Στου φεγγαριού, που πέθαινε, το φως
τα μάτια σου γυαλίζαν. Πώς σε ρυάκι απάνω αργό
λάμπει θαμπός φωσφορισμός
όμοια έλαμπε και το φεγγάρι εκεί...
*
Thine eyes glow’d in the glare
Of the moon’s dying light;
As a fen-fire’s beam
On a sluggish stream
Gleams dimly—so the moon shone there...
Γιάννης Σταύρου, Πορτρέτο νέας γυναίκας, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)
Πέρσυ Μπυς Σέλλεϋ
Γραμμές
Η κρύα η γη κάτω κοιμότανε,
έλαμπε απάνω ο κρύος ο ουρανός,
και γύρω, μ’ ένα ήχο που σε μάργωνε,
από παγοσπηλιές και κάμπους χιονοσκέπαστους
η πνοή της νύχτας κύλαε σαν το θάνατο
κάτ’ από το φεγγάρι που βασίλευε.
Ήτανε μαύρη η χειμωνιάτικη φραγή,
ένα χορτάρι πράσινο δεν έβλεπες.
Στο μονοπάτι πλάι, κουρνιάζαν τα πουλιά
στο αγκάθι απάνω το γυμνό, που οι ρίζες του
κουλουριαζόνταν πάνω απ’ τις πολλές ραϊσιές
που εκεί τις είχε ανοίξει η παγωνιά.
Στου φεγγαριού, που πέθαινε, το φως
τα μάτια σου γυαλίζαν. Πώς σε ρυάκι απάνω αργό
λάμπει θαμπός φωσφορισμός,
όμοια έλαμπε και το φεγγάρι εκεί
και χρύσωνε τα κορακάτα σου μαλλιά,
που μες στης νύχτας σάλευαν τον άνεμο.
Τα χείλια σου τα χλώμιαζε η σελήνη, αγαπημένη μου.
Ο αέρας πάγωνε το στήθος σου.
Έχυνε η νύχτα στο ακριβό κεφάλι σου
την παγωμένη της δροσιά· κι εσύ κειτόσουνα
εκεί που του γυμνού ουρανού η πικρή πνοή
μπορούσε και σ’ αγκάλιαζε όπως ήθελε.
(μετ. Δημήτρης Σταύρου)
Percy Bysshe Shelley
Lines
The cold earth slept below;
Above the cold sky shone;
And all around,
With a chilling sound,
From caves of ice and fields of snow
The breath of night like death did flow
Beneath the sinking moon.
The wintry hedge was black;
The green grass was not seen;
The birds did rest
On the bare thorn’s breast,
Whose roots, beside the pathway track,
Had bound their folds o’er many a crack
Which the frost had made between.
Thine eyes glow’d in the glare
Of the moon’s dying light;
As a fen-fire’s beam
On a sluggish stream
Gleams dimly—so the moon shone there,
And it yellow’d the strings of thy tangled hair,
That shook in the wind of night.
The moon made thy lips pale, beloved;
The wind made thy bosom chill;
The night did shed
On thy dear head
Its frozen dew, and thou didst lie
Where the bitter breath of the naked sky
Might visit thee at will.
ζωγράφοι, ελληνική τέχνη, θαλασσογραφίες, τοπία, ζωγραφική, λογοτεχνία, Έλληνες ζωγράφοι, σύγχρονη σκέψη, καράβια, τέχνη, σύγχρονοι ζωγράφοι, ποίηση, πορτρέτα, πίνακες ζωγραφικής, έργα ζωγραφικής, ελληνικά τοπία
t
Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...
Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σέλλεϋ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σέλλεϋ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Τετάρτη 29 Μαρτίου 2017
Τετάρτη 3 Ιουνίου 2015
ποτέ τραγούδι πια...
Αγέρα, που ξεσπάς και κλαις τόσ’ άγρια τον καημό σου,
τόσο που αυτός δε γίνεται ποτέ τραγούδι πια·
αγέρα μου, που ολονυχτίς χτυπάς το πένθιμό σου
το σήμαντρο, μέσ’ στη βαριά τη μαύρη συννεφιά...
Γιάννης Σταύρου, Τρικυμία, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)
Πέρσυ Μπυς Σέλλεϋ
Αλκυόνες και γύπες
Φύγετε, φύγετε απ’ εδώ, ούτε στιγμή να μείνετε,
σεις, αλκυόνες, της γλυκιάς ενθύμησης πουλιά!
Σ’ άλλη καρδιά πιο ήσυχη ζητήσετε φωλιά·
η ρημασμένη μου καρδιά φωλιά σας πια δεν γίνεται.
Για λούλουδα της άνοιξης μην της κρυφομιλάτε·
με καλοκαίρι ψεύτικο δεν την ξαναγελάτε.
Μια που την παρατήσατε και σ’ άλλα μέρη πήγατε,
γιατί ξαναγυρίσετε; Να φύγετε, να φύγετε!
Σεις, σαρκοφάγα όρνια, σεις, αχόρταγα πουλιά,
που χτίζετε στου μέλλοντος τους πύργους τη φωλιά,
θα βρείτε ελπίδες άρρωστες, ελπίδες μου χαμένες,
χαρές μου που πεθαίνουνε, χαρές μου πεθαμένες,
να μπήγετε το νύχι σας, το ράμφος σας το κοφτερό,
να τρώτε, να χορταίνετε, να τρώτε για πολύν καιρό.
(Μετ. Δημ. Στάης)
Θρήνος
Αγέρα, που ξεσπάς και κλαις τόσ’ άγρια τον καημό σου,
τόσο που αυτός δε γίνεται ποτέ τραγούδι πια·
αγέρα μου, που ολονυχτίς χτυπάς το πένθιμό σου
το σήμαντρο, μέσ’ στη βαριά τη μαύρη συννεφιά·
μπόρες με τα θλιμμένα σας και με τα μάταια δάκρυα,
δάση γυμνά με τα ξερά κλωνάρια απ’ άκρια σ’ άκρια,
βαθιές σπηλιές, κι εσύ τρελή του ωκεανού μανία,
του κόσμου ετούτου κλάψετε πικρά την αδικία.
(Μετ. Λάμπρος Πορφύρας)
Τραγούδι
Για το χαμένο ταίρι του θρηνούσε ένα πουλί
πάνω σ’ ένα ξερόκλαδο, μονάχο καθισμένο.
Ο κρύος βοριάς αμείλιχτος έπεφτε απάνω του
καθώς το ρυάκι κύλαε αποκάτου παγωμένο.
Μήτ’ ένα φύλλο που έβλεπες στο δάσος το γυμνό.
Στο νοτισμένο χώμα μήτ’ ένα λούλουδο που ανθούσε.
Όλα σωπαίνανε τριγύρω, τίποτα δε σάλευε
παρά μονάχα του νερόμυλου ο τροχός βογγούσε.
(Μετ. Κούλα Πετράτου-Μαργαρίτη)
τόσο που αυτός δε γίνεται ποτέ τραγούδι πια·
αγέρα μου, που ολονυχτίς χτυπάς το πένθιμό σου
το σήμαντρο, μέσ’ στη βαριά τη μαύρη συννεφιά...
Γιάννης Σταύρου, Τρικυμία, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)
Πέρσυ Μπυς Σέλλεϋ
Αλκυόνες και γύπες
Φύγετε, φύγετε απ’ εδώ, ούτε στιγμή να μείνετε,
σεις, αλκυόνες, της γλυκιάς ενθύμησης πουλιά!
Σ’ άλλη καρδιά πιο ήσυχη ζητήσετε φωλιά·
η ρημασμένη μου καρδιά φωλιά σας πια δεν γίνεται.
Για λούλουδα της άνοιξης μην της κρυφομιλάτε·
με καλοκαίρι ψεύτικο δεν την ξαναγελάτε.
Μια που την παρατήσατε και σ’ άλλα μέρη πήγατε,
γιατί ξαναγυρίσετε; Να φύγετε, να φύγετε!
Σεις, σαρκοφάγα όρνια, σεις, αχόρταγα πουλιά,
που χτίζετε στου μέλλοντος τους πύργους τη φωλιά,
θα βρείτε ελπίδες άρρωστες, ελπίδες μου χαμένες,
χαρές μου που πεθαίνουνε, χαρές μου πεθαμένες,
να μπήγετε το νύχι σας, το ράμφος σας το κοφτερό,
να τρώτε, να χορταίνετε, να τρώτε για πολύν καιρό.
(Μετ. Δημ. Στάης)
Θρήνος
Αγέρα, που ξεσπάς και κλαις τόσ’ άγρια τον καημό σου,
τόσο που αυτός δε γίνεται ποτέ τραγούδι πια·
αγέρα μου, που ολονυχτίς χτυπάς το πένθιμό σου
το σήμαντρο, μέσ’ στη βαριά τη μαύρη συννεφιά·
μπόρες με τα θλιμμένα σας και με τα μάταια δάκρυα,
δάση γυμνά με τα ξερά κλωνάρια απ’ άκρια σ’ άκρια,
βαθιές σπηλιές, κι εσύ τρελή του ωκεανού μανία,
του κόσμου ετούτου κλάψετε πικρά την αδικία.
(Μετ. Λάμπρος Πορφύρας)
Τραγούδι
Για το χαμένο ταίρι του θρηνούσε ένα πουλί
πάνω σ’ ένα ξερόκλαδο, μονάχο καθισμένο.
Ο κρύος βοριάς αμείλιχτος έπεφτε απάνω του
καθώς το ρυάκι κύλαε αποκάτου παγωμένο.
Μήτ’ ένα φύλλο που έβλεπες στο δάσος το γυμνό.
Στο νοτισμένο χώμα μήτ’ ένα λούλουδο που ανθούσε.
Όλα σωπαίνανε τριγύρω, τίποτα δε σάλευε
παρά μονάχα του νερόμυλου ο τροχός βογγούσε.
(Μετ. Κούλα Πετράτου-Μαργαρίτη)
Κυριακή 9 Μαρτίου 2014
Γύρω από τη φθορά...
Άλλο τίποτα δεν μένει. Γύρω από τη φθορά
των κολοσσιαίων ερειπίων, απέραντη, γυμνή,
μόνη η έρημος, κι επίπεδη, απλώνεται μακριά...
Louis Édouard Fournier, Η κηδεία του Σέλλεϋ, λάδι σε καμβά
Πέρσι Σέλλεϋ
Οζυμανδίας
Συνάντησα έναν ταξιδιώτη από χώρα αρχαία.
Είπε: τεράστια, δίχως κορμό, δυο πόδια πέτρινα
υψώνονται στην έρημο... Κοντά τους, μες στην άμμο
βυθισμένο, ένα θρυμματισμένο πρόσωπο· τα σκυθρωπά του
χείλη, πτυχωμένα σ' ένα χαμόγελο ψυχρής υπεροχής,
λένε ο γλύπτης τους πως διάβασε σωστά αυτά τα πάθη
που ακόμη ζούνε χαραγμένα στ' άψυχα ετούτα πράγματα
το χέρι που τα περιγέλασε και την καρδιά που τα 'θρεψε.
Και πάνω στο κρηπίδι αυτές οι λέξεις αχνοφαίνονται:
«Οζυμανδίας τ' όνομά μου, ο Βασιλεύς των Βασιλέων,
κοιτάξτε τα έργα μου, ισχυροί, κι απελπιστείτε!»
Άλλο τίποτα δεν μένει. Γύρω από τη φθορά
των κολοσσιαίων ερειπίων, απέραντη, γυμνή,
μόνη η έρημος, κι επίπεδη, απλώνεται μακριά.
Percy Bysshe Shelley
Ozymandias
I met a traveller from an antique land
Who said: Two vast and trunkless legs of stone
Stand in the desert ... Near them, on the sand,
Half sunk, a shattered visage lies, whose frown,
And wrinkled lip, and sneer of cold command,
Tell that its sculptor well those passions read
Which yet survive, stamped on these lifeless things,
The hand that mocked them, and the heart that fed:
And on the pedestal these words appear:
"My name is Ozymandias, king of kings:
Look on my works ye mighty and despair!"
Nothing beside remains. Round the decay
Of that colossal wreck, boundless and bare
The lone and level sands stretch far away.
των κολοσσιαίων ερειπίων, απέραντη, γυμνή,
μόνη η έρημος, κι επίπεδη, απλώνεται μακριά...
Louis Édouard Fournier, Η κηδεία του Σέλλεϋ, λάδι σε καμβά
Πέρσι Σέλλεϋ
Οζυμανδίας
Συνάντησα έναν ταξιδιώτη από χώρα αρχαία.
Είπε: τεράστια, δίχως κορμό, δυο πόδια πέτρινα
υψώνονται στην έρημο... Κοντά τους, μες στην άμμο
βυθισμένο, ένα θρυμματισμένο πρόσωπο· τα σκυθρωπά του
χείλη, πτυχωμένα σ' ένα χαμόγελο ψυχρής υπεροχής,
λένε ο γλύπτης τους πως διάβασε σωστά αυτά τα πάθη
που ακόμη ζούνε χαραγμένα στ' άψυχα ετούτα πράγματα
το χέρι που τα περιγέλασε και την καρδιά που τα 'θρεψε.
Και πάνω στο κρηπίδι αυτές οι λέξεις αχνοφαίνονται:
«Οζυμανδίας τ' όνομά μου, ο Βασιλεύς των Βασιλέων,
κοιτάξτε τα έργα μου, ισχυροί, κι απελπιστείτε!»
Άλλο τίποτα δεν μένει. Γύρω από τη φθορά
των κολοσσιαίων ερειπίων, απέραντη, γυμνή,
μόνη η έρημος, κι επίπεδη, απλώνεται μακριά.
Percy Bysshe Shelley
Ozymandias
I met a traveller from an antique land
Who said: Two vast and trunkless legs of stone
Stand in the desert ... Near them, on the sand,
Half sunk, a shattered visage lies, whose frown,
And wrinkled lip, and sneer of cold command,
Tell that its sculptor well those passions read
Which yet survive, stamped on these lifeless things,
The hand that mocked them, and the heart that fed:
And on the pedestal these words appear:
"My name is Ozymandias, king of kings:
Look on my works ye mighty and despair!"
Nothing beside remains. Round the decay
Of that colossal wreck, boundless and bare
The lone and level sands stretch far away.
Ετικέτες
Γιάννης Σταύρου,
έλληνες ζωγράφοι,
ζωγραφική,
ζωγράφοι,
ποιητές,
Σέλλεϋ,
σύγχρονοι ζωγράφοι
Παρασκευή 31 Ιανουαρίου 2014
Οδήγησε τις νεκρές μου σκέψεις μες στο σύμπαν,
Σαν τα φύλλα τα ξερά, για να επιταχύνεις μια νέα γέννηση...
Γιάννης Σταύρου, Φθινοπωρινό, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)
Πέρσι Μπις Σέλλεϋ
Ωδή στον δυτικό άνεμο
Ι.
Ω άγριε Δυτικέ Άνεμε, πνοή εσύ της ύπαρξης του Φθινοπώρου,
Εσύ, που απ’ την αόρατή σου παρουσία τα πεθαμένα φύλλα
Παρασύρονται, όπως φαντάσματα που ένας μάγος τα σκορπίζει,
Κίτρινα και μαύρα και χλωμά και κόκκινα πυρετικά,
Μέγα πλήθος χτυπημένο από λοιμό: Ω Εσύ,
Που ηνιοχεύεις στο σκοτεινό τους χειμωνιάτικο κρεβάτι
Τους φτερωτούς σπόρους, όπου κείνται κρυμμένοι και ψυχροί,
Ένα κουφάρι ο καθένας μες στον τάφο του, ώσπου
Της Άνοιξης η αδελφή σου γαλανή να φυσήξει
Τη σάλπιγγά της πάνω απ’ τη γη που ονειρεύεται και να γεμίσει
(Τα γλυκά ανθάκια οδηγώντας σαν κοπάδια στον αέρα για να ταϊστούν)
Με ζωντανά χρώματα και αρώματα τους λόφους και τις πεδιάδες:
Άγριο Πνεύμα, που ολούθε περιφέρεσαι·
Καταστροφέα και Σωτήρα· άκου! Ω, άκου!
ΙΙ.
Εσύ που απ’ το ρεύμα σου, στου απόκρημνου ουρανού την ταραχή,
Ελεύθερα τα σύννεφα σκορπάνε, όπως της Γης τα φύλλα τα ξερά,
Καθώς τινάζονται απ’ τα πλεγμένα τα κλαδιά του Ουρανού και του Ωκεανού,
Άγγελοι της καταιγίδας και της αστραπής: εκεί απλώνονται
Στην κυανή επιφάνεια της αέρινής σου ορμής,
Σαν τα στιλπνά μαλλιά που ορθώνονται στην κεφαλή
Μιας άγριας Μαινάδας, απ’ τη θολή γραμμή
Του ορίζοντα μέχρι και του ύψους το αποκορύφωμα,
Οι βόστρυχοι της καταιγίδας που επέρχεται. Εσύ Θρήνε
Του θνήσκοντος έτους, για το οποίο η νύχτα που σιμώνει
Θα είναι ο θόλος ενός απέραντου μνήματος,
Υψωμένου με όλη σου τη συγκεντρωμένη δύναμη
Των υδρατμών, που απ’ την ατμόσφαιρά τους την πυκνή
Μαύρη βροχή και φλόγα και χαλάζι θα ξεχυθεί: ω, άκου!
ΙΙΙ.
Εσύ που αφύπνισες από τα θερινά της όνειρα
Τη γαλανή Μεσόγειο, εκεί όπου αναπαυότανε,
Νανουρισμένη από την περιδίνηση των κρυσταλλένιων της ρευμάτων,
Πλάι σε μια νήσο από ελαφρόπετρα στης Μπάιας τον όρμο,
Και έβλεπε μες στον ύπνο της πύργους κι αρχαία ανάκτορα
Να τρέμουνε στου κύματος τη δυνατή φεγγοβολή,
Κρυμμένα όλα κάτω από βρύα και λουλούδια κυανά,
Τόσο γλυκά, που ο νους λιγοθυμά όταν τα παρασταίνει! Εσύ
Που από το πέρασμά σου τα ρεύματα στην επιφάνεια του Ατλαντικού
Σχίζονται κι ανοίγουν χάσματα, ενώ βαθιά από κάτω
Τ’ άνθη της θάλασσας και τα ιλυώδη δάση που φορούν
Του ωκεανού το άχυμο φύλλωμα αναγνωρίζουν
Τη φωνή σου, κι άξαφνα χάνουν το χρώμα τους από τον φόβο,
Και τρέμουνε κι απογυμνώνονται: ω, άκου!
IV.
Ας ήμουν ένα πεθαμένο φύλλο, εσύ μπορούσες να με σήκωνες·
Ας ήμουν ένα γρήγορο σύννεφο για να πετάω μαζί σου·
Ένα κύμα για να ασθμαίνω κάτω απ’ τη δύναμή σου και να μοιράζομαι
Την ώθηση της ισχύος σου, μόνο λιγότερο ελεύθερος
Απ’ ό,τι, ω Αχαλίνωτε, εσύ! Ας ήμουν μόνο
Όπως τότε που ήμουνα παιδί και θα γινόμουν
Ο σύντροφός σου στις περιπλανήσεις σου στον Ουρανό,
Όπως τότε που το να ξεπεράσω την ουράνια ταχύτητά σου
Μόλις που έμοιαζε με όνειρο· ποτέ δεν θα ‘μπαινα σε τέτοιον αγώνα
Εγώ μαζί σου, που είμαι ένας ικέτης μες στην πικρή μου ανημποριά.
Ω, σαν κύμα, σαν φύλλο, σαν σύννεφο, σήκωσέ με!
Πληγώνομαι πάνω στ’ αγκάθια της ζωής! Αιμορραγώ!
Ένα βαρύ φορτίο ωρών έχει δέσει κι έχει λυγίσει
Έναν ακόμη όμοιό σου: αδάμαστο και γρήγορο και υπερήφανο.
V.
Κάνε με λύρα σου, τέτοια που ‘ναι και το δάσος:
Τι κι αν τα φύλλα μου σαν τα δικά του πέφτουνε!
Ο αχός των ισχυρών αρμονιών σου
Θα πάρει από τους δυο μας έναν βαθύ φθινοπωρινό τόνο,
Γλυκό ακόμη και στη θλίψη του. Γίνε εσύ, άγριο Πνεύμα,
Το πνεύμα μου! Εσύ, παράφορε, γίνε εγώ!
Οδήγησε τις νεκρές μου σκέψεις μες στο σύμπαν,
Σαν τα φύλλα τα ξερά, για να επιταχύνεις μια νέα γέννηση!
Και, με τη μαγική επωδή τού στίχου αυτού,
Σκόρπισε, σαν να ‘ναι μιας άσβεστης εστίας
Oι στάχτες και οι σπίθες, τα λόγια μου σ’ όλη την ανθρωπότητα!
Για τη γη που ακόμα δεν αφυπνίστηκε γίνε μέσ’ απ’ τα χείλη μου
Μιας προφητείας η σάλπιγγα! Ω, Άνεμε,
Αν έρθει ο Χειμώνας, μπορεί η Άνοιξη να είναι μακριά;
Εισαγωγή – Μετάφραση Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος
Percy Bysshe Shelley
Ode to the West Wind
I
O wild West Wind, thou breath of Autumn's being,
Thou, from whose unseen presence the leaves dead
Are driven, like ghosts from an enchanter fleeing,
Yellow, and black, and pale, and hectic red,
Pestilence-stricken multitudes: O thou,
Who chariotest to their dark wintry bed
The wingèd seeds, where they lie cold and low,
Each like a corpse within its grave,until
Thine azure sister of the Spring shall blow
Her clarion o'er the dreaming earth, and fill
(Driving sweet buds like flocks to feed in air)
With living hues and odours plain and hill:
Wild Spirit, which art moving everywhere;
Destroyer and Preserver; hear, O hear!
II
Thou on whose stream, 'mid the steep sky's commotion,
Loose clouds like Earth's decaying leaves are shed,
Shook from the tangled boughs of Heaven and Ocean,
Angels of rain and lightning: there are spread
On the blue surface of thine airy surge,
Like the bright hair uplifted from the head
Of some fierce Maenad, even from the dim verge
Of the horizon to the zenith's height,
The locks of the approaching storm. Thou dirge
Of the dying year, to which this closing night
Will be the dome of a vast sepulchre
Vaulted with all thy congregated might
Of vapours, from whose solid atmosphere
Black rain, and fire, and hail will burst: O hear!
III
Thou who didst waken from his summer dreams
The blue Mediterranean, where he lay,
Lulled by the coil of his crystalline streams,
Beside a pumice isle in Baiae's bay,
And saw in sleep old palaces and towers
Quivering within the wave's intenser day,
All overgrown with azure moss and flowers
So sweet, the sense faints picturing them! Thou
For whose path the Atlantic's level powers
Cleave themselves into chasms, while far below
The sea-blooms and the oozy woods which wear
The sapless foliage of the ocean, know
Thy voice, and suddenly grow grey with fear,
And tremble and despoil themselves: O hear!
IV
If I were a dead leaf thou mightest bear;
If I were a swift cloud to fly with thee;
A wave to pant beneath thy power, and share
The impulse of thy strength, only less free
Than thou, O Uncontrollable! If even
I were as in my boyhood, and could be
The comrade of thy wanderings over Heaven,
As then, when to outstrip thy skiey speed
Scarce seemed a vision; I would ne'er have striven
As thus with thee in prayer in my sore need.
Oh! lift me as a wave, a leaf, a cloud!
I fall upon the thorns of life! I bleed!
A heavy weight of hours has chained and bowed
One too like thee: tameless, and swift, and proud.
V
Make me thy lyre, even as the forest is:
What if my leaves are falling like its own!
The tumult of thy mighty harmonies
Will take from both a deep, autumnal tone,
Sweet though in sadness. Be thou, Spirit fierce,
My spirit! Be thou me, impetuous one!
Drive my dead thoughts over the universe
Like withered leaves to quicken a new birth!
And, by the incantation of this verse,
Scatter, as from an unextinguished hearth
Ashes and sparks, my words among mankind!
Be through my lips to unawakened Earth
The trumpet of a prophecy! O Wind,
If Winter comes, can Spring be far behind?
Σαν τα φύλλα τα ξερά, για να επιταχύνεις μια νέα γέννηση...
Γιάννης Σταύρου, Φθινοπωρινό, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)
Πέρσι Μπις Σέλλεϋ
Ωδή στον δυτικό άνεμο
Ι.
Ω άγριε Δυτικέ Άνεμε, πνοή εσύ της ύπαρξης του Φθινοπώρου,
Εσύ, που απ’ την αόρατή σου παρουσία τα πεθαμένα φύλλα
Παρασύρονται, όπως φαντάσματα που ένας μάγος τα σκορπίζει,
Κίτρινα και μαύρα και χλωμά και κόκκινα πυρετικά,
Μέγα πλήθος χτυπημένο από λοιμό: Ω Εσύ,
Που ηνιοχεύεις στο σκοτεινό τους χειμωνιάτικο κρεβάτι
Τους φτερωτούς σπόρους, όπου κείνται κρυμμένοι και ψυχροί,
Ένα κουφάρι ο καθένας μες στον τάφο του, ώσπου
Της Άνοιξης η αδελφή σου γαλανή να φυσήξει
Τη σάλπιγγά της πάνω απ’ τη γη που ονειρεύεται και να γεμίσει
(Τα γλυκά ανθάκια οδηγώντας σαν κοπάδια στον αέρα για να ταϊστούν)
Με ζωντανά χρώματα και αρώματα τους λόφους και τις πεδιάδες:
Άγριο Πνεύμα, που ολούθε περιφέρεσαι·
Καταστροφέα και Σωτήρα· άκου! Ω, άκου!
ΙΙ.
Εσύ που απ’ το ρεύμα σου, στου απόκρημνου ουρανού την ταραχή,
Ελεύθερα τα σύννεφα σκορπάνε, όπως της Γης τα φύλλα τα ξερά,
Καθώς τινάζονται απ’ τα πλεγμένα τα κλαδιά του Ουρανού και του Ωκεανού,
Άγγελοι της καταιγίδας και της αστραπής: εκεί απλώνονται
Στην κυανή επιφάνεια της αέρινής σου ορμής,
Σαν τα στιλπνά μαλλιά που ορθώνονται στην κεφαλή
Μιας άγριας Μαινάδας, απ’ τη θολή γραμμή
Του ορίζοντα μέχρι και του ύψους το αποκορύφωμα,
Οι βόστρυχοι της καταιγίδας που επέρχεται. Εσύ Θρήνε
Του θνήσκοντος έτους, για το οποίο η νύχτα που σιμώνει
Θα είναι ο θόλος ενός απέραντου μνήματος,
Υψωμένου με όλη σου τη συγκεντρωμένη δύναμη
Των υδρατμών, που απ’ την ατμόσφαιρά τους την πυκνή
Μαύρη βροχή και φλόγα και χαλάζι θα ξεχυθεί: ω, άκου!
ΙΙΙ.
Εσύ που αφύπνισες από τα θερινά της όνειρα
Τη γαλανή Μεσόγειο, εκεί όπου αναπαυότανε,
Νανουρισμένη από την περιδίνηση των κρυσταλλένιων της ρευμάτων,
Πλάι σε μια νήσο από ελαφρόπετρα στης Μπάιας τον όρμο,
Και έβλεπε μες στον ύπνο της πύργους κι αρχαία ανάκτορα
Να τρέμουνε στου κύματος τη δυνατή φεγγοβολή,
Κρυμμένα όλα κάτω από βρύα και λουλούδια κυανά,
Τόσο γλυκά, που ο νους λιγοθυμά όταν τα παρασταίνει! Εσύ
Που από το πέρασμά σου τα ρεύματα στην επιφάνεια του Ατλαντικού
Σχίζονται κι ανοίγουν χάσματα, ενώ βαθιά από κάτω
Τ’ άνθη της θάλασσας και τα ιλυώδη δάση που φορούν
Του ωκεανού το άχυμο φύλλωμα αναγνωρίζουν
Τη φωνή σου, κι άξαφνα χάνουν το χρώμα τους από τον φόβο,
Και τρέμουνε κι απογυμνώνονται: ω, άκου!
IV.
Ας ήμουν ένα πεθαμένο φύλλο, εσύ μπορούσες να με σήκωνες·
Ας ήμουν ένα γρήγορο σύννεφο για να πετάω μαζί σου·
Ένα κύμα για να ασθμαίνω κάτω απ’ τη δύναμή σου και να μοιράζομαι
Την ώθηση της ισχύος σου, μόνο λιγότερο ελεύθερος
Απ’ ό,τι, ω Αχαλίνωτε, εσύ! Ας ήμουν μόνο
Όπως τότε που ήμουνα παιδί και θα γινόμουν
Ο σύντροφός σου στις περιπλανήσεις σου στον Ουρανό,
Όπως τότε που το να ξεπεράσω την ουράνια ταχύτητά σου
Μόλις που έμοιαζε με όνειρο· ποτέ δεν θα ‘μπαινα σε τέτοιον αγώνα
Εγώ μαζί σου, που είμαι ένας ικέτης μες στην πικρή μου ανημποριά.
Ω, σαν κύμα, σαν φύλλο, σαν σύννεφο, σήκωσέ με!
Πληγώνομαι πάνω στ’ αγκάθια της ζωής! Αιμορραγώ!
Ένα βαρύ φορτίο ωρών έχει δέσει κι έχει λυγίσει
Έναν ακόμη όμοιό σου: αδάμαστο και γρήγορο και υπερήφανο.
V.
Κάνε με λύρα σου, τέτοια που ‘ναι και το δάσος:
Τι κι αν τα φύλλα μου σαν τα δικά του πέφτουνε!
Ο αχός των ισχυρών αρμονιών σου
Θα πάρει από τους δυο μας έναν βαθύ φθινοπωρινό τόνο,
Γλυκό ακόμη και στη θλίψη του. Γίνε εσύ, άγριο Πνεύμα,
Το πνεύμα μου! Εσύ, παράφορε, γίνε εγώ!
Οδήγησε τις νεκρές μου σκέψεις μες στο σύμπαν,
Σαν τα φύλλα τα ξερά, για να επιταχύνεις μια νέα γέννηση!
Και, με τη μαγική επωδή τού στίχου αυτού,
Σκόρπισε, σαν να ‘ναι μιας άσβεστης εστίας
Oι στάχτες και οι σπίθες, τα λόγια μου σ’ όλη την ανθρωπότητα!
Για τη γη που ακόμα δεν αφυπνίστηκε γίνε μέσ’ απ’ τα χείλη μου
Μιας προφητείας η σάλπιγγα! Ω, Άνεμε,
Αν έρθει ο Χειμώνας, μπορεί η Άνοιξη να είναι μακριά;
Εισαγωγή – Μετάφραση Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος
Percy Bysshe Shelley
Ode to the West Wind
I
O wild West Wind, thou breath of Autumn's being,
Thou, from whose unseen presence the leaves dead
Are driven, like ghosts from an enchanter fleeing,
Yellow, and black, and pale, and hectic red,
Pestilence-stricken multitudes: O thou,
Who chariotest to their dark wintry bed
The wingèd seeds, where they lie cold and low,
Each like a corpse within its grave,until
Thine azure sister of the Spring shall blow
Her clarion o'er the dreaming earth, and fill
(Driving sweet buds like flocks to feed in air)
With living hues and odours plain and hill:
Wild Spirit, which art moving everywhere;
Destroyer and Preserver; hear, O hear!
II
Thou on whose stream, 'mid the steep sky's commotion,
Loose clouds like Earth's decaying leaves are shed,
Shook from the tangled boughs of Heaven and Ocean,
Angels of rain and lightning: there are spread
On the blue surface of thine airy surge,
Like the bright hair uplifted from the head
Of some fierce Maenad, even from the dim verge
Of the horizon to the zenith's height,
The locks of the approaching storm. Thou dirge
Of the dying year, to which this closing night
Will be the dome of a vast sepulchre
Vaulted with all thy congregated might
Of vapours, from whose solid atmosphere
Black rain, and fire, and hail will burst: O hear!
III
Thou who didst waken from his summer dreams
The blue Mediterranean, where he lay,
Lulled by the coil of his crystalline streams,
Beside a pumice isle in Baiae's bay,
And saw in sleep old palaces and towers
Quivering within the wave's intenser day,
All overgrown with azure moss and flowers
So sweet, the sense faints picturing them! Thou
For whose path the Atlantic's level powers
Cleave themselves into chasms, while far below
The sea-blooms and the oozy woods which wear
The sapless foliage of the ocean, know
Thy voice, and suddenly grow grey with fear,
And tremble and despoil themselves: O hear!
IV
If I were a dead leaf thou mightest bear;
If I were a swift cloud to fly with thee;
A wave to pant beneath thy power, and share
The impulse of thy strength, only less free
Than thou, O Uncontrollable! If even
I were as in my boyhood, and could be
The comrade of thy wanderings over Heaven,
As then, when to outstrip thy skiey speed
Scarce seemed a vision; I would ne'er have striven
As thus with thee in prayer in my sore need.
Oh! lift me as a wave, a leaf, a cloud!
I fall upon the thorns of life! I bleed!
A heavy weight of hours has chained and bowed
One too like thee: tameless, and swift, and proud.
V
Make me thy lyre, even as the forest is:
What if my leaves are falling like its own!
The tumult of thy mighty harmonies
Will take from both a deep, autumnal tone,
Sweet though in sadness. Be thou, Spirit fierce,
My spirit! Be thou me, impetuous one!
Drive my dead thoughts over the universe
Like withered leaves to quicken a new birth!
And, by the incantation of this verse,
Scatter, as from an unextinguished hearth
Ashes and sparks, my words among mankind!
Be through my lips to unawakened Earth
The trumpet of a prophecy! O Wind,
If Winter comes, can Spring be far behind?
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)





