t


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βουτυράς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βουτυράς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 25 Ιουνίου 2016

Ο ήλιος λαμπερός εφώτιζε και ησυχία απλωνόταν...

Μέλισσες, σφήγκες, μύγες χρυσές, μαύρες μεγάλες, τρέχανε, γυρίζανε μέσα στα χαντάκια, μ΄ ένα αρμονικό βουητό, τρέχανε πάνω στα λουλούδια τα κίτρινα, τα τριανταφυλλιά, στις παπαρούνες, που πολλές, πλήθος, φύτρωναν εκεί, και κουνιόντουσαν στο σιγαλό αεράκι που φυσούσε.
Και κανένα σύννεφο στον ουρανό. Ο ήλιος λαμπερός εφώτιζε και ησυχία απλωνόταν, που μέσα σ΄ αυτή ανάδευε το βουητό τής μέλισσας, των εντόμων...


https://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Ελαιώνας δίπλα στη θάλασσα, λάδι σε καμβά

Δημοσθένης Βουτυράς
Δάκρυ στο φίδι

Πατώντας μες στ' αγκάθια, στ' άγρια χόρτα, προχωρούσανε σιωπηλοί, σκεφτικοί με κουρασμένο βήμα. Γύρω τους η φύση είχε στολιστεί, φορούσε τη φορεσιά τής εορτής και οι μυρουδιές των λουλουδιών, των άγριων λουλουδιών, γεμίζανε τον αέρα. Κάποτε κοράκι περνούσε με κρωγμό δυνατό από πάνω τους, και τότε σήκωναν το κεφάλι και το κοίταζαν που έφευγε με φτερουγιές μεγάλες, το κοίταζαν ώσπου χανότανε στου γαλάζιου ουρανού το βάθος.

Μέλισσες, σφήγκες, μύγες χρυσές, μαύρες μεγάλες, τρέχανε, γυρίζανε μέσα στα χαντάκια, μ΄ ένα αρμονικό βουητό, τρέχανε πάνω στα λουλούδια τα κίτρινα, τα τριανταφυλλιά, στις παπαρούνες, που πολλές, πλήθος, φύτρωναν εκεί, και κουνιόντουσαν στο σιγαλό αεράκι που φυσούσε.

Και κανένα σύννεφο στον ουρανό. Ο ήλιος λαμπερός εφώτιζε και ησυχία απλωνόταν, που μέσα σ΄ αυτή ανάδευε το βουητό τής μέλισσας, των εντόμων.

-Να το νταμάρι! το βλέπετε; είπε ο ένας και στάθηκε δείχνοντας ένα λόφο κοκκινωπό μακριά. Εκεί τον φύλαξα. Α, ρε, μανία που τον είχα!... Εκεί πίσω, εκεί τον βάρεσα!... Έγινε καλά όμως!... Το σκυλί!... Α, αν τον πετύχω τώρα, καμιά φορά, δεν πιστεύω να ξαναγίνει!...

-Διπλός ο κόπος γίνεται, Λούκαρή μου, όταν η δουλειά δε γίνει σωστή! του είπε ο δεύτερος με κούνημα του κεφαλιού και σταματώντας, για να δέσει το άσπρο μακρύ ζουνάρι του, που είχε λυθεί και κρεμόταν.

-Έχεις δίκαιο, έτσι είναι!... Μα δε μου λέτε, δεν καθόμαστε να ξαποστάσουμε λίγο σ΄ αυτή την ελιά;

-Ακούς λέει!...

Ο τρίτος άρχισε να βλαστημά κι έσκυψε πιάνοντας το πόδι του.

-Τι έπαθες, μωρέ Κούρη;

-Ένα αγκάθι, Σακίδα μου, εν΄ αγκάθι, τ΄ άτιμο, σα μαχαίρι!...

Και κάθισε κάτω, έβγαλε το παπούτσι του, ένα παλιό λαστιχένιο, κατατρύπιο.

Αυτοί προχωρήσανε για την ελιά, όπου σε λίγο έφτασε και ο Κούρης.

Κρότος σιδηρόδρομου ήρθε ίσαμε κει, έπειτα έφυγε, όπως, όταν φυσά άνεμος, φεύγει κουλουριαστά, στριφογυρίζοντας καπνός, που βγαίνει από καπνοδόχο εργοστασίου.

Πάλι είχανε μείνει σιωπηλοί.

Χελιδόνια περνούσανε γρήγορα, οι σφήγκες, οι μέλισσες βούιζαν... Ένας χτύπος ερχόταν από το λόφο, ένας χτύπος σίδερου, που κτυπά πέτρα.

-Είναι το νταμάρι! τους είχε πει ο Λούκαρης.

Ο Σακίδας έψαχνε την τσέπη του

-Τι γυρεύεις;

-Καπνό!... αν έχει τίποτα τρίμματα!... Μπα!... έκανε κοιτάζοντας την τσέπη του, που αναποδογύρισε.
 -Ψίχουλα είναι τα περισσότερα!...

Έγινε σιωπή! Ο κρότος του λοστού, που χτυπούσε την πέτρα, ακουγόταν κανονικός.

Σε λίγο μίλησε ο Κούρης:

-Μωρέ, για βάλτε το και κείνο με το νου σας, που μας είπε κείνη η γυναικούλα στην παραγκούλα! Βάλτε με το νου σας!...

-Α, έκανε ο Σακίδας, για σπουδαίο το 'χεις; Αυτά γίνονται κάθε μέρα! Στο φτωχό δε δίνουνε καμιά αξία, καμιά!... Αν και ο φτωχός, να σας το πω, έχει πιο πιο πολύ αξία απ΄ τους πλούσιους! Αυτό μπορώ να σας τ΄ αποδείξω, τώρα δα, αν θέλετε!... Για σκεφτείτε λίγο το παιδί πώς γεννιέται! Για βάλτε το, ντε, με το νου σας! Πώς γεννιέται;... Γεννιέται άφκιαχτο ακόμα, δε μοιάζει με το κατσίκι, με το αρνί!... Αλλά το παιδί είναι ένα πράγμα άφκιαχτο και το πλάθει ύστερα η μάνα! Σα να ΄χω δίκαιο λίγο ε; Βάλτε λοιπόν με το νου σας τη φτωχειά!... Τι τυραννία τραβά!...Να ξενυχτά να το κουνά, να το σκουπίζει και να το πλένει και να πλένει και ολόκληρο το σπίτι!... Α, το μωρό δεν έχει ύπνο, α, το μωρό ξερνά, α, το σπουρίζει, και άλλα, άλλα!... Βάσανα και βάσανα! Αμ΄ ώσπου να πάρει τα πόδια του; Ασ΄τα!... Απ΄ την άλλη μεριά παρ΄ την πλούσια. Γεννά, ε; το παιδί θα το πάρει η παραμάνα! Θα της κοιτάξουνε και το γάλα!... Η πλούσια κοιμάται σα να την είχε πιάσει μόνο η κοιλιά της και της πέρασε! Το παιδί το σέρνει η παραμάνα. Αλλά μην κι αυτή τυραννιέται; Άμα μαγαριστεί το παιδί, πετά τα μαγαρισμένα!... Άλλη δούλα τα παίρνει και τα πλένει!... Βλέπετε λοιπόν, πως ο φτωχός είναι πιο ιερός από τον πλούσιο;

-Μα πού τα έμαθες αυτά, στο Θεό σου, μωρέ Σακίδα; ρώτησε ο Κούρης, άμα ο Σακίδας σταμάτησε να λέει.

Αυτός τον κοίταξε με χαμόγελο:

-Πού τα ΄μαθα, ρε Κούρη; Στο πανεπιστήμιο, που μας είχανε κλεισμένους!...

Ο Κούρης έσπρωξε το σκούφο του κι έξυσε το κεφάλι του.

-Εγώ δεν ξέρω ποιος είναι ιερός και ποιος δεν είναι, μουρμούρισε ο Λούκαρης, εγώ ξέρω πώς όλοι είναι κακοί!.. Για μένα είναι το ίδιο όλοι!... Αν δεν ήταν ο κόσμος κακός, δε θα ΄μπαινα στη φυλακή και δε θα ήμουνα ό,τι είμαι τώρα! που δε θα γλιτώσω και πάλι να χωθώ μέσα. Αυτό ξέρω γω! Όλοι είναι κακοί, κακοί!...

-Άλλο λέω γω! Έκανε να πει ο Σακίδας.

-Ξέρω τι λες εσύ, αλλά ξέρω και τι λέω γω!... Αν δεν ήταν ο κόσμος κακός, αν δε με πείραζε, δε θα ΄μπαινα στη φυλακή!... Θα ΄χα κι εγώ μια καλύβα, τη γυναίκα μου, τα παιδιά μου...

Έγινε σιωπή. Ο κρότος του λοστού είχε είχε πάψει. Το βουητό των εντόμων, που γυρίζανε στ΄ άγρια λουλούδια κει κοντά τους, ακουγόταν και φωνές σπουργιτιών.

-Μωρέ, διψώ! έκανε σε λίγο ο Σακίδας.

-Κι εγώ! είπε ο Κούρης.

-Μα πού στο διάολο να βρούμε νερό;

-Να, εκεί, τους είπε ο Λούκαρης, δείχνοντας το λόφο, εκεί στο νταμάρι κάτω έχει πηγάδι!

Αυτοί σηκωθήκανε:

-Δε θά ΄ρθεις;

-Δε διψώ!... Αντίστε!... Γρήγορα λιγάκι!... Ο Λούκαρης τους κοίταξε, που φεύγανε, έπειτα για λίγο έγειρε και ξαπλώθηκε.

- -Κοίταξε το γαλανό χρώμα τ΄ ουρανού, τα πουλιά, τα χελιδόνια, που περνούσαν όλο κελάδημα, και αργά και πού κανένα κοράκι. Και δε σκεφτόταν τίποτα, ή κάποτε κάποια σκέψη ελαφριά φαινότανε στο νου του κι έσβηνε αμέσως, όπως σε κατακάθαρο ουρανό λίγος καπνός.

Ξαφνικά πετάχτηκε και κάθισε.

Πέρα λίγο απ΄ αυτόν, σε μια μεριά μισοκυκλωμένη από χόρτα, ένα φίδι είχε κουλουριαστεί και λιαζότανε με το κεφάλι σα γάτα, ή σκυλί, βαλμένο κάτω...

Τινάχτηκε. Αλλά και το φίδι ορθώθηκε, σήκωσε το κεφάλι του ψηλά και ανοιγόκλεινε το στόμα του με τα μυτερά στριφτά δόντια...

Χωρίς να το σκεφτεί το χτύπημα με με το καυσόξυλο, που είχε για ραβδί, το χτύπησε με δύναμη... Το φίδι έμεινε ακίνητο.

Το τράβηξε έξω. Ήταν αστρίτης αρκετά μεγάλος.

-Γιατί να το σκοτώσω; είπε, αφού στάθηκε, για λίγο, και το κοίταξε. Τι μου έκανε;... Είχε καθίσει να λιαστεί, να ευχαριστηθεί τον ήλιο!... Όλος ο κόσμος το κυνηγά!...

Είδε το φίδι να κουνιέται και να φέρνει κοντά την ουρά του και να μένει πάλι ακίνητο.

Λύπη μεγάλη του ήρθε:

-Δεν έκανα καλά να το σκοτώσω, όχι!... είπε πάλι. Όλος ο κόσμος το κυνηγά!... Δεν έκανα

καλά!... Και είχε καθίσει να λιαστεί, να ευχαριστηθεί τον ήλιο!...

Και δυο δάκρυα κύλησαν από τα μάτια του και πέσανε πάνω στο σκοτωμένο φίδι.

Σάββατο 26 Δεκεμβρίου 2015

Ιστορίες της πόλης...

Και θυμήθηκα ότι μια φορά έμενα σ’ ένα σπίτι που ήταν αντίκρυ σ’ αυτό που γκρέμιζα, ένα μεγάλο σπίτι, που από καιρό έχει χαθεί, χωρίς ρυθμό, βαρύ, με γερμανικά παράθυρα ξεβαμμένα, και που τώρα στη θέση ένα άλλο από κατάλευκα μάρμαρα υψώνεται και τίποτα, τίποτα δε θυμίζει ότι εκεί υπήρχε κείνο το παλιό...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Διαγώνιος 1954, Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά

Δημοσθένης Βουτυράς
Το παλιό σπίτι

Ο κασμάς, το σκεπάρνι, ο λοστός ρίχνανε, ρίχνανε, γκρεμίζανε τα δωμάτια με τους τοίχους τους κόκκινους, τους τριανταφυλλένιους, τους γαλάζιους, που από τόσα και τόσα χρόνια ήτανε μάρτυρες, άκουγαν, είδαν τι είχε συμβεί και τι είχε γίνει, χαρά, λύπη, πένθος, στο παλιό μεγάλο σπίτι. Οι εργάτες, άλλοι ανεβασμένοι πάνω στους μισογκρεμισμένους τοίχους, χτυπούσαν, έριχναν κάτω πέτρες, ασβέστη, άμμο, άλλοι βγάζανε πλάκες, άλλοι φόρτωναν χώματα στα κάρα, κι άλλοι χωρίζανε πέτρες, τούβλα. Κι όλοι μαζί μού φαινόντανε σαν κοπάδι από κοράκια, που τρώνε, σπαράζουνε νεκρό γιγάντιο θηρίο.

Βρισκόμουνα πάνω σε σωρό πετρών και κοίταζα το γκρέμισμα, όταν βλέπω δυο εργάτες να μου έρχονται, ο ένας πίσω απ’ τον άλλο.

- Τι είναι, Μανολιό; ρώτησα τον πρώτο, έναν ψηλό, κοκκινομούρη.

- Να σας πω…

Και πριν κατεβώ καλά, αυτός ήρθε κοντά και μου είπε σιγά:

- Κύριε Μεράτη, κει κάτω είναι ένας τάφος!

Αιστάνθηκα πως το χρώμα μου άλλαζε και τρόμαξα σα να είχα κάνει εγώ το κακό.

- Τι λες; του λέω.

- Μάλιστα! Μόλις άρχισα κει κοντά που ήταν το καζάνι, τον βρήκα…

Τους είχα σε μια μεριά πέρα, που ήταν ένα ιδιαίτερο μικρό πολύ οικοδόμημα, που τώρα, απ’ αυτό, δεν υπήρχε τίποτα, να βαθύνουν το υπόγειο, αφού είχανε βγάλει τις πλάκες, για να σβήσουνε ασβέστη.

Αυτό χρησίμευε για πλυσταριό του μεγάλου σπιτιού και δεν ήταν βαθύ – με δυο σκαλοπάτια πήγαινες κάτω.

Προχωρήσαμε μαζί και πηδήσαμε στο ρηχό λάκκο κι ευθύς αντίκρισα έναν τάφο μισανοιγμένο…

Λίγα κόκαλα χεριού ήτανε πάνω στο χώμα.

- Για κάνε λίγο ακόμα!

Ο Μανολιός πήρε το τσαπί κι άρχισε με προσοχή.

- Να τον! μου λέει σε λίγο.

Πλησίασα τότε και είδα, σε μικρό βάθος, μορφή σκελετωμένη…

Μου έκανε τρομερή εντύπωση… Έτσι, μου φάνηκε σα να περίμενε, να παραμόνευε κει από κάτω, να βγει στο φως…

- Έγκλημα! είπα. Πρέπει να ειδοποιήσουμε την αστυνομία.

Αλλ’ ο Μανολιός ταράχτηκε.

- Τι, τι; Τι είπατε, κύριε Μεράτη; μου λέει, να ειδοποιήσουμε την αστυνομία; Τι λέτε; Να ’χουμε ανακρίσεις, χασομέρια;

- Έτσι πρέπει, Μανολιό!

- Μα αυτό θα ’ναι εκατό χρονών· κείνοι που το έκαναν θα έχουνε πάει στον άλλο κόσμο!

- Δεν ξέρω γω πόσο χρονώ είναι, ξέρω πως πρέπει να το πούμε…

- Εγώ λέω… κύριε Μεράτη, μ’ αφήνετε να κάνω όπως θέλω;

- Και τι θα κάνεις;

- Να!

Και ο Μανολιός με το τσαπί πέταξε τα κόκαλα δω και κει, με δύναμη. Το κρανίο κύλησε και φάνηκε να κοιτάζει ψηλά με τις τρύπες του και σα να γελούσε.

- Στάσου! έκανα στο Μανολιό, και τονε σταμάτησα καθώς σήκωνε το τσαπί να το σπάσει.

Σταμάτησε αυτός, όχι όμως χωρίς να μουρμουρίσει και να πει πάλι για χασομέρια και μπελάδες.

Έστειλα γρήγορα το σύντροφό του να ειδοποιήσει την αστυνομία.

Αυτός όμως θα ειδοποίησε πρώτα τους εργάτες, γιατί τους είδα να αφήνουν την εργασία τους και να μας έρχονται.

Σε λίγο άρχισε να μαζεύεται πυκνός πυκνός για να δει.

Πάει η εργασία!

Και τότε, μα την αλήθεια, έδωσα μεγάλο δίκιο στο Μανολιό.

Αυτή η εύρεση του σκελετού στο παλιό σπίτι, η εντύπωση που μου έκανε, σα να ταράξανε βάθη και φέρανε στην επιφάνεια πράματα θαμμένα, μια ανάμνηση παλιά, λησμονημένη φάνηκε στο νου μου.

Και θυμήθηκα ότι μια φορά έμενα σ’ ένα σπίτι που ήταν αντίκρυ σ’ αυτό που γκρέμιζα, ένα μεγάλο σπίτι, που από καιρό έχει χαθεί, χωρίς ρυθμό, βαρύ, με γερμανικά παράθυρα ξεβαμμένα, και που τώρα στη θέση ένα άλλο από κατάλευκα μάρμαρα υψώνεται και τίποτα, τίποτα δε θυμίζει ότι εκεί υπήρχε κείνο το παλιό.

Κι έμενα σ’ αυτό το σπίτι μαζί μ’ ένα φίλο μου… Μα τι να γίνεται; Ζει άραγε; Ήταν ένας ιδιότροπος αλλά καλός σύντροφος. Είχε μια μύτη μεγάλη, που τον πειράζανε άλλοι πάλι, φίλοι, και του λέγανε πως δεν ήταν άλλο παρά μύτη!

Καθόμαστε σ’ ένα δωμάτιο ψηλό, σα φωλιά ορνέων, αρσενικών όμως, έρημη από θηλυκό, καθώς έλεγε ο φίλος μου, που η κάθε ματιά τους, που έπεφτε από τα ύψη κάτω και γύρω, δεν ήτανε για ζήτηση κυνηγιού, τροφής, αλλά για κανένα όμορφο κοριτσάκι, για κανένα προσωπάκι άσπρο ή μελαχρινό, με καπέλο και φτερό, ή και χωρίς καπέλο, ξεσκούφωτο, με τσίτινο φουστάνι και ταψί στα χέρια.

Αυτός όμως, αν κι έλεγε έτσι, δεν έδινε πεντάρα γι’ αυτά τα πράματα και για τούτο ούτε πολυπρόσεξε στο αντικρινό σπίτι που, κάποτε κάποτε, ένα προσωπάκι φαινότανε σ’ ένα παράθυρο και το έκανε να λάμπει.

Η μορφή αυτής της κόρης σβηστή μένει στη μνήμη μου. Κάποτε όμως ένα χαμόγελο την ζωηρεύει και την κάνει να φανεί, να φανούν δυο μάτια καστανά, που υγρά με κοίταζαν… Αλλά γρήγορα χάνονται! Ο χρόνος έρχεται με ορμή, και σβήνει, σβήνει…

Σ’ αυτό το σπίτι, που τώρα ακολουθεί το άλλο, που μέναμε μεις και που χάθηκε, έβγαινε αυτό το κορίτσι, όλο χαρά, σαν πεταλούδα που μόλις βγαίνει στον ανθισμένο κήπο. Τι να γίνεται τώρα; Αλλά κάποτε μια άγρια μορφή κίτρινη, την ακολουθούσε, σα μετά την εμφάνιση της πεταλούδας να επρόβελνε και η σαύρα.

Και παρουσιαζότανε ρίχνοντας μια μαύρη ματιά γύρω και στο παράθυρό μας, όταν προπάντων βρισκότανε σ’ αυτό ο Ζάνερος, ο φίλος μου.

Αλλά κι αυτός άμα τον έβλεπε, αγρίευε κι έλεγε σιγά:

- Αμ ήξεραν οι Σπαρτιάτες τι κάνανε! Στο βάραθρο τον κάθε μισερό, στο βάραθρο…

Το ’λεγε αυτό, γιατί το πρόσωπο που παρουσιαζότανε ήταν ένας μεσόκοπος ραχιτικός, μελαχρινός, κίτρινος, με κατάμαυρα μάτια.

Είχαμε μάθει πως ήταν θείος της κόρης κι είχε μια γυναίκα που δε φαινότανε και πολύ στο παράθυρο, κοντή, παχιά, αλλά νόστιμη κι άσπρη, άσπρη σα χιονάτη.

Αλλ’ είπα πως ο Ζάνερος δε φρόντιζε, ούτε έδινε λεπτό για γυναίκα, και τώρα θυμήθηκα πως τον είχα ακούσει να λέει για τη γυναίκα του ραχιτικού:

- Πιο αφράτη γυναίκα δεν έχω δει! Νομίζεις ότι είναι φτιαγμένη από ασπράδι αυγού και ζάχαρη!

Και μια μέρα θυμούμαι πως τον έπιασα και να πηγαίνει πίσω της, να την καμαρώνει. Το αρνήθηκε και θύμωσε γι’ αυτό, αλλ’ εγώ το είδα…

Ήταν, είπα, θείος της κόρης ο ραχιτικός. Αλλά γιατί έκανε έτσι; Γιατί έτρεχε πίσω της, πίσω απ’ την κόρη, σα να ’τανε ζηλιάρης εραστής ή σύζυγος;

Το παράδοξο όμως πάλι ήταν πως αντί να ταράζουμαι εγώ στη θέα του, ταραζότανε ο Ζάνερος, και ταραζότανε πολύ. Μου έλεγε πως δεν μπορούσε να τον υποφέρει, να υποφέρει τη ματιά του, τον έπιανε πυρετός, δεν ήταν όλη την ημέρα καλά…

Ο ραχιτικός, καθώς φαινόταν, σε κείνον είχε ρίξει την υποψία του, γιατί, αν και πολλές φορές εμένα έπιασε στο παράθυρο, η ματιά του αδιάφορη, ψυχρή περνούσε. Ενώ, όταν έβλεπε το φίλο μου, πώς αγρίευε!

Κι οι δυο έμεναν, κοιταζόντουσαν άγρια, άγρια… Και ο φίλος μου έλεγε σιγά, καθώς ανάγκαζε το ραχιτικό ν’ αποσύρει τα μάτια του και να φύγει απ’ το παράθυρο:

- Μωρέ, καλά και άγια κάνανε οι Σπαρτιάτες! Στο βάραθρο ο κάθε μισερός, στο βάραθρο! Για το βάραθρο ήσουνα…

Αλλ’ η έχθρα του φίλου μου μεγάλωνε, έπασχε απ’ αυτή. Το έβλεπα καλά. Πολλές φορές μου ’λεγε το πρωί:

- Είδα απόψε αυτόν στον ύπνο μου, είδα πως παλεύαμε. Τον έριχνα, λέει, κάτω, αλλ’ αυτός γινότανε τόσο δυνατός, σα σίδερο, και μου ριχνότανε. Στο διάολο!

Μια νύχτα τον άκουσα να φωνάζει και τον ξύπνησα.

- Δεν ξέρεις, μου είπε, έβλεπα πάλι αυτόν… Πάλι πάλευα μαζί του και μου είχε κολλήσει στο λαιμό…

Μια μέρα η κόρη δε φάνηκε… Τι έγινε; Πού να μάθω στην αρχή; Μετά μέρες όμως έμαθα πως πήγε στην πατρίδα της, στους γονείς της. Πάει η αγάπη…

Δεν πέρασε και πολύς καιρός και μαθαίνω μια μέρα πως ο ραχιτικός ο πλούσιος χάθηκε κι ότι λέγανε πως σκοτώθηκε μόνος, πνίγηκε…

Κείνο που υποπτευόμουνα το πίστεψα τότε, ήταν αλήθεια. Αγαπούσε την ανεψιά του και γι’ αυτό σκοτώθηκε…

Και δεν το είπα και σε λίγους! Τις ίδιες μέρες έφυγε κι ο Ζάνερος, κι από τότε ούτε άκουσα τι γίνεται. Έπρεπε μάλιστα να ’ρθει για τις εξετάσεις…

Αυτά σκεπτόμουνα την άλλη μέρα το μεσημέρι, κλεισμένος στο δωμάτιό μου, γιατί η βροχή μας εμπόδισε να εργαστούμε, όταν η πόρτα μου χτύπησε σιγά.

Ήταν ένα παιδί που είχα στην εργασία κι έφερνε ένα γράμμα.

Μου ’γραφε ένας από τους εργολάβους της οικοδομής, που θα έκανα, και μου ’λεγε πως η ταμπακέρα που βρήκανε μέσα στον τάφο, μαζί με το σκελετό, είχε πάνω ένα όνομα: Π. Συνέρης.

Γρήγορα θυμήθηκα πως ήτανε το όνομα του ραχιτικού που καθότανε στο σπίτι αυτό και που είχανε πει πως είχε πέσει στη θάλασσα κι αυτή είχε γίνει ο τάφος του!

Έχει γούστο να ’ναι αυτός! είπα.

Και ήταν! Όπως απόδειξε κι η εξέταση του σκελετού, ήταν αυτός! Ενώ τον ζητούσανε στη θάλασσα, αυτός βρισκότανε κει κάτω θαμμένος…

Τώρα, τι συνέβαινε;

Εγώ δε λέω τίποτα.

Ένα πράμα μόνο έχω να σας πω, ότι τώρα περισσότερο, όταν χαλώ κανένα παλιό σπίτι, περισσότερο σκέπτομαι πόσα κρυφά δράματα, πόσες άγνωστες τραγωδίες έχουνε γίνει σ’ αυτά…

Από τη συλλογή «Τριανταδύο διηγήματα» (1921)

Δευτέρα 8 Δεκεμβρίου 2014

Παραρλάμα...

Κατάντια, δεισιδαιμονία, μίση, εκδίκηση, βλακεία...
Ανθρώπινη φύση, με χιούμορ, κατά Δημοσθένη Βουτυρά...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Καφές & βιβλία, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Δημοσθένης Βουτυράς
Παραρλάμα

Κάποτε του Φάρμα του ερχότανε και αναμνήσεις. Και θυμόταν ότι είχε πατέρα, που φορούσε φέσι και κόκκινο ζωνάρι, και μάνα, της οποίας είχε ξεχάσει και αυτής τη μορφή, που φορούσε τσεμπέρι. 'Aλλο τίποτα! Όλα τα άλλα τα είχε φάει το γύρισμα της ρόδας και έπειτα το κρασί, που έπινε για ξεκούρασμα. Αλλά τι ήθελε να θυμάται;

Τη γυναίκα την είχε λησμονήσει και κανείς δαίμονας δεν καταδεχόταν να του τη φέρει στο νου για να τον πειράξει. Όταν κάποτε έβλεπε καμιά να έρχεται μέσα στο κατάστημα, την κοίταζε χάσκοντας, σαν παράξενο πράγμα που πρώτη φορά το έβλεπε.

Οι τεχνίτες τον περίπαιζαν. Αυτός δεν απαντούσε ποτέ. Σχεδόν είχε χάσει τη λαλιά του. Μόνο αισθανότανε μίσος, το μόνο ανθρώπινο που του έμεινε. Δε γελούσε ποτέ, είχε απομάθει να γελά και κανείς ποτέ δεν τον είδε έστω και να χαμογελά.

Το μόνο, μέσα στο σβησμένο και έρημο από άλλα αισθήματα σώμα του, που έμεινε ήτανε το μίσος, όπως μένει, σε ερειπωμένο σπίτι ή πύργο, φίδι.

Όταν εσχόλαζε, έπινε όσο που μεθούσε, και έτσι παραμιλώντας, χωρίς να εννοεί κανείς τι έλεγε, σαν να μιλούσε τη γλώσσα της ρόδας, επήγαινε να κοιμηθεί.

Είχε και παρέα στο κρασοπουλειό που πήγαινε, αλλ' ήταν σ' αυτή σα βουβό της πρόσωπο. Φαινότανε μόνο να προσέχει σε ό,τι λέγανε. Δύσκολα όμως να του μείνει τίποτα στο νου απ' ό,τι άκουγε, όλα περνούσανε δίχως ν' αφήσουν ίχνος.

Μια βραδιά, άκουσε κάποιον πολύξερο της παρέας να διηγείται κάτι της Γραφής. Έλεγε για το χέρι κείνο που είχε γράψει στο συμπόσιο του Βαλτασάρ τις λέξεις: Μενέ, Μενέ θεκέλ, ου φαρσίν. Και ότι οι λέξεις είχαν φέρει τον τρόμο στο βασιλέα και σε όλους τους άλλους του συμποσίου και κανείς δεν βρισκότανε να τις εξηγήσει τι εννοούσαν.

Αυτά τα άκουσε με προσοχή μεγάλη, ανοίγοντας τα και τα μάτια του τρομαχτικά. Ήτανε το μόνο που μπόρεσε να χαραχθεί στο νου του μαζί με τους κρότους της ρόδας.

Την άλλη βραδιά, άμα εσχόλασε, αντί να πάει στο κρασοπουλειό, διευθύνθηκε στο δωμάτιό του. Είχε συγκάτοικο έναν πατριώτη του, ο οποίος πήγαινε πολύ ενωρίς και κοιμότανε. Την πόρτα ποτέ δεν την έκλειναν και μπήκε ο Φάρμας χωρίς να μεταχειρισθεί κλειδί ή να χτυπήσει. Ο συγκάτοικος ήτανε κει και κοιμότανε.

Ένα λυχναράκι έκαιε πάνω στο τραπέζι και φώτιζε ένα ξερό κομμάτι ψωμί και τρεις ελιές σάπιες, βαλμένες αντί σε πιάτο, σ' ένα χαρτί κίτρινο. Μια μύγα, άγνωστο γιατί, ξενυχτούσε, καθότανε πάνω στο ξεροκόμματο του ψωμιού συλλογισμένη.

Ο Φάρμας έμεινε αρκετή ώρα συλλογισμένος κι αυτός, έπειτα έφυγε γρήγορα και πήρε το δρόμο του καταστήματος που δούλευε, κοιτάζοντας κάποτε, καθώς πήγαινε, την ημισέληνο, που του φαινότανε σαν χρυσό λαμπερό ψάρι φτερωτό.

Το κατάστημα είχε και αυλή πίσω, και απ' εκεί πήγε. Ανέβηκε σε μια ελιά, μια ψωριασμένη ελιά που ήταν απ' έξω, και απ' εκεί ο άνθρωπος της ρόδας και του κρασιού ελαφρός πήδησε στην αυλή. Φύλακας δεν έμενε στο κατάστημα άλλος από ένα σκυλί, αλλ' αυτό πήγε κοντά του, μετά από ένα μικρό γάβγισμα, και του έγλειψε τα χέρια.

Μπήκε μέσα από ένα φεγγίτη πόρτας, όπου στήριξε μια μισοσπασμένη σκάλα. Στάθηκε στην κάτω αίθουσα, όπου ήτανε μεγάλα εργαλεία και τα γραφεία του καταστηματάρχη. Εκεί άναψε ένα σπίρτο και, αφού κοίταξε σαν να ζητούσε κάτι στον τοίχο, ανέβηκε σ' ένα εργαλείο και άρχισε να γράφει στον τοίχο με κάρβουνο μια λέξη:

"Παραρλάμα."

Ήταν φανταστική η λέξη, του την είχε βγάλει το κρανίο του, αλλά του φαινότανε να λέει κάτι κακό.

Έφυγε όπως είχε πάει.

Το πρωί, όταν πήγε στην εργασία, επρόσεχε να δει τι θα γίνει για τη λέξη. Και δεν πέρασε πολύ και άκουσε τη φωνή του καταστηματάρχη να φωνάζει:

"Τι είναι αυτό εκεί; Ποιος το 'γραψε αυτό;"

Η φωνή του καταστηματάρχη ήταν σα φοβισμένη.

Όλοι άφησαν τις δουλειές τους και τρέξανε να δουν.

"Παραρλάμα!"

Η λέξη που βγήκε από το κρανίο του βρισκότανε στα χείλια όλων. Μα ποιος την έγραψε;

Επρόβαλε και αυτός το πρόσωπό του από πάνω από τη σκάλα και κοίταξε. Κανείς δεν ημπορούσε να υποπτευθεί αυτόν, και ούτε ακόμα παρατήρησαν ότι δεν έτρεξε και αυτός να δει.

Ο αρχιτεχνίτης αυτόν έβαλε να τη σβήσει. Και την έσβησε λέγοντας σιγά σιγά τη λέξη.

Τη νύχτα έκανε πάλι το ίδιο. Λαλά τη λέξη δεν την έγραψε τώρα με κάρβουνο, αλλά με χρώμα κόκκινο:

"Παραρλάμα."

Το πρωί άλλος θόρυβος. Ο καταστηματάρχης κιτρίνισε πολύ. Ζητούσε τον άνθρωπο, αλλ' έξαφνα φοβήθηκε μη δεν ήταν άνθρωπος. Και όμως είπε δυνατά:

"Πρέπει να βρεθεί!"

Η ιδέα πάλι μην κάποιος ήθελε να παίξει, να τον γελωτοποιήσει, τον έκανε έξω φρενών και φώναζε ότι θα τους διώξει όλους.

Ο Φάρμας άκουσε τους τεχνίτες να λένε μεταξύ τους, μην φροντίζοντας γι' αυτόν, όπως και για το σκύλο, το φύλακα, ότι φάντασμα θα βγαίνει στο κατάστημα και αυτό θα το έγραφε! Και οι τεχνίτες έμειναν πεισμένοι ότι φάντασμα, δίχως άλλο, βγαίνει τη νύχτα και γράφει αυτή την παράξενη λέξη που κάτι θα σήμαινε στη δική του γλώσσα.

Τη νύχτα, ο κύριος του καταστήματος έβαλε φύλακες. Το πρωί δεν υπήρχε η λέξη. Αλλά σε λίγο, καθώς ο καταστηματάρχης έμπαινε, η λέξη ήτανε πάλι στον τοίχο, γραμμένη με τα κόκκινα γράμματά της.

Ο Φάρμας είχε βρει την ευκαιρία και την είχε γράψει.

Όλοι στο πόδι. Ο καταστηματάρχης ταραγμένος, κίτρινος, ο αρχιτεχνίτης, οι τεχνίτες, όλοι στεκότανε μαρμαρωμένοι εμπρός στα κόκκινα γράμματα, που κάτι θα σήμαιναν κακό μεγάλο.

"Παραρλάμα."

Οι τεχνίτες άρχισαν να ορκίζονται τους μεγαλύτερούς των όρκους, πολλοί έκλαιγαν ότι δεν γνωρίζουν τίποτα, δεν ξέρουν ποιος τα γράφει, αλλά κάποιος, κάποιο... Ήθελαν να πουν φάντασμα, αλλά δεν τολμούσαν...

Ο Φάρμας φάνηκε από ψηλά να κοιτάζει. Έπειτα τραβήχτηκε γρήγορα και πήγε κοντά στη ρόδα, κι εκεί κρατώντας το χερούλι της γέλασε, ύστερα από τόσα χρόνια, ένα σιωπηλό γέλιο!...

Τετάρτη 24 Σεπτεμβρίου 2014

Ελληνική φύση κάποτε...

Κοίταξε το γαλανό χρώμα τ΄ ουρανού, τα πουλιά, τα χελιδόνια, που περνούσαν όλο κελάδημα, και αργά και πού κανένα κοράκι. Και δε σκεφτόταν τίποτα, ή κάποτε κάποια σκέψη ελαφριά φαινότανε στο νου του κι έσβηνε αμέσως, όπως σε κατακάθαρο ουρανό λίγος καπνός...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Αμυγδαλιές στον Υμηττό, λάδι σε καμβά

Δημοσθένης Βουτυράς
Δάκρυ στο φίδι

Πατώντας μες στ' αγκάθια, στ' άγρια χόρτα, προχωρούσανε σιωπηλοί, σκεφτικοί με κουρασμένο βήμα. Γύρω τους η φύση είχε στολιστεί, φορούσε τη φορεσιά τής εορτής και οι μυρουδιές των λουλουδιών, των άγριων λουλουδιών, γεμίζανε τον αέρα. Κάποτε κοράκι περνούσε με κρωγμό δυνατό από πάνω τους, και τότε σήκωναν το κεφάλι και το κοίταζαν που έφευγε με φτερουγιές μεγάλες, το κοίταζαν ώσπου χανότανε στου γαλάζιου ουρανού το βάθος.

Μέλισσες, σφήγκες, μύγες χρυσές, μαύρες μεγάλες, τρέχανε, γυρίζανε μέσα στα χαντάκια, μ΄ ένα αρμονικό βουητό, τρέχανε πάνω στα λουλούδια τα κίτρινα, τα τριανταφυλλιά, στις παπαρούνες, που πολλές, πλήθος, φύτρωναν εκεί, και κουνιόντουσαν στο σιγαλό αεράκι που φυσούσε.

Και κανένα σύννεφο στον ουρανό. Ο ήλιος λαμπερός εφώτιζε και ησυχία απλωνόταν, που μέσα σ΄ αυτή ανάδευε το βουητό τής μέλισσας, των εντόμων.

-Να το νταμάρι! το βλέπετε; είπε ο ένας και στάθηκε δείχνοντας ένα λόφο κοκκινωπό μακριά. Εκεί τον φύλαξα. Α, ρε, μανία που τον είχα!... Εκεί πίσω, εκεί τον βάρεσα!... Έγινε καλά όμως!... Το σκυλί!... Α, αν τον πετύχω τώρα, καμιά φορά, δεν πιστεύω να ξαναγίνει!...

-Διπλός ο κόπος γίνεται, Λούκαρή μου, όταν η δουλειά δε γίνει σωστή! του είπε ο δεύτερος με κούνημα του κεφαλιού και σταματώντας, για να δέσει το άσπρο μακρύ ζουνάρι του, που είχε λυθεί και κρεμόταν.

-Έχεις δίκαιο, έτσι είναι!... Μα δε μου λέτε, δεν καθόμαστε να ξαποστάσουμε λίγο σ΄ αυτή την ελιά;

-Ακούς λέει!...

Ο τρίτος άρχισε να βλαστημά κι έσκυψε πιάνοντας το πόδι του.

-Τι έπαθες, μωρέ Κούρη;

-Ένα αγκάθι, Σακίδα μου, εν΄ αγκάθι, τ΄ άτιμο, σα μαχαίρι!...

Και κάθισε κάτω, έβγαλε το παπούτσι του, ένα παλιό λαστιχένιο, κατατρύπιο.

Αυτοί προχωρήσανε για την ελιά, όπου σε λίγο έφτασε και ο Κούρης.

Κρότος σιδηρόδρομου ήρθε ίσαμε κει, έπειτα έφυγε, όπως, όταν φυσά άνεμος, φεύγει κουλουριαστά, στριφογυρίζοντας καπνός, που βγαίνει από καπνοδόχο εργοστασίου.

Πάλι είχανε μείνει σιωπηλοί.

Χελιδόνια περνούσανε γρήγορα, οι σφήγκες, οι μέλισσες βούιζαν... Ένας χτύπος ερχόταν από το λόφο, ένας χτύπος σίδερου, που κτυπά πέτρα.

-Είναι το νταμάρι! τους είχε πει ο Λούκαρης.

Ο Σακίδας έψαχνε την τσέπη του

-Τι γυρεύεις;

-Καπνό!... αν έχει τίποτα τρίμματα!... Μπα!... έκανε κοιτάζοντας την τσέπη του, που αναποδογύρισε.

-Ψίχουλα είναι τα περισσότερα!...

Έγινε σιωπή! Ο κρότος του λοστού, που χτυπούσε την πέτρα, ακουγόταν κανονικός.

Σε λίγο μίλησε ο Κούρης:

-Μωρέ, για βάλτε το και κείνο με το νου σας, που μας είπε κείνη η γυναικούλα στην παραγκούλα! Βάλτε με το νου σας!...

-Α, έκανε ο Σακίδας, για σπουδαίο το 'χεις; Αυτά γίνονται κάθε μέρα! Στο φτωχό δε δίνουνε καμιά αξία, καμιά!... Αν και ο φτωχός, να σας το πω, έχει πιο πιο πολύ αξία απ΄ τους πλούσιους! Αυτό μπορώ να σας τ΄ αποδείξω, τώρα δα, αν θέλετε!... Για σκεφτείτε λίγο το παιδί πώς γεννιέται! Για βάλτε το, ντε, με το νου σας! Πώς γεννιέται;... Γεννιέται άφκιαχτο ακόμα, δε μοιάζει με το κατσίκι, με το αρνί!... Αλλά το παιδί είναι ένα πράγμα άφκιαχτο και το πλάθει ύστερα η μάνα! Σα να ΄χω δίκαιο λίγο ε; Βάλτε λοιπόν με το νου σας τη φτωχειά!... Τι τυραννία τραβά!...Να ξενυχτά να το κουνά, να το σκουπίζει και να το πλένει και να πλένει και ολόκληρο το σπίτι!... Α, το μωρό δεν έχει ύπνο, α, το μωρό ξερνά, α, το σπουρίζει, και άλλα, άλλα!... Βάσανα και βάσανα! Αμ΄ ώσπου να πάρει τα πόδια του; Ασ΄τα!... Απ΄ την άλλη μεριά παρ΄ την πλούσια. Γεννά, ε; το παιδί θα το πάρει η παραμάνα! Θα της κοιτάξουνε και το γάλα!... Η πλούσια κοιμάται σα να την είχε πιάσει μόνο η κοιλιά της και της πέρασε! Το παιδί το σέρνει η παραμάνα. Αλλά μην κι αυτή τυραννιέται; Άμα μαγαριστεί το παιδί, πετά τα μαγαρισμένα!... Άλλη δούλα τα παίρνει και τα πλένει!... Βλέπετε λοιπόν, πως ο φτωχός είναι πιο ιερός από τον πλούσιο;

-Μα πού τα έμαθες αυτά, στο Θεό σου, μωρέ Σακίδα; ρώτησε ο Κούρης, άμα ο Σακίδας σταμάτησε να λέει.

Αυτός τον κοίταξε με χαμόγελο:

-Πού τα ΄μαθα, ρε Κούρη; Στο πανεπιστήμιο, που μας είχανε κλεισμένους!...

Ο Κούρης έσπρωξε το σκούφο του κι έξυσε το κεφάλι του.

-Εγώ δεν ξέρω ποιος είναι ιερός και ποιος δεν είναι, μουρμούρισε ο Λούκαρης, εγώ ξέρω πώς όλοι είναι κακοί!.. Για μένα είναι το ίδιο όλοι!... Αν δεν ήταν ο κόσμος κακός, δε θα ΄μπαινα στη φυλακή και δε θα ήμουνα ό,τι είμαι τώρα! που δε θα γλιτώσω και πάλι να χωθώ μέσα. Αυτό ξέρω γω! Όλοι είναι κακοί, κακοί!...

-Άλλο λέω γω! Έκανε να πει ο Σακίδας.

-Ξέρω τι λες εσύ, αλλά ξέρω και τι λέω γω!... Αν δεν ήταν ο κόσμος κακός, αν δε με πείραζε, δε θα ΄μπαινα στη φυλακή!... Θα ΄χα κι εγώ μια καλύβα, τη γυναίκα μου, τα παιδιά μου...

Έγινε σιωπή. Ο κρότος του λοστού είχε είχε πάψει. Το βουητό των εντόμων, που γυρίζανε στ΄ άγρια λουλούδια κει κοντά τους, ακουγόταν και φωνές σπουργιτιών.

-Μωρέ, διψώ! έκανε σε λίγο ο Σακίδας.

-Κι εγώ! είπε ο Κούρης.

-Μα πού στο διάολο να βρούμε νερό;

-Να, εκεί, τους είπε ο Λούκαρης, δείχνοντας το λόφο, εκεί στο νταμάρι κάτω έχει πηγάδι!

Αυτοί σηκωθήκανε:

-Δε θά ΄ρθεις;

-Δε διψώ!... Αντίστε!... Γρήγορα λιγάκι!... Ο Λούκαρης τους κοίταξε, που φεύγανε, έπειτα για λίγο έγειρε και ξαπλώθηκε.

Κοίταξε το γαλανό χρώμα τ΄ ουρανού, τα πουλιά, τα χελιδόνια, που περνούσαν όλο κελάδημα, και αργά και πού κανένα κοράκι. Και δε σκεφτόταν τίποτα, ή κάποτε κάποια σκέψη ελαφριά φαινότανε στο νου του κι έσβηνε αμέσως, όπως σε κατακάθαρο ουρανό λίγος καπνός.

Ξαφνικά πετάχτηκε και κάθισε.

Πέρα λίγο απ΄ αυτόν, σε μια μεριά μισοκυκλωμένη από χόρτα, ένα φίδι είχε κουλουριαστεί και λιαζότανε με το κεφάλι σα γάτα, ή σκυλί, βαλμένο κάτω...

Τινάχτηκε. Αλλά και το φίδι ορθώθηκε, σήκωσε το κεφάλι του ψηλά και ανοιγόκλεινε το στόμα του με τα μυτερά στριφτά δόντια...

Χωρίς να το σκεφτεί το χτύπημα με με το καυσόξυλο, που είχε για ραβδί, το χτύπησε με δύναμη... Το φίδι έμεινε ακίνητο.

Το τράβηξε έξω. Ήταν αστρίτης αρκετά μεγάλος.

-Γιατί να το σκοτώσω; είπε, αφού στάθηκε, για λίγο, και το κοίταξε. Τι μου έκανε;... Είχε καθίσει να λιαστεί, να ευχαριστηθεί τον ήλιο!... Όλος ο κόσμος το κυνηγά!...

Είδε το φίδι να κουνιέται και να φέρνει κοντά την ουρά του και να μένει πάλι ακίνητο.

Λύπη μεγάλη του ήρθε:

-Δεν έκανα καλά να το σκοτώσω, όχι!... είπε πάλι. Όλος ο κόσμος το κυνηγά!... Δεν έκανα

καλά!... Και είχε καθίσει να λιαστεί, να ευχαριστηθεί τον ήλιο!...

Και δυο δάκρυα κύλησαν από τα μάτια του και πέσανε πάνω στο σκοτωμένο φίδι.

Κυριακή 24 Αυγούστου 2014

Η σελήνη φώτιζε δυνατά κυκλωμένη από σύννεφα...

Μην είναι η γλαύκα των Αθηνών, και αυτή θάναι, κι έκλαιγε για κάποιο κακό μεγάλο, μεγάλα κακά, που θα πέσουν στην Αθήνα και στην Ελλάδα;...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Πεύκα στο φως της σελήνης, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Δημοσθένης Βουτυράς

Η παραίσθηση

Η βροχή μας είχε κλείσει σ΄ ένα μαγαζάκι. Ώρες μέναμε κει και μιλούσαμε. Είχαμε πει πολλά και πολλά, κι έπειτα χωρίς να μιλούμε κοιτάζαμε τη βροχή, που λεπτή, μονότονη έπεφτε και σα να τσιμπούσε τ΄ απλωμένα νερά.

Και δεν ήταν κανείς άλλος στο μαγαζάκι, από μας. Ο μάγερας μαγέρευε και πίσω του, στον τοίχο άπειρες μύγες είχαν καθήσει. Νόμιζες πως ήταν κεντημένος, ή νάχαν απλώσει κάποιο βέλο με βουλίτσες μαύρες.

Η σιωπή μας δεν κράτησε πολύ. Ο Σαμούλης μίλησε:

— Είπαμε πριν, είπε, για όνειρα, για τα σκυλιά, που ουρλιάζουν, όταν πρόκειται να πέσει κάποιο κακό στο σπίτι, που μένουν. Και πολλές φορές και για γειτονικά, ή συγγενικά. Αλλ΄ εγώ θα σας πω τώρα, και πως ζώα άγρια, πουλιά, όρνεα, κλαίνε, θρηνούν όταν είναι να πέσει στον τόπο που ζουν από χρόνια, στην πατρίδα τους, κάποια συμφορά μεγάλη!...

Ήτανε Σεπτέμβριος του 16. Ένα βράδυ κλεισμένος στο δωμάτιό μου έγραφα. Η ώρα ήταν περασμένη. Είχα βαλθεί να τελειώσω κι ας μ΄ έβρισκε και το ξημέρωμα.

Είχα, λοιπόν, βυθιστεί στο γράψιμο, ή σε κείνο που έγραφα, όταν ξαφνικά μέσ΄ στην ησυχία της νύχτας, ακούω μια φωνή, ένα κλάμα έξω, κομμένο σαν κλάμα γυναίκας, γριάς. Προπάντων γριάς, αυτή την εντύπωση μούκανε.

Ακροάστηκα καλά. Ναι, ναι, ήταν ένα κλάμα κομμένο ή που κοβόταν, γεμάτο πόνο, ένα παράξενο όμως, κλάμα κι απαίσιο μαζί!

— Μα τ΄ είναι αυτό! είπα.

Το κλάμα ξακολουθούσε μες στην ησυχία της νύχτας.

Με φρίκη πέταξα την πέννα, και αρπάζοντας ένα μπαστούνι χοντρό, χωρίς να ξέρω γιατί, βγήκα στην αυλή.

Μα ήτανε σα να θρηνούσε κάποια γριά στρίγγλα καθισμένη κάπου κει κοντά...

Η σελήνη φώτιζε δυνατά κυκλωμένη από σύννεφα. Και μες στο σπίτι ησυχία, στ΄ άλλα δωμάτια. Κανείς δε φαινότανε νάχε ακούσει τίποτα.

Το κλάμα πιο δυνατό ακουγόταν. Και όπως σας είπα, ήτανε σαν εκεί κοντά, σε κάποια μεριά, να καθόταν γριά μάγισσα, κακιά γριά και μάντισα κακών νάκλαιγε, ν’ άφηνε φωνή πόνου μεγάλου.

Όρμησα έξω, στο δρόμο. Αλλά μόλις επρόβαλα απ΄ τη σκιά του σπιτιού και φωτίστηκα απ΄ το φως της σελήνης, μια φωνή αλλιώτικη, φόβου άγρια, ακούστηκε να βγαίνει από κει κοντά.

Ύψωσα το ξύλο. Τίποτα δεν είδα.

— Μα τι είναι αυτό! είπα. Μην είναι νυχτοπούλι, κουκουβάγια;

Προσπάθησα να δω στα κεραμίδια των αντικρινών σπιτιών, ενός μάλιστα, χαμηλού πολύ, που ήταν και σε κατηγοριά και όπου μου φάνηκε πως βγήκε η φωνή.

Τίποτα, τίποτα. Το φως της σελήνης φώτιζε καλά τα κεραμίδια.

Και η φωνή είχε πάψει.

Ένα σκυλί ερχότανε γρήγορα, μαύρο, γνωστό μου, με τη μύτη κάτω και την ουρά μαζεμένη. Και μπήκε μέσα στο αντικρινό σπίτι από μια τρύπα.

Έκανα να μπω μέσα, όταν ακούω φωνές πολλές, όμοιες με κείνη, από παντού, απ΄ το λόφο του Φιλοπάππου, απ΄ τους αντικρινούς λόφους, απ΄ τα χωράφια, από παντού, όλες να κλαίνε, να θρηνούν!

— Μα τι σημαίνει αυτό; ρώτησα τον εαυτό μου.

Αισθανόμουν ότι κάτι κακό σήμαινε.

Την άλλη μέρα το διηγήθηκα αυτό σε ένα γέρο γνωστό μου, ένα γέρο δάσκαλο.

Τ’ άκουσε με προσοχή και μούπε έπειτα:

— Μην είναι η γλαύκα των Αθηνών, και αυτή θάναι, κι έκλαιγε για κάποιο κακό μεγάλο, μεγάλα κακά, που θα πέσουν στην Αθήνα και στην Ελλάδα;