*
"L'air est plein du frisson des choses qui s' enfuient"
Charles Baudelaire, Le crepuscule du matin / Το λυκόφως του πρωινού
ζωγράφοι, ελληνική τέχνη, θαλασσογραφίες, τοπία, ζωγραφική, λογοτεχνία, Έλληνες ζωγράφοι, σύγχρονη σκέψη, καράβια, τέχνη, σύγχρονοι ζωγράφοι, ποίηση, πορτρέτα, πίνακες ζωγραφικής, έργα ζωγραφικής, ελληνικά τοπία

Είμαι σίγουρος, ότι ποτέ δεν ξανάγινε τέτοια πόλη σαν τη δική μας, έτσι όπως μαλλώναμε με τους αλήτες, πάνω στους αμμόλοφους ή παρακινούσαμε ο ένας τον άλλον να σκαρφαλώσει πάνω στις σκαλωσιές, απ' τα γιαπιά που σύντομα τα ονομάσαμε "Λάβουρνα", ή "Οξυές". Είμαι σίγουρος, ότι ποτέ δεν ξανάγινε τέτοια πόλη με τη μυρωδιά απ' τα ψάρια και τις τηγανιτές πατάτες, τ' απογεύματα του Σαββάτου. Με τις προβολές του σινεμά τα Σαββατόβραδα, όπου ξεφωνίζαμε και γιουχαΐζαμε για τις τρεις πέννες μας. Με τα πλήθη στους δρόμους, τις διεθνείς νύχτες, με τα φτερά στα καπέλα τους. Με το πάρκο, το ανεξερεύνητο, γεμάτο θάμνους και μυστήριο, πάρκο του κόκκινου Ινδιάνου, όπου ο καμπούρης καθόταν ολομόναχος και τα δασάκια ήταν πλημμυρισμένα στα μπλε, με τους ναύτες. Οι αναμνήσεις απ' τα παιδικά μου χρόνια δεν έχουν σχολείο σαν το δικό μας, μ' εκείνη τη χαρακτηριστική μυρωδιά απ' τις γαλότσες, με την γλυκειά και αδέξια μουσική απ' τα μαθήματα πιάνου που έφτανε απ' το πάνω πάτωμα, κάτω στη μοναχική αίθουσα, όπου μόνο αυτοί που ήταν άτακτοι κάθοταν καμιά φορά κλαίγοντας, πάνω από περιλήψεις που δεν έγιναν ή οι τιμωρημένοι για μια μικρή αταξία, όπως το τράβηγμα των μαλλιών ενός κοριτσιού, την ώρα της γεωγραφίας ή το πονηρό τσίμπημα, κάτω απ’ το σχολείο, ήταν ένα στενό μονοπάτι, όπου μόνο οι μεγαλύτεροι και οι τολμηρότεροι έριχναν χαλίκια στα παράθυρα, μάλλωναν και καυχιότανε, λέγοντας ψέμματα για τις γνωριμίες τους: