Ο μεγάλος στοχαστής για τη μεγάλη ποιήτρια...
του Π. Κονδυλη
Βερολίνο, 24.11.1994
Αγαπητή μου κ. Δημουλά
Σε σας δεν πρόκειται να γράψω πόσο με ευχαρίστησε και με συγκίνησε η
αποστολή του βιβλίου σας κτλ. κτλ. κτλ. Ντρέπομαι διπλά και τριπλά την
κοινοτοπία καθώς μόλις βγαίνω από το καθαρτήριο λουτρό μέσα στην
ποιητική σας γλώσσα που -αυτή- δεν χρειάζεται να φοβηθεί τη χρήση και
των πιο τετριμμένων εκφράσεων, ξέροντας ότι θα τις αναλιώσει σ΄ ένα
μάγμα υπέρτερο. Αν η ποίηση δεν βγαίνει
από τη γλώσσα, δεν μπορεί να βγει από πουθενά -και στα ερασιτεχνικά μου
μάτια η δική σας ποίηση πάνω και πρώτα απ’ όλα είναι γλώσσα που δεν έχει
ούτε αρχή ούτε τέλος, μόνο κόβει κάθε τόσο από το σώμα της κομμάτια και
τα δένει σε ποιήματα χωρίς η ίδια να ελαττώνεται – αδυνατίζει ποτέ.
Γι΄ αυτό και μου φαίνεται ότι το κάθε ποίημά σας θα μπορούσε να
συνεχιστεί επ’ άπειρο ή -αντίστροφα- ότι σταμάτησε γρήγορα και μ’ άφησε
διψασμένο. Μα κι ώσπου να φτάσω στη δίψα του τέλους, έχω περάσει από
χίλια ξαφνιάσματα, γιατί δεν υπάρχει τροπή που η δική σας γλώσσα να μην
μπορεί να την πάρει΄ φτερόποδη αυτή κι εμείς λαχανιασμένοι.
Ευλογημένη να είσαστε
ζωγράφοι, ελληνική τέχνη, θαλασσογραφίες, τοπία, ζωγραφική, λογοτεχνία, Έλληνες ζωγράφοι, σύγχρονη σκέψη, καράβια, τέχνη, σύγχρονοι ζωγράφοι, ποίηση, πορτρέτα, πίνακες ζωγραφικής, έργα ζωγραφικής, ελληνικά τοπία
t
Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...
Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Κυριακή 5 Ιουλίου 2020
Δευτέρα 19 Οκτωβρίου 2015
λίγα πλοία μπορούσαν να 'ρθουν...
Ημαστε ξάγρυπνοι στο σκοτάδι στο
ρυάκι που υπνοβατούσε
κοντά στη θάλασσα
και τ' όνειρό μας ακόμα σχεδόν ακουστό...
*
We were awakened in the dark by
the somnambulist brook
nearing the sea,
still dreaming audibly...
Γιάννης Σταύρου, Αγκυροβολημένα στο λιμάνι, λάδι σε καμβά
Ελίζαμπεθ Μπίσοπ
Ονειρο καλοκαιριού
(απόσπασμα)
Στη γερμένη αποβάθρα
λίγα πλοία μπορούσαν να 'ρθουν.
Ο πληθυσμός αριθμούσε
δύο γίγαντες, έναν χαζό, μία τσιλιβήθρα,
*
Στη θάλασσα παντού, είχε στάξει
μπλε σαν ψάρι του Ατλαντικού,
η πανσιόν μας ξεμοναχιασμένη
λες κι είχε πάει να κλάψει.
*
Ημαστε ξάγρυπνοι στο σκοτάδι στο
ρυάκι που υπνοβατούσε
κοντά στη θάλασσα
και τ' όνειρό μας ακόμα σχεδόν ακουστό.
Ερωτήματα του ταξιδιού
(απόσπασμα)
Υπάρχουν τόσοι καταρράκτες εδώ. στριμωγμένα ποτάμια
σπεύδουν τόσο βιαστικά κάτω στη θάλασσα,
κι η πίεση από τόσα σύννεφα στις κορυφογραμμές
που τα κάνει να χύνονται στις πλαγιές σ' απαλή, αργή κίνηση,
αλλάζοντάς τα σε καταρράκτες εμπρός στα ίδια μας τα μάτια.
-Κι αν αυτές οι φλέβες, αυτοί οι μίλια μακριοί, στιλπνοί, δακρυλεκέδες
δεν είναι ακόμα καταρράκτες
σε μια κοντινή εποχή ή έτσι, όπως οι εποχές περνούν εδώ,
πιθανώς θα γίνουν.
Μα κι αν ποτάμια και σύννεφα συνεχίζουν να ταξιδεύουν, να ταξιδεύουν
τα βουνά μοιάζουν με τα καύκαλα μπαταρισμένων πλοίων
στη λάσπη βουτηγμένα και κολλημένα.
*
Τι παιδαριώδες είναι αυτό όσο υπάρχει ανάσα ζωής
στα σώματά μας, είμαστε αποφασισμένοι να βιαστούμε
να δούμε τον ήλιο της άλλης πλευράς ολόγυρα;
Το πιο μικροσκοπικό κολιμπρί στον κόσμο;
Να σταθεί το βλέμμα μας σε κάποια δυσερμήνευτη πέτρινη κατασκευή,
δυσερμήνευτη κι απόρθητη,
από κάθε άποψη,
ευθύς αμέσως να ιδωθεί και παντοτινά, παντοτινά απολαυστική.
Ω πρέπει να ονειρευόμαστε τα όνειρά μας
και να τα κατακτούμε επίσης;
Κι έχουμε χώρο
για ένα επιπλέον στολισμένο ηλιοβασίλεμα, ακόμα αρκετά θερμό;
Μα σίγουρα θα ήταν κρίμα
να μην έχουμε δει τα δέντρα παραπλεύρως αυτού του δρόμου,
αληθινά σπουδαία για την ομορφιά τους,
να μην τα έχουμε δει να λικνίζονται
σαν αριστοκράτες της παντομίμας, ντυμένα στα ροζ.
*
- Και ποτέ να μην έχουμε ακούσει τη βροχή
τόσο πολύ όσο τους λόγους των πολιτικών:
δύο ώρες αδυσώπητου ορατόριου
και μετά μια θλιβερή χρυσαφένια σιωπή
όταν ο ταξιδιώτης παίρνει ένα σημειωματάριο, γράφει:
Είναι η ελλιπής φαντασία που μας φέρνει
σε φανταστικούς τόπους κι απλά δεν μένουμε στο σπίτι;
Ή μπορεί ο Πασκάλ να μην έχει ολότελα δίκιο
για το απλά να κάθεσαι ήσυχα μέσα σ' ένα δωμάτιο;
Ηπειρος, πολιτεία, χώρα, κοινωνία:
η επιλογή δεν είναι ποτέ πλατιά και ποτέ ελεύθερη.
Κι εδώ ή εκεί... Οχι. Θα έπρεπε να έχουμε μείνει στο σπίτι,
οπουδήποτε αυτό κι αν ήταν;
(μετ. Γιώργος Παναγιωτίδης)
Elizabeth Bishop
A Summer’s Dream
(extract)
To the sagging wharf
few ships could come.
The population numbered
two giants, an idiot, a dwarf,
*
By the sea, lying
blue as a mackerel,
our boarding house was streaked
as though it had been crying.
*
We were awakened in the dark by
the somnambulist brook
nearing the sea,
still dreaming audibly.
Questions Of Travel
(extract)
There are too many waterfalls here; the crowded streams
hurry too rapidly down to the sea,
and the pressure of so many clouds on the mountaintops
makes them spill over the sides in soft slow-motion,
turning to waterfalls under our very eyes.
-For if those streaks, those mile-long, shiny, tearstains,
aren't waterfalls yet,
in a quick age or so, as ages go here,
they probably will be.
But if the streams and clouds keep travelling, travelling,
the mountains look like the hulls of capsized ships,
slime-hung and barnacled.
*
What childishness is it that while there's a breath of life
in our bodies, we are determined to rush
to see the sun the other way around?
The tiniest green hummingbird in the world?
To stare at some inexplicable old stonework,
inexplicable and impenetrable,
at any view,
instantly seen and always, always delightful?
Oh, must we dream our dreams
and have them, too?
And have we room
for one more folded sunset, still quite warm?
But surely it would have been a pity
not to have seen the trees along this road,
really exaggerated in their beauty,
not to have seen them gesturing
like noble pantomimists, robed in pink.
*
-And never to have had to listen to rain
so much like politicians' speeches:
two hours of unrelenting oratory
and then a sudden golden silence
in which the traveller takes a notebook, writes:
"Is it lack of imagination that makes us come
to imagined places, not just stay at home?
Or could Pascal have been not entirely right
about just sitting quietly in one's room?
Continent, city, country, society:
the choice is never wide and never free.
And here, or there . . . No. Should we have stayed at home,
wherever that may be?"
ρυάκι που υπνοβατούσε
κοντά στη θάλασσα
και τ' όνειρό μας ακόμα σχεδόν ακουστό...
*
We were awakened in the dark by
the somnambulist brook
nearing the sea,
still dreaming audibly...
Γιάννης Σταύρου, Αγκυροβολημένα στο λιμάνι, λάδι σε καμβά
Ελίζαμπεθ Μπίσοπ
Ονειρο καλοκαιριού
(απόσπασμα)
Στη γερμένη αποβάθρα
λίγα πλοία μπορούσαν να 'ρθουν.
Ο πληθυσμός αριθμούσε
δύο γίγαντες, έναν χαζό, μία τσιλιβήθρα,
*
Στη θάλασσα παντού, είχε στάξει
μπλε σαν ψάρι του Ατλαντικού,
η πανσιόν μας ξεμοναχιασμένη
λες κι είχε πάει να κλάψει.
*
Ημαστε ξάγρυπνοι στο σκοτάδι στο
ρυάκι που υπνοβατούσε
κοντά στη θάλασσα
και τ' όνειρό μας ακόμα σχεδόν ακουστό.
Ερωτήματα του ταξιδιού
(απόσπασμα)
Υπάρχουν τόσοι καταρράκτες εδώ. στριμωγμένα ποτάμια
σπεύδουν τόσο βιαστικά κάτω στη θάλασσα,
κι η πίεση από τόσα σύννεφα στις κορυφογραμμές
που τα κάνει να χύνονται στις πλαγιές σ' απαλή, αργή κίνηση,
αλλάζοντάς τα σε καταρράκτες εμπρός στα ίδια μας τα μάτια.
-Κι αν αυτές οι φλέβες, αυτοί οι μίλια μακριοί, στιλπνοί, δακρυλεκέδες
δεν είναι ακόμα καταρράκτες
σε μια κοντινή εποχή ή έτσι, όπως οι εποχές περνούν εδώ,
πιθανώς θα γίνουν.
Μα κι αν ποτάμια και σύννεφα συνεχίζουν να ταξιδεύουν, να ταξιδεύουν
τα βουνά μοιάζουν με τα καύκαλα μπαταρισμένων πλοίων
στη λάσπη βουτηγμένα και κολλημένα.
*
Τι παιδαριώδες είναι αυτό όσο υπάρχει ανάσα ζωής
στα σώματά μας, είμαστε αποφασισμένοι να βιαστούμε
να δούμε τον ήλιο της άλλης πλευράς ολόγυρα;
Το πιο μικροσκοπικό κολιμπρί στον κόσμο;
Να σταθεί το βλέμμα μας σε κάποια δυσερμήνευτη πέτρινη κατασκευή,
δυσερμήνευτη κι απόρθητη,
από κάθε άποψη,
ευθύς αμέσως να ιδωθεί και παντοτινά, παντοτινά απολαυστική.
Ω πρέπει να ονειρευόμαστε τα όνειρά μας
και να τα κατακτούμε επίσης;
Κι έχουμε χώρο
για ένα επιπλέον στολισμένο ηλιοβασίλεμα, ακόμα αρκετά θερμό;
Μα σίγουρα θα ήταν κρίμα
να μην έχουμε δει τα δέντρα παραπλεύρως αυτού του δρόμου,
αληθινά σπουδαία για την ομορφιά τους,
να μην τα έχουμε δει να λικνίζονται
σαν αριστοκράτες της παντομίμας, ντυμένα στα ροζ.
*
- Και ποτέ να μην έχουμε ακούσει τη βροχή
τόσο πολύ όσο τους λόγους των πολιτικών:
δύο ώρες αδυσώπητου ορατόριου
και μετά μια θλιβερή χρυσαφένια σιωπή
όταν ο ταξιδιώτης παίρνει ένα σημειωματάριο, γράφει:
Είναι η ελλιπής φαντασία που μας φέρνει
σε φανταστικούς τόπους κι απλά δεν μένουμε στο σπίτι;
Ή μπορεί ο Πασκάλ να μην έχει ολότελα δίκιο
για το απλά να κάθεσαι ήσυχα μέσα σ' ένα δωμάτιο;
Ηπειρος, πολιτεία, χώρα, κοινωνία:
η επιλογή δεν είναι ποτέ πλατιά και ποτέ ελεύθερη.
Κι εδώ ή εκεί... Οχι. Θα έπρεπε να έχουμε μείνει στο σπίτι,
οπουδήποτε αυτό κι αν ήταν;
(μετ. Γιώργος Παναγιωτίδης)
Elizabeth Bishop
A Summer’s Dream
(extract)
To the sagging wharf
few ships could come.
The population numbered
two giants, an idiot, a dwarf,
*
By the sea, lying
blue as a mackerel,
our boarding house was streaked
as though it had been crying.
*
We were awakened in the dark by
the somnambulist brook
nearing the sea,
still dreaming audibly.
Questions Of Travel
(extract)
There are too many waterfalls here; the crowded streams
hurry too rapidly down to the sea,
and the pressure of so many clouds on the mountaintops
makes them spill over the sides in soft slow-motion,
turning to waterfalls under our very eyes.
-For if those streaks, those mile-long, shiny, tearstains,
aren't waterfalls yet,
in a quick age or so, as ages go here,
they probably will be.
But if the streams and clouds keep travelling, travelling,
the mountains look like the hulls of capsized ships,
slime-hung and barnacled.
*
What childishness is it that while there's a breath of life
in our bodies, we are determined to rush
to see the sun the other way around?
The tiniest green hummingbird in the world?
To stare at some inexplicable old stonework,
inexplicable and impenetrable,
at any view,
instantly seen and always, always delightful?
Oh, must we dream our dreams
and have them, too?
And have we room
for one more folded sunset, still quite warm?
But surely it would have been a pity
not to have seen the trees along this road,
really exaggerated in their beauty,
not to have seen them gesturing
like noble pantomimists, robed in pink.
*
-And never to have had to listen to rain
so much like politicians' speeches:
two hours of unrelenting oratory
and then a sudden golden silence
in which the traveller takes a notebook, writes:
"Is it lack of imagination that makes us come
to imagined places, not just stay at home?
Or could Pascal have been not entirely right
about just sitting quietly in one's room?
Continent, city, country, society:
the choice is never wide and never free.
And here, or there . . . No. Should we have stayed at home,
wherever that may be?"
Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2015
να μ’ αφήσουν ήσυχο...
Σήμερα το μόνο που ζητώ
Είναι να μ’ αφήσουν ήσυχο
Στον άνεμο
Στη λάμψη του ήλιου,
Με το μέλι στις πασχαλιές...
*
Today all I ask
is to be left alone
in the wind
in the sunshine,
with the honey on lilacs...
Γιάννης Σταύρου, Άνοιξη στον Υμηττό. λάδι σε καμβά
Ρέυμοντ Σούστερ
Όλο αυτό το αργό απόγευμα
Όλο αυτό το αργό απόγευμα
Οι άνεμοι του Μάη φυσώντας
Παίρνουν το μέλι απ’ τις πασχαλιές,
Οι ήχοι των κυμάτων ξεπλένουν
Μες απ’ τα ψηλότερα κλαδιά
Τη λεύκα μου.
Τέτοιες ώρες ειν’ αρκετό
Να είσαι απλά ζωντανός•
Θα δεχτώ τον θάνατο αύριο
Χωρίς πικρία.
Σήμερα το μόνο που ζητώ
Είναι να μ’ αφήσουν ήσυχο
Στον άνεμο
Στη λάμψη του ήλιου,
Με το μέλι στις πασχαλιές
Κάτω στον κήπο•
Ν’ αποκοιμηθώ μεθυσμένος
Απ’ το κουβεντολόι των μικρών πουλιών,
Απ’ την τόσο άφθονη πρασινάδα
Που ᾽ναι μαζεμένη πίσω απ’ τα μάτια μου.
(Μετ. Kώστας Λιννός)
Raymond Souster
All This Slow Afternoon
All this slow afternoon
the May winds blowing
honey of the lilacs,
sounds of waves washing
through the highest branches
of my poplar tree.
Enough in such hours
to be simple alive;
I will take death tomorrow
without bitterness.
Today all I ask
is to be left alone
in the wind
in the sunshine,
with the honey on lilacs
down the garden;
to fall asleep tired
of small birds’ gossip,
of so much greenness
pushed behind my eyes.
Είναι να μ’ αφήσουν ήσυχο
Στον άνεμο
Στη λάμψη του ήλιου,
Με το μέλι στις πασχαλιές...
*
Today all I ask
is to be left alone
in the wind
in the sunshine,
with the honey on lilacs...
Γιάννης Σταύρου, Άνοιξη στον Υμηττό. λάδι σε καμβά
Ρέυμοντ Σούστερ
Όλο αυτό το αργό απόγευμα
Όλο αυτό το αργό απόγευμα
Οι άνεμοι του Μάη φυσώντας
Παίρνουν το μέλι απ’ τις πασχαλιές,
Οι ήχοι των κυμάτων ξεπλένουν
Μες απ’ τα ψηλότερα κλαδιά
Τη λεύκα μου.
Τέτοιες ώρες ειν’ αρκετό
Να είσαι απλά ζωντανός•
Θα δεχτώ τον θάνατο αύριο
Χωρίς πικρία.
Σήμερα το μόνο που ζητώ
Είναι να μ’ αφήσουν ήσυχο
Στον άνεμο
Στη λάμψη του ήλιου,
Με το μέλι στις πασχαλιές
Κάτω στον κήπο•
Ν’ αποκοιμηθώ μεθυσμένος
Απ’ το κουβεντολόι των μικρών πουλιών,
Απ’ την τόσο άφθονη πρασινάδα
Που ᾽ναι μαζεμένη πίσω απ’ τα μάτια μου.
(Μετ. Kώστας Λιννός)
Raymond Souster
All This Slow Afternoon
All this slow afternoon
the May winds blowing
honey of the lilacs,
sounds of waves washing
through the highest branches
of my poplar tree.
Enough in such hours
to be simple alive;
I will take death tomorrow
without bitterness.
Today all I ask
is to be left alone
in the wind
in the sunshine,
with the honey on lilacs
down the garden;
to fall asleep tired
of small birds’ gossip,
of so much greenness
pushed behind my eyes.
Δευτέρα 27 Απριλίου 2015
αγνοημένες λεπτομέρειες...
προσαρμόζοντάς το
στα όρια των αντοχών σου,
για το διαγραφόμενο θάνατο,
του γύρα σου
από σένα
στημένου κόσμου...
Γιάννης Σταύρου, Πεπρωμένο, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)
Ήρκος Ρ. Αποστολίδης
Ό,τι μπορείς...
Κάποτε, μια μέρα ξαφνικά,
συνειδητοποιείς πως μάταια πολεμάς για ό λ α·
ξεπερνάν τις δυνάμεις σου τα πράγματα, ξεφεύγουν...
Κ' εσύ παρακολουθείς, ολο΄΄ενα λιγώτερα μπορώντας...
Οι ενθουσιώδεις της νιότης σου αποφάσεις,
για κάτι εντελώς διαφορετικό απρόσβλητο,
εκπορευόμενο απ' τη δύναμή σου
και τις απόλυτες βεβαιότητες της ηλικίας σου,
χτυπιούνται, μιά-μιά, σιγά-σιγά,
κάπως σα δοκιμαστικά στην αρχή,
κ' έπειτα συστηματικά,
απ' όλες εκείνες τις αγνοημένες λεπτομέρειες,
που ορθώνονται γίγαντες μπροστά σου,
καταβάλλοντάς σε, κι αλλοιώνοντάς σε...
Θαρρούσες νίκες τα στοιχήματά σου,
ξεχνώντας τις μεγάλες, καραδοκούσες εκκρεμότητες...
Τις αναχωρήσεις, εκείνους κ' εκείνα
που θα χάνονταν ανεπιστρεπτί,
δείχνοντάς σου το σκοτεινό δρλομο
να στρώνεται μπροστά σου σταθερά...
Και τότε, αποφασίζεις αναδίπλωση·
παύεις να πιστεύης στην τόση τάχα σημασία
της όποιας επεκτατικής αγάπης σου·
μετριάζεις το θρασυμένο εγώ σου,
προσαρμόζοντάς το
στα όρια των αντοχών σου,
για το διαγραφόμενο θάνατο,
του γύρα σου
από σένα
στημένου κόσμου...
(Ήρκος Ρ. Αποστολίδης, "Ούτε πενηνταεφτά", Εκδ. Τυπωθήτω, 2015)
στα όρια των αντοχών σου,
για το διαγραφόμενο θάνατο,
του γύρα σου
από σένα
στημένου κόσμου...
Γιάννης Σταύρου, Πεπρωμένο, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)
Ήρκος Ρ. Αποστολίδης
Ό,τι μπορείς...
Κάποτε, μια μέρα ξαφνικά,
συνειδητοποιείς πως μάταια πολεμάς για ό λ α·
ξεπερνάν τις δυνάμεις σου τα πράγματα, ξεφεύγουν...
Κ' εσύ παρακολουθείς, ολο΄΄ενα λιγώτερα μπορώντας...
Οι ενθουσιώδεις της νιότης σου αποφάσεις,
για κάτι εντελώς διαφορετικό απρόσβλητο,
εκπορευόμενο απ' τη δύναμή σου
και τις απόλυτες βεβαιότητες της ηλικίας σου,
χτυπιούνται, μιά-μιά, σιγά-σιγά,
κάπως σα δοκιμαστικά στην αρχή,
κ' έπειτα συστηματικά,
απ' όλες εκείνες τις αγνοημένες λεπτομέρειες,
που ορθώνονται γίγαντες μπροστά σου,
καταβάλλοντάς σε, κι αλλοιώνοντάς σε...
Θαρρούσες νίκες τα στοιχήματά σου,
ξεχνώντας τις μεγάλες, καραδοκούσες εκκρεμότητες...
Τις αναχωρήσεις, εκείνους κ' εκείνα
που θα χάνονταν ανεπιστρεπτί,
δείχνοντάς σου το σκοτεινό δρλομο
να στρώνεται μπροστά σου σταθερά...
Και τότε, αποφασίζεις αναδίπλωση·
παύεις να πιστεύης στην τόση τάχα σημασία
της όποιας επεκτατικής αγάπης σου·
μετριάζεις το θρασυμένο εγώ σου,
προσαρμόζοντάς το
στα όρια των αντοχών σου,
για το διαγραφόμενο θάνατο,
του γύρα σου
από σένα
στημένου κόσμου...
(Ήρκος Ρ. Αποστολίδης, "Ούτε πενηνταεφτά", Εκδ. Τυπωθήτω, 2015)
Τρίτη 31 Μαρτίου 2015
Σελήνη, αλήτισσα κι ωραία...
Ω! να η Σελήνη φουσκωτή,
σαν ένα ολόγιομο πουγκί...
Ah ! la belle pleine Lune,
Grosse comme une fortune...
Γιάννης Σταύρου, Θεσσαλονίκη με φεγγάρι, λάδι σε καμβά
Ζυλ Λαφόργκ
Η θρηνωδία στη σελήνη της επαρχίας
Ω! να η Σελήνη φουσκωτή,
σαν ένα ολόγιομο πουγκί.
Μια σάλπιγγα μακριά σημαίνει...
Ο κύριος πάρεδρος διαβαίνει.
Παίζει ένα πιάνο μέσ’ στο βράδυ,
μια γάτα τρέχει στο σκοτάδι.
κι αποκοιμιέται η επαρχία!...
Με μια στερνή του συγχορδία
το πιάνο κλει το σκέπασμά του.
Τι ώρα να ’ναι απάνου κάτου;
Τι εξορία, φτωχιά Σελήνη!
Πρέπει να πούμε «τι να γίνει;»
Λοιπόν, Σελήνη — που όλ’ οι τόποι
σε χαίρουνται όμοια κι όλ’ οι ανθρώποι,
του Παρισιού είδες τα οχυρά,
του Μισουρή χτες τα νερά,
της Νορβηγίας τα γαλανά
τα φιόρδ. Τους πόλους, τα βουνά...
Καλότυχη, που βλέπεις τώρα,
σ’ αυτή την ήσυχη την ώρα.
του γάμου της τη συνοδεία!
Φύγανε, λέει, για τη Σκωτία...
Τι γλέντι, αν πάρει μια φορά
τους στίχους μου στα σοβαρά!
Σελήνη, αλήτισσα κι ωραία,
στον πόνο ας γίνουμε παρέα...
Έχω, ως πεθαίνω, ω θεία βραδιά,
την επαρχία μέσ’ στην καρδιά!
Κι είναι η Σελήνη σα γριά
που έχει μπαμπάκια μέσ’ στ’ αυτιά.
(μετ. Αιμιλία Δάφνη)
Jules Laforgue
Complainte de la Lune en province
Ah ! la belle pleine Lune,
Grosse comme une fortune !
La retraite sonne au loin,
Un passant, monsieur l'adjoint ;
Un clavecin joue en face,
Un chat traverse la place :
La province qui s'endort !
Plaquant un dernier accort,
Le piano clôt sa fenêtre.
Quelle heure peut-il bien être ?
Calme Lune, quel exil !
Faut-il dire: ainsi soit-il ?
Lune, ô dilettante Lune,
À tous les climats commune,
Tu vis hier le Missouri,
Et les remparts de Paris,
Les fiords bleus de la Norvège,
Les pôles, les mers, que sais-je ?
Lune heureuse! ainsi tu vois,
À cette heure, le convoi
De son voyage de noce !
Ils sont partis pour l'Écosse.
Quel panneau, si, cet hiver,
Elle eût pris au mot mes vers !
Lune, vagabonde Lune,
Faisons cause et moeurs communes ?
Ô riches nuits ! je me meurs,
La province dans le coeur !
Et la lune a, bonne vieille,
Du coton dans les oreilles.
σαν ένα ολόγιομο πουγκί...
Ah ! la belle pleine Lune,
Grosse comme une fortune...
Γιάννης Σταύρου, Θεσσαλονίκη με φεγγάρι, λάδι σε καμβά
Ζυλ Λαφόργκ
Η θρηνωδία στη σελήνη της επαρχίας
Ω! να η Σελήνη φουσκωτή,
σαν ένα ολόγιομο πουγκί.
Μια σάλπιγγα μακριά σημαίνει...
Ο κύριος πάρεδρος διαβαίνει.
Παίζει ένα πιάνο μέσ’ στο βράδυ,
μια γάτα τρέχει στο σκοτάδι.
κι αποκοιμιέται η επαρχία!...
Με μια στερνή του συγχορδία
το πιάνο κλει το σκέπασμά του.
Τι ώρα να ’ναι απάνου κάτου;
Τι εξορία, φτωχιά Σελήνη!
Πρέπει να πούμε «τι να γίνει;»
Λοιπόν, Σελήνη — που όλ’ οι τόποι
σε χαίρουνται όμοια κι όλ’ οι ανθρώποι,
του Παρισιού είδες τα οχυρά,
του Μισουρή χτες τα νερά,
της Νορβηγίας τα γαλανά
τα φιόρδ. Τους πόλους, τα βουνά...
Καλότυχη, που βλέπεις τώρα,
σ’ αυτή την ήσυχη την ώρα.
του γάμου της τη συνοδεία!
Φύγανε, λέει, για τη Σκωτία...
Τι γλέντι, αν πάρει μια φορά
τους στίχους μου στα σοβαρά!
Σελήνη, αλήτισσα κι ωραία,
στον πόνο ας γίνουμε παρέα...
Έχω, ως πεθαίνω, ω θεία βραδιά,
την επαρχία μέσ’ στην καρδιά!
Κι είναι η Σελήνη σα γριά
που έχει μπαμπάκια μέσ’ στ’ αυτιά.
(μετ. Αιμιλία Δάφνη)
Jules Laforgue
Complainte de la Lune en province
Ah ! la belle pleine Lune,
Grosse comme une fortune !
La retraite sonne au loin,
Un passant, monsieur l'adjoint ;
Un clavecin joue en face,
Un chat traverse la place :
La province qui s'endort !
Plaquant un dernier accort,
Le piano clôt sa fenêtre.
Quelle heure peut-il bien être ?
Calme Lune, quel exil !
Faut-il dire: ainsi soit-il ?
Lune, ô dilettante Lune,
À tous les climats commune,
Tu vis hier le Missouri,
Et les remparts de Paris,
Les fiords bleus de la Norvège,
Les pôles, les mers, que sais-je ?
Lune heureuse! ainsi tu vois,
À cette heure, le convoi
De son voyage de noce !
Ils sont partis pour l'Écosse.
Quel panneau, si, cet hiver,
Elle eût pris au mot mes vers !
Lune, vagabonde Lune,
Faisons cause et moeurs communes ?
Ô riches nuits ! je me meurs,
La province dans le coeur !
Et la lune a, bonne vieille,
Du coton dans les oreilles.
Παρασκευή 7 Νοεμβρίου 2014
Πέρ' απ' τη λήθη και της έριδας τη ρώμη...
Κι αν αύριο ο Άρης τα οχυρά αποκαθηλώσει
κι όλα τ' αγάλματα τα δώσει της σκουριάς,
κανένας πόλεμος ποτέ δεν θα οξειδώσει
τούτο το ενέχυρο της πρώτης σου ομορφιάς...
Γιάννης Σταύρου, Αμυγδαλιές, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)
Γουίλιαμ Σαίξπηρ
Σονέτα
William Shakespeare
Sonnet 1
From fairest creatures we desire increase,
That thereby beauty's rose might never die,
But as the riper should by time decease,
His tender heir might bear his memory:
But thou, contracted to thine own bright eyes,
Feed'st thy light's flame with self-substantial fuel,
Making a famine where abundance lies,
Thyself thy foe, to thy sweet self too cruel.
Thou that art now the world's fresh ornament
And only herald to the gaudy spring,
Within thine own bud buriest thy content
And, tender churl, makest waste in niggarding.
Pity the world, or else this glutton be,
To eat the world's due, by the grave and thee.
Sonnet 65
Since brass, nor stone, nor earth, nor boundless sea,
But sad mortality o'er-sways their power,
How with this rage shall beauty hold a plea,
Whose action is no stronger than a flower?
O, how shall summer's honey breath hold out
Against the wreckful siege of battering days,
When rocks impregnable are not so stout,
Nor gates of steel so strong, but Time decays?
O fearful meditation! where, alack,
Shall Time's best jewel from Time's chest lie hid?
Or what strong hand can hold his swift foot back?
Or who his spoil of beauty can forbid?
O, none, unless this miracle have might,
That in black ink my love may still shine bright.
Sonnet 55
Not marble, nor the gilded monuments
Of princes, shall outlive this powerful rhyme;
But you shall shine more bright in these contents
Than unswept stone, besmear'd with sluttish time.
When wasteful war shall statues overturn,
And broils root out the work of masonry,
Nor Mars his sword nor war's quick fire shall burn
The living record of your memory.
'Gainst death and all-oblivious enmity
Shall you pace forth; your praise shall still find room
Even in the eyes of all posterity
That wear this world out to the ending doom.
So, till the judgment that yourself arise,
You live in this, and dwell in lovers' eyes.
Σε μετάφραση του Κώστα Κουτσουρέλη
Σονέτο 1
Τα όμορφα πλάσματα ποθούμε να πληθαίνουν,
να μένει πάντα η καλλονή τους θαλερή,
ώστε βορά του χρόνου όταν πεθαίνουν,
ν' αφήνουν διάδοχο, τη μνήμη να φρουρεί.
Μα εσύ, στα μάτια σου τα ηλιόλουστα πιστός,
το φως ξοδεύοντας δεν σκέφτεσαι το βράδυ.
Κι όμως, μετά την πλησμονή ξεσπά ο λιμός,
κι η φλόγα πένεται μόλις σωθεί το λάδι.
Τι κι αν του κόσμου είσαι το εφήμερο στολίδι,
ο πρώτος άγγελος μιας άνοιξης γλυκιάς,
όταν στο άνθος σου το σπόρο θάβεις ήδη
κι έτσι φιλάργυρος την έρημο γεννάς;
Του κόσμου ανάλγητος χρεώστης μη φανείς:
δώσε του εκείνου τον ανθό, κι όχι της γης.
Σονέτο 65
Μνημεία πριγκίπων από μάρμαρο ή χρυσό
αυτές τις λέξεις δεν μπορούν να επισκιάσουν.
Πάντα στιλπνός θα ζεις σ' εκείνων την ηχώ,
ενώ κι οι πέτρες με τα χρόνια θα χλωμιάσουν.
Κι αν αύριο ο Άρης τα οχυρά αποκαθηλώσει
κι όλα τ' αγάλματα τα δώσει της σκουριάς,
κανένας πόλεμος ποτέ δεν θα οξειδώσει
τούτο το ενέχυρο της πρώτης σου ομορφιάς.
Πέρ' απ' τη λήθη και της έριδας τη ρώμη
θα φτερουγίζει η φήμη σου πάντοτε εμπρός,
στα μάτια αυτών που ζουν ή όσων θα 'ρθούν ακόμη
μέχρι να πάψει αυτού του κόσμου ο σφυγμός.
Μα ώσπου να φτάσει η Μέρα εκείνη κι εγερθείς,
σ' αυτούς τους στίχους ανεξίτηλος θα ζεις.
Σονέτο 55
Αφού ώς κι η πέτρα κι ο χαλκός, η θάλασσα κι η γη
πάντα υποτάσσονται στο πένθος του θανάτου,
της ομορφιάς πώς γίνεται ο βλαστός ν' αντισταθεί
που από λουλούδι είναι πιο εύθραυστη η δροσιά του;
Πώς οι μελίπνοοες στιγμές του θέρους ν' αμυνθούν
εμπρός στ' ολέθριο το μένος του χειμώνα,
όταν και βράχοι απόρθητοι στο τέλος δεν κρατούν,
πύλες χαλύβδινες λυγίζουν με τα χρόνια;
Σε ποιο ερμάρι μυστικό κι ανέγγιχτο ο καιρός
το πιο ακριβό του τιμαλφές θα προστατεύσει;
Στο βήμα του τ' ορμητικό ποιος θα σταθεί φραγμός,
την αρπαγή της ομορφιάς ν' απαγορεύσει;
Κανείς, αλίμονο, κανείς. Εκτός κι ένας θεός
στάξει μες στο μελάνι μου το ανέκκλητό σου φως.
(Mετ. Κώστας Κουτσουρέλης)
κι όλα τ' αγάλματα τα δώσει της σκουριάς,
κανένας πόλεμος ποτέ δεν θα οξειδώσει
τούτο το ενέχυρο της πρώτης σου ομορφιάς...
Γιάννης Σταύρου, Αμυγδαλιές, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)
Γουίλιαμ Σαίξπηρ
Σονέτα
William Shakespeare
Sonnet 1
From fairest creatures we desire increase,
That thereby beauty's rose might never die,
But as the riper should by time decease,
His tender heir might bear his memory:
But thou, contracted to thine own bright eyes,
Feed'st thy light's flame with self-substantial fuel,
Making a famine where abundance lies,
Thyself thy foe, to thy sweet self too cruel.
Thou that art now the world's fresh ornament
And only herald to the gaudy spring,
Within thine own bud buriest thy content
And, tender churl, makest waste in niggarding.
Pity the world, or else this glutton be,
To eat the world's due, by the grave and thee.
Sonnet 65
Since brass, nor stone, nor earth, nor boundless sea,
But sad mortality o'er-sways their power,
How with this rage shall beauty hold a plea,
Whose action is no stronger than a flower?
O, how shall summer's honey breath hold out
Against the wreckful siege of battering days,
When rocks impregnable are not so stout,
Nor gates of steel so strong, but Time decays?
O fearful meditation! where, alack,
Shall Time's best jewel from Time's chest lie hid?
Or what strong hand can hold his swift foot back?
Or who his spoil of beauty can forbid?
O, none, unless this miracle have might,
That in black ink my love may still shine bright.
Sonnet 55
Not marble, nor the gilded monuments
Of princes, shall outlive this powerful rhyme;
But you shall shine more bright in these contents
Than unswept stone, besmear'd with sluttish time.
When wasteful war shall statues overturn,
And broils root out the work of masonry,
Nor Mars his sword nor war's quick fire shall burn
The living record of your memory.
'Gainst death and all-oblivious enmity
Shall you pace forth; your praise shall still find room
Even in the eyes of all posterity
That wear this world out to the ending doom.
So, till the judgment that yourself arise,
You live in this, and dwell in lovers' eyes.
Σε μετάφραση του Κώστα Κουτσουρέλη
Σονέτο 1
Τα όμορφα πλάσματα ποθούμε να πληθαίνουν,
να μένει πάντα η καλλονή τους θαλερή,
ώστε βορά του χρόνου όταν πεθαίνουν,
ν' αφήνουν διάδοχο, τη μνήμη να φρουρεί.
Μα εσύ, στα μάτια σου τα ηλιόλουστα πιστός,
το φως ξοδεύοντας δεν σκέφτεσαι το βράδυ.
Κι όμως, μετά την πλησμονή ξεσπά ο λιμός,
κι η φλόγα πένεται μόλις σωθεί το λάδι.
Τι κι αν του κόσμου είσαι το εφήμερο στολίδι,
ο πρώτος άγγελος μιας άνοιξης γλυκιάς,
όταν στο άνθος σου το σπόρο θάβεις ήδη
κι έτσι φιλάργυρος την έρημο γεννάς;
Του κόσμου ανάλγητος χρεώστης μη φανείς:
δώσε του εκείνου τον ανθό, κι όχι της γης.
Σονέτο 65
Μνημεία πριγκίπων από μάρμαρο ή χρυσό
αυτές τις λέξεις δεν μπορούν να επισκιάσουν.
Πάντα στιλπνός θα ζεις σ' εκείνων την ηχώ,
ενώ κι οι πέτρες με τα χρόνια θα χλωμιάσουν.
Κι αν αύριο ο Άρης τα οχυρά αποκαθηλώσει
κι όλα τ' αγάλματα τα δώσει της σκουριάς,
κανένας πόλεμος ποτέ δεν θα οξειδώσει
τούτο το ενέχυρο της πρώτης σου ομορφιάς.
Πέρ' απ' τη λήθη και της έριδας τη ρώμη
θα φτερουγίζει η φήμη σου πάντοτε εμπρός,
στα μάτια αυτών που ζουν ή όσων θα 'ρθούν ακόμη
μέχρι να πάψει αυτού του κόσμου ο σφυγμός.
Μα ώσπου να φτάσει η Μέρα εκείνη κι εγερθείς,
σ' αυτούς τους στίχους ανεξίτηλος θα ζεις.
Σονέτο 55
Αφού ώς κι η πέτρα κι ο χαλκός, η θάλασσα κι η γη
πάντα υποτάσσονται στο πένθος του θανάτου,
της ομορφιάς πώς γίνεται ο βλαστός ν' αντισταθεί
που από λουλούδι είναι πιο εύθραυστη η δροσιά του;
Πώς οι μελίπνοοες στιγμές του θέρους ν' αμυνθούν
εμπρός στ' ολέθριο το μένος του χειμώνα,
όταν και βράχοι απόρθητοι στο τέλος δεν κρατούν,
πύλες χαλύβδινες λυγίζουν με τα χρόνια;
Σε ποιο ερμάρι μυστικό κι ανέγγιχτο ο καιρός
το πιο ακριβό του τιμαλφές θα προστατεύσει;
Στο βήμα του τ' ορμητικό ποιος θα σταθεί φραγμός,
την αρπαγή της ομορφιάς ν' απαγορεύσει;
Κανείς, αλίμονο, κανείς. Εκτός κι ένας θεός
στάξει μες στο μελάνι μου το ανέκκλητό σου φως.
(Mετ. Κώστας Κουτσουρέλης)
Κυριακή 2 Νοεμβρίου 2014
Βρήκα δυο δρόμους...
Θα λέω με στεναγμό σαν θα ’μαι πολύ γέρος,
Βρήκα δυο δρόμους που αποκλίναν σ’ ένα μέρος
Και πήρα αυτόν που ’χε περπατηθεί πιο λίγο
(χωρίς να θέλω και τον άλλον ν’ αποφύγω)∙
Κι άλλαξε αυτό για πάντα τη ζωή μου...
Γιάννης Σταύρου, Στην πορεία, λάδι σε καμβά
Ρόμπερτ Φροστ
Ο δρόμος που δεν πήρα
Ήταν δυο δρόμοι που αποκλίναν μες στο δάσος.
Μα δεν μπορούσα να τους πάρω και τους δύο
Χωρίς να γίνω ο ίδιος δύο∙ λυπημένα
Ακολουθούσα με το βλέμμα μου τον ένα
Για να τον χάσω μες στη χλόη σ’ ένα σημείο.
Πήρα τον άλλον κι έμοιαζε καλά να κάνω∙
Ίσως και να ’χε ένα δικαίωμα παραπάνω
Όντας πιο θαλερός, λιγότερο φθαρμένος,
Μ’ όλο που ως προς αυτό σχεδόν δεν διαφέραν∙
Ήταν κι αυτός περίπου εξίσου πατημένος.
Κι οι δυο ξετυλιγόνταν σκεπασμένοι ακόμη
Φύλλα πρωινά, ίδιοι απαράλλαχτοι, όμως
Κράτησα εγώ τον πρώτο για μιαν άλλη μέρα∙
Αν κι οδηγώντας σ’ άλλους δρόμους κάθε δρόμος
Επιστροφή δεν έχουν όσο ξέρω οι δρόμοι.
Θα λέω με στεναγμό σαν θα ’μαι πολύ γέρος,
Βρήκα δυο δρόμους που αποκλίναν σ’ ένα μέρος
Και πήρα αυτόν που ’χε περπατηθεί πιο λίγο
(χωρίς να θέλω και τον άλλον ν’ αποφύγω)∙
Κι άλλαξε αυτό για πάντα τη ζωή μου.
Robert Frost
The Road Not Taken
Two roads diverged in a yellow wood,
And sorry I could not travel both
And be one traveler, long I stood
And looked down one as far as I could
To where it bent in the undergrowth;
Then took the other, as just as fair,
And having perhaps the better claim
Because it was grassy and wanted wear;
Though as for that, the passing there
Had worn them really about the same,
And both that morning equally lay
In leaves no step had trodden black.
Oh, I marked the first for another day!
Yet knowing how way leads on to way
I doubted if I should ever come back.
I shall be telling this with a sigh
Somewhere ages and ages hence:
Two roads diverged in a wood, and I,
I took the one less traveled by,
And that has made all the difference.
Βρήκα δυο δρόμους που αποκλίναν σ’ ένα μέρος
Και πήρα αυτόν που ’χε περπατηθεί πιο λίγο
(χωρίς να θέλω και τον άλλον ν’ αποφύγω)∙
Κι άλλαξε αυτό για πάντα τη ζωή μου...

Ρόμπερτ Φροστ
Ο δρόμος που δεν πήρα
Ήταν δυο δρόμοι που αποκλίναν μες στο δάσος.
Μα δεν μπορούσα να τους πάρω και τους δύο
Χωρίς να γίνω ο ίδιος δύο∙ λυπημένα
Ακολουθούσα με το βλέμμα μου τον ένα
Για να τον χάσω μες στη χλόη σ’ ένα σημείο.
Πήρα τον άλλον κι έμοιαζε καλά να κάνω∙
Ίσως και να ’χε ένα δικαίωμα παραπάνω
Όντας πιο θαλερός, λιγότερο φθαρμένος,
Μ’ όλο που ως προς αυτό σχεδόν δεν διαφέραν∙
Ήταν κι αυτός περίπου εξίσου πατημένος.
Κι οι δυο ξετυλιγόνταν σκεπασμένοι ακόμη
Φύλλα πρωινά, ίδιοι απαράλλαχτοι, όμως
Κράτησα εγώ τον πρώτο για μιαν άλλη μέρα∙
Αν κι οδηγώντας σ’ άλλους δρόμους κάθε δρόμος
Επιστροφή δεν έχουν όσο ξέρω οι δρόμοι.
Θα λέω με στεναγμό σαν θα ’μαι πολύ γέρος,
Βρήκα δυο δρόμους που αποκλίναν σ’ ένα μέρος
Και πήρα αυτόν που ’χε περπατηθεί πιο λίγο
(χωρίς να θέλω και τον άλλον ν’ αποφύγω)∙
Κι άλλαξε αυτό για πάντα τη ζωή μου.
Robert Frost
The Road Not Taken
Two roads diverged in a yellow wood,
And sorry I could not travel both
And be one traveler, long I stood
And looked down one as far as I could
To where it bent in the undergrowth;
Then took the other, as just as fair,
And having perhaps the better claim
Because it was grassy and wanted wear;
Though as for that, the passing there
Had worn them really about the same,
And both that morning equally lay
In leaves no step had trodden black.
Oh, I marked the first for another day!
Yet knowing how way leads on to way
I doubted if I should ever come back.
I shall be telling this with a sigh
Somewhere ages and ages hence:
Two roads diverged in a wood, and I,
I took the one less traveled by,
And that has made all the difference.
Παρασκευή 24 Οκτωβρίου 2014
ταξιδεύουνε τα δέντρα...
Με τα φύλλα τους ταξιδεύουνε τα δέντρα.
Γι’ αυτό, ίσως, περιμένουμε με τέτοιο ρίγος
να ρθει, επιτέλους, ο θάνατος, να τα ξεράνει,
δυνατός ο φθινοπωρινός άνεμος να πνεύσει...
Γιάννης Σταύρου, Φθινοπωρινό, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)
Στεφάν Γκέτσεφ
(μετ. Άρης Δικταίος)
Χωρίς τίτλο
Στέρνα μοναχική με πεθαμένο
νερό και δυο φύλλα ξερά όπου
κοιμάται ο χρόνος
Αστροναύτης
Σαν τροχός στρογγυλό ‘ναι το φεγγάρι.
Γιατί να μην έχει δυο φεγγάρια
να φτιάξω ένα ποδήλατο
κάπου, πολύ μακριά, να πάω
εκεί που θα ‘χει μόνο ένα φεγγάρι;
Η Μπαλάντα της μεγάλης Αγάπης
Αν η Σελήνη κι ο Ήλιος
οι αιώνιοι ερωτευμένοι
πάρουνε την απόφαση, επιτέλους,
ν’ ανταμωθούνε κάπου, κάποια μέρα,
ποιος θα τους φωτίζει;
Ωδή στα Δέντρα
Με τα φύλλα τους ταξιδεύουνε τα δέντρα.
Γι’ αυτό, ίσως, περιμένουμε με τέτοιο ρίγος
να ρθει, επιτέλους, ο θάνατος, να τα ξεράνει,
δυνατός ο φθινοπωρινός άνεμος να πνεύσει.
Σκυλί
Το μεγάλο σκυλί χαμογελώντας
το φεγγάρι κοιτάει που βασιλεύει.
Τώρα θα πέσουν οι ίσκιοι,
μα αυτό θα τους ξεσκίσει,
με τα κουρέλια τους για να στιλβώσει
τον κρυστάλλινο δρόμο του ήλιου.
Μετά από τη Βροχή
Προσεχτικά, με πράσινα δάχτυλα, τα δέντρα
τοποθετούν από ένα πολύστιλπνο διαμάντι
στο μέτωπο των χόρτων.
Πόσες ταπεινές βασίλισσες! Μόνο
να μην υπήρχε ο άνεμος!
Από το Παράθυρο
Δίπλα, στο πεζοδρόμιο πλαγιάζει
μια φιάλη οξυγόνου.
Ο άνεμος σαν ύαινα ουρλιάζει πάνωθέ της.
Η βροχή ρίχνει πάνω της τα νερένια μαλλιά της.
Μοιρολογούν την πεθαμένη -
την φιάλη του οξυγόνου.
Κουτέ άνεμε, κουτή βροχή!
Κοιτάξετε:
με ήρεμο βήμα,
γυρίζοντας,
έρχεται ο οξυγονοκολλητής.
Γι’ αυτό, ίσως, περιμένουμε με τέτοιο ρίγος
να ρθει, επιτέλους, ο θάνατος, να τα ξεράνει,
δυνατός ο φθινοπωρινός άνεμος να πνεύσει...
Γιάννης Σταύρου, Φθινοπωρινό, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)
Στεφάν Γκέτσεφ
(μετ. Άρης Δικταίος)
Χωρίς τίτλο
Στέρνα μοναχική με πεθαμένο
νερό και δυο φύλλα ξερά όπου
κοιμάται ο χρόνος
Αστροναύτης
Σαν τροχός στρογγυλό ‘ναι το φεγγάρι.
Γιατί να μην έχει δυο φεγγάρια
να φτιάξω ένα ποδήλατο
κάπου, πολύ μακριά, να πάω
εκεί που θα ‘χει μόνο ένα φεγγάρι;
Η Μπαλάντα της μεγάλης Αγάπης
Αν η Σελήνη κι ο Ήλιος
οι αιώνιοι ερωτευμένοι
πάρουνε την απόφαση, επιτέλους,
ν’ ανταμωθούνε κάπου, κάποια μέρα,
ποιος θα τους φωτίζει;
Ωδή στα Δέντρα
Με τα φύλλα τους ταξιδεύουνε τα δέντρα.
Γι’ αυτό, ίσως, περιμένουμε με τέτοιο ρίγος
να ρθει, επιτέλους, ο θάνατος, να τα ξεράνει,
δυνατός ο φθινοπωρινός άνεμος να πνεύσει.
Σκυλί
Το μεγάλο σκυλί χαμογελώντας
το φεγγάρι κοιτάει που βασιλεύει.
Τώρα θα πέσουν οι ίσκιοι,
μα αυτό θα τους ξεσκίσει,
με τα κουρέλια τους για να στιλβώσει
τον κρυστάλλινο δρόμο του ήλιου.
Μετά από τη Βροχή
Προσεχτικά, με πράσινα δάχτυλα, τα δέντρα
τοποθετούν από ένα πολύστιλπνο διαμάντι
στο μέτωπο των χόρτων.
Πόσες ταπεινές βασίλισσες! Μόνο
να μην υπήρχε ο άνεμος!
Από το Παράθυρο
Δίπλα, στο πεζοδρόμιο πλαγιάζει
μια φιάλη οξυγόνου.
Ο άνεμος σαν ύαινα ουρλιάζει πάνωθέ της.
Η βροχή ρίχνει πάνω της τα νερένια μαλλιά της.
Μοιρολογούν την πεθαμένη -
την φιάλη του οξυγόνου.
Κουτέ άνεμε, κουτή βροχή!
Κοιτάξετε:
με ήρεμο βήμα,
γυρίζοντας,
έρχεται ο οξυγονοκολλητής.
Πέμπτη 23 Οκτωβρίου 2014
οι ποιητές τί χρειάζονται σ' ένα μικρόψυχο καιρό;
Καιρούς τώρα πάνω απ' την κεφαλή μου κυριαρχείς
Μέσα στη σκοτεινή νεφέλη, ω Θεέ του Χρόνου
Άγρια πολύ, αγωνία πολλή τριγύρω κι όπου στρίψω
Κλυδωνισμούς κι ερείπια βλέπω...
Γιάννης Σταύρου, Καληνύχτα, λάδι σε καμβά
Φρειδερίκος Χαίλντερλιν
Το ψωμί και το κρασί
(απόσπασμα)
Στo μεταξύ πολλές φορές μου φαίνεται πως είναι πιο καλά να κοιμηθείς
παρά να βρίσκεσαι έτσι
χωρίς σύντροφο και να επιμένεις τόσο.
Και τί να κάνεις μέσα στην αναμονή, και τί να πεις;
Δεν ξέρω. Κι οι ποιητές τί χρειάζονται σ' ένα μικρόψυχο καιρό;
(μετ. Γιώργος Σεφέρης)
Πάτμος
(απόσπασμα)
Κι ωστόσο ο ναύτης γνωρίζει τα νησιά.
Κι όταν άκουσα
Πως ένα απ' τα κοντινά
Ήταν η Πάτμος,
Πολύ επόθησα
Εκεί να κατεβώ και
Να πλησιάσω τη σκοτεινή σπηλιά.
Καθόσον μεγαλοπρεπώς, όπως η Κύπρος,
Η πλούσια σε πηγές
Ή κάποιο από τ' άλλα νησιά,
Δεν κατοικεί η Πάτμος,
Αλλά είναι φιλόξενη
Στο σπίτι της το φτωχικότερο
Ωστόσο
Κι όταν από ναυάγιο ή θρηνώντας
Για την πατρίδα του ή
Για το φίλο που ξεμάκρυνε
Κάποιος την πλησιάσει απ' τους ξένους,
Ευχάριστα το ακούει, και τα παιδιά της
Οι φωνές του διάπυρου άλσους,
Κι εκεί όπου πέφτει η άμμος, και σχίζεται
Η επιφάνεια του αγρού, οι ήχοι
Τον ακούν και μια ηχώ αγάπης
Αντιλαλεί τους θρήνους του ανδρός. Έτσι εφρόντισε
Κάποτε τον αγαπημένο του Θεού
(μετ. Στέλλα Γ. Νικολούδη)
Ο μοναδικός
(απόσπασμα)
Τι είναι αυτό που
Στις αρχαίες μακάριες ακτές
Με δένει έτσι που πιότερο
Τίς αγαπώ κι' απ' την πατρίδα μου;
Γιατί σαν σε ουράνια
Δουλεία πουλημένος
Βρίσκομαι εκεί όπου βάδιζε ο Απόλλων
Με μορφή βασιλέως,
Και σε αγνά παλληκάρια
Κατέβαινε ο Ζεύς κ' έσπερνε
Γυιους με άγιο τρόπο και κόρες
Ο Υψηλός ανάμεσα στους ανθρώπους.
Υψηλές σκέψεις
Πολλές
Ξεπήδησαν απ' του Πατέρα το κεφάλι
Και μεγάλες ψυχές
Ήρθαν απ' αυτόν στους ανθρώπους.
Άκουσα
Για την Ήλιδα και την Ολυμπία, στάθηκα
Ψηλά στον Παρνασσό
Και διάβηκα βουνά του Ισθμού
Και πήγα πέρα
Κοντά στη Σμύρνη
Και κάτω στην Έφεσο.
(μετ. Δημήτριος Καπετανάκης )
Μέσα στη σκοτεινή νεφέλη, ω Θεέ του Χρόνου
Άγρια πολύ, αγωνία πολλή τριγύρω κι όπου στρίψω
Κλυδωνισμούς κι ερείπια βλέπω...
Χαίντερλιν
Γιάννης Σταύρου, Καληνύχτα, λάδι σε καμβά
Φρειδερίκος Χαίλντερλιν
Το ψωμί και το κρασί
(απόσπασμα)
Στo μεταξύ πολλές φορές μου φαίνεται πως είναι πιο καλά να κοιμηθείς
παρά να βρίσκεσαι έτσι
χωρίς σύντροφο και να επιμένεις τόσο.
Και τί να κάνεις μέσα στην αναμονή, και τί να πεις;
Δεν ξέρω. Κι οι ποιητές τί χρειάζονται σ' ένα μικρόψυχο καιρό;
(μετ. Γιώργος Σεφέρης)
Πάτμος
(απόσπασμα)
Κι ωστόσο ο ναύτης γνωρίζει τα νησιά.
Κι όταν άκουσα
Πως ένα απ' τα κοντινά
Ήταν η Πάτμος,
Πολύ επόθησα
Εκεί να κατεβώ και
Να πλησιάσω τη σκοτεινή σπηλιά.
Καθόσον μεγαλοπρεπώς, όπως η Κύπρος,
Η πλούσια σε πηγές
Ή κάποιο από τ' άλλα νησιά,
Δεν κατοικεί η Πάτμος,
Αλλά είναι φιλόξενη
Στο σπίτι της το φτωχικότερο
Ωστόσο
Κι όταν από ναυάγιο ή θρηνώντας
Για την πατρίδα του ή
Για το φίλο που ξεμάκρυνε
Κάποιος την πλησιάσει απ' τους ξένους,
Ευχάριστα το ακούει, και τα παιδιά της
Οι φωνές του διάπυρου άλσους,
Κι εκεί όπου πέφτει η άμμος, και σχίζεται
Η επιφάνεια του αγρού, οι ήχοι
Τον ακούν και μια ηχώ αγάπης
Αντιλαλεί τους θρήνους του ανδρός. Έτσι εφρόντισε
Κάποτε τον αγαπημένο του Θεού
(μετ. Στέλλα Γ. Νικολούδη)
Ο μοναδικός
(απόσπασμα)
Τι είναι αυτό που
Στις αρχαίες μακάριες ακτές
Με δένει έτσι που πιότερο
Τίς αγαπώ κι' απ' την πατρίδα μου;
Γιατί σαν σε ουράνια
Δουλεία πουλημένος
Βρίσκομαι εκεί όπου βάδιζε ο Απόλλων
Με μορφή βασιλέως,
Και σε αγνά παλληκάρια
Κατέβαινε ο Ζεύς κ' έσπερνε
Γυιους με άγιο τρόπο και κόρες
Ο Υψηλός ανάμεσα στους ανθρώπους.
Υψηλές σκέψεις
Πολλές
Ξεπήδησαν απ' του Πατέρα το κεφάλι
Και μεγάλες ψυχές
Ήρθαν απ' αυτόν στους ανθρώπους.
Άκουσα
Για την Ήλιδα και την Ολυμπία, στάθηκα
Ψηλά στον Παρνασσό
Και διάβηκα βουνά του Ισθμού
Και πήγα πέρα
Κοντά στη Σμύρνη
Και κάτω στην Έφεσο.
(μετ. Δημήτριος Καπετανάκης )
Ετικέτες
Γιάννης Σταύρου,
έλληνες ζωγράφοι,
ζωγραφική,
ζωγράφοι,
νεκρή φύση,
ποίηση,
σύγχρονοι ζωγράφοι,
Χαίντερλιν
Δευτέρα 20 Οκτωβρίου 2014
Τόσο γεμάτο σκοτάδια είναι αυτό το δυστυχές κρανίο...
Ρωτήστε κάθε καλό Γάλλο, που διαβάζει κάθε μέρα την εφημερίδα του στο καφενείο του, τι καταλαβαίνει με τη λέξη πρόοδος. Θα απαντήσει ότι είναι ο ατμός, ο ηλεκτρισμός και το αεριόφως, θαύματα άγνωστα στους Ρωμαίους και πως αυτές οι ανακαλύψεις μαρτυρούν την απόλυτη ανωτερότητα μας σε σχέση με τους Αρχαίους. Τόσο γεμάτο σκοτάδια είναι αυτό το δυστυχές κρανίο και τόσο περίεργα έχουν συγχυστεί τα αντικείμενα της υλικής και της πνευματικής τάξης! Αυτός ο ανθρωπάκος έχει τόσο αμερικανοποιήθει από αυτους τους ζωοκράτες και βιομηχανικούς φιλόσοφους που έχει χάσει τη στοιχειώδη γνώση των διαφορών που χαρακτηρίζουν τα φαινόμενα του φυσικού και του ηθικού κόσμου, του φυσικού και του υπερφυσικού. Στους "μαθητές των φιλοσόφων του ατμού και των χημικών σπίρτων" η πρόοδος εμφανίζεται με τη μορφή της "ατελείωτης σειράς". Όμως που βρίσκεται αυτή η εγγύηση; Δεν υπάρχει, λέω εγώ, παρά στην ευπιστία και την κενοδοξία σας.
Αφήνω στην άκρη το ερώτημα αν, μαλθακεύοντας την ανθρωπότητα κατ' αναλογία με τις νέες ηδονές που της προσφέρει, η απεριόριστη πρόοδος δεν θα ήταν το πιο ευφυές και το πιο ωμό βασανιστήριο, αν, μέσα από μια επίμονη άρνηση του εαυτού της, δεν θα αποτελούσε έναν τρόπο μιας αδιάκοπα επαναλαμβανόμενης αυτοκτονίας, και αν, αποκλεισμένη στο φλεγόμενο κέντρο της θείας λογικής, δεν θα έμοιαζε με το σκορπιό που διαπερνάται μόνος του με την τρομερή ουρά του, αυτό το αιώνιο desideratum που αποτελεί την αιώνια απελπισία του...
Σαρλ Μπωντλαίρ
Γιάννης Σταύρου, Βιβλίο & τριαντάφυλλα, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)
Σαρλ Μπωντλαίρ
Άνθη του Κακού
SPLEEN LX
Η ανία, καρπός της βαθιάς αδιαφορίας
Παίρνει τις διαστάσεις της αθανασίας.
Ό,τι απομένει δεν είναι πια, ω ζωντανή ύλη!
Παρά γρανίτης κυκλωμένος απ’ τον ακαθόριστο τρόμο,
Ναρκωμένος μες στο βάθος ανταριασμένης Σαχάρας`
Αρχαία Σφίγγα αγνοημένη απ’ τον ανέμελο κόσμο,
Ξεχασμένη πάνω στο χάρτη, που η διάθεση της αγριωπή
Δεν τραγουδάει παρά μόνο στις ακτίνες του ηλίου που γέρνει.
Αλλά αν, χωρίς ν’ αφεθείς στη γοητεία,
Το βλέμμα σου ξέρει να βυθίζεται στα βάραθρα,
Διάβασέ με, για να μάθεις να μ’ αγαπάς`
Ψυχή περίεργη που υποφέρεις
Και πορεύεσαι αναζητώντας τον παράδεισό σου,
Λυπήσου με!… αν όχι, σε καταριέμαι!
Ετικέτες
Γιάννης Σταύρου,
έλληνες ζωγράφοι,
ζωγραφική,
ζωγράφοι,
Μπωντλαίρ,
νεκρή φύση,
ποίηση,
σύγχρονοι ζωγράφοι
Παρασκευή 19 Σεπτεμβρίου 2014
Η ποίηση πάντα γνωρίζει...
Το χέρι υπέγραψε συνθήκη, γέννησε πυρετό,
θέρισε η πείνα κι έπεσε ακρίδα∙
μέγα το χέρι που έχει τόση εξουσία
στον άνθρωπο, με τ’ όνομά του ορνιθοσκαλισμένο...
Γιάννης Σταύρου, Καφές & βιβλίο, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)
Dylan Thomas
The Hand That Signed the Paper
The hand that signed the paper felled a city;
Five sovereign fingers taxed the breath,
Doubled the globe of dead and halved a country;
These five kings did a king to death.
The mighty hand leads to a sloping shoulder,
The finger joints are cramped with chalk;
A goose’s quill has put an end to murder
That put an end to talk.
The hand that signed the treaty bred a fever,
And famine grew, and locusts came;
Great is the hand that holds dominion over
Man by a scribbled name.
The five kings count the dead but do not soften
The crusted wound nor stroke the brow;
A hand rules pity as a hand rules heaven;
Hands have no tears to flow.
Ντύλαν Τόμας
Το χέρι που υπέγραψε
Το χέρι που υπέγραψε, ερήμωσε μια πόλη∙
πέντε ηγεμόνες δάχτυλα δεκάτισαν ανάσα,
διεύρυναν την σφαίρα των νεκρών και χώρισαν μια χώρα∙
οι πέντε βασιλιάδες,
οδήγησαν στο θάνατο τον έναν βασιλιά.
Το μέγα χέρι έρχεται στην κατηφόρα του ώμου,
τα δάχτυλα παθαίνουν κιμωλία∙
χήνας φτερό σταμάτησε το φονικό
που είχε σταματήσει ομιλία.
Το χέρι υπέγραψε συνθήκη, γέννησε πυρετό,
θέρισε η πείνα κι έπεσε ακρίδα∙
μέγα το χέρι που έχει τόση εξουσία
στον άνθρωπο, με τ’ όνομά του ορνιθοσκαλισμένο.
Μετρούν νεκρούς οι πέντε βασιλιάδες, μα δε διώχνουν
την κρούστα της πληγής, το μέτωπο δεν πιάνουν∙
χέρι θεσπίζει το έλεος, χέρι τα ουράνια∙
δεν έχουν δάκρυα τα χέρια για να κλάψουν.
(Μετ. Γιώργος Μπλάνας)
θέρισε η πείνα κι έπεσε ακρίδα∙
μέγα το χέρι που έχει τόση εξουσία
στον άνθρωπο, με τ’ όνομά του ορνιθοσκαλισμένο...
Γιάννης Σταύρου, Καφές & βιβλίο, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)
Dylan Thomas
The Hand That Signed the Paper
The hand that signed the paper felled a city;
Five sovereign fingers taxed the breath,
Doubled the globe of dead and halved a country;
These five kings did a king to death.
The mighty hand leads to a sloping shoulder,
The finger joints are cramped with chalk;
A goose’s quill has put an end to murder
That put an end to talk.
The hand that signed the treaty bred a fever,
And famine grew, and locusts came;
Great is the hand that holds dominion over
Man by a scribbled name.
The five kings count the dead but do not soften
The crusted wound nor stroke the brow;
A hand rules pity as a hand rules heaven;
Hands have no tears to flow.
Ντύλαν Τόμας
Το χέρι που υπέγραψε
Το χέρι που υπέγραψε, ερήμωσε μια πόλη∙
πέντε ηγεμόνες δάχτυλα δεκάτισαν ανάσα,
διεύρυναν την σφαίρα των νεκρών και χώρισαν μια χώρα∙
οι πέντε βασιλιάδες,
οδήγησαν στο θάνατο τον έναν βασιλιά.
Το μέγα χέρι έρχεται στην κατηφόρα του ώμου,
τα δάχτυλα παθαίνουν κιμωλία∙
χήνας φτερό σταμάτησε το φονικό
που είχε σταματήσει ομιλία.
Το χέρι υπέγραψε συνθήκη, γέννησε πυρετό,
θέρισε η πείνα κι έπεσε ακρίδα∙
μέγα το χέρι που έχει τόση εξουσία
στον άνθρωπο, με τ’ όνομά του ορνιθοσκαλισμένο.
Μετρούν νεκρούς οι πέντε βασιλιάδες, μα δε διώχνουν
την κρούστα της πληγής, το μέτωπο δεν πιάνουν∙
χέρι θεσπίζει το έλεος, χέρι τα ουράνια∙
δεν έχουν δάκρυα τα χέρια για να κλάψουν.
(Μετ. Γιώργος Μπλάνας)
Κυριακή 14 Σεπτεμβρίου 2014
Ανεπαίσθητα σα Λύπη...
Η τρισευτυχισμένη Ώρα λιώνει ξαφνικά
Και δεν σ’ αφήνει ούτε κουρέλι να φυλάξεις–
Οδύνη αφόρητη το να μην έχεις τα φτερά
Ή να ’σαι απλώς πολύ βαρύς για να πετάξεις...
Γιάννης Σταύρου, Φθινοπωρινό, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)
Έμιλι Ντίκινσον
Ανεπαίσθητα σα Λύπη
Ανεπαίσθητα σα Λύπη
Κύλησε το καλοκαίρι -
Ανεπαίσθητα πια τόσο
Που έμοιαζε με Προδοσία -
Όπως Δείλι που όλο πέφτει,
Ή σα να περνούσε η Φύση
Απόγευμα ήσυχο μονάχη -
Πιο νωρίς το Σούρουπο ήρθε -
Το Πρωί έλαμπε ξένο -
Χάρη αβρή, που όμως λαβώνει,
Σα να φεύγει Καλεσμένος -
Λοιπόν, χωρίς ένα Φτερό
Και δίχως Πλοίο
Δραπέτευσε απαλά το Καλοκαίρι μας
Στην Ομορφιά -
(μετ. Ερρίκος Σοφράς)
Εάν ερχόσουν το φθινόπωρο
Εάν ερχόσουν το φθινόπωρο
Θα έδιωχνα μακριά το καλοκαίρι
με μισό χαμόγελο και μισή αποστροφή
όπως οι νοικοκυρές διώχνουνε τις μύγες
Εάν περνούσε ένας χρόνος πριν σε δω
θα τύλιγα τους μήνες σε κουβάρια
και θα τους έβαζα σε ξεχωριστά συρτάρια
μέχρι να περάσει ο καιρός τους
Κι αν ακόμα αιώνες αργούσες
στα χέρια θα τους μετρούσα
συνέχεια θ’ αφαιρούσα ίσαμε
τα δάχτυλα να έπεφταν στην γη του Van Diemen
Εάν, όπως είναι σίγουρο
η ζωή αυτή τελειώσει
για σένα και για μένα
θα πέταγα τον θάνατο σαν κρούστα
και αιωνιότητα θα γευόμουν
Αλλά τώρα, ανίδεη από το μήκος
του χρόνου το αβέβαιο φτερό,
με κεντρίζει, σαν δαιμόνια μέλισσα,
ότι ποτέ δεν θα μου φανερώσει το τσίμπημά του
(μετ. Μαρία Ροδοπούλου)
Και δεν σ’ αφήνει ούτε κουρέλι να φυλάξεις–
Οδύνη αφόρητη το να μην έχεις τα φτερά
Ή να ’σαι απλώς πολύ βαρύς για να πετάξεις...
Έμιλι Ντίκινσον
Γιάννης Σταύρου, Φθινοπωρινό, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)
Έμιλι Ντίκινσον
Ανεπαίσθητα σα Λύπη
Ανεπαίσθητα σα Λύπη
Κύλησε το καλοκαίρι -
Ανεπαίσθητα πια τόσο
Που έμοιαζε με Προδοσία -
Όπως Δείλι που όλο πέφτει,
Ή σα να περνούσε η Φύση
Απόγευμα ήσυχο μονάχη -
Πιο νωρίς το Σούρουπο ήρθε -
Το Πρωί έλαμπε ξένο -
Χάρη αβρή, που όμως λαβώνει,
Σα να φεύγει Καλεσμένος -
Λοιπόν, χωρίς ένα Φτερό
Και δίχως Πλοίο
Δραπέτευσε απαλά το Καλοκαίρι μας
Στην Ομορφιά -
(μετ. Ερρίκος Σοφράς)
Εάν ερχόσουν το φθινόπωρο
Εάν ερχόσουν το φθινόπωρο
Θα έδιωχνα μακριά το καλοκαίρι
με μισό χαμόγελο και μισή αποστροφή
όπως οι νοικοκυρές διώχνουνε τις μύγες
Εάν περνούσε ένας χρόνος πριν σε δω
θα τύλιγα τους μήνες σε κουβάρια
και θα τους έβαζα σε ξεχωριστά συρτάρια
μέχρι να περάσει ο καιρός τους
Κι αν ακόμα αιώνες αργούσες
στα χέρια θα τους μετρούσα
συνέχεια θ’ αφαιρούσα ίσαμε
τα δάχτυλα να έπεφταν στην γη του Van Diemen
Εάν, όπως είναι σίγουρο
η ζωή αυτή τελειώσει
για σένα και για μένα
θα πέταγα τον θάνατο σαν κρούστα
και αιωνιότητα θα γευόμουν
Αλλά τώρα, ανίδεη από το μήκος
του χρόνου το αβέβαιο φτερό,
με κεντρίζει, σαν δαιμόνια μέλισσα,
ότι ποτέ δεν θα μου φανερώσει το τσίμπημά του
(μετ. Μαρία Ροδοπούλου)
Πέμπτη 28 Αυγούστου 2014
Παρά προστάτας ' νάχωμεν...
Της θαλάσσης καλήτερα
φουσκωμένα τα κύματα
να πνίξουν την πατρίδα μου
ωσάν απελπισμένην,
έρημον βάρκαν...
Γιάννης Σταύρου, Στο κύμα, λάδι σε καμβά
Ανδρέας Κάλβος
Αι Ευχαί
Ωδή 6η
α´.
Τῆς θαλάσσης καλήτερα
φουσκωμένα τὰ κύματα
῾νὰ πνίξουν τὴν πατρίδα μου
ὡσὰν ἀπελπισμένην,
ἔρημον βάρκαν.
β´.
῾Στὴν στεριάν, ῾ς τὰ νησία
καλήτερα μίαν φλόγα
῾νὰ ἰδῶ παντοῦ χυμένην,
τρώγουσαν πόλεις, δάση,
λαοὺς καὶ ἐλπίδας.
γ´.
Καλήτερα, καλήτερα
διασκορπισμένοι οἱ Ἕλληνες
῾νὰ τρέχωσι τὸν κόσμον,
μὲ ἐξαπλωμένην χεῖρα
ψωμοζητοῦντες·
δ´.
Παρὰ προστάτας ῾νἄχωμεν.
Μὲ ποτὲ δὲν ἐθάμβωσαν
πλούτη ἢ μεγάλα ὀνόματα,
μὲ ποτὲ δὲν ἐθάμβωσαν
σκήπτρων ἀκτῖνες.
ε´.
Ἂν ὁπόταν πεθαίνῃ
πονηρὸς βασιλεὺς
ἔσβυν᾿ ἡ νύκτα ἕν᾿ ἄστρον,
ἤθελον μείνει ὀλίγα
οὐράνια φῶτα.
ς´.
Τὸ χέρι ὁποὺ προσφέρετε
ὡς προστασίας σημεῖον
εἰς ξένον ἔθνος, ἔπνιξε
καὶ πνίγει τοὺς λαούς σας,
πάλαι, καὶ ἀκόμα.
ζ´.
Πόσοι πατέρες δίδουσιν,
ὄχι ψωμί, φιλήματα
῾ς τὰ πεινασμένα τέκνα τους,
ἐν ᾧ λάμπουν ῾ς τὰ χείλη σας
χρυσὰ ποτήρια!
η´.
Ὅταν ὑπὸ τὰ σκῆπτρά σας
νέους λαοὺς καλεῖτε,
νέους ἱδρῶτας θέλετε
ἐσεῖς διὰ ῾νὰ πληρώσητε
πλουσιοπαρόχως,
θ´.
Τὰ ξίφη ὁποὺ φυλάγουσι
τὰ τρέμοντα βασίλειά σας,
τὰ ξίφη ὁποὺ τρομάζουσι
τὴν ἀρετήν, καὶ σφάζουσι
τοὺς λειτουργούς της.
ι´.
Θέλετε θησαυροὺς
πολλοὺς διὰ ῾ναγοράσητε
κρότους χειρῶν καὶ ἐπαίνους,
καὶ τ᾿ ἄπιστον θυμίαμα
τῆς κολακείας.
ια´.
Ἡμεῖς διὰ τὸν σταυρὸν
ἀνδρείως ὑπερμαχόμεθα
καὶ σεῖς ἐβοηθήσατε
κρυφὰ τοὺς πολεμοῦντας
σταυρὸν καὶ ἀλήθειαν.
ιβ´.
Διὰ ῾νὰ θεμελιώσητε
τὴν τυραννίαν τιμᾶτε
τὸν σταυρὸν εἰς τὰς πόλεις σας,
καὶ αὐτὸν ἐπολεμήσατε
εἰς τὴν Ἑλλάδα.
ιγ´.
Καὶ τώρα εἰς προστασίαν μας
τὰ χέρια σας ἁπλόνετε!
τραβήξετέ τα ὀπίσω·
βλέπει ὁ θεὸς καὶ ἀστράπτει
διὰ τοὺς πανούργους.
ιδ´.
Ὅταν τὸ δένδρον νέον
ἐβασάνιζον οἱ ἄνεμοι,
τότε βοήθειαν ἤθελεν,
ἐνδυναμώθη τώρα
φθάνει ἡ ἰσχύς του.
ιε´.
Τὸ ξίφος σφίγξατ᾿ Ἕλληνες -
τὰ ὀμμάτιά σας σηκώσατε -
ἰδού - εἰς τους οὐρανοὺς
προστάτης ὁ θεὸς
μόνος σας εἶναι.
ις´.
Καὶ ἂν ὁ θεὸς καὶ τ᾿ ἄρματα
μᾶς λείψωσι, καλήτερα
πάλιν ῾νὰ χρεμετήσωσι
῾ς τὸν Κιθαιρῶνα Τούρκων
ἄγριαι φορᾶδες.
ιζ´.
Παρά.... Αἴ, ὅσον εἶναι
τυφλὴ καὶ σκληροτέρα
ἡ τυραννίς, τοσοῦτον
ταχυτέρως ἀνοίγονται
σωτήριοι θύραι.
ιη´.
Δὲν μὲ θαμβόνει πάθος
κανένα· ἐγὼ τὴν λύραν
κτυπάω, καὶ ὁλόρθος στέκομαι
σιμὰ εἰς τοῦ μνήματός μου
τ᾿ ἀνοικτὸν στόμα.
φουσκωμένα τα κύματα
να πνίξουν την πατρίδα μου
ωσάν απελπισμένην,
έρημον βάρκαν...
Γιάννης Σταύρου, Στο κύμα, λάδι σε καμβά
Ανδρέας Κάλβος
Αι Ευχαί
Ωδή 6η
α´.
Τῆς θαλάσσης καλήτερα
φουσκωμένα τὰ κύματα
῾νὰ πνίξουν τὴν πατρίδα μου
ὡσὰν ἀπελπισμένην,
ἔρημον βάρκαν.
β´.
῾Στὴν στεριάν, ῾ς τὰ νησία
καλήτερα μίαν φλόγα
῾νὰ ἰδῶ παντοῦ χυμένην,
τρώγουσαν πόλεις, δάση,
λαοὺς καὶ ἐλπίδας.
γ´.
Καλήτερα, καλήτερα
διασκορπισμένοι οἱ Ἕλληνες
῾νὰ τρέχωσι τὸν κόσμον,
μὲ ἐξαπλωμένην χεῖρα
ψωμοζητοῦντες·
δ´.
Παρὰ προστάτας ῾νἄχωμεν.
Μὲ ποτὲ δὲν ἐθάμβωσαν
πλούτη ἢ μεγάλα ὀνόματα,
μὲ ποτὲ δὲν ἐθάμβωσαν
σκήπτρων ἀκτῖνες.
ε´.
Ἂν ὁπόταν πεθαίνῃ
πονηρὸς βασιλεὺς
ἔσβυν᾿ ἡ νύκτα ἕν᾿ ἄστρον,
ἤθελον μείνει ὀλίγα
οὐράνια φῶτα.
ς´.
Τὸ χέρι ὁποὺ προσφέρετε
ὡς προστασίας σημεῖον
εἰς ξένον ἔθνος, ἔπνιξε
καὶ πνίγει τοὺς λαούς σας,
πάλαι, καὶ ἀκόμα.
ζ´.
Πόσοι πατέρες δίδουσιν,
ὄχι ψωμί, φιλήματα
῾ς τὰ πεινασμένα τέκνα τους,
ἐν ᾧ λάμπουν ῾ς τὰ χείλη σας
χρυσὰ ποτήρια!
η´.
Ὅταν ὑπὸ τὰ σκῆπτρά σας
νέους λαοὺς καλεῖτε,
νέους ἱδρῶτας θέλετε
ἐσεῖς διὰ ῾νὰ πληρώσητε
πλουσιοπαρόχως,
θ´.
Τὰ ξίφη ὁποὺ φυλάγουσι
τὰ τρέμοντα βασίλειά σας,
τὰ ξίφη ὁποὺ τρομάζουσι
τὴν ἀρετήν, καὶ σφάζουσι
τοὺς λειτουργούς της.
ι´.
Θέλετε θησαυροὺς
πολλοὺς διὰ ῾ναγοράσητε
κρότους χειρῶν καὶ ἐπαίνους,
καὶ τ᾿ ἄπιστον θυμίαμα
τῆς κολακείας.
ια´.
Ἡμεῖς διὰ τὸν σταυρὸν
ἀνδρείως ὑπερμαχόμεθα
καὶ σεῖς ἐβοηθήσατε
κρυφὰ τοὺς πολεμοῦντας
σταυρὸν καὶ ἀλήθειαν.
ιβ´.
Διὰ ῾νὰ θεμελιώσητε
τὴν τυραννίαν τιμᾶτε
τὸν σταυρὸν εἰς τὰς πόλεις σας,
καὶ αὐτὸν ἐπολεμήσατε
εἰς τὴν Ἑλλάδα.
ιγ´.
Καὶ τώρα εἰς προστασίαν μας
τὰ χέρια σας ἁπλόνετε!
τραβήξετέ τα ὀπίσω·
βλέπει ὁ θεὸς καὶ ἀστράπτει
διὰ τοὺς πανούργους.
ιδ´.
Ὅταν τὸ δένδρον νέον
ἐβασάνιζον οἱ ἄνεμοι,
τότε βοήθειαν ἤθελεν,
ἐνδυναμώθη τώρα
φθάνει ἡ ἰσχύς του.
ιε´.
Τὸ ξίφος σφίγξατ᾿ Ἕλληνες -
τὰ ὀμμάτιά σας σηκώσατε -
ἰδού - εἰς τους οὐρανοὺς
προστάτης ὁ θεὸς
μόνος σας εἶναι.
ις´.
Καὶ ἂν ὁ θεὸς καὶ τ᾿ ἄρματα
μᾶς λείψωσι, καλήτερα
πάλιν ῾νὰ χρεμετήσωσι
῾ς τὸν Κιθαιρῶνα Τούρκων
ἄγριαι φορᾶδες.
ιζ´.
Παρά.... Αἴ, ὅσον εἶναι
τυφλὴ καὶ σκληροτέρα
ἡ τυραννίς, τοσοῦτον
ταχυτέρως ἀνοίγονται
σωτήριοι θύραι.
ιη´.
Δὲν μὲ θαμβόνει πάθος
κανένα· ἐγὼ τὴν λύραν
κτυπάω, καὶ ὁλόρθος στέκομαι
σιμὰ εἰς τοῦ μνήματός μου
τ᾿ ἀνοικτὸν στόμα.
Ετικέτες
Γιάννης Σταύρου,
έλληνες ζωγράφοι,
ζωγραφική,
ζωγράφοι,
θαλασσογραφίες,
Κάλβος,
καράβια ζωγραφική,
ποίηση
Τετάρτη 27 Αυγούστου 2014
Δέηση στην Αφροδίτη...
Σε μια ειδυλλιακή αρχαιότητα...
Sandro Botticelli, Η γέννηση της Αφροδίτης (λεπτομέρεια)
Σαπφώ
Δέηση στην Αφροδίτη
δεῦρύ μ᾽ ἐκ Κρήτας ἐπ[ὶ τόνδ]ε·ναῦον
ἄγνον, ὄππ[αι τοι] χάριεν μὲν ἄλσος
μαλί[αν], βῶμοι δὲ τεθυμιάμε-
νοι [λι]βανώτῳ,
ἐν δ᾽ ὔδωρ ψῦχρον κελάδει δι᾽ ὔσδων
μαλίνων, βρόδοισι δὲ παῖς ὀ χῶρος
ἐσκίαστ᾽, αἰθυσσομένων δὲ φύλλων
κῶμα κατέρρει,
ἐν δὲ λείμων ἰππόβοτος τέθαλεν
ἠρίνοισιν ἄνθεσιν, αἰ δ᾽ ἄηται
μέλλιχα πνέοισιν ἔνθα δὴ σὺ στέμ‹ματ᾽› ἔλοισα Κύπρι
χρυσίαισιν ἐν κυλίκεσσιν ἄβρως
ὀμ‹με›μείχμενον θαλίαισι νέκταρ
οἰνοχόαισον
τούτοισι τοῖς ἑταίροις ἐμοῖς γε καὶ σοῖς
Απόδοση - μετάφραση Οδυσσέα Ελύτη
έλα και φτάσε
από την Κρήτη εδώ στου ναού τούτου το
λάμπος που το ζώνει γελαζούμενο δασάκι
μήλων και όπου καίει πάντα στους βωμούς
λιβανωτού θυμίαμα - εδώ που κελαρύζει
το νερό κατάδροσο μέσ᾽ από της μηλιάς
τους κλώνους· όπου απ᾽ τα ρόδα τα πολλά
σκιές γεμίζει ο κήπος· κι από τις φυλλωσιές
οπού θροούν και τρέμουν λες μια χαύνωση
αργοπέφτει - εδώ το λιβαδάκι οπού
βοσκάνε τ᾽ άλογα φούντωσε απ᾽ άνθη του
Μαγιού κι ελαφρές πνέουν οι αύρες - έλα
λοιπόν εδώ Αφροδίτη μου σε κάλυκες χρυσούς
ετοιμασμένο με λεπτή τέχνη νέκταρ
του τραπεζιού τους φίλους να κεράσεις.
Sandro Botticelli, Η γέννηση της Αφροδίτης (λεπτομέρεια)
Σαπφώ
Δέηση στην Αφροδίτη
δεῦρύ μ᾽ ἐκ Κρήτας ἐπ[ὶ τόνδ]ε·ναῦον
ἄγνον, ὄππ[αι τοι] χάριεν μὲν ἄλσος
μαλί[αν], βῶμοι δὲ τεθυμιάμε-
νοι [λι]βανώτῳ,
ἐν δ᾽ ὔδωρ ψῦχρον κελάδει δι᾽ ὔσδων
μαλίνων, βρόδοισι δὲ παῖς ὀ χῶρος
ἐσκίαστ᾽, αἰθυσσομένων δὲ φύλλων
κῶμα κατέρρει,
ἐν δὲ λείμων ἰππόβοτος τέθαλεν
ἠρίνοισιν ἄνθεσιν, αἰ δ᾽ ἄηται
μέλλιχα πνέοισιν ἔνθα δὴ σὺ στέμ‹ματ᾽› ἔλοισα Κύπρι
χρυσίαισιν ἐν κυλίκεσσιν ἄβρως
ὀμ‹με›μείχμενον θαλίαισι νέκταρ
οἰνοχόαισον
τούτοισι τοῖς ἑταίροις ἐμοῖς γε καὶ σοῖς
Απόδοση - μετάφραση Οδυσσέα Ελύτη
έλα και φτάσε
από την Κρήτη εδώ στου ναού τούτου το
λάμπος που το ζώνει γελαζούμενο δασάκι
μήλων και όπου καίει πάντα στους βωμούς
λιβανωτού θυμίαμα - εδώ που κελαρύζει
το νερό κατάδροσο μέσ᾽ από της μηλιάς
τους κλώνους· όπου απ᾽ τα ρόδα τα πολλά
σκιές γεμίζει ο κήπος· κι από τις φυλλωσιές
οπού θροούν και τρέμουν λες μια χαύνωση
αργοπέφτει - εδώ το λιβαδάκι οπού
βοσκάνε τ᾽ άλογα φούντωσε απ᾽ άνθη του
Μαγιού κι ελαφρές πνέουν οι αύρες - έλα
λοιπόν εδώ Αφροδίτη μου σε κάλυκες χρυσούς
ετοιμασμένο με λεπτή τέχνη νέκταρ
του τραπεζιού τους φίλους να κεράσεις.
Πέμπτη 21 Αυγούστου 2014
Αύριο δε θα βλέπετε πια τίποτα...
Ήτανε παγωνιά
δεν ξέρω πια την ώρα που πεθάναν όλοι
κι έμεινα μ’ έναν ακρωτηριασμένο φίλο
και μ’ ένα ματωμένο κλαδάκι συντροφιά...
Γιάννης Σταύρου, Άνθρωπος και δέντρο, λάδι σε καμβά
Μίλτος Σαχτούρης
Τρία δάκρυα του Θεού
I
Σ’ αυτό το σπίτι βγάζουν τα παράθυρα
σπάζουν τις πόρτες σε χίλια κομμάτια
από τις πόρτες τρεις άντρες μπήκανε χαρούμενοι
πέντε γυναίκες βγήκαν δακρυσμένες
απ’ τα παράθυρα πετούν πολύχρωμα πουλιά
μιλούνε —φίλοι μου— μιλούνε σαν ανθρώποι
κι έπειτα ήσυχα ήσυχα πεθαίνουν
τότε τα κάδρα γίνονται αυτά πουλιά
και μία μία ανοίγουν τα φτερά
οι σκυθρωπές μορφές ενός χαμένου κόσμου
II
Αυτό το βουνό τόσο κοντά μου
απλώνω το χέρι ξεριζώνω
τα δέντρα και τους θάμνους του
τους στύλους τους ηλεχτρικούς
αυτά τα πονεμένα δόντια
μιας απελπιστικά μοναχικής ζωής
Πάνω του τρέχουν πρόβατα πονηρά
είναι ποτέ τους πονηρά τα πρόβατα;
μα αυτά δωπέρα πόνεσαν πολύ
κι έχουν απάνθρωπα βελάσματα
Οι άνθρωποι εδώ γενήκαν ένα με την πέτρα
χτυπούν την πέτρα και σκίζουνε τα σπλάχνα τους
απορούν κι ούτε που ξέρουνε να κλάψουν
Σήμερα
κοιτάξτε καλά αυτό βουνό
κοιτάξτε καλά αυτό το δάκρυ του θεού
γιατί αύριο θα στεγνώσει
Αύριο δε θα βλέπετε πια τίποτα
III
Μπρος μου ψηλά σ’ αυτό το βουνό
ένας λευκός άνθρωπος κόβει μαργαρίτες
σωριάζει πέτρες μέσα σ’ αυτό το σάκο του θεού
κάπου κάπου γυρίζει και με κοιτάζει λυπημένος
μου ρίχνει ένα λουλούδι ξακολουθεί το δρόμο του
Στο στήθος μου φυτρώσαν κοπάδια μαργαρίτες
αυτός ο άνθρωπος είμαι εγώ
Η δύσκολη Κυριακή
Απ’ το πρωί κοιτάζω προς τ’ απάνω ένα πουλί καλύτερο
απ’ το πρωί χαίρομαι ένα φίδι τυλιγμένο στο λαιμό μου
Σπασμένα φλιτζάνια στα χαλιά
πορφυρά λουλούδια τα μάγουλα της μάντισσας
όταν ανασηκώνει της μοίρας το φουστάνι
κάτι θα φυτρώσει απ’ αυτή τη χαρά
ένα νέο δέντρο χωρίς ανθούς
ή ένα αγνό νέο βλέφαρο
ή ένας λατρεμένος λόγος
που να μη φίλησε στο στόμα τη λησμονιά
Έξω αλαλάζουν οι καμπάνες
έξω με περιμένουν αφάνταστοι φίλοι
σηκώσανε ψηλά στριφογυρίζουνε μια χαραυγή
τί κούραση τί κούραση
κίτρινο φόρεμα —κεντημένος ένας αετός—
πράσινος παπαγάλος —κλείνω τα μάτια— κράζει
πάντα πάντα πάντα
η ορχήστρα παίζει κίβδηλους σκοπούς
τί μάτια παθιασμένα τί γυναίκες
τί έρωτες τί φωνές τί έρωτες
φίλε αγάπη αίμα φίλε
φίλε δώσ’ μου το χέρι σου τί κρύο
Ήτανε παγωνιά
δεν ξέρω πια την ώρα που πεθάναν όλοι
κι έμεινα μ’ έναν ακρωτηριασμένο φίλο
και μ’ ένα ματωμένο κλαδάκι συντροφιά
δεν ξέρω πια την ώρα που πεθάναν όλοι
κι έμεινα μ’ έναν ακρωτηριασμένο φίλο
και μ’ ένα ματωμένο κλαδάκι συντροφιά...
Μίλτος Σαχτούρης
Τρία δάκρυα του Θεού
I
Σ’ αυτό το σπίτι βγάζουν τα παράθυρα
σπάζουν τις πόρτες σε χίλια κομμάτια
από τις πόρτες τρεις άντρες μπήκανε χαρούμενοι
πέντε γυναίκες βγήκαν δακρυσμένες
απ’ τα παράθυρα πετούν πολύχρωμα πουλιά
μιλούνε —φίλοι μου— μιλούνε σαν ανθρώποι
κι έπειτα ήσυχα ήσυχα πεθαίνουν
τότε τα κάδρα γίνονται αυτά πουλιά
και μία μία ανοίγουν τα φτερά
οι σκυθρωπές μορφές ενός χαμένου κόσμου
II
Αυτό το βουνό τόσο κοντά μου
απλώνω το χέρι ξεριζώνω
τα δέντρα και τους θάμνους του
τους στύλους τους ηλεχτρικούς
αυτά τα πονεμένα δόντια
μιας απελπιστικά μοναχικής ζωής
Πάνω του τρέχουν πρόβατα πονηρά
είναι ποτέ τους πονηρά τα πρόβατα;
μα αυτά δωπέρα πόνεσαν πολύ
κι έχουν απάνθρωπα βελάσματα
Οι άνθρωποι εδώ γενήκαν ένα με την πέτρα
χτυπούν την πέτρα και σκίζουνε τα σπλάχνα τους
απορούν κι ούτε που ξέρουνε να κλάψουν
Σήμερα
κοιτάξτε καλά αυτό βουνό
κοιτάξτε καλά αυτό το δάκρυ του θεού
γιατί αύριο θα στεγνώσει
Αύριο δε θα βλέπετε πια τίποτα
III
Μπρος μου ψηλά σ’ αυτό το βουνό
ένας λευκός άνθρωπος κόβει μαργαρίτες
σωριάζει πέτρες μέσα σ’ αυτό το σάκο του θεού
κάπου κάπου γυρίζει και με κοιτάζει λυπημένος
μου ρίχνει ένα λουλούδι ξακολουθεί το δρόμο του
Στο στήθος μου φυτρώσαν κοπάδια μαργαρίτες
αυτός ο άνθρωπος είμαι εγώ
Η δύσκολη Κυριακή
Απ’ το πρωί κοιτάζω προς τ’ απάνω ένα πουλί καλύτερο
απ’ το πρωί χαίρομαι ένα φίδι τυλιγμένο στο λαιμό μου
Σπασμένα φλιτζάνια στα χαλιά
πορφυρά λουλούδια τα μάγουλα της μάντισσας
όταν ανασηκώνει της μοίρας το φουστάνι
κάτι θα φυτρώσει απ’ αυτή τη χαρά
ένα νέο δέντρο χωρίς ανθούς
ή ένα αγνό νέο βλέφαρο
ή ένας λατρεμένος λόγος
που να μη φίλησε στο στόμα τη λησμονιά
Έξω αλαλάζουν οι καμπάνες
έξω με περιμένουν αφάνταστοι φίλοι
σηκώσανε ψηλά στριφογυρίζουνε μια χαραυγή
τί κούραση τί κούραση
κίτρινο φόρεμα —κεντημένος ένας αετός—
πράσινος παπαγάλος —κλείνω τα μάτια— κράζει
πάντα πάντα πάντα
η ορχήστρα παίζει κίβδηλους σκοπούς
τί μάτια παθιασμένα τί γυναίκες
τί έρωτες τί φωνές τί έρωτες
φίλε αγάπη αίμα φίλε
φίλε δώσ’ μου το χέρι σου τί κρύο
Ήτανε παγωνιά
δεν ξέρω πια την ώρα που πεθάναν όλοι
κι έμεινα μ’ έναν ακρωτηριασμένο φίλο
και μ’ ένα ματωμένο κλαδάκι συντροφιά
Ετικέτες
Γιάννης Σταύρου,
έλληνες ζωγράφοι,
ελληνικά τοπία,
ζωγραφική,
ζωγράφοι,
ποίηση,
Σαχτούρης,
τοπία ζωγραφοι
Τρίτη 12 Αυγούστου 2014
Αυτά τα όμορφα και μεγάλα πλοία...
Αυτά τα όμορφα και μεγάλα πλοία, διακριτικά ζυγισμένα, που κλυδωνίζονται
πάνω στα ήσυχα νερά, αυτά τα δυνατά πλοία, με το διαρθρωμένο και
νοσταλγικό αέρα τους, μήπως δεν μας λένε σε μια βουβή γλώσσα: Πότε
ξεκινάμε για την ευτυχία;
Γιάννης Σταύρου, Bleu Blanc Rouge, λάδι σε καμβά, (λεπτομέρεια)
Σαρλ Μπωντλαίρ
Τα παράθυρα
Αυτός που κοιτάζει έξω από ένα ανοικτό παράθυρο, δεν βλέπει ποτέ τόσα πράγματα, όσο αυτός, που κοιτάζει ένα κλειστό παράθυρο.
Δεν υπάρχει αντικείμενο πιο βαθύ, πιο μυστήριο, πιο πλούσιο, πιο σκοτεινό, πιο λαμπερό, από ένα παράθυρο, που το φωτίζει ένα κερί.Αυτό, που μπορούμε να δούμε στον ήλιο, είναι πάντα λιγότερο ενδιαφέρον απ' αυτό που συμβαίνει πίσω από ένα τζάμι.Μέσα σ' αυτή τη μαύρη ή φωτεινή τρύπα, ζήσε τη ζωή, ονειρέψου τη ζωή, υπόφερε τη ζωή.
Πέρα από τα κύματα των σκεπών, βλέπω μια ώριμη γυναίκα, ρυτιδιασμένη κιόλας, κακόμοιρη, πάντοτε σκυφτή πάνω σε κάτι, και που δεν βγαίνει ποτέ.Με το πρόσωπό της, με τα ρούχα της, με τη χειρονομία της με σχεδόν τίποτα, ξανάπλασα την ιστορία αυτής της γυναίκας, ή μάλλον τον μύθο της, και καμιά φορά την λέω στον εαυτό μου, κλαίγοντας.
Αν ήταν ένας κακόμοιρος άνδρας, θα' πλαθα και τη δική του με την ίδια άνεση.
Και πέφτω να κοιμηθώ, υπερήφανος που έζησα και υπόφερα μέσα σ' άλλους παρά μέσα μου.
Ίσως θα μου πείτε: "Είσαι βέβαιος, πως αυτός ο μύθος είναι αληθινός;" Τι σημασία έχει η πραγματικότητα έξω από μένα, εφ' όσον με βοήθησε να ζήσω, να νιώσω πως υπάρχω και τι είμαι;
________________________________________
Γιατί είμαστε εδώ;
Ερχόμαστε από πουθενά;
Τι είναι ελευθερία;
Μπορεί να συμβαδίσει με τον νόμο της προνοητικότητας;
Ο αριθμός των ψυχών είναι συγκεκριμένος ή άπειρος;
Κι ο αριθμός των κατοικήσιμων εκτάσεων;
Κ.λ.π...., κ.λ.π....
Μπωντλαίρ, Η καρδιά μου ξεγυμνωμένη (Mon coeur mis à nu)
μετ. Ιωάννα Ευσταθιάδου - Λάππα
Σαρλ Μπωντλαίρ
Γιάννης Σταύρου, Bleu Blanc Rouge, λάδι σε καμβά, (λεπτομέρεια)
Σαρλ Μπωντλαίρ
Τα παράθυρα
Αυτός που κοιτάζει έξω από ένα ανοικτό παράθυρο, δεν βλέπει ποτέ τόσα πράγματα, όσο αυτός, που κοιτάζει ένα κλειστό παράθυρο.
Δεν υπάρχει αντικείμενο πιο βαθύ, πιο μυστήριο, πιο πλούσιο, πιο σκοτεινό, πιο λαμπερό, από ένα παράθυρο, που το φωτίζει ένα κερί.Αυτό, που μπορούμε να δούμε στον ήλιο, είναι πάντα λιγότερο ενδιαφέρον απ' αυτό που συμβαίνει πίσω από ένα τζάμι.Μέσα σ' αυτή τη μαύρη ή φωτεινή τρύπα, ζήσε τη ζωή, ονειρέψου τη ζωή, υπόφερε τη ζωή.
Πέρα από τα κύματα των σκεπών, βλέπω μια ώριμη γυναίκα, ρυτιδιασμένη κιόλας, κακόμοιρη, πάντοτε σκυφτή πάνω σε κάτι, και που δεν βγαίνει ποτέ.Με το πρόσωπό της, με τα ρούχα της, με τη χειρονομία της με σχεδόν τίποτα, ξανάπλασα την ιστορία αυτής της γυναίκας, ή μάλλον τον μύθο της, και καμιά φορά την λέω στον εαυτό μου, κλαίγοντας.
Αν ήταν ένας κακόμοιρος άνδρας, θα' πλαθα και τη δική του με την ίδια άνεση.
Και πέφτω να κοιμηθώ, υπερήφανος που έζησα και υπόφερα μέσα σ' άλλους παρά μέσα μου.
Ίσως θα μου πείτε: "Είσαι βέβαιος, πως αυτός ο μύθος είναι αληθινός;" Τι σημασία έχει η πραγματικότητα έξω από μένα, εφ' όσον με βοήθησε να ζήσω, να νιώσω πως υπάρχω και τι είμαι;
________________________________________
- Σχεδόν ολόκληρη η ζωή μας καταναλώνεται σ' ανούσιες περιέργειες. Αντίθετα υπάρχουν πράγματα, που θα' πρεπε να διεγείρουν την περιέργεια των ανθρώπων στον ανώτατο βαθμό, και που, κρίνοντας από τον ρυθμό της καθημερινής τους ζωής, δεν τους εμπνέουν καμία.
Γιατί είμαστε εδώ;
Ερχόμαστε από πουθενά;
Τι είναι ελευθερία;
Μπορεί να συμβαδίσει με τον νόμο της προνοητικότητας;
Ο αριθμός των ψυχών είναι συγκεκριμένος ή άπειρος;
Κι ο αριθμός των κατοικήσιμων εκτάσεων;
Κ.λ.π...., κ.λ.π....
- Μπορούν να ιδρυθούν ένδοξες αυτοκρατορίες πάνω στο έγκλημα κι ευγενείς θρησκείες πάνω στην απάτη.
- Παιδί ακόμα, αισθάνθηκα στην καρδιά μου, δυο αντικρουόμενα συναισθήματα: τη φρίκη της ζωής και την έκσταση της ζωής.
Μπωντλαίρ, Η καρδιά μου ξεγυμνωμένη (Mon coeur mis à nu)
μετ. Ιωάννα Ευσταθιάδου - Λάππα
Παρασκευή 8 Αυγούστου 2014
στο σκοτεινό δάσος...
...Τώρα νιώθει, παραμερίζοντάς τες, πως ο εαυτός
του τείνει να είναι ολοένα και περισσότερο άλαλος, κι ωστόσο δεν μπορεί να γυρίσει
πίσω· νιώθει πως πρέπει να περάσει από τη δοκιμασία της απόλυτης σιωπής για να βρει
στο βυθό τί είναι πραγματικά ίδιος.
Κάθε ατόφιος ποιητής περνά νομίζω, τέτοιες κρίσεις· γι᾿ αυτό λέμε πως κάθε ποίημα που γράφουμε είναι σα να είταν το τελευταίο. Αφού ο ποιητής αφομοιώσει τα πράγματα που έχει μαζέψει η ιδιοσυγκρασία του από το γύρω κόσμο, φτάνει στη στιγμη που θα νιώσει το κενό μέσα του, που θα νιώσει ότι βρίσκεται στο σκοτεινό δάσος, όπως έλεγα κάποτε, στη selva oscura, μόνος και αβοήθητος· ότι πρέπει να το εμπιστευτεί αυτό το κενό, επί ποινή θανάτου.
Είναι η πιο δύσκολη στιγμή του, αυτός ο αγώνας για να βρεί εκείνη τη φωνή που ταυτίζεται και σωφιλιάζεται με τα πράγματα που θέλει να δημιουργήσει, ή, αν θέλουμε, που δημιουργεί τα πράγματα ονομάζοντάς τα.
Το ακραίο όριο όπου τείνει ο ποιητής είναι να μπορέσει να πεί «γεννηθήτω φως» και να γίνει φως...
Γιώργος Σεφέρης
Αφήγηση
Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος πηγαίνει κλαίγοντας
Κανεὶς δὲν ξέρει νὰ πεῖ γιατί
Κάποτε νομίζουν πὼς εἶναι οἱ χαμένες ἀγάπες
Σὰν κι αὐτὲς ποὺ μᾶς βασανίζουνε τόσο
Στὴν ἀκροθαλασσιὰ τὸ καλοκαίρι μὲ τὰ γραμμόφωνα
Οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι φροντίζουν τὶς δουλειές τους
Ἀτέλειωτα χαρτιὰ παιδιὰ ποὺ μεγαλώνουν
Γυναῖκες ποὺ γερνοῦνε δύσκολα
Αὐτὸς ἔχει δυὸ μάτια σὰν παπαροῦνες
Σὰν ἀνοιξιάτικες κομμένες παπαροῦνες
Καὶ δυὸ βρυσοῦλες στὶς κόχες τῶν ματιῶν
Πηγαίνει μέσα στοὺς δρόμους ποτὲ δὲν πλαγιάζει
Δρασκελώντας μικρὰ τετράγωνα στὴ ράχη τῆς γῆς
Μηχανὴ μιᾶς ἀπέραντης ὀδύνης
Ποὺ κατάντησε νὰ μὴν ἔχει σημασία
Ἄλλοι τὸν ἄκουσαν νὰ μιλᾶ μοναχὸ καθὼς περνοῦσε
Γιὰ σπασμένους καθρέφτες πρὶν ἀπὸ χρόνια
Γιὰ σπασμένες μορφὲς μέσα στοὺς καθρέφτες
Ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ συναρμολογήσει πιὰ κανεὶς
Ἄλλοι τὸν ἄκουσαν νὰ λέει γιὰ τὸν ὕπνο
Εἰκόνες φρίκης στὸ κατώφλι τοῦ ὕπνου
Τὰ πρόσωπα ἀνυπόφορα ἀπὸ τὴ στοργή
Τὸν συνηθίσαμε εἶναι καλοβαλμένος κι ἥσυχος
Μονάχα ποὺ πηγαίνει κλαίγοντας ὁλοένα
Σὰν τὶς ἰτιὲς στὴν ἀκροποταμιὰ ποὺ βλέπεις ἀπ᾿ τὸ τρένο
Ξυπνώντας ἄσχημα κάποια συννεφιασμένη αὐγὴ
Τὸν συνηθίσαμε δὲν ἀντιπροσωπεύει τίποτα
Σὰν ὅλα τὰ πράγματα ποὺ ἔχετε συνηθίσει
Καὶ σᾶς μιλῶ γι᾿ αὐτὸν γιατὶ δὲ βρίσκω τίποτα
Ποὺ νὰ μὴν τὸ συνηθίσατε
Προσκυνῶ
Κάθε ατόφιος ποιητής περνά νομίζω, τέτοιες κρίσεις· γι᾿ αυτό λέμε πως κάθε ποίημα που γράφουμε είναι σα να είταν το τελευταίο. Αφού ο ποιητής αφομοιώσει τα πράγματα που έχει μαζέψει η ιδιοσυγκρασία του από το γύρω κόσμο, φτάνει στη στιγμη που θα νιώσει το κενό μέσα του, που θα νιώσει ότι βρίσκεται στο σκοτεινό δάσος, όπως έλεγα κάποτε, στη selva oscura, μόνος και αβοήθητος· ότι πρέπει να το εμπιστευτεί αυτό το κενό, επί ποινή θανάτου.
Είναι η πιο δύσκολη στιγμή του, αυτός ο αγώνας για να βρεί εκείνη τη φωνή που ταυτίζεται και σωφιλιάζεται με τα πράγματα που θέλει να δημιουργήσει, ή, αν θέλουμε, που δημιουργεί τα πράγματα ονομάζοντάς τα.
Το ακραίο όριο όπου τείνει ο ποιητής είναι να μπορέσει να πεί «γεννηθήτω φως» και να γίνει φως...
Γιώργος Σεφέρης, Η γλώσσα στην ποίησή μας (απόσπασμα)
Γιώργος Σεφέρης
Αφήγηση
Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος πηγαίνει κλαίγοντας
Κανεὶς δὲν ξέρει νὰ πεῖ γιατί
Κάποτε νομίζουν πὼς εἶναι οἱ χαμένες ἀγάπες
Σὰν κι αὐτὲς ποὺ μᾶς βασανίζουνε τόσο
Στὴν ἀκροθαλασσιὰ τὸ καλοκαίρι μὲ τὰ γραμμόφωνα
Οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι φροντίζουν τὶς δουλειές τους
Ἀτέλειωτα χαρτιὰ παιδιὰ ποὺ μεγαλώνουν
Γυναῖκες ποὺ γερνοῦνε δύσκολα
Αὐτὸς ἔχει δυὸ μάτια σὰν παπαροῦνες
Σὰν ἀνοιξιάτικες κομμένες παπαροῦνες
Καὶ δυὸ βρυσοῦλες στὶς κόχες τῶν ματιῶν
Πηγαίνει μέσα στοὺς δρόμους ποτὲ δὲν πλαγιάζει
Δρασκελώντας μικρὰ τετράγωνα στὴ ράχη τῆς γῆς
Μηχανὴ μιᾶς ἀπέραντης ὀδύνης
Ποὺ κατάντησε νὰ μὴν ἔχει σημασία
Ἄλλοι τὸν ἄκουσαν νὰ μιλᾶ μοναχὸ καθὼς περνοῦσε
Γιὰ σπασμένους καθρέφτες πρὶν ἀπὸ χρόνια
Γιὰ σπασμένες μορφὲς μέσα στοὺς καθρέφτες
Ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ συναρμολογήσει πιὰ κανεὶς
Ἄλλοι τὸν ἄκουσαν νὰ λέει γιὰ τὸν ὕπνο
Εἰκόνες φρίκης στὸ κατώφλι τοῦ ὕπνου
Τὰ πρόσωπα ἀνυπόφορα ἀπὸ τὴ στοργή
Τὸν συνηθίσαμε εἶναι καλοβαλμένος κι ἥσυχος
Μονάχα ποὺ πηγαίνει κλαίγοντας ὁλοένα
Σὰν τὶς ἰτιὲς στὴν ἀκροποταμιὰ ποὺ βλέπεις ἀπ᾿ τὸ τρένο
Ξυπνώντας ἄσχημα κάποια συννεφιασμένη αὐγὴ
Τὸν συνηθίσαμε δὲν ἀντιπροσωπεύει τίποτα
Σὰν ὅλα τὰ πράγματα ποὺ ἔχετε συνηθίσει
Καὶ σᾶς μιλῶ γι᾿ αὐτὸν γιατὶ δὲ βρίσκω τίποτα
Ποὺ νὰ μὴν τὸ συνηθίσατε
Προσκυνῶ
Ετικέτες
Γιάννης Σταύρου,
έλληνες ζωγράφοι,
ζωγραφική,
ζωγράφοι,
ποίηση,
Σεφέρης,
τοπία ζωγραφοι
Τετάρτη 6 Αυγούστου 2014
Μονόλογος φεγγαριού...
στα κατασκότεινα κλαριά το φως μου πρέπει να κυλήσει,
για να βαφτούν τη νύχτα τούτη τα μάγουλα μου αίμα γλυκό,
και τα άγρια βούρλα να ζαρώσουν κάτου απ` τα πέλματα του αγέρα...
Γιάννης Σταύρου, Θεσσαλονίκη με φεγγάρι, λάδι σε καμβά
Φεντερίκο Γκαρσία Λόρκα
Ματωμένος Γάμος
(απόσπασμα, μετ. Νίκος Γκάτσος)
Είμ` ένας κύκνος στρογγυλός μες το ποτάμι, είμ` ένα μάτι στα ψηλά καμπαναριά
και μες στις φυλλωσιές φαντάζω ψεύτικο φως της χαραυγής.
Κανείς δε μου γλυτώνει εμένα!
Ποιος κρύβεται; Ποιανού το κλάμα γροικιέται μες στο χέρσο κάμπο;
Ένα μαχαίρι έχω κρεμάσει μες στον ανταριασμένο αγέρα,
που λαχταράει, μολύβι τώρα, πόνος να γίνει μες στο αίμα.
Αφήστε με να μπω! Παγώνω στους τοίχους και στα παραθύρια.
Μια στέγη ανοίχτε, μια καρδιά, να μπω να ζεσταθώ λιγάκι!
Αχ, πως κρυώνω! Οι στάχτες μου – μέταλλα κοιμισμένα –
ψάχνουν σε κάμπους και βουνά της φλόγας την κορφή να βρούνε.
Όμως το χιόνι με κουβαλάει στις χαλαζένιες πλάτες του,
και με βυθίζει όλο παγωνιά στα χαλκοπράσινα βαλτονέρια.
Μα τούτη τη νύχτα θα βαφτούν τα μάγουλα μου κόκκινο αίμα,
και τ` άγρια βούρλα θα ζαρώσουν κάτου απ` τα πέλματα του αγέρα.
Ίσκιο δε θα `βρουν και φυλλωσιά για να γλιτώσουν από μένα!
Θέλω μονάχα μια καρδιά! Ζεστή!
Το αίμα της να βάψει τα κρύα βουνά τα στήθια μου.
Αφήστε με να μπω, αχ, αφήστε!
(Στα κλαδιά.)
Ίσκιους δε θέλω. Οι αχτίδες μου πρέπει να μπουν, και μέσα
στα κατασκότεινα κλαριά το φως μου πρέπει να κυλήσει,
για να βαφτούν τη νύχτα τούτη τα μάγουλα μου αίμα γλυκό,
και τα άγρια βούρλα να ζαρώσουν κάτου απ` τα πέλματα του αγέρα.
Ποιος κρύβεται; Να `βγει έξω είπα!
Κανείς δε μου γλυτώνει εμένα!...
για να βαφτούν τη νύχτα τούτη τα μάγουλα μου αίμα γλυκό,
και τα άγρια βούρλα να ζαρώσουν κάτου απ` τα πέλματα του αγέρα...
Γιάννης Σταύρου, Θεσσαλονίκη με φεγγάρι, λάδι σε καμβά
Φεντερίκο Γκαρσία Λόρκα
Ματωμένος Γάμος
(απόσπασμα, μετ. Νίκος Γκάτσος)
Είμ` ένας κύκνος στρογγυλός μες το ποτάμι, είμ` ένα μάτι στα ψηλά καμπαναριά
και μες στις φυλλωσιές φαντάζω ψεύτικο φως της χαραυγής.
Κανείς δε μου γλυτώνει εμένα!
Ποιος κρύβεται; Ποιανού το κλάμα γροικιέται μες στο χέρσο κάμπο;
Ένα μαχαίρι έχω κρεμάσει μες στον ανταριασμένο αγέρα,
που λαχταράει, μολύβι τώρα, πόνος να γίνει μες στο αίμα.
Αφήστε με να μπω! Παγώνω στους τοίχους και στα παραθύρια.
Μια στέγη ανοίχτε, μια καρδιά, να μπω να ζεσταθώ λιγάκι!
Αχ, πως κρυώνω! Οι στάχτες μου – μέταλλα κοιμισμένα –
ψάχνουν σε κάμπους και βουνά της φλόγας την κορφή να βρούνε.
Όμως το χιόνι με κουβαλάει στις χαλαζένιες πλάτες του,
και με βυθίζει όλο παγωνιά στα χαλκοπράσινα βαλτονέρια.
Μα τούτη τη νύχτα θα βαφτούν τα μάγουλα μου κόκκινο αίμα,
και τ` άγρια βούρλα θα ζαρώσουν κάτου απ` τα πέλματα του αγέρα.
Ίσκιο δε θα `βρουν και φυλλωσιά για να γλιτώσουν από μένα!
Θέλω μονάχα μια καρδιά! Ζεστή!
Το αίμα της να βάψει τα κρύα βουνά τα στήθια μου.
Αφήστε με να μπω, αχ, αφήστε!
(Στα κλαδιά.)
Ίσκιους δε θέλω. Οι αχτίδες μου πρέπει να μπουν, και μέσα
στα κατασκότεινα κλαριά το φως μου πρέπει να κυλήσει,
για να βαφτούν τη νύχτα τούτη τα μάγουλα μου αίμα γλυκό,
και τα άγρια βούρλα να ζαρώσουν κάτου απ` τα πέλματα του αγέρα.
Ποιος κρύβεται; Να `βγει έξω είπα!
Κανείς δε μου γλυτώνει εμένα!...
Ετικέτες
Γιάννης Σταύρου,
έλληνες ζωγράφοι,
ζωγραφική,
ζωγραφική τοπία,
ζωγράφοι,
Λόρκα,
ποίηση,
σύγχρονοι ζωγράφοι
Κυριακή 3 Αυγούστου 2014
Σκοντάφτουνε στη λογική...
Τους είδα πίσω νά 'ρθουνε - παράφρονες, ωραίοι
ρηγάδες που επολέμησαν γι' ανύπαρχτο βασίλειο -
και σαν πορφύρα νιώθοντας χλευαστικιά, πως ρέει,
την ανοιχτή να δείξουνε μάταιη πληγή στον ήλιο!...
Πάμπλο Πικάσο, Δον Κιχώτης, Σχέδιο
Κώστας Καρυωτάκης
Δον Κιχώτες
Οἱ Δὸν Κιχῶτες πᾶνε ὀμπρὸς καὶ βλέπουνε ὡς τὴν ἄκρη
τοῦ κονταριοῦ ποὺ ἐκρέμασαν σημαία τους τὴν Ἰδέα.
Κοντόφθαλμοι ὁραματιστές, ἕνα δὲν ἔχουν δάκρυ
γιὰ νὰ δεχτοῦν ἀνθρώπινα κάθε βρισιὰ χυδαία.
Σκοντάφτουνε στὴ Λογικὴ καὶ στὰ ραβδιὰ τῶν ἄλλων
ἀστεῖα δαρμένοι σέρνονται καταμεσὶς τοῦ δρόμου,
ὁ Σάντσος λέει «δὲ σ᾿ τὸ ῾λεγα;» μὰ ἐκεῖνοι τῶν μεγάλων
σχεδίων, ἀντάξιοι μένουνε καί: «Σάντσο, τ᾿ ἄλογό μου!»
Ἔτσι ἂν τὸ θέλει ὁ Θερβάντες, ἐγὼ τοὺς εἶδα, μέσα
στὴν μίαν ἀνάλγητη Ζωή, τοῦ Ὀνείρου τοὺς ἱππότες
ἄναντρα νὰ πεζέψουνε καί, μὲ πικρὴν ἀνέσα,
μὲ μάτια ὀγρά, τὶς χίμαιρες ν᾿ ἀπαρνηθοῦν τὶς πρῶτες.
Τοὺς εἶδα πίσω νά ῾ρθουνε - παράφρονες, ὡραῖοι
ρηγάδες ποὺ ἐπολέμησαν γι᾿ ἀνύπαρχτο βασίλειο -
καὶ σὰν πορφύρα νιώθοντας χλευαστικιά, πὼς ρέει,
τὴν ἀνοιχτὴ νὰ δείξουνε μάταιη πληγῆ στὸν ἥλιο!
ρηγάδες που επολέμησαν γι' ανύπαρχτο βασίλειο -
και σαν πορφύρα νιώθοντας χλευαστικιά, πως ρέει,
την ανοιχτή να δείξουνε μάταιη πληγή στον ήλιο!...
Πάμπλο Πικάσο, Δον Κιχώτης, Σχέδιο
Κώστας Καρυωτάκης
Δον Κιχώτες
Οἱ Δὸν Κιχῶτες πᾶνε ὀμπρὸς καὶ βλέπουνε ὡς τὴν ἄκρη
τοῦ κονταριοῦ ποὺ ἐκρέμασαν σημαία τους τὴν Ἰδέα.
Κοντόφθαλμοι ὁραματιστές, ἕνα δὲν ἔχουν δάκρυ
γιὰ νὰ δεχτοῦν ἀνθρώπινα κάθε βρισιὰ χυδαία.
Σκοντάφτουνε στὴ Λογικὴ καὶ στὰ ραβδιὰ τῶν ἄλλων
ἀστεῖα δαρμένοι σέρνονται καταμεσὶς τοῦ δρόμου,
ὁ Σάντσος λέει «δὲ σ᾿ τὸ ῾λεγα;» μὰ ἐκεῖνοι τῶν μεγάλων
σχεδίων, ἀντάξιοι μένουνε καί: «Σάντσο, τ᾿ ἄλογό μου!»
Ἔτσι ἂν τὸ θέλει ὁ Θερβάντες, ἐγὼ τοὺς εἶδα, μέσα
στὴν μίαν ἀνάλγητη Ζωή, τοῦ Ὀνείρου τοὺς ἱππότες
ἄναντρα νὰ πεζέψουνε καί, μὲ πικρὴν ἀνέσα,
μὲ μάτια ὀγρά, τὶς χίμαιρες ν᾿ ἀπαρνηθοῦν τὶς πρῶτες.
Τοὺς εἶδα πίσω νά ῾ρθουνε - παράφρονες, ὡραῖοι
ρηγάδες ποὺ ἐπολέμησαν γι᾿ ἀνύπαρχτο βασίλειο -
καὶ σὰν πορφύρα νιώθοντας χλευαστικιά, πὼς ρέει,
τὴν ἀνοιχτὴ νὰ δείξουνε μάταιη πληγῆ στὸν ἥλιο!
Ετικέτες
Γιάννης Σταύρου,
έλληνες ζωγράφοι,
ζωγραφική,
ζωγράφοι,
Καρυωτάκης,
Πικάσο,
ποίηση,
σύγχρονοι ζωγράφοι
Πέμπτη 31 Ιουλίου 2014
οι συνετοί δεν έχουν έτσι ωραία σαν τους τρελούς...
Κι από εκείνο τον καιρό αγαπώ τόσο τρυφερά, καθώς
οι προφήτες, την έρημο και τη θάλασσα, γελώ στα πένθη κλαίω στις γιορτές, βρίσκω
μία γεύση γλυκιά στο πικρό κρασί, νομίζω πολλές φορές για ψέματα τις αλήθειες, καί,
με τα μάτια στον ουρανό, πέφτω σε γκρεμούς...
Γιάννης Σταύρου, Δύση στον Θερμαϊκό, λάδι σε καμβά
Σαρλ Μπωντλαίρ
(Πρόλογος στη συλλογή "ΝΗΠΕΝΘΗ", του Κ. Καρυωτάκη)
Ἡ κούνια μου ἀκουμποῦσε στὴ βιβλιοθήκη, Βαβὴλ σκοτεινόν, ὅπου μυθιστόρημα, ἐπιστήμη, μυθολογία, τὰ πάντα, ἡ λατινικὴ τέφρα καὶ ἡ ἑλληνικὴ σκόνη, ἀνακατευόσαντε. Δὲν ἤμουν μεγαλύτερος ἀπὸ ἕνα βιβλίο.
Δυὸ φωνὲς μοῦ μιλοῦσαν. Ἡ πρώτη, ὕπουλη καὶ σταθερή, ἔλεγε: «Ἡ Γῆ εἶναι ἕνα γλύκισμα ὡραῖο· μπορῶ (καὶ ἡ εὐχαρίστησή σου θά ῾ναι τότε χωρὶς τέλος!) νὰ σοῦ δώσω μίαν ὄρεξη παρόμοια μεγάλη». Καὶ ἡ δεύτερη: «Ἔλα! ὤ, ἔλα στὸ ταξίδι τῶν ὀνείρων, πέρα ἀπὸ τὸ δυνατό, πέρα ἀπὸ τὸ γνωρισμένο!».Καὶ ἡ φωνὴ αὐτὴ ἐτραγουδοῦσε ὅπως ὁ ἄνεμος στὶς ἀκρογιαλιές, φάντασμα ποὺ κλαυθμυρίζει καὶ κανεὶς δὲν ξέρει πούθε ἦρθε, ποὺ χαϊδεύει τὸ αὐτὶ κι ὅμως τρομάζει. Σοῦ ἀπάντησα: «Ναί! γλυκιὰ φωνή!».
Ἀπὸ τότε κρατάει αὐτὸ ποὺ μπορεῖ, ἀλίμονο! νὰ εἰπωθεῖ πληγή μου καὶ πεπρωμένο μου. Πίσω ἀπὸ τὶς σκηνοθεσίες τῆς ἀπεράντου ὑπάρξεως, στὸ μελανότερο τῆς ἀβύσσου, βλέπω καθαρὰ κόσμους παράξενους, καί, θῦμα ἐκστατικὸ τῆς ὀξυδέρκειάς μου, σέρνω φίδια ποὺ μοῦ δαγκάνουν τὰ πόδια. Κι ἀπὸ ἐκεῖνο τὸν καιρὸ ἀγαπῶ τόσο τρυφερά, καθὼς οἱ προφῆτες, τὴν ἔρημο καὶ τὴ θάλασσα, γελῶ στὰ πένθη κλαίω στὶς γιορτές, βρίσκω μία γεύση γλυκιὰ στὸ πικρὸ κρασί, νομίζω πολλὲς φορὲς γιὰ ψέματα τὶς ἀλήθειες, καί, μὲ τὰ μάτια στὸν οὐρανό, πέφτω σὲ γκρεμούς.
Ἀλλὰ ἡ Φωνὴ μὲ παρηγορεῖ καὶ λέει: «Κράτησε τὰ ὄνειρά σου· οἱ συνετοὶ δὲν ἔχουν ἔτσι ὡραῖα σὰν τοὺς τρελούς!»
(Μετ. Κώστας Καρυωτάκης)
Γιάννης Σταύρου, Δύση στον Θερμαϊκό, λάδι σε καμβά
Σαρλ Μπωντλαίρ
(Πρόλογος στη συλλογή "ΝΗΠΕΝΘΗ", του Κ. Καρυωτάκη)
Ἡ κούνια μου ἀκουμποῦσε στὴ βιβλιοθήκη, Βαβὴλ σκοτεινόν, ὅπου μυθιστόρημα, ἐπιστήμη, μυθολογία, τὰ πάντα, ἡ λατινικὴ τέφρα καὶ ἡ ἑλληνικὴ σκόνη, ἀνακατευόσαντε. Δὲν ἤμουν μεγαλύτερος ἀπὸ ἕνα βιβλίο.
Δυὸ φωνὲς μοῦ μιλοῦσαν. Ἡ πρώτη, ὕπουλη καὶ σταθερή, ἔλεγε: «Ἡ Γῆ εἶναι ἕνα γλύκισμα ὡραῖο· μπορῶ (καὶ ἡ εὐχαρίστησή σου θά ῾ναι τότε χωρὶς τέλος!) νὰ σοῦ δώσω μίαν ὄρεξη παρόμοια μεγάλη». Καὶ ἡ δεύτερη: «Ἔλα! ὤ, ἔλα στὸ ταξίδι τῶν ὀνείρων, πέρα ἀπὸ τὸ δυνατό, πέρα ἀπὸ τὸ γνωρισμένο!».Καὶ ἡ φωνὴ αὐτὴ ἐτραγουδοῦσε ὅπως ὁ ἄνεμος στὶς ἀκρογιαλιές, φάντασμα ποὺ κλαυθμυρίζει καὶ κανεὶς δὲν ξέρει πούθε ἦρθε, ποὺ χαϊδεύει τὸ αὐτὶ κι ὅμως τρομάζει. Σοῦ ἀπάντησα: «Ναί! γλυκιὰ φωνή!».
Ἀπὸ τότε κρατάει αὐτὸ ποὺ μπορεῖ, ἀλίμονο! νὰ εἰπωθεῖ πληγή μου καὶ πεπρωμένο μου. Πίσω ἀπὸ τὶς σκηνοθεσίες τῆς ἀπεράντου ὑπάρξεως, στὸ μελανότερο τῆς ἀβύσσου, βλέπω καθαρὰ κόσμους παράξενους, καί, θῦμα ἐκστατικὸ τῆς ὀξυδέρκειάς μου, σέρνω φίδια ποὺ μοῦ δαγκάνουν τὰ πόδια. Κι ἀπὸ ἐκεῖνο τὸν καιρὸ ἀγαπῶ τόσο τρυφερά, καθὼς οἱ προφῆτες, τὴν ἔρημο καὶ τὴ θάλασσα, γελῶ στὰ πένθη κλαίω στὶς γιορτές, βρίσκω μία γεύση γλυκιὰ στὸ πικρὸ κρασί, νομίζω πολλὲς φορὲς γιὰ ψέματα τὶς ἀλήθειες, καί, μὲ τὰ μάτια στὸν οὐρανό, πέφτω σὲ γκρεμούς.
Ἀλλὰ ἡ Φωνὴ μὲ παρηγορεῖ καὶ λέει: «Κράτησε τὰ ὄνειρά σου· οἱ συνετοὶ δὲν ἔχουν ἔτσι ὡραῖα σὰν τοὺς τρελούς!»
(Μετ. Κώστας Καρυωτάκης)
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)




















