική τους επιβίωση.

Η κομματικοποίηση των μεγάλων θεμάτων της εθνικής πολιτικής και η άγρια εσωτερική τους εκμετάλλευση είναι πασίγνωστη ήδη από το γεγονός ότι οι πάντες την επιρρίπτουν στους πάντες — διαιωνίζοντας την.

Στο σημείο αυτό γίνεται εμφανέστατη η εθνική ανεπάρκεια τού ελληνικού «πολιτικού κόσμου» και συνάμα ο οργανικός του συγχρωτισμός με τη σημερινή κατάσταση της ελληνικής κοινωνίας, ο οποίος τον καθιστά ανίκανο να της αντιπαραταχθεί για να την καθοδηγήσει.

Ο κατακερματισμός των αντιλήψεων για την ελληνική εθνική πολιτική, ο μικροπολιτικός της χειρισμός και η σύνδεση της με ζητήματα προσωπικού γοήτρου αντανακλούν τον κατακερματισμό του κοινωνικού σώματος, τον αποπροσανατολισμό του συνόλου λόγω του ιδιοτελούς και παρασιτικού προσανατολισμού των ατόμων και των ομάδων.


ΠΗΓΗ: ΛΟΓΙΚΗ ΕΛΛΑΔΑ

Σάββατο, 23 Μαΐου 2015

Χοχλά θανάτου θειάφι κι άγρια διαρπαγή...

« Το σπίτι μας εμάυρισε, δεν ξέραμε από πού
ερχόμαστε, πού πάμε, τριγυρίζαμε
σαν τα φαντάσματα, μια λέξη δεν σταυρώναμε,
τα μάτια δεν θωρούσε ο ένας τα’ αλλουνού...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Παλιό οινοποιείο, λάδι σε καμβά

Κυριάκος Χαραλαμπίδης
Αιγιαλούσα

Στον Γιώργο Χριστοδούλου από την Αιγιαλούσα Ι

Πλήθος θαλάσσης• θάλασσα πλημμύρισε
τον ουρανό με κέντημα χρυσό.
Γλωσσολαλία• ρινισμένα τα κουδούνια,
καθένα στο δικό του πλάγιο ήχο.
Νομίσματα θαμμένα βασιλέων
που γνώρισαν τον αίνο σκιαμαχούν
με τα βελάσματα του χόρτου. Πέτρα ήμερη
κατέχει τους γήλοφους και κατέρχεται
προς το αγίασμα τ’ Αγίου Θερίσου.
Μα του πελάου ο κάμπος –άγνωστο διατί-
Χοχλά θανάτου θειάφι κι άγρια διαρπαγή.

2

« Το σπίτι μας εμάυρισε, δεν ξέραμε από πού
ερχόμαστε, πού πάμε, τριγυρίζαμε
σαν τα φαντάσματα, μια λέξη δεν σταυρώναμε,
τα μάτια δεν θωρούσε ο ένας τα’ αλλουνού.
Κι η κόρη μου είπεν μου: «Μάνα, εν κρίμαν
να κλαίεις τους ζωντανούς, γιατί –ακούεις;-
εν ζωντανοί, δεν γίνεται να ν΄πεθαμένοι,
ειδάλλως πρέπει να χαθεί τέλεια τούτος ο κόσμος » .
Εγέλουν την εγώ ( κρυφά της έκλαια ),
την τύχην της εσκέφτουμουν και τούτης.
Ύστερα έπεψε ο Θεός και τους δυό γιούς μου
μαζί με τον γαμπρόν μου απολύσαν τους.
Όμως τον αδερφότχνον μου τον καθηγητήν
-έναν τον είχαν οι γονιοί του- και τους άλλους
που πιάσαν μες στον καφενέν, ‘κόμα κρατούν τους.
Δεν είδα, η αλήθεια, τα παιδιά μου
αλλ’ άκουσα στο ράδιον τη φωνή τους.
Γλυκότερο δεν άκουσα μες στη ζωή μου ήχο,
που ο κάλλιος θα τον ζήλευε βιολάρης.

Από τα τείχη της Λευκωσίας (2)

Αυτή ‘ναι η μοίρα των αγνοουμένων
τέκνων της δυστυχούς πατρίδας, να τους βλέπεις
ωσάν σε πανελλήνιους αγώνες πίσω
από τ’ άρματα μέρες εννιά και χρόνια εννιά
μες στο Δημόσιο Κήπο, στα κομμένα
δέντρα του Απόλλωνα, στα αίματα λουσμένους
και να κατατροπώνουν την ψυχή τους
σκοτάδια, η ψυχή τους στραγγισμένη
απ’ τ’ ανελέητο μίσος των αλόγων
κι η μαύρη ράχη του βουνού θλίψη ζωσμένη
κι οι ολόδικοί τους ν’ απελευθερώνουν
εικόνες απ’ το Σύμπαν — ο νεκρός του είναι
ο Κόσμος όλος, το κλειδί και το θεμέλιο,
το πιο αγαπητερό περπάτημα και διώμα,
το πρόσωπο κι η λάμψη του μες στα λουλούδια,
θέλουν να του φωνάξουν ν’ ανεβεί
μαζί τους πάνω στων τειχών τη ντάπια—
πλην δεν ακούει κανείς, όλα είναι μαύρα
ωσάν την πρώτη μέρα της δημιουργίας,
τα σύγνεφα τα γέρικα βαραίνουν
στον ανελέητο χτύπο της καρδιάς.

Παρασκευή, 22 Μαΐου 2015

Αυτό το αίμα είναι που βοά, αυτό είναι που ρυπαίνει...

Τι ανόητοι σταθήκαμε την εποχήν εκείνη
της αναποφάσιστης δειλίας των ανθρώπων
να κρεμνούμε σε σύμβολα
τις ακρότατές μας επιθυμίες...

http://yannistavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Φέτες καρπούζι με μαχαίρι, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Τάκης Παπατσώνης
Να συλλογιστεί κανείς

Να συλλογιστεί κανείς, που κλαίνε στις κηδείες οι ακροατές!
Από την ψωραλέα συνήθεια βέβαια και από το θέαμα το πομπώδες.
Γιατί στο βάθος δεν έχει τίποτα λυπητερό, να κλαίει κανείς.
Γιατί στο βάθος αυτής της ιστορίας είναι όλη η ανάβλυση του φρέατος της ζωής.
Είναι η μύχια συνάντηση της καρδιάς των άστρων.
Είναι ταξίδι για την ένωση με την ουσία της ρίζας των δέντρων.
Είναι η απόθεση στη γης. Γη της δροσιάς, και της ευμάρειας.
Του σίτου και του ελαίου, των πουλιών και των θερίων.

«Εν ώρα θερινή», συλλογή

*
Δίχως διάκριση εχτός, αχ, μιας, Θεέ μου. Της βαριάς,
της οξείας εκείνης Πέτρας, που έταξες μερικών ανθρώπων
να τους βαραίνει το στήθος τις νύχτες τόσο πολύ και ασφυχτικά,
τόσο απελπιστικά και ωραία. Που, αν πρόκειται να αποσειστεί ποτέ,
θα ’ναι για να την διαδεχτεί η διαρκής του τάφου.
Τόσο κυριαρχικά, τόσο έμμονα έχει στηθεί για πάντα.

«Η Πέτρα», συλλογή

*
Απλώνει η επιθυμία και καταλυέται η υπομονή:
να σμίξουμε, ας είναι κι από μια κλωστή,
με ό,τι δικό μας τάχθηκε να μένει στα ξένα.

«Καινούργιο φεγγάρι», συλλογή

*
Εφθάσαμε έτσι λίγο λίγο στην γυμνότητα,
ένα ένα αποδυθήκαμε τα περίφημα προβλήματα,
τα πολύχρωμα, τα βύσσινα, τα πορφυρά των γοητειών,
και μόνον τώρα, μολονότι κάποιος φόβος κι από πριν,
κάποιο προμήνυμα, μας έλεγαν τι μας προσμένει,
όμως, μονάχα τώρα, οι γυμνωμένοι
είδαμεν, ότι χους εσμέν. Άθλιας επίγνωση
σοφίας. Ένδεια σημερινή. Βραδύνοια της χθες.
Δουλειά μας τώρα να την αναγάγομε σε θρίαμβο.  
«Σοφία», συλλογή 

*
Αυτό το αίμα είναι που βοά, αυτό είναι που ρυπαίνει.

«Ρεμβασμός Δεκαπενταύγουστου», συλλογή

*
Τι ανόητοι σταθήκαμε την εποχήν εκείνη
της αναποφάσιστης δειλίας των ανθρώπων
να κρεμνούμε σε σύμβολα
τις ακρότατές μας επιθυμίες
καθώς τις διαμορφώναμε
στις απομονώσεις των ύπνων μας
καθώς τις πλάθαμε στις δεήσεις μας
λιτανευτές στους κάμπους
και στα θαλασσινά μέρη

όσο μπορούσαμε δε λέω τα ωραΐζαμε
τα δέναμε μάλιστα με εικόνες
ζωντανές της εμπειρίας μας
και από άψυχα έτσι και από άυλα
τα ντύναμε με κάποια ουσία
χεροπιαστή αλλά έμεναν ωστόσο
παραβολές και ό,τι συμβόλιζαν ήταν ξερές
πολύ ξερές επιθυμίες

που τις τοποθετούσαμε πολύ μακριά
και κυνηγώντας τες σε άγονα κυνηγέσια
περνούσαμε τη ζωή.

«Το θήραμα», συλλογή

Πέμπτη, 21 Μαΐου 2015

Είναι σκόνη...

Πότε ένα γνώριμο, βροχερό τοπίο,
μια συγκεκριμένη σκηνογραφία,
μεταμορφώνεται σε νέα σκέψη;


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Μετά τη βροχή, λάδι σε καμβά

Χάρης Βλαβιανός
Δειλινό χωρίς ειδύλλιο

I

Παρατήρησε με προσοχή
τα αντικείμενα που σε περιβάλλουν
(λουλούδια, βιβλία, φωτογραφίες),
παρατήρησε τα
καθώς αιωρούνται νωχελικά
μέσα στη μεταφυσική τους αθωότητα.

Δεν είσαι βέβαιος ότι υπάρχουν
πρέπει ωστόσο να συνεχίσεις
να τα παρατηρείς
για όση ώρα σου απομένει.
«Είναι ζήτημα πίστης πλέον».

Πότε ένα γνώριμο, βροχερό τοπίο,
μια συγκεκριμένη σκηνογραφία,
μεταμορφώνεται σε νέα σκέψη;
Πότε ένας οικείος ήχος
(κουπιών που κόβουν το ποτάμι στα δύο),
συνθέτει στον νου μια ξένη μελωδία;

Κάποιος ανάβει το φως.
Κάποιος φοβάται το σκοτάδι,
τον αναστεναγμό των φθινοπωρινών φύλλων—
τα κατοπτρικά παιχνίδια της μνήμης.

Ό,τι χάνεται
διασώζεται μέσα μας
ως αυτό που χάνεται.

Τα χρυσάνθεμα που κρατάς στα χέρια
δεν είναι τα χρυσάνθεμα που στα χέρια κρατάς.
Είναι σκόνη.
Λέξεις που προσπαθούν να ερμηνεύσουν το νόημα
αυτής της προσχεδιασμένης χειρονομίας.

Αναγκαίας αλλά μάταιης.

II

Ένα άλλο βέλος ακολουθεί πάντα το βέλος του Ζήνωνα:
αυτό που το διαπερνά και το σχίζει στα δύο.

Επομένως ο καθένας σβήνει πάντα μόνος μέσα στο ένδοξο παρόν του
καθώς η μέρα οδεύει αργά, αδιάφορα προς το τέλος της.

Εσύ θα κλείσεις τα μάτια
και θ’ αρχίσεις να ονειρεύεσαι το εξωτικό σου καταφύγιο:

τον τόπο όπου μια καινούργια, πολύτιμη ζωή
βρίσκεται θησαυρισμένη για σένα.

Μπορείς ν’ αντέξεις τέτοια ανταμοιβή;
Τόση γενναιοδωρία;

Τ’ όνομά της διαγράφεται ακόμη στον άνεμο.

Τετάρτη, 20 Μαΐου 2015

Μα τι γυρεύουν οι ψυχές μας ταξιδεύοντας...

Αν το θέλησα να μείνω μόνος, γύρεψα
τη μοναξιά, δε γύρεψα μια τέτοια απαντοχή,
το κομμάτιασμα της ψυχής μου στον ορίζοντα,
αυτές τις γραμμές, αυτά τα χρώματα, αυτή τη σιγή...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Καράβι στην ομίχλη, λάδι σε χαρτί

Γιώργος Σεφέρης
Μυθιστόρημα

H'

Μα τι γυρεύουν οι ψυχές μας ταξιδεύοντας
πάνω σε καταστρώματα κατελυμένων καραβιών
στριμωγμένες με γυναίκες κίτρινες και μωρά που κλαίνε
χωρίς να μπορούν να ξεχαστούν ούτε με τα χελιδονόψαρα
ούτε με τ' άστρα που δηλώνουν στην άκρη τα κατάρτια.
Τριμμένες από τους δίσκους των φωνογράφων
δεμένες άθελα μ' ανύπαρχτα προσκυνήματα
μουρμουρίζοντας σπασμένες σκέψεις από ξένες γλώσσες.

Μα τι γυρεύουν οι ψυχές μας ταξιδεύοντας
πάνω στα σαπισμένα θαλάσσια ξύλα
από λιμάνι σε λιμάνι;

Μετακινώντας τσακισμένες πέτρες, ανασαίνοντας
τη δροσιά του πεύκου πιο δύσκολα κάθε μέρα,
κολυμπώντας στα νερά τούτης της θάλασσας
κι εκείνης της θάλασσας,
χωρίς αφή
χωρίς ανθρώπους
μέσα σε μια πατρίδα που δεν είναι πια δική μας
ούτε δική σας.

Το ξέραμε πως ήταν ωραία τα νησιά
κάπου εδώ τριγύρω που ψηλαφούμε
λίγο πιο χαμηλά ή λίγο πιο ψηλά
ένα ελάχιστο διάστημα.

Θ'

Είναι παλιό το λιμάνι, δεν μπορώ πια να περιμένω
ούτε το φίλο που έφυγε στο νησί με τα πεύκα
ούτε το φίλο που έφυγε στο νησί με τα πλατάνια
ούτε το φίλο που έφυγε για τ' ανοιχτά.
Χαϊδεύω τα σκουριασμένα κανόνια, χαϊδεύω τα κουπιά
να ζωντανέψει το κορμί μου και ν' αποφασίσει.
Τα καραβόπανα δίνουν μόνο τη μυρωδιά
του αλατιού της άλλης τρικυμίας.

Αν το θέλησα να μείνω μόνος, γύρεψα
τη μοναξιά, δε γύρεψα μια τέτοια απαντοχή,
το κομμάτιασμα της ψυχής μου στον ορίζοντα,
αυτές τις γραμμές, αυτά τα χρώματα, αυτή τη σιγή.

Τ' άστρα της νύχτας με γυρίζουν στην προσδοκία
του Οδυσσέα για τους νεκρούς μες στ' ασφοδίλια.
Μες στ' ασφοδίλια σαν αράξαμε εδώ-πέρα θέλαμε να βρούμε
τη λαγκαδιά που είδε τον Άδωνι λαβωμένο.

Τρίτη, 19 Μαΐου 2015

παράξενο πώς χαμηλώνουν όλα τριγύρω κάθε τόσο...

― Πια δεν ακούω τσιμουδιά
βούλιαξε κι ο στερνός μου φίλος
παράξενο πώς χαμηλώνουν
όλα τριγύρω κάθε τόσο
εδώ διαβαίνουν και θερίζουν
χιλιάδες άρματα δρεπανηφόρα...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Καληνύχτα, λάδι σε καμβά

Γιώργος Σεφέρης
Ο γυρισμός του ξενιτεμένου

― Γυρεύω τον παλιό μου κήπο·
τα δέντρα μού έρχουνται ώς τη μέση
κι οι λόφοι μοιάζουν με πεζούλια
κι όμως σαν ήμουνα παιδί
έπαιζα πάνω στο χορτάρι
κάτω από τους μεγάλους ίσκιους
κι έτρεχα πάνω σε πλαγιές
ώρα πολλή λαχανιασμένος.

― Παλιέ μου φίλε ξεκουράσου
σιγά-σιγά θα συνηθίσεις·
θ' ανηφορίσουμε μαζί
στα γνώριμά σου μονοπάτια
θα ξαποστάσουμε μαζί
κάτω απ' το θόλο των πλατάνων
σιγά-σιγά θα 'ρθούν κοντά σου
το περιβόλι κι οι πλαγιές σου.

― Γυρεύω το παλιό μου σπίτι
με τ' αψηλά τα παραθύρια
σκοτεινιασμένα απ' τον κισσό
γυρεύω την αρχαία κολόνα
που κοίταζε ο θαλασσινός.
Πώς θες να μπώ σ' αυτή τη στάνη;
οι στέγες μού έρχουνται ώς τους ώμους
κι όσο μακριά και να κοιτάξω
βλέπω γονατιστούς ανθρώπους
λες κάνουνε την προσευχή τους.

― Παλιέ μου φίλε δε μ' ακούς;
σιγά-σιγά θα συνηθίσεις
το σπίτι σου είναι αυτό που βλέπεις
κι αυτή την πόρτα θα χτυπήσουν
σε λίγο οι φίλοι κι οι δικοί σου
γλυκά να σε καλωσορίσουν.

― Γιατί είναι απόμακρη η φωνή σου;
σήκωσε λίγο το κεφάλι
να καταλάβω τί μου λες
όσο μιλάς τ' ανάστημά σου
ολοένα πάει και λιγοστεύει
λες και βυθίζεσαι στο χώμα.

― Παλιέ μου φίλε συλλογίσου
σιγά-σιγά θα συνηθίσεις
η νοσταλγία σού έχει πλάσει
μια χώρα ανύπαρχτη με νόμους
έξω απ' τη γης κι απ' τους ανθρώπους.

― Πια δεν ακούω τσιμουδιά
βούλιαξε κι ο στερνός μου φίλος
παράξενο πώς χαμηλώνουν
όλα τριγύρω κάθε τόσο
εδώ διαβαίνουν και θερίζουν
χιλιάδες άρματα δρεπανηφόρα.

_______________________________

Σε τραγούδι...

Δευτέρα, 18 Μαΐου 2015

Και Δευτέρα δεν έρχεται ποτέ...

Τρόλεϊ φωτισμένο σαν βιτρίνα
σχίζει τη νύχτα. Ηλεκτρισμός,
καλώδια και ρόδες. Κίτρινο, μαύρο –
και κόκκινη η ακτινογραφία του.
(Η ζωή όμως δεν αστειεύεται.
Σε ράβει με τα δόντια σε τσουβάλι)... 

 
http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Π. Μελά, Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά

Γιάννης Κοντός
Κίνδυνος στην πόλη

Απόψε δεν γράφονται ποιήματα.
Ο τρελός ξέφυγε μ’ ένα όπλο

και ρίχνει στο ψαχνό.
Όλα τον δείχνουν – αλλά
κανείς δεν βλέπει.

Τρέχω – τρέχουμε.

Σκοντάφτω στον εαυτό μου.
Ο ποιητής παριστάνει

το οπωροφόρο δέντρο για να
γλιτώσει τον ξυλοκόπο.

Πώς να σε πάρει ο ύπνος

Πώς να σε πάρει ο ύπνος με τέτοιες μυρουδιές
ένα γύρο σου;
Θαμμένοι σ’ ένα σπίτι αποστειρωμένο,
μέσα σε γάζες και στο οινόπνευμα.
Ακουμπισμένοι στο γραμμόφωνο που παίζει
τα τραγούδια που μας έκαναν άντρες.
Περνούμε κάτι βδομάδες
όλο αργές
και επικίνδυνα σιωπηλές
Κυριακές.
Πού και πού πεταγόμαστε από τον λήθαργο
νομίζοντας ότι ακούμε σφυρίγματα, μουσικές κι ιαχές.
Τρέχουμε στη μισάνοιχτη πόρτα. Τίποτα.

Μόνο ο κρεμασμένος μένει στη θέση του
– στον στύλο του ηλεκτρικού
– Και Δευτέρα δεν έρχεται ποτέ.

Φούντωσε το χορτάρι στο δωμάτιο

Φούντωσε το χορτάρι στο δωμάτιο.
Δεν μπορώ να μετακινηθώ. Ένα λιοντάρι
με περιεργάζεται με τα κίτρινα μάτια του.
Δεν είμαι ο Δανιήλ στο λάκκο των λεόντων,
ο Γιάννης είμαι και δεν θέλω ούτε λιοντάρια
ούτε ανθρώπους. Το δωμάτιο θέλω να καθαρίσω
και να καθίσω σε μια καρέκλα να ξεκουραστώ.  

Τα οστά 
60.
Τρόλεϊ φωτισμένο σαν βιτρίνα
σχίζει τη νύχτα. Ηλεκτρισμός,
καλώδια και ρόδες. Κίτρινο, μαύρο –
και κόκκινη η ακτινογραφία του.
(Η ζωή όμως δεν αστειεύεται.
Σε ράβει με τα δόντια σε τσουβάλι).  

Κυριακή, 17 Μαΐου 2015

πένθιμες καμπάνες του καλοκαιριού...

στα ηλιόλουστα χωράφια να παρελαύνει αργά
όχι μόνο σα να μην υπήρχε κίνδυνος κανένας
αλλά και σαν να ήταν τα πουλιά μέσα στον κόλπο...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Ελαιώνας στην Αττική, λάδι σε καμβά

Τζων Άσμπερυ
Αν τα πουλιά ήξεραν

Φέτος είναι καλύτερα.

Και τα ρούχα που φορούν
στον γκρίζο χέρσο ουρανό μας
πιθανότητα αλλαγής δεν υπάρχει
γιατί τα αληθινά κομμάτια είναι εδώ.

Ήμουν λοιπόν ευτυχής
που η ομίχλη μ’ έφερε σε σένα
απροσδιόριστο καλοκαιρινό πράγμα
φαγωμένο από τη θλίψη
και πέρασμα – εκεί που είσαι.

Έτοιμος ο τροχός να γυρίσει ξανά.

Όταν θα ΄χεις φύγει θα φωτίσει
η σκιά των αχτίνων να πνίξει την αναχώρησή σου
εκεί που πένθιμες καμπάνες του καλοκαιριού
κουβεντιάζουν με τη γινομένη αυγή.

Υπάρχει εντέλει κάτι σαν υπόσχεση
στην υπόθεση του καιρού που περιμένει.

Μάθαμε να μην κουραζόμαστε
ανάμεσα στα φετινά φανάρια του ύπνου
όμως κάποιος πληρώνει – καμία διαφάνεια
δεν μας σκλήρυνε πριν σε μακριές αποβάθρες σιωπής
και φράχτες κατανοήσεως, δύσκολα περνώντας
απ’ το ΄να μάθημα στο άλλο
κι η ψυχρότητα της συνέπειας της ζωής μας,
ευλάβεια στον κίνδυνο τον άσπιλο.

Ένα φύλλο θα ‘χε φτιάξει
την ταραχή της ατμόσφαιρας
όμως εκεί ψηλά πάνω απ’ την κοιλάδα
σκόρπια σύννεφα που μόλις έπληξαν τα βράχια
κι αυτός που ενέχεται
στα ηλιόλουστα χωράφια να παρελαύνει αργά
όχι μόνο σα να μην υπήρχε κίνδυνος κανένας
αλλά και σαν να ήταν τα πουλιά μέσα στον κόλπο.

(μετ. Κατερίνα Αγγελάκη-Ρούρκ)

Εγέρθητε

Ο Θερβάντες κοιμόταν όταν έγραψε τον Δον Κιχώτη...
Ο Τζόυς το ’χε ρίξει στον ύπνο όταν έγραφε το «Πλαγκτές Πέτρες» του Οδυσσέα...
Ο Προυστ ροχάλιζε σ’ όλη τη διάρκεια της Φυλακισμένης, όπως και πλήθη αναγνωστών του μετά από αυτόν...
O Φιτζέραλντ κοιμόταν σε όλο το Τρυφερή είναι η Νύχτα, πράγμα που μάλλον δεν εκπλήσσει, αλλά το γεγονός ότι ο Μαν πήρε τους υπνάκους του στις πλαγιές του Μαγικού Βουνού είναι καταπληκτικό — το ότι το έγραψε ακόμη πιο καταπληκτικό...
Ο Κάφκα βέβαια δεν κοιμόταν ποτέ, ακόμη κι όταν δεν έγραφε ή στις αργίες ...
Η Έμιλυ Ντίκινσον κοιμόταν στο κρύο, στενό κρεβάτι της στο Άμερστ. Όταν ξυπνούσε έβρισκε ένα νέο ποίημα γραμμένο από τον Τζακ Φροστ στο τζάμι του παραθύρου• έξω κουδούνιζε το γυάλινο φύλλωμα...
Εγώ κοιμάμαι όταν δεν μπορώ να το αποφύγω• το γράψιμο και ο ύπνος μου βελτιώνονται διαρκώς. Έχω να πω κι άλλα, αλλά δε θα σας κάνω να περιμένετε πολύ. Ποτέ μη βγαίνετε βαρκάδα με συγγραφείς — δεν έχουν ιδέα πότε βρίσκονται πάνω απ’ το νερό...
Να προσέχετε τ’ ανώνυμα γράμματα — ίσως τα έχετε γράψει εσείς σε μια βουβή ενδόρρηξη ύπνου...   

Σάββατο, 16 Μαΐου 2015

Κυκλώνες, από ανέκαθεν...

Αναρριχώνται πάνω σε μελανό τοπίο, η νύχτα
Δεν χρειάζεται αστέρια, πουθενά
δεν ρωτάνε για σένα...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Νύχτα στο λιμάνι, λάδι σε καμβά

Πάουλ Τσέλαν
Ακροτελεύτια μουσική

Κάποτε,
τότε τον άκουσα,
τότε ξέπλυνε τον κόσμο,
αθέατος, στο μάκρος της νύχτας,
αληθινά.

Μονάχος και ατελεύτητος,
εκμηδενιζόμενος,
να εκμηδενίζει.

Φως ήταν. Απελευθέρωση

(μετ. Μηνάς Δημάκης)

...Στρέτο

Εκτοπισμένος  στον
Περίβολο
Με το αδιάψευστο ίχνος

Χόρτο, γραμμένο ξεχωριστά. Οι πέτρες, λευκές,
Με τις σκιές των καλαμιών:
Μη διαβάζεις πια- κοίτα!
Μη κοιτάς πια -προχώρα!

Προχώρα, η ώρα σου
Δεν έχει αδελφές, είσαι -
Είσαι στο σπίτι. Ενας τροχός, βραδύς,
Κυλά μόνος του, οι ακτίνες
Αναρριχώνται,
Αναρριχώνται πάνω σε μελανό τοπίο, η νύχτα
Δεν χρειάζεται αστέρια, πουθενά
δεν ρωτάνε για σένα.

πουθενά
δεν
ρωτάνε για σένα-

Ο τόπος , όπου κείτονταν, έχει
Ονομα-δεν έχει
κανένα. Δεν κείτονταν εκεί. Κάτι
υπήρχε ανάμεσά τους. Δεν
έβλεπαν διαμέσου.

Δεν έβλεπαν, όχι
Μιλούσαν για
Λέξεις. Καμμία
Δεν ξύπνησε, ο
Ύπνος
Τους τύλιξε.                   

Τύλιξε, τύλιξε. Πουθενά
Δεν ρωτούν-

Εγώ είμαι, εγώ
Κοιτόμουν ανάμεσά σας, ήμουν
Ανοιχτός, ήμουν
Ακουστός. Σας ένευα, η ανάσα σας
Υπάκουε, εγώ
Είμαι ακόμα, αλλά εσείς-
κοιμόσαστε

είμαι ακόμα-

Χρόνια,
Χρόνια, χρόνια, ένα δάχτυλο
Ψηλαφεί  πάνω και κάτω, ψηλαφεί
Ολόγυρα:
Αρθρώσεις, αισθητές, εδώ
Χάσκει χάσμα βαθύ, εδώ
συγκολλούνται και πάλι -ποιος
το κάλυψε;

Το κάλυψε                                                                     
-ποιος;

Ηρθε, ήρθε.
Ηρθε μια λέξη, ήρθε,
Ηρθε διασχίζοντας τη νύχτα,
Ηθελε να φωτίζει, ήθελε να φωτίζει

Τέφρα.
Τέφρα, τέφρα.
Νύχτα.
Νύχτα-και-νύχτα. Πήγαινε
Προς το μάτι, το υγρό.

Πήγαινε
Προς το μάτι,
Το υγρό-

Κυκλώνες.
Κυκλώνες, από ανέκαθεν,
Στρόβιλος μορίων, το άλλο
Εσύ
Το ξέρεις βέβαια, εμείς
Το διαβάσαμε στο βιβλίο, ήταν
άποψη.

Ηταν, ήταν
Αποψη. Πώς
Πιαστήκαμε
Πώς -μ'
Αυτά
Τα χέρια;

Επίσης ήταν γραμμένο  ότι.
Πού; Απλ-
ώσαμε μια σιωπή επάνω του,
Γαλουχημένη με δηλητήριο, μεγάλη
Μια
Πράσινη
Σιωπή, ένα σέπαλο,
μια σκέψη για κάτι Φυτικό κρεμόταν από αυτό-
Πράσινη, ναι
Κρεμόταν, ναι,
Κάτω από μοχθηρό
Ουρανό.

Για κάτι, ναι
Φυτικό

Ναι.
κυκλώνες, στρό-
βιλος μορίων, έμεινε
Χρόνος, έμεινε,
Να προσπαθήσουμε με την πέτρα-ήταν
Φιλόξενη, δεν
διέκοπτε τη λέξη. Πόσο
τυχεροί είμασταν:

Κοκκώδης,
Κοκκώδης και ινώδης. Μισχώδης,
Πυκνή,
Βοτρυώδης και ακτινοειδής, νεφρώδης,
Επίπεδη και
Θρομβώδης, χαλαρή, δια-
κλαδιζόμενη-: αυτή, αυτό
Δεν διέκοπτε, μι-
λούσε,
Μιλούσε ευχαρίστως σε στεγνά μάτια, προτού να τα κλείσει.

Μιλούσε, μιλούσε
Ηταν, ήταν

Δεν χαλαρώναμε, στεκόμασταν
Στο μέσον, ένα
Πορώδες οίκημα, και ερχόταν.

Ερχόταν πάνω μας, έρχόταν
Διαμέσου, μπάλωνε
Αθέατο, μπάλωνε
Την τελευταία  μεμβράνη,
Και
Τον κόσμο, ένα χιλιοκρύσταλλο,
Σχηματιζόταν γοργά.

Σχηματιζόταν, σχηματιζόταν.
Μετά-

Νύχτες, ξέπλεκες, κύκλοι,
Πράσινοι ή γαλάζιοι, κόκκινα
Τετράγωνα: ο
Κόσμος ποντάρει το εσώτερο είναι του
Στο παιχνίδι με τις νέες
Ωρες, -Κύκλοι κόκκινοι ή μελανοί, φωτεινά
Τετράγωνα, καμμία
Ιπτάμενη σκιά,
Καμμία
μετροτράπεζα, κανένας
θυμός δεν ανεβαίνει να παίξει μαζί.

Ανεβαίνει και                                                                  
Παίζει μαζί

Στο πέταγμα  της γλαυκός με
Την απολιθωμένη λέπρα,
στα
εξαφανισμένα χέρια μας
στην
τελευταία απόρριψη,
Πάνω από το αλαιξίσφαιρο
Στο γκρεμισμένο τείχος:

Ορατά, και
πάλι: τα ρείθρα, οι

Χορωδίες τότε, οι
Ψαλμοί. Ω, Ω-
Σαννά.

Επίσης στέκουν ακόμα  ναοί. ενα
Αστέρι
Εχει ακόμα φως.
Τίποτα
Τίποτα δεν χάθηκε.

Ω-
Σαννά.

Στη φυγή της γλαυκός, εδώ,
Οι διάλογοι, υπόφαιοι,
Των ιχνών  των υπογείων υδάτων.

(υπόφαιοι,                                                                        των                                                                            
ιχνών των υπογείων υδάτων---

Εκτοπισμένος
Στον περίβολο
Με
Το αδιάψευστο
Ιχνος:

Χόρτο,
Χόρτο,
Γραμμένο ξεχωριστά.)

(μετ. Ιωάννα Αβραμίδου)

Πέμπτη, 14 Μαΐου 2015

με περισυλλέγει μια περιπλάνηση ξένη και δική μου...

Γιατί με υπερασπίζεστε; Μην ανησυχείτε, όπως δεν ανησυχώ κι εγώ. Ο χρόνος είναι φίλος μου παντοτινός και πάντοτε ήξερε να με βάζει στη θέση μου. Με το χρόνο πορεύεται όποιος το επιθυμεί και υπάρχει κόσμος που γνωρίζει κόσμο. Και υπάρχει και ο όχλος που μόνο όχλο γνωρίζει...(*)

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Βιβλίο και τριαντάφυλλα, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Χουάν Ραμόν Χιμένεθ
Ποίηση

Κάποτε νιώθω
καθώς το ρόδο
που θά ’μαι μια μέρα, καθώς το φτερό
που θά ‘μαι μια μέρα.
Και με τυλίγει ένα άρωμα, ξένο και δικό μου,
δικό μου κι ενός ρόδου·
και με περισυλλέγει μια περιπλάνηση ξένη και δική μου
δική μου κι ενός πουλιού.
Τραγούδα, τραγούδα φωνή μου!
γιατί όσο υπάρχει ένα πράγμα
που δεν το είπες εσύ
δεν είπες τίποτα!

Ποίηση· δροσιά
της κάθε αυγής, κόρη
της κάθε νύχτας, ολόδροση, αγνή
αλήθεια των τελευταίων άστρων
πάνω στην τρυφερή αλήθεια των πρώτων λουλουδιών!
δροσιά, ποίηση·
πρωινή πτώση τ’ ουρανού πάνω στον κόσμο
Αυτή ’ναι η ζωή μου, εκείνη προς τα πάνω,
εκείνη της καθάριας αύρας,
του τελευταίου πουλιού,
των χρυσών κορυφών του σκοταδιού!
αυτή ’ναι η λευτεριά μου, να μυρίζω το ρόδο
να κόβω το ψυχρό νερό με το τρελό μου χέρι,
ν’ απογυμνώνω το δρυμό,
να παίρνω απ’ τον ήλιο το αιώνιο φως του!

(μετ. Τάκης Βαρβιτσιώτης)

Ημερολόγιο ενός προσφάτως παντρεμένου ποιητή
(Απόσπασμα)

Μοιάζεις, θάλασσα, να μάχεσαι
— ω! αναταραχή δίχως τέλος, μέταλλο αδιάκοπο! —
ώστε από σένα να βρεθείς ή εγώ για να σέ βρω.
Τι απέραντη δείχνεσαι,
στη γυμνότητά σου μόνη …….
Σαν σε τοκετό, γεννάς τον εαυτό σου,
— με πόση κούραση! —
τον εαυτό σου, θάλασσα μοναδική!
τον εαυτό σου, εσένα μόνο και εντός της δικής σου
μοναδικής πληρότητας όλων των πληροτήτων,
…ώστε από σένα να βρεθείς ή εγώ για να σέ βρω!

(μετ. Γιώργος Μίχος)

Εγώ δεν είμαι εγώ

Εγώ δεν είμαι εγώ.
Είμαι κείνος
που προχωράει στο πλάι μου, και δεν τον βλέπω·
που, άλλες φορές, τον επισκέπτομαι
και, άλλες φορές, τον λησμονώ.
Εκείνος που, γαλήνιος, σιωπά όταν μιλάω,
εκείνος που, μειλίχιος, συγχωρεί όταν μισώ,
εκείνος που συχνάζει όπου δεν πάω
και που θα μείνει όρθιος όταν θα 'μαι νεκρός.

(μετ. Γιώργος Κεντρωτής)

(*) Aπό επιστολή του Χουάν Ραμόν Χιμένεθ στην Ιδέα Βιλαρίνιο, μετ. Έλενα Σταγκουράκη

Τετάρτη, 13 Μαΐου 2015

Καταδίκη...

Δροσερό φυσάει το αγέρι, γι’ άλλους, ξένους
γι’ άλλους γλυκοφέγγει αχνά το δειλινό
ίδιοι εμείς παντού, δεν παίρνουμε είδηση κανένας
τα κλειδιά μονάχα ακούμε σιχαμένα
και τα βήματα βαριά των στρατιωτών...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Δειλινό στη Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά

Άννα Αχμάτοβα
Ρέκβιεμ

Έτσι κι αλλιώς θα ‘ρθείς, γιατί οχι τούτη τη στιγμή:
Σε περιμένω, αδύνατο να επουλωθεί το τραύμα.
Όλα τα φώτα τα ‘σβησα κ’ η πόρτα μου ανοιχτή
να μπεις εσύ καθημερνός και σπάνιος ως θαύμα.
Όποια μορφή σ’ αρέσει πάρε για να ‘ρθείς
σαν βλήμα εισόρμησε και σκότωσέ με
ή μ’ ένα ζύγι ζύγωσε σαν έμπειρος ληστής
ή με του τύφου τον καπνό φαρμάκωσέ με.
Ή ως μύθος πού ‘χεις σοφιστεί και λες από καιρό
κι όλοι τον μάθαν πια μέχρι ναυτίας, μέχρι κόρου
ώστε το μπλε πηλίκιο στην αυλή να δω
κι από τον τρόμο του χλωμό τον θυρωρό μου.
Το ίδιο πια μου κάνει. Ο Γιενισέι κυλάει μες στον αφρό
το πολικό τ’ αστέρι φέγγει μες στην αμφιλύκη
και την γαλάζια λάμψη των αγαπημένων μου ματιών
η τελευταία την καλύπτει φρίκη.

(19 Αυγούστου 1939, σπίτι Φοντάνκα, μετ. Άρης Αλεξάνδρου)

Αφιέρωση

Τα βουνά λυγίζουν μπρος σ’ αυτή τη συμφορά
δεν κυλάει ο μέγας ποταμός
μα της φυλακής τα σίδερα γερά
κι από πίσω τους του κάτεργου η «μονιά»
κι ο θανατερός καημός.
Δροσερό φυσάει το αγέρι, γι’ άλλους, ξένους
γι’ άλλους γλυκοφέγγει αχνά το δειλινό
ίδιοι εμείς παντού, δεν παίρνουμε είδηση κανένας
τα κλειδιά μονάχα ακούμε σιχαμένα
και τα βήματα βαριά των στρατιωτών.
Σηκωνόμασταν, λες κ’ ήτανε για τους εωθινούς
μες στην αποθηριωμένη πόλη οδεύοντας ξανά,
συναντιόμασταν πιο ξέπνοοι κι από τους νεκρούς
χαμηλότερος ο ήλιος και στο πούσι ο Νέβας, στους καπνούς,
κι όμως τραγουδάει η ελπίδα πέρα μακριά.
Καταδίκη… και τα δάκρυα ευθύς, μα τί να σώσουν
έχει απ’ όλους ήδη αποκοπεί
λες και τη ζωή με πόνο απ’ την καρδιά θα ξεριζώσουν
λες και βάναυσα τ’ ανάσκελα θα την ξαπλώσουν
μα βαδίζει… και τρικλίζει… μοναχή.
Τάχατες οι αθέλητές μου φίλες πού είναι τώρα εκείνες
των σατανικών μου δύο ετών;
Τί στης Σιβηρίας τις θύελλες βλέπουν, στου χιονιού τη δίνη
τί φαντάζονται στον κύκλο γύρω απ’ τη σελήνη
Στέλνω σ’ όλες τους τον ύστατο χαιρετισμό.

(Μάρτιος 1940, μετ. Άρης Αλεξάνδρου)

Τρίτη, 12 Μαΐου 2015

Κάτω απ’ την τρυφερή σελήνη...

Οι νεκροί,
Απώτεροι και ακόμη πέρα,
Οι ζωντανοί:
Σιωπηλή συντροφιά μου
Δειλή...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Θεσσαλονίκη στο φως της σελήνης (σειρά Ελλάδα των χρωμάτων), λάδι σε καμβά

Σαλβατόρε Κουαζίμοντο
Δούναι και λαβείν

Το τίποτα, το έδωσες.
Και τώρα τίποτα δεν δίνεις εσύ που με ακούς.

Το αίμα των πολέμων, στέγνωσε.

Η περιφρόνηση, είναι αίσθημα αγνό
Κι ούτε ένα νεύμα προκαλεί, πλην
Την ώρα της ανθρώπινης συμπόνιας.

Δούναι και λαβείν˙ λοιπόν, μες στη φωνή μου
Υπάρχει αν μη τι άλλο το σημάδι:
Ένα σημάδι ζωντανής γεωμετρίας.

Μες στη δική σου
Ένα κοχύλι. Νεκρό βεβαίως.
Με τα κατάλοιπα μιας επικήδειου και
Των γογγυσμών της. 

Μπροστά από το ομοίωμα της Ιλαρίας

Κάτω απ’ την τρυφερή σελήνη, ήδη.
Οι λόφοι σου, κατά μήκος της όχθης,
Και τα κορίτσια
Με ρούχα κόκκινα ή θαλασσιά
Με βήματα ανάλαφρα
Βαδίζουν.

Έτσι στην εποχή σου αγαπημένη. Κι ο Σύριος
Το χρώμα του χάνει, κάθε ώρα μακραίνει
Και ο γλάρος
Μαίνεται στο κενό των ορφανεμένων ακτών.
Οι εραστές, κρατούν την ευτυχία στον αγέρα του Σεπτέμβρη.
Οι κινήσεις τους,
Συντροφεύουνε ήσκιους
Γνώριμων νοημάτων σε εσένα.

Οίκτο, δεν έχουν.
Κι εσύ, απ’ τη γη κρατημένη, ποιο το παράπονο σου;
Εδώ, απέμεινες μόνη, και
Το δικό μου σκίρτημα, δικό σου
Ίδιο στην οργή και
Το φόβο.

Οι νεκροί,
Απώτεροι και ακόμη πέρα,
Οι ζωντανοί:
Σιωπηλή συντροφιά μου
Δειλή. 

(μετ. Χρήστος Κρεμνιώτης)

Στο φως σου ναυαγός

Γεννιέμαι στο φως σου ναυαγός
βράδυ με ξάστερα νερά.

Με γαλήνια φύλλα
καίει τ’ αέρι παρηγορημένο.

από τους ζωντανούς ξεριζωμένος
καρδιά προσωρινή
είμαι σύνορο μάταιο.

Το τρομερό σου δώρο
από λόγια, Κύριε,
κανονικά πληρώνω.

Ξύπνα με απ’ τους νεκρούς:
καθένας έχει πάρει τη γη του
και τη γυναίκα του.

Εσύ έχεις κοιτάξει μέσα μου
στη σκοτεινιά των σπλάχνων μου:
κανείς δεν έχει την απελπισιά μου
μέσα στην καρδιά του.

Είμαι ένας άνθρωπος μόνος
μια κόλαση μονάχη.

(μετ. Γεράσιμος Σπαταλάς)

Δευτέρα, 11 Μαΐου 2015

Στο ταξίδι μας θα σηκώσουμε τα νερά της θάλασσας...

Κάπου ο κίνδυνος είναι μεγάλος
Όμως αυθόρμητα τραβάμε ίσια
Προχωρούμε όχι πια μέσα στη μουσική
Αλλά μέσα στο θάνατο...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Καράβι σε αναμονή, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Γιώργος Σαραντάρης
Της Ακριβής Pέμβης

Από μια θύμηση περάστηκε ο ύπνος
Aπό την άνοιξη βγήκαμε στο καλοκαίρι,
Ήρωες της ακριβής ρέμβης,
Kαι δεν απόρησε ο νους μας
Δε σπάσαμε κέφι και καρδιές
Όπως μυθέσκετο η ψυχή μας·
Tεντωμένοι καθ’ όλη μας την ύπαρξη
Aκούσαμε να πέφτει η ανατριχίλα
Tου χρόνου,
Δεν είδαμε παρά την Πλάση μοναχή
Nα βόσκει την όμορφη γοητεία της
Στην άπλα που της δώρησε ο Θεός
Ξεφάντωμα εξαίσιο

Μέσα στη μουσική

Μέσα στη μουσική εφύτεψαν ένα πάθος
Παράξενο
Άνθος η ζωή μας άνθος
Από στόμα περνά σε στόμα
Κόβονται τα γόνατά μας
Όταν ανεβαίνουμε στ’ άλογα
Τρέχουμε στη μάχη χωρίς κεφάλια
Δεν μας αφήνουν τα σύννεφα
Να σηκώσουμε κάτι από τη γη
Να φέρουμε μια ενθύμηση μαζί μας

Κάπου ο κίνδυνος είναι μεγάλος
Όμως αυθόρμητα τραβάμε ίσια
Προχωρούμε όχι πια μέσα στη μουσική
Αλλά μέσα στο θάνατο

Κι ο δρόμος μας δεν έχει τέλος

Τρία ποιήματα της Θάλασσας
(απόσπασμα)

Ἔφυγε ἡ ζωή μας ἢ ἔφυγαν πουλιὰ ἀπ᾿ τὴν παλάμη τοῦ Θεοῦ;

Τράβηξαν τουφεκιὲς νὰ τὰ σκοτώσουν
Ἡ ζωή μας ἔγινε ὡραιότερη
Τόσο ποὺ μοιάζει μὲ ἄστρο ὅταν τὴν κοιτάξω
Καὶ δὲν μπορῶ νὰ τὴν κατεβάσω στὸ γιαλὸ

καὶ νὰ τὴν κάμω πλοῖο

Ὢ περιστέρι τῆς ψυχῆς πήγαινε στὸ καλὸ
Πήγαινε τώρα μὲ τὸ μελτέμι
Καὶ φίλησέ μου ὅσα μαργαριτάρια συναντήσεις
Ἂν δὲν μὲ βλέπεις μὴ φοβᾶσαι θὰ γιορτάζω μαζί σου
Στὸ ταξίδι μας θὰ σηκώσουμε τὰ νερὰ τῆς θάλασσας
Νὰ εὐλογήσουν ὅ,τι ἀγαπήσαμε καὶ ὅ,τι δὲν ξεχνᾶμε πιὰ

Σὲ περιβόλι ἄραξε τὸ περιστέρι
Σὲ περιβόλι ἄραξε ἡ ψυχή μου
Λοιπὸν θυμᾶμαι τώρα τὸ καλοκαῖρι τῆς ζωῆς μου
Σὰν νὰ ἤσουνα ἐσὺ ἡ μόνη ἄνοιξη τῆς γῆς
Σὲ ἀντικρίζω ὢ ἡμέρα τῆς γέννησής μου.

Κυριακή, 10 Μαΐου 2015

με τις σειρήνες που σημαίνουν το ταξίδι...

σκαμπανεβάζει το σκάφος
με τον Φλοιβά
κατ΄ευθείαν στη ρουφήχτρα

Εγώ είμαι εδώ
βεβαιώνομαι πνιγμένος...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Στο πέλαγος, λάδι σε καμβά

Ιωσήφ Βεντούρας
Τάναϊς
(αποσπάσματα)

νύχτα ο άνεμος
σκορπούσε λέξεις
κλάματα παιδιών
μετακινώντας σπασμένα κλαδιά
στο κτύπο των ρολογιών
έφευγαν στο σκοτάδι

και ήταν
προπομπός πορθμέας
του ποταμού το όνομα
το περιέχον αυτό που πάλλει
με τις σειρήνες που σημαίνουν το ταξίδι
με τις οσμές ιωδίου γράσου και σκουριάς
και περισσότερο
με το θαμπό εκείνων
ήταν

*
μα πώς
μαχαιρώνουν τα γράμματα
στο διαθόλιο
πώς σκόρπια
καταγράφουν στο βυθό
κρανία κελύφη

είναι που το φως
στα τεθλασμένα κύματα
με κίνδυνο
μαλάσσει το φως
περιδινούμενο
και σ΄απόχρωση σκουριάς
οι επιφύσεις των οστών
αιωρούνται στο θάμβος
σε ανοιγμένα ελάσματα
και τα κρανία
κρανία διόπτρες
ρωγμές στις αφηγήσεις

*
ήταν πρόβλημα γενεών
οι φωτογραφίες του πατέρα άφησαν σημάδια
θα έπρεπε να βρεθεί άλλος χώρος για τους άλλους
για το ρόγχο του Άστρου ας πούμε
παρών που
κλυδωνίζεται

σκαμπανεβάζει το σκάφος
με τον Φλοιβά
κατ΄ευθείαν στη ρουφήχτρα

Εγώ είμαι εδώ
βεβαιώνομαι πνιγμένος

*
Ο ήλιος χρυσίζει τα τείχη
ντυμένος άσπρα
θα σταθώ στη στροφή
για μιαν ανάσα
τις εποχές που μακριά
στο δάκρυ λάμπουν
δεν θα κοιτώ γιατί
αλάτι είναι η ζωή
σταλαγματιές αλάτι

σε ένα φλιτζάνι θα κοιτώ το μέλλον
αχνές τις πατημασιές από μορφές που θά΄ρθουν
ανάλαφρες και φτερωτές θα κατεβαίνουν
ντυμένες με ρούχα ξένα
σε μηχανές αλλόκοτες που ταξιδεύουν
όταν
θ΄ακούγεται το βουητό τ΄ανέμου
στην ίδια εκείνη θάλασσα
όπως τότε
που φρικαλέο γύρισμα
τη νέκρωσε με θαύμα

αλάτι είναι η ζωή
σταλαγματιές αλάτι


(Στις 3η Ιουνίου 1944, 350 Εβραίοι μαζί με 250 Κρητικούς και Ιταλούς κρατούμενους διακομίσθηκαν στην στοά Μακάσι του Ηρακλείου, η οποία είχε μετατραπεί από τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής σε φυλακή. Το απόγευμα της 7ης Ιουνίου υποχρεώθηκαν να επιβιβαστούν στο εμπορικό πλοίο Τάναϊς με προορισμό τον Πειραιά.Το χάραμα της 9.06. 1944 και ενώ το πλοίο κατέπλεε ανοικτά της Σαντορίνης, βυθίστηκε από το βρετανικό υποβρύχιο Vivid. Τo πλοίο βούλιαξε μέσα σε 15 λεπτά. Από τους 350 Εβραίους και τους 250 Κρητικούς και Ιταλούς κρατούμενους που ήταν κλεισμένοι στα αμπάρια, δεν σώθηκε κανείς.)

Σάββατο, 9 Μαΐου 2015

Για τον Παναγιώτη Κονδύλη...

Αναμνήσεις...

Ακολουθεί κείμενο του Σ. Ράμφου από την ιστοσελίδα του περιοδικού "Νέο Πλανόδιον". 

Γνώρισα τὸν Κονδύλη πρωτοετῆ τῆς Νομικῆς...

 Μοῦ δήλωσε ἐξ ἀρχῆς πὼς ἡ Νομικὴ τὸν εἶχε ἀπογοητεύσει καὶ πὼς ἑτοιμαζόταν ἤδη γιὰ τὶς εἰσαγωγικὲς στὴν Φιλοσοφική. Βλεπόμασταν ἀραιὰ καὶ ποῦ· ἀνταμώσαμε πάλι στὸ Δ΄ Πανσπουδαστικὸ Συνέδριο (Μάιος 1963) ὅ­που μετεῖχε στὴν ἀντιπροσωπεία τῆς Σχολῆς του. Ξαναβρεθήκαμε ἀπροσδόκητα τὸν Ὀκτώβριο 1973 στὴν βιβλιοθήκη τοῦ πανεπιστημίου τῆς Χαϊδελβέργης. Ἐ­κεῖνος ἑτοίμαζε τὴν διατριβή του κι ἐγὼ θὰ ἔμενα ἐκεῖ ἕως τὴν ἄνοιξι γιὰ νὰ βοηθήσω τὰ γερμανικά μου καὶ νὰ γνωρίσω ἀπὸ κοντὰ τὴν πνευματικὴ ζωὴ τοῦ τόπου. Πηγαινοερχόμουν ταυτόχρονα κάθε 15 ἡμέρες στὸ Παρίσι, ἐπειδὴ δίδασκα στὴν Βενσέν. Καὶ οἱ δύο εἴχαμε πρὸ πολλοῦ πάρει ἀποστάσεις ἀπὸ τὴν Ἀριστερά. Μιὰ φορὰ τὴν ἑβδομάδα παρακολουθούσαμε μαζὶ τὸ σεμινάριο τοῦ Ἴζο Κὲρν γιὰ τὸν Φίληβο τοῦ Πλάτωνος, μετὰ τὸ τέλος τοῦ ὁποίου ἀκολουθοῦσε συχνὰ βόλτα καὶ κουβέντα γιὰ τὴν δουλειά μας, γιὰ τὴν Ἑλλάδα, γιὰ τὸν κόσμο. Τοῦ μιλοῦσα γιὰ τὴν ἐργασία μου πάνω στὸν Πλάτωνα καὶ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκ­κλησίας, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὶς πνευματικὲς ζυμώσεις στὸ Παρίσι, ποὺ ἦταν τότε στὶς δόξες του. Μοῦ μιλοῦσε γιὰ τὸν Σέλλινγκ, ἀλλὰ τὸν κρατοῦσε ὁ διαλεκτικὸς ἱστορισμὸς τοῦ Χέγκελ καί, νομίζω, δὲν τὸν ἄφησε ποτέ. Σχολίαζε, θυμᾶμαι, τὰ γεγονότα τοῦ Πολυτεχνείου, γιὰ τὰ ὁποῖα διαβάζαμε στὶς ἐφημερίδες, σὰν παράδειγμα τῆς «παν­ουργίας τοῦ λόγου»: Ἕνας ἀντιδικτατορικὸς ξεσηκωμός, ἔλεγε, ἔφερε μία χειρότερη ἐκδοχὴ δικτατορίας τὴν ὥρα ποὺ πηγαίναμε γιὰ ἐκ­λογές.

Τὸ 1978-79 ξαναβρεθήκαμε, αὐτὴ τὴν φορὰ συν­υποψήφιοι γιὰ ἕδρα τῆς Φιλοσοφίας στὸ Καποδιστριακὸ Πανεπιστήμιο Ἀθηνῶν. Ἡ ἐμπειρία τῆς ἄκαρπης καὶ γιὰ τοὺς δύο ὑποψηφιότητος μᾶς ἔδεσε περισσότερο καὶ στερέωσε μέσα μας τὴν ἀπόφασι νὰ μείνουμε μὲ τὸν τρόπο μας ἐνεργοὶ ἐκτὸς συστήματος. Τηλεφωνιόμασταν ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρόν. Εἶ­χα διαβάσει καὶ ἐκτιμήσει τὸ βιβλίο του γιὰ τὸν εὐρωπαϊκὸ διαφωτισμὸ καὶ ἔ­βλεπα νὰ παίρνῃ στέρεα μορφὴ ἡ ἱστορική του κλίσι (τοῦ ἄρεσε νὰ λέῃ: «εἶμαι ἕνας ἱ­στορικός»), μολονότι ἀκόμη τὰ διαβάσματα ὑπερεῖχαν τῆς στοχαστικῆς τους ἐπεξεργασίας, κάτι ποὺ ἰσχύει χαρακτηριστικὰ γιὰ τὴν ἐργασία του περὶ νεοελληνικοῦ διαφωτισμοῦ. Τοῦ ἄρεσε ἡ μελέτη μου γιὰ τοὺς ἀσκητὲς τῆς ἐρήμου (Πελεκᾶνοι ἐρημικοί) παρὰ τὶς γενικὲς ἐπιφυλάξεις του γιὰ τὴν πίστι καὶ τὸ νόημα. Τὰ σεμινάρια τοῦ Γκάνταμερ ποὺ εἶχε παρακολουθήσει τὸν εἶχαν ἐξοικειώσει μὲ τὴν ἑρμηνευτική. Ὅμως ἡ ἐπιμονή του στὴν διαλεκτικὴ τῶν ἱστορικῶν δεδομένων καὶ διεργασιῶν, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὴν δική μου προσήλωσι στὴν πνευματικὴ σύστασι τοῦ νοήματος, χώριζε τὶς διαδρομές μας χωρὶς νὰ δοκιμάζεται ἡ σχέσι μας.

Ὁ Κονδύλης ὑποτιμοῦσε τὴν ζωὴ τῆς ψυ­χῆς καὶ τῶν συμβόλων της ὡς παραστατικὴ ἐγ­γραφὴ τοῦ ἀπολύτου στὸ μερικὸ μὲ ὑπερχρονικὴ καὶ ὑπερατομικὴ ἐμβέλεια. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ σκέψι του ἄνοιγε χῶρο καὶ ὄχι χρόνο, συνέθετε προσθετικά, ὄχι ποιητικά. Τὸν εἶχε κερδήσει τὸ ἑγελιανὸ πνεῦμα τῆς ἱστορικότητος, τῆς ἐκλογικεύσεως τῶν γεγονότων, κάτι ποὺ ἔδινε μέσα του κυρίαρχη θέσι στὸν παράγοντα τῆς συνειδήσεως. Μὲ ἐνδιέφεραν καὶ μὲ ἐνδιαφέρουν πίσω ἀπὸ τὰ γεγονότα, ποὺ δὲν παραθεωρῶ, τὰ νοήματα καὶ τὰ σύμβολα. Στὴν ἀφῃρημένη ἱστορικὴ νομοτέλεια ἀντιπαραθέτω τὸν παλμὸ τῶν βιωμάτων καὶ τῶν συμβολισμῶν ποὺ αἱμοδοτοῦν τὶς νοοτροπίες καὶ τὶς ἀντιστάσεις τους. Οὐδέποτε μοῦ μίλησε ἡ συνείδησι χωρὶς τὸ ἀσυνείδητο καί, τὸ κυριώτερο, χωρὶς τὴν κουλτούρα ἡ ὁποία τὸ μορφοποιεῖ κοινωνικά. Δὲν ἔβλεπε εἴτε δυσπιστοῦσε στὸ βάθος τῶν ψυχικῶν ῥιζωμάτων, ὁπότε ἐπιχειροῦσε διαρκῶς μία «χαρτοκοπτικὴ» ποὺ ὑπέτασσε τοὺς ψυχισμοὺς στὴν ἀναπόδραστη ματαιότητα τῶν πραγμάτων. Ἐξ οὗ καὶ διατηροῦσε στὸ σκεπτικό του παρελθούσης χρήσεως «ἐργαλεῖα», ὅπως ἐκεῖνο τῆς ἀστικῆς ὑπαναπτύξεως, προκειμένου νὰ ἑρμηνεύσῃ τὴν ἑλληνικὴ κακοδαιμονία. Γιατί ἆράγε δὲν συσχετίζει, καθ’ οἱονδήποτε τρόπο, τὰ αἴτια τῆς νεοελληνικῆς παρακμῆς μὲ τὸ ῥεῦμα τοῦ προεπαναστατικοῦ διαφωτισμοῦ μας; Μήπως γιὰ τὸν ἴδιο λόγο ποὺ δὲν βλέπει ὅτι τὸ ἑλληνικὸ πρόβλημα τὸ ἔχουν ὅλες οἱ κοινωνίες τοῦ λεγομένου «ὀρθοδόξου τόξου» ἀπὸ τὴν Κύπρο ἕως τὴν ῾Ρωσία, μέσῳ Βουλγαρίας, Σερβίας, ῾Ρουμανίας, Γεωργίας καὶ Οὐκρανίας; Οἱ νοοτροπίες καὶ οἱ πνευματικότητες γι’ αὐτὸν ἦταν ἁπλὸ παρεπόμενο! Ἀρνιόταν πὼς ἡ ζωὴ ἔχει νόημα –ὅθεν τὸ ἰσοδύναμο τῆς ἰσχύος καὶ τῆς ἀποφάσεως– ἐπειδὴ ἀκριβῶς τὸ θεωροῦσε ἕνα εἶδος χίμαιρας γιὰ νὰ λησμονοῦμε τὴν σχετικότητά μας. Θὰ συμμεριζόμουν τὴν πεποίθησί του, ἂν καὶ ἡ ἴδια δὲν εἶχε νόημα, ἂν δηλαδὴ τὸ νόημα δὲν συν­υφαινόταν μὲ τὴν ἰδιαίτερη φύσι μας, διαφορετικὴ ἀπὸ ἐκείνη τῶν ζῴων τοῦ δάσους. Σκοπὸς εἶναι ἡ εὐχαρίστησί μας νὰ κάνῃ ὅλο καὶ μεγαλύτερο χῶρο στὴν ἐσωτερικὴ πληρότητα, στὴν καλλιέργεια πνευματικῶν δυνάμεων μὲ ἀνατατικὸ ῥόλο γιὰ τὴν ζωή μας. Μήπως ὑπηρετοῦσε κάτι διαφορετικὸ μὲ τὰ γραπτά του ἢ τὶς φιλόδοξες σειρὲς βιβλίων ποὺ σχεδίασε καὶ διηύθυνε γιὰ τὶς ἐκδόσεις «Γνώση» καὶ «Νεφέλη»; Ἀσφαλῶς καὶ ἤ­θελε νὰ εἰσφέρῃ τὸν πνευματικό του ὀβολό, νὰ στηρίξῃ, χωρὶς ψευδαισθήσεις, τὸν τόπο του ὁ ὁποῖος μονίμως παραπατᾷ. Ἐπεδίωκε προφανῶς νὰ ἐπηρεάσῃ πρὸς τὸ καλύτερο τὶς συνειδήσεις, παρὰ τὴν σκληρὴ εἰρωνεία του γιὰ κάθε ἀνώτερη πίστι. Τοῦ διέφευγε ἆράγε πὼς νόη­μα δὲν εἶναι ὁ λειτουργικὸς σκοπὸς τὸν ὁποῖο ἀποδίδομε στὰ πράγματα ἀλλὰ ὁ ἀναγεννητικὸς ὁρίζοντας τῆς δημιουργίας πνευματικῶν κόσμων πάνω στὸν κόσμο, τὸ γεγονὸς ὅτι πορευόμαστε ὑψώνοντας τὴν σημαία τοῦ λόγου ὑπεράνω τῶν αἰσθήσεων, ζυμώνοντας τὴν σκέψι μὲ τὶς λέξεις;

Ἕνα βράδυ, τὴν ἄνοιξι τοῦ 1998, ὁ Τάκης εἶχε ἔρθει μὲ τὸν Γιάννη Καλιόρη (Καλεώδη) στὸ σπίτι μου. Δειπνήσαμε καὶ περάσαμε ὧρες κουβεντιάζοντας. Δὲν ἦ­ταν ὅπως τὸν ἤξερα: Κάπνιζε νευρικὰ καὶ ἀκατάσχετα, πηδοῦσε στὰ πιὸ ἄσχετα μεταξύ τους θέματα καὶ μιλοῦσε ἀγχωτικὰ γιὰ τὸν ἑαυτό του. Ἔλεγε καὶ ξανάλεγε πὼς ὁλοκληρώνει μία κοινωνικὴ ὀντολογία – ὀντολογία, ἐπεξηγοῦσε, τῶν ἱστορικῶν διεργασιῶν στὶς ὁ­ποῖες βρίσκεται ἡ αὐθεντικὴ οὐσία. Ἔδειχνε νὰ πιέζεται μέσα του ἔντονα. Εἶχε μιὰ ταραχὴ τὴν ὁποία δὲν μποροῦσε νὰ συγκρατήσῃ. Χωρίζοντας εἴπαμε νὰ ξανανταμώσουμε μετὰ τὸ καλοκαίρι. Τὸ καλοκαίρι ἦρθε, ἀλλὰ δὲν πέρασε. Καταμεσήμερο Ἰουλίου χτύπησε τὸ τηλέφωνο κι ἄκουσα τὸν Καλιόρη νὰ μοῦ λέῃ: «Χάσαμε τὸν Τάκη». Κεραυνὸς ἐν αἰθρίᾳ καὶ τέλος!

ΠΗΓΗ: Προδημοσίευση απο το βιβλίο του Στέλιου Ράμφου Ἡ νίκη σὰν παρηγοριὰ (Ἁρμός, 2015). ηλ. πηγή: περιοδικό ΝΕΟ ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ, http://neoplanodion.gr/

ΠΗΓΗ: ΣΠΥΡΟΣ ΚΟΥΤΡΟΥΛΗΣ

Παρασκευή, 8 Μαΐου 2015

Από την μετριοκρατία στην ηλιθιοκρατία...

Με αφορμή τις "συνταρακτικές" αλλαγές στον χώρο της παιδείας:
Χαιρετίζουμε το φοιτητικό άσυλο των νεοβανδάλων, τους αιώνιους φοιτητές των πανεπιστημιακών συμμοριών, τη δίκαιη αναξιοκρατία των απανταχού αγράμματων, την αριστερή κατάργηση των αριστείων και των πρότυπων σχολείων...
Επιτέλους, ήρθαμε στα ίσα μας ως νεοέλληνες. Προχωρούμε ακάθεκτοι από την μετριοκρατία στην ηλιθιοκρατία!

http://yannisstavrou.blogspot.com
Φρανσίσκο Γκόγια, El tío Paquete, λάδι σε καμβά

Και όποιος έχει κουράγιο, ας διαβάσει ένα κείμενο του Ελύτη. Έτσι για να βαυκαλιζόμαστε ότι προς στιγμήν ζούμε κάπου αλλού...

Οδυσσέας Ελύτης
ΣΥΝ ΤΟΙΣ ΑΛΛΟΙΣ

Δέν μ᾿ ἐνδιαφέρει ὁ ἐπίσημος ὅρος τῆς δουλοπρέπειας. Μ᾿ ἐνδιαφέρει ἡ οὐσία. Κι ἐκεῖνο πού ξέρω εἶναι ὅτι μ᾿ αὐτά καί μ' αὐτά ἐφτάσαμε σέ κάτι πού θά μοῦ ἐπιτρέψετε νά ὀνομάσω «ψευδοφάνεια». Ἔχουμε, δηλαδή, τήν τάση νά παρουσιαζόμαστε διαρκῶς διαφορετικοί απ' ὅ,τι πραγματικά εἴμαστε. Καί δέν ὑπάρχει ἀσφαλέστερος δρόμος πρός τήν ἀποτυχία, εἴτε σάν ἄτομο σταδιοδρομεῖς εἴτε σάν σύνολο, ἀπό τήν ἔλλειψη τῆς γνησιότητας. Τό κακό πάει πολύ μακριά. Ὅλα τά διοικητικά μας συστήματα, οἱ κοινωνικοί μας θεσμοί, τά ἐκπαιδευτικά μας προγράμματα, ἀρχῆς γενομένης ἀπό τούς Βαυαρούς, πάρθηκαν μέ προχειρότατο τρόπο ἀπό ἔξω, καί κόπηκαν καί ράφτηκαν ὅπως ὅπως ἐπάνω σ᾿ ἕνα σῶμα μέ ἄλλες διαστάσεις καί ἄλλους ὅρους ἀναπνοῆς.

Καί δέν πρόκειται βέβαια γιά «προγονοπληξία». Τά λέω, ἄλλωστε, αὐτά ἐγώ πού, σ᾿ ἕναν τομέα ὅπως ὁ δικός μου, κήρυξα μέ φανατισμό τήν ἀνάγκη τῆς ἐπικοινωνίας μας μέ τό διεθνές πνεῦμα, καί πού σήμερα μέ ἐμπιστοσύνη ἀποβλέπω στή διαμόρφωση ἑνός ἑνιαίου εύρωπαϊκοῦ σχήματος, ὅπου νά ἔχει τή θέση της ἡ Ἑλλάδα. Μέ τή διαφορά ὅτι ὁ μηχανισμός τῆς ἀφομοιώσεως τῶν στοιχείων τῆς προόδου πρέπει νά λειτουργεῖ σωστά, καί νά βασίζεται σέ μιά γερή καί φυσιολογικά ἀναπτυγμένη παιδεία. Ἐνῶ σ' ἐμᾶς, ὄχι μόνον δέν λειτουργεῖ σωστά, ἀλλά δέν ὑπάρχει κἄν ὁ μηχανισμός αὐτός γιά νά λειτουργήσει! Καί μέ τή διαφορά ἀκόμη ὅτι, ἐκτός ἀπό ἐλάχιστες ἐξαιρέσεις, ἡ ἡγετική μας τάξη, στό κεφάλαιο τῆς ἑλληνικῆς παιδείας, ἔχει μαῦρα μεσάνυχτα! Κοιτάξετε μέ προσοχή τά ἔντυπα πού εκδίδει ἡ ἴδια, ἤ πού προτιμᾶ νά διαβάζει, τά διαμερίσματα ὅπου κατοικεῖ, τίς διασκεδάσεις πού κάνει, τή στάση της ἀπέναντι στή ζωή. Οὔτε μιά σταγόνα γνησιότητας! Πῶς θέλετε, λοιπόν, ν᾿ ἀναθρέψει σωστά τή νέα γενιά; Ἀπό τά πρῶτα διαβάσματα πού θά κάνει ἕνα παιδί ὥς τά διάφορα στοιχεῖα πού θά συναντήσει στό καθημερινό του περιβάλλον, καί πού θά διαμορφώσουν τό γοῦστο του, μιά συνεχής καί άδιάκοπη πλαστογραφία καί τίποτε ἄλλο!

Θά μοῦ πεῖτε: εἶσαι λογοτέχνης, καλαμαράς, καί βλέπεις τά πράγματα ἀπό τή μεριά πού σέ πονᾶνε. Ὄχι, καθόλου! Καί νά μοῦ έπιτρέψετε νά ἐπιμείνω. Ὅλα τά ἄλλα κακά πού θά μποροῦσα νά καταγγείλω –ἡ ἔλλειψη οὐσιαστικῆς ἀποκεντρώσεως καί αὐτοδιοικήσεως, ἡ ἔλλειψη προγραμματισμοῦ γιά τήν πλουτοπαραγωγική ἀνάπτυξη τῆς χώρας, ἀκόμη καί ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο ἀσκεῖται ἡ ἐξωτερική μας πολιτική– εἶναι ζητήματα βαθύτερης ἑλληνικῆς παιδείας! Ἀπό τήν ἄποψη ὅτι μόνον αυτή μπορεῖ νά προικίσει ἕναν ἡγέτη μέ τήν ἀπαραίτητη εὐαισθησία πού χρειάζεται γιά νά ἐνστερνιστεῖ, καί ἀντιστοίχως νά ἀποδώσει, τό ἦθος τοῦ λαοῦ. Γιατί αὐτός ὁ λαός, πού τήν ἔννοιά του τήν ἔχουμε παραμορφώσει σέ σημεῖο νά μήν τήν ἀναγνωρίζουμε, αὐτός ἔχει φτιάξει ὅ,τι καλό ὑπάρχει – ἄν ὑπάρχει κάτι καλό σ᾿ αὐτόν τόν τόπο! Καί αὐτός, στίς ὧρες τοῦ κινδύνου, καί στό πεῖσμα τῆς συστηματικῆς ἡττοπαθείας τῶν ἀρχηγῶν του, αἴρεται, χάρη σ᾿ ἕναν ἀόρατο, εὐλογημένο μηχανισμό, στά ὕψη πού ἀπαιτεῖ τό θαῦμα!

Ὅσο, λοιπόν, καί ἄν εἶναι λυπηρό, πρέπει νά τό πῶ: ὁ Ἑλληνισμός, γιά τήν ὥρα τουλάχιστον, ἐπέτυχε ὡς γένος, ἀλλ᾿ ἀπέτυχε ὡς κράτος! Καί παρακαλῶ νύχτα μέρα τόν Θεό, καί τό μέλλον, νά μέ διαψεύσουν.

ΠΗΓΗ:
ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ : ΣΥΝ ΤΟΙΣ ΑΛΛΟΙΣ

Τετάρτη, 6 Μαΐου 2015

διανύω την κόλαση περιμένοντας καρπούς απ' τα ψέματα πάλι...

Φασματική Αθήνα σε χειμέριον όρθρο
ποιός θα ζυγίσει το δικό μας πόνο
μέρες
νύχτες
ώρες βροχερές
όταν μας έκλεινε η σιωπή σαν παλαιά παράθυρα...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Ακρόπολη τον χειμώνα, λάδι σε καμβα

Νίκος Καρούζος

Οιδίππους τυραννούμενος

Εζούσα τις πιο βαθιές μου λεπτομέρειες
καθώς αργά ο έρμος
διανύω την κόλαση
περιμένοντας καρπούς απ' τα ψέματα πάλι
την όσφρηση του βίαιου μυαλού μου κι ο θάνατος
αχολογούσε άρωμα μητέρας
βόσκοντας έρωτα στην αναισθησία
των άστρων ανεπαίσχυντα.
Λοιπόν η άβυσσος ο καταπιώνας που δεν κοπάζει.
Δικό μου είναι αυτό το βιβλίο η δάκνουσα λαλιά
κι η ανάγνωση.
Δεν έχω κανένα δικαίωμα στην ευτυχία.

Περπατώντας

Φασματική Αθήνα σε χειμέριον όρθρο
ποιός θα ζυγίσει το δικό μας πόνο
μέρες
νύχτες
ώρες βροχερές
όταν μας έκλεινε η σιωπή σαν παλαιά παράθυρα
δίχως τα δέντρα
δίχως της γυναίκας το φιλί
μέρες
νύχτες
ώρες βροχερές…
Να περιμένεις την πνοή π’ ανοίγει τις οράσεις
ο ποιητής ανθίζει
δεν τρέχει πίσω απ’ τις λέξεις
έχει σαν το λουλούδι μια μοίρα
είν’ ο αθέλητος
έρχεται η βροχή νοτίζει το χώμα ο ήλιος
θα ‘ρθει κ’ η νύχτα θα ‘ρθει κ’ η μέρα
και πάντα το φώς.

Η χαρά


Να έχεις το κύμα να χάνεσαι στο πλήθος
έρημος ώς τα σπλάχνα
δεν τραγουδάς
ανοίγεσαι μεσ’ στη λησμονιά κι ολοένα θυμάσαι
χρόνος αδηφάγος οπού σε κάνει αυξανόμενο νεκρό.
Να έχεις το κύμα να χάνεσαι στο πλήθος
ή ο λαιμός να καίγεται
ποιός άλλος θρίαμβος
των ηττημένων…
Α η χαρά μας είναι τρομερή με τ’ αστέρια
κομματιασμένα σε δροσερό θάνατο.
Κι ο ήλιος κάθε μέρα έρχεται
με ένα παλιό όπλο και πολλές σφαίρες

Τρίτη, 5 Μαΐου 2015

είδε τον άδειο ουρανό...

Απλώθηκες κάτω απ' τη νύχτα
σαν ένας κλειστός, πεθαμένος ορίζοντας
Φτωχή καρδιά που τρέμεις,
κάποτε ήσουν η αυγή...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Νυχτερινό, λάδι σε καμβά

Τσεζάρε Παβέζε
Είσαι σαν κάποια γη

Είσαι σαν κάποια γη
που κανένας ποτέ δεν ονόμασε.
Δεν περιμένεις τίποτα
μόνο τη λέξη
που θ’ αναβλύσει απ’ το βάθος
σαν καρπός στα κλαριά.
Ένας άνεμος σε προλαβαίνει.
Στεγνά και μαραμένα πράγματα
σε κατακλύζανε και φεύγουν με τον άνεμο.
Μέλη και λόγια αρχαία. Τρέμεις
μέσα στο καλοκαίρι.

Τη νύχτα που κοιμήθηκες

Ακόμα κι η νύχτα σου μοιάζει,
η μακρινή νύχτα που κλαίει
βουβά, βαθιά στην καρδιά ,
και τ΄ άστρα περνούν κουρασμένα.
Κάποιο μάγουλο αγγίζει άλλο μάγουλο -
είναι ένα παγωμένο ρίγος, κάποιος
παλεύει, σ' ικετεύει, μόνος,
χαμένος μέσα σου, μέσα στον πυρετό σου .

Η νύχτα υποφέρει, λαχταρά την αυγή,
φτωχή καρδιά που τρέμεις .
Ω, κλειστό πρόσωπο, σκοτεινή αγωνία,
πυρετέ που πικραίνεις τ' αστέρια,
υπάρχει κάποιος που σαν κι εσένα
λαχταρά την αυγή
γυρεύοντας το πρόσωπο σου στη σιωπή.
Απλώθηκες κάτω απ' τη νύχτα
σαν ένας κλειστός, πεθαμένος ορίζοντας
Φτωχή καρδιά που τρέμεις,
κάποτε ήσουν η αυγή.

Εσύ δεν ξέρεις

Εσύ δεν ξέρεις τους λόφους
εκεί που χύθηκε το αίμα.
Όλοι μας φεύγαμε
όλοι μας ρίξαμε
το όπλο και τ’ όνομά μας. Μια γυναίκα
μας κοιτούσε που φεύγαμε.
Ένας μονάχα από μας
στάθηκε εκεί με σφιγμένη γροθιά,
είδε τον άδειο ουρανό,
έσκυψε το κεφάλι και πέθανε
μπροστά στον τοίχο, σωπαίνοντας.
Τώρα, ένα αιμάτινο κουρέλι
και τ’ όνομά του. Μια γυναίκα
μας περιμένει στους λόφους.

Δευτέρα, 4 Μαΐου 2015

Ο αέρας υποκλίνεται στο κρύο...

Αυτό το τέλος της χρονιάς
Είναι τελείωμα δαντέλλας
από φύλλο περσινό
Που ξεπροβάλλει στη σιωπή...


This ending of the year
Is like the lacy ending
of a last year’s leaf
Turned up in silence...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Ορίζοντας φθινοπωρινός, λάδι σε καμβά

Άρθουρ Γουίντερς
Η Εύθραυστη Εποχή

Φθίνει η αύρα του καλοκαιριού,
Ο αέρας κρυώνει συνεχώς.

Κάποιος βαδίζει μοναχός
Και τρίβει τα δικά του χέρια.

Οι λιποθυμισμένες λεύκες
Ξεψυχάνε στον αέρα.
Το πρωινό
Είναι πάγος στους δρόμους.

Αυτό το τέλος της χρονιάς
Είναι τελείωμα δαντέλλας
από φύλλο περσινό
Που ξεπροβάλλει στη σιωπή.

Ο αέρας υποκλίνεται στο κρύο.

Τραγούδι

Εκεί που βγαίνω
να σε βρω στον
τάπητα των πυρωμένων
χωραφιών

οι καρδερίνες
πετάγονται ως τα
πόδια μου
σαν θυμωμένες
πικραλίδες

τρέμουνε σαν το
καρδιοχτύπι στον
αέρα και άλλο
τίποτα πέρα απ’ αυτό

Arthur Yvor Winters
The Fragile Season

The scent of summer thins
The air grows cold.

One walks alone
And chafes one’s hands.

The fainter aspens
Thin to air.
The dawn is frost on roads.

This ending of the year
Is like the lacy ending
of a last year’s leaf
Turned up in silence.

Air gives way to cold.

Song

Where I walk out
to meet you on the
cloth of burning
fields

the goldfinches
leap up about my
feet like angry
dandelions

quiver like a
heartbeat in the
air and are
no more

(μετ. Σοφία Γιοβάνογλου)

Κυριακή, 3 Μαΐου 2015

Π. Κονδύλης: Η εθνική πολιτική και η Ελλάδα στο ρόλο του "φαντασιόπληκτου θορυβοποιού"...

...η διαγραφόμενη για το άμεσο μέλλον οικονομική στασιμότητα και η συνεπόμενη στενότητα των πόρων οι οικολογικές και πληθυσμιακές αναταραχές: όλα αυτά, μαζί και με άλλα, θα ρίξουν το κάθε έθνος πίσω στις δικές του δυνάμεις, καθώς είναι ευκολότερο να συμμετέχουν όλοι στην κοινή ευημερία παρά ο ένας να βαστάζει τα βάρη του άλλου. Στην περίπτωση αυτή, στους κόλπους της «Ευρώπης» μάλλον θα είχαμε έναν συνασπισμό των ισχυρών με σκοπό ν’ απαλλαγούν από τους αδύνατους ή ανίκανους παρά την αδελφική διανομή προς ανακούφιση όσων ολιγώρησαν ή υστέρησαν...

http://yannisstavrou.blogspot.com 

Παναγιώτης Κονδύλης 
Προϋποθέσεις, παράμετροι καί ψευδαισθήσεις της ελληνικής εθνικής πολιτικής 
(απόσπασμα από το επίμετρο του βιβλίου του Π. Κονδύλη ΠΛΑΝΗΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΨΥΧΡΟ ΠΟΛΕΜΟ) 

Ἡ κομματικοποίηση τῶν μεγάλων θεμάτων τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς καὶ ἡ ἄγρια ἐσωτερική τους ἐκμετάλλευση εἶναι πασίγνωστη ἤδη ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ πάντες τὴν ἐπιρρίπτουν στοὺς πάντες — διαιωνίζοντας την. Στὸ σημεῖο αὐτὸ γίνεται ἐμφανέστατη ἡ ἐθνικὴ ἀνεπάρκεια τοῦ ἑλληνικοῦ «πολιτικοῦ κόσμου» καὶ συνάμα ὁ ὀργανικός του συγχρωτισμὸς μὲ τὴ σημερινὴ κατάσταση τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας, ὁ ὁποῖος τὸν καθιστᾶ ἀνίκανο νὰ τῆς ἀντιπαραταχθεῖ γιὰ νὰ τὴν καθοδηγήσει. Ὁ κατακερματισμὸς τῶν ἀντιλήψεων γιὰ τὴν ἑλληνικὴ ἐθνικὴ πολιτική, ὁ μικροπολιτικός της χειρισμὸς καὶ ἡ σύνδεσή της μὲ ζητήματα προσωπικοῦ γοήτρου ἀντανακλοῦν τὸν κατακερματισμὸ τοῦ κοινωνικοῦ σώματος, τὸν ἀποπροσανατολισμὸ τοῦ συνόλου λόγω τοῦ ἰδιοτελοῦς καὶ παρασιτικοῦ προσανατολισμοῦ τῶν ἀτόμων καὶ τῶν ὁμάδων.  
Σ’ αὐτὸ τὸ πλαίσιο θὰ ἦταν βέβαια μάταιο ν’ ἀναμένει κανεὶς ἀπὸ τοὺς συγκαιρινοὺς Ἕλληνες διανοουμένους νὰ δώσουν ἐκεῖνοι ὅ,τι ἀδυνατεῖ νὰ δώσει ὁ κατὰ τεκμήριο ἀρμοδιότερος «πολιτικὸς κόσμος». Ὄχι μόνον ἐπειδὴ οἱ ἴδιοι εἶναι κατακερματισμένοι σὲ ὁμάδες ἐπίσης κατακερματισμένες σὲ ἐν πολλοῖς αὐτιστικὰ ἄτομα, ὄχι μόνον ἐπειδὴ ἡ γενική τους μόρφωση θυμίζει ὡς πρὸς τὸ ποιὸν καὶ τὴ συγκρότησή της τὸν ἀεριτζίδικο καὶ αὐτοσχεδιαστικὸ χαρακτήρα τῆς ἑλληνικῆς οἰκονομικῆς δραστηριότητας, ὄχι μόνον ἐπειδὴ γιὰ τὶς παγκόσμιες πολιτικοοικονομικὲς ἐξελίξεις γνωρίζουν συνήθως ἀκόμα λιγότερα καὶ ἀπὸ τὰ ὅσα ἐπιφανειακὰ καὶ ἀσυνάρτητα γράφονται στὶς ἑλληνικὲς ἐφημερίδες, ἀλλὰ καὶ γιὰ ἕναν πρόσθετο λόγο: ἐπειδὴ ἀντιλαμβάνονται τὴν πολιτικὴ μὲ βάση φιλολογικὲς ἢ ἠθικολογικὲς κατηγορίες καὶ ἐπιχειροῦν πολιτικὲς ἀποφάνσεις στὸ ἐπίπεδο τῶν ἀντίστοιχων νερουλῶν γενικεύσεων.  
Πλεῖστοι ὅσοι  «ἀριστεροὶ»  διανοούμενοι πέρασαν τὴ ζωὴ τους κανοναρχῶντας ὅτι ἡ οἰκονομία εἶναι ἡ  «βάση»  καὶ τὰ ὑπόλοιπα τὸ  «ἐποικοδόμημα» , χωρὶς ὡστόσο ποτὲ τους νὰ πληροφορηθοῦν τί σημαίνει ἐθνικὸ εἰσόδημα ἤ ἰσοζύγιο πληρωμῶν καὶ χωρὶς ποτὲ νὰ προσπαθήσουν νὰ κατανοήσουν τὰ συγκεκριμένα προβλήματα τῆς χώρας τους ξεκινῶντας (καὶ) ἀπὸ τέτοια μεγέθη. Γι' ἄλλους πάλι, οἱ ὁποῖοι κηρύσσουν τὴν ὑπεροχὴ ἤ καὶ τὴν παντοδυναμία τοῦ  πολιτισμοῦ  ἤ τοῦ  πνεύματος , ἡ ἀφ' ὑψηλοῦ θεώρηση ἤ ἡ ἄγνοια οἰκονομικῶν, γεωπολιτικῶν ἤ στρατιωτικῶν παραγόντων μπορεῖ καὶ ν' ἀποτελεῖ περίπου τίτλο τιμῆς. Βεβαίως, μιὰ παλαιὰ καὶ δόκιμη κοινωνιολογικὴ διάκριση μᾶς λέει ὅτι διανοούμενος καὶ ἐπιστήμονας εἶναι δύο διαφορετικὰ πράγματα, ἐφ' ὅσον κύριο μέλημα τοῦ δευτέρου εἶναι ἡ συναγωγὴ πορισμάτων ἀπὸ τὴ μεθοδευμένη συλλογὴ καὶ ταξινόμηση ἐμπειρικοῦ ὑλικοῦ, ἐνῷ ὁ πρῶτος ἐνδιαφέρεται περισσότερο νὰ ἐμφανισθεῖ ὡς ταγός τῆς κοινωνίας μέσῳ τῆς διακήρυξης διαφόρων ἠθικῶν, αἰσθητικῶν καὶ ἄλλων ἰδεωδῶν. Ἀπ' αὐτὴ τὴν ἄποψη δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ περιμένει κάνεις ἀπὸ Ἕλληνες διανοουμένους νὰ προσφέρουν ὅτι ἐξ ὁρισμοῦ δὲν μποροῦν νὰ δώσουν. Τὸ μειονέκτημα τῆς Ἑλλάδας σὲ σχέση μὲ ἄλλες χῶρες εἶναι ἡ ἔλλειψη μίας πολιτικῆς ἐπιστήμης συγκροτημένης πάνω σὲ πραγματιστικὴ βάση καὶ ἀσκούμενης ἀπὸ ἐπιστήμονες, ἡ ὁποία ν' ἀντιζυγιάζει μέσα στὸν δημόσιο διάλογο τὰ φληναφήματα, τὰ εὐχολόγια καὶ τὶς ἀμπελοφιλοσοφίες.
Ἡ κοινωνιολογικὴ δυσμορφία τῶν ἐπίλεκτων ὁμάδων, ἀλλὰ καὶ τοῦ εὐρύτερου συνόλου τῆς σημερινῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας, δὲν ἐμποδίζει ἁπλῶς τὴν ἐφαρμογὴ μίας τελεσφόρας ἐθνικῆς πολιτικῆς πού καθ' αὐτὴν (θὰ μποροῦσε νὰ) ἔχει σχεδιασθεῖ στὸ χαρτί. Ἐμποδίζει τὴν ἴδια τὴ σύλληψη καὶ τὴν ὑποτύπωσή της. Πράγματι, οἱ βασικὲς ἀπόψεις πού διαγράφονται πάνω στὸ θέμα αὐτὸ οὔτε συνεκτικὲς καὶ λεπτομερεῖς εἶναι (μᾶλλον θὰ ἔπρεπε νὰ γίνει λόγος γιὰ χαλαρὲς καὶ ἐν μέρει ἀλληλοσυμπλεκόμενες τάσεις) οὔτε ἄμοιρες μονομέρειας καὶ ἀνεδαφικότητας. Ὡς κυρίαρχη καὶ εὐρύτερα ἀποδεκτή ἐθνικὴ πολιτικὴ ἐμφανίζεται σήμερα ὁ  «εὐρωπαϊκὸς προσανατολισμὸς»  τῆς χώρας, μὲ τελικό του σκοπὸ τὴν ὀργανική της ἔνταξη σὲ μίαν οἰκονομικὰ καὶ πολιτικοστρατιωτικὰ ἑνοποιημένη Εὐρώπη, μὲ τὴ βοήθεια τῆς ὁποίας ἡ Ἑλλάδα καὶ τὴν οἰκονομία της θὰ ἐκσυγχρόνιζε καὶ τὴν ἀκεραιότητά της θὰ διασφάλιζε — κοντολογῆς θὰ ἔλυνε τὸ πρόβλημα τῆς ἐθνικῆς της βιωσιμότητας. 
Πολὺ φοβοῦμαι ὅτι στὴν προοπτικὴ αὐτὴ κατὰ κύριο λόγο ἀντανακλῶνται ὄχι πραγματικὲς δυνατότητες παρὰ εὐσεβεῖς πόθοι ἀνάμικτοι μὲ μυθολογικὲς κατασκευές.  Ὅπως δηλαδή ἡ ἀκάματη ἑλληνικὴ μυθολογικὴ φαντασία πρὶν ἀπὸ λίγο ἀκόμη ἀπέδιδε ὅλα τὰ δεινὰ στὰ ζοφερὰ σχέδια καὶ τεχνάσματα τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν, ἔτσι τώρα ἀναμένει ὅλα τὰ ἀγαθὰ ἀπὸ τὸ ἀντίθετο μυθολόγημα, ἐκεῖνο τῆς γενναιόδωρης κι ἀλληλέγγυας  Εὐρώπης. Δὲν εἶναι δύσκολο νὰ ἀντιληφθεῖ κανεὶς ὅτι, ἀπὸ ψυχολογικὴ ἄποψη, ἡ εὐρωπαϊκὴ πανάκεια ἀποτελεῖ μίαν ἀκόμη  μεταμφίεση τοῦ ὄψιμου  ἐπιχώριου εὐδαιμονισμοῦ,  ὁ ὁποῖος ὀνειρεύεται ἀνεξάντλητες πηγὲς ἐπιδοτήσεων καὶ συνάμα τὴν ἔμμεση τουλάχιστον διασφάλιση τῶν συνόρων ἀπὸ ξένα ὄπλα, ἔτσι ὥστε νὰ κατοχυρωθεῖ ἀπὸ ὅλες τὶς πλευρὲς καὶ νὰ «τὴν ἀράξει». 
Ὡστόσο ἀκόμα καὶ μία γνώση τῶν διεθνῶν πραγμάτων τόσο ἀτελής, ὅσο αὐτὴ πού συναντᾶται κατὰ κανόνα στὴν Ἑλλάδα, θὰ ἀρκοῦσε γιὰ νὰ θεωρηθεῖ πρακτικὰ ἕωλη μία οὐσιώδης προϋπόθεση τῆς εὐρωπαϊκῆς προοπτικῆς, δηλαδή ἡ πεποίθηση ὅτι ἡ «Εὐρώπη» θὰ ἀποτελέσει κάποτε, ἂν ὄχι μία πραγματικὴ πολιτικὴ ἑνότητα, πάντως ἕνα σύνολο κρατῶν ἱκανὸ νὰ δρᾶ σὲ κάθε περίπτωση ἑνιαῖα καὶ ἀποφασιστικὰ· τόσο ἡ ἔνταση τῶν πλανητικῶν ἀνταγωνισμῶν ὅσο καὶ ἡ ὄξυνση τοῦ προβλήματος τῆς ἐνδοευρωπαϊκῆς ἡγεμονίας, ἰδιαίτερα μετὰ τὴ γερμανικὴ ἐπανένωση, μᾶλλον τὶς κεντρόφυγες παρὰ τὶς κεντρομόλες δυνάμεις θὰ ἐνισχύσει στὴν εὐρωπαϊκὴ ἤπειρο, κι ἂς μὴ μιλήσουμε καθόλου γιὰ τὴν ἐπικείμενη διεύρυνση τῆς Εὐρωπαϊκῆς Κοινότητας ἢ γιὰ τὶς μελλοντικὲς ἐξελίξεις στὴν ἀνατολικὴ Εὐρώπη. 
Οἱ τριγμοὶ πού ἀκούγονται στὰ θεμέλια του εὐρωπαϊκοῦ πολιτικοῦ συστήματος, καθὼς στὶς μεγαλύτερες εὐρωπαϊκὲς χῶρες τὸ κῦρος τῶν κατεστημένων κομμάτων καταπίπτει, ἐνῷ νέα ἀνέρχονται· ἡ διαγραφόμενη γιὰ τὸ ἄμεσο μέλλον οἰκονομικὴ στασιμότητα καὶ ἡ συνεπόμενη στενότητα τῶν πόρων οἱ οἰκολογικὲς καὶ πληθυσμιακὲς ἀναταραχές: ὅλα αὐτά, μαζὶ καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ρίξουν τὸ κάθε ἔθνος πίσω στὶς δικές του δυνάμεις, καθὼς εἶναι εὐκολότερο νὰ συμμετέχουν ὅλοι στὴν κοινὴ εὐημερία παρὰ ὁ ἕνας νὰ βαστάζει τὰ βάρη τοῦ ἄλλου. Στὴν περίπτωση αὐτή, στοὺς κόλπους τῆς «Εὐρώπης» μᾶλλον θὰ εἴχαμε ἕναν συνασπισμὸ τῶν ἰσχυρῶν μὲ σκοπὸ ν’ ἀπαλλαγοῦν ἀπὸ τοὺς ἀδύνατους ἢ ἀνίκανους παρὰ τὴν ἀδελφικὴ διανομὴ πρὸς ἀνακούφιση ὅσων ὀλιγώρησαν ἢ ὑστέρησαν.
Ἀλλὰ ἔστω κι ἂν δεχθοῦμε τὴν ἀντίθετη περίπτωση, ὅτι δηλαδή ἡ  Εὐρώπη  ἑνοποιεῖ, κοντὰ στὴν οἰκονομική, καὶ τὴν πολιτικοστρατιωτική της βούληση, καὶ πάλι δὲν εἶναι καθόλου βέβαιο ὅτι ἡ βούληση αὔτη θὰ συμπέσει σὲ κρίσιμα σημεῖα μὲ τὴν ἑλληνικὴ βούληση — ἂν μέχρι τότε ὑπάρχει ἑλληνικὴ ἐθνικὴ βούληση. Πάντως οἱ τελευταῖοι μῆνες τοῦ 1992 ἔδειξαν, καὶ οἱ ἐρχόμενοι θὰ δείξουν εὐκρινέστερα ἀκόμη, ὅτι οἱ Εὐρωπαῖοι ἑταῖροι τῆς Ἑλλάδας διόλου δὲν συμμερίζονται τὶς ἐπιθυμίες καὶ ἐπιδιώξεις της ὅσον ἀφορᾷ στὶς σχέσεις της μὲ τοὺς ἄμεσους γείτονες της (μερικοὶ μάλιστα ἀπ' αὐτοὺς τὴ θεωροῦν ὡς φαντασιόπληκτο θορυβοποιὸ) καὶ ὅτι προτίθενται νὰ ρυθμίσουν τὴ στάση τους ἀπέναντι στὰ συναφῆ προβλήματα μὲ γνώμονα τὶς δικές τους ἀπόψεις καὶ τὰ δικά τους συμφέροντα.   
Ὅποιος ἀπέναντι στὴν πραγματικότητα αὐτὴ ἄρχιζε καὶ πάλι τοὺς ἠθικολογικοὺς ὀδυρμούς καὶ διερρήγνυε τὰ ἱμάτια του ζητῶντας τὸ  δίκαιο , θὰ ἀπεδείκνυε ἁπλῶς ὅτι βρίσκεται ἀκόμη στὸ νηπιακὸ στάδιο τῆς πολιτικῆς ἡλικίας. Θὰ ἦταν πολὺ ἀξιοπρεπέστερο —καὶ γονιμώτερο— ἂν τὸ ἑλληνικὸ ἔθνος ἕσφιγγε τὰ δόντια καὶ ἀντλοῦσε ἕνα πικρό, ἀλλά  ζωτικὸ διπλὸ συμπέρασμα: ὅτι ἡ σημερινὴ Ἑλλάδα ἀποτελεῖ στὸ πλαίσιο τῆς διεθνοῦς κοινότητας μιὰ παρακατιανὴ ἐπαρχία, ἡ ὁποία, κατὰ μέγα μέρος ἀπὸ δική της ὑπαιτιότητα, εἶναι ὄχι μόνον ἀνίσχυρη, ἀλλά  καὶ ἀνυπόληπτη, καὶ ὅτι γι' αὐτὸν τὸν λόγο σὲ κάθε μεγάλη κρίση θὰ βρεθεῖ ἐξ ἴσου μονὴ ὅσο λ.χ. καὶ τὸ 1974. Βεβαίως, μιὰ τέτοια νηφάλια διαπίστωση κάθε ἄλλο παρὰ πρέπει νὰ ὁδηγήσει σὲ μιὰ —διόλου νηφάλια— διάθεση ἀποκοπῆς ἀπὸ κάθε συμμαχία καὶ κάθε εἴδους ἔνταξη σὲ ὑπερεθνικοὺς ὀργανισμούς. Ἄλλα, ἂν θυμηθοῦμε τὰ ὅσα εἴπαμε πρὶν σχετικὰ μὲ τὶς προϋποθέσεις τῆς ἐνεργοποίησης τῶν συμμαχιῶν καὶ τὰ μεταφέρουμε στὶς σχέσεις τῆς Ἑλλάδας μὲ τὴν Εὐρωπαϊκὴ Κοινότητα, θὰ δοῦμε ὅτι μόνο μιὰ ἰσχυρὴ (καὶ στὴν ἀνάγκη αὐτάρκης) Ἑλλάδα θὰ προσδώσει πολιτικὸ βάρος στὴν εὐρωπαϊκὴ ἔνταξη, ὄντας σεβαστὴ στοὺς ἑταίρους της· ὅπως δείχνει καθημερινὰ ἡ ἐμπειρία, ἡ ἒνταξη ἀπὸ μονή της οὔτε ἀποτελεῖ οἰκονομικὴ ἤ πολιτικὴ πανάκεια οὔτε ἰσχυροποιεῖ αὐτόματα τὴν Ἑλλάδα μέσα στὴν ἰδιαίτερη γεωπολιτική της περιφέρεια.  Ἴσως νὰ φαίνεται παράδοξο, ἀλλά  στὸ πλαίσιο μίας τελεσφόρας καὶ μακρόπνοης ἐθνικῆς πολιτικῆς ὁ ἐξευρωπαϊσμός, καὶ ὁ ἐκσυγχρονισμὸς γενικότερα, πρέπει νὰ προχωρήσουν ἀκριβῶς γιὰ νὰ μπορεῖ μιὰ κραταιωμένη Ἑλλάδα νὰ μὴν εἶναι ἐξάρτημα ἤ μπαίγνιο τῆς  Εὐρώπης, γιὰ νὰ εἶναι σὲ θέση, ἂν χρειασθεῖ, νὰ τραβήξει τὸν δρόμο πού θὰ τῆς ὑπαγορεύσουν τὰ δικά της συμφέροντα, ὅταν αὐτά συγκρουσθοῦν μὲ ἐκεῖνα τῶν Εὐρωπαίων ἑταίρων της.

Ὥστε ἡ «εὐρωπαϊκὴ ἔνταξη» διόλου δὲν θὰ λύσει τὰ μεγάλα προβλήματα τῆς ἑλληνικῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς κατὰ τὸν εὐθύγραμμο τρόπο πού φαντάζονται πολλοὶ Ἕλληνες «εὐρωπαϊστές», ποζάροντας ἀπὸ τώρα ὡς ξεσκολισμένοι καὶ ὑπερώριμοι «Εὐρωπαῖοι». Ὅμως ἐπίσης δὲν θὰ τὰ ἔλυνε μία ἑλληνοκεντρικὴ ἀναδίπλωση, ἡ ὁποία ναὶ μὲν εἶναι χρήσιμη γιὰ νὰ θυμᾶται κανεὶς πού καὶ πού ὅτι σὲ τελευταία ἀνάλυση πρέπει νὰ σταθεῖ στὰ δικά του τὰ πόδια, ἐφ’ ὅσον οὔτε ἀπὸ τὸ πετσὶ του μπορεῖ νὰ βγεῖ, ὡστόσο καθίσταται ἐπιζήμια ὅταν ὡς πρόταση συνάπτεται μὲ διάφορες ἀνιστόρητες ἀνοησίες πού ἀντιπαραθέτουν στὴν «πνευματικὴ» Ἀνατολὴ τὴν «ὑλόφρονα» Δύση κτλ. 
Τέτοιες ἀντιλήψεις μποροῦν νὰ χρησιμεύσουν μονάχα ὡς ἰδεολογικὲς ὑπεραναπληρώσεις λαῶν συχνὰ ταπεινωμένων καὶ μὲ ἐλάχιστη συνεισφορὰ στὸν σύγχρονο πολιτισμό, δὲν προσφέρονται ὅμως ὡς πυξίδα μίας ἐθνικῆς πολιτικῆς πάνω στὸν σημερινὸ πλανήτη. 
Γιατί, θέτοντας στὸ ἐπίκεντρο ἠθικὰ ἢ μεταφυσικὰ μεγέθη, φενακίζουν τὰ πνεύματα, καθὼς ἐπικαλύπτουν κάτω ἀπὸ διανοουμενίστικες ἀοριστολογίες τὴν καθοριστικὴ σημασία τῆς μεθόδου τοῦ οἰκονομεῖν γιὰ μία σύγχρονη κοινωνία καὶ τοὺς ὑπαρξιακοὺς κινδύνους μίας οὐσιώδους ὀλιγωρίας στὸ σημεῖο αὐτό. Ἐδῶ πρέπει νὰ ὑπογραμμισθεῖ ὅτι ἡ συνήθης ἀντιπαράθεση τῶν ἐκσυγχρονιστικῶν τάσεων πρὸς τὴν καλλιέργεια τῆς ἐθνικῆς παράδοσης εἶναι ἁπλουστευτικὴ καὶ παραπλανητική. Μονάχα ἡ εὐόδωση τῆς ἐκσυγχρονιστικῆς προσπάθειας ἐπιτρέπει τὴν ἐπιτυχῆ ἅμιλλα μὲ ἄλλα ἔθνη καὶ ἔτσι χαρίζει τὴν αὐτοπεποίθηση ἐκείνη, ἡ ὁποία ἐπιτρέπει τὴν ἀπροβλημάτιστη ἀναστροφὴ μὲ τὴν ἐθνικὴ παράδοση καὶ καθιστὰ ψυχολογικὰ περιττὸ τὸν πιθηκισμό. Ἀντίθετα, ἡ ἀνικανότητα ἑνὸς ἔθνους νὰ συναγωνισθεῖ τὰ ἄλλα σὲ ὅ,τι σήμερα — καλῶς ἤ κακῶς — θεωρεῖται κεντρικὸ πεδίο τῆς κοινωνικῆς δραστηριότητας θέτει σὲ κίνηση ἕναν διπλὸ ὑπεραναπληρωτικὸ μηχανισμό: τὸν πιθηκισμὸ ὡς προσπάθεια νὰ ὑποκαταστήσεις μὲ ἐπιφάσεις ὅ,τι δὲν κατέχεις ὡς οὐσία καὶ τὴν παραδοσιολατρία ὡς ἀντιστάθμισμα τοῦ πιθηκισμοῦ. Ἀπ’ αὐτὴ τὴν ἄποψη, ὁ πτωχοπροδρομικὸς ἑλληνοκεντρισμὸς καὶ ὁ κοσμοπολίτικος πιθηκισμὸς ἀποτελοῦν μεγέθη συμμετρικὰ καὶ συναφῆ, ὅσο κι ἂν φαινομενικὰ ἐκπροσωποῦν δύο κόσμους ἐχθρικοὺς μεταξύ τους. Μονάχα ὁ ἐκσυγχρονισμὸς στὴ βάση μίας μακρόπνοης ἐθνικῆς πολιτικῆς καὶ ἐθνικῆς ἀνανέωσης θὰ δημιουργήσει συνθῆκες ψυχικῆς ὑγείας, ἔτσι ὥστε καὶ ἡ ἀναγκαιότητα τοῦ ἐκσυγχρονισμοῦ (στὴ μορφὴ τῆς τεχνικῆς-οἰκονομικῆς ὀρθολογικότητας) νὰ καταφάσκεται καὶ ἡ στενότητα τῆς παράδοσης νὰ γίνεται αἰσθητή, καὶ οἱ ἐπικίνδυνες ἀντινομίες τοῦ σύγχρονου κόσμου νὰ διαπιστώνονται ψύχραιμα καὶ ἡ ἐθνικὴ παράδοση νὰ βιώνεται δίχως συμπλέγματα κατωτερότητας ἢ ἀνωτερότητας.

Καὶ ἡ τελευταία τάση, γιὰ τὴν ὁποία θὰ μιλήσουμε ἀκροθιγῶς σὲ σχέση μὲ τὴν ἑλληνικὴ ἐθνικὴ πολιτική, δὲν διαθέτει κάποιον ἀξιόλογο καὶ μαζικὸ πολιτικὸ φορέα, ἀλλὰ εἶναι μᾶλλον διάχυτη, ὅπως καὶ ἡ προηγούμενη. Ἁπλώνεται σὲ διάφορους βαθμοὺς ἀσάφειας κυρίως μέσα στὸν χῶρο τῆς εὐρύτερης ἀριστερᾶς, μολονότι κάποτε συνοδοιπορεῖ μὲ τὴν πολιτικὴ τῆς εὐρωπαϊκῆς ἔνταξης, ἂν καὶ ἐφ’ ὅσον ἀπ’ αὐτὴν ἀναμένεται ἡ ἄμβλυνση τῶν ἐθνικισμῶν καὶ ἡ προαγωγὴ τῆς εἰρήνης ἢ τῆς συναδέλφωσης μεταξὺ τῶν λαῶν μέσω τῆς ἀπάλειψης τῶν συνόρων, τῆς καθολικῆς ἐφαρμογῆς τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων κτλ. κτλ. Τέτοιοι, κατὰ βάθος ἀπολιτικοί, εὐσεβεῖς πόθοι ἀποτελοῦν κατ’ οὐσία τὴν ἀριστερὴ ἐκδοχὴ ἢ παραλλαγὴ τοῦ μαζικοδημοκρατικοῦ εὐδαιμονισμοῦ, ὁ ὁποῖος ὀνειρεύεται μία κατάσταση, ὅπου συλλογικὲς προσπάθειες καὶ συλλογικὲς θυσίες θὰ εἶναι περιττές, καὶ τὴν ἀπροθυμία του γι’ αὐτὲς τὴν ντύνει μὲ ψευτοηθικὲς δεοντολογίες. 
Μετὰ τὴν κατάρρευση τοῦ κομμουνιστικοῦ κινήματος, οἱ παρεμφερεῖς ἀντιλήψεις ἐκπληρώνουν μία πρόσθετη ψυχολογικὴ λειτουργία. Πολλοί, τῶν ὁποίων οἱ ἐλπίδες, οἱ διαγνώσεις καὶ οἱ προγνώσεις διαψεύσθηκαν παταγωδῶς καὶ οἱ ὁποῖοι τώρα δὲν ἔχουν ἀρκετὴ ἀξιοπρέπεια γιὰ νὰ σωπάσουν καὶ νὰ ἀναρωτηθοῦν μήπως εἶναι ἀνίκανοι νὰ καταλάβουν τί γίνεται στὸν κόσμο, παρὰ ἀντίθετα συνεχίζουν ἀπτόητοι τὴ φιλόδοξη πολιτικὴ ἢ συγγραφική τους σταδιοδρομία ἐπικαλούμενοι τὴν ἀκατάλυτη πίστη τους στὸ «μέλλον τοῦ ἀνθρώπου» καὶ στὴν «πρόοδο» — πολλοὶ τέτοιοι, λοιπόν, ζητοῦν σήμερα ὑποκατάστατα τῶν παλαιῶν ὀρθόδοξων σοσιαλιστικῶν οὐτοπιῶν σὲ θολοὺς εἰρηνισμοὺς καὶ σὲ οἰκουμενιστικὲς ἠθικολογίες. Νομίζουν ὅτι μὲ τὸν τονισμὸ τοῦ μεγάλου κοινοῦ ἀνθρωπιστικοῦ παρονομαστῆ καὶ μὲ τὴν ὑπόμνηση τοῦ πάντα ἀδιάπτωτου ἀνθρωπιστικοῦ τους φρονήματος θὰ ρίξουν μία γέφυρα ἀνάμεσα στὶς χθεσινὲς καὶ στὶς σημερινές τους τοποθετήσεις, σβήνοντας ἔτσι ἀπὸ τὴ μνήμη τῶν ἄλλων τὶς πολιτικὲς τους γκάφες καὶ διασκεδάζοντας τὶς εὔλογες ἀμφιβολίες, ὡς πρὸς τὶς πνευματικές τους ἱκανότητες σ’ ὅ,τι ἀφορᾶ στὴ σύλληψη πολιτικῶν καταστάσεων. Ὁ κόπος τους φαίνεται ὡστόσο νὰ πηγαίνει χαμένος. Γιατί καὶ τὰ καινούργια τους θεολογούμενα ἀπέχουν, τὸ ἴδιο ὅπως καὶ τὰ παλιά, παρασάγγες ἀπὸ τὶς κινητήριες δυνάμεις τῆς σύγχρονης πλανητικῆς ἱστορίας καὶ ἀπὸ τὸν χαρακτήρα τῆς πολιτικῆς. Εἶναι πολιτικὰ νήπιος ὅποιος ἀναφέρεται στὶς δῆθεν γενικὲς σύγχρονες τάσεις γιὰ ὑπέρβαση τοῦ ἐθνικοῦ κράτους καὶ γιὰ τὴ βαθμιαία πτώση τῶν συνόρων, ἀποσιωπῶντας ὅτι εἶναι δύο πολὺ διαφορετικὰ πράγματα νὰ περνοῦν τὰ σύνορά σου στρατιὲς τουριστῶν καὶ νὰ τὰ περνοῦν τὰ στρατεύματα ἑνὸς γειτονικοῦ κράτους. Καὶ ἐξ ἴσου πολιτικὰ νήπιοι εἶναι ὅσοι φαντάζονται ὅτι τὰ «ἀνθρώπινα δικαιώματα» μποροῦν ν’ ἀποτελέσουν ἀμετακίνητο κριτήριο γιὰ τὴν ἄσκηση ἐθνικῆς πολιτικῆς, παραγνωρίζοντας τὴ συγκεκριμένη ἐπήρεια καὶ χρήση τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων σὲ κάθε πολιτικὴ συγκυρία. 
Γιὰ νὰ τὸ ποῦμε εἰλικρινὰ καὶ ἀπερίφραστα: θὰ ἦταν κάτι σὰν ἐθνικὴ αὐτοχειρία, ἂν σήμερα ἡ Ἑλλάδα γνοιαζόταν πρωταρχικὰ γιὰ τὰ ἀνθρώπινα δικαιώματα τῶν μουσουλμάνων τῆς Βοσνίας, ὑποστηρίζοντας μεταξὺ ἄλλων καὶ τὸ δικαίωμα τους ν' αὐτοδιατεθοῦν καὶ νὰ σχηματίσουν ἕνα δεύτερο μουσουλμανικὸ κράτος στὰ Βαλκάνια. Φαίνεται πάντως ὅτι τὸ ἔνστικτο τῆς ἐθνικῆς αὐτοσυντήρησης λειτουργεῖ βουβὰ μέν, ἀλλὰ ἀλάνθαστα καὶ στοὺς παρ' ἡμῖν ζηλωτὲς τοῦ εἰρηνισμοῦ καὶ τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων. Κανείς τους δὲν διαδήλωσε ὑπὲρ τῶν μουσουλμάνων Βοσνίων, ὅπως λ.χ. θὰ διαδήλωνε ὑπὲρ τῶν Κούρδων τῆς Τουρκίας• ἐπίσης κανεὶς δὲν φάνηκε νὰ ἐνοχλεῖται ἰδιαίτερα ὅταν πρὶν ἀπὸ μερικὰ χρόνια ἡ τουρκικὴ μειονότητα τῆς Βουλγαρίας διωκόταν συστηματικά. Τέτοιες πράξεις ἤ παραλείψεις δὲν ὑπαγορεύονται βέβαια ἀπὸ κακοπιστία ἤ συνειδητὸ ὑπολογισμὸ· μᾶλλον ἐκφράζουν ὑποσυνείδητους αὐτοματισμούς, οἱ ὁποῖοι μὲ τὴ σειρὰ τους καθιστοῦν πρόδηλη τὴν ἔμπρακτη ἀδυναμία νὰ στηριχθεῖ μία ρεαλιστικὴ ἐθνικὴ πολιτικὴ σὲ ἀμιγεῖς οἰκουμενικὲς ἀρχές.

Ἂς ἐπαναλάβουμε, κλείνοντας, ὅτι σκοπὸς τῶν σύντομων αὐτῶν παρατηρήσεων δὲν ἦταν, οὔτε μποροῦσε νὰ εἶναι, ἡ διατύπωση συγκεκριμένων προτάσεων πάνω στὰ συγκεκριμένα προβλήματα πού ἀντιμετωπίζει σήμερα ἡ ἑλληνικὴ ἐξωτερικὴ πολιτική. Θελήσαμε νὰ τονίσουμε τὴν ἁπλῆ καὶ στοιχειώδη ἀλήθεια, ὅτι μία τελεσφόρα καὶ μακρόπνοη ἐθνικὴ πολιτικὴ μπορεῖ ν’ ἀπορρεύσει μονάχα ἀπὸ μίαν ἀκμαία ἐθνικὴ ὀντότητα ὡς conditio sine qua non. Τὸ τί θὰ κάμει στὰ ἐπὶ μέρους ὅποιος διαθέτει τὴν ἀπαραίτητη τούτη προϋπόθεση ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν ἑκάστοτε διεθνῆ συσχετισμὸ δυνάμεων, ἀπὸ τὶς ἑκάστοτε ἀνάγκες καὶ ἐπιδιώξεις του. Γιὰ νὰ περπατήσει κανεὶς πρέπει πρῶτα-πρῶτα νὰ ἔχει πόδια· τὸ ποῦ, πῶς καὶ πότε θὰ πάει, δὲν τὸ ξέρει πάντοτε ἐκ τῶν προτέρων καὶ δὲν τὸ καθορίζει πάντοτε ὁ ἴδιος. Συχνότατα ἡ σημερινὴ ἑλληνικὴ ἐθνικὴ πολιτικὴ θυμίζει κάποιον ὁ ὁποῖος δὲν ἀνησυχεῖ γιατί δὲν ἔχει πόδια, πιστεύοντας ὅτι στὴν κρίσιμη στιγμὴ θὰ τοῦ φυτρώσουν φτερά. Ἡ στάση αὐτὴ δὲν προμηνύει τίποτε καλό. Πράγματι, μία νηφάλια ἐκτίμηση μᾶλλον θὰ κατέληγε στὸ πόρισμα ὅτι εἶναι ἄκρως ἀμφίβολο ἂν ἡ Ἑλλάδα θὰ μπεῖ στὸν ἐπίπονο καὶ τραχὺ δρόμο τῆς ἐσωτερικῆς ἀνόρθωσης, πού μόνος θὰ τῆς ἔδινε τὶς προϋποθέσεις γιὰ τὴν ἄσκηση ἐθνικῆς πολιτικῆς ἱκανῆς ν’ ἀντεπεξέλθει στὶς ἐξαιρετικὰ δυσχερεῖς συνθῆκες τῆς σημερινῆς πλανητικῆς συγκυρίας. Μᾶλλον θὰ συνεχίσει νὰ αἰωρεῖται ἀμήχανα μεταξὺ εὐρωπαϊκῶν ἐλπίδων καὶ ὑπεραναπληρωτικοὺ νευρωτικοῦ ἐθνικισμοῦ, ἀνήκοντας στὴν Εὐρώπη μὲ τὸν πιθηκισμό της καὶ στὰ Βαλκάνια μὲ ὅ,τι γνησιώτερο ἔχει: τὴ μιζέρια καὶ τὸν ἐπαρχιωτισμό της.

Αὐτὸ ἐπιβάλλεται νὰ πεῖ ὅποιος ἐπιχειρεῖ σήμερα μία διάγνωση πέρα ἀπὸ ἐπιθυμίες καὶ φόβους, συμπάθειες καὶ ἀντιπάθειες. Οὔτε ἀγνοῶ οὔτε λησμονῶ τὶς ἄκρως τιμητικὲς ἀτομικὲς ἐξαιρέσεις ἔναντι τῶν κανόνων πού διέπουν τὴ λειτουργία τῆς σημερινῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας. Ὅμως οἱ ἐξαιρέσεις δὲν μποροῦν ν’ ἀποτελέσουν τὸ ἀντικείμενο μίας σύντομης κοινωνιολογικῆς καὶ πολιτικῆς ἀνάλυσης, ὅταν οἱ κανόνες εἶναι τόσο ἐξόφθαλμοι καὶ τόσο ἐπαχθεῖς. Πολλοὶ ἴσως βροῦν ὑπερβολικὰ καυστικὲς διάφορες ἐκφράσεις ἀπ’ ὅσες χρησιμοποιήθηκαν στὴν παραπάνω περιγραφή. Θὰ εἶναι ἀσφαλῶς ἐκεῖνοι πού ἀκόμα δὲν κατάλαβαν ὅτι στὴν Ἑλλάδα δὲν ὑπάρχουν πιὰ περιθώρια γιὰ μισόλογα καὶ διακριτικοὺς ὑπαινιγμούς.