t


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σύγχρονη σκέψη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σύγχρονη σκέψη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2026

επιθετικός αθεϊσμός και θρησκευτική μισαλλοδοξία...

«Ο επιθετικός αθεϊσμός ήταν πάντα τόσο μισητός για μένα όσο και η θρησκευτική μισαλλοδοξία. Από την άλλη πλευρά, δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια ανάποδη θρησκεία. Οι εκκλησίες και οι αντιεκκλησίες είναι εξίσου ύποπτες και δημιουργούν το ίδιο είδος καταστροφής. Κανείς δεν πρέπει να είναι υπέρ ενός θεού ή εναντίον κάποιου Θεού. Κάθε θέση που παίρνετε στο θέμα είναι κακόγουστη.» Εμίλ Σιοράν
Ιδού κάτι εξαίσια καλόγουστο... Ηνίοχος, το ωραιότερο έργο τέχνης όλων των εποχών!

 

Τρίτη 6 Δεκεμβρίου 2022

Παναγιώτης Κονδύλης για την «παγκοσμιοποίηση»...

 "..  δεν είναι μονόπλευρη, όπως διατείνονται οι ιδιοτελείς ή οι αφελείς θιασώτες της, δεν θα αφορά δηλαδή μόνον τις χρηματιστηριακές και τις επενδυτικές εργασίες ή τα «ανθρώπινα δικαιώματα», αλλά θα επεκταθεί εξ ίσου και στην ανομία, στο οργανωμένο και στο ανοργάνωτο έγκλημα, στη διεκδίκηση των πάντων εκ μέρους των πάντων, όπου τον αγώνα των κρατών, των εθνών θα τον διαδεχθεί, τουλάχιστον εν μέρει, ο αγώνας ανθρώπου προς άνθρωπο. Τότε ή έννοια τού «ολοκληρωτικού πολέμου» θ’ αλλάξει κι αυτή. Δεν θα σημαίνει, όπως στον Πρώτο και στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, την άμεση ή έμμεση επιστράτευση όλου τού ικανού πληθυσμού είτε στο μέτωπο είτε στα μετόπισθεν, για την παραγωγή όπλων και πολεμοφοδίων, χωρίς όμως να καταργείται οπωσδήποτε η εντελώς ή διάκριση μεταξύ μαχίμων και αμάχων. Θα σημαίνει ακριβώς το αντίστροφο: ότι τα όπλα παράγονται σχετικά φτηνά και γρήγορα, και καθώς η δύναμη πυρός αυξάνει συνεχώς σ’ όλα τα οπλικά επίπεδα, δεν χρειάζεται πια να επιστρατευθούν μάζες για την παραγωγή και τη διάδοσή τους· όμως συνάμα χάνεται το νόμιμο μονοπώλιο της ένοπλης βίας, σβήνουν τα όρια ανάμεσα σε μαχίμους και αμάχους, ανάμεσα σε πολεμική και εγκληματική πράξη, ανάμεσα σε πόλεμο και ειρήνη. Και όταν χάνονται τα όρια ανάμεσα σε πόλεμο και ειρήνη, δεν απορροφά η ειρήνη τον πόλεμο: ο πόλεμος καταπίνει την ειρήνη και γίνεται «ολοκληρωτικός» με την εφιαλτικότερη έννοια τού όρου... "
Παναγιώτης Κονδύλης (1943-1998), Θεωρία του Πολέμου



Τρίτη 22 Φεβρουαρίου 2022

Παναγιώτης Κονδύλης για τον 21ο αιώνα...

"Αν ο 20ος αιώνας σήμανε τη διάψευση της κομμουνιστικής ουτοπίας, ο 21ος θα χαρακτηρισθεί από την κατάρρευση της φιλελεύθερης. Ποιά συγκεκριμένα γεγονότα θα συγκροτήσουν τις μεγάλες ροπές κατά τον 21ο αιώνα, που θα είναι ο συγκλονιστικότερος και τραγικότερος της ανθρώπινης Ιστορίας, δεν μπορούμε να ξέρουμε."
Παναγιώτης Κονδύλης (1943-1998)

Σάββατο 11 Ιουλίου 2020

22 χρόνια απο τον θάνατο του μεγάλου στοχαστή...

Κλείνουν 22 χρόνια από τον θάνατο του Παναγιώτη Κονδύλη· σήμερα είναι περισσότερο από ποτέ αναγκαία η σκέψη του...


«Οι μετριότητες, υπομετριότητες και ανθυπομετριότητες, που συναπαρτίζουν τον ελληνικό πολιτικό και παραπολιτικό κόσμο, δεν έχουν το ανάστημα να θέσουν και να λύσουν ιστορικά προβλήματα τέτοιας έκτασης και τέτοιου βάθους».
«Βρισκόμαστε σε συλλογική αναζήτηση της ιστορικής ευθανασίας, υπό τον όρο να σκηνοθετηθούν έτσι τα πράγματα, ώστε κανείς να μην έχει την άμεση ευθύνη, και υπό τον όρο να τεχνουργηθούν απροσμάχητες ανακουφιστικές εκλογικεύσεις».


Παναγιώτης Κονδύλης 
17 Αυγούστου 1943 - 11 Ιουλίου 1998

Κυριακή 5 Ιουλίου 2020

Π. Κονδύλης: φτερόποδη αυτή κι εμείς λαχανιασμένοι

Ο μεγάλος στοχαστής για τη μεγάλη ποιήτρια...
του Π. Κονδυλη


Βερολίνο, 24.11.1994

Αγαπητή μου κ. Δημουλά

Σε σας δεν πρόκειται να γράψω πόσο με ευχαρίστησε και με συγκίνησε η αποστολή του βιβλίου σας κτλ. κτλ. κτλ. Ντρέπομαι διπλά και τριπλά την κοινοτοπία καθώς μόλις βγαίνω από το καθαρτήριο λουτρό μέσα στην ποιητική σας γλώσσα που -αυτή- δεν χρειάζεται να φοβηθεί τη χρήση και των πιο τετριμμένων εκφράσεων, ξέροντας ότι θα τις αναλιώσει σ΄ ένα μάγμα υπέρτερο. Αν η ποίηση δεν βγαίνει από τη γλώσσα, δεν μπορεί να βγει από πουθενά -και στα ερασιτεχνικά μου μάτια η δική σας ποίηση πάνω και πρώτα απ’ όλα είναι γλώσσα που δεν έχει ούτε αρχή ούτε τέλος, μόνο κόβει κάθε τόσο από το σώμα της κομμάτια και τα δένει σε ποιήματα χωρίς η ίδια να ελαττώνεται – αδυνατίζει ποτέ.

Γι΄ αυτό και μου φαίνεται ότι το κάθε ποίημά σας θα μπορούσε να συνεχιστεί επ’ άπειρο ή -αντίστροφα- ότι σταμάτησε γρήγορα και μ’ άφησε διψασμένο. Μα κι ώσπου να φτάσω στη δίψα του τέλους, έχω περάσει από χίλια ξαφνιάσματα, γιατί δεν υπάρχει τροπή που η δική σας γλώσσα να μην μπορεί να την πάρει΄ φτερόποδη αυτή κι εμείς λαχανιασμένοι.
Ευλογημένη να είσαστε

Δευτέρα 14 Οκτωβρίου 2019

Π. Κoνδύλης: Όσα ωφελούν τους ιδιοτελείς προπαγανδίζουν οι αφελείς...

Όσοι επιλέγουν τη θεωρία έναντι της ιστορίας το κάνουν όχι γιατί κινούνται σε υψηλότερες σφαίρες, όπως συχνά πιστεύουν οι ίδιοι, απλά από πνευματική νωθρότητα...

https://yannisstavrou.blogspot.com 

Παναγιώτης Κονδύλης
Στοχασμοί

.. Ο φιλόσοφος που κρύβεται πίσω από τον ιστορικό λέει – και αυτή είναι η τελευταία του λέξη: σκέψου ιστορικά, οι απαντήσεις στα ιστορικά προβλήματα δεν βρίσκονται μέσα στην κατασκευασμένη θεωρία, αλλά αντίθετα οι απαντήσεις στα θεωρητικά προβλήματα βρίσκονται μέσα στην ιστορία. Όσοι επιλέγουν τη θεωρία έναντι της ιστορίας το κάνουν όχι γιατί κινούνται σε υψηλότερες σφαίρες, όπως συχνά πιστεύουν οι ίδιοι, απλά από πνευματική νωθρότητα· γιατί η οποιαδήποτε θεωρία είναι απείρως απλούστερη από οποιαδήποτε ιστορική κατάσταση...

.. Όσα ωφελούν τους ιδιοτελείς προπαγανδίζουν οι αφελείς...

Κυριακή 26 Αυγούστου 2018

Για τον Ρένο...

https://yannisstavrou.blogspot.com 

"Τον Ρένο Αποστολίδη τον γνώρισα από τον καλό μου φίλο Μελέτη Μελετόπουλο. Ήταν κιόλας στα πρώτα χρόνια που είχε ξεκινήσει η "Νέα Κοινωνιολογία" και ο Μελέτης έκανε στο σπίτι του συγκεντρώσεις όπου συζητούσαμε  επί ώρες με τον Ρένο για τον Ηράκλειτο, τον Νίτσε, τον ελληνικό εμφύλιο, την ελληνική διανόηση και την δική του πορεία. Στην συνέχεια τον επισκεφτήκαμε στο σπίτι του στην οδό Μηθύμνης και κατόπιν   στο καινούργιο του σπίτι στο Χολαργό. Ένα άλλο βράδυ με τον Μελέτη και τον καθηγητή Γιώργο Παγουλάτο πήγαμε σε μια ταβέρνα στην Πεντέλη. Η κουβέντα ως συνήθως ήταν πολύ ενδιαφέρουσα και συνεχίστηκε μέχρι τις πρωϊνές ώρες στην πλατεία του Χαλανδρίου.

Δεν θα επαναλάβω πόσο έγκυρος φιλόλογος ήταν αλλά το κύριο χαρακτηριστικό ήταν να εμπνέει ένα δυνατό αίσθημα ελευθερίας που δεν συμβιβαζόταν με τίποτε  και με κανένα. Ο ίδιος αυτό το αίσθημα το πλήρωσε με μια συστηματική σιωπή έναντι του έργου του. Μια κριτική στην "Επιθεώρηση Τέχνης" για την "Πυραμίδα 67"  και έκτοτε σιωπή,σπάνια γραφόταν κάτι για το έργο του. Είναι η συνήθης τακτική να αποφεύγεται  η αντιπαράθεση με κάποιον που δεν συμφωνούμε μαζί του  με τη προσδοκία  (στην πραγματικότητα αυταπάτη γιατί η αξιοσύνη ενός υπάρχει ανεξάρτητα από τα δικά μας θετικά ή αρνητικά αισθήματα) ότι έτσι ο αντίπαλος δεν  θα  αποκτήσει υπόσταση (πολλά τα σχετικά παραδείγματα, αναφέρω ότι η σημαντική μελέτη του Γ.Καραμπελιά για το δημοτικό τραγούδι , που εκδόθηκε σχετικά πρόσφατα,δεν παρουσιάστηκε σε καμία κριτική βιβλίου σε αντίθεση με ότι συμβαίνει με την αντίστοιχη του Π.Μπουκάλα που  χαίρει μεγάλης προβολής από τις εφημερίδες και την ΕΡΤ).

Θεωρώ ότι  τα έργα του Ρένου για τον εμφύλιο είναι ότι πιο σημαντικό έχει γραφτεί  στην λογοτεχνία μας  για την περίοδο αυτή (το "Κιβώτιο" του Άρη Αλεξάνδρου με κριτική διάθεση προς την  τακτική της αριστεράς  είναι συγκριτικά αναιμικό). Όμως δεν επιδέχεται  να χρησιμοποιηθεί για την ιδεολογική ανάγνωση και χειραγώγηση της ιστορίας είτε από την μια είτε από την άλλη πλευρά. Παρουσιάζει τις δύο παρατάξεις του εμφυλίου να εναλλάσσουν τους ρόλους του  θύτη και του θύματος. Τελικά βέβαια όλοι υπήρξαν χαμένοι και θύματα όμως κάτι τέτοιο δεν είναι εύκολο να αναγνωριστεί όταν σκοπός είναι ο αντίπαλος να φορτωθεί με τις ευθύνες για ότι δυσάρεστο συνέβη."

Περισσότερα:
ΣΠΥΡΟΣ ΚΟΥΤΡΟΥΛΗΣ

Δευτέρα 25 Δεκεμβρίου 2017

Π. Κονδύλης: η ειρήνη σημαίνει για την Ελλάδα δορυφοροποίηση και ο πόλεμος σημαίνει συντριβή

Εμένα μου έρχεται στον νού η τετριμμένη αλλά πάντοτε ευθύβολη θυμοσοφία : όπως στρώνει καθένας, έτσι και κοιμάται. (Παναγιώτης Κονδύλης)

ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ!

https://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Ρόδια, λάδι σε καμβά

Παναγιώτης Κονδύλης
Σε συλλογική αναζήτηση της ιστορικής ευθανασίας...
(Θεωρία του Πολέμου, σελ. 410 & 411)

".. στο βαθμό που η ελλάδα θα καθίσταται ανεπαίσθητα γεωπολιτικός δορυφόρος της Τουρκίας, ο κίνδυνος πολέμου θα απομακρύνεται, οι ψευδαισθήσεις θα αβγατίζουν και η παράλυση θα γίνεται ακόμα ηδονικότερη, εφόσον η υποχωρητικότητα θα αμείβεται με αμερικανικούς και ευρωπαικούς επαίνους, που τους χρειάζεται κατεπειγόντως ο εκσυγχρονιζόμενος βαλκάνιος και επίσης με δάνεια και δώρα για να χρηματοδοτείται ο παρασιτικός καταναλωτισμός.Υπ' αυτές τις συνθήκες, ότι στην πραγματικότητα θα συνιστά κάμψη της ελληνικής αντίστασης κάτω από την πίεση του υπέρτερου τουρκικού δυναμικού, οι Ελληνες θα συνηθίσουν σιγά-σιγά να το ονομάζουν "πολιτισμένη συμπεριφορά", 'υπέρβαση του εθνικισμού", και "εξευρωπαισμό". Πράγματι, το σημερινό δίλημμα(1997) είναι αντικειμενικά τρομακτικό και ψυχολογικά αφόρητο: η ειρήνη σημαίνει για την Ελλάδα δορυφοροποίηση και ο πόλεμος σημαίνει συντριβή. Η υπέρβαση του διλήμματος αυτού,η ανατροπή των σημερινών γεωπολιτικών και στρατηγικών συσχετισμών απαιτεί ούτε λίγο ούτε πολύ, την επιτέλεση ενός ηράκλειου άθλου, για τον οποίο η ελληνική κοινωνία , έτσι όπως είναι, δεν διαθέτει τα κότσια. Οι μετριότητες, οι υπομετριότητες και ανθυπομετρητιότητες που συναπαρτίζουν τον ελληνικό πολιτικό και παραπολιτικό κόσμο, δεν έχουν το ανάστημα να θέσουν και να λύσουν ιστορικά προβλήματα τέτοιας έκτασης και τέτοιου βάθους."

"Αν λάβουμε υπόψη μας μόνο όσα πράττονται και αφήσουμε εντελώς στην άκρη την εικόνα που έχουν για τον εαυτό τους οι πράττοντες, τότε φαίνεται να βρισκόμαστε σε συλλογική αναζήτηση της ιστορικής ευθανασίας, υπό τον όρο να σκηνοθετηθούν έτσι τα πράγματα ώστε κανείς να μήν έχει την άμεση ευθύνη, και επίσης υπό τον όρο να τεχνουργηθούν απροσχημάτηστες ανακουφιστικές εκλογικεύσεις (ελληνοκεντρικές η εξευρωπαιστικές αδιάφορο ).Τις τραγωδίες η τις κωμωδίες που μπορούν να περιγράψουν με τις αρμόζουσες αποχρώσεις αυτήν την ιδιαίτερα κοινωνική και ψυχολογική κατάσταση θα τις γράψουν ίσως άλλοι. Εμένα μου έρχεται στον νού η τετριμμένη αλλά πάντοτε ευθύβολη θυμοσοφία : όπως στρώνει καθένας, έτσι και κοιμάται."

Πηγή: ΛΟΓΙΚΗ ΕΛΛΑΔΑ

Τετάρτη 5 Ιουλίου 2017

Εμίλ Σιοράν: η επανάληψη των ψευδαισθήσεων...

Η ιστορία, για να ακριβολογούμε, δεν επαναλαμβάνεται· όμως, καθώς το πλήθος των ψευδαισθήσεων, για τις οποίες είναι ικανός ο άνθρωπος, είναι περιορισμένο, αυτές επανέρχονται διαρκώς με άλλη αμφίεση, δίνοντας έτσι, σε μια υπέργηρη βρωμούσα, αέρα νεωτερικότητας και επίχρισμα τραγωδίας.
Εμίλ Σιοράν
Επιλογή από το έργο του "De l'inconvénient d'être né"
(μετ. Αντώνης Καραβασίλης, Εκδ. ΣΤΙΓΜΗ)

https://yannisstavrou.blogspot.com

Τετάρτη 10 Μαΐου 2017

Αφιέρωμα στον Π. Κονδύλη, 15/5, ώρα 22.00

Μια εξαιρετέα έκπληξη στην...ελληνική τηλεόραση!
Δευτέρα 15/5, ώρα 22.00 (Cosmote History)

στην εκπομπή "ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΤΟΛΜΗΣΑΝ":
ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΚΟΝΔΥΛΗ (1943-1998)!
Για πολλούς ο μεγαλύτερος φιλόσοφος της εποχής μας...


https://yannisstavrou.blogspot.com

Δευτέρα 3 Απριλίου 2017

Εμίλ Σιοράν: Εξήγηση της κατάπτωσης

Ο καθένας μας έχει γεννηθεί με μια δόση καθαρότητας, που είναι προορισμένη να διαφθαρεί από το συγχρωτισμό με τους ανθρώπους, από αυτό το αμάρτημα σε βάρος της μοναξιάς. Γιατί ο καθένας μας κάνει τα αδύνατα δυνατά για μην ταχθεί στον εαυτό του. Ο όμοιός μας δεν είναι κάτι μοιραίο, αλλά ο πειρασμός για κατάπτωση. 
Ανίκανοι να διατηρήσουμε τα χέρια μας καθαρά και τις καρδιές μας ανόθευτες, μολυνόμαστε στην επαφή ξένων μόχθων, κυλιόμαστε μέσα στην ομόψυχη αισχρότητα διψασμένοι για την αηδία και τη θέρμη της διαφθοράς. 
Και όταν οραματιζόμαστε θάλασσες που μεταβάλλονται σε αγιασμό, είναι πια πολύ αργά να βαπτιστούμε μέσα του, και η υπερβολικά βαθειά διαφθορά μας μας εμποδίζει να πνιγούμε μέσα του: ο κόσμος έχει λυμανθεί τη μοναξιά μας· τα ίχνη των άλλων πάνω μας αποβαίνουν ανεξίτηλα...

Εμίλ Σιοράν
Εγκόλπιο Ανασκολοπισμού
Εκδόσεις Εξάντας (σελ. 34), Μετ. Κωστής Παπαγιώργης

https://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Δύο πράσινα μήλα, λάδι σε καμβά

Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου 2016

Παναγιώτης Κονδύλης: ο Κοραής και η φιλοσοφία του Διαφωτισμού

Μία πολύτιμη και σπάνια μαρτυρία για τον Παναγιώτη Κονδύλη

https://yannisstavrou.blogspot.com

Το σπάνιο αυτό ηχητικό ντοκουμέντο —πρόκειται για τη μοναδική γνωστή καταγραφή της φωνής του Παναγιώτη Κονδύλη— προέρχεται από το Αρχείο Φωνών του Γιώργου Ζεβελάκη: «Ο Κοραής και η φιλοσοφία του Διαφωτισμού», ανακοίνωση του Κονδύλη τον Μάιο του 1983 στο Συνέδριο για τον Αδαμάντιο Κοραή, στο Ομήρειο Πνευματικό Κέντρο Χίου, στο πλαίσιο των εκδηλώσεων για τα 150 χρόνια από τον θάνατό του. Μετά το πέρας του συνεδρίου, η ηχογραφημένη ανακοίνωση μεταδόθηκε  από το Γ΄ Πρόγραμμα.
(ΠΗΓΗ: ΣΠΥΡΟΣ ΚΟΥΤΡΟΥΛΗΣ)
*
Η περιγραφή της φιλοσοφικής σχέσης του Κοραή με τον Διαφωτισμό θα ήταν πρόβλημα σημαντικά απλούστερο αν ο ίδιος ο Δαφωτισμός ήταν ενιαίο πνευματικό κίνημα. Στην πραγματικότητα, ωστόσο, συνίσταται από κάμποσες διαφορετικές —και, μάλιστα, αντιτιθέμενες μεταξύ τους— κύριες και δευτερεύουσες τάσεις, με αποτέλεσμα να αποκτούν ακόμα και οι κοινοί του τόποι πολλαπλές και αμφίλογες σημασίες, επιδεχόμενοι αντίστοιχα ποικίλες ερμηνείες, ανάλογα με τις επιμέρους κοσμοθεωρητικές συμπάθειες αλλά και με τις συγκεκριμένες πολιτικές ανάγκες όποιου τους επικαλείται κάθε φορά.
Αν λοιπόν θέλουμε να εντοπίσουμε τη θέση του Κοραή μέσα στον Διαφωτισμό, θα πρέπει να διαπιστώσουμε αν ανήκει σε κάποια ευδιάκριτη ιδιαίτερη τάση του, όπως είναι π.χ. ο υλισμός, ή αν κυρίως ενστερνίζεται τους κοινούς του τόπους, οπότε οφείλουμε να προσδιορίσουμε με ποιον τρόπο τους ερμηνεύει και τι μπορεί να συναχθεί από την ερμηνεία αυτή για τις συμπάθειές του απέναντι σε επιμέρους τάσεις του Διαφωτισμού. Κατά την άποψή μου, συμβαίνει το δεύτερο: ο Κοραής, δηλαδή, παραμένει σε κοινούς τόπους του Διαφωτισμού, ερμηνεύοντάς τους, ωστόσο, σύμφωνα με τις προσωπικές κοσμοθεωρητικές κλίσεις του και τους εκάστοτε στόχους της επιχειρηματολογίας του.
Την άποψη αυτή θα την αναπτύξω, συζητώντας παράλληλα τη θέση σύμφωνα με την οποία η σχέση του Κοραή με τον Διαφωτισμό πρέπει να νοηθεί πρωταρχικά στο πλαίσιο της προσωπικής και πνευματικής του επαφής με ένα ορισμένο ρεύμα του Διαφωτισμού, δηλαδή με το κίνημα των λεγόμενων Ιδεολόγων. Και εφόσον η έρευνα, όσο επιμελής και αν είναι στα επιμέρους, συχνότατα παραμένει άκαρπη όταν δεν στηρίζεται σε σαφείς εννοιολογικές διακρίσεις, επισημαίνω προκαταβολικά ότι η παραπάνω θέση μπορεί να έχει δύο και μόνο δύο έννοιες: ή ότι ο Κοραής μυήθηκε στις ιδέες του Διαφωτισμού από τους Ιδεολόγους ή ότι τους ακολουθεί με την τεχνική φιλοσοφική έννοια — παίρνει δηλαδή το μέρος τους στις γνωσιοθεωρητικές ή οντολογικές τους αντιμαχίες με άλλες φιλοσοφικές σχολές. Όμως λέω προκαταβολικά ότι ούτε το πρώτο συμβαίνει ούτε το δεύτερο. Το ότι ο Κοραής δεν μυήθηκε στον Διαφωτισμό από τους Ιδεολόγους θα το δείξω με μια χρονολογική και βιογραφική αναδρομή, η οποία στηρίζεται σε μαρτυρίες και αποφάνσεις σαφώς προγενέστερες από την εμφάνιση του κινήματος των Ιδεολόγων. Και το ότι πάλι ο Κοραής διόλου δεν ακολουθεί πάντοτε του Ιδεολόγους στις χαρακτηριστικές φιλοσοφικές τους πεποιθήσεις θα το δείξουμε αναλύοντας τον τρόπο με τον οποίο αποδέχεται και ερμηνεύει μερικούς από τους κοινούς τόπους του Διαφωτισμού. Μόνο αφού διευκρινίσουμε τα δύο αυτά σημεία μπορούμε να κατανοήσουμε σε τι ακριβώς συνίστανται οι αναμφισβήτητα στενές σχέσεις του Κοραή με τους Ιδεολόγους, όχι πια από προσωπική αλλά από φιλοσοφική άποψη.
Εν πάση περιπτώσει, η αναφορά στους Ιδεολόγους δεν μπορεί να έχει ιδιαίτερη φιλοσοφική ερμηνευτική σημασία, αν αυτοί προσφέρουν ή επιβεβαιώνουν στον Κοραή μονάχα κοινούς τόπους, που θα μπορούσε να τους έχει πάρει και από αλλού ή απλώς να τους ενστερνιστεί αναπνέοντας την περιρρέουσα ατμόσφαιρα και, προπαντός, αν, όπως θα δείξουμε, ο Κοραής απομακρύνεται από τους Ιδεολόγους σε κρίσιμα επιμέρους σημεία, όσο αμελητέα κι αν είναι αυτά από ποσοτική άποψη και όσο και αν η ποιοτική τους σημασία ξεφεύγει από όποιον δεν έχει τις αναγκαίες γνώσεις στην ιστορία της φιλοσοφίας.
Τονίζω εξαρχής ότι δεν αμφισβητώ στο παραμικρό τα όσα έδειξε η ιστορική έρευνα για τις προσωπικές σχέσεις του Κοραή με τον κύκλο των Ιδεολόγων — προπαντός ο Φίλιππος Ηλιού σε μια θαυμάσια μελέτη που δημοσιεύτηκε στα Χιακά Χρονικά προ ετών…
Ακούστε ολόκληρη την ανακοίνωση:

Σάββατο 28 Μαΐου 2016

Π. Κονδύλης: Από τη μαζική κουλτούρα στην παγκόσμια κουλτούρα

Τα συλλογικά υποκείμενα ζουν σήμερα και θα ζουν και στο προβλεπτό μέλλον μέσα σε μιαν πολιτισμικά ερμαφρόδιτη κατάσταση, η οποία εξηγεί και ορισμένα σχιζοειδή γνωρίσματα της συμπεριφοράς τους. Ενώ η αστική κουλτούρα και παιδεία πνέει τα λοίσθια στις χώρες της γένεσης και της ακμής της, οι συνήθειες ζωής που υπαγορεύει η σύγχρονη κατανάλωση, οι τρόποι του εργάζεσθαι που επιβάλλει η σύγχρονη τεχνική και οι μορφές διασκέδασης πού συναρτώνται με τα ηλεκτρονικά μέσα συγκλίνουν από κοινού σε μιάν λίγο-πολύ ομοιογενή παγκόσμια κουλτούρα...
                                                                                            Παναγιώτης Κονδύλης

https://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Πεπρωμένο, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Π. Κονδύλης
Από τη μαζική κουλτούρα στην παγκόσμια κουλτούρα

H αποικιακή εξάπλωση της Ευρώπης είχε ήδη αγκαλιάσει τον πλανήτη όταν ο Goethe έθεσε το ζήτημα μιας «παγκόσμιας λογοτεχνίας» ενιαίας ως προς το ανθρώπινο περιεχόμενο της. Ακόμα βαθύτερες υλικές διαπλοκές, οι όποιες συμβαδίζουν με την οικουμενίκευση της μαζικής δημοκρατίας ως πρώτου γνήσια πλανητικού κοινωνικού σχηματισμού, μας υποχρεώνουν σήμερα να στοχαστούμε πάνω στη δυνατότητα και στον χαρακτήρα μιας παγκόσμιας κουλτούρας. Οι αφορμές και το υλικό για τέτοιους στοχασμούς ασφαλώς δεν θα λείψουν στις επόμενες δεκαετίες, ίσως και στους επόμενους αιώνες. Γιατί οι παραπάνω διαπλοκές είναι αμετάκλητες, καθώς επιτελούνται υπό την πίεση μιας όλο και μεγαλύτερης πληθυσμιακής πυκνότητας, η όποια δεν πρόκειται να υποχωρήσει στο προβλεπτό μέλλον. Η τελειοποίηση των επικοινωνιακών και συγκοινωνιακών μέσων αποτελεί απλώς την τεχνική έκφραση μιας παγκόσμιας κατάστασης, μέσα στην οποία εξαφανίστηκαν σχεδόν εντελώς οι κενοί ανθρώπων χώροι και τα «φυσικά σύνορα». Όμως ακριβώς τέτοιους χώρους και τέτοια σύνορα προϋπέθεταν οι χωριστές κουλτούρες, κάθε μία από τις όποιες αναπτυσσόταν μέσα στο δικό της θερμοκήπιο.
Η τελειοποίηση των επικοινωνιακών και συγκοινωνιακών μέσων αποτελεί απλώς την τεχνική έκφραση μιας παγκόσμιας κατάστασης, μέσα στην οποία εξαφανίστηκαν σχεδόν εντελώς οι κενοί ανθρώπων χώροι και τα «φυσικά σύνορα».

Η τελειοποίηση των επικοινωνιακών και συγκοινωνιακών μέσων αποτελεί απλώς την τεχνική έκφραση μιας παγκόσμιας κατάστασης, μέσα στην οποία εξαφανίστηκαν σχεδόν εντελώς οι κενοί ανθρώπων χώροι και τα «φυσικά σύνορα».

Η «παγκόσμια λογοτεχνία» ήρθε ως έννοια στο προσκήνιο όταν ακόμα η ευρωπαϊκή κουλτούρα των Νέων Χρόνων έβαινε προς την αποκορύφωση της. Αντίθετα, η παγκόσμια κουλτούρα τίθεται σήμερα στην ημερήσια διάταξη επειδή η ευρωπαϊκή κουλτούρα ξεπέρασε από καιρό το ζενίθ της, επειδή ο κύκλος των ευρωπαϊκών Νέων Χρόνων ως εποχής με ειδοποιά γνωρίσματα έκλεισε, ενώ άνοιξε ο κύκλος της πλανητικής εποχής. Τούτο φαίνεται και από το γεγονός ότι η γενική έννοια της κουλτούρας ή της «παιδείας» και του «πολιτισμού», όπως την διαμόρφωσε η νεώτερη ευρωπαϊκή κουλτούρα από την Αναγέννηση και μετά, αποσυντέθηκε βαθμηδόν στον 20ο αιώνα, έτσι ώστε στις ήμερες μας δεν είναι πια δυνατό να χρησιμοποιηθεί ως μίτος για τη διερεύνηση του προβλήματος της παγκόσμιας κουλτούρας· το πολύ-πολύ χρησιμεύει για συγκριτικούς σκοπούς. Βέβαια, δεν επεξεργάζεται και δεν διαμορφώνει κάθε κουλτούρα και κάθε πολιτισμός μιαν περιγραφική ή κανονιστική έννοια περί κουλτούρας ή πολιτισμού. Εν πάση περιπτώσει, καμμία κουλτούρα δεν επιδόθηκε ίσαμε σήμερα με τόση ένταση στην επεξεργασία μιας τέτοιας έννοιας όσο η νεώτερη ευρωπαϊκή κουλτούρα. Τούτη συσχέτισε το πολιτισμικό ιδεώδες με ένα ιδεώδες παιδείας, το οποίο βέβαια όφειλε να προσανατολισθεί σε μιαν κανονιστική αντίληψη περί φύσεως και να θεμελιωθεί πάνω σέ (εξευγενισμένες) φυσικές καταβολές, συνάμα όμως έθετε ως σκοπό του την αυτονόμηση της πολιτισμικής σφαίρας και την ανύψωση της πάνω από τις υλικές σφαίρες της κοινωνικής ζωής. Αυτό αποτελούσε κάτι καινούργιο όχι μόνο σέ σύγκριση με κουλτούρες, οι οποίες δεν εκτιμούσαν ιδιαίτερα την παιδεία, αλλά και με άλλες, οι οποίες έκαναν βέβαια διάκριση ανάμεσα στο πεπαιδευμένο άτομο και στον απαίδευτο λαό, ωστόσο κατανοούσαν την παιδεία πρώτα-πρώτα ως ηθική τελειοποίηση και προσδοκούσαν απ” αυτήν να επιδράσει ευνοϊκά πάνω στη διαπαιδαγώγηση του λαού. Από την άποψη αυτή δεν απείχαν πολύ μεταξύ τους ο Σωκράτης και ο ανατολίτης γκουρού. Αντίθετα, η παιδεία υπό τη νεώτερη ευρωπαϊκή έννοια ήταν πολιτισμικός αυτοσκοπός, μπορούσε να αποδεσμευθεί από άμεσες πρακτικές-ηθικές μέριμνες, και μάλιστα να συμμαχήσει και με τον Διάβολο, αν και συνδεόταν πάντα με την ελπίδα ότι θα έχει ευρύτερες ηθικές παρενέργειες, αφού μάλιστα η κατάκτηση της, όπως και η κατάκτηση της αρετής, απαιτούσε αυτοπειθάρχηση και αυτοϋπέρβαση. Ήταν ατομικό αγαθό, δηλαδή αποτελούσε αξία στο πλαίσιο μιας κεκηρυγμένα ατομικιστικής κουλτούρας, της αστικής, η οποία αρχικά είχε επιστρατεύσει αυτήν ακριβώς την αξία για να ξεχωρίσει ευδιάκριτα τον εαυτό της από ό,τι η ίδια χαρακτήριζε ως απαιδευσία και βαρβαρότητα της φεουδαλικής πολεμικής αριστοκρατίας.

Έτσι, μέσω της έννοιας της παιδείας η έννοια της κουλτούρας απέκτησε μια διάσταση που την ξεχώριζε αισθητά από ό,τι θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «αντικειμενική έννοια της κουλτούρας». Τούτη εδώ σημαίνει τον λίγο-πολύ αυτονόητο και ανεξέταστο τρόπο ζωής μιας συλλογικής οντότητας, τα βραχύβια ή μακρόβια ήθη και έθιμα της, τις αντιλήψεις της για το καλό και το κακό, όπως εξαντικειμενικεύονται μέσα στην τέχνη και στη λατρεία της, τον τρόπο της να χαίρεται τη ζωή και να υποδέχεται τον θάνατο. Αυτή η αντικειμενική έννοια της κουλτούρας ισχύει εξ ίσου για τις «προμοντέρνες» και τις «μοντέρνες» κοινωνίες και κάνει την συνηθισμένη σήμερα διχοτομία ανάμεσα τους ακόμα προβληματικότερη απ” όσο είναι έτσι κι αλλιώς. Υπό τη μορφή της «λαϊκής κουλτούρας», η έννοια αυτή έπαιξε έναν ρόλο και στο πλαίσιο της αστικής σκέψης, καθώς χρησίμεψε, σε εκάστοτε διαφορετική εκδοχή και με εκάστοτε διαφορετική έμφαση, στη θεμελίωση της έννοιας του έθνους, μολονότι τούτη η τελευταία είναι ουσιαστικά έννοια πολιτική. Επειδή όμως η αστικοφιλελεύθερη και αντιφιλελεύθερη έννοια περί έθνους από νωρίς ήδη τράβηξαν ξεχωριστούς δρόμους, την ιδέα της γηγενούς και κατά βάθος αμετάβλητης «λαϊκής κουλτούρας» την υποστήριξαν πολύ εντονότερα από τούς αστούς ιδεολόγους οι εκπρόσωποι του κλασσικού συντηρητισμού και του δεξιού εθνικισμού, οι όποιοι αισθάνονταν δυσπιστία απέναντι στις ατομικιστικές και κοσμοπολίτικες συμπαραδηλώσεις του αστικού παιδευτικού ιδεώδους. Οι σοσιαλιστές και οι κομμουνιστές, πάλι, ανέμιξαν συχνά την έννοια της «λαϊκής κουλτούρας» με την έννοια της «τάξης» και της «ταξικής συνείδησης».

Όπως και να “χει, το θανάσιμο πλήγμα ενάντια στην αστική αντίληψη περί παιδείας και κουλτούρας δεν προήλθε από τίς πλευρές αυτές, αλλά από το λογοτεχνικό-καλλιτεχνικό κίνημα του μοντερνισμού και της πρωτοπορίας (avant-garde). Εδώ ο πολιτισμικός ατομικισμός αρχικά εξωθήθηκε στα άκρα, καθώς το δημιουργικό άτομο διεκδίκησε για τον εαυτό του το δικαίωμα να χρησιμοποιεί πολιτισμικά προϊόντα από όλες τίς εποχές κι όλες τις χώρες ως ισότιμα υλικά στο πλαίσιο όλο και καινούργιων συνδυασμών – κι ακόμα παραπέρα: να θεωρεί ως τέτοια υλικά τα πάντα, ανεξαρτήτως προελεύσεως και αρχικής εμπνεύσεως. Έτσι θα γεφυρωνόταν, όπως πίστευαν οι υπερασπιστές τέτοιων απόψεων, το χάσμα ανάμεσα σε «τέχνη» και «ζωή», το όποιο γεννιόταν από την προτεραιότητα του πολιτισμικού στοιχείου και της παιδείας απέναντι στους υπόλοιπους κοινωνικούς τομείς. Η παράδοξη συνέπεια αυτών των τοποθετήσεων και των δραστηριοτήτων ήταν ότι υπονομεύθηκε ακριβώς ο ακραίος ατομικισμός πού διακήρυσσαν. Γιατί όπου τα πάντα μπορούν να αποτελέσουν κουλτούρα και πολιτισμικό αγαθό, εκεί δεν χρειάζεται να υπάρχουν καλλιτέχνες και πολιτισμικοί φορείς με την αστική έννοια των όρων. Η διαφήμιση, η κατανάλωση, η διασκέδαση και η κουλτούρα μπορούν να ταυτίζονται. Όλοι αυτοί οι παράγοντες οδήγησαν, από διαφορετικούς εκάστοτε δρόμους, σε μιαν παλινόρθωση της αντικειμενικής έννοιας της κουλτούρας. Ό,τι άλλοτε ονομαζόταν «λαϊκή κουλτούρα», τώρα ονομάσθηκε «μαζική κουλτούρα», και μολονότι η πρώτη βρισκόταν υπό την αιγίδα της παράδοσης, ενώ η δεύτερη προσαρμόζεται στην εναλλασσόμενη μόδα, ωστόσο και στις δύο περιπτώσεις η έννοια της κουλτούρας είναι τόσο ευρεία, ώστε μπορεί να αγκαλιάσει όλους τούς τομείς της κοινωνικής ζωής, σβήνοντας τον χωρισμό ανάμεσα στην κουλτούρα ή στην παιδεία και στη ζωή· γι’ αυτό και σήμερα γίνεται λόγος για την «κουλτούρα του σώματος», την «κουλτούρα της διαμαρτυρίας», την «κουλτούρα του ωροσκοπίου», την «κουλτούρα της General Motors» ή την «κουλτούρα τού Disney-Land» χωρίς να έχει κανείς την αίσθηση ότι τέτοιες εκφράσεις είναι εσφαλμένες ή στερούνται νοήματος. Από την άλλη πλευρά, η αντικειμενική έννοια της κουλτούρας, η όποια αναφερόταν στην παραδοσιακή λαϊκή κουλτούρα, εκλαϊκεύθηκε και διαδόθηκε στον αιώνα μας χάρη στην εργασία της αμερικανικής «πολιτισμικής ανθρωπολογίας».

Αποφασιστική παραμένει η διαπίστωση ότι ο δρόμος της παγκόσμιας κουλτούρας στην εποχή της οικουμενικής μαζικής δημοκρατίας μπορούσε να ανοίξει μονάχα μέσα από την επικράτηση της αντικειμενικής έννοιας της κουλτούρας στην α ή στη β εκδοχή της. Η διαμόρφωση και η διάδοση της παγκόσμιας κουλτούρας δεν συμβιβάζονται λοιπόν με την οποιαδήποτε έννοια περί κουλτούρας, παρά προαπαιτούν εντελώς συγκεκριμένα τον παραμερισμό της κυρίαρχης στους ευρωπαϊκούς Νέους Χρόνους αστικής αντίληψης περί κουλτούρας και παιδείας. Η παγκόσμια κουλτούρα πρέπει να περάσει αναγκαστικά πάνω από το πτώμα της τελευταίας και να ξεκινήσει με αφετηρία την αντικειμενική έννοια της κουλτούρας, και μάλιστα ως μαζικής κουλτούρας. Κι αυτό όχι μόνον επειδή στο μεταξύ οι λαϊκές κουλτούρες είτε πέθαναν, είτε έγιναν στείρες, αλλά και για λόγους αναγόμενους στις δομικές διαφορές ανάμεσα σε λαϊκή και μαζική κουλτούρα. Ενώ μια λαϊκή κουλτούρα μπορούσε να ανθίσει μονάχα κάτω από τις γεωγραφικές και δημογραφικές προϋποθέσεις πού αναφέραμε στην αρχή, και ήδη γι’ αυτόν τον λόγο συνεπαγόταν από τη φύση της μιαν περιχαράκωση απέναντι σέ άλλες λαϊκές κουλτούρες, η σύγχρονη δυτική μαζική κουλτούρα χαρακτηρίζεται από την απεριόριστη αφομοιωτική και συνδυαστική της ικανότητα. Η δυτική της προέλευση διόλου δεν παρεμποδίζει την οικουμενίκευσή της. Γιατί η μαζικοδημοκρατική κουλτούρα της Δύσης ήδη στις απαρχές της, όταν δηλαδή ακόμα διαμορφωνόταν στο ποιοτικά υψηλό επίπεδο του λογοτεχνικού-καλλιτεχνικού μοντερνισμού και της πρωτοπορίας, άνοιξε διάπλατα τις θύρες σ’ ένα οικουμενικό συνδυαστικό παιγνίδι, καθώς έβαλε στο στόχαστρο της ταυτόχρονα και παράλληλα τόσο τον άστο όσο και τον ευρωκεντρισμό του αστικού πολιτισμού. Έτσι, η μαζικοδημοκρατική αντικειμενική έννοια της κουλτούρας, η οποία παραμέρισε τα κατάλοιπα της λαϊκής κουλτούρας, προ παντός όμως κατέλυσε την αστική έννοια της κουλτούρας και της παιδείας, αποτελεί τον αναγκαίο ιστορικό και δομικό όρο για τη γένεση μιας παγκόσμιας κουλτούρας – ακριβώς όπως και η δυναμική της μαζικής δημοκρατίας στην ευρωπαϊκή και αμερικανική Δύση απετέλεσε και αποτελεί την κινητήρια δύναμη της οικουμενίκευσης του μαζικοδημοκρατικού κοινωνικού σχηματισμού. Μόνον όπου η κουλτούρα διαμορφώνεται ως συνδυασμός των πάντων με τα πάντα, χωρίς πάγιο κανόνα και αδιαφορώντας απέναντι στα ποιοτικά κριτήρια, όπως τα όριζε η αστική κουλτούρα, μπορεί να αναμένεται ότι οι προγενέστερες λαϊκές και εθνικές κουλτούρες θα αποσυντεθούν στα συστατικά τους στοιχεία, τα οποία κατόπιν θα χρησιμεύσουν ως υλικά σ’ έναν συνδυασμό οικουμενικού εύρους – ανεξάρτητα από το ποιά επί μέρους κουλτούρα θα υπερτερεί ποσοτικά ή θα δεσπόζει μέσα σ’ αυτόν τον υπερσυνδυασμό και ποιά θα βγει ζημιωμένη. Και μόνον όπου κουλτούρα και ζωή ταυτίζονται, ή τουλάχιστον τείνουν να ταυτισθούν, αρκεί από μόνη της η ομοιογένεια των υλικών όρων ζωής προκειμένου να παραχθεί μια λίγο-πολύ ενιαία παγκόσμια κουλτούρα.

Ώστε μία παγκόσμια κουλτούρα μπορεί να δημιουργηθεί μόνον εάν η κουλτούρα εν γένει δεν θεωρείται πλέον ως υπέρτερη σφαίρα, αποτυπούμενη στην παιδεία ως ατομικό εκάστοτε απόκτημα. Η κύρια λειτουργία της θα ήταν να συνιστά ένα τεράστιο χωνευτήρι, δηλαδή να επιτελεί mutatis mutandis σε παγκόσμια κλίμακα ό,τι επιτέλεσε η μαζική κουλτούρα εντός του πολυεθνικού κράτους των Ηνωμένων Πολιτειών: να ισοπεδώνει και έτσι να ενοποιεί. Για να εκπληρωθεί μια τέτοια λειτουργία, ο μεγαλύτερος δυνατός κοινός παρονομαστής έχει βέβαια πολύ μεγαλύτερη σημασία απ’ όσην έχουν τα ποιοτικά στοιχεία και οι διαχωρισμοί που αυτά συνεπάγονται. Το άτομο θα έπρεπε να συμμετέχει στην παγκόσμια κουλτούρα εξ ίσου αυτονόητα και άκοπα όπως συμμετέχει σήμερα στη μαζική κουλτούρα ή όπως συμμετείχε χθες στη λαϊκή κουλτούρα. Κοντολογής: η μόνη δυνατή παγκόσμια κουλτούρα δεν θα ήταν άλλη από τη σημερινή δυτική μαζική κουλτούρα σε οικουμενική κλίμακα. Οι διαφορές μορφής και περιεχομένου από ήπειρο σε ήπειρο κι από χώρα σε χώρα θα βάραιναν πολύ λίγο, όπως πολύ λίγο βαραίνουν και μέσα στο πλαίσιο της σημερινής δυτικής μαζικής κουλτούρας. Γιατί το ουσιαστικό εδώ δεν είναι το περιεχόμενο ή η μορφή, παρά το ίδιο το συνδυαστικό παιγνίδι ανάλογα με τον εκάστοτε επίκαιρο και ενδιαφέροντα τομέα κοινωνικής δραστηριότητας.

Αν όμως η διαμόρφωση της δυτικής μαζικής κουλτούρας αποτελεί αναγκαίο όρο (και συνάμα δομικό πρότυπο) της παγκόσμιας κουλτούρας, από την άλλη πλευρά δεν συνιστά επαρκή όρο. Μια παγκόσμια κουλτούρα, στην οποία όλοι οι πολίτες του κόσμου θα μετείχαν εξίσου αυτονόητα όπως μετείχαν τα μέλη των αλλοτινών φυλών και εθνών στις αλλοτινές λαϊκές κουλτούρες, θα απαιτούσε, εκτός από τον μαζικό χαρακτήρα της κουλτούρας, να μη μεταβάλλονται τα πολιτισμικά ζητήματα σε επίμαχα σημεία και σε πεδία μάχης. Αυτό θα ήταν δυνατό να γίνει είτε επειδή θα εξέλειπαν οι μείζονες συγκρούσεις στο πλαίσιο μιας αρμονικής παγκόσμιας κοινωνίας, είτε επειδή η πολιτισμική διάσταση δεν θα περιλαμβανόταν στα agenda των συγκρούσεων. Όμως καμμία από τις δύο αυτές δυνατότητες δεν έχει σοβαρές προοπτικές πραγμάτωσης στο μέλλον. Η παγκόσμια κοινωνία δεν πρόκειται να συνεπιφέρει την παγκόσμια αλληλεγγύη, όπως και η εθνική κοινωνία δεν μπόρεσε να επιτύχει την αλληλεγγύη μεταξύ των κοινωνικών τάξεων και ομάδων. Και όσο μέσα στο πλαίσιο της παγκόσμιας κοινωνίας θα λαμβάνουν χώρα οξείες συγκρούσεις, οι οποίες θα ξεπερνούν το επίπεδο ζωικών αγώνων για τη φυσική επιβίωση, τα αντίστοιχα συλλογικά υποκείμενα θα προσδίδουν έμφαση και νομιμοποίηση στους υλικούς τους σκοπούς επικαλούμενα συμβολικά-πολιτισμικά μεγέθη. Στο πλαίσιο μιας παγκόσμιας κουλτούρας, της οποίας οι αξίες θ’ αναγνωρίζονταν κατ’ αρχήν από όλες τις πλευρές, αλλά θα ερμηνεύονταν διαφορετικά από την καθεμιά τους, τα πράγματα θα έμοιαζαν λοιπόν, από την άποψη αυτή, με την κατάσταση που επικρατούσε μέσα στις εθνικές και λαϊκές κουλτούρες.

Όμως όλα αυτά αφορούν το μακρινό υποθετικό μέλλον. Το παρόν και το προβλεπτό μέλλον χαρακτηρίζονται από μιαν αμφισημία ή αμφιπλευρικότητα. Η οικουμενική εξάπλωση της δυτικής μαζικής κουλτούρας αποδυνάμωσε όλο και περισσότερο τις εθνικές και τις λαϊκές κουλτούρες· η αναγέννηση τους πάνω στην προγενέστερη βάση είναι άκρως απίθανη, αν λάβουμε υπ’ όψιν την πύκνωση της διεθνούς επικοινωνίας και την αύξουσα ομοιομορφία του εξωτερικού τρόπου ζωής. Από την άλλη μεριά, όμως, τα πραγματικά ή φανταστικά τους κατάλοιπα παραμένουν αρκετά ισχυρά ώστε να χρησιμεύουν ως συμβολικά όπλα και να εμποδίζουν την απερίφραστη καθολική ομολογία πίστεως σε μία και μόνη παγκόσμια κουλτούρα. Τα συλλογικά υποκείμενα ζουν σήμερα και θα ζουν και στο προβλεπτό μέλλον μέσα σε μιαν πολιτισμικά ερμαφρόδιτη κατάσταση, η οποία εξηγεί και ορισμένα σχιζοειδή γνωρίσματα της συμπεριφοράς τους. Ενώ η αστική κουλτούρα και παιδεία πνέει τα λοίσθια στις χώρες της γένεσης και της ακμής της, οι συνήθειες ζωής που υπαγορεύει η σύγχρονη κατανάλωση, οι τρόποι του εργάζεσθαι που επιβάλλει η σύγχρονη τεχνική και οι μορφές διασκέδασης πού συναρτώνται με τα ηλεκτρονικά μέσα συγκλίνουν από κοινού σε μιάν λίγο-πολύ ομοιογενή παγκόσμια κουλτούρα. Πάνω από την αντικειμενική αυτή πολιτισμική βάση αιωρούνται οι εθνικές και λαϊκές κουλτούρες, οι όποιες έχουν βέβαια συρρικνωθεί σε στερεότυπα και μεταφρασθεί στην εικονογλώσσα της μαζικής κουλτούρας, όμως ακόμα και ως φαντάσματα είναι σε θέση να κινητοποιήσουν μάζες, αν άλλοι παράγοντες πιέζουν προς αυτήν την κατεύθυνση. Η οικουμενική ενοποίηση του τεχνικού εξοπλισμού στην καθημερινή ζωή και στον τόπο εργασίας δεν θα μπορέσει καθ’ εαυτήν να παραμερίσει τούτον τον διχασμό. Γιατί η σύγχρονη τεχνική, παρά τη δυτική της προέλευση, είναι κοσμοθεωρητικά ουδέτερη, και έτσι πολύ διαφορετικά πολιτισμικά περιεχόμενα μπορούν να συνυπάρχουν πάνω στην ίδια τεχνολογική βάση – κι ας μην αναφέρουμε καθόλου το γεγονός ότι ακριβώς οι ελεύθεροι χώροι μιας εκτεχνικευμένης κοινωνίας δίνουν ευρύ πεδίο δράσεως σε τοποθετήσεις εχθρικές προς την τεχνική. Εν πάση περιπτώσει η επιστροφή στις λίγο-πολύ αυτοφυείς και αυτοτελείς κουλτούρες αποκλείεται όσο η πληθυσμιακή πυκνότητα σε οικουμενική κλίμακα καθιστά αναπόδραστη την εντατική επικοινωνία. Υπό τις προϋποθέσεις αυτές η πολιτισμική ποικιλία με συλλογικούς φορείς μπορεί να υφίσταται μόνον ως πολιτισμική σύγκρουση, όχι ως παράλληλη ύπαρξη αυτόνομων πολιτισμών.

ΠΗΓΗ
ΕΡΑΝΙΣΤΗΣ

Τρίτη 9 Φεβρουαρίου 2016

Η υπέρτατη δειλία, κατά Εμίλ Σιοράν

Όλες μας οι ταπεινώσεις οφείλονται στο ότι δεν μπορούμε να αποφασίσουμε να πεθάνουμε της πείνας. 

Αυτή τη δειλία την πληρώνουμε πολύ ακριβά. Ζούμε μαζι με τους ανθρώπους, χωρίς να έχουμε κλίση στην επαιτεία! Ταπεινωνόμαστε μπροστά σε αυτά τα ντυμένα, επισφαλή, προκατειλημμένα πιθηκάκια! Βρισκόμαστε στη διάκριση αυτών των γελοίων που είναι ανάξιοι για περιφρόνηση! Η ντροπή που νιώθει κανείς όταν σκέπτεται να ξεκινήσει το οτιδήποτε, γεννάει τη λαχτάρα εκμηδένισης αυτού του πλανήτη, με τις ιεραρχίες και τους υποβιβασμούς που αυτές συνεπάγονται. 
Η κοινωνία δεν είναι κακό, είναι μια καταστροφή: τι βλακώδες θαύμα που μπορούμε να ζούμε στους κόλπους της! Όταν την ατενίζουμε, μεταξύ μανίας και αδιαφορίας, είναι ανεξήγητο το πώς κανείς δεν μπόρεσε να γκρεμίσει το οικοδόμημά της, το ότι μέχρι σήμερα δεν βρέθηκαν αγαθά πνεύματα, απελπισμένα και ευπρεπή, για να την σαρώσουν και να εξαλείψουν τα ίχνη της...


Εμίλ Σιοράν
Η ΑΘΛΙΟΤΗΤΑ: ΔΙΕΓΕΡΤΙΚΟ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ
Εγκόλπιο Ανασκολοπισμού (σελ. 328)
Μετ. Κωστής Παπαγιώργης - Εκδ. Εξάντας

Παρασκευή 23 Οκτωβρίου 2015

Π. Κονδύλης: Περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων

Για πρώτη, ίσως, φορά τυπώνεται άρθρο του Π.Κονδύλη στα αγγλικά. Πρόκειται για το γνωστό άρθρο περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η μετάφραση είναι των  Stephen Stafford και Ρεϋμόνδου Πετρίδη και η επιμέλεια του Gary Ulmen, οι οποίοι είναι γνώστες του κονδυλικού έργου. Το άρθρο δημοσιεύτηκε το 2014 στο εμβληματικό αμερικανικό περιοδικό Telos, η ιδεολογική πορεία του οποίου θυμίζει την αντίστοιχη του Π.Κονδύλη (βλ. λήμμα wikipedia)
22 Οκτωβρίου 2015
(αναδημοσίευση από την Ιστοσελίδα για τον Παναγιώτη Κονδύλη)

P. Kondylis
“Human Rights”: Conceptual Confusion and Political Exploitation

Human rights do not exist. To be more precise, in the year 1998 human rights do not exist and no one can know if they will exist in the future. This ascertainment is inescapable if we wish to strictly define the concept of “right” and “human right” without taking into consideration political-ideological expediencies. A “right” is not something that exists merely as a phantom in the minds of philosophers or that flourishes on the lips of propagandists. The very essence of a right entails by definition that it can be demanded and imposed, and a “human right” can only be one that is enjoyed by all humans purely and simply because they are humans, i.e., without the mediation of ruling authorities and collective subjects (e.g., nations and states), which, from a conceptual and physical viewpoint, are narrower than humanity as a whole.

Moreover, a genuine human right must be one that exists and is enjoyed by humans wherever they live and wherever they wish to settle. So in the final analysis there are no human rights without unrestricted freedom of settlement and movement, and without the automatic legal equalization of all individuals by virtue of the universal force of a single body of legislation. For example, as long as an Albanian does not have in Italy the same rights as an Italian, we may speak stricto sensu about political and civil rights, but not about human rights.

Of course, states may label at least some of the rights they grant to their citizens as “human rights,” but this term would be meaningful only if the state reserved the characterization “human” exclusively for its own citizens, just as some primitive tribes do. For otherwise, no state would be able to guarantee rights considered quintessentially human, such as the right to physical integrity or to free speech, to individuals living beyond its borders. Conversely, no state without dissolving itself can grant to all people without exception certain rights considered to be political or civil rights, e.g., the right to vote and to be elected or the right of free settlement.

The situation in today’s world is clear: it is not permitted for all people, by virtue alone of their being human, to have all rights (whether they are called political and civil or human) regardless of where they were born or where they live. Rights, which would truly deserve to be called human could be granted only by a global state, with which all individuals would be in an equal and direct relation, i.e., they would acquire all their rights directly from that state as representative of all humanity. Only a representative of humanity in its entirety can view every individual solely in their capacity as a human being, irrespective of racial or national predicates, and grant to him or her human rights.

The formation of a global state in the future and consequently the establishment of human rights cannot be ruled out, but this would not automatically bring about harmonization between the moral-normative and the legal concept of human rights, particularly under the auspices of the former. For example, a global state could establish human rights under conditions of high population density and scarcity of commodities, in such a way that these rights would correspond very little to moral-normative views presently held in the West. So, whoever is capable of making conceptual distinctions cannot regard as necessary the relation between the formation of a global state and the moralization of global society, as advocates of moral universalism are wont to do.

The difference between the above two concepts of human rights also becomes clear if we make an optimistic assumption, namely the following: it is possible that a global state will not be formed and despite this that the moral-normative content of what today we call “human rights” will prevail universally, because all states without exception would make this content a yardstick and guide for formulating the political and civil rights they grant to their citizens. This means that moral demands also can be met without resorting to the rhetoric of universal human rights, and whoever considers this rhetoric to be hollow does not necessarily belong to those who are pleased when arbitrary arrests and torture take place, as frequently intimated by advocates of universalistic morality.

Therefore, the statement “human rights do not exist” is self-evident provided we do not confuse it in any way and at any level with the statements “human rights (in the moral-normative sense) should not exist” and “human rights will never exist.” In any case, the statement “human rights do not exist” is confirmed daily by the political, legal, and police practices of the “West” itself, which endeavors to circumvent the painful ultimate consequences of its own propaganda about “human rights” by insisting on the crucial distinction between human and political rights and by giving precedence to the latter, i.e., by refusing to grant all rights to all individuals by virtue alone of the fact that they are human.

The exercise of “human rights” is always subject to (national, “European” or other) sovereign rights. Every sovereign state or sovereign power has the right to arrest people from other countries simply because they enter or reside in its territory without permission, but it does not have, for example, the right to assault them because that same state or power proclaims the human right to physical integrity, as if the arrest itself does not constitute eo ipso abrogation of an individual’s right to do with his or her body as he or she pleases! With this recipe the West believes it “can serve two masters,” but the price it pays is the surreptitious introduction of the principles and practices of the “rule of law” into the domain of human rights.

Illegal immigrants who are deported of course suffer their fate in accord with the (variable) provisions of the “rule of law”; however, they do so not because they are human but because they are not French, Greek, German, etc. In this crucial case, the criterion of nationality proves to be decisive despite the claims of Western rhetoric concerning “human dignity,” etc. The “rule of law” is improperly presented here as a guardian of human rights and behaves just as inconsistently as the advocate of moral universalism, who, when facing difficulties in a foreign country does not telephone humanity for assistance, but rather the embassy of the country that issued his or her passport.

Very often the conceptual confusion is extremely convenient for individuals and states, because it masks glaring contradictions between theory and practice. However, our intention here is not to somehow force active subjects to adopt morally “rational” behavior by clarifying concepts and exposing inconsistencies and hypocrisies. Such endeavors can be left to the many high-minded philosophers, who look to the moment of their triumphal entrance. The conceptual confusion and equivocation will prevail on the global scene as long as the interests lurking behind them prevail. And the political exploitation of “human rights” will first of all be plain to see in their selective invocation and use on the basis of extra-moral criteria.

From as early as the Cold War era, the programmatic mobilization of “human rights” against “totalitarianism” did not prevent the Western camp from allying itself with brutal dictatorships. The very different behavior of the United States, for example, toward Saudi Arabia and Iran, even though both these countries treat “human rights” in the same way, testifies to the fact that the West has no intention of behaving differently in this respect. Instructive examples are too numerous to mention, so let us confine ourselves to a general observation. The political exploitation of “human rights,” i.e., their use as a means for exerting pressure and intervention, is inevitable simply because of the fact that such “rights” can be imposed only by the strongest over the weakest, whereas the reverse cannot happen, nor would it be possible in such a case for there to be any institutional arrangements.

To reiterate: here we are not castigating moral misdeeds, but describing a situation in which moral misdeeds are inevitable. An integral element of this description is, of course, pointing out the contradiction between the idealized image that active subjects have of themselves and their actual makeup and practice. As recently as a few years ago, similar points were often being made by the analytical laboratories of the Marxist “Left,” but this source has since dried up. Following the collapse of the Eastern utopia, the now tamed Western “Left” has embraced the utopia of the West, i.e., the utopia of a global society that tends toward harmony on the basis of “human rights.”

A number of “leftists,” even former communists or communist sympathizers, today engage in various rationalizing acrobatics in order to adapt their “progressive” conscience to the reality shaped since the U.S. victory in the Cold War. The fervent confession of faith in “human rights” enables them to erect bridges of compromise between the past and the present without being openly humiliated, because they conceal this confession of faith in the ideology of the former enemy behind the supposed insistence on the initial “humanitarian ideal” of the “Western Left.” Thus, that same “Left” which even until recently played the role of the “useful idiot” (Lenin) in the Kremlin’s various peace campaigns and could not tolerate the expression “human rights” when coming from the lips of Reagan and Thatcher, has itself now become the “useful idiot” of multinational corporations and of universal Americanism. Its motives are political gains and tangible social benefits, although each time in very different doses and mixes.

Of course, many “leftists” still nurture the delusion that they represent the antithesis to the “system,” simply because they sometimes invoke the ideology of the system against its actual reality. Thus, they acquire the immaculate mantle, which they then wear ostentatiously. But the ideology of the system, i.e., its conscience, constitutes just as much a part of the system as its practice, i.e., its belly, and there are strong indications that here the belly sleeps less than the conscience and directs it.

“Human rights” are a political tool in a global situation, whose density necessitates the use of universalistic ideological stratagems, within which, however, the binding interpretation of these stratagems continues to be contingent on the inclinations and interests of the most powerful nations. “Human rights” are subject to the shifting logic of this situation and reflect the contradictions and tensions that mark global society in a dramatic way. This is why the struggle for their interpretation inevitably will turn into a struggle among individuals over what each person believes at any given moment to be their own inalienable right. This struggle for interpretation already began some time ago between “North” and “South” or “West” and “East” and is intensifying to the extent that billions of people in the “South” and “East” are interpreting “human rights” not formally but materially, demanding a substantial redistribution of global wealth without being interested in the ethics of the well fed. Just as the internal logic of “free trade,” so too the internal logic of “human rights” will soon turn against the West, and then the latter will abandon its current ideological positions. But even then, it is of course highly doubtful whether it will manage to win the tremendous struggles of distribution, which will shake the twenty-first century.

SOURCE: Telos Spring 2014 vol. 2014/166 pp. 161-165. Translated by Stephen Stafford and Raymond Petridis. Edited by Gary Ulmen. Available at: http://phdtree.org/pdf/53497401-human-rights-conceptual-confusion-and-political-exploitation/

Σάββατο 4 Ιουλίου 2015

Κυκλοφορεί το βιβλίο "Συντηρητισμός" του Παναγιώτη Κονδύλη!

Από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης κυκλοφορεί το βιβλίο "Συντηρητισμός" του Παναγιώτη Κονδύλη σε μετάφραση του Λευτέρη Αναγνώστου. Για πρώτη φορά στην Ελλάδα!



Ο συντηρητισμός κατανοείται συνήθως ως ένα ιδεολογικό ρεύμα που γεννήθηκε σαν αντίδραση στη Γαλλική Επανάσταση και στις αστικές-φιλελεύθερες ιδέες της. Στη μνημειώδη αυτή μελέτη, που μεταφράζεται εδώ για πρώτη φορα στα ελληνικά, ο Παναγιώτης Κονδύλης δείχνει πως, αντίθετα, ο συντηρητισμός πρέπει να κατανοηθεί με τρόπο πολύ ευρύτερο, ως μια συνολική ιδεολογική και κοινωνικοπολιτική αντίδραση (των ανώτερων στρωμάτων) της προνεωτερικής κοινωνίας ενάντια στη διάλυσή της, την οποία αρχικά σηματοδότησε η ανάδυση του νεότερου συγκεντρωτικού κράτους, και αργότερα ολοκλήρωσε ο εκτοπισμός της αγροτικής οικονομίας από τη βιομηχανική-καπιταλιστική. Μετά την οριστική αποσάθρωση της προνεωτερικής κοινωνίας, οι εκπρόσωποι του συντηρητισμού συμμαχούν με τους φιλελεύθερους τέως άσπονδους εχθρούς τους εναντίον της ριζοσπαστικής δημοκρατίας, η οποία με τη σειρά της απλώς ριζοσπαστικοποιεί τα φιλελεύθερα ιδανικά, ενώ ταυτόχρονα προσαρμόζει στους σκοπούς της μοτίβα της συντηρητικής κριτικής στον καπιταλισμό. Ο συντηρητισμός είναι προ πολλού νεκρός, λέει ο Κονδύλης• πέθανε μαζί με την εποχή και την κοινωνία η οποία τον γέννησε. Χάρη στη σφαιρικότητα της προοπτικής του, το βιβλίο αποτελεί μια συνθετική ιστορική παρουσίαση των κύριων ιδεολογικών και πολιτικών εξελίξεων που σημάδεψαν τους νεότερους χρόνους, από τις απαρχές τους μέχρι και τον 20ό αιώνα.

Περιεχομενα του βιβλιου:

Ι. Η έννοια του συντηρητισμού
1. Ο συντηρητισμός στο κοινωνικοπολιτικό και πνευματικό φάσμα των νεότερων χρόνων
2. Ο «συντηρητισμός» ως σύγχρονο πολιτικό σύνθημα

ΙΙ. Το κοινωνικοϊστορικό περιεχόμενο και το σχήμα της σκέψης του
αντιαπολυταρχικού συντηρητισμού

1. Προοπτικές
2. Η αντίληψη περί δικαίου της societas civilis και η σύγχρονη έννοια της κυριαρχικής εξουσίας
με φόντο την κοσμοθεωρία της
3. Ο αγώνας της societas civilis κατά της σύγχρονης κυριαρχικής εξουσίας
α. Οι ευγενείς, το κράτος και οι αμφιρρέπειες του συντηρητισμού
β. Νόμιμη και μη νόμιμη απολυταρχία
γ. Το δικαίωμα της αντίστασης και ο συντηρητικός ακτιβισμός
δ. Ο κοινωνικοπολιτικός χαρακτήρας του συστήματος των τάξεων
4. Κεντρικά ιδεολογικά μοτίβα του αντιαπολυταρχικού συντηρητισμού
α. Προοπτικές και εννοιολογική ιστορία της «συντήρησης»
β. Η πρωτοκαθεδρία της αυτοφυούς societas έναντι της κυβερνητικής εξουσίας και η θεωρία
του συμβολαίου της (όψιμης) Σχολαστικής
γ. Η ενότητα ηθικής και πολιτικής και ο κρατικός λόγος
δ. Η ύβρις του αυτόνομου Λόγου και η επίκληση της παράδοσης και της ιστορίας
ε. Η ομάδα, τα άτομα και η παγκόσμια τάξη
στ. Πρώιμη κριτική του σύγχρονου κράτους και της καπιταλιστικής οικονομίας
5. Ιδιαιτερότητες της αγγλικής εξέλιξης από τη σκοπιά του ανταγωνισμού μεταξύ της
παραδοσιακής αντίληψης περί δικαίου και της σύγχρονης ιδέας της κυριαρχικής εξουσίας

ΙΙΙ. Ο αντεπαναστατικός συντηρητισμός και η αναδιατύπωση της αντίληψης περί
δικαίου της societas civilis μετά το 1789

1. Προοπτικές
2. Η συνείδηση της συνέχειας στους συντηρητικούς ή η επανάσταση ως συνέχιση
της απολυταρχίας
3. Δίκαιο, κυριαρχική εξουσία και κρατική ισχύς στη συντηρητική σκέψη μετά το 1789
α. Η απόρριψη της κατασκευασιμότητας του δικαίου και οι συνεπαγωγές της
β. Η απόρριψη της ιδέας της σύγχρονης κυριαρχικής εξουσίας και το ζήτημα του
χωρισμού των εξουσιών
γ. Οι αρμοδιότητες και τα όρια της βασιλικής ή κρατικής εξουσίας
δ. Αντίδραση και δικτατορία
4. Η ιδέα της societas civilis στον αγώνα κατά του σύγχρονου κράτους
α. Οι συντηρητικές έννοιες του κράτους και της κοινωνίας. Η ενότητα ηθικής και πολιτικής
και η απόρριψη του κρατικού λόγου
β. Η συντηρητική ιδέα του έθνους
5. Συντηρητισμός και φιλελευθερισμός
α. Η συντηρητική αξιολόγηση του φιλελευθερισμού και των δυνατοτήτων μιας συμμαχίας
μαζί του
β. Το αγγλικό πρότυπο: Αλλαγές και αμφισημίες στην αξιολόγησή του
6. Οι κοσμοθεωρητικές παρεκτάσεις της μονιστικής αντίληψης για το κράτος και την κοινωνία
α. Θεολογικά
β. Ανθρωπολογικά
γ. Ιστοριοφιλοσοφικά
7. Συντηρητική κριτική του καπιταλισμού και του πολιτισμού
α. Πολιτική και οικονομία. Η έννοια της ιδιοκτησίας και η επιρρέπεια του καπιταλισμού
σε κρίσεις
β. Η ανθρωπολογική και πολιτιστική πτυχή
8. Ο συντηρητισμός, οι διανοούμενοί του και οι ιδέες του Διαφωτισμού

ΙV. Η διάλυση του συντηρητισμού και η διανομή της κληρονομιάς του
1. Η αφομοίωση των ευγενών από την κοινωνία και η αποδέσμευση των συντηρητικών από το
ιδανικό της societas civilis
α. Η εξέλιξη στη Γαλλία
β. Η εξέλιξη στην Αγγλία
γ. Η εξέλιξη στη Γερμανία
δ. Η απορρόφηση του συντηρητισμού από τον φιλελευθερισμό ενόψει του σοσιαλιστικού
κινδύνου
2. Οι συντηρητικοί και η κοινωνική πολιτική κατά τον 19ο αιώνα
3. Η αισθητικοποίηση και η διαφορετική ερμηνεία μοτίβων της συντηρητικής σκέψης σε
πολιτικά κινήματα διανουμένων
α. Προοπτικές
β. Άγγλοι πρόδρομοι
γ. Action Française
δ. «Συντηρητική επανάσταση»
4. Η διάσπαρτη κληρονομιά του συντηρητισμού
α. Η συντεχνιακή ιδέα
β. Η κριτική του πολιτισμού και η «αριστερά»
γ. Η δικτατορία και η «δεξιά»
5. Τελική παρατήρηση

ΠΗΓΗ
Ιστοσελίδα για τον Π. Κονδύλη & το έργο του
http://www.culturenow.gr/39451/synthrhtismos-panagiwths-kondylhs

Σάββατο 9 Μαΐου 2015

Για τον Παναγιώτη Κονδύλη...

Αναμνήσεις...

Ακολουθεί κείμενο του Σ. Ράμφου από την ιστοσελίδα του περιοδικού "Νέο Πλανόδιον". 

Γνώρισα τὸν Κονδύλη πρωτοετῆ τῆς Νομικῆς...

 Μοῦ δήλωσε ἐξ ἀρχῆς πὼς ἡ Νομικὴ τὸν εἶχε ἀπογοητεύσει καὶ πὼς ἑτοιμαζόταν ἤδη γιὰ τὶς εἰσαγωγικὲς στὴν Φιλοσοφική. Βλεπόμασταν ἀραιὰ καὶ ποῦ· ἀνταμώσαμε πάλι στὸ Δ΄ Πανσπουδαστικὸ Συνέδριο (Μάιος 1963) ὅ­που μετεῖχε στὴν ἀντιπροσωπεία τῆς Σχολῆς του. Ξαναβρεθήκαμε ἀπροσδόκητα τὸν Ὀκτώβριο 1973 στὴν βιβλιοθήκη τοῦ πανεπιστημίου τῆς Χαϊδελβέργης. Ἐ­κεῖνος ἑτοίμαζε τὴν διατριβή του κι ἐγὼ θὰ ἔμενα ἐκεῖ ἕως τὴν ἄνοιξι γιὰ νὰ βοηθήσω τὰ γερμανικά μου καὶ νὰ γνωρίσω ἀπὸ κοντὰ τὴν πνευματικὴ ζωὴ τοῦ τόπου. Πηγαινοερχόμουν ταυτόχρονα κάθε 15 ἡμέρες στὸ Παρίσι, ἐπειδὴ δίδασκα στὴν Βενσέν. Καὶ οἱ δύο εἴχαμε πρὸ πολλοῦ πάρει ἀποστάσεις ἀπὸ τὴν Ἀριστερά. Μιὰ φορὰ τὴν ἑβδομάδα παρακολουθούσαμε μαζὶ τὸ σεμινάριο τοῦ Ἴζο Κὲρν γιὰ τὸν Φίληβο τοῦ Πλάτωνος, μετὰ τὸ τέλος τοῦ ὁποίου ἀκολουθοῦσε συχνὰ βόλτα καὶ κουβέντα γιὰ τὴν δουλειά μας, γιὰ τὴν Ἑλλάδα, γιὰ τὸν κόσμο. Τοῦ μιλοῦσα γιὰ τὴν ἐργασία μου πάνω στὸν Πλάτωνα καὶ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκ­κλησίας, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὶς πνευματικὲς ζυμώσεις στὸ Παρίσι, ποὺ ἦταν τότε στὶς δόξες του. Μοῦ μιλοῦσε γιὰ τὸν Σέλλινγκ, ἀλλὰ τὸν κρατοῦσε ὁ διαλεκτικὸς ἱστορισμὸς τοῦ Χέγκελ καί, νομίζω, δὲν τὸν ἄφησε ποτέ. Σχολίαζε, θυμᾶμαι, τὰ γεγονότα τοῦ Πολυτεχνείου, γιὰ τὰ ὁποῖα διαβάζαμε στὶς ἐφημερίδες, σὰν παράδειγμα τῆς «παν­ουργίας τοῦ λόγου»: Ἕνας ἀντιδικτατορικὸς ξεσηκωμός, ἔλεγε, ἔφερε μία χειρότερη ἐκδοχὴ δικτατορίας τὴν ὥρα ποὺ πηγαίναμε γιὰ ἐκ­λογές.

Τὸ 1978-79 ξαναβρεθήκαμε, αὐτὴ τὴν φορὰ συν­υποψήφιοι γιὰ ἕδρα τῆς Φιλοσοφίας στὸ Καποδιστριακὸ Πανεπιστήμιο Ἀθηνῶν. Ἡ ἐμπειρία τῆς ἄκαρπης καὶ γιὰ τοὺς δύο ὑποψηφιότητος μᾶς ἔδεσε περισσότερο καὶ στερέωσε μέσα μας τὴν ἀπόφασι νὰ μείνουμε μὲ τὸν τρόπο μας ἐνεργοὶ ἐκτὸς συστήματος. Τηλεφωνιόμασταν ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρόν. Εἶ­χα διαβάσει καὶ ἐκτιμήσει τὸ βιβλίο του γιὰ τὸν εὐρωπαϊκὸ διαφωτισμὸ καὶ ἔ­βλεπα νὰ παίρνῃ στέρεα μορφὴ ἡ ἱστορική του κλίσι (τοῦ ἄρεσε νὰ λέῃ: «εἶμαι ἕνας ἱ­στορικός»), μολονότι ἀκόμη τὰ διαβάσματα ὑπερεῖχαν τῆς στοχαστικῆς τους ἐπεξεργασίας, κάτι ποὺ ἰσχύει χαρακτηριστικὰ γιὰ τὴν ἐργασία του περὶ νεοελληνικοῦ διαφωτισμοῦ. Τοῦ ἄρεσε ἡ μελέτη μου γιὰ τοὺς ἀσκητὲς τῆς ἐρήμου (Πελεκᾶνοι ἐρημικοί) παρὰ τὶς γενικὲς ἐπιφυλάξεις του γιὰ τὴν πίστι καὶ τὸ νόημα. Τὰ σεμινάρια τοῦ Γκάνταμερ ποὺ εἶχε παρακολουθήσει τὸν εἶχαν ἐξοικειώσει μὲ τὴν ἑρμηνευτική. Ὅμως ἡ ἐπιμονή του στὴν διαλεκτικὴ τῶν ἱστορικῶν δεδομένων καὶ διεργασιῶν, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὴν δική μου προσήλωσι στὴν πνευματικὴ σύστασι τοῦ νοήματος, χώριζε τὶς διαδρομές μας χωρὶς νὰ δοκιμάζεται ἡ σχέσι μας.

Ὁ Κονδύλης ὑποτιμοῦσε τὴν ζωὴ τῆς ψυ­χῆς καὶ τῶν συμβόλων της ὡς παραστατικὴ ἐγ­γραφὴ τοῦ ἀπολύτου στὸ μερικὸ μὲ ὑπερχρονικὴ καὶ ὑπερατομικὴ ἐμβέλεια. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ σκέψι του ἄνοιγε χῶρο καὶ ὄχι χρόνο, συνέθετε προσθετικά, ὄχι ποιητικά. Τὸν εἶχε κερδήσει τὸ ἑγελιανὸ πνεῦμα τῆς ἱστορικότητος, τῆς ἐκλογικεύσεως τῶν γεγονότων, κάτι ποὺ ἔδινε μέσα του κυρίαρχη θέσι στὸν παράγοντα τῆς συνειδήσεως. Μὲ ἐνδιέφεραν καὶ μὲ ἐνδιαφέρουν πίσω ἀπὸ τὰ γεγονότα, ποὺ δὲν παραθεωρῶ, τὰ νοήματα καὶ τὰ σύμβολα. Στὴν ἀφῃρημένη ἱστορικὴ νομοτέλεια ἀντιπαραθέτω τὸν παλμὸ τῶν βιωμάτων καὶ τῶν συμβολισμῶν ποὺ αἱμοδοτοῦν τὶς νοοτροπίες καὶ τὶς ἀντιστάσεις τους. Οὐδέποτε μοῦ μίλησε ἡ συνείδησι χωρὶς τὸ ἀσυνείδητο καί, τὸ κυριώτερο, χωρὶς τὴν κουλτούρα ἡ ὁποία τὸ μορφοποιεῖ κοινωνικά. Δὲν ἔβλεπε εἴτε δυσπιστοῦσε στὸ βάθος τῶν ψυχικῶν ῥιζωμάτων, ὁπότε ἐπιχειροῦσε διαρκῶς μία «χαρτοκοπτικὴ» ποὺ ὑπέτασσε τοὺς ψυχισμοὺς στὴν ἀναπόδραστη ματαιότητα τῶν πραγμάτων. Ἐξ οὗ καὶ διατηροῦσε στὸ σκεπτικό του παρελθούσης χρήσεως «ἐργαλεῖα», ὅπως ἐκεῖνο τῆς ἀστικῆς ὑπαναπτύξεως, προκειμένου νὰ ἑρμηνεύσῃ τὴν ἑλληνικὴ κακοδαιμονία. Γιατί ἆράγε δὲν συσχετίζει, καθ’ οἱονδήποτε τρόπο, τὰ αἴτια τῆς νεοελληνικῆς παρακμῆς μὲ τὸ ῥεῦμα τοῦ προεπαναστατικοῦ διαφωτισμοῦ μας; Μήπως γιὰ τὸν ἴδιο λόγο ποὺ δὲν βλέπει ὅτι τὸ ἑλληνικὸ πρόβλημα τὸ ἔχουν ὅλες οἱ κοινωνίες τοῦ λεγομένου «ὀρθοδόξου τόξου» ἀπὸ τὴν Κύπρο ἕως τὴν ῾Ρωσία, μέσῳ Βουλγαρίας, Σερβίας, ῾Ρουμανίας, Γεωργίας καὶ Οὐκρανίας; Οἱ νοοτροπίες καὶ οἱ πνευματικότητες γι’ αὐτὸν ἦταν ἁπλὸ παρεπόμενο! Ἀρνιόταν πὼς ἡ ζωὴ ἔχει νόημα –ὅθεν τὸ ἰσοδύναμο τῆς ἰσχύος καὶ τῆς ἀποφάσεως– ἐπειδὴ ἀκριβῶς τὸ θεωροῦσε ἕνα εἶδος χίμαιρας γιὰ νὰ λησμονοῦμε τὴν σχετικότητά μας. Θὰ συμμεριζόμουν τὴν πεποίθησί του, ἂν καὶ ἡ ἴδια δὲν εἶχε νόημα, ἂν δηλαδὴ τὸ νόημα δὲν συν­υφαινόταν μὲ τὴν ἰδιαίτερη φύσι μας, διαφορετικὴ ἀπὸ ἐκείνη τῶν ζῴων τοῦ δάσους. Σκοπὸς εἶναι ἡ εὐχαρίστησί μας νὰ κάνῃ ὅλο καὶ μεγαλύτερο χῶρο στὴν ἐσωτερικὴ πληρότητα, στὴν καλλιέργεια πνευματικῶν δυνάμεων μὲ ἀνατατικὸ ῥόλο γιὰ τὴν ζωή μας. Μήπως ὑπηρετοῦσε κάτι διαφορετικὸ μὲ τὰ γραπτά του ἢ τὶς φιλόδοξες σειρὲς βιβλίων ποὺ σχεδίασε καὶ διηύθυνε γιὰ τὶς ἐκδόσεις «Γνώση» καὶ «Νεφέλη»; Ἀσφαλῶς καὶ ἤ­θελε νὰ εἰσφέρῃ τὸν πνευματικό του ὀβολό, νὰ στηρίξῃ, χωρὶς ψευδαισθήσεις, τὸν τόπο του ὁ ὁποῖος μονίμως παραπατᾷ. Ἐπεδίωκε προφανῶς νὰ ἐπηρεάσῃ πρὸς τὸ καλύτερο τὶς συνειδήσεις, παρὰ τὴν σκληρὴ εἰρωνεία του γιὰ κάθε ἀνώτερη πίστι. Τοῦ διέφευγε ἆράγε πὼς νόη­μα δὲν εἶναι ὁ λειτουργικὸς σκοπὸς τὸν ὁποῖο ἀποδίδομε στὰ πράγματα ἀλλὰ ὁ ἀναγεννητικὸς ὁρίζοντας τῆς δημιουργίας πνευματικῶν κόσμων πάνω στὸν κόσμο, τὸ γεγονὸς ὅτι πορευόμαστε ὑψώνοντας τὴν σημαία τοῦ λόγου ὑπεράνω τῶν αἰσθήσεων, ζυμώνοντας τὴν σκέψι μὲ τὶς λέξεις;

Ἕνα βράδυ, τὴν ἄνοιξι τοῦ 1998, ὁ Τάκης εἶχε ἔρθει μὲ τὸν Γιάννη Καλιόρη (Καλεώδη) στὸ σπίτι μου. Δειπνήσαμε καὶ περάσαμε ὧρες κουβεντιάζοντας. Δὲν ἦ­ταν ὅπως τὸν ἤξερα: Κάπνιζε νευρικὰ καὶ ἀκατάσχετα, πηδοῦσε στὰ πιὸ ἄσχετα μεταξύ τους θέματα καὶ μιλοῦσε ἀγχωτικὰ γιὰ τὸν ἑαυτό του. Ἔλεγε καὶ ξανάλεγε πὼς ὁλοκληρώνει μία κοινωνικὴ ὀντολογία – ὀντολογία, ἐπεξηγοῦσε, τῶν ἱστορικῶν διεργασιῶν στὶς ὁ­ποῖες βρίσκεται ἡ αὐθεντικὴ οὐσία. Ἔδειχνε νὰ πιέζεται μέσα του ἔντονα. Εἶχε μιὰ ταραχὴ τὴν ὁποία δὲν μποροῦσε νὰ συγκρατήσῃ. Χωρίζοντας εἴπαμε νὰ ξανανταμώσουμε μετὰ τὸ καλοκαίρι. Τὸ καλοκαίρι ἦρθε, ἀλλὰ δὲν πέρασε. Καταμεσήμερο Ἰουλίου χτύπησε τὸ τηλέφωνο κι ἄκουσα τὸν Καλιόρη νὰ μοῦ λέῃ: «Χάσαμε τὸν Τάκη». Κεραυνὸς ἐν αἰθρίᾳ καὶ τέλος!

ΠΗΓΗ: Προδημοσίευση απο το βιβλίο του Στέλιου Ράμφου Ἡ νίκη σὰν παρηγοριὰ (Ἁρμός, 2015). ηλ. πηγή: περιοδικό ΝΕΟ ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ, http://neoplanodion.gr/

ΠΗΓΗ: ΣΠΥΡΟΣ ΚΟΥΤΡΟΥΛΗΣ

Κυριακή 3 Μαΐου 2015

Π. Κονδύλης: Η εθνική πολιτική και η Ελλάδα στο ρόλο του "φαντασιόπληκτου θορυβοποιού"...

...η διαγραφόμενη για το άμεσο μέλλον οικονομική στασιμότητα και η συνεπόμενη στενότητα των πόρων οι οικολογικές και πληθυσμιακές αναταραχές: όλα αυτά, μαζί και με άλλα, θα ρίξουν το κάθε έθνος πίσω στις δικές του δυνάμεις, καθώς είναι ευκολότερο να συμμετέχουν όλοι στην κοινή ευημερία παρά ο ένας να βαστάζει τα βάρη του άλλου. Στην περίπτωση αυτή, στους κόλπους της «Ευρώπης» μάλλον θα είχαμε έναν συνασπισμό των ισχυρών με σκοπό ν’ απαλλαγούν από τους αδύνατους ή ανίκανους παρά την αδελφική διανομή προς ανακούφιση όσων ολιγώρησαν ή υστέρησαν...

http://yannisstavrou.blogspot.com 

Παναγιώτης Κονδύλης 
Προϋποθέσεις, παράμετροι καί ψευδαισθήσεις της ελληνικής εθνικής πολιτικής 
(απόσπασμα από το επίμετρο του βιβλίου του Π. Κονδύλη ΠΛΑΝΗΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΨΥΧΡΟ ΠΟΛΕΜΟ) 

Ἡ κομματικοποίηση τῶν μεγάλων θεμάτων τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς καὶ ἡ ἄγρια ἐσωτερική τους ἐκμετάλλευση εἶναι πασίγνωστη ἤδη ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ πάντες τὴν ἐπιρρίπτουν στοὺς πάντες — διαιωνίζοντας την. Στὸ σημεῖο αὐτὸ γίνεται ἐμφανέστατη ἡ ἐθνικὴ ἀνεπάρκεια τοῦ ἑλληνικοῦ «πολιτικοῦ κόσμου» καὶ συνάμα ὁ ὀργανικός του συγχρωτισμὸς μὲ τὴ σημερινὴ κατάσταση τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας, ὁ ὁποῖος τὸν καθιστᾶ ἀνίκανο νὰ τῆς ἀντιπαραταχθεῖ γιὰ νὰ τὴν καθοδηγήσει. Ὁ κατακερματισμὸς τῶν ἀντιλήψεων γιὰ τὴν ἑλληνικὴ ἐθνικὴ πολιτική, ὁ μικροπολιτικός της χειρισμὸς καὶ ἡ σύνδεσή της μὲ ζητήματα προσωπικοῦ γοήτρου ἀντανακλοῦν τὸν κατακερματισμὸ τοῦ κοινωνικοῦ σώματος, τὸν ἀποπροσανατολισμὸ τοῦ συνόλου λόγω τοῦ ἰδιοτελοῦς καὶ παρασιτικοῦ προσανατολισμοῦ τῶν ἀτόμων καὶ τῶν ὁμάδων.  
Σ’ αὐτὸ τὸ πλαίσιο θὰ ἦταν βέβαια μάταιο ν’ ἀναμένει κανεὶς ἀπὸ τοὺς συγκαιρινοὺς Ἕλληνες διανοουμένους νὰ δώσουν ἐκεῖνοι ὅ,τι ἀδυνατεῖ νὰ δώσει ὁ κατὰ τεκμήριο ἀρμοδιότερος «πολιτικὸς κόσμος». Ὄχι μόνον ἐπειδὴ οἱ ἴδιοι εἶναι κατακερματισμένοι σὲ ὁμάδες ἐπίσης κατακερματισμένες σὲ ἐν πολλοῖς αὐτιστικὰ ἄτομα, ὄχι μόνον ἐπειδὴ ἡ γενική τους μόρφωση θυμίζει ὡς πρὸς τὸ ποιὸν καὶ τὴ συγκρότησή της τὸν ἀεριτζίδικο καὶ αὐτοσχεδιαστικὸ χαρακτήρα τῆς ἑλληνικῆς οἰκονομικῆς δραστηριότητας, ὄχι μόνον ἐπειδὴ γιὰ τὶς παγκόσμιες πολιτικοοικονομικὲς ἐξελίξεις γνωρίζουν συνήθως ἀκόμα λιγότερα καὶ ἀπὸ τὰ ὅσα ἐπιφανειακὰ καὶ ἀσυνάρτητα γράφονται στὶς ἑλληνικὲς ἐφημερίδες, ἀλλὰ καὶ γιὰ ἕναν πρόσθετο λόγο: ἐπειδὴ ἀντιλαμβάνονται τὴν πολιτικὴ μὲ βάση φιλολογικὲς ἢ ἠθικολογικὲς κατηγορίες καὶ ἐπιχειροῦν πολιτικὲς ἀποφάνσεις στὸ ἐπίπεδο τῶν ἀντίστοιχων νερουλῶν γενικεύσεων.  
Πλεῖστοι ὅσοι  «ἀριστεροὶ»  διανοούμενοι πέρασαν τὴ ζωὴ τους κανοναρχῶντας ὅτι ἡ οἰκονομία εἶναι ἡ  «βάση»  καὶ τὰ ὑπόλοιπα τὸ  «ἐποικοδόμημα» , χωρὶς ὡστόσο ποτὲ τους νὰ πληροφορηθοῦν τί σημαίνει ἐθνικὸ εἰσόδημα ἤ ἰσοζύγιο πληρωμῶν καὶ χωρὶς ποτὲ νὰ προσπαθήσουν νὰ κατανοήσουν τὰ συγκεκριμένα προβλήματα τῆς χώρας τους ξεκινῶντας (καὶ) ἀπὸ τέτοια μεγέθη. Γι' ἄλλους πάλι, οἱ ὁποῖοι κηρύσσουν τὴν ὑπεροχὴ ἤ καὶ τὴν παντοδυναμία τοῦ  πολιτισμοῦ  ἤ τοῦ  πνεύματος , ἡ ἀφ' ὑψηλοῦ θεώρηση ἤ ἡ ἄγνοια οἰκονομικῶν, γεωπολιτικῶν ἤ στρατιωτικῶν παραγόντων μπορεῖ καὶ ν' ἀποτελεῖ περίπου τίτλο τιμῆς. Βεβαίως, μιὰ παλαιὰ καὶ δόκιμη κοινωνιολογικὴ διάκριση μᾶς λέει ὅτι διανοούμενος καὶ ἐπιστήμονας εἶναι δύο διαφορετικὰ πράγματα, ἐφ' ὅσον κύριο μέλημα τοῦ δευτέρου εἶναι ἡ συναγωγὴ πορισμάτων ἀπὸ τὴ μεθοδευμένη συλλογὴ καὶ ταξινόμηση ἐμπειρικοῦ ὑλικοῦ, ἐνῷ ὁ πρῶτος ἐνδιαφέρεται περισσότερο νὰ ἐμφανισθεῖ ὡς ταγός τῆς κοινωνίας μέσῳ τῆς διακήρυξης διαφόρων ἠθικῶν, αἰσθητικῶν καὶ ἄλλων ἰδεωδῶν. Ἀπ' αὐτὴ τὴν ἄποψη δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ περιμένει κάνεις ἀπὸ Ἕλληνες διανοουμένους νὰ προσφέρουν ὅτι ἐξ ὁρισμοῦ δὲν μποροῦν νὰ δώσουν. Τὸ μειονέκτημα τῆς Ἑλλάδας σὲ σχέση μὲ ἄλλες χῶρες εἶναι ἡ ἔλλειψη μίας πολιτικῆς ἐπιστήμης συγκροτημένης πάνω σὲ πραγματιστικὴ βάση καὶ ἀσκούμενης ἀπὸ ἐπιστήμονες, ἡ ὁποία ν' ἀντιζυγιάζει μέσα στὸν δημόσιο διάλογο τὰ φληναφήματα, τὰ εὐχολόγια καὶ τὶς ἀμπελοφιλοσοφίες.
Ἡ κοινωνιολογικὴ δυσμορφία τῶν ἐπίλεκτων ὁμάδων, ἀλλὰ καὶ τοῦ εὐρύτερου συνόλου τῆς σημερινῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας, δὲν ἐμποδίζει ἁπλῶς τὴν ἐφαρμογὴ μίας τελεσφόρας ἐθνικῆς πολιτικῆς πού καθ' αὐτὴν (θὰ μποροῦσε νὰ) ἔχει σχεδιασθεῖ στὸ χαρτί. Ἐμποδίζει τὴν ἴδια τὴ σύλληψη καὶ τὴν ὑποτύπωσή της. Πράγματι, οἱ βασικὲς ἀπόψεις πού διαγράφονται πάνω στὸ θέμα αὐτὸ οὔτε συνεκτικὲς καὶ λεπτομερεῖς εἶναι (μᾶλλον θὰ ἔπρεπε νὰ γίνει λόγος γιὰ χαλαρὲς καὶ ἐν μέρει ἀλληλοσυμπλεκόμενες τάσεις) οὔτε ἄμοιρες μονομέρειας καὶ ἀνεδαφικότητας. Ὡς κυρίαρχη καὶ εὐρύτερα ἀποδεκτή ἐθνικὴ πολιτικὴ ἐμφανίζεται σήμερα ὁ  «εὐρωπαϊκὸς προσανατολισμὸς»  τῆς χώρας, μὲ τελικό του σκοπὸ τὴν ὀργανική της ἔνταξη σὲ μίαν οἰκονομικὰ καὶ πολιτικοστρατιωτικὰ ἑνοποιημένη Εὐρώπη, μὲ τὴ βοήθεια τῆς ὁποίας ἡ Ἑλλάδα καὶ τὴν οἰκονομία της θὰ ἐκσυγχρόνιζε καὶ τὴν ἀκεραιότητά της θὰ διασφάλιζε — κοντολογῆς θὰ ἔλυνε τὸ πρόβλημα τῆς ἐθνικῆς της βιωσιμότητας. 
Πολὺ φοβοῦμαι ὅτι στὴν προοπτικὴ αὐτὴ κατὰ κύριο λόγο ἀντανακλῶνται ὄχι πραγματικὲς δυνατότητες παρὰ εὐσεβεῖς πόθοι ἀνάμικτοι μὲ μυθολογικὲς κατασκευές.  Ὅπως δηλαδή ἡ ἀκάματη ἑλληνικὴ μυθολογικὴ φαντασία πρὶν ἀπὸ λίγο ἀκόμη ἀπέδιδε ὅλα τὰ δεινὰ στὰ ζοφερὰ σχέδια καὶ τεχνάσματα τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν, ἔτσι τώρα ἀναμένει ὅλα τὰ ἀγαθὰ ἀπὸ τὸ ἀντίθετο μυθολόγημα, ἐκεῖνο τῆς γενναιόδωρης κι ἀλληλέγγυας  Εὐρώπης. Δὲν εἶναι δύσκολο νὰ ἀντιληφθεῖ κανεὶς ὅτι, ἀπὸ ψυχολογικὴ ἄποψη, ἡ εὐρωπαϊκὴ πανάκεια ἀποτελεῖ μίαν ἀκόμη  μεταμφίεση τοῦ ὄψιμου  ἐπιχώριου εὐδαιμονισμοῦ,  ὁ ὁποῖος ὀνειρεύεται ἀνεξάντλητες πηγὲς ἐπιδοτήσεων καὶ συνάμα τὴν ἔμμεση τουλάχιστον διασφάλιση τῶν συνόρων ἀπὸ ξένα ὄπλα, ἔτσι ὥστε νὰ κατοχυρωθεῖ ἀπὸ ὅλες τὶς πλευρὲς καὶ νὰ «τὴν ἀράξει». 
Ὡστόσο ἀκόμα καὶ μία γνώση τῶν διεθνῶν πραγμάτων τόσο ἀτελής, ὅσο αὐτὴ πού συναντᾶται κατὰ κανόνα στὴν Ἑλλάδα, θὰ ἀρκοῦσε γιὰ νὰ θεωρηθεῖ πρακτικὰ ἕωλη μία οὐσιώδης προϋπόθεση τῆς εὐρωπαϊκῆς προοπτικῆς, δηλαδή ἡ πεποίθηση ὅτι ἡ «Εὐρώπη» θὰ ἀποτελέσει κάποτε, ἂν ὄχι μία πραγματικὴ πολιτικὴ ἑνότητα, πάντως ἕνα σύνολο κρατῶν ἱκανὸ νὰ δρᾶ σὲ κάθε περίπτωση ἑνιαῖα καὶ ἀποφασιστικὰ· τόσο ἡ ἔνταση τῶν πλανητικῶν ἀνταγωνισμῶν ὅσο καὶ ἡ ὄξυνση τοῦ προβλήματος τῆς ἐνδοευρωπαϊκῆς ἡγεμονίας, ἰδιαίτερα μετὰ τὴ γερμανικὴ ἐπανένωση, μᾶλλον τὶς κεντρόφυγες παρὰ τὶς κεντρομόλες δυνάμεις θὰ ἐνισχύσει στὴν εὐρωπαϊκὴ ἤπειρο, κι ἂς μὴ μιλήσουμε καθόλου γιὰ τὴν ἐπικείμενη διεύρυνση τῆς Εὐρωπαϊκῆς Κοινότητας ἢ γιὰ τὶς μελλοντικὲς ἐξελίξεις στὴν ἀνατολικὴ Εὐρώπη. 
Οἱ τριγμοὶ πού ἀκούγονται στὰ θεμέλια του εὐρωπαϊκοῦ πολιτικοῦ συστήματος, καθὼς στὶς μεγαλύτερες εὐρωπαϊκὲς χῶρες τὸ κῦρος τῶν κατεστημένων κομμάτων καταπίπτει, ἐνῷ νέα ἀνέρχονται· ἡ διαγραφόμενη γιὰ τὸ ἄμεσο μέλλον οἰκονομικὴ στασιμότητα καὶ ἡ συνεπόμενη στενότητα τῶν πόρων οἱ οἰκολογικὲς καὶ πληθυσμιακὲς ἀναταραχές: ὅλα αὐτά, μαζὶ καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ρίξουν τὸ κάθε ἔθνος πίσω στὶς δικές του δυνάμεις, καθὼς εἶναι εὐκολότερο νὰ συμμετέχουν ὅλοι στὴν κοινὴ εὐημερία παρὰ ὁ ἕνας νὰ βαστάζει τὰ βάρη τοῦ ἄλλου. Στὴν περίπτωση αὐτή, στοὺς κόλπους τῆς «Εὐρώπης» μᾶλλον θὰ εἴχαμε ἕναν συνασπισμὸ τῶν ἰσχυρῶν μὲ σκοπὸ ν’ ἀπαλλαγοῦν ἀπὸ τοὺς ἀδύνατους ἢ ἀνίκανους παρὰ τὴν ἀδελφικὴ διανομὴ πρὸς ἀνακούφιση ὅσων ὀλιγώρησαν ἢ ὑστέρησαν.
Ἀλλὰ ἔστω κι ἂν δεχθοῦμε τὴν ἀντίθετη περίπτωση, ὅτι δηλαδή ἡ  Εὐρώπη  ἑνοποιεῖ, κοντὰ στὴν οἰκονομική, καὶ τὴν πολιτικοστρατιωτική της βούληση, καὶ πάλι δὲν εἶναι καθόλου βέβαιο ὅτι ἡ βούληση αὔτη θὰ συμπέσει σὲ κρίσιμα σημεῖα μὲ τὴν ἑλληνικὴ βούληση — ἂν μέχρι τότε ὑπάρχει ἑλληνικὴ ἐθνικὴ βούληση. Πάντως οἱ τελευταῖοι μῆνες τοῦ 1992 ἔδειξαν, καὶ οἱ ἐρχόμενοι θὰ δείξουν εὐκρινέστερα ἀκόμη, ὅτι οἱ Εὐρωπαῖοι ἑταῖροι τῆς Ἑλλάδας διόλου δὲν συμμερίζονται τὶς ἐπιθυμίες καὶ ἐπιδιώξεις της ὅσον ἀφορᾷ στὶς σχέσεις της μὲ τοὺς ἄμεσους γείτονες της (μερικοὶ μάλιστα ἀπ' αὐτοὺς τὴ θεωροῦν ὡς φαντασιόπληκτο θορυβοποιὸ) καὶ ὅτι προτίθενται νὰ ρυθμίσουν τὴ στάση τους ἀπέναντι στὰ συναφῆ προβλήματα μὲ γνώμονα τὶς δικές τους ἀπόψεις καὶ τὰ δικά τους συμφέροντα.   
Ὅποιος ἀπέναντι στὴν πραγματικότητα αὐτὴ ἄρχιζε καὶ πάλι τοὺς ἠθικολογικοὺς ὀδυρμούς καὶ διερρήγνυε τὰ ἱμάτια του ζητῶντας τὸ  δίκαιο , θὰ ἀπεδείκνυε ἁπλῶς ὅτι βρίσκεται ἀκόμη στὸ νηπιακὸ στάδιο τῆς πολιτικῆς ἡλικίας. Θὰ ἦταν πολὺ ἀξιοπρεπέστερο —καὶ γονιμώτερο— ἂν τὸ ἑλληνικὸ ἔθνος ἕσφιγγε τὰ δόντια καὶ ἀντλοῦσε ἕνα πικρό, ἀλλά  ζωτικὸ διπλὸ συμπέρασμα: ὅτι ἡ σημερινὴ Ἑλλάδα ἀποτελεῖ στὸ πλαίσιο τῆς διεθνοῦς κοινότητας μιὰ παρακατιανὴ ἐπαρχία, ἡ ὁποία, κατὰ μέγα μέρος ἀπὸ δική της ὑπαιτιότητα, εἶναι ὄχι μόνον ἀνίσχυρη, ἀλλά  καὶ ἀνυπόληπτη, καὶ ὅτι γι' αὐτὸν τὸν λόγο σὲ κάθε μεγάλη κρίση θὰ βρεθεῖ ἐξ ἴσου μονὴ ὅσο λ.χ. καὶ τὸ 1974. Βεβαίως, μιὰ τέτοια νηφάλια διαπίστωση κάθε ἄλλο παρὰ πρέπει νὰ ὁδηγήσει σὲ μιὰ —διόλου νηφάλια— διάθεση ἀποκοπῆς ἀπὸ κάθε συμμαχία καὶ κάθε εἴδους ἔνταξη σὲ ὑπερεθνικοὺς ὀργανισμούς. Ἄλλα, ἂν θυμηθοῦμε τὰ ὅσα εἴπαμε πρὶν σχετικὰ μὲ τὶς προϋποθέσεις τῆς ἐνεργοποίησης τῶν συμμαχιῶν καὶ τὰ μεταφέρουμε στὶς σχέσεις τῆς Ἑλλάδας μὲ τὴν Εὐρωπαϊκὴ Κοινότητα, θὰ δοῦμε ὅτι μόνο μιὰ ἰσχυρὴ (καὶ στὴν ἀνάγκη αὐτάρκης) Ἑλλάδα θὰ προσδώσει πολιτικὸ βάρος στὴν εὐρωπαϊκὴ ἔνταξη, ὄντας σεβαστὴ στοὺς ἑταίρους της· ὅπως δείχνει καθημερινὰ ἡ ἐμπειρία, ἡ ἒνταξη ἀπὸ μονή της οὔτε ἀποτελεῖ οἰκονομικὴ ἤ πολιτικὴ πανάκεια οὔτε ἰσχυροποιεῖ αὐτόματα τὴν Ἑλλάδα μέσα στὴν ἰδιαίτερη γεωπολιτική της περιφέρεια.  Ἴσως νὰ φαίνεται παράδοξο, ἀλλά  στὸ πλαίσιο μίας τελεσφόρας καὶ μακρόπνοης ἐθνικῆς πολιτικῆς ὁ ἐξευρωπαϊσμός, καὶ ὁ ἐκσυγχρονισμὸς γενικότερα, πρέπει νὰ προχωρήσουν ἀκριβῶς γιὰ νὰ μπορεῖ μιὰ κραταιωμένη Ἑλλάδα νὰ μὴν εἶναι ἐξάρτημα ἤ μπαίγνιο τῆς  Εὐρώπης, γιὰ νὰ εἶναι σὲ θέση, ἂν χρειασθεῖ, νὰ τραβήξει τὸν δρόμο πού θὰ τῆς ὑπαγορεύσουν τὰ δικά της συμφέροντα, ὅταν αὐτά συγκρουσθοῦν μὲ ἐκεῖνα τῶν Εὐρωπαίων ἑταίρων της.

Ὥστε ἡ «εὐρωπαϊκὴ ἔνταξη» διόλου δὲν θὰ λύσει τὰ μεγάλα προβλήματα τῆς ἑλληνικῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς κατὰ τὸν εὐθύγραμμο τρόπο πού φαντάζονται πολλοὶ Ἕλληνες «εὐρωπαϊστές», ποζάροντας ἀπὸ τώρα ὡς ξεσκολισμένοι καὶ ὑπερώριμοι «Εὐρωπαῖοι». Ὅμως ἐπίσης δὲν θὰ τὰ ἔλυνε μία ἑλληνοκεντρικὴ ἀναδίπλωση, ἡ ὁποία ναὶ μὲν εἶναι χρήσιμη γιὰ νὰ θυμᾶται κανεὶς πού καὶ πού ὅτι σὲ τελευταία ἀνάλυση πρέπει νὰ σταθεῖ στὰ δικά του τὰ πόδια, ἐφ’ ὅσον οὔτε ἀπὸ τὸ πετσὶ του μπορεῖ νὰ βγεῖ, ὡστόσο καθίσταται ἐπιζήμια ὅταν ὡς πρόταση συνάπτεται μὲ διάφορες ἀνιστόρητες ἀνοησίες πού ἀντιπαραθέτουν στὴν «πνευματικὴ» Ἀνατολὴ τὴν «ὑλόφρονα» Δύση κτλ. 
Τέτοιες ἀντιλήψεις μποροῦν νὰ χρησιμεύσουν μονάχα ὡς ἰδεολογικὲς ὑπεραναπληρώσεις λαῶν συχνὰ ταπεινωμένων καὶ μὲ ἐλάχιστη συνεισφορὰ στὸν σύγχρονο πολιτισμό, δὲν προσφέρονται ὅμως ὡς πυξίδα μίας ἐθνικῆς πολιτικῆς πάνω στὸν σημερινὸ πλανήτη. 
Γιατί, θέτοντας στὸ ἐπίκεντρο ἠθικὰ ἢ μεταφυσικὰ μεγέθη, φενακίζουν τὰ πνεύματα, καθὼς ἐπικαλύπτουν κάτω ἀπὸ διανοουμενίστικες ἀοριστολογίες τὴν καθοριστικὴ σημασία τῆς μεθόδου τοῦ οἰκονομεῖν γιὰ μία σύγχρονη κοινωνία καὶ τοὺς ὑπαρξιακοὺς κινδύνους μίας οὐσιώδους ὀλιγωρίας στὸ σημεῖο αὐτό. Ἐδῶ πρέπει νὰ ὑπογραμμισθεῖ ὅτι ἡ συνήθης ἀντιπαράθεση τῶν ἐκσυγχρονιστικῶν τάσεων πρὸς τὴν καλλιέργεια τῆς ἐθνικῆς παράδοσης εἶναι ἁπλουστευτικὴ καὶ παραπλανητική. Μονάχα ἡ εὐόδωση τῆς ἐκσυγχρονιστικῆς προσπάθειας ἐπιτρέπει τὴν ἐπιτυχῆ ἅμιλλα μὲ ἄλλα ἔθνη καὶ ἔτσι χαρίζει τὴν αὐτοπεποίθηση ἐκείνη, ἡ ὁποία ἐπιτρέπει τὴν ἀπροβλημάτιστη ἀναστροφὴ μὲ τὴν ἐθνικὴ παράδοση καὶ καθιστὰ ψυχολογικὰ περιττὸ τὸν πιθηκισμό. Ἀντίθετα, ἡ ἀνικανότητα ἑνὸς ἔθνους νὰ συναγωνισθεῖ τὰ ἄλλα σὲ ὅ,τι σήμερα — καλῶς ἤ κακῶς — θεωρεῖται κεντρικὸ πεδίο τῆς κοινωνικῆς δραστηριότητας θέτει σὲ κίνηση ἕναν διπλὸ ὑπεραναπληρωτικὸ μηχανισμό: τὸν πιθηκισμὸ ὡς προσπάθεια νὰ ὑποκαταστήσεις μὲ ἐπιφάσεις ὅ,τι δὲν κατέχεις ὡς οὐσία καὶ τὴν παραδοσιολατρία ὡς ἀντιστάθμισμα τοῦ πιθηκισμοῦ. Ἀπ’ αὐτὴ τὴν ἄποψη, ὁ πτωχοπροδρομικὸς ἑλληνοκεντρισμὸς καὶ ὁ κοσμοπολίτικος πιθηκισμὸς ἀποτελοῦν μεγέθη συμμετρικὰ καὶ συναφῆ, ὅσο κι ἂν φαινομενικὰ ἐκπροσωποῦν δύο κόσμους ἐχθρικοὺς μεταξύ τους. Μονάχα ὁ ἐκσυγχρονισμὸς στὴ βάση μίας μακρόπνοης ἐθνικῆς πολιτικῆς καὶ ἐθνικῆς ἀνανέωσης θὰ δημιουργήσει συνθῆκες ψυχικῆς ὑγείας, ἔτσι ὥστε καὶ ἡ ἀναγκαιότητα τοῦ ἐκσυγχρονισμοῦ (στὴ μορφὴ τῆς τεχνικῆς-οἰκονομικῆς ὀρθολογικότητας) νὰ καταφάσκεται καὶ ἡ στενότητα τῆς παράδοσης νὰ γίνεται αἰσθητή, καὶ οἱ ἐπικίνδυνες ἀντινομίες τοῦ σύγχρονου κόσμου νὰ διαπιστώνονται ψύχραιμα καὶ ἡ ἐθνικὴ παράδοση νὰ βιώνεται δίχως συμπλέγματα κατωτερότητας ἢ ἀνωτερότητας.

Καὶ ἡ τελευταία τάση, γιὰ τὴν ὁποία θὰ μιλήσουμε ἀκροθιγῶς σὲ σχέση μὲ τὴν ἑλληνικὴ ἐθνικὴ πολιτική, δὲν διαθέτει κάποιον ἀξιόλογο καὶ μαζικὸ πολιτικὸ φορέα, ἀλλὰ εἶναι μᾶλλον διάχυτη, ὅπως καὶ ἡ προηγούμενη. Ἁπλώνεται σὲ διάφορους βαθμοὺς ἀσάφειας κυρίως μέσα στὸν χῶρο τῆς εὐρύτερης ἀριστερᾶς, μολονότι κάποτε συνοδοιπορεῖ μὲ τὴν πολιτικὴ τῆς εὐρωπαϊκῆς ἔνταξης, ἂν καὶ ἐφ’ ὅσον ἀπ’ αὐτὴν ἀναμένεται ἡ ἄμβλυνση τῶν ἐθνικισμῶν καὶ ἡ προαγωγὴ τῆς εἰρήνης ἢ τῆς συναδέλφωσης μεταξὺ τῶν λαῶν μέσω τῆς ἀπάλειψης τῶν συνόρων, τῆς καθολικῆς ἐφαρμογῆς τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων κτλ. κτλ. Τέτοιοι, κατὰ βάθος ἀπολιτικοί, εὐσεβεῖς πόθοι ἀποτελοῦν κατ’ οὐσία τὴν ἀριστερὴ ἐκδοχὴ ἢ παραλλαγὴ τοῦ μαζικοδημοκρατικοῦ εὐδαιμονισμοῦ, ὁ ὁποῖος ὀνειρεύεται μία κατάσταση, ὅπου συλλογικὲς προσπάθειες καὶ συλλογικὲς θυσίες θὰ εἶναι περιττές, καὶ τὴν ἀπροθυμία του γι’ αὐτὲς τὴν ντύνει μὲ ψευτοηθικὲς δεοντολογίες. 
Μετὰ τὴν κατάρρευση τοῦ κομμουνιστικοῦ κινήματος, οἱ παρεμφερεῖς ἀντιλήψεις ἐκπληρώνουν μία πρόσθετη ψυχολογικὴ λειτουργία. Πολλοί, τῶν ὁποίων οἱ ἐλπίδες, οἱ διαγνώσεις καὶ οἱ προγνώσεις διαψεύσθηκαν παταγωδῶς καὶ οἱ ὁποῖοι τώρα δὲν ἔχουν ἀρκετὴ ἀξιοπρέπεια γιὰ νὰ σωπάσουν καὶ νὰ ἀναρωτηθοῦν μήπως εἶναι ἀνίκανοι νὰ καταλάβουν τί γίνεται στὸν κόσμο, παρὰ ἀντίθετα συνεχίζουν ἀπτόητοι τὴ φιλόδοξη πολιτικὴ ἢ συγγραφική τους σταδιοδρομία ἐπικαλούμενοι τὴν ἀκατάλυτη πίστη τους στὸ «μέλλον τοῦ ἀνθρώπου» καὶ στὴν «πρόοδο» — πολλοὶ τέτοιοι, λοιπόν, ζητοῦν σήμερα ὑποκατάστατα τῶν παλαιῶν ὀρθόδοξων σοσιαλιστικῶν οὐτοπιῶν σὲ θολοὺς εἰρηνισμοὺς καὶ σὲ οἰκουμενιστικὲς ἠθικολογίες. Νομίζουν ὅτι μὲ τὸν τονισμὸ τοῦ μεγάλου κοινοῦ ἀνθρωπιστικοῦ παρονομαστῆ καὶ μὲ τὴν ὑπόμνηση τοῦ πάντα ἀδιάπτωτου ἀνθρωπιστικοῦ τους φρονήματος θὰ ρίξουν μία γέφυρα ἀνάμεσα στὶς χθεσινὲς καὶ στὶς σημερινές τους τοποθετήσεις, σβήνοντας ἔτσι ἀπὸ τὴ μνήμη τῶν ἄλλων τὶς πολιτικὲς τους γκάφες καὶ διασκεδάζοντας τὶς εὔλογες ἀμφιβολίες, ὡς πρὸς τὶς πνευματικές τους ἱκανότητες σ’ ὅ,τι ἀφορᾶ στὴ σύλληψη πολιτικῶν καταστάσεων. Ὁ κόπος τους φαίνεται ὡστόσο νὰ πηγαίνει χαμένος. Γιατί καὶ τὰ καινούργια τους θεολογούμενα ἀπέχουν, τὸ ἴδιο ὅπως καὶ τὰ παλιά, παρασάγγες ἀπὸ τὶς κινητήριες δυνάμεις τῆς σύγχρονης πλανητικῆς ἱστορίας καὶ ἀπὸ τὸν χαρακτήρα τῆς πολιτικῆς. Εἶναι πολιτικὰ νήπιος ὅποιος ἀναφέρεται στὶς δῆθεν γενικὲς σύγχρονες τάσεις γιὰ ὑπέρβαση τοῦ ἐθνικοῦ κράτους καὶ γιὰ τὴ βαθμιαία πτώση τῶν συνόρων, ἀποσιωπῶντας ὅτι εἶναι δύο πολὺ διαφορετικὰ πράγματα νὰ περνοῦν τὰ σύνορά σου στρατιὲς τουριστῶν καὶ νὰ τὰ περνοῦν τὰ στρατεύματα ἑνὸς γειτονικοῦ κράτους. Καὶ ἐξ ἴσου πολιτικὰ νήπιοι εἶναι ὅσοι φαντάζονται ὅτι τὰ «ἀνθρώπινα δικαιώματα» μποροῦν ν’ ἀποτελέσουν ἀμετακίνητο κριτήριο γιὰ τὴν ἄσκηση ἐθνικῆς πολιτικῆς, παραγνωρίζοντας τὴ συγκεκριμένη ἐπήρεια καὶ χρήση τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων σὲ κάθε πολιτικὴ συγκυρία. 
Γιὰ νὰ τὸ ποῦμε εἰλικρινὰ καὶ ἀπερίφραστα: θὰ ἦταν κάτι σὰν ἐθνικὴ αὐτοχειρία, ἂν σήμερα ἡ Ἑλλάδα γνοιαζόταν πρωταρχικὰ γιὰ τὰ ἀνθρώπινα δικαιώματα τῶν μουσουλμάνων τῆς Βοσνίας, ὑποστηρίζοντας μεταξὺ ἄλλων καὶ τὸ δικαίωμα τους ν' αὐτοδιατεθοῦν καὶ νὰ σχηματίσουν ἕνα δεύτερο μουσουλμανικὸ κράτος στὰ Βαλκάνια. Φαίνεται πάντως ὅτι τὸ ἔνστικτο τῆς ἐθνικῆς αὐτοσυντήρησης λειτουργεῖ βουβὰ μέν, ἀλλὰ ἀλάνθαστα καὶ στοὺς παρ' ἡμῖν ζηλωτὲς τοῦ εἰρηνισμοῦ καὶ τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων. Κανείς τους δὲν διαδήλωσε ὑπὲρ τῶν μουσουλμάνων Βοσνίων, ὅπως λ.χ. θὰ διαδήλωνε ὑπὲρ τῶν Κούρδων τῆς Τουρκίας• ἐπίσης κανεὶς δὲν φάνηκε νὰ ἐνοχλεῖται ἰδιαίτερα ὅταν πρὶν ἀπὸ μερικὰ χρόνια ἡ τουρκικὴ μειονότητα τῆς Βουλγαρίας διωκόταν συστηματικά. Τέτοιες πράξεις ἤ παραλείψεις δὲν ὑπαγορεύονται βέβαια ἀπὸ κακοπιστία ἤ συνειδητὸ ὑπολογισμὸ· μᾶλλον ἐκφράζουν ὑποσυνείδητους αὐτοματισμούς, οἱ ὁποῖοι μὲ τὴ σειρὰ τους καθιστοῦν πρόδηλη τὴν ἔμπρακτη ἀδυναμία νὰ στηριχθεῖ μία ρεαλιστικὴ ἐθνικὴ πολιτικὴ σὲ ἀμιγεῖς οἰκουμενικὲς ἀρχές.

Ἂς ἐπαναλάβουμε, κλείνοντας, ὅτι σκοπὸς τῶν σύντομων αὐτῶν παρατηρήσεων δὲν ἦταν, οὔτε μποροῦσε νὰ εἶναι, ἡ διατύπωση συγκεκριμένων προτάσεων πάνω στὰ συγκεκριμένα προβλήματα πού ἀντιμετωπίζει σήμερα ἡ ἑλληνικὴ ἐξωτερικὴ πολιτική. Θελήσαμε νὰ τονίσουμε τὴν ἁπλῆ καὶ στοιχειώδη ἀλήθεια, ὅτι μία τελεσφόρα καὶ μακρόπνοη ἐθνικὴ πολιτικὴ μπορεῖ ν’ ἀπορρεύσει μονάχα ἀπὸ μίαν ἀκμαία ἐθνικὴ ὀντότητα ὡς conditio sine qua non. Τὸ τί θὰ κάμει στὰ ἐπὶ μέρους ὅποιος διαθέτει τὴν ἀπαραίτητη τούτη προϋπόθεση ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν ἑκάστοτε διεθνῆ συσχετισμὸ δυνάμεων, ἀπὸ τὶς ἑκάστοτε ἀνάγκες καὶ ἐπιδιώξεις του. Γιὰ νὰ περπατήσει κανεὶς πρέπει πρῶτα-πρῶτα νὰ ἔχει πόδια· τὸ ποῦ, πῶς καὶ πότε θὰ πάει, δὲν τὸ ξέρει πάντοτε ἐκ τῶν προτέρων καὶ δὲν τὸ καθορίζει πάντοτε ὁ ἴδιος. Συχνότατα ἡ σημερινὴ ἑλληνικὴ ἐθνικὴ πολιτικὴ θυμίζει κάποιον ὁ ὁποῖος δὲν ἀνησυχεῖ γιατί δὲν ἔχει πόδια, πιστεύοντας ὅτι στὴν κρίσιμη στιγμὴ θὰ τοῦ φυτρώσουν φτερά. Ἡ στάση αὐτὴ δὲν προμηνύει τίποτε καλό. Πράγματι, μία νηφάλια ἐκτίμηση μᾶλλον θὰ κατέληγε στὸ πόρισμα ὅτι εἶναι ἄκρως ἀμφίβολο ἂν ἡ Ἑλλάδα θὰ μπεῖ στὸν ἐπίπονο καὶ τραχὺ δρόμο τῆς ἐσωτερικῆς ἀνόρθωσης, πού μόνος θὰ τῆς ἔδινε τὶς προϋποθέσεις γιὰ τὴν ἄσκηση ἐθνικῆς πολιτικῆς ἱκανῆς ν’ ἀντεπεξέλθει στὶς ἐξαιρετικὰ δυσχερεῖς συνθῆκες τῆς σημερινῆς πλανητικῆς συγκυρίας. Μᾶλλον θὰ συνεχίσει νὰ αἰωρεῖται ἀμήχανα μεταξὺ εὐρωπαϊκῶν ἐλπίδων καὶ ὑπεραναπληρωτικοὺ νευρωτικοῦ ἐθνικισμοῦ, ἀνήκοντας στὴν Εὐρώπη μὲ τὸν πιθηκισμό της καὶ στὰ Βαλκάνια μὲ ὅ,τι γνησιώτερο ἔχει: τὴ μιζέρια καὶ τὸν ἐπαρχιωτισμό της.

Αὐτὸ ἐπιβάλλεται νὰ πεῖ ὅποιος ἐπιχειρεῖ σήμερα μία διάγνωση πέρα ἀπὸ ἐπιθυμίες καὶ φόβους, συμπάθειες καὶ ἀντιπάθειες. Οὔτε ἀγνοῶ οὔτε λησμονῶ τὶς ἄκρως τιμητικὲς ἀτομικὲς ἐξαιρέσεις ἔναντι τῶν κανόνων πού διέπουν τὴ λειτουργία τῆς σημερινῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας. Ὅμως οἱ ἐξαιρέσεις δὲν μποροῦν ν’ ἀποτελέσουν τὸ ἀντικείμενο μίας σύντομης κοινωνιολογικῆς καὶ πολιτικῆς ἀνάλυσης, ὅταν οἱ κανόνες εἶναι τόσο ἐξόφθαλμοι καὶ τόσο ἐπαχθεῖς. Πολλοὶ ἴσως βροῦν ὑπερβολικὰ καυστικὲς διάφορες ἐκφράσεις ἀπ’ ὅσες χρησιμοποιήθηκαν στὴν παραπάνω περιγραφή. Θὰ εἶναι ἀσφαλῶς ἐκεῖνοι πού ἀκόμα δὲν κατάλαβαν ὅτι στὴν Ἑλλάδα δὲν ὑπάρχουν πιὰ περιθώρια γιὰ μισόλογα καὶ διακριτικοὺς ὑπαινιγμούς.

Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2015

Ο ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΟΝΔΥΛΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Κυριακάτικος περίπατος, Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά

...Με άλλα λόγια, η κοινωνική οντολογία δεν παρέχει ένα ύψιστο πραγματολογικό ή κανονιστικό κριτήριο προς παρατήρηση της ανθρώπινης κοινωνίας και ιστορίας, αλλά παρέχει την θεμελιώδη εκείνη ανάλυση από την οποία προκύπτει γιατί είναι αδύνατη η εύρεση ενός τέτοιου κριτηρίου...

Παναγιώτης Κονδύλης (1943-1998)
Για την κοινωνική οντολογία

Δεν βλέπω πώς μπορεί να προχωρήσει κάποιος σήμερα σε αξιόλογες γενικεύσεις χωρίς ευρεία εμπειρική παιδεία, χωρίς μακρά τριβή με τις κοινωνικές επιστήμες. Η αποκοπή των εξ επαγγέλματος φιλοσόφων από την τέτοια παιδεία και τριβή τούς καθιστά συχνότατα, ως γνωστόν, γραφικά φαινόμενα. Τώρα, υπάρχουν διαφορετικά επίπεδα γενίκευσης, και αν, ονομάζοντας με «φιλόσοφο», εννοείτε ότι ορισμένες μου αναλύσεις κινούνται στο ευρύτερο δυνατό γενικευτικό επίπεδο, τότε οφείλω να αποδεχθώ την ονομασία – μόνον κατά σύμβαση, βέβαια.

Το ευρύτερο τούτο επίπεδο, όταν γίνεται λόγος για τα ανθρώπινα πράγματα, είναι το επίπεδο της κοινωνικής οντολογίας, το οποίο συναπαρτίζεται, όπως το βλέπω εγώ, πρώτον, από μιά θεωρία για το φάσμα και τον μηχανισμό των κοινωνικών σχέσεων μεταξύ ανθρώπων, δεύτερον, από μιά θεωρία για τις ιδιαίτερες εκείνες (πολιτικές) σχέσεις που συγκροτούν και συγκρατούν την κοινωνία ως υπερπροσωπική ολότητα και, τέλος, από μιαν ανθρωπολογία και μιά φιλοσοφία του πολιτισμού ως χαρακτηριστικής φύσεως του ανθρώπου. Προφανώς, το αντικείμενο της κοινωνικής οντολογίας δεν το αποτελούν πάγιες οντότητες, οι οποίες υπάρχουν κατά κάποιο τρόπο πίσω από τα ιστορικά ή κοινωνικά φαινόμενα καθοδηγώντας τα και υποτάσσοντάς τα σε οιασδήποτε μορφής νομοτέλεια· απεναντίας, το αποτελούν οι παράγοντες ή οι δυνάμεις εκείνες που κρατούν σε συνεχή κίνηση τη ζωή των κοινωνικά ζώντων ανθρώπων και ακριβώς γι' αυτό κάνουν σχετική και παροδική μόνον την επικράτηση κάθε επί μέρους «νομοτέλειας» και κάθε επί μέρους αιτιότητας.

Με άλλα λόγια, η κοινωνική οντολογία δεν παρέχει ένα ύψιστο πραγματολογικό ή κανονιστικό κριτήριο προς παρατήρηση της ανθρώπινης κοινωνίας και ιστορίας, αλλά παρέχει την θεμελιώδη εκείνη ανάλυση από την οποία προκύπτει γιατί είναι αδύνατη η εύρεση ενός τέτοιου κριτηρίου. Διαγράφει πεδία και πλαίσια μέσα στα οποία κινούνται όσα στοιχεία συναπαρτίζουν το αντικείμενό της, όμως δεν μπορεί να καθορίσει εκ των προτέρων σε ποια κατεύθυνση και με ποιον τρόπο θα κινηθούν. Ακριβώς αυτό της προσδίδει περισσότερη γενικότητα από τις κοινωνικές επιστήμες, οι οποίες αναζητούν τυπολογίες και αιτιότητες.

Ας το εξηγήσω αυτό με ένα παράδειγμα, έστω και κάπως χοντροκομμένο. Η κοινωνική οντολογία διαπιστώνει ότι ο άνθρωπος μπορεί, ως φίλος, να θυσιαστεί για άλλους ανθρώπους, ή, ως εχθρός, να τους σκοτώσει, και δουλειά της είναι να κάνει κατανοητή μιά τέτοια πλαστικότητα που επιτρέπει την κίνηση ανάμεσα σε ριζικά αντίθετους πόλους. Δουλειά τής κοινωνιολογίας είναι να βρει υπό ποιες συνθήκες και ποιες τυπικές μορφές συμβαίνει μάλλον το ένα ή μάλλον το άλλο, πότε π.χ. πρέπει μάλλον να αναμένεται ειρήνη μεταξύ των ανθρώπων και πότε μάλλον πόλεμος, ενώ δουλειά της ιστορίας είναι να αναζητήσει τις αιτίες στις οποίες οφείλεται η α ή β συγκεκριμένη ειρήνη και ο α ή β συγκεκριμένος πόλεμος.

Πηγή
ΛΟΓΙΚΗ ΕΛΛΑΔΑ