t


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες

Πέμπτη, 31 Μαρτίου 2011

Η πνευματικότητα του ανθρώπου θα πρέπει να υποκατασταθεί από έναν παγκόσμιο χυλό...


Paul Gauguin, Από Πού Ερχόμαστε; Ποιοί Είμαστε; Πού Πηγαίνουμε;
λάδι σε καμβά

Αποσπάσματα από την πολύ καλή ανάλυση του Σπύρου Κουτρούλη που δημοσιεύονται στην προσωπική του ιστοσελίδα με τίτλο:


Ο ξεριζωμός και η αποξένωση του ανθρώπου

...Η πλανητική εποχή και ο κόσμος της παγκοσμιοποίησης αποσκοπούν σε έναν ενιαίο κόσμο, όπου το πρόβλημα του ξεριζωμού δεν θα έχει λυθεί, αλλά θα έχει τεθεί με ένα οξύτερο τρόπο. Η πνευματικότητα του ανθρώπου θα πρέπει να υποκατασταθεί από έναν παγκόσμιο χυλό, όπου όλες οι αξίες θα σχετικοποιηθούν. Πρόκειται για την κυριαρχία του μηδενισμού του χρήματος, του εμπορεύματος , του homo economicus...

...Το κουτί της Πανδώρας άνοιξε ώστε η «νέα τάξη» μετατρέπεται σε παγκόσμια ανομία , το φάσμα της φτώχιας μεταφέρεται από τον τρίτο στον πρώτο κόσμο και οι ΗΠΑ εξελίσσονται από πλανητική υπερδύναμη σε μια παγκόσμια δύναμη ανάμεσα σε πολλές άλλες , που διατηρεί μεν την στρατιωτική της υπεροχή αλλά με περιορισμένη την πολιτική και οικονομική της κυριαρχία .Τελικά καθώς ο άνθρωπος αντί να είναι «ποιμένας του Είναι » γίνεται «κυρίαρχος του κόσμου » βρίσκεται αντιμέτωπος με μια πρωτοφανή οικολογική κρίση , που στην πραγματικότητα είναι εξάντληση του τρόπου με τον οποίο κατανόησε τον κόσμο...

Διαβάστε το πλήρες κείμενο

Τετάρτη, 30 Μαρτίου 2011

Όλα τελειώνουν στο τελευταίο σύνορο...

...Οι ποιητές δεν θέλουν χώρο... Οι ποιητές είναι πουλιά που πετούν. Σπάνια ξεκουράζονται ακουμπώντας στη γη...
Οι ποιητές παντού είναι ανεπιθύμητοι γιατί είναι ριζοσπάστες, αρνητές, υπενθυμίζουν την πλήξη που φέρουν όλοι όσοι έχουν αφεθεί στην καθημερινότητα...
Στην Ελλάδα υπάρχουν πολλά "πουλιά", αλλά πολύ φοβάμαι ότι τα περισσότερα από αυτά δεν έχουν φτερά... νομίζουν ότι έχουν. Αυτοί οι "ποιητές" πράγματι πιάνουν χώρο γιατί ποτέ δεν απογειώνονται ­ ούτε μας απογειώνουν...


(απόσπασμα από την τελευταία συνέντευξη του ποιητή)



Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου (1931-1996)

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου

Η ποίηση δε μας αλλάζει

Η ποίηση δε μας αλλάζει τη ζωή
το ίδιο σφίξιμο, ο κόμπος της βροχής
η καταχνιά της πόλης σα βραδιάζει
Δε σταματά τη σήψη που προχώρησε
δε θεραπεύει τα παλιά μας λάθη
Η ποίηση καθυστερεί τη μεταμόρφωση
κάνει πιο δύσκολη την καθημερινή μας πράξη

Σταθμός Λιτοχώρου

Παράξενα φέγγει στη μνήμη μου η αρχή. Είναι το φέγγρισμα
πίσω απ' το βράδυ, όταν το φως υποχωρεί απ' τις γωνιές,
όπως τα δίχτυα που απλώνουν στα τηλέφωνα κι ακούς
ένα ασυνάρτητο κενό μέσα στις ανοιχτές γραμμές,
μιαν έκσταση από άτεχνες φωνές μες απ' τα σύρματα,
το βράδυ στο σταθμό που συντροφεύει η θάλασσα,
δυο τρία βράχια κι ο κόρφος ανοιχτός δίχως ορίζοντα
κι ο ήλιος σα λυπημένη Κυριακή κοντά στα κάστρα.

Δεν θα ξεχάσω αυτό το φέγγος στο σταθμό
το πάθος που ξεπερνά την ευφροσύνη του κορμιού και από σάρκα γίνεται πνευματική αγωνία,
η αγωνία που φέρνουν οι σβησμένες φωνές στο κατώφλι της νύχτας
η αγωνία που φέρνει η μοναξιά δίπλα στον άλλο, η μοναξιά
μέσα στον άλλο, η μοναξιά μέσα στο πάθος του άλλου.

Όλα τελειώνουν στο τελευταίο σύνορο
χαμηλώνουν τα φώτα στο θάλαμο και σβήνουν
οι σιγανές πατημασιές. Προσευχηθείτε
για τις σκοπιές που αγρυπνούν

Τρίτη, 29 Μαρτίου 2011

ἄρχισε κι ἡ βροχή νά λιώνει τά μεσάνυχτα...

βραδύγλωσση βροχή,
σάν πρόθεση ναυαγισμένη
κάτι μακρύ νά διηγηθεῖ...


Arnold Μac Gorter, Μετά τη βροχή (1866-1933)

Κική Δημουλά

Τα πάθη της βροχής

Ἐν μέσῳ λογισμῶν καί παραλογισμῶν
ἄρχισε κι ἡ βροχή νά λιώνει τά μεσάνυχτα
μ’ αὐτόν τόν νικημένο πάντα ἦχο
σί, σί, σί.
Ἦχος συρτός, συλλογιστός, συνέρημος,
ἦχος κανονικός κανονικῆς βροχῆς.
Ὅμως ὁ παραλογισμός
ἄλλη γραφή κι ἄλλην ἀνάγνωση
μοῦ ‘μαθε γιά τούς ἤχους.
Κι ὅλη τή νύχτα ἀκούω καί διαβάζω τή βροχή,
σίγμα πλάι σέ γιῶτα, γιῶτα κοντά στό σίγμα,
κρυστάλλινα ψηφία πού τσουγκρίζουν
καί μουρμουρίζουν ἕνα ἐσύ, ἐσύ, ἐσύ.
Κάθε σταγόνα κι ἕνα ἐσύ,
ὅλη τή νύχτα
ὁ ἴδιος παρεξηγημένος ἦχος,
ἀξημέρωτος ἦχος,
ἀξημέρωτη ἀνάγκη ἐσύ,
βραδύγλωσση βροχή,
σάν πρόθεση ναυαγισμένη
κάτι μακρύ νά διηγηθεῖ
καί λέει μόνο ἐσύ, ἐσύ,
νοσταλγία δισύλλαβη,
ἔνταση μονολεκτική,
τό ἕνα ἐσύ σά μνήμη,
τό ἄλλο σάν μομφή
καί σάν μοιρολατρία,
τόση βροχή γιά μιά ἀπουσία,
τόση ἀγρύπνια γιά μιά λέξη,
πολύ μέ ζάλισε ἀπόψε ἡ βροχή
μ’ αὐτή της τή μεροληψία
ὅλο ἐσύ, ἐσύ, ἐσύ,
σάν ὅλα τ’ ἄλλα νά ‘ναι ἀμελητέα
καί μόνο ἐσύ, ἐσύ.

Δευτέρα, 28 Μαρτίου 2011

Ένα διαφορετικό ταξίδι...

Ένας από τους πιο ισχυρούς λόγους που οδήγησε τον άνθρωπο προς την κατεύθυνση της τέχνης και της επιστήμης ήταν να ξεφύγουν από την καθημερινότητα

Υπάρχουν στιγμές όπου κάποιος αισθάνεται απαλλαγμένος από τα όριά του και τις ανθρώπινες ατέλειες.
Σε μια τέτοια στιγμή μπορεί να δει κανείς, σε μια πολύ μικρή γωνιά ενός μικρού πλανήτη, κοιτάζοντας με θαυμασμό την ψυχρή και παρά ταύτα βαθιά και συγκινητική ομορφιά , αυτό που είναι αιώνιο, αυτό που είναι άπιαστο...

Άλμπερτ Αϊνστάιν

Ας ξεφύγουμε για λίγο λοιπόν...

(το κείμενο μας το έστειλε ο φίλος Κώστας Μ.)

Ο ήλιος είναι ένα αστέρι, ένα εκατομμύρια φορές μεγαλύτερο από τη γη. Κάθε δευτερόλεπτο ο ήλιος καταναλώνει εξακόσια εκατομμύρια τόνους υδρογόνου. Θα συνεχίσει να το κάνει για ακόμη πέντε δισεκατομμύρια χρόνια, πριν σβήσει οριστικά.

Αυτό το νεφέλωμα είναι εκατομμύρια φορές μεγαλύτερο από το ηλιακό μας σύστημα.
Εδώ είναι που γεννιούνται αστέρια όπως ο δικός μας ήλιος.
Νεφελώματα είναι οι “αίθουσες τοκετού” του σύμπαντος.



Το νεφέλωμα του Ωρίωνα βρίσκεται σε απόσταση 1500 ετών φωτός από εμάς.



Αυτό το αστρικό σύστημα είναι πολύ παρόμοιο με τον δικό μας γαλαξία. Περιέχει 300 δισεκατομμύρια αστέρια σαν τον δικό μας ήλιο.



Το παρατηρήσιμο σύμπαν περιέχει τουλάχιστον 100 δισεκατομμύρια “γαλαξίες”, ο καθένας των οποίων έχει κατά μέσο όρο πέντε τρισεκατομμύρια αστέρια.



Το παρατηρήσιμο σύμπαν είναι μια σφαίρα με διάμετρο 28 δισ-εκατομμύρια έτη φωτός, η οποία περιλαμβάνει 15 τρισεκατομμύρια ήλιους. Το τρισεκατομμύριο είναι ένα 1, ακολουθούμενο από 21 μηδενικά (1.000.000.000.000.000. 000.000).

Ας περάσουμε τώρα από τον μακρόκοσμο στον μικρόκοσμο:

Το σώμα μας έχει εκατό τρισεκατομμύρια κύτταρα που εργάζονται μαζί, έτσι ώστε να μπορούμε να ζήσουμε για δεκαετίες. Υπάρχουν εκατοντάδες είδη διαφορετικά κύτταρα - κάθε ένα με τη δική του λειτουργία, τη δική του ηλικία και τη δική του θέση στο σώμα – που βρίσκονται σε συνεχή επικοινωνία μεταξύ τους.

Ο εγκέφαλός μας αποτελείται από 100 δισεκατομμύρια εγκεφαλικά κύτταρα, που είναι συνδεδεμένα το καθένα κατά μέσο όρο με χιλιάδες άλλα κύτταρα. Στο κεφάλι μας ως εκ τούτου, υπάρχουν εκατό τρισεκατομμύρια συνδέσεις, δηλαδή τόσες συνδέσεις όσα αστέρια υπάρχουν σε 1.000 γαλαξίες σαν τον δικό μας.

Ορισμένα εγκεφαλικά κύτταρα όπως το κύτταρο Purkinje απέναντι, επικοινωνούν με 250.000 άλλα κύτταρα.
Τα κύτταρα Purkinje είναι σημαντικά για την εκμάθηση αυτομάτων (ανακλαστικών) αντιδράσεων όπως π.χ. αυτών κατά την οδήγηση ενός αυτοκινήτου.

Ο εγκέφαλος εκτελεί 20 εκατομμύρια δισεκατομμυρίων υπολογισμούς ανά δευτερόλεπτο, που αντιπροσωπεύει μια ταχύτητα εκατομμύρια φορές μεγαλύτερη εκείνης ενός υπολογιστή.

H συμμετρία ενός κρυστάλλου χιονονιφάδας...
H ομορφιά ενός χιονισμένου τοπίου...
H πολυπλοκότητα ενός απλού φύλλου...



H μαθηματική κανονικότητα σε ένα κομμάτι μπρόκολο...


Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2011

Μηνύματα της 25ης Μαρτίου

Η νίκη θα είναι δική μας, αν βασιλεύση είς την ακαρδίαν μας μόνο το αίσθημα το ελληνικό, ο φιλήκοος των ξένων είναι προδότης...
Ιωάννης Καποδίστριας

Νικόλαου Γύζη, Κρυφό σχολείο


Με αφορμή την εθνική επέτειο, δημοσιεύουμε απόσπασμα από τα "Απόλογα για τον Καποδίστρια" του Γ. Τερτσέτη.

Πηγή: 24 Γράμματα

Στις 11 Ιανουαρίου 1828 ο Καποδίστριας απεβιβάσθη στην Αίγινα. Ο Γ. Τερτσέτης στα «Απόλογα για τον Καποδίστρια» περιγράφει συνομιλία του Κυβερνήτη με τον Γεωργάκη Μαυρομιχάλη:

«Είναι καιροί πού πρέπει να φορούμε όλοι ζώνη δερματένια και να τρώμε ακρίδες και μέλι άγριο. Είδα πολλά είς την ζωή μου, αλλά σαν το θέαμα όταν έφθασα εδώ εις την Αίγινα δεν είδα τί παρόμοιο ποτέ, και άλλος να μην το ιδή… «Ζήτω ο κυβερνήτης ο σωτήρας μας, ο ελευθερωτής μας!» εφώναζαν γυναίκες αναμαλλιάρες, άνδρες με λαβωματιές πολέμου, ορφανά κατεβασμένα από τις σπηλιές. Δεν ήταν το Μαυροφορεμένες γυναίκες, γέροντες μου εζητούσαν να αναστήσω τους πεθαμένους τους, μανάδες μου έδειχναν εις το βυζί τα παιδιά τους και μου έλεγαν να τα ζήσω και ότι δεν τους απέμειναν παρά εκείνα κι εγώ και με δίκαιο μου εζητούσαν όλα αυτά, διότι εγώ ήλθα και σεις με προσκαλέσατε να οικοδομήσω, να θεμελιώσω κυβέρνησιν και κυβέρνησις και ως πρέπει ζει, ευτυχεί τους ζωντανούς, ανασταίνει και αποθαμένους διατί διορθώνει την ζημία του θανάτου και της αδικίας. Δεν ζει ο άνθρωπος, ζει το έργο του, καρποφορεί, αν ο διοικητής είναι δίκαιος, αν το κράτος έχη συνείδησι, ευσπλαχνία, μέτρα σοφίας.

“…Ώς ψάρι εις το δίχτυ σπαράζει είς πολλούς κινδύνους ακόμη ή ελληνική ελευθερία. Μου εδώσατε τους χαλινούς του κράτους. Τίνος κράτους; Μετρούμε είς τα δάκτυλα την επικράτειάν μας. Τ’ Ανάπλι, την Αίγιναν, Πόρο, Ύδρα, Κόρινθο, Μέγαρα, Σαλαμίνα. Ο Ιμπραΐμης κρατεί τα κάστρα και το μεσόγειο της Πελοποννήσου, ο Κιουτάγιας την Ρούμελη, πολλά νησιά βασανίζονται από αυτεξούσιο στρατό καί από πειρατείαν, τα δύο μεγάλα πολεμικά καράβια μας είναι αραγμένα ξαρμάτωτα εις τον Πόρο, η Αθήνα έφαγε πέρυσι τους ανδρειότερους των Ελλήνων.

Που το θησαυροφυλάκιον του έθνους; Ακούω επουλήσατε και την δεκατία του φετεινούέτους πρίν σπαρθή ακόμα το γέννημα, ο τόπος είναι χέρσος, σπάνιοι οι κάτοικοι; σκόρπιοι είς τα βουνά και εις τα σπήλαια. Το δημόσιο είναι πλακωμένο από δυο εκατομμύρια λίρες στερλίνες χρέος, άλλα τόσα ζητούν οι στρατιωτικοί, η γη είναι υποθηκευμένη είς τους Άγγλους δανειστάς, ανάγκη να την ελευθερώσωμε με την ίδια απόφασι ως την ελευθερώσαμε καί από τα άρματα του Κιουτάγια και του Αιγυπτίου. Δεν λυπούμαι, δεν απελπίζομαι, προτιμώ αυτό το σκήπτρο του πόνου καί των δακρύων παρά άλλο. Ο θεός μου τάδωσε, το παίρνω, θέλει να με δοκιμάση. Είμαι από τη φυλή σας, είς ένα μνήμα μαζί με σας θα θαφτώ, ό,τι έχω, ζωή, περιουσία, φιλίες είς την Ευρώπην, κεφάλαια γνώσεων αποκτημένα από τόσα θεάματα και ακροάματα συμβάντων του κόσμου είς τάς ημέρας μου, τα αφιερώνω είς την κοινήν πατρίδα…

Κατεβαίνω πολεμιστής είς το στάδιον, θα πολεμήσω ως κυβέρνησις, δεν λαθεύομαι τον έρωτα των προνομίων πού είναι φυτευμένες είς ψυχές πολλών, τα ονειροπολήματα των λογιωτάτων, ξένων πρακτικής ζωής, το φιλύποπτο, κυριαρχικό και ανήμερο αλλοεθνών ανδρών. Η νίκη θα είναι δική μας, αν βασιλεύση είς την ακαρδίαν μας μόνο το αίσθημα το ελληνικό, ο φιλήκοος των ξένων είναι προδότης.

Πέμπτη, 24 Μαρτίου 2011

Ο ύπνος της λογικής γεννά τέρατα...

Δεν είναι μόνο ο λόγος, αλλά και η ζωγραφική που μερικές φορές μπορούν να τα πουν όλα...

Τι περισσότερο εκφράζει την εποχή μας αλλά και την ανθρώπινη φύση από τον πίνακα του Φρανσίσκο Γκόγια:

"Ο ύπνος της λογικής γεννά τέρατα"


Francisco Goya (1746-1828)
El sueno de la razon produce monstruos (1797-98)
χαρακτικό, 21.6 x 15.2 cm

Τρίτη, 22 Μαρτίου 2011

μὲ βουλιαγμένα ὄνειρα κι ἀνέγγιχτος...

Γυρίζει μόνος
στὰ χείλη του παντάνασσα σιωπὴ
συνέχεια τῶν πουλιῶν τὰ μαλλιά του...


Ανθρώπινες φιγούρες στη ζωγραφική της προϊστορίας
(Αλγερία, Tassili N'Ajjer)

Νίκος Καρούζος

Πέντε ποιήμτα μεσ' το Σκοτάδι - Εικόνα

Γυρίζει μόνος
στὰ χείλη του παντάνασσα σιωπὴ
συνέχεια τῶν πουλιῶν τὰ μαλλιά του.
Ὠχρὸς
μὲ βουλιαγμένα ὄνειρα κι ἀνέγγιχτος
νερὸ τρεχάμενο στὰ ρεῖθρα, ὠχρὸς
ἕλληνας.
Πάντα ὁ δρόμος μέσ᾿ στὰ μάτια του
κ᾿ ἡ λάμψη ἀπ᾿ τὴ φωτιὰ
ποὺ καταλύει
τὴ νύχτα.
Γυρίζει μόνος
στὰ χέρια τοῦ κλαδὶ ἀπὸ ἐλιὰ
γεμάτος πόνο χάνεται στὰ δειλινὰ
αἰσθάνεται
πὼς ὅλα χάθηκαν.
Μὴν τοῦ μιλᾶτε εἶναι ἄνεργος
τὰ χέρια στὶς τσέπες του
σὰν δυὸ χειροβομβίδες.
Μὴν τοῦ μιλᾶτε δὲ μιλοῦν στοὺς καθρέφτες.
Ἄνθη τῆς λεμονιᾶς
λουλούδια τοῦ ἀνέμου
στεφάνωσέ τον Ἄνοιξη
τὸν κλώθει ὁ θάνατος.


Νίκος Καρούζος (1926-1990)

Είσοδος

ΕΊναι μία θύρα στὰ μάτια κάθε νεκροῦ
μὲ καίει τρόμος ἀπ᾿ τὴν ἡλικία
τῶν λουλουδιῶν ἔτσι γρήγορα ποὺ φεύγουν
ἔτσι γρήγορα εἶναι μιὰ θύρα βαμμένη μὲ τὴ σιωπὴ
κι ὁ θάνατος μονόλιθος.
Κράζει τ᾿ ἀηδόνι μαῦρος κόρακας καὶ θέλει τὴ φωνή του
μὰ δὲν ἔχει γλῶσσα ἡ δεύτερη ζωή μας. Καλὴ νύχτα,
ποὺ λέει ὁ θεατρίνος ἢ ὁ ψευδοσκότεινος, δὲν ὑπάρχει
κι οὔτε νύχτα κακὴ κι ἀκόμη οὔτε νύχτα
εἶναι μονάχα τὸ Δὲν τὸ Μὴ καὶ τ᾿ Ὄχι σὰν καρπὸς
τοῦ δέντρου μὲ τ᾿ ὄνομα Ἐγὼ καὶ τ᾿ ἄλλο τ᾿ ὄνομα Ταξιδεύω
κι ὅλα τὰ λόγια μας ἐδῶ
φενάκη κ᾿ ἐσωτερικὰ τηλέφωνα
εἶναι μιὰ θύρα φοβερὴ
γι᾿ αὐτὸ κρατοῦμε τουφέκι τὸ τραγούδι:
Μιὰ θύρα, θύρα ἡ γκρέμιση
τὸ σάλιο τοῦ χελιδονιοῦ ποὺ φτιάχνει μὲ τὰ φρύγανα
στὰ δέντρα οὐράνιες φωλιές.
Καὶ χωρίζουμε σὲ φῶς καὶ σκοτάδι τὸ Ἕνα.
Χωρίζουμε τὸν Ὀδυρμὸ σὲ τύφλωση καὶ θυσία.

Κυριακή, 20 Μαρτίου 2011

Ο Παναγιώτης Κονδύλης για την ελληνική κρίση...

ΑΠΟ ΤΟ «ΕΠΑΙΣΧΥΝΤΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟ»
ΣΤΗΝ «ΑΥΣΤΗΡΗ ΔΙΑΙΤΑ ΕΞΥΓΙΑΝΣΕΩΣ»

Από το άρθρο του Κώστα Κουτσουρέλη


Παναγιώτής Κονδύλης
(1943-1998)


Την πληρέστερη ερμηνεία και περιγραφή της ελληνικής κρίσης την οφείλουμε στον Παναγιώτη Κονδύλη.

Ο Κονδύλης καταπιάστηκε με το ελληνικό πρόβλημα μόνο σποράδην, σε μια σειρά από κείμενά του δημοσιευμένα ως εισαγωγές ή επίμετρα στις ελληνικές εκδόσεις των βιβλίων του από το 1991 ώς το 1998. Όμως η συνοχή των παρατηρήσεών του είναι τέτοια που έχει κανείς την εντύπωση ότι βρίσκεται εμπρός σε έργο συστηματικό. Στον πυρήνα του προβλήματος, ο Κονδύλης εντοπίζει ό,τι αποκαλεί «καχεξία του αστικού στοιχείου». Η χαλαρή κοινωνική συνομάδωση που ονομάστηκε ελληνική αστική τάξη, δεν κατόρθωσε ποτέ «να δημιουργήσει γηγενή και αυτοτελή αστικό πολιτισμό». Χώρα με ασήμαντη θέση στον διεθνή καταμερισμό της υλικής και πνευματικής εργασίας, και επιπλέον υποπαραγωγική και χρονίως εξαρτημένη από την ξένη προστασία, η Ελλάδα ήταν επόμενο να διολισθήσει στον παρασιτισμό. Ακόμη και η νεοελληνική ιδεολογία, ο τρόπος δηλαδή που κατανοούμε τον εαυτό μας, είναι εν μέρει προϊόν εισαγωγής.

Το ότι ο παράσιτος μπόρεσε επί τόσες δεκαετίες να είναι συγχρόνως και υπερκαταναλωτής, ο Κονδύλης το εξηγεί επικαλούμενος την ιστορική συγκυρία. Διαρκούντος του Ψυχρού Πολέμου, οργανισμοί όπως η Ατλαντική Συμμαχία και η Ευρωπαϊκή Ένωση δημιούργησαν για τις χώρες της Δύσης ένα θεσμικό και οικονομικό θερμοκήπιο εντός του οποίου η Ελλάδα κατέλαβε οιονεί θέση πτωχού πλην ομοτράπεζου συγγενούς. Η εξωτερική βοήθεια από την εποχή του Σχεδίου Μάρσαλ ώς εκείνη των ποικιλώνυμων κοινοτικών «πακέτων», συνιστούσε κατά κάποιο τρόπο το υλικό αντίτιμο της γεωπολιτικής της νομιμοφροσύνης. Μόνο που τα τεράστια αυτά ποσά σπανίως διατέθηκαν προς όφελος δραστηριοτήτων πράγματι παραγωγικών αλλά το συνηθέστερο διέρρευσαν απευθείας στην ιδιωτική κατανάλωση. Το ίδιο συνέβη με τον ιλιγγιώδη εξωτερικό δανεισμό της χώρας. Το σύνολο σχεδόν της ελληνικής «ανάπτυξης» των τελευταίων δεκαετιών, προέρχεται από την κατανάλωση, άρα από την αγοραία κατασπατάληση των ξένων μεταβιβάσεων και δανείων.

Σε οξεία αντίθεση προς όσους τείνουν να επιρρίπτουν την ευθύνη σε μία μόνο μερίδα (τους πολιτικούς, το κράτος, την «πλουτοκρατία», τη δημοσιοϋπαλληλία, τους ελεύθερους επαγγελματίες κ.ο.κ.), ο Κονδύλης μιλάει ευθέως για ένα «επαίσχυντο κοινωνικό συμβόλαιο». Η νοοτροπία του παρασιτικού καταναλωτισμού, γράφει, αφορά τη «συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού όλων των κοινωνικών στρωμάτων». Δεν έχουμε να κάνουμε με «έναν λίγο-πολύ υγιή εθνικό κορμό, ο οποίος έχει αρκετές περισσές ικμάδες ώστε να τρέφει και μερικά παράσιτα ποσοτικώς αμελητέα, παρά για ένα πλαδαρό σώμα πού παρασιτεί ως σύνολο εις βάρος ολόκληρου του εαυτού του, ήτοι τρώει τις σάρκες του, συχνότατα και τα περιττώματά του». Με τα δύο τρίτα των προϋπολογισμών του κράτους να κατευθύνονται επί δεκαετίες ολόκληρες σε μισθούς, συντάξεις και αγροτικές επιδοτήσεις, και με ένα επιπλέον 20% να διατίθεται για τοκοχρεολύσια, άρα εν πολλοίς για τον ίδιο σκοπό, η εκτίμηση αυτή του Κονδύλη είναι αμάχητη. Το παράδοξο της ελληνικής περίπτωσης είναι ότι ο παρασιτικός καταναλωτισμός μας ήταν οργανωμένος δημοκρατικά, η διανομή του ξένου χρήματος γινόταν με πνεύμα κοινωνικής δικαιοσύνης.

Ο Παναγιώτης Κονδύλης εκδήμησε το 1998, μια δεκαετία δηλαδή πριν το ξέσπασμα της κρίσης. Ήδη όμως στα 1992 διέβλεπε τις πιθανές εξελίξεις. Η νέα συγκυρία μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, πίστευε, θα υποβάθμιζε τον ρόλο της Ελλάδας στους κόλπους της Δύσης. Αυτό θα οδηγούσε αργά ή γρήγορα τους εταίρους μας αφενός μεν στην άρνηση «να χρηματοδοτήσουν περαιτέρω τον ελληνικό παρασιτικό καταναλωτισμό, επιβάλλοντας στην ελληνική οικονομία αυστηρή δίαιτα εξυγιάνσεως και επαναφέροντας το ελληνικό βιοτικό επίπεδο στο ύψος πού επιτρέπουν οι δυνατότητές της». Αφετέρου δε στην απόφαση να αγνοήσουν «ό,τι οι Έλληνες θεωρούν ως εθνικά τους δίκαια, υιοθετώντας στα αντίστοιχα ζητήματα είτε τη θέση των αντιπάλων της Ελλάδας είτε εν πάση περιπτώσει θέση σύμφωνη με τα δικά τους περιφερειακά συμφέροντα».

Με το Μνημόνιο της 8ης Μαΐου 2010, το πρώτο σκέλος της πρόβλεψης, η έξωθεν επιβεβλημένη «αυστηρή δίαιτα», επιβεβαιώθηκε πλήρως. Το μέλλον θα δείξει αν θα ισχύσει το ίδιο και στα εθνικά μας ζητήματα.


Πρώτη δημοσίευση:
εφ. Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Κυριακή, 13 Μαρτίου 2011

Παρασκευή, 18 Μαρτίου 2011

Για τους λίγους που επιμένουν - Stand By Me...

Η χειρότερη ίσως καταστροφή που έχει γίνει στην χώρα μας είναι η διάλυση του κοινωνικού μας ιστου...

Η ηθική και πολιτισμική εξαθλίωση προηγούνται - η οικονομική χρεοκοπία έπεται...

Πόσοι άραγε το καταλαβαίνουν αυτό; Μάλλον ελάχιστοι - γεμίσαμε από οικονομιστές της δεκάρας...

Για τους λίγους που επιμένουν...

Stand by Μe - Μουσικοί του δρόμου

Τετάρτη, 16 Μαρτίου 2011

μαρτυρικὸ τεράστιο σύμβολο ὄλου τοῦ πόνου τοῦ πανάρχαιου...

μαρτυρικὸ τεράστιο σύμβολο ὅλου
τοῦ κόσμου, τωρινοῦ καὶ περασμένου,
μαρτυρικὸ τεράστιο σύμβολο ὄλου
τοῦ πόνου τοῦ πανάρχαιου...


Γιάννης Σταύρου, Άγγελος Σικελιανός, πορτρέτο
(μικτή τεχνική)


Άγγελος Σικελιανός

Ιερά οδός

Ἀπὸ τὴ νέα πληγὴ ποὺ μ᾿ ἄνοιξεν ἡ μοίρα
ἔμπαιν᾿ ὁ ἥλιος, θαρροῦσα, στὴν καρδιά μου
μὲ τόση ὁρμή, καθὼς βασίλευε, ὅπως
ἀπὸ ραγισματιὰν αἰφνίδια μπαίνει
τὸ κύμα σὲ καράβι π᾿ ὁλοένα
βουλιάζει.

Γιὰ ἐκεῖνο πιὰ τὸ δείλι,
σὰν ἄρρωστος, καιρό, ποὺ πρωτοβγαίνει
ν᾿ ἀρμέξει ζωὴ ἀπ᾿ τὸν ἔξω κόσμον, ἤμουν
περπατητὴς μοναχικὸς στὸ δρόμο
ποὺ ξεκινᾶ ἀπὸ τὴν Ἀθήνα κ᾿ ἔχει
σημάδι του ἱερὸ τὴν Ἐλευσίνα.
Τί ἦταν γιὰ μένα αὐτὸς ὁ δρόμος πάντα
σὰ δρόμος τῆς Ψυχῆς.

Φανερωμένος
μεγάλος ποταμός, κυλοῦσε ἐδῶθε
ἀργὰ συρμένα ἀπὸ τὰ βόδια ἁμάξια
γεμάτα ἀθεμωνιὲς ἢ ξύλα, κι ἄλλα
ἁμάξια, γοργὰ ποὺ προσπερνοῦσαν,
μὲ τοὺς ἀνθρώπους μέσα τοὺς σὰν ἴσκιους.

Μὰ παραπέρα, σὰ νὰ χάθη ὁ κόσμος
κ᾿ ἔμειν᾿ ἡ φύση μόνη, ὥρα κι ὥρα
μίαν ἡσυχία βασίλεψε. K᾿ ἡ πέτρα
π᾿ ἀντίκρισα σὲ μία ἄκρη ριζωμένη,
θρονί μου φάνη μοιραμένο μου ἦταν
ἀπ᾿ τοὺς αἰῶνες. K᾿ ἔπλεξα τὰ χέρια,
σὰν κάθισα, στὰ γόνατα, ξεχνώντας
ἂν κίνησα τὴ μέρα αὐτὴ ἢ ἂν πῆρα
αἰῶνες πίσω αὐτὸ τὸν ἴδιο δρόμο.

Μὰ νά· στὴν ἡσυχία αὐτή, ἀπ᾿ τὸ γύρο
τὸν κοντινό, προβάλανε τρεῖς ἴσκιοι.
Ἕνας Ἀτσίγγανος ἀγνάντια ἐρχόταν,
καὶ πίσωθέ του ἀκλούθααν, μ᾿ ἁλυσίδες
συρμένες, δυὸ ἀργοβάδιστες ἀρκοῦδες.

Καὶ νά· ὡς σὲ λίγο ζύγωσαν μπροστά μου
καὶ μ᾿ εἶδε ὁ Γύφτος, πρὶν καλὰ προφτάσω
νὰ τὸν κοιτάξω, τράβηξε ἀπ᾿ τὸν ὦμο
τὸ ντέφι καί, χτυπώντας το μὲ τό ῾να
χέρι, μὲ τ᾿ ἄλλον ἔσυρε μὲ βία
τὶς ἁλυσίδες. K᾿ οἱ δυὸ ἀρκοῦδες τότε
στὰ δυό τους σκώθηκαν, βαριά.

Ἡ μία,
(ἤτανε ἡ μάνα, φανερά), ἡ μεγάλη,
μὲ πλεχτὲς χάντρες ὅλο στολισμένο
τὸ μέτωπο γαλάζιες, κι ἀπὸ πάνω
μίαν ἄσπρη ἀβασκαντήρα, ἀνασηκώθη
ξάφνου τρανή, σὰν προαιώνιο νά ῾ταν
ξόανο Μεγάλης Θεᾶς, τῆς αἰώνιας Μάνας,
αὐτῆς τῆς ἴδιας ποὺ ἱερὰ θλιμμένη,
μὲ τὸν καιρὸν ὡς πῆρε ἀνθρώπινη ὄψη,
γιὰ τὸν καημὸ τῆς κόρης της λεγόνταν
Δήμητρα ἐδῶ, γιὰ τὸν καημὸ τοῦ γιοῦ της
πιὸ πέρα ἦταν Ἀλκμήνη ἢ Παναγία.
Καὶ τὸ μικρὸ στὸ πλάγι της ἀρκούδι,
σὰ μεγάλο παιχνίδι, σὰν ἀνίδεο
μικρὸ παιδί, ἀνασκώθηκε κ᾿ ἐκεῖνο
ὑπάκοο, μὴ μαντεύοντας ἀκόμα
τοῦ πόνου του τὸ μάκρος, καὶ τὴν πίκρα
τῆς σκλαβιᾶς, ποὺ καθρέφτιζεν ἡ μάνα
στὰ δυὸ πυρά της ποὺ τὸ κοίτααν μάτια!

Ἀλλ᾿ ὡς ἀπὸ τὸν κάματον ἐκείνη
ὀκνοῦσε νὰ χορέψει, ὁ Γύφτος, μ᾿ ἕνα
῾πιδέξιο τράβηγμα τῆς ἁλυσίδας
στοῦ μικροῦ τὸ ρουθούνι, ματωμένο
ἀκόμα ἀπ᾿ τὸ χαλκὰ ποὺ λίγες μέρες
φαινόνταν πὼς τοῦ τρύπησεν, αἰφνίδια
τὴν ἔκαμε, μουγκρίζοντας μὲ πόνο,
νὰ ὀρθώνεται ψηλά, πρὸς τὸ παιδί της
γυρνώντας τὸ κεφάλι, καὶ νὰ ὀρχιέται
ζωηρά.

K᾿ ἐγώ, ὡς ἐκοίταζα, τραβοῦσα
ἔξω ἀπ᾿ τὸ χρόνο, μακριὰ ἀπ᾿ τὸ χρόνο,
ἐλεύτερος ἀπὸ μορφὲς κλεισμένες
στὸν καιρό, ἀπὸ ἀγάλματα κ᾿ εἰκόνες·
ἤμουν ἔξω, ἤμουν ἔξω ἀπὸ τὸ χρόνο.

Μὰ μπροστά μου, ὀρθωμένη ἀπὸ τὴ βία
τοῦ χαλκὰ καὶ τῆς ἄμοιρης στοργῆς της,
δὲν ἔβλεπα ἄλλο ἀπ᾿ τὴν τρανὴν ἀρκούδα
μὲ τὶς γαλάζιες χάντρες στὸ κεφάλι,
μαρτυρικὸ τεράστιο σύμβολο ὅλου
τοῦ κόσμου, τωρινοῦ καὶ περασμένου,
μαρτυρικὸ τεράστιο σύμβολο ὄλου
τοῦ πόνου τοῦ πανάρχαιου, ὁπ᾿ ἀκόμα
δὲν τοῦ πληρώθη ἀπ᾿ τοὺς θνητοὺς αἰῶνες
ὁ φόρος τῆς ψυχῆς.

Τί ἐτούτη ἀκόμα
ἦταν κ᾿ εἶναι στὸν Ἅδη.

Καὶ σκυμμένο
τὸ κεφάλι μου κράτησα ὁλοένα,
καθὼς στὸ ντέφι μέσα ἔριχνα, σκλάβος
κ᾿ ἐγὼ τοῦ κόσμου, μιὰ δραχμή.

Μὰ ὡς, τέλος,
ὁ Ἀτσίγγανος ξεμάκρυνε, τραβώντας
ξανὰ τὶς δυὸ ἀργοβάδιστες ἀρκοῦδες,
καὶ χάθηκε στὸ μούχρωμα, ἡ καρδιά μου
μὲ σήκωσε νὰ ξαναπάρω πάλι
τὸ δρόμον ὁποὺ τέλειωνε στὰ ῾ρείπια
τοῦ Ἱεροῦ τῆς Ψυχῆς, στὴν Ἐλευσίνα.
K᾿ ἡ καρδιά μου, ὡς ἐβάδιζα, βογγοῦσε:
«Θά ῾ρτει τάχα ποτέ, θὲ νά ῾ρτει ἡ ὥρα
ποὺ ἡ ψυχὴ τῆς ἀρκούδας καὶ τοῦ Γύφτου,
κ᾿ ἡ ψυχή μου, ποὺ Μυημένη τηνὲ κράζω,
θὰ γιορτάσουν μαζί;»

Κι ὡς προχωροῦσα,
καὶ βράδιαζε, ξανάνιωσα ἀπ᾿ τὴν ἴδια
πληγή, ποὺ ἡ μοίρα μ᾿ ἄνοιξε, τὸ σκότος
νὰ μπαίνει ὁρμητικὰ μὲς στὴν καρδιά μου,
καθὼς ἀπὸ ραγισματιὰν αἰφνίδια μπαίνει
τὸ κύμα σὲ καράβι ποὺ ὁλοένα
βουλιάζει. Κι ὅμως τέτοια ὡς νὰ διψοῦσε
πλημμύραν ἡ καρδιά μου, σᾶ βυθίστη
ὡς νὰ πνίγηκε ἀκέρια στὰ σκοτάδια,
σὰ βυθίστηκε ἀκέρια στὰ σκοτάδια,
ἕνα μούρμουρο ἁπλώθη ἀπάνωθέ μου,
ἕνα μούρμουρο,
κ᾿ ἔμοιαζ᾿ ἔλλε:

«Θὰ ῾ρτει.»


(ἀπὸ τὸ Λυρικὸς Βίος, E´, Ἴκαρος 1968)

Τρίτη, 15 Μαρτίου 2011

Σαν τεθλιμμένος συγγενής...

Και μου 'ριξαν δέκα χρόνια φυλακή για το λυπημένο μου πρόσωπο, έτσι ακριβώς όπως πριν πέντε χρόνια μου είχαν ρίξει πέντε χρόνια φυλακή για το χαρούμενο πρόσωπο μου.
Αν αντέξω τα επόμενα δέκα χρόνια της ευτυχίας και του σαπουνιού, είμαι αληθινά αναγκασμένος να φροντίσω να μείνω ολότελα δίχως πρόσωπο...

Χάινριχ Μπελ, Το λυπημένο μου πρόσωπο


Heinrich Boell (1917-1985)

Χάινριχ Μπελ


Κάτι θα γίνει


Μια από τις πιο παράξενες περιόδους της ζωής μου είναι σίγουρη κείνη που πέρασα σαν υπάλληλος του 'Αλφρεντ Βουνσίντελ. Από τη φύση μου, κλίνω πιότερο στη σκέψη και την απραξία παρά στην εργασία, κάπου-κάπου όμως επίμονες οικονομικές δυσχέρειες μ' αναγκάζουν -μια κι η σκέψη φέρνει τόσα λεφτά όσα κι η απραξία- να δεχτώ μια λεγόμενη θέση. Όταν έφτασα για μιαν ακόμα φορά σε τέτοιο σημείο κατάπτωσης, απευθύνθηκα στο Γραφείον Ευρέσεως Εργασίας κι από κει με στείλανε, μαζί μ' άλλους εφτά ομοιοπαθείς μου, στο εργοστάσιο Βουνσίντελ, όπου θα μας υπέβαλλαν σε δοκιμασία καταλληλότητας.
Μόλις είδα το εργοστάσιο, απέξω, πονηρεύτηκα: το εργοστάσιο ήταν ολάκερο χτισμένο με γυάλινες πλάκες κι η απέχθειά μου για τα φωτεινά κτίρια και τους φωτεινούς χώρους είναι τόσο μεγάλη, όσο κι η απέχθειά μου για εργασία. Ακόμα πιότερο πονηρεύτηκα, όταν μας σερβίραν αμέσως στη καντίνα που 'τανε βαμμένη με φωτεινά και χαρούμενα χρώματα, πρωινό: όμορφες σερβιτόρες μας φέραν αβγά, καφέ και φρυγανιές, καλόγουστες καράφες ήτανε γεμάτες με χυμό πορτοκάλι. Χρυσόψαρα κολλούσανε τα κουρασμένα τους προσωπάκια πάνω στα γυάλινα τοιχώματα ανοιχτοπράσινων ενυδρείων. Οι σερβιτόρες ήτανε τόσο πρόσχαρες, που φαίνονταν έτοιμες να σκάσουν από χαρά. Μόνο μια ισχυρή θέληση -έτσι πίστευα- τις συγκρατούσε από το να τιτιβίζουνε συνεχώς. Ήτανε γεμάτες τραγούδια που δε τραγουδήσαν ακόμα, λες σα κότες που δε γεννήσανε τ' αβγά τους.
Μάντεψα αμέσως ό,τι δε φαινόνταν να μαντεύουν οι ομοιοπαθείς μου: ότι κι αυτό το πρωινό ήταν μέρος της δοκιμασίας κι έτσι μάσαγα με μεγάλην όρεξη, με πλήρη συνείδηση ενός ανθρώπου που ξέρει πως εφοδιάζει τον οργανισμό του με πολύτιμες ουσίες. Έκανα κάτι, που κανονικά καμιά δύναμη στον κόσμο δε θα μ' έπειθε να κάνω: ήπια μ' άδειο στομάχι χυμό πορτοκάλι, άφησα χωρίς ν' αγγίξω τον καφέ και το αβγό, καθώς κι ένα κομμάτι φρυγανιάς, σηκώθηκε κι άρχισα να βηματίζω πάνω-κάτω στη καντίνα, ανυπόμονος για δράση.
Έτσι, μου είπαν να περάσω πρώτος στην αίθουσα εξετάσεων, που βρίσκονταν έτοιμα τα ερωτηματολόγια πάνω σε θαυμάσια τραπέζια. Οι τοίχοι ήτανε βαμμένοι μ' ένα τέτοιο πράσινο χρώμα που θα 'κανε ν' ακουστεί από τα χείλη ενός ειδικού της εσωτερικής διακόσμησης, το επίθετο μαγευτικό. Δε φαινότανε κανείς κι όμως ήμουνα τόσο βέβαιος ότι με παρακολουθούσαν, ώστε να συμπεριφέρομαι όπως συμπεριφέρεται ένας ανυπόμονος για δράση, όταν πιστεύει πως παρακολουθείται: έβγαλα ανυπόμονα το στιλό μου από τη τσέπη, βίδωσα το καπάκι, κάθισα στο πιο κοντινό τραπέζι και πήρα το ερωτηματολόγιο, όπως πιάνουν οι χολερικοί στα χέρια τους το λογαριασμό της ταβέρνας.
Πρώτη Ερώτηση: Το θεωρείτε σωστό να 'χει ο άνθρωπος μόνο δυο χέρια, δυο πόδια, δυο μάτια και δυο αφτιά;
Στο σημείο αυτό έδρεψα πρώτη φορά τους καρπούς του σκεπτικισμού μου κι έγραψα χωρίς δισταγμό: "Ακόμα και τέσσερα χέρια και πόδια δε θα 'ταν αρκετός για την ορμή μου για δράση. Ο εξοπλισμός του ανθρώπου είναι αξιοθρήνητος".
Δεύτερη Ερώτηση: Πόσα τηλέφωνα μπορείτε να χειριστείτε ταυτόχρονα;
Κι εδώ η απάντηση ήτανε τόσον εύκολη, όσο κι η λύση μιας εξίσωσης πρώτου βαθμού. Έγραψα: "Αν τα τηλέφωνα είναι μόνον εφτά, χάνω την υπομονή μου. Μόνον όταν τα τηλέφωνα γίνουν εννιά νιώθω ξαλαφρωμένος".
Τρίτη Ερώτηση: Τί κάνετε όταν σχολάτε;
Η απάντησή μου: "Δε θέλω πια να ξέρω τη λέξη σχολάω. Την έσβησα από το λεξιλόγιό μου, μόλις έγινα δεκαπέντε χρονών: Εν αρχή ήν η πράξις!".
Πήρα τη θέση και πράγματι, δεν ένιωθα ούτε με τα εννιά τηλέφωνα εντελώς ξαλαφρωμένος. Φώναζα στ' ακουστικά τους: "Ενεργήστε αμέσως!" ή "Κάντε κάτι! -Κάτι πρέπει να γίνει - Κάτι γίνεται - Κάτι θα γίνει - Κάτι θα 'πρεπε να γίνει". Ως επί το πλείστον χρησιμοποιούσα τη προστακτική, γιατί μου φαινότανε σύμφωνη με την ατμόσφαιρα.
Ενδιαφέροντα ήτανε τα μεσημβρινά διαλείμματα, όταν καθόμαστε στη καντίνα και τρώγαμε φαγητά πλούσια σε βιταμίνες, περιστοιχιζόμενοι από γαλήνια και χαρούμενα πρόσωπα. Το εργοστάσιο Βουνσίντελ ήτανε γεμάτο ανθρώπους που τρελαίνονταν να μιλάνε για τη ζωή τους, όπως δα ταιριάζει σε προσωπικότητες που σφύζουν από δραστηριότητα: η βιογραφία τους αξίζει γι' αυτούς πιότερο κι από την ίδια τους τη ζωή, αρκεί να τους πατήσεις ένα κουμπί κι αρχίζουν να τη ξερνάνε με το νι και με το σίγμα.
Εκπρόσωπος του Βουνσίντελ στο εργοστάσιο ήταν ένας ονόματι Μπρόσεκ, που είχεν αποκτήσει κάποια φήμη, επειδή όταν ήταν ακόμα φοιτητής, είχε θρέψει δουλεύοντας μέρα-νύχτα, εφτά παιδιά και μιαν ανάπηρη γυναίκα, ενώ ταυτόχρονα διήυθυνε τέσσερις εμπορικές αντιπροσωπείες και παρολαυτά, μπόρεσε να πάρει μ' έπαινο μέσα σε δυο χρόνια, δυο διπλώματα. Όταν τον είχανε ρωτήσει οι ρεπόρτερ: "Πότε κοιμάστε λοιπόν κύριε Μπρόσεκ;" αυτός είχεν απαντήσει: "Ο ύπνος είναι αμάρτημα".
Η γραμματέας του Βουνσίντελ είχε θρέψει με το πλέξιμό της έναν ανάπηρο σύζυγο και τέσσερα παιδιά, είχε κάνει ταυτόχρονα τη διατριβή της στη ψυχολογία και τη πατριδογνωσία, είχε δουλέψει σ' εκτροφείο τσοπανόσκυλων κι είχε γίνει διάσημη τραγουδίστρια νυχτερινών κέντρων με τ' όνομα Βαμπ 7.
Ο ίδιος ο Βουνσίντελ ήταν από τους ανθρώπους εκείνους που κάθε πρωί, ενώ δεν έχουνε καλά-καλά ξυπνήσει, είναι κιόλας αποφασισμένοι να δράσουν. "Πρέπει να δράσω" σκέφτονται ενώ δένουν αποφασιστικά τη ζώνη της ρόμπας τους. "Πρέπει να δράσω" σκέφτονται ενώ ξυρίζονται και κοιτάζουνε θριαμβευτικά τις τρίχες του προσώπου τους, που ξεπλένουν μαζί με τη σαπουνάδα, πάνω στη ξυριστική τους μηχανή. Τα υπολείμματα αυτά του τριχώματός τους είναι τα πρώτα της ορμής τους για δράση. Ακόμα κι οι πιο οικείες πράξεις προξενούνε σ' αυτά τ' άτομα ικανοποίηση: το νερό κελαρύζει, το χαρτί καταναλώνεται. Κάτι έγινε. Το ψωμί τρώγεται, στο πρωινό αβγό, το κεφάλι κόβεται.
Ακόμα κι η πιο ασήμαντη κίνηση φαινότανε στο σπίτι του Βουνσίντελ σα μια πράξη: όταν έβαζε το καπέλο του, όταν, τρέμοντας από ενεργητικότητα, κούμπωνε το πανωφόρι του, το φιλί που 'δινε στη γυναίκα του, όλα ήτανε πράξεις. Όταν έμπαινε στο γραφείο του, φώναζε στη γραμματέα του σα να τη χαιρετούσε: "Κάτι πρέπει να γίνει!" κι αυτή του ανταπέδιδε με πρόσχαρη διάθεση: "Κάτι γίνεται!". Ο Βουνσίντελ πήγαινε κατόπιν, από το ένα τμήμα στ' άλλο και πέταγε το χαρούμενό του "Πρέπει κάτι να γίνει!" κι όλοι απαντούσανε "Γίνεται κάτι!" κι εγώ του φώναζα λάμποντας, όταν έμπαινε στο γραφείο μου: "Κάτι θα γίνει!"
Μες στη πρώτη βδομάδα ανέβασα τον αριθμό των τηλεφώνων που χειριζόμουν, στα έντεκα, τη δεύτερη στα δεκατρία και διασκέδαζα εφευρίσκοντας τα πρωινά στο τραμ, νέες προστακτικές ή κλίνοντας το ρήμα γίνομαι σε διαφορετικούς χρόνους, αναφερόμενος σε διαφορετικά γένη, στην υποτακτική και στον οριστική. Δυο ολάκερες μέρες πρόφερα μόνο την ίδια πρόταση, επειδή την έβρισκα τόσον ωραία: "Θα 'πρεπε να είχε γίνει κάτι" κι άλλες δυο μιαν άλλη πρόταση: "Αυτό δε θα 'πρεπε να 'χε γίνει".
Έτσι άρχισα να νιώθω πραγματικά ξαλαφρωμένος, όταν έγινε κάτι πραγματικά. Μια Τρίτη πρωί, όταν δεν είχα ακόμα καλά-καλά καθίσει στο γραφείο μου, όρμησε ο Βουνσίντελ μέσα και φώναξε το συνηθισμένο "Κάτι πρέπει να γίνει!" Όμως κάτι ανεξήγητο στο πρόσωπό του μ' έκανε να διστάσω ν' απαντήσω πρόσχαρα κι ευδιάθετα, όπως ήταν ο κανονισμός "Κάτι γίνεται!". Δίσταζα, φαίνεται, για αρκετό διάστημα, γιατί ο Βουνσίντελ που σπάνια έβαζε τις φωνές, τούτη τη φορά ωρυόταν: "Απαντήστε! Απαντήστε! όπως είναι ο κανονισμός!"΄κι εγώ απάντησα σιγανά και πεισματικά σαν παιδί που το αναγκάζουν να πει: "Είμαι κακό παιδί". Μόλις και μετά βίας μπόρεσα ν' αρθρώσω τη πρόταση "Κάτι γίνεται" και δεν την είχα σχεδόν ακόμα τελειώσει όταν πραγματικά έγινε κάτι: Ο Βουνσίντελ σωριάστηκε στο πάτωμα, έγειρε όπως έπεφτε στο πλάι, και ξάπλωσε φαρδύς-πλατύς, μπροστά στην ανοιχτή πόρτα. Αμέσως κατάλαβα, πράγμα που επιβεβαιώθηκε, όταν έκανα το γύρο του γραφείου μου και τον πλησίασα, πως ήταν νεκρός.
Κουνώντας το κεφάλι, πήδησα πάνω από τον νεκρό, πήγα αργά, περνώντας από το διάδρομο, στο γραφείο του Μπρόσεκ και μπήκα χωρίς να χτυπήσω τη πόρτα. Καθότανε στο γραφείο του, βαστούσε από ένα ακουστικό τηλεφώνου στο κάθε του χέρι και στο στόμα του ένα στιλό διαρκείας, με το οποίο κρατούσε σημειώσεις σ' ένα μπλοκ, ενώ με τα με τα γυμνά πόδια του έθετε σε κίνηση μια πλεκτομηχανή που βρισκότανε κάτω από το γραφείο. Με τον τρόπο αυτό, συμβάλλει στη συμπλήρωση της οικογενειακής του γκαρνταρόμπας.
-"Κάτι έγινε" είπα σιγά. Ο Μπρόσεκ έφτυσε από το στόμα το στιλό, κατέβασε τα δυο ακουστικά, ξεκόλλησε διστακτικά τα δάχτυλά του από τη πλεκτομηχανή.
-"Τί έγινε ντε;" ρώτησε.
-"Ο κύριος Βουνσίντελ είναι νεκρός", είπα γω.
-"Όχι" είπεν ο Μπρόσεξ
-"Και βέβαια. Ελάτε!" είπα γω.
-"Όχι" είπε όταν σταθήκαμε μπρος από το πτώμα του, "όχι, όχι!" Δε του 'φερα αντίρρηση. Γύρισα προσεκτικά τον Βουνσίντελ με τη ράχη στο πάτωμα, του 'κλεισα τα μάτια και τονε κοίταξα σκεπτικά. Ένιωθα σχεδόν τρυφερότητα γι' αυτόν και για πρώτη φορά κατάλαβα πως δεν τον είχα μισήσει ποτέ. Το πρόσωπό του είχε κάτι από την έκφραση των προσώπων των παιδιών που αρνιούνται επίμονα ν' αποχωριστούνε τη πίστη τους στον 'Αη Βασίλη, παρόλο που τα επιχειρήματα των φίλων τους ηχούνε τόσο πειστικά.
-"Όχι" είπεν ο Μπρόσεκ "όχι".
-"Κάτι πρέπει να γίνει", είπα σιγά στον Μπρόσεκ.
-"Ναι" είπεν ο Μπρόσεκ, "πρέπει να γίνει κάτι".
Κι έγινε κάτι: ο Βουνσίντελ κηδεύτηκε κι εμένα μ' επιλέξανε για να κρατάω το στεφάνι με πλαστικά τριαντάφυλλα, συνοδεύοντας το φέρετρό του, γιατί δεν είμαι προικισμένος μόνο με μια κλίση προς τον σκεπτικισμό και την ηρεμία, αλλά και μ' ένα παράστημα κι ένα πρόσωπο που ταιριάζουν απόλυτα στα μαύρα κοστούμια. Όπως φαίνεται, είχα μεγαλόπρεπην εμφάνιση, καθώς πήγαινα πίσω από το φέρετρο του Βουνσίντελ με το στεφάνι από πλαστικά τριαντάφυλλα στο χέρι. Δέχτηκα τη προσφορά ενός εκλεκτού Γραφείου Κηδειών να εμφανιστώ σαν επαγγελματίας τεθλιμμένος συγγενής.
-"Είστε γεννημένος τεθλιμμένος συγγενής" μου 'πεν ο διευθυντής του Γραφείου, "τη κατάλληλη ενδυμασία θα σας τη προμηθέψουμε μεις. Το πρόσωπό σας -είναι απλώς έξοχο!".
Υπέβαλα τη παραίτησή μου στον Μπρόσεξ, με τη δικαιολογία πως δεν αισθανόμουν εκεί μέσα απόλυτα ικανοποιημένος, ότι παρά τα δεκατρία τηλέφωνα ένα μέρος των δυνατοτήτων μου παρέμενε αναξιοποίητο. Αμέσως μετά τη πρώτη επαγγελματική μου εμφάνιση σα τεθλιμμένος συγγενής, το κατάλαβα πως είναι αυτή η δουλειά που μου ταιριάζει, αυτή η θέση είναι προορισμένη για μένα.
Στέκομαι σκεπτικός πίσω από το φέρετρο στο παρεκκλήσι του νεκροταφείου με μιαν απλήν ανθοδέσμη στο χέρι, ενώ η μουσική παίζει το Largo του Χέντελ, ένα κομμότι που δεν εκτιμούν όσο αξίζει. Το καφενείο του νεκροταφείου είναι το στέκι μου, εκεί περνάω τις ώρες μου, ανάμεσα σε δυο επαγγελματικές εμφανίσεις μου. Όμως μερικές φορές ακολουθώ και φέρετρα που δε μου τα 'χουν υποδείξει από την υπηρεσία μου, αγοράζω με δικά μου λεφτά μιαν ανθοδέσμη και συντροφεύω τον υπάλληλο της Πρόνοιας, που ακολουθεί το φέρετρο κανενός πρόσφυγα. Κάπου-κάπου περνάω κι από τον τάφο του Βουνσίντελ, γιατί στο κάτω-κάτω της γραφής, σ' αυτόν χρωστάω ότι ανακάλυψα το ιδανικό μου επάγγελμα, ένα επαγγελμα που χρειάζεται ακριβώς σκεπτικισμό και που η ηρεμία είναι υποχρέωσή μου.
Αργότερα, πολύ αργότερα, μου 'ρθε η σκέψη πως δεν είχα ποτέ ενδιαφερθεί για το προϊόν που κατασκεύαζε το εργοστάσιο του Βουνσίντελ. Θα 'τανε μάλλον, σαπούνι...

-----------------------------------------------------

Μτφ. Γιώργος Βελουδής

Από το βιβλίο "Η συλλογή του Δρ Μούρκε και άλλες σάτιρες"

Κυριακή, 13 Μαρτίου 2011

Να κοπάσει η μεγάλη καταστροφή στην Ιαπωνία...

Με την ελπίδα να κοπάσει επιτέλους το μεγάλο κακό που έπληξε την χώρα του ανατέλλοντος ηλίου...

Αφιερώνεται στους Ιάπωνες φίλους...

Κόπασε του χειμώνα
ο άγριος άνεμος,
μην αφήνοντας πίσω του παρά τον αχό των κυμάτων...


Katsushika Hokusai, Το μεγάλο κύμα του Kanagawa, χαρακτικό (1826-1833)

Κλασική Ιαπωνική Ποίηση

(μετάφραση Ζ.Δ Αϊναλής)

Haiku της περιόδου των Tokugawa (1568 – 1868)

Matsuo Bashο
(1644 – 1694)

Όπου να ‘ναι θα πεθάνουνε
τα τζιτζίκια. Όσο τ’ ακούμε
δεν το σκεφτόμαστε.

Μιαν αστραπή:
Μες το σκοτάδι αστράφτει
του ερωδιού η κραυγή.

Σ’ ένα κλαρί νεκρό
κάποιο κοράκι στάθηκε
του φθινοπώρου δείλι.

Δεν καίει λάδι πια στη λάμπα μου,
ξάπλωσα. Και μες τη νύχτα
να μπαίνει το φεγγάρι απ’ το παράθυρο.

Φεγγάρι ολόγιομο.
Τριγύρω απ’ τη λίμνη όλη τη νύχτα
περιπλανήθηκα.

Τα νερά του καταρράκτη διαυγή.
Μέσα στα κύματα άσπιλα
λάμπει η σελήνη καλοκαιρινή.

Ξύπνα, ξύπνα, φωνάζω,
φίλη μου εσύ μοναχή,
πεταλούδα, που τώρα κοιμήθηκες.

Πρώτη του χειμώνα νεροποντή.
Ο πίθηκος μοιάζει κι αυτός
ένα βρόχινο να ζητάει παλτό.

Αρρώστησα ταξιδεύοντας,
τα όνειρα μου τώρα πλανώνται
σ’ ένα λειμώνα γυμνό.

Yamaguchi Sodο
(1642 – 1716)

Κάτω από τη σελήνη στιλπνή
με μόνη συντροφιά γυρίζω στο σπίτι μου
τη σκιά μου.

Sugiyama Sampϋ
(1647 – 1732)

Θα τον περιμένουνε τα παιδιά του
όσο ο κορυδαλλός
ανεβαίνει ψηλά!

Ikenishi Gonsui
(1650 – 1722)

Κόπασε του χειμώνα
ο άγριος άνεμος,
μην αφήνοντας πίσω του παρά τον αχό των κυμάτων.

Mukai Kyorai
(1651 – 1704)

Μπείτε! Μπείτε λοιπόν!
Ούρλιαζα, μα συνεχίζαμε να χτυπάμε
τη θύρα σκεπασμένη με χιόνι.

Hattori Ransetsu
(1654 – 1707)

Φθινόπωρο φεγγάρι γεμάτο
έρπουνε οι ατμοί
στην επιφάνεια του νερού.

Enomoto Kikaku
(1661 – 1707)

Στο καπέλο μου
το χιόνι μου φαντάζει λαφρύ
ότι είναι δικό μου.

Έφτασε ο χειμώνας.
Στα σκιάχτρα
κουρνιάζουνε τα κοράκια.

Το γεμάτο φεγγάρι λαμπρό.
Στο ψάθινο δάπεδο, των πεύκων
αντανακλώνται οι σκιές.

Tachibana Hokushi
(† 1718)

Όλα καήκαν.
Ευτυχώς οι ανθοί
είχαν προλάβει ν’ ανθίσουν.

Ομπρέλες…
Πόσες περάσαν
Τούτη τη βραδιά μες το χιόνι;

Yosa Buson
(1716 – 1783)

Καθ’ όλην τη διάρκεια της μέρας
στου φθινοπώρου τη θάλασσα
η φουσκοθαλασσιά κυματίζει.

Τshima Ryοta
(1718 – 1787)

Κρύβονται
οι πυγολαμπίδες κυνηγημένες
στις ακτίνες του φεγγαριού.

Kobayashi Issa
(1763 – 1827)

Με τι βλέμμα ζηλόφθονο
την πεταλούδα ακολουθεί
στο κλουβί το πουλί!

Suzuki Michihiko
(1757 – 1819)

Ω! υπέροχη, με το χιόνι
όπου παντρεύεται η ομίχλη
και τη σελήνη, αυγή!

Τετάρτη, 9 Μαρτίου 2011

Ὥσπου νὰ γίνεις πάλι μιά φωτιὰ μὲς στὴ μεγάλη Τύχη...

Μπορῶ νὰ βάλω κοντά σου
Μιὰ νεραντζιὰ στοῦ φεγγαριοῦ τοὺς χιονισμένους κάμπους
Καὶ τὸ μαγνάδι μιᾶς βραδιᾶς νὰ ξεδιπλώσω μπροστά σου
Μὲ τὸν Ἀντάρη κόκκινο νὰ τραγουδάει τὰ νιάτα
Μὲ τὸ Ποτάμι τ᾿ Οὐρανοῦ νὰ χύνεται στὸν Αὔγουστο
Καὶ μὲ τ᾿ Ἀστέρι τοῦ Βοριᾶ νὰ κλαίει καὶ νὰ παγώνει...


Νίκος Γκάτσος (1911-1992)

Νίκος Γκάτσος

Ο ιππότης και ο θάνατος

Καθὼς σὲ βλέπω ἀκίνητο
Μὲ τοῦ Ἀκρίτα τ᾿ ἄλογο καὶ τὸ κοντάρι τοῦ Ἅη-Γιωργιοῦ νὰ ταξιδεύεις στὰ χρόνια
Μπορῶ νὰ βάλω κοντά σου
Σ᾿ αὐτὲς τiς σκοτεινὲς μορφὲς ποὺ θὰ σὲ παραστέκουν αἰώνια
Ὥσπου μιά μέρα νὰ σβηστεῖς κι ἐσὺ παντοτινὰ μαζί τους
Ὥσπου νὰ γίνεις πάλι μιά φωτιὰ μὲς στὴ μεγάλη Τύχη ποὺ σὲ γέννησε
Μπορῶ νὰ βάλω κοντά σου
Μιὰ νεραντζιὰ στοῦ φεγγαριοῦ τοὺς χιονισμένους κάμπους
Καὶ τὸ μαγνάδι μιᾶς βραδιᾶς νὰ ξεδιπλώσω μπροστά σου
Μὲ τὸν Ἀντάρη κόκκινο νὰ τραγουδάει τὰ νιάτα
Μὲ τὸ Ποτάμι τ᾿ Οὐρανοῦ νὰ χύνεται στὸν Αὔγουστο
Καὶ μὲ τ᾿ Ἀστέρι τοῦ Βοριᾶ νὰ κλαίει καὶ νὰ παγώνει—
Μπορῶ νὰ βάλω λιβάδια
Νερὰ ποὺ κάποτε πότισαν τὰ κρῖνα τῆς Γερμανίας
Κι αὐτὰ τὰ σίδερα ποὺ φορεῖς μπορῶ νὰ σοῦ τὰ στολίσω
Μ᾿ ἕνα κλωνὶ βασιλικὸ κι ἕνα ματσάκι δυόσμο
Μὲ τοῦ Πλαπούτα τ᾿ ἄρματα καὶ τοῦ Νικηταρᾶ τὶς πάλλες.
Μὰ ἐγὼ ποὺ εἶδα τοὺς ἀπογόνους σου σὰν πουλιὰ
Νὰ σκίζουν μιάν ἀνοιξιάτικη αὐγὴ τὸν οὐρανὸ τῆς πατρίδας μου
Κι εἶδα τὰ κυπαρίσσια τοῦ Μοριᾶ νὰ σωπαίνουν
Ἐκεῖ στὸν κάμπο τοῦ Ἀναπλιοῦ
Μπροστὰ στὴν πρόθυμη ἀγκαλιὰ τοῦ πληγωμένου πελάγου
Ὅπου οἱ αἰῶνες πάλευαν μὲ τοὺς σταυροὺς τῆς παλληκαριᾶς
Θὰ βάλω τώρα κοντά σου
Τὰ πικραμένα μάτια ἑνὸς παιδιοῦ
Καὶ τὰ κλεισμένα βλέφαρα
Μέσα στὴ λάσπη καὶ τὸ αἷμα τῆς Ὀλλανδίας.

Αὐτὸς ὁ μαῦρος τόπος
Θὰ πρασινίσει κάποτε.
Τὸ σιδερένιο χέρι τοῦ Γκὲτς θ᾿ ἀναποδογυρίσει τ᾿ ἁμάξια
Θὰ τὰ φορτώσει θημωνιὲς ἀπὸ κριθάρι καὶ σίκαλη
Καὶ μὲς στοὺς σκοτεινοὺς δρυμοὺς μὲ τὶς νεκρὲς ἀγάπες
Ἐκεῖ ποὺ πέτρωσε ὁ καιρὸς ἕνα παρθένο φύλλο
Στὰ στήθια ποὺ σιγότρεμε μιά δακρυσμένη τριανταφυλλιὰ
Θὰ λάμπει ἕνα ἄστρο σιωπηλὸ σὰν ἀνοιξιάτικη μαργαρίτα.

Μὰ σὺ θὰ μένεις ἀκίνητος
Μὲ τοῦ Ἀκρίτα τ᾿ ἄλογο καὶ τὸ κοντάρι τ᾿ Ἅη-Γιωργιοῦ θὰ ταξιδεύεις στὰ χρόνια
Ἕνας ἀνήσυχος κυνηγὸς ἀπ᾿ τὴ γενιὰ τῶν ἡρῴων
Μ᾿ αὐτὲς τὶς σκοτεινὲς μορφὲς ποὺ θὰ σὲ παραστέκουν αἰώνια
Ὥσπου μιὰ μέρα νὰ σβηστεῖς καὶ σὺ παντοτεινὰ μαζί τους
Ὥσπου νὰ γίνεις πάλι μιὰ φωτιὰ μὲς στὴ μεγάλη Τύχη ποὺ σὲ γέννησε
Ὥσπου καὶ πάλι στὶς σπηλιὲς τῶν ποταμιῶν ν᾿ ἀντηχήσουν
Βαριὰ σφυριὰ τῆς ὑπομονῆς
Ὄχι γιὰ δαχτυλίδια καὶ σπαθιὰ
Ἀλλὰ γιὰ κλαδευτήρια κι ἀλέτρια.

Σάββατο, 5 Μαρτίου 2011

Θα κατέβουμε στην άβυσσο βουβοί...


Γιάννης Σταύρου, πορτρέτο νέας γυναίκας, λάδι σε καμβά

Ω, αγαπημένη ελπίδα,
αυτή τη μέρα θα μάθουμε και εμείς
πως είσαι η ζωή κι είσαι το τίποτα...

Τσέζαρε Παβέζε

O θάνατος θα ‘ρθει και θα ‘χει τα μάτια σου

O θάνατος θα ‘ρθει και θα ‘χει τα μάτια σου
αυτός ο θάνατος που μας συντροφεύει
απ’ το πρωί ως το βράδυ, άγρυπνος,
κρυφός, σαν μια παλιά τύψη
ή μια παράλογη συνήθεια. Τα μάτια σου
θα ‘ναι μια άδεια λέξη.
Κραυγή που έσβησε, σιωπή.
Έτσι τα βλέπεις κάθε πρωινό
όταν μονάχη σκύβεις
στον καθρέφτη. Ω, αγαπημένη ελπίδα,
αυτή τη μέρα θα μάθουμε και εμείς
πως είσαι η ζωή κι είσαι το τίποτα.

Για όλους ο θάνατος έχει ένα βλέμμα
O θάνατος θα ‘ρθει και θα ‘χει τα μάτια σου
Θα’ ναι σαν ν’ αφήνεις μια συνήθεια,
σαν ν’ αντικρίζεις μέσα στον καθρέφτη
να αναδύεται ένα πρόσωπο νεκρό,
σαν ν’ ακούς ένα κλεισμένο στόμα.
Θα κατέβουμε στην άβυσσο βουβοί.

Παρασκευή, 4 Μαρτίου 2011

Εγώ, από άλλη γη πικρός αγρυπνώ, εδώ...

Ας ουρλιάξει τουλάχιστον κάποιος μες στη σιωπή,

μέσα σ’ αυτόν τον λευκό κύκλο των ενταφιασμένων...

Peter Balke (1804-1887), Vue de Fuglio-Oe, λάδι

Σαλβατόρε Κουαζιμόντο

Το χιόνι

Πέφτει το βράδυ και μας αφήνετε πάλι,

αγαπημένες εικόνες της γης, δέντρα,

ζώα, κόσμος φτωχός κλεισμένος

μέσα σε μανδύες στρατιωτών, μάνες

με στεγνωμένη την κοιλιά απ’ τα δάκρυα.

Και το χιόνι μας φέγγει απ’ τα λιβάδια

σαν φεγγάρι. Ω, τούτοι οι νεκροί. Χτυπήστε

πάνω στο μέτωπο, χτυπήστε ως την καρδιά.

Ας ουρλιάξει τουλάχιστον κάποιος μες στη σιωπή,

μέσα σ’ αυτόν τον λευκό κύκλο των ενταφιασμένων.

(μτφ Ζωή Καρέλη)


Salvatore Quasimodo (1901-1968)

Στη γη μου

Ο ήλιος ξεσπά, πρησμένος απ’ τον ύπνο.
Και ουρλιάζουνε δέντρα :
Στην Περιπετειώδη μαρμαρυγή
με την άγκυρα ξανά τραβηγμένη μέσα σου
αποπλέεις.
Και οι πελαγίσιες εποχές
γλυκά ξεβράζουν σε νεογέννητες ακτές.

Εγώ, από άλλη γη πικρός
αγρυπνώ, εδώ
με τον οίκτο, ασταθή στο τραγούδι του,
που αγάπη με σπείρει
θανάτου και ανθρώπων.

Ιδού, οι νέοι βλαστοί του κακού μου,
μα τα δικά μου χέρια δικάσου κλαδιά:
Σε γυναίκες που η θλίψη
έσφιξε μες στην εγκατάλειψη
μην τις αγγίξει ο χρόνος, και
αργά
τη μορφή μου αποφλοιώνοντας με
ευνουχίσει.

Πέφτω σαν
ζωγραφιά μιας ναυμαχίας στην καρδιά σου.

Βήματα από ξυπόλυτους αγγέλους
στο σκοτάδι.

(μτφ Χρίστος Κρεμιώτης)

Πέμπτη, 3 Μαρτίου 2011

Με τους ανέμους μιλώ με τους ανέμους φεύγω...

οι πολιτείες θα περάσουν και θα σβήσουν
οι κάμποι θα περάσουν και τα βουνά...

Μηνάς Δημάκης


Noli me Tangere


Κάποτε θα με συναντήσεις
δεν θα κάμω τίποτα
δε θα κινηθώ ούτε μια πήχυ απ' αυτό το χώμα
οι πολιτείες θα περάσουν και θα σβήσουν
οι κάμποι θα περάσουν και τα βουνά
και θα περάσουν οι θάλασσες με τ' ακρογιάλια
και θα περάσουν νύχτες και μέρες
ήλιος στο σκοτάδι σκοτάδι στον ήλιο
και θα με βρεις στην καρδιά σου
όταν θα ψάχνεις στην έρημο των καιρών
όταν θα μετράς στην άμμο της αιωνιότητας.


Μηνάς Δημάκης (1913-1980)

Έχω νεκρούς φαντάσματα μες στην καρδιά μου
καράβια βουλιαγμένα στα βάθη των ωκεανών
ιστία λευκά και φτερά διπλωμένα
χέρια δεμένα που καρτερούν του χρόνου το πλήρωμα-
εχω νεκρούς φαντάσματα στην καρδιά μου
που περιμένουν τη σάλπιγγα του τρόμου να ξυπνήσουν
και θ ανεβούν τα καράβι και θ' απλωθούν τα φτερά
και θα λυθούν τα χέρια στον αέρα
και θ' ακουστεί ο λόγος της σιωπής
κ' η έρημος θ' ανθίσει άγρια κρίνα.

Έχω νεκρούς αγαπημένους στην καρδιά μου
τα δειλινά τ' αχνά πονεί και ψάχνει
μι' αράχνη στην καρδιά μου υγρή σαν πάχνη
μνήμη φωτιά στη δειλινή γαλήνη
αιμάζει σαν πληγή που πια δεν κλείνει
ζει η ανάμνηση χιόνι κι αγιάζι ρίχνει
ήσκιους συνάζει γύρω κ' ήσκιων ίχνη
ζει τ' όνειρο και καρτερεί κ' εκείνο
ν' ανθίσει μες στην έρημο άγριο κρίνο
-έχω νεκρούς που περιμένουν στην καρδιά μου.

Με τους ανέμους μιλώ
με τους ανέμους φεύγω
μη μ' αγγίζεις είναι άνεμος τα φτερά μου
έζησα πριν από τη στιγμή τούτη της ζωής
κι όταν έλειπα ήμουν πάντα παρών
κι ας μην ήξερες να με διακρίνεις.

Έζησα μέσα στ' αδέρφια μου τα νερά
και τα δέντρα και τις πέτρες και τη φωτιά
και στον αδερφό μου τον άνεμο
κ' έχω ταξιδέψει λευκό σύννεφο στον αιθέρα.

Πόσο θα βραδύνεις να μ' αναγνωρίσεις
να δεις τις πληγές μου δικές σου πληγές
και τη χαρά μου καμωμένη μόνο για σένα
πόσο θα καθυστερήσεις στις μικρές σου φροντίδες
για να πάρεις το δρόμο που θα με ζητήσεις.

Αλλά στη μάταιη πορεία σου τη σκοτεινή
μι' άγρυπνη κραυγή σα σήμα κινδύνου θα σε προσκαλεί
μια φωνή που δεν ήξερες να την ακούσεις
- οι αδερφοί μου θα μαρτυρήσουν για μένα
οι νεκροί μου θα ξυπνήσουν για μένα
και θ' ακούσεις τη φωνή στην καρδιά σου
και θα με γνωρίσεις.

Κάποτε θα μ' ανακαλύψεις
όχι με τις πέντε αισθήσεις σου που μου είναι ξένες
τις φτωχές τις ανίδεες που σε ξεγελάνε
και κοιτάζεις με τα μάτια και δε βλέπεις
κι ούτε τον ήσκιο μου μπορούν να ψαύσουν τα χέρια σου
και στην ακοή σου δε φτάνει η φωνή μου
αλλά με την καρδιά σου θα με διακρίνεις
και θα μ' αγγίσεις με τα φτερά της ψυχής σου.

Κι ας πεθάνω θα μ' ανακαλύψεις
γιατί θα ζει η παρουσία μου
σε μια σταγόνα δρόσου που λάμπει στον όρθρο
στο χώμα που θα βαραίνει το πέλμα σου
στον άνεμο που αγκαλιάζεις
—όταν θα ξαναγυρίζω στους αιώνιους αδερφούς μου
όνειρο όνειρο ονείρου σκιά.

-συλλoγή: Η χαμένη γη-

Τετάρτη, 2 Μαρτίου 2011

Ταξιδεύοντας...



Για ένα γοητευτικό ταξίδι στην ελληνική γλώσσα...

Ποτέ δεν είναι αργά...

Η εποχή προσφέρεται...