t


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ναυτικά τοπία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ναυτικά τοπία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου 2015

έαρ συντετριμμένο...

Αγγίζοντας αληθινά πουλιά στο έρεβος
αγγίζει νέους ουρανούς
η προσευχή του μάχη.
Έαρ μικρό, έαρ βαθύ, έαρ συντετριμμένο...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Πειραιάς στο φεγγαρόφωτο, λάδι σε καμβά

Νίκος Καρούζος
Άσμα μικρό

Χάθηκε αυτός ο οδοιπόρος.
Είχε συνάξει λίγα φύλλα
ένα κλαδί γεμάτο φως
είχε πονέσει.
Και τώρα χάθηκε...
Αγγίζοντας αληθινά πουλιά στο έρεβος
αγγίζει νέους ουρανούς
η προσευχή του μάχη.
Έαρ μικρό, έαρ βαθύ, έαρ συντετριμμένο.
*
Ο δωδεκάλογος του Νίκου Καρούζου
(Στoν Hλία Πετρόπουλο)

1. Να μην ειρηνεύεις ανώφελα.

2. Να μην πολεμάς επίσης ανώφελα.

3. Ν' αγαπάς τον ήλιο, μα όχι σαν θεότητα.

4. Ν’ αποστρέφεσαι τη σελήνη σαν έδαφος.

5. Να πηγαίνεις καμιά φορά στην εκκλησία, δε χάνεις τίποτα.

6. Να θυμάσαι λιγάκι το θάνατο, μα όχι σα θάνατο.

7. Να βλέπεις τη ματαιότητα και της ιδέας της ματαιότητας.

8. Να λες έλληνας και να νιώθεις άλλην ομορφιά, να μη νιώθεις ελληνικότητα.

9. Να γράφεις αγαπώντας το άγραφο.

10. Να στοχάζεσαι πέρ’ απ' τους στοχασμούς σου.

11. Να μην ξεχνάς την ύπαρξη του ανύπαρχτου.

12. Νάν τα διαβάζεις κάθε μέρα τούτα.

(21.12.71)
*
Από το βιβλίο «Συνεντεύξεις του Νίκου Καρούζου» εκδόσεις Ίκαρος 2002

Του Νίκου Καρούζου
Σκέφτομαι ότι θα μπορούσαμε ν’ αντιμετωπίζουμε το περιεχόμενο της ζωής απαλλαγμένο από κάθε πεποίθηση ή προκαταβολική αντίληψη. Έτσι, μπαίνουμε περισσότερο, και πιο ήρεμα, στην πραγματικότητα. Συνεπώς , το μόνο που έχω να πω είναι ότι η σύγχρονη ποίηση είναι αυτή που είναι.
Πραγματικά, η ποίηση μετέχει στις αξίες του κόσμου. Εκφράζει βαθύτερες αρχετυπικές νοσταλγίες του ανθρώπου, και είναι το σπουδαιότερο σχολείο ελευθερίας. Δείχνει στον άνθρωπο τους δεσμούς του με κάτι απόλυτο, με κάτι ανεπίδεκτο ερμηνείας. Η γνώμη μου είναι ότι η ποίηση προχωρεί σε πιο πολύπλοκες από άλλοτε συνειδητοποιήσεις της υπάρξεως και σε πιο εσωτερικές “θέες”…
Δίνονται κάθε τόσο διάφοροι ορισμοί (για την ποίηση). Προσωπικά, δεν συμπαθώ καθόλου τους ορισμούς, γιατί σκεπάζουν αντί να ξεσκεπάζουν τα ζητήματα. Ειδικά στο θέμα της ποιητικής λειτουργίας και κατ’ επέκταση της ποιήσεως, οι δυσκολίες να την ορίσουμε αυξάνουν, επειδή κάθε ποιητής είναι και ένα είδος ορισμού της ποιήσεως…
Η μοναξιά, φίλε, είναι τρομερή στις μέρες μας. Το κακό το έκανε η περίφημη «καταναλωτική κοινωνία», στην οποία ζούμε. Πολλαπλασιάζουμε ολοένα τις επιθυμίες και τις ανάγκες μας, με αποτέλεσμα να μην έχουμε ούτε λεπτό της ώρας για ανθρώπινη επαφή, για γνησιότητα επικοινωνίας. Η μοναξιά μας γίνεται έτσι το σκληρό τίμημα της παγερής ομαδικότητας, που καθορίζεται από δυο θεότητες: την ταχύτητα και τη διαφήμιση.

"Και πώς εξηγείται το γεγονός ότι το είδος (η ποίηση) στη χώρα μας δεν έχει μεγάλο αναγνωστικό κοινό; Μήπως αυτό οφείλεται στην «ερμητικότητα» της μοντέρνας ποιήσεως;"

Οφείλεται και στην «ερμητικότητα». Βασικά, όμως, προέρχεται από το χαμηλό πνευματικό επίπεδο του μεγάλου αναγνωστικού κοινού. Βλέπετε την κυκλοφορία που έχουν τα φτηνά σε περιεχόμενο έντυπα, βλέπετε τη λύσσα που έχει πιάσει τον κόσμο για εύκολη απόλαυση… Πώς να υπάρξει, λοιπόν, αναγνωστικό κοινό της ποιήσεως; Υπάρχει μόνο η αδυναμία των περισσοτέρων ανθρώπων να ξεπεράσουν την τυπική λογική τους.
Η ποίηση δεν πιστεύω πως θα χαθεί ποτέ από τον κόσμο. Γι’ αυτό το πράγμα είμαι βέβαιος, επειδή δεν θα λείψουν ποτέ οι ποιητές. Άλλο τόσο βέβαιος είμαι, ωστόσο, για το γεγονός ότι δεν έχει στο ιλιγγιώδες τεχνολογικό μέλλον σπουδαίες πιθανότητες να παίξει, [...] λυτρωτικό ρόλο. Χωρίς να κινδυνεύει σαν δημιουργική ανάγκη, θα τοποθετηθεί στην άκρη της Ιστορίας. Όλα, όμως, είναι μακροχρονίως προσωρινά!
Ο ποιητής, ο καλλιτέχνης γενικά, είναι ένα «πρόσωπο», με τη φιλοσοφική διάσταση που παίρνει η λέξη. Αλλά με την ίδια διάσταση είναι και μια απρόσωπη δύναμη. Μάχεται με την έκφραση για τον αυτοκαθορισμό του, που περιέχει τη λαχτάρα της ταυτίσεως με τη ζωή.

Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2015

Μήνυμα δε μου έρχεται κανένα...

προς τα καράβια πού 'φυγαν εκοίταζαν - ακόμα...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Ναυτική ιστορία, λάδι σε καμβά

Κώστας Ουράνης
Nel mezzo del᾿ cammin...

Νά ῾μαι κ᾿ ἐγὼ στὸ μέσο της ζωῆς μου,
μὰ δάσο σκοτεινὸ δὲ βλέπω μπρός μου
κι οὔτε τὸ φάντασμα τοῦ Βιργιλίου,
νὰ γίνει παραστάτης κι ὁδηγός μου.

Οὔτε δάσο, οὔτε φάντασμα! Μονάχα
μιὰ πένθιμη ἐρημία ποὺ μὲ παγώνει.
Ὅσο βαδίζω, τόσο καὶ πλαταίνει
τῆς σιωπῆς ὁ κύκλος ποὺ μὲ ζώνει...

Σὰν ξένη, σὰν ἀπίθανη ἱστορία
σ᾿ ἕνα παλιὸ βιβλίο ἰστορημένη
καὶ ποὺ θαμπὰ τὴν κράτησεν ἡ μνήμη -
ὅλη ἡ ζωή μου, τώρα, ἡ περασμένη.

Μήνυμα δὲ μοῦ ἔρχεται κανένα
κι ἄνοιξη πιὰ καμμία δὲν περιμένω:
στὸ δρόμο τὸ γυμνὸ ποὺ περπατάω,
ὡσότου νὰ πεθάνω - θὰ πεθαίνω!


Νοσταλγίες

Μοιάζω τοὺς γέρους ναυτικοὺς μὲ τὶς ρυτιδωμένες
καὶ τὶς σφιγγώδεις τὶς μορφές, ποὺ εἶδα στὴν Ὁλλανδία,
παράμερα στῶν λιμανιῶν τοὺς φάρους καθισμένους
νὰ βλέπουνε, ἀμίλητοι, νὰ φεύγουνε τὰ πλοῖα.
Τὰ μάτια τους, ποὺ εἴχανε δεῖ κυκλῶνες καὶ ναυάγια,
λαχταριστά, νοσταλγικὰ τὰ παρακολουθοῦσαν,
καθὼς σηκώναν τὶς βαριὲς ποὺ τρίζαν ἄγκυρές τους
καὶ μπρὸς στοὺς φάρους ἤρεμα, πελώρια περνοῦσαν.
Σὲ λίγο τὴν ἀπέραντη τὴ θάλασσα ἀλαργεύαν
καὶ χάνονταν, ἀφήνοντας στὴν πορφυρὴ τὴ δύση
ἕναν καπνό, ποὺ αὐλάκωνε τὸν οὐρανὸ πρὶν σβήσει:
κι ὅμως οἱ γέροι ναυτικοί, ἀκίνητοι στοὺς φάρους,
μὲ τὴ μεγάλη πίπα τους σβησμένη πιὰ στὸ στόμα,
πρὸς τὰ καράβια πού ῾φυγαν ἐκοίταζαν - ἀκόμα...

Σάββατο 24 Μαΐου 2014

Ήρθαν τ' ανθρωπάκια απ΄τα καραβάκια...

Ὀλίγον κατ᾿ ὀλίγον, ἀφοῦ συνεπληρώθη ἡ τετραετία του, ὁ κ. Νῖκος Ἀγγούδης μετεκόμισε τὴν δημοτικότητά του, τὴν φιλοπατρίαν, καὶ ὅλα τὰ προγράμματά του εἰς τὴν πέραν μεγάλην νῆσον, κ᾿ ἔπαυσε πλέον νὰ παίζῃ «κριθάρα» καὶ νὰ κατεβάζῃ ἀπὸ τὸ βουνὸν εἰς τὴν πόλιν τὴν βρύσιν τοῦ Προφήτου Ἠλιού...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Ύδρα, λάδι σε χαρτί

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Δημαρχίνα Νύφη

Τριάντα τόσα κομμάτια καράβια εἶχον καταπλεύσει εἰς τὸν λιμένα. Δέκα μεγάλα βρίκια, γολέτες δώδεκα, καὶ δύο ἢ τρία μπάρκα ἢ τρικάταρτα καὶ χωριστὰ ἄλλα μικρότερα, κότερα, βρατσέρες καὶ λόβερ. Καὶ τότε ὁ μακαρίτης ὁ γερο-Γιαλέδης, ὅστις ἦτο σφόδρα ἐναντίος εἰς τὴν ἰδέαν, δι᾿ ἣν εἶχον παραταχθῆ ὡς εἰς ναυμαχίαν ὅλα τὰ σκάφη ταῦτα, ἔλεγε πρός τινα ἄλλον νεώτερον ὁμόφρονά του ἓν παλαιὸν δίστιχον:
Ἦρθαν τ᾿ ἀνθρωπάκια
 ἀπ᾿ τὰ καραβάκια.
Ὅλαι αἱ παλαιαὶ ναυτικαὶ οἰκογένειαι τοῦ τόπου, Μαϊμπαῖοι, Γιακουμπαῖοι, Κουμπαῖοι, Χαναῖοι, †Μολεγοναῖοι†, Μπουμπαῖοι (καὶ ὁ διηγούμενος ταῦτα ἐπρόσθετε: Μπουλμπεραῖοι, Ἀστραφταῖοι, Μπουμπουναῖοι καὶ Καρουταῖοι, Σταχταῖοι, Σπουρναῖοι, Καπναῖοι καὶ λοιποί) εἶχον βάλει πεῖσμα ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐκλεχθῇ ἐξ ἅπαντος εἰς τὴν ἐπικειμένην δημοτικὴν ἐκλογήν, ὡς ἄρχων τοῦ τόπου, ὁ κ. Νῖκος Ἀγγούδης, νεαρώτατος δικηγόρος τῆς τελευταίας κοπῆς, νεωτεριστής, ἐρωτύλος, φιλόκοσμος καὶ φιλόδοξος εἰς ἄκρον, κωμαστὴς καὶ κιθαρῳδός (ἔπαιζε «κριθάρα», κατὰ τὴν φράσιν τοῦ Διοματάρη Ρήγα, ἑνὸς τῶν θερμῶν ὑποστηρικτῶν του) καὶ ὁ μόνος κατάλληλος διὰ νὰ δοξάσῃ τὸν τόπον. Καὶ ἦτο τῷ ὄντι βέβαιον ὅτι θὰ ἐξελέγετο, μὲ τόσην φοβερὰν ἐπιστρατείαν ναυστολιῶν καὶ πληρωμάτων.
Ἅμα οἱ ἀντίθετοι εἶδον τὴν μεγαλόσωμον ναυτικὴν ἀκρίδα, ἢ τὴν ἀγέλην αὐτὴν τῶν ὀρνέων τῶν θαλασσινῶν, ἐνσκήψασαν εἰς τὸν λιμένα, ἤρχισαν ἐν χορῷ νὰ τραγουδοῦν τὸ «Πολλὴ μαυρίλα πλάκωσε!» Ὅλος σχεδὸν ὁ ἱστιοφορῶν στολίσκος τῆς μικρᾶς νήσου εἶχεν ἐπιστρατευθῆ. Ἓν μόνον μεγάλο καράβι, τοῦ καπετὰν Ἀλέξη τοῦ Παγούρη, ἐβράδυνε νὰ φανῇ, καὶ δὲν ἐφαίνετο εἰς τὴν γενικὴν συνάντησιν τῶν σκαφῶν τῶν ξυλίνων. Τὸ ἐπερίμεναν ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν νὰ φανῇ· εἰς μάτην. Δὲν ἦλθε δι᾿ ὅλου τοῦ ἐκλογικοῦ ἀγῶνος, δὲν ἦλθεν οὔτε τὴν παραμονὴν τῆς ἐκλογῆς, δὲν ἦλθεν οὔτε εἰς τὰ ἐπινίκια. Ἀλλ᾿ οὔτε μετὰ τὰς ἐκλογὰς ποτὲ ἦλθε.
Εἰς μάτην ἡ καπετάνισσα, ἡ Ἀρχόντω, ἡ γυνὴ τοῦ Ἀλέξη Παγούρη ἔβγαινε πᾶσαν πρωίαν καὶ πᾶσαν ἑσπέραν εἰς τὸ ἡλιακωτὸν δῶμα, ἀνάμεσα εἰς τοὺς δύο καὶ τρεῖς κομψοὺς καὶ λεπτοὺς κίονας τοὺς ὑποστηρίζοντας τὴν στέγην, καὶ ἵστατο ἐκεῖ ὥρας, μὲ τὸ ναυτικὸν κιάλι εἰς τὸ ὄμμα, ἀγναντεύουσα τὸ μακρὸν πέλαγος, ἐξετάζουσα τὰ κύματα, καὶ διερευνῶσα μὲ τὸ βλέμμα τὰ χαριτωμένα νησάκια, τοὺς μεμακρυσμένους βράχους καὶ τὰς σπιλάδας. Ἴχνος ἱστίου δὲν ἔβλεπε πουθενά, οὔτε ὡς πτερὸν γλάρου, οὔτε ὡς λοφιὰν πάπιας, οὔτε ὡς κεκρύφαλον καλλικατζούνας· οὔτε ὄπισθεν τῶν χθαμαλῶν σκοπέλων, οὔτε πέραν τῆς Μπούτας, οὔτε ἐκεῖθεν τοῦ Καλαμακιοῦ· οὔτε πρὸς τὴν ἀνατολικήν, οὔτε πρὸς τὴν δυτικὴν ἀκτήν. Κ᾿ ἐπανήρχετο ἐν ἀθυμίᾳ ἡ γυνὴ εἰς τὸν θάλαμόν της καὶ κατέθετε τὸ κιάλι τὸ ἄχρηστον, κ᾿ ἔτρωγε τὸ πικρὸν δεῖπνόν της ἐν συντριβῇ, καὶ ἀνεκλίνετο εἰς τὸν σκληρὸν καναπέν της ἐν ἀγωνίᾳ. Καὶ ἦτο μόνη εἰς τὸ ὡραῖον κομψὸν σπίτι της ἡ Ἀρχόντω, αὐτὴ καὶ ἡ εἰκοσαέτις ἀνεψιά της ἡ Φλωρού, τὴν ὁποίαν εἶχεν υἱοθετήσει, μὴ ἔχουσα θυγατέρα, ἐπειδὴ τοὺς δύο υἱούς της, τὸν Ἀργύρην καὶ τὸν Κῶτσον, τοὺς εἶχε μαζί του στὸ καράβι ὁ πατήρ των. Κ᾿ ἡ κομψὴ ἀκρινὴ οἰκία, μάρτυς τῆς φιλοκαλίας τοῦ κτήτορός της, ἵστατο ἐκεῖ ἐπάνω εἰς τὰ Σχιναδέικα, ἐπὶ ἀμβλείας προβλῆτος πρὸς τὸν γιαλὸν τοῦ Ἐπάνω Μαχαλᾶ, εἰς τὴν γωνίαν ἀκριβῶς μεταξὺ δύο κολπίσκων, καὶ ὕπερθεν τοῦ παλαιοῦ μώλου μὲ τοὺς βράχους τοὺς σπαρτούς, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἀνεγινώσκοντο ἀκόμη κατὰ τὴν παράδοσιν ἢ τὴν πρόληψιν, τὰ γράμματα τοῦ Θεμιστοκλέους πρὸς τοὺς Ἴωνας τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, προτρέποντος αὐτοὺς ν᾿ ἀποταχθῶσι τὸν μισητὸν βάρβαρον, καὶ προσέλθωσιν εἰς τὴν γλυκεῖαν Ἑλλάδα τὴν μητέρα των.
*

Πῶς νὰ παρηγορηθῇ ἡ Ἀρχόντω διὰ τὴν ἀπουσίαν τοῦ συζύγου της, ἀφοῦ ἦτο ἐκ τῶν προτέρων γνωστὸν ὅτι οὗτος, ὅπως καὶ ὅλοι οἱ πλοίαρχοι, εἶχε δώσει ὑπόσχεσιν νὰ ἔλθῃ εἰς τὰς ἐκλογάς! Ἰδοὺ ἦτο Παρασκευή, ἐξημέρωνε τὸ Σάββατον, τὴν μεθαύριον θὰ ἐπανέτελλε Κυριακή, ἡμέρα τῶν ἐκλογῶν, καὶ τὸ καράβι δὲν ἐφάνη. Ἡ καπετάνισσα, καθὼς λέγει τὸ παραμύθι, «ἔμβαινε κ᾽ ἔβγαινε καὶ βαριαναστέναζε».
― Μάννα, τῆς λέγει μετὰ πολὺν δισταγμὸν ἡ ἀνεψιὰ ἡ ψυχοκόρη της, ἀκοῦς, τί ἄκουσα νὰ λένε, πὼς ἡ γριὰ ἡ Γκότσαινα, πού ᾽ναι μάγισσα…
― Ξορκισμένη νά ᾽ναι, παιδί μου, ὑπέλαβεν ἡ Ἀρχόντω.
― Μὰ ἀκοῦς, μάννα…, ἐπανέλαβεν ἡ κόρη, ἐπειδὴ ἀφοῦ ἅπαξ ἤρχισεν ᾐσθάνετο τὴν τόλμην νὰ ἐξακολουθήσῃ.
― Δὲν ἀκούω τίποτα, εἶπεν αὐστηρῶς ἡ Ἀρχόντω.
Ἡ κόρη «ἀποδακώθη» κ᾿ ἐσιώπησε.
Μετὰ μίαν ὥραν, ἀφοῦ εἶχε σηκωθῆ ἀπὸ τὸ πικραμένον δεῖπνόν της ἡ καπετάνισσα, πρὶν σηκωθῇ νὰ κάμῃ τὴν προσευχήν της, διὰ νὰ πλαγιάσῃ, αἴφνης τῆς λέγει:
― Τί ἔλεγες, Φλωρού, γιὰ τὴν γρια-Γκότσαινα, τὴ μάγισσα;
― Ναί, ἀλήθεια, μάννα· τοῦ Ραχιώτη τὸ καράβι, ἀκοῦς, ὁποὺ ἔλειπε καιρὸ καὶ καιρό, κ᾿ ἦταν φόβος, δὲν ἤθελε ἡ Ραχιώταινα, ἀκοῦς, νὰ πάρῃ τὴ Γκότσαινα νὰ τῆς κάμῃ τὰ μάγια μὲς στὸ αὐγό, νὰ ἰδῇ μὲ τὰ μάτια της ἡ καπετάνισσα ἀνίσως εἶναι καλὰ τὸ καράβι ἢ ὄχι, καὶ τότε ἡ Γκότσαινα τῆς λέει κι ἂν φοβᾶσαι τὰ μάγια, πέσε στὰ θεοτικά· πάρ᾿ ἕνα κορίτσι ἀπάρθενο, ἀθῷο, ὣς ἕνδεκα χρονῶ νὰ εἶναι, κατέβασ᾿ ἕνα κόνισμα ἀπ᾿ τὸ κονοστάσι, δῶσ᾿ τής το στὰ χέρια νὰ τὸ κρατῇ, ὥρα πολλή, καὶ νὰ τὸ κοιτάζῃ ἀτράνταχτα, χωρὶς νὰ ξεκολλήσῃ μήτε στιγμὴ ἀπ᾿ τὸ κόνισμα τὸ μάτι. Καὶ τότε τὸ κορίτσι θὰ φωτισθῇ, καὶ θὰ τ᾿ ἀρωτήσῃς, τί βλέπεις; Κ᾿ ἐκεῖνο θὰ σοῦ πῇ βλέπω τό καὶ τό, ἢ βουλιαμένο εἶναι τὸ καράβι, ἢ ἀβούλιαχτο.
― Δάκω τὴ γλῶσσά σ᾿, εἶπεν ἡ Ἀρχόντω.
― Ναί· ὁ λόγος τὸ λέει. Ἔτσι τῆς εἶπε ἡ Γκότσαινα, κ᾿ ἔτσι ἔκαμε ἡ Ραχιώταινα. Ἐπῆρε τὸ κορίτσι τοῦ καπετὰν Λιμπέριου, τὴ Χ., ποὺ εἶναι ὣς ἕνδεκα χρονῶ, καθαρό, ἀθῷο, ὅπως τῆς εἶπε ἡ Γκότσαινα, καὶ τῆς ἔβαλε τὸ κόνισμα στὰ χέρια, κ᾿ ἐκάθισε, καὶ τὸ κοίταζε μιὰν ὥρα. Κ᾿ ὕστερα τὴν ἐρωτᾷ: τί βλέπεις; Καὶ τῆς εἶπε. Βλέπω τὸ καράβι ποὺ ἀρμενίζει μὲ πρύμον καιρό, μὲ τὰ πανιὰ φουσκωμένα, κι ὁ καπετάνιος στὸ τιμόνι κατὰ δῶ ἔχει τὴν πλώρη. Καὶ ἀληθινά, σὲ τρεῖς μέρες, ἦρθε τὸ καράβι. Τὸ θυμᾶσαι; μήνας εἶναι ἀπὸ τότε.
Ἡ Ἀρχόντω, μετὰ μικρὰν σκέψιν εἶπε:
― Πᾶς νὰ τὴν φωνάξῃς;
― Ποιά, τὴν Χ. τοῦ καπετὰν Λιμπέριου; Τέτοιαν ὥρα ἔρχεται;
― Τί ὥρα εἶναι; Οἱ κόττες τώρα κάτιασαν.
― Πῶς νὰ πάω, μάννα; Φοβοῦμαι.
― Βγαίνω στὸ παραθύρι καὶ σ᾿ ἀγναντεύω· σὲ φυλάω μὲ τὸ μάτι. Τρεῖς πόρτες παραπέρα εἶναι.
―Ἂς πάω.
Ἡ κόρη ἐξῆλθε, κατέβη στὸν δρόμον, κ᾿ ἡ θεία της ἤνοιξε τὸ παράθυρον, καὶ τὴν ἐνεθάρρυνε. Μετὰ πέντε λεπτά, ἤκουσε τὴν φωνήν της, ὁποὺ ἐκάλει τὴν μικρὰν κόρην τοῦ καπετὰν Λιμπέριου.
― Χ., ἒ Χ.
― Τί εἶναι; Ποιὸς φωνάζει;
― Κατέβα νὰ σοῦ πῶ.
Ἤκουσε μικρὸν θόρυβον, συνεννοήσεις, φωνὰς τῆς παιδίσκης ἀπὸ τὸν δρόμον, τῆς μητρός της ἀπὸ τὸ μπαλκόνι. Καὶ μίαν τελευταίαν παραγγελίαν.
―Ἂς εἶναι, πήγαινε. Νὰ ᾽ρθῇς γλήγορα.
Καὶ μετ᾿ ὀλίγα λεπτά, αἱ δύο κορασίδες ἀνέβαινον τρέχουσαι τὰ σκαλοπάτια τῆς οἰκίας τοῦ καπετὰν Ἀλέξη.
*

Ἡ Χ. ἦτο χλωμή, λευκὴ καὶ λεπτοφυὴς εἰς ἄκρον. Ταχέως ἐξετελέσθη τὸ πείραμα. Ἡ μικρὰ παιδίσκη ἐπὶ ὥραν ἐκράτει ἓν εἰκόνισμα τῆς Παναγίας μὲ τὰς δύο χεῖράς της. Ἐν τῷ μεταξύ, ἡ καπετάνισσα ἡ Λιμπέριαινα, εἴτε διότι ἐδυσχέραινεν ἐκ τῆς παρατεινομένης ἀπουσίας τοῦ θυγατρίου, εἴτε μᾶλλον διότι ἐπεθύμει νὰ εἶναι κι αὐτὴ παροῦσα εἰς τὴν διεξαγωγὴν τῆς μαντείας, ἔφθασεν εἰς τὴν οἰκίαν τῆς Παγούραινας. Μετὰ ὥραν ἱκανήν, ὅταν ἡ Ἀλέξαινα, καθημένη ἀντικρὺ τῆς μικρᾶς, εἶδε κάπως τὰ ὄμματά της νὰ ἰλλωπίζουν ἀπὸ κούρασιν ἢ ζάλην, τὴν ἐρωτᾷ:
― Τί βλέπεις;
― Βλέπω, ἀπήντησεν ἡ παιδίσκη, ἕνα καράβι. Βλέπω σύννεφα πολλά, θολά, τρεχούμενα, ἀνακατωμένα… φουσκοθάλασσα, τρικυμία, θεόρατα κύματα, ποὺ χτυποῦν ἀπάνω στοὺς βράχους, στὸν κάβο, στὴν ἀκρογιαλιά.
― Καὶ πῶς τὸ βλέπεις τὸ καράβι; ἠρώτησε μὲ κομμένην ἀναπνοὴν ἡ Ἀρχόντω.
― Τὸ καράβι, σύντριμμα καὶ τρομάρα… ἄχ! καὶ ἕνας, δυό, τρεῖς νομάτοι ποὺ πλέουν, τοὺς συνεπαίρνει τὸ κῦμα (ὕψωσεν ἀλληλοδιαδόχως τρεῖς δακτύλους τῆς δεξιᾶς χειρός της), τοὺς χτυπᾶ ἡ θάλασσα ἀπάνω στὰ βράχια, ποὺ πολεμοῦν νὰ πιαστοῦν, τοὺς ἁρπάζει ξανὰ πίσω τὸ κῦμα, πάλι τοὺς πετᾷ ἐμπρός, τοὺς χτυπᾷ, πώ, πώ! ἀπάνω στὰ γκρίφια, κ᾿ οἱ νομάτοι ζαλισμένοι, μισοπνιμένοι, μισοσκοτωμένοι, δὲν μπόρεσαν νὰ πιαστοῦν. Βουλιοῦν, βούλιαξαν, πᾶνε, ἄμοροι ἔγιναν. Οἱ δυὸ ἐπῆγαν στὸν πάτο κάτω, κι ὁ ἕνας ἀκίνητος, μὲ γουρλωμένα μάτια, φαίνεται σὰν νὰ γλυκοκοιμᾶται ἀπάνω σὲ μιὰν ἀμμουδιὰ μικρὴ ὣς τρεῖς πιθαμές, ἀνάμεσα σὲ δυὸ ὁλόμαυρους βράχους· (τοσηδά, ὣς τρεῖς πιθαμές, ἔκαμε μὲ τὸ ἀριστερὸ χέρι της σχῆμα ὡς νὰ ἐμέτρει).

*

Τέλος διεξήχθη πανηγυρικῶς ἡ ἐκλογή, ὁ ὑποψήφιος τῆς νέας ἐσοδείας ἐπῆρε τὸ διπλάσιον τῶν ψήφων ἀπὸ τὸν παλαιόν, τὸν πολὺ φημισμένον ἄλλοτε καὶ ἰσχυρὸν ἀντίπαλόν του.
Ἑωρτάσθησαν μετ᾿ ἐνθουσιασμοῦ τὰ ἐπινίκια. Χαρὰ καὶ ἀγαλλίασις μετ᾿ ἀφθόνων σπονδῶν ἐπέπεσεν εἰς τὴν ἀγοράν, εἰς τ᾿ Ἁλώνια καὶ τὰ Λιβάδια, ὅπου ἕως τότε ἔβοσκον ἡσύχως τόσα ἄκακα κτήνη. Ὅλος ὁ συμμαχικὸς στόλος ἐσημαιοστολίσθη. Ποικίλα λαλούμενα, βιολιὰ καὶ λαγοῦτα. Γύφτοι μὲ κλαρινέτα, φυσῶντες καὶ χορεύοντες, ἐπήδησαν, ἠλάλαξαν, ἐκυβίστησαν, προεξάρχοντες τῆς βακχικῆς πομπῆς. Γυναῖκες ἐχρεμέτισαν ἀπὸ τὴν μέθην των, καὶ παιδία ὠλόλυξαν ἀπὸ τὴν λαχτάραν των, ἀπὸ τοὺς δρόμους καὶ ἀπὸ τὰ πρόστῳα καὶ τὰς στέγας τρέχοντα, εἰς τὰ πλευρὰ καὶ εἰς τὴν οὐρὰν τῆς λαϊκῆς πλημμύρας ·ἀγέλης‚.
Εἶχον βεβαίως δίκαιον νὰ χαρῶσι τόσον. Ὁ νέος δήμαρχος ἔμελλεν, ὅπως ἔγραφεν εἰς τὸ πρόγραμμά του, δημοσιευθὲν εἰς τὴν «Παλίρροιαν» τῆς Χαλκίδος, κ᾿ εἰς τὸ «Μὴ Χάνεσαι» τῶν Ἀθηνῶν, νὰ κατορθώσῃ πολλὰ καὶ μεγάλα ἔργα. Ἐν πρώτοις, ἀπόφασιν εἶχε νὰ κατεβάσῃ ἀπὸ τὸ βουνὸν τὴν βρύσιν τοῦ Προφήτου Ἠλιού, νὰ τὴν ἐγκαθιδρύσῃ εἰς τὴν μικρὰν πόλιν. Εἴκοσι χιλιάδας δραχμῶν εἰσόδημα εἶχεν ὡς ἔγγιστα ὁ δῆμος, πεντακόσιαι τοὐλάχιστον χιλιάδες θὰ ἐχρειάζοντο διὰ νὰ κατορθωθῇ τὸ μεγαλεπήβολον ἔργον, ὥστε νὰ παύσουν πλέον οἱ ἐκλογεῖς του πίνοντες νερὸν ἀπὸ τὰ φρέατα, ἂς ἦσαν ταῦτα φλεβώδη καὶ λίαν ὑγιεινά. Τί θὰ τοῦ ἐκόστιζε τοῦ νεαροῦ ἐκλεκτοῦ των νὰ εὕρῃ κάπου πεντακοσίας χιλιάδας διὰ νὰ τὸ ἐκτελέσῃ; Προσέτι ὁ νέος δημοτικὸς ἄρχων θὰ ἵδρυεν εἰς τὸν τόπον ἑταιρείαν «Ἀλληλοβοηθείας» μεταξὺ τῶν ναυτικῶν. Πρὸς τοῦτο ὅλοι οἱ πλοίαρχοι (ἀλλὰ καὶ διὰ νὰ τὸν ἀποζημιώσουν, διότι θὰ ἔχανεν ὁ άνθρωπος τὴν πελατείαν του εἰς τὴν ἕδραν τοῦ Πρωτοδικείου) προκατέβαλον χιλιάδας δραχμῶν εἰς χεῖράς του. Καὶ ἡ μὲν «Ἀλληλοβοήθεια» ποτὲ δὲν ἐξετελέσθη, κ᾿ ἡ κρήνη τοῦ Προφήτου Ἠλιοὺ ἔμεινε διὰ πάντοτε εἰς τὸ βουνόν, ὅπου ἦτο. Εἰς δὲ τὸ «Μὴ Χάνεσαι» ἐδημοσιεύθη μετά τινας μῆνας ὅτι «ὁ μεγαλοπράγμων δήμαρχος» κ. Ν. Ἀγγούδης, κατεσκεύασε τρεῖς ὡραίας ὁδοὺς διασχιζούσας τὴν νῆσον, ἐξ ὧν ἡ μία ἄγει εἰς τὴν Μακεδονίαν, ἡ δευτέρα πρὸς τὴν παλαιὰν Ἑλλάδα, κ᾿ ἡ τρίτη ἐκβάλλει εἰς τὴν θάλασσαν. Ἐφώτισε προσέτι τὴν πόλιν διὰ δεκατριῶν φανῶν, διὰ νὰ βλέπουν τὴν νύκτα ὅλοι οἱ νυκτοβάται, καὶ διὰ νὰ γκρεμοτσακίζωνται τὴν αὐγὴν ὅλοι οἱ ἐργατικοί, ὅσοι θὰ ἐξύπνων πολλὰ πρωὶ διὰ ν᾿ ἀπέλθωσιν εἰς τὸ ἔργον των.
Τέλος, ἀφοῦ κατώρθωσεν ὅλα ταῦτα, ὁ νέος δήμαρχος ἐπῆρε τὴν κιθάραν του κ᾿ ἔπλευσεν εἰς τὴν ἀπέναντι νῆσον, ὅπου ἐφημίζετο ὅτι ὑπῆρχον πλούσιαι νύμφαι. Διωργάνισεν ἐκεῖ, ἐπειδὴ αὐτὸς προεξῆρχεν ὡς κιθαρῳδὸς καὶ ὀρχηστής, κώμους καὶ παννυχίδας μὲ τὴν νεολαίαν τοῦ τόπου, ὅλην τὴν νύκτα «ἔπαιζε κριθάρα», καθὼς ἔλεγεν ὁ Διοματάρης, κ᾿ ἔμελπε μερακλίδικα τραγούδια. Μία ὀρφανὴ πλουσία δὲν ἠμπόρεσε νὰ βαστάξῃ εἰς τὴν γλύκα κ᾿ εἰς τὸ πάθος τῆς κιθάρας, καὶ μετ᾿ ὀλίγον καιρὸν συνήφθη ἀρραβών, καὶ εἶτα ἐτελέσθη ὁ γάμος.

*

Ἐν τῷ μεταξὺ ἡ πτωχὴ Ἀρχόντω, ἡ χήρα τοῦ πνιγέντος πλοιάρχου, ἔκλαιε τὸν σύζυγον καὶ τοὺς υἱούς της, κ᾿ οἱ πλοίαρχοι ἔκλαιον τὰς προκαταβολάς των. Καὶ πέραν τοῦ πελάγους εἰς τὴν ἀντικρινὴν νῆσον ἀντήχουν ᾄσματα γαμήλια, βακχικά. Ὀλίγον κατ᾿ ὀλίγον, ἀφοῦ συνεπληρώθη ἡ τετραετία του, ὁ κ. Νῖκος Ἀγγούδης μετεκόμισε τὴν δημοτικότητά του, τὴν φιλοπατρίαν, καὶ ὅλα τὰ προγράμματά του εἰς τὴν πέραν μεγάλην νῆσον, κ᾿ ἔπαυσε πλέον νὰ παίζῃ «κριθάρα» καὶ νὰ κατεβάζῃ ἀπὸ τὸ βουνὸν εἰς τὴν πόλιν τὴν βρύσιν τοῦ Προφήτου Ἠλιού.

(1912)

Τρίτη 23 Μαρτίου 2010

Σχόλια & σύγχρονοι ζωγράφοι: ξεχασμένες εικόνες ναυτικού τοπίου...

Διηγήματα & ζωγράφοι, ζωγραφική, σύγχρονοι ζωγράφοι


Γιάννης Σταύρου, Πειραιάς ΙΙ, λάδι σε καμβά

Η θάλασσα, το λιμάνι του Πειραιά, τα πλοία...

Αναζητώντας τοπία που χάθηκαν οριστικά...

Με μόνη παρηγοριά τη λησμονημένη μας γλώσσα...

Γέωργιος Βιζυηνός

Mεταξύ Πειραιώς και Nεαπόλεως
(απόσπασμα)

«Rio Grande» ονομάζετο το ατμόπλοιον, και το όνομα ήρμοζεν εις το πράγμα, διότι ήτο αληθώς μέγα πλοίον, το μεγαλήτερον της εταιρίας. Eίχε φθάσει αργότερον του δέοντος εις Πειραιά, και ο ήλιος ανέτειλε πολύ πριν παραλάβη τους εξ Eλλάδος επιβάτας, ενώ, κατά το δρομολόγιόν του, ώφειλε να καταλίπη τον λιμένα δύο ώρας μετά το μεσονύκτιον.
Aνήκων εις εκείνους οι οποίοι ποτέ δεν τα έχουν καλά με την θάλασσαν, όταν έθεσα τον πόδα επί του καταστρώματος του κολοσσού εκείνου ησθάνθην εν είδος αφοβίας προς το υγρόν στοιχείον, πολύ ομοίας με την αυθάδειαν του μυθολογουμένου εριφίου, εις τας λοιδορίας του οποίου, ως γνωστόν, ο λύκος απήντησε το «ου συ με λοιδορείς, αλλ’ ο τόπος».
H θάλασσα, αξιοπρεπεστέρα του λύκου, ουδ’ εσημείωσε καν την αλαζονείαν μου. Eν τούτοις εγώ την σιωπήν αυτής δεν την απέδωκα εις την ακαταδεξίαν, αλλ’ εις την αδυναμίαν της. Tα ατρεμούντα ύδατα του λιμένος μοι εφαίνοντο απολέσαντα την ευκινησίαν αυτών μόνον και μόνον ως εκ του τεραστίου βάρους του καταπιέζοντος τα στήθη των. Kαι, μετ’ ακραδάντου πεποιθήσεως περί ευπλοΐας, έβλεπον εναλλάξ το «Rio Grande» κολακευτικώς, και προκλητικώς τα κύματα. – A! έλεγον προς αυτά εν τω νω μου. Aυτόν εδώ τον φίλον δεν θα μου τον παίξετε εις τα δάκτυλά σας, καθώς τα ατμοκίνητα του Γύρου. – Kαι με την πεποίθησιν ταύτην ήρχισα να βηματίζω στερρώ τω ποδί κατά μήκος του καταστρώματος.
Eπρόκειτο να πλεύσω μέχρις Nεαπόλεως· και επειδή εμέλλομεν αναμφιβόλως να έχωμεν καλοκαιρίαν, ήρχισα να περιεργάζωμαι τους συνεπιβάτας μήπως εύρω τινάς γνωστούς, ή καταλλήλους προς σύναψιν σχέσεων. O πλους είναι μακρός, εσκέφθην, και θα έχω επαρκή χρόνον να απολαύσω τας καλλονάς της φύσεως κατά μόνας, να συναναστραφώ και ανθρώπους εν κοινώ. Kαι ενώ εσκεπτόμην ταύτα, βλέπω ένα βραχύσωμον κύριον βηματίζοντα γοργώ τω ποδί, αλλ’ αντιθέτως προς εμέ, με χαμηλόν ταξειδιώτου σκούφον επί κεφαλής, με οφθαλμούς ηδονικώς προσηλωμένους εις το άκρον του χονδρού αυτού σιγάρου, το οποίον εβύζανε κρατών, ως μοι εφάνη, διά τε των χειλέων και των οδόντων του. – Kάπου είδον αυτόν τον κύριον! – είπον κατ’ εμαυτόν, και ητοιμάσθην να χαιρετήσω. Aλλ’ εκείνος, πολύ ενησχολημένος με το σιγάρον του, δεν με παρετήρησεν.
Aι φορτωτικαί του πλοίου μηχαναί είχον παύσει τον θόρυβόν των πάσαι, εκτός μιας, ήτις εξηκολούθει αναβιβάζουσα κιβώτια επί κιβωτίων, διαφόρου μεν σχήματος και μεγέθους, αλλά πάντα σεσημασμένα τοις αυτοίς αρκτικοίς γράμμασι, πάντα επιμελώς κεκλεισμένα εντός αδιαβρόχων περικαλυμμάτων του αυτού χρώματος. Eφαίνετο, ότι Aθηναίος τις Iακώβ μετά των υιών και θυγατέρων, των νυμφών και των γαμβρών, των εγγόνων και των δισεγγόνων του, απήρχετο εις υπερπόντιον παντοτεινήν μετοικεσίαν. Kαλότυχοι όσοι επρόφθασαν να καταλάβουν κλίνας! είπον κατ’ εμαυτόν, και ησθάνθην την περιέργειαν να μάθω τις η πολυμελής οικογένεια, ήτις έπρεπε να συνίσταται τουλάχιστον εκ τριάκοντα ηλικιωμένων προσώπων, εάν υποθέσωμεν, ότι εις έκαστον αυτών ανελόγει εν κιβώτιον. Eν τούτοις τοιαύτη τις συμπαγής συνοδία δεν εφαίνετο επί του καταστρώματος.
Kατήλθον εις τα δωμάτια, όπως βεβαιωθώ συγχρόνως αν κατέχω ακόμη την κλίνην μου, αλλ’ ούτ’ εν τη ευρεία και πολυτελεί του πλοίου αιθούση υπήρχέ τι προδίδον πολυκοσμίαν.
– Kαλά, είπον, αφού εφορτώθησαν αι αποσκευαί, δεν θ’ αργήση να επιβιβασθή και ο στρατός. Θα τον ίδωμεν, όπου και αν είναι. – Kαι ητοιμαζόμην να επιστρέψω εις το κατάστρωμα, ότε ήκουσα ελαφρά ποδοπατήματα γυναικός κατερχομένης τας βαθμίδας της κλίμακος κατά τινα ρυθμόν, προς ον και υπέψαλλεν ηδέως εύθυμον και ζωηρόν άσμα εις γλώσσαν, ης την εθνικότητα μόλις επρόφθασα να διακρίνω, και ευρέθην απέναντι αυτής της αδούσης, ουχί γυναικός, ως εφαντάσθην, αλλ’ αρρενωπού, κατά το φαινόμενον μόλις δεκατετραετούς πλάσματος, κορασίου μάλλον κατά τα ενδύματα παρά κατά την όψιν και την έκφρασιν.
– Kαλή μέρα, Kανάτα! – Aνεφώνησεν η μικρά, ως με είδε, και έτεινε περιχαρής και ερασμία την δεξιάν προς εμέ, εκπεπληγμένον διά την παράδοξον προσφώνησιν.
– Bάλλω στοίχημα πως δεν μ’ ενθυμείσθε πλέον! εψέλλισεν έπειτ’ αμηχάνως η κόρη και απέσυρε την χείρα της εκ της εδικής μου, μετανοούσα προφανώς διά την αδιάκριτον οικειότητα μεθ’ ης την προσέφερεν.
– Kαλή μέρα, Mademoiselle!... απήντησα εγώ εν τω μεταξύ, αμηχανών έτι μάλλον ή εκείνη, και εξετάζων το πρόσωπον αυτής μετά περιεργίας.
– Bέβαια! – είπε τότε η κόρη, συνοφρυουμένη παραπονετικώς κατά τον τρόπον των μικρών και χαϊδεμένων παιδίων. – Eπέρασε πολύς καιρός! Eίναι τώρα τόσα χρόνια, που ήμην εις την Πόλιν, εις τα Θεραπειά. Που επιάναμεν εγώ το ένα σας χέρι και η εξαδέλφη μου το άλλο, και σας εκάμναμεν «κανάτα με δύο αφτιά», και έτσι κρεμασμένα από το εν και το άλλο μέρος επεριπατούσαμεν εις την άκραν του Bοσπόρου με το φεγγάρι. Eνθυμείσθε τουλάχιστον την εκδρομήν μας εις το Mνήμα του Έλληνος, εις την κορυφήν του αντικρυνού βουνού; ταις τρέλλαις μας με την γρηά την ατσιγγανίδα που ήλθε να ιδή ταις τύχαις μας; που επήρε την θείαν μου διά σύζυγον και εμέ διά παιδί σας; Kαι ενθυμείσθε που κατέβημεν έπειτα εις το «Tοκάτ» και επεσκέφθημεν το παλάτι; Kαι ενθυμείσθε τους στίχους που μου εκάμετε; Ή θέλετε να σας τους ειπώ; Σταθήτε –

Όπου ηλίου ακτίς χρυσή,
εκεί άλλ’ άστρα δεν ανατέλλουν·
όπου ως ρόδον θάλλεις εσύ,
τ’ άλλα τ’ ανθήλια δεν με μέλουν.

– Nαι, ναι, ναι! ενθυμούμαι! ανέκραξα τότε, προλαμβάνων την εξακολούθησιν νεανικών μου στιχαρίων. Mα είσθε λοιπόν η Mademoiselle...
– Δεν είμαι η Mademoiselle, διέκοψεν η κόρη μετά παιδικής αγανακτήσεως, είμαι η Mάσιγγα!
– Aλήθεια, είπον, η Mάσιγγα! Tο ζωηρό, το εύμορφο κορίτσι! Πόσον εμεγάλωσες! και τι ωραία που ομιλείς τώρα τα ελληνικά! Δεν θα το επίστευα, πως ειμπορούσες ν’ απομάθης την αγγλικήν προφοράν σου. Eύγε σου! Tώρα είσαι αληθινή Eλληνίς!
– Bλέπεις, εσπούδασα εις τας Aθήνας, είπεν η νεάνις μετά τινος στόμφου, τρία χρόνια ήμην υπότροφος εις της κυρίας K.
– Tρία χρόνια εν Aθήναις, κ’ εγώ να μη το γνωρίζω;
– Kαι τι σας έμελε να το μάθετε! Kαλέ δε βαριέσθε! Πού σκοτίζεσθε σεις δι’ ένα τρελλοκόριτσο, καθώς μ’ ωνομάζετε. – Eίτα ατενίσασά με ασκαρδαμυκτί. – Kάμνει τάχα πως δεν το ήξευρε! ανεφώνησε. Kαι προχθές εις την εσπερίδα της κυρίας M. δεν με είδετε;
– Πώς! είπον, είσθε λοιπόν εκεί;
– Aν ήμην! Kαι δεν ωμιλήσατε τόσην ώραν με τον πατέρα μου, και σας έδωκε το επισκεπτήριόν του, με την διεύθυνσίν μας, εις την Kαλκούτταν;
– Aνόητος που είμαι! ανέκραξα τότε, να μην το καταλάβω πως ήτον ο πατήρ σου! Πίστευσόν με, το όνομα μοι εφάνη γνωστόν, αλλά δεν εκατάλαβα πως έπρεπε να είναι ο πατήρ σου. Ήμην πολύ ανόητος, να μη σε αναζητήσω μεταξύ των δεσποινίδων.
– Aνόητος δεν ήσθε, είπεν η κόρη, σύρουσα την φωνήν αυτής μετά τινος ειρωνείας, αλλά ήσθε πολύ ενασχολημένος με τας μεγάλας κυρίας. Mπαχ!
Kαι την περιφρονητικήν ταύτην επιφώνησιν κατά των «μεγάλων κυριών» επρόφερε μετά της αυτής παιδικής ανυποκρισίας και ιταμότητος μεθ’ ης εσυνείθιζε πάντοτε να εκφράζηται περί άλλων προσώπων, ότε εξενίζετο παρά τας ακτάς του Bοσπόρου εις τον οίκον της θείας της.
Θα είχον παρέλθει τουλάχιστον επτά έτη αφότου την συνήντησα εκεί μικρόν, ερασμιώτατον και φιλοπαίγμον κοράσιον. Aι μεταξύ βιωτικαί φροντίδες και μελέται δεν είχον επισκοτίσει εν τη μνήμη μου την εικόνα της, όσον θα ενόμιζέ τις ίσως. Tο βραχύ χρονικόν διάστημα, καθ’ ο συνέπιπτεν η γνωριμία μας, ήτο και θα είναι πιθανώς η μόνη ευτυχής εποχή της ζωής μου. Ότε μετά ταύτα, μακράν του ανέφελου ουρανού μας εξωρισμένος, εν ερημία φίλων και γνωστών, φυλακωμένος όπισθεν των παγοσκεπών παραθύρων της αξένου Γερμανίας, ανεκάλουν εις την μνήμην μου τας ειδυλλιακάς εκείνας σκηνάς της παρά τον Bόσπορον ευδαιμονίας, δεν ηδυνάμην να χάσω εξ αυτών το ωραιότερόν των κόσμημα, την πλήρη ζωής, αφελείας και χάριτος μορφήν της μικράς μου φίλης. Kαι ότε, μετά πολυετή εξορίαν επανελθών, εύρον τα πάντα μεταβεβλημένα, τα πάντα διάφορα, οσάκις, μονήρης και σκυθρωπός επεσκεπτόμην τους τόπους των παιδιών και της φαιδρότητος εκείνης, μόνον την εικόνα της Mάσιγγας εύρισκον εν αυτοίς πιστήν και αμετάβλητον, διότι μόνον αυτής η παρουσία δεν ήλθε ν’ αντικαταστήση το ίνδαλμα της φαντασίας διά ξηράς πραγματικότητος.
Σήμερον είχον το πρωτότυπον της εικόνος εκείνης ενώπιόν μου. Aλλά το πρωτότυπον τούτο κατέστη εν τω μεταξύ τόσον διάφορον του εξ ου είχον εγώ την εικόνα μου, όσον σπανίως διαφέρει ανεπτυγμένον πρόσωπον από της εν παιδική ηλικία φωτογραφίας του. Tο καθ’ όλα λεπτόν και τρυφερόν εκείνο παιδίον, με την ανεκφράστως επίχαριν και θελκτικήν όψιν, τους βραχείς ελικοειδείς βοστρύχους επί των ανοικτών ωμοπλατών και τους ισχνούς και αδιακόπως κινουμένους βραχίονάς του, μετεμορφώθη εις χονδροκοπημένον αγοροειδές κοράσιον, το αρρενωπόν και ιταμόν του οποίου πρόσωπον εξέφραζε παν άλλο ή την γνωστήν εκείνην αιδήμονα γλυκύτητα και μετριόφρονα χάριν παρθενικής όψεως. Eν αντιθέσει προς ταύτα, δύο παχείαι μακρόταται πλεξίδες κομψώς εζευγμέναι διά κυανής ταινίας παρείχον εις τα νώτα της νεάνιδος τον μάλλον υπερήφανον κόσμον του γυναικείου σώματος, ενώ τας μικράς και επιμελώς «γαντωμένας» χείρας της εβάρυνον διπλά και τριπλά βραχιόλια πολύτιμα, όπως ήτο πολύτιμος και η καρφοβελόνη η αστράπτουσα διά του στενού ανοίγματος του μακρού της επενδύτου. Ήξευρον ότι ο πατήρ αυτής, Mικρασιανός Έλλην, αλλ’ Aγγλίδα νυμφευμένος, ήτον υπέρπλουτος άνθρωπος, διατελών εις ύπατον και λίαν προσοδοφόρων αξίωμα παρά τη Aγγλική Kυβερνήσει εν Kαλκούττη. H θέα του βαρέος εκείνου χρυσού περί τους βραχίονας μήπω καλώς ανεπτυγμένης κορασίδος ανεκάλεσε τον υπερεξαγγλισθένα Kροίσον εις την μνήμην μου.
– Kαι λοιπόν, είπον, Mάσιγγα, ο πατήρ σου ταξειδεύει με το ίδιον ατμόπλοιον; Σαν να μου εφάνη, ότι τον είδα επάνω μ’ ένα χονδρό σιγάρον εις το στόμα, μ’ ένα σκουφάκι στο κεφάλι του. Kαι θα ήλθες βέβαια να τον αποχαιρετήσης. Oρίστε;
– Όχι, είπεν η κόρη, ευτυχώς. Aναχωρώ κ’ εγώ μαζί του, και μαζί με την μητέρα μου. Ήλθαν να με πάρουν.
– Ω! αυτό είναι απροσδόκητος ευτυχία! είπον εγώ. Ποτέ δεν επίστευον, ότι θα έχω τόσην τύχην εις το ταξείδιον τούτο.
– Aλήθεια; Tο λογαριάζεις τω όντι δι’ ευτυχίαν, είπεν η κόρη, πλαγιάζουσα την κεφαλήν και υπόπτως ατενίζουσά τι, ή με κολακεύεις μόνον; Kύτταξ’ εδώ, θα ταξειδεύσωμεν μαζί έως εις την Mασσαλίαν, διότι, καθώς ήκουσα, και συ πηγαίνεις εις Παρισίους.
– Tι ιδέα! είπον εγώ επιτιμητικώς, να νομίζης πως σε κολακεύω. Kρίμα μόνον ότι δεν επήρα εισιτήριον διά Mασσαλίαν! Δεν επίστευα ότι θα έχω τοιαύτην συντροφίαν και, ας το ομολογήσω, δεν ήξευρα, ότι θα έχωμεν τόσον μέγα και στερεόν ατμόπλοιον. Aλλά θα πάρω συμπληρωτικόν από Nεαπόλεως και εξής. Xωρίς άλλο θα πάρω! Eκτός, εκτός αν αυτός ο υπερπληθυσμός, που θα πλημμυρήση τα δωμάτια, δεν αναγκάση και σας να βγήτε στην Nεάπολιν.
– Ποίος υπερπληθυσμός;
– Nα! αυτή η μετοικεσία Bαβυλώνος. Δεν είδες τα απειράριθμα κιβώτια που αναβιβάζουν; Σαράντα εμέτρησα εις το κατάστρωμα και πιστεύω να είναι άλλα τόσα ακόμη εις την «μαγούναν». Eζήτησα να μάθω τίνων είναι, αλλά φαίνεται, ότι δεν έφθασεν ακόμη «η Σάρα και η μάρα και η κόκκινη χουλιάρα».
– Kαλ’ αυτά είναι δικά μας! ανέκραξεν η κόρη, προπέμψασα την επιφώνησίν της δι’ ηχηρού παραδόξως ηδέος και αρμονικού γέλωτος. Δεν είναι άλλοι επιβάται πλέον. O πλοίαρχος το είπεν. Άμα αναβιβάσουν τα κιβώτιά μας, αναχωρούμεν.
– Kαι πόσοι είσθε λοιπόν εσείς; Hρώτησα εγώ τότε μετ’ ανεξηγήτου απορίας.
– Tρεις! Eίπεν η κόρη αφελώς. Tρεις και οι υπηρέται.
– Kαι πόσους υπηρέτας έχετε λοιπόν;
– A! αυτούς να σας ειπώ δεν τους εμέτρησα. Eγώ ήμην ως προ μιας εβδομάδος εις το σχολείον. Aλλά ξεύρω, ότι ο πατέρας έχει πολλούς υπηρέτας. Πάμε να τον ερωτήσωμεν πόσους! – Kαι λαβούσα μ’ εξαίφνης από της χειρός ανήλθε την κλίμακ’ αστραπηδόν μετ’ εμού, όστις την παρηκολούθησα πριν το σκεφθώ. Πατήρ της ήτον αληθώς ο κύριος, ον είχον συναντήσει προ μικρού ως γνωστόν μου, γοργοίς και μικροίς βήμασι διασκελίζοντα κατά μήκος το κατάστρωμα. Tον εύρομεν εισέτι περιπατούντα, πάντοτε ταχέως, πάντοτε τας χείρας όπισθεν, τους οφθαλμούς ηδονικώς προσηλωμένους επί του άκρου του σιγάρου του, του οποίου το ήμισυ δεν ήτο παρά λευκή τέφρα στερεώς κρατουμένη εις το ακαές μέρος και ακριβώς το αυτό σχήμα του χονδρού σιγάρου διατηρούσα. Kαι τούτο φαίνεται ότι ήρεσκεν εις τον καπνιστήν, διότι, όταν ήκουσε την φωνήν της θυγατρός του, πριν αποστρέψη από του άκρου του σιγάρου τους οφθαλμούς, έλαβεν αυτό μετά μεγάλης προσοχής διά της μιας χειρός, και το εκράτησεν ούτως, ώστε να κωλύση την κατάπτωσιν της τέφρας εκείνης.
Tον Kον Π. είχον ήδη γνωρίσει, ως ερρέθη, εν τη εσπερίδι της Kας M., πλην όχι ως τον πατέρα της μικράς μου φίλης, αλλ’ ως βαθύπλουτον Kαλκουτιανόν, όστις με έκαμε τόσω μάλλον εντύπωσιν, όσον εφάνη παρά δόξαν περιποιητικός και φιλόφρων προς εμέ, προ πάντων, ως έλεγε, διά το ποιητικόν μου «τάλαντον». H δευτέρα μας γνωριμία συνεπλήρωσε το κενόν της πρώτης, εκορύφωσε δε συγχρόνως την ευχαρίστησίν μου, διά τας οποίας μ’ επεδαψίλευε φιλοφροσύνας πάντοτε, καθώς έλεγε, διά το ποιητικόν μου τάλαντον.
– Ποτέ δεν έγεινεν ωραιότερον ταξείδι, είπον κατ’ εμαυτόν, όταν απεχωρίσθημεν. Ένα πλούσιον θαυμαστήν, μίαν παλαιάν αλλά νεαρωτάτην φίλην, και ένα βουνόν ως ατμόπλοιον, που και η μεγαλητέρα τρικυμία δεν θα δυνηθή να σαλεύση. Kαι με την πεποίθησιν ταύτην, ήρχισα να βηματίζω στερρώ τω ποδί, ηδονικώς θεώμενος την υπερήφανον του πλοίου πορείαν, το οποίον, ανασπάσαν εν τω μεταξύ την άγκυραν, εξήρχετο των στενών του Πειραϊκού λιμένος.

Παρασκευή 5 Μαρτίου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, σύγχρονοι ζωγράφοι: ο Κύριος μωραίνει ον βούλεται απολέσαι...

Σύγχρονη σκέψη & ζωγράφοι, σύγχρονοι ζωγράφοι, έλληνες ζωγράφοι


Γιάννης Σταύρου, Ελληνικό ναυτικό τπίο, λάδι σε χαρτί

Επιλέγουμε λίγα αποσπάσματα από τη "Θεωρία του Πολέμου" του Παναγιώτη Κονδύλη...

Μας ταιριάζουν γάντι είτε μιλάμε για το χθες είτε για το σήμερα...

Καθρέφτης της κατάστασης της χώρας, των πολιτών, των κυβερνήσεων, των πολιτικών δυνάμεων...

Παναγιώτης Κονδύλης

“Γεωπολιτικές και στρατηγικές παράμετροι ενός ελληνοτουρκικού πολέμου”, Θεωρία του πολέμου

  • Το χειρότερο που θα μπορούσε να πάθει σήμερα ο τόπος θα ήταν να υποκαταστήσει τη σοβαρή στρατηγική συζήτηση με αντεγκλήσεις μεταξύ εθνικιστών και ειρηνιστών ή «ευρωπαϊστών», με κυνήγι μαγισσών και με πνευματική τρομοκρατία προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση. Φοβούμαι όμως εντονότατα ότι αυτό ακριβώς θα συμβεί. Γιατί όπως ο Κύριος μωραίνει ον βούλεται απολέσαι, έτσι και ένας λαός χάνει την ικανότητα της στρατηγικής σκέψης ακριβώς όταν τη χρειάζεται περισσότερο.
  • Ό,τι στα προκατειλημμένα μάτια των «εκσυγχρονισμένων» και «πολιτισμένων» «δημοκρατών» εμφανίζεται ως «υπανάπτυξη» καί άρνηση της «κοινωνίας των πολιτών», μεταβάλλεται σε ιδεώδες μίγμα για την άσκηση επιθετικής εξωτερικής πολιτικής με όλα τα μέσα. Μάζες μισοχορτασμένων ή μισοπεινασμένων, ικανών να φανατισθούν και να πεθάνουν, ζυμωμένων ακόμα με τις πατριαρχικές αξίες -μάζες τέτοιες, καθοδηγούμενες από ξεσκολισμένες, μακροπρόθεσμα και ψυχράσκεπτόμενες διπλωματικές και στρατιωτικές ελίτ, αποτελούν όργανο επέκτασης πολύ προσφυέστερο από ένα πλαδαρό κοινωνικό σώμα αιωρούμενο γύρω από τον μέσο όρο μιας γενικής ευημερίας, όπου ύψιστη αποστολή της πολιτικής ηγεσίας είναι ακριβώς να εγγυάται τη διατήρηση αυτού του μέσου όρου και αυτής της πλαδαρότητας.
  • Η «Ευρωπαϊκή ένταξη», η οποία στην ουσία της δεν είναι παρά η διαφοροτρόπως καρυκευμένη και μεταμφιεσμένη επιθυμία άλλοι να μας ταΐζουν και άλλοι να φυλάνε τα σύνορά μας.
  • Τα «δίκαια» της Ελλάδας δεν εντυπωσιάζουν κανέναν, όσο πίσω τους βρίσκεται ένας παρίας με διαρκώς απλωμένο το χέρι, κάποιος που ζει από δάνεια, επιδοτήσεις και «προγράμματα στήριξης»
  • Οι μετριότητες, υπομετριότητες και ανθυπομετριότητες, που συναπαρτίζουν τον ελληνικό πολιτικό και παραπολιτικό κόσμο, δεν έχουν το ανάστημα να θέσουν και να λύσουν ιστορικά προβλήματα τέτοιας έκτασης και τέτοιου βάθους, ίσως να καταρρεύσουν ακόμα και στην περίπτωση όπου θα βρεθούν μπροστά στη μεγάλη απόφαση να διεξαγάγουν έναν πόλεμο γιατί, αν ο πόλεμος είναι συνέχεια της πολιτικής, ποιος πόλεμος θα συνεχίσει μια σπασμωδική πολιτική; Οι ευρύτερες μάζες, καθοδηγούμενες από το ίδιο ένστικτο της βραχυπρόθεσμης αυτοσυντήρησης, έχουν βρει τη δική τους ψυχολογικά βολική λύση: το έθνος το υπηρετούν ανέξοδα περιβαλλόμενες γαλανόλευκα ράκη, οπότε το καλεί η περίσταση, και έχοντας κατόπιν ήσυχη συνείδηση το κλέβουν μόνιμα με παντοειδείς τρόπους: από τη φοροδιαφυγή, την αισχροκέρδεια και τα «αυθαίρετα» ίσαμε τα ευκολοαπόκτητα πτυχία, τη χαμηλή παραγωγικότητα εργασίας (ούτε το 50% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης!) και την κραυγαλέα ανισότητα ανάμεσα σ' ό,τι παράγεται και σ' ό,τι καταναλώνεται, με αποτέλεσμα την καταχρέωση και την πολιτική εξάρτηση του τόπου. Αν λάβουμε υπ' όψιν μας μόνον όσα πράττονται και αφήσουμε εντελώς στην άκρη την εικόνα που έχουν για τον εαυτό τους οι πράττοντες, τότε φαίνεται να βρισκόμαστε σε συλλογική αναζήτηση της ιστορικής ευθανασίας, υπό τον ορό να σκηνοθετηθούν έτσι τα πράγματα, ώστε κανείς να μην έχει την άμεση ευθύνη, και επίσης υπό τον ορό να τεχνουργηθούν απροσμάχητες ανακουφιστικές εκλογικεύσεις («ελληνοκεντρικές» ή εξευρωπαιστικές», αδιάφορο). Τις τραγωδίες ή τις κωμωδίες, που μπορούν να περιγράψουν με τις αρμόζουσες αποχρώσεις αυτήν την ιδιαίτερη κοινωνική και ψυχολογική κατάσταση, θα τις γράψουν ίσως άλλοι. Εμένα μου έρχεται στον νου η τετριμμένη, αλλά πάντοτε ευθύβολη θυμοσοφία: όπως στρώνει καθένας, έτσι και κοιμάται.

Παρασκευή 12 Φεβρουαρίου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, ζωγραφική: Καιρός να φεύγουμε...

Ταξίδι & ζωγραφική, ζωγράφοι, Έλληνες ζωγράφοι


Γιάννης Σταύρου, Ναυτικό τοπίο,λάδι σε χαρτί

Καιρός να φεύγουμε - καιρός για ταξίδια μακρινά...

Καθώς η τρέλλα στην εποχή μας χτυπάει κόκκινο...

Καθώς παρατηρούμε εκδηλώσεις ψυχαπάθειας σε όλο το φάσμα του ιδιωτικού και δημόσιου βίου - οριζοντίως και καθέτως...

Δεν μας κάνει καθόλου εντύπωση η πρόσφατη είδηση...

Σπεύσατε λοιπόν να αναρτήσετε τα σχόλια σας - θάναι άπειρα - στον καινούργιο κατάλογο νοητικών διαταραχών...

Ακολουθεί το σχετικό άρθρο της ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ, 10-2-2010:

ΗΠΑ: Σε δημόσια διαβούλευση οι αλλαγές στην ψυχιατρική βίβλο

Σημαντικές αλλαγές προτείνει η Αμερικανική Ψυχιατρική Ένωση (APA) στη διαγνωστική της βίβλο, το εγχειρίδιο που χρησιμοποιείται από γιατρούς και επιστήμονες στον χαρακτηρισμό και τα συμπτώματα κάθε νοητικής διαταραχής. Αναζητά μάλιστα σχόλια και προτάσεις μέσω Ίντερνετ τόσο από ψυχιάτρους όσο και την κοινή γνώμη για το κατά πόσο οι αλλαγές αυτές θα βοηθήσουν, πριν την τελική οριστικοποίηση τους.

Το εγχειρίδιο προτείνει μερικές νέες διαγνώσεις. Τα τυχερά παιχνίδια και ο τζόγος μέχρι στιγμής είναι η μόνη συμπεριφορική εξάρτηση, ενώ στη νέα κατηγορία της μαθησιακής δυσχέρειας εντάσσονται προβλήματα τόσο της ανάγνωσης όσο και των μαθηματικών. Καινούργια κατηγορία είναι και η επεισοδιακή υπερφαγία, που διαφοροποιείται από τη βουλιμία.

Το κείμενο προτείνει ακόμη τη διάγνωση των ατόμων με βάση το βαθμό κινδύνου στην ανάπτυξη κάποιων σοβαρών νοητικών διαταραχών, όπως η άνοια ή η σχιζοφρένεια όπως κρίνεται στα πρώτα στάδια, αν και δεν υπάρχει κάποιος τρόπος να προβλεφθεί η εξέλιξη τους. Πρόκειται για μια κατηγορία που οι ίδιοι επικεφαλής ψυχίατροι δηλώνουν ότι απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή, καθώς οι επιστήμονες δεν έχουν ακόμη θεραπείες που μειώνουν τον κίνδυνο εκδήλωσης τους αλλά ταυτόχρονα δεν θέλουν να αποκλείσουν ανθρώπους που θα χρειαστούν φροντίδα.

Μία άλλη αλλαγή περιλαμβάνει τη δημιουργία κλιμάκων για τον υπολογισμό του κινδύνου αυτοκτονίας, τονίζοντας ότι η πράξη είναι αποτέλεσμα διαφόρων νοητικών ασθενειών και όχι μόνο της κατάθλιψης.

Σε συνολικό επίπεδο, οι μεγαλύτερες αλλαγές έχουν να κάνουν με την εξαίρεση διαγνώσεων που θεωρούνται ότι ουσιαστικά εντάσσονται σε ευρύτερες ασθένειες. Έτσι, γίνεται λόγος για «διαταραχές στο φάσμα του αυτισμού», με τη διάγνωση να περιλαμβάνει εύρος αυτιστικών εγκεφαλικών συνθηκών, αντί να διαφοροποιεί μεταξύ των όρων αυτισμός, Άσπεργκερ ή «διαταραχή της ανάπτυξης».

Ο πρόεδρος της APA, Άλαν Σάρτζμπεργκ, καθηγητής ψυχιατρικής στο πανεπιστήμιο του Στάνφορντ, τόνισε την ανάγκη περιορισμού των υπερβολικών διαγνώσεων: «Είναι κάποιος πραγματικά ασθενής ή απλά απαντά σε κάποια κριτήρια όπως η διαταραχή του ύπνου;». Τα τελευταία χρόνια, η ψυχιατρική έχει κατηγορηθεί για υπερβολικές διαγνώσεις, καθώς οι συνταγές για αντικαταθλιπτικά και άλλα σχετικά σκευάσματα έχουν αυξηθεί.

Η νέα έκδοση του Διαγνωστικού και Στατιστικού Εγχειριδίου Νοητικών Διαταραχών είναι η πρώτη από το 1994, ενώ από τότε έχουν αλλάξει πολλά στην εγκεφαλική έρευνα, που προσφέρει στους επιστήμονες νέα στοιχεία στις νοητικές διαταραχές, των οποίων τα αίτια δεν μπορούν συχνά να διαγνωσθούν χωρίς εξετάσεις αίματος ή ακτινογραφίες.

Το προσχέδιο του εγχειριδίου βρίσκεται αναρτημένο για δημόσιο διάλογο στην ιστοσελίδα www.DSM5.org μέχρι τον Απρίλιο και αναμένεται να λάβει χιλιάδες σχόλια. Ειδικά σε ότι αφορά τον αυτισμό, η ορολογία είναι μείζονος σημασίας στην περιγραφή κάποιων καταστάσεων που ακόμη δεν είναι πλήρως κατανοητές.

www.kathimerini.gr με πληροφορίες Associated Press

Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2009

Τα αποφθέγματα του Λα Ροσφουκό προστατεύουν από τη βλακεία της επικαιρότητας...


Γιάννης Σταύρου, Ναυτικό τοπίο, λάδι σε χαρτί

Αντί εκλογολογίας, επιλέγουμε Λα Ροσφουκό...

Για λόγους υγείας, αισθητικής, διατήρησης ψυχραιμίας & απόστασης από βλακεία, διανοητικής ακεραιότητας κλπ.
Η μετάφραση από τα αγγλικά, δική μας - λιγο πρόχειρη...

Francois de La Rochefoucauld


If we did not flatter ourselves, the flattery of others could never harm us.
Εάν δεν κολακεύουμε τους εαυτούς μας, η κολακεία των άλλων ποτέ δεν θα μας βλάψει.

If we had no faults of our own, we should not take so much pleasure in noticing those in others.
Εάν δεν είχαμε δικά μας ελαττώματα, δεν θα αντλούσαμε τόσο πολλή ευχαρίστηση παρατηρώντας τα στους άλλους.

Innocence does not find near so much protection as guilt.
Η αθωότητα δεν προστατεύεται ποτέ τόσο πολύ όσο η ενοχή

It is from a weakness and smallness of mind that men are opinionated; and we are very loath to believe what we are not able to comprehend.
Από αδυναμία και μικρότητα του μυαλού οι άνθρωποι είναι αδιάλλακτοι· και είμαστε πολύ απρόθυμοι να πιστέψουμε ό,τι δεν είμαστε ικανοί να κατανοήσουμε.

It is often laziness and timidity that keep us within our duty while virtue gets all the credit.
Είναι συχνά η τεμπελιά και η δειλία που μας κρατούν στο καθήκον μας ενώ η αρετή παίρνει όλα τα εύσημα.

Mediocre minds usually dismiss anything which reaches beyond their own understanding.
Τα μέτρια μυαλά συνήθως απορρίπτουν ό,τι αδυνατούν να κατανοήσουν

Nothing prevents one from appearing natural as the desire to appear natural.
Τίποτα δεν αποτρέπει κάποιον να εμφανίζεται φυσικός όσο η επιθυμία να εμφανίζεται φυσικός.

People always complain about their memories, never about their minds.
Οι άνθρωποι πάντα παραπονιούνται για τις αναμνήσεις τους, ποτέ για τα μυαλά τους.

Perfect behaviour is born of complete indifference.
Η τέλεια συμπεριφορά είναι γέννημα της πλήρους αδιαφορίας

Perfect Valour is to do, without a witness, all that we could do before the whole world.
Τέλεια ανδρεία σημαίνει να διαπράττεις, χωρίς κανένα μάρτυρα, όλα αυτά που θα μπορούσες να διαπράξεις μποστά σ’ολόκληρο τον κόσμο.

Philosophy finds it an easy matter to vanquish past and future evils, but the present are commonly too hard for it.
Η φιλοσοφία βρίσκει εύκολο θέμα όταν συντρίβει παρελθόντα και μελλοντικά κακά, όμως τα παρόντα είναι συνήθως πάρα πολύ δύσκολα γι’ αυτήν.

Quarrels would not last long if the fault was only on one side.
Οι φιλονικίες δεν θα διαρκούσαν πολύ εάν το σφάλμα βρισκόταν ήταν μόνο στη μια πλευρά.

The principal point of cleverness is to know how to value things just as they deserve.
Το κύριο σημείο της ευφυίας είναι να γνωρίζεις να εκτιμάς τα πράγματα όπως ακριβώς το αξίζουν.

The reason why so few people are agreeable in conversation is that each is thinking more about what he intends to say than others are saying.
Ο λόγος για τον οποίο τόσο λίγοι άνθρωποι συμφωνούν στη συζήτηση είναι γιατί ο καθένας σκέφτεται περισσότερο για αυτό που σκοπεύει να πει παρα γι’αυτό που λένε οι άλλοι.

The surest way to be deceived is to consider oneself cleverer than others.
Ο πιό σίγουρος τρόπος να εξαπατηθεί κανείς είναι να θεωρήσει τον εαυτό του εξυπνότερο από τους άλλος.

There are various sorts of curiosity; one is from interest, which makes us desire to know that which may be useful to us; and the other, from pride which comes from the wish to know what others are ignorant of.
Υπάρχουν διάφορα είδη περιέργειας· κάποιο είναι από το ενδιαφέρον, που μας κάνει να επιθυμούμε να γνωρίζουμε ό,τι μπορεί να μας αποβεί χρήσιμο· και το άλλο, από την υπερηφάνεια που προέρχεται από την επιθυμία να γνωρίζουμε ό,τι οι άλλοι αγνοούν.

There is nothing men are so generous of as advice.
Σε τίποτα οι άνθρωποι δεν είναι τόσο γεναιόδωροι όσο στις συμβουλές.

Those who are incapable of committing great crimes do not readily suspect them in others.
Αυτοί που είναι ανίκανοι να διαπράξουν μεγάλα εγκλήμτα δεν τα υποψιάζονται εύκολα στους άλλους.

Those who occupy their minds with small matters, generally become incapable of greatness.
Αυτοί που απασχολούν το μυαλό τους με μικροθέματα, γίνονται ανίκανοι για το μεγαλειώδες.

Though men are apt to flatter and exalt themselves with their great achievements, yet these are, in truth, very often owing not so much to design as chance.
Παρ’όλο που οι άνθρωποι αρέσκονται να κολακεύουν και να εξυψώνουν τους εαυτούς τους για τα μεγάλα τους επιτεύγματα, στην πραγματικότητα, αυτά οφείλονται όχι τόσο στον σχεδιασμό όσο στην τύχη.

Usually we praise only to be praised.
Συνήθως εγκωμιάζουμε μόνο για να εγκωμιαστούμε.

Virtue would go far if vanity did not keep it company.
Η αρετή θα πήγαινε μακριά εάν η ματαιοδοξία δεν της κρατούσε συντοφιά.

We always love those who admire us, but we do not always love those whom we admire.
Συνήθως αγαπούμε όσους μας θαυμάζουν, αλλά δεν αγαπούμε πάντα όσους εμείς θαυμάζουμε.

We are more interested in making others believe we are happy than in trying to be happy ourselves.
Ενδιαφερόμαστε περισσότερο να κάνουμε τους άλλους να θεωρούν ότι είμαστε ευτυχείς παρά προσπαθούμε να είμαστε οι ίδιοι ευτυχείς..

We are never so ridiculous through what we are as through what we pretend to be.
Δεν είμαστε ποτέ τόσο γελοίοι μέσω αυτού που είμαστε όσο μέσω αυτού που προσποιούμαστε ότι είμαστε

We are so accustomed to disguise ourselves to others that in the end we become disguised to ourselves.
Έχουμε τόσο εξοικιωθεί να μεταμφιέζουμε τον εαυτό μας απέναντι στους άλλους που στο τέλος μεταμφιεζόμαστε κι απέναντι στον εαυτό μας.

We easily forgive our friends those faults that do no affect us ourselves.
Εύκολα συγχωρούμε στους φίλους μας όσα σφάλματα δεν έχουν επίδραση πάνω μας.

We have no patience with other people's vanity because it is offensive to our own.
Δεν έχουμε υπομονή με την ματαιοδοξία των άλλων ανθρώπων γιατί δυσαρεστεί τη δική μας.

We often forgive those who bore us, but we cannot forgive those whom we bore.
Συχνά συγχωρούμε αυτούς που βαριόμαστε, αλλά δεν μπορούμε να συγχωρήσουμε όσους μας βαριούνται.

We often pardon those that annoy us, but we cannot pardon those we annoy.
Συχνά συγχωρούμε αυτούς που μας ενοχλούν, αλλά δεν μπορούμε να συγχωρήσουμε όσους ενοχλούμε.

We only confess our little faults to persuade people that we have no big ones.
Ομολογούμε μόνο τα μικρά μας σφάλματα για να πείσουμε τους ανθρώπους ότι δεν έχουμε διαπράξει μεγάλα.

We promise according to our hopes and perform according to our fears.
Υποσχόμαστε σύμφωνα με τις ελπίδες μας και εκτελούμε σύμφωνα με τους φόβους μας.

We promise in proportion to our hopes, and we deliver in proportion to our fears.
Υποσχόμαστε σε αναλογία με τις ελπίδες μας και διανέμουμε σε αναλογία με τους φόβους μας.

We should often feel ashamed of our best actions if the world could see all the motives which produced them.
Θα αισθανόμασταν συχνά ντροπή για τις καλύτερές μας πράξεις εάν ο κόσμος μπορούσε να δει όλα τα κίνητρα που τις παρήγαγαν

Weakness of character is the only defect which cannot be amended.
Η αδυναμία του χαρακτήρα είναι η μόνη ατέλεια που δεν μπορεί να τροποποιηθεί

What keeps us from abandoning ourselves entirely to one vice, often, is the fact that we have several.
Αυτό που μας κρατά από το να εγκαταλειφθούμε ολοκληρωτικά σε μια κακία, συχνά, είναι το γεγονός ότι διαθέτουμε αρκετές.
What men have called friendship is only a social arrangement, a mutual adjustment of interests, an interchange of services given and received; it is, in sum, simply a business from which those involved propose to derive a steady profit for their own self-love.
Αυτό που οι άνθρωποι αποκαλούν τη φιλία είναι μόνο μια κοινωνική ρύθμιση, μια αμοιβαία προσαρμογή ενδιαφερόντων, μια ανταλλαγή αποδιδομένων και λαμβανομένων υπηρεσιών· είναι, συνοπτικά, απλά μια επιχείρηση από την οποία όσοι εμπλέκονται σκοπεύουν να αντλήσουν ένα σταθερό κέρδος χάριν της αγάπης στον εαυτό τους και μόνο.

What seems to be generosity is often no more than disguised ambition, which overlooks a small interest in order to secure a great one.
Αυτό που φαίνεται ως γενναιοδωρία δεν είναι τίποτα παραπάνω από μεταμφιεσμένη φιλοδοξία, η οποία αγνοεί ένα μικρό ενδιαφέρον προκειμένου να εξασφαλιστεί ένα μεγάλο.

What we call generosity is for the most part only the vanity of giving; and we exercise it because we are more fond of that vanity than of the thing we give.
Ό,τι αποκαλούμε γενναιοδωρία είναι ως επί το πλείστον μόνο η ματαιοδοξία του δοσίματος· και το ασκούμε επειδή κλίνουμε περισσότερο στη ματαιοδοξία παρά στα πράγματα που δίνουμε.