Εκτιμώ το ελεύθερο πνεύμα του...
ζωγράφοι, ελληνική τέχνη, θαλασσογραφίες, τοπία, ζωγραφική, λογοτεχνία, Έλληνες ζωγράφοι, σύγχρονη σκέψη, καράβια, τέχνη, σύγχρονοι ζωγράφοι, ποίηση, πορτρέτα, πίνακες ζωγραφικής, έργα ζωγραφικής, ελληνικά τοπία
t
Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...
Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πορτρέτα ζωγραφική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πορτρέτα ζωγραφική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Τρίτη 7 Μαρτίου 2023
Τετάρτη 16 Ιανουαρίου 2019
κόρακες και κόλακες...
... μας τριγυρίζουν κόρακες και κόλακες, που διαφέρουν
στο λάμδα και στο ρο.
Ο κόρακας τρώει πτώματα και ο κόλακας σε τρώει ζωντανό...
Δημήτρης Χορν
Γιάννης Σταύρου, Πορτρέτο Δημήτρη Χορν, μικτή τεχνική
στο λάμδα και στο ρο.
Ο κόρακας τρώει πτώματα και ο κόλακας σε τρώει ζωντανό...
Δημήτρης Χορν
Γιάννης Σταύρου, Πορτρέτο Δημήτρη Χορν, μικτή τεχνική
Πέμπτη 19 Μαΐου 2016
έβριθαν από καταδότες...

Γιάννης Σταύρου, Πορτρέτο γυναίκας με καπέλο, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)
Πρίμο Λέβι
Ο ταχυδακτυλουργός
Εγώ ήμουν ολομόναχος σ' εκείνο το κελλάρι και αδημονούσα να φέρω σε πέρας ένα σημαντικό εγχείρημα. Είχα προμηθευτεί ένα φύλλο χαρτί και ένα υπόλειμμα μολυβιού, και εδώ και μέρες περίμενα να μου παρουσιαστεί η κατάλληλη ευκαιρία να γράψω το πρόχειρο ενός γράμματος, στα ιταλικά βέβαια, που ήθελα να εμπιστευτώ σ' έναν ιταλό εργάτη να το στείλει στην Ιταλία στους δικούς μου. Πράγματι εμάς, μας ήταν αυστηρά απαγορευμένο να γράφουμε. Ήμουν βέβαιος πως, αν το σκεφτόμουν λίγο, θα έβρισκα τον τρόπο να συντάξω ένα μήνυμα που θα ήταν αρκετά σαφές για τους δικούς μου και συνάμα αρκετά αθώο ώστε να μην προσελκύσει την προσοχή της λογοκρισίας. Δεν έπρεπε να με δει κανείς, γιατί το απλό γεγονός ότι έγραφα ήταν από μόνο του ύποπτο, (για ποιο λόγο και σε ποιόν θα μπορούσε κάποιος από μας να έχει κάτι να γράψει;) και το στρατόπεδο καθώς και το εργοτάξιο έβριθαν από καταδότες. Άφού δούλεψα καμιά ωρίτσα τακτοποιώντας τους κυλίνδρους, ένοιωσα αρκετά ήρεμος για να αρχίσω το γράψιμο. Οι κύλινδροι κατέβαιναν από την κεκλιμένη σανίδα σε αραιά διαστήματα και δεν ακουγόταν κανένας ανησυχητικός θόρυβος στο κελλάρι.
Δεν είχα όμως λογαριάσει το αθόρυβο βήμα του Έντυ. Τον πήρα είδηση όταν πια στεκόταν και με κοίταζε. Ενστικτωδώς, ή μάλλον ηλιθίως, άνοιξα τα δάχτυλα. Το μολύβι έπεσε, αλλά το χαρτί κυμάτισε σαν ένα ξερό φύλλο πριν κατέβει αργά στη γη.
[....] Περίμενε να σηκωθώ και με ρώτησε σε ποιόν έγραφα. Του απάντησα με τα αδέξια γερμανικά μου ότι δεν έγραφα σε κανέναν. Είχα βρει κατά τύχη ένα μολύβι και έγραφα από καπρίτσιο, από νοσταλγία, σαν σε όνειρο. Το 'ξερα βέβαια πως απαγορευόταν το γράψιμο, ήξερα όμως πως δεν ήταν δυνατόν να στείλει κανείς γράμματα. Τον διαβεβαίωσα πως δε θα τολμούσα ποτέ να παραβώ τους κανόνες του στρατοπέδου. Προφανώς ο Έντυ δε θα με πίστευε, αλλά κάτι έπρεπε να πω, αν μη τι άλλο για να προκαλέσω τον οίκτο του. Αν με κατήγγελλε στο Πολιτικό Τμήμα, το ήξερα, με περίμενε η κρεμάλα, αλλά πριν από την κρεμάλα η ανάκριση (και τι ανάκριση!) για να διαπιστωθεί ποιος ήταν ο συνένοχός μου, και ίσως για να μου αποσπάσουν τη διεύθυνση του παραλήπτη στην Ιταλία. Ο Έντυ με κοίταξε με περίεργο ύφος. Μετά μου είπε να μην κουνηθώ και ότι θα επιστρέψει σε μια ώρα.
Η ώρα εκείνη κράτησε πολύ. Ο Έντυ γύρισε στο κελλάρι, είχε στο χέρι του τρία φύλλα χαρτί μαζί με το δικό μου και αμέσως διάβασα στο πρόσωπό του ότι την είχα γλυτώσει φτηνά. Δεν πρέπει να ήταν κανένας άβγαλτος, αυτός ο Έντυ, ή πάλι μπορεί το φαύλο του παρελθόν να του είχε μάθει τα στοιχειώδη του θλιβερού επαγγέλματος του ανακριτή. Είχε βρει ανάμεσα στους συντρόφους μου δύο (δεν του 'φτανε ένας), που ήξεραν γερμανικά και ιταλικά, και τους είχε ζητήσει, χωριστά, να μεταφράσουν στα γερμανικά το μήνυμά μου, προειδοποιώντας τους ότι αν οι δύο μεταφράσεις δεν έβγαιναν οι ίδιες δε θα κατήγγελλε στο Πολιτικό Τμήμα μόνον έμενα αλλά και αυτούς.
Μου έκανε ένα κήρυγμα που δυσκολεύομαι να παραθέσω εδώ. Μου είπε πως, για καλή μου τύχη, οι δύο μεταφράσεις ήταν οι ίδιες και το κείμενο δεν ήταν ενοχοποιητικό. Πως ήμουν τρελλός — δεν εξηγιόταν αλλοιώς. Μόνον ένας τρελλός θα μπορούσε να σκεφτεί να παίξει με τη ζωή του έτσι, να παίξει έτσι με τη ζωή του ιταλοϋ συνενόχου που σίγουρα είχα, με τη ζωή των δικών του στην Ιταλία, αλλά και με τη σταδιοδρομία του Έντυ ως Κάπο. Μου είπε πως η σφαλιάρα εκείνη ήταν όλη δική μου, πως θα 'πρεπε μάλιστα να τον ευχαριστήσω γιατί επρόκειτο για καλή πράξη, από αυτές που σε στέλνουν στον Παράδεισο, και 'κείνος, ένας «Strassenrauber», κλέφτης του δρόμου, σίγουρα τiς είχε πολύ ανάγκη τις καλές πράξεις. Και τέλος πως δε θα έδινε συνέχεια στην καταγγελία, αλλά πως ούτε και αυτός δεν ήξερε γιατί. Ίσως γιατί ήμουνα τρελλός, άλλωστε είναι γνωστό ότι όλοι οι ιταλοί είναι τρελλοί. Το μόνο που ξέρουν να κάνουν είναι να τραγουδάνε και να μπαίνουν σε μπελάδες.
(μετ. Σάρα Μπενβενίστε)
από το βιβλίο Λίλιθ
Εκδόσεις: Ροδαμός, 1992
Κυριακή 21 Φεβρουαρίου 2016
να διασύρεις το νερό της Λήθης...
Να ξυπνάς κάποιον που κοιμάται
είναι σα να επιβάλλεις στον άλλον
την αέναη φυλακή του σύμπαντος.
Καθώς και τον χρόνο του, χωρίς αυγή ή δειλινό...
Χόρχε Λουίς Μπόρχες
Πρώτη Όψη
ΚΟΙΜΑΣΑΙ. Σε ξυπνάω.
Το έξοχο πρωί σου δίνει την ψευδαίσθηση πως κάτι αρχίζει.
Ξέχασες τον Βιργίλιο. Τα εξάμετρα να τα.
Σου φέρνω χίλια πράγματα.
Των Ελλήνων τα τέσσερα στοιχεία: γη, νερό και φωτιά και αιθέρα.
¨Ενα μονάχα γυναικείο όνομα.
Τη φιλία της σελήνης.
Τα λαμπερά του άτλαντα χρώματα.
Τη λησμονιά που εξαγνίζει.
Τη μνήμη που επιλέγει και ξαναεγγράφει.
Τη συνήθεια που μας κάνει να νιώθουμε αθάνατοι.
Τη σφαίρα και τους δείκτες που τέμνουν τον άθικτο χρόνο.
Την ευωδία του σάνταλου.
Τις αμφιβολίες που αποκαλούμε, με κάποια ματαιοδοξία, μεταφυσική.
Του ραβδιού την καμπύλη που ελπίζει το χέρι σου.
Τη γεύση που σ' αφήνει το σταφύλι και το μέλι.
Πίσω όψη
ΝΑ ΞΥΠΝΑΣ κάποιον που κοιμάται
είναι μια πράξη καθημερινή, κοινή
που θα μπορούσε όμως να μας συνταράξει.
Να ξυπνάς κάποιον που κοιμάται
είναι σα να επιβάλλεις στον άλλον
την αέναη φυλακή του σύμπαντος.
Καθώς και τον χρόνο του, χωρίς αυγή ή δειλινό.
Είναι να του αποκαλύπτεις ότι είναι κάτι ή κάποιος
δεμένος μ' ένα όνομα που το δημοσιεύει
και μ' ένα πλήθος περασμένα.
Είναι να του ταράξεις την αιωνιότητα.
Είναι να τον φορτώνεις με αιώνες και άστρα.
Είναι να επιστρέφεις στον κόσμο άλλος Λάζαρος
φορτωμένος με μνήμες.
Είναι να διασύρεις το νερό της Λήθης.
είναι σα να επιβάλλεις στον άλλον
την αέναη φυλακή του σύμπαντος.
Καθώς και τον χρόνο του, χωρίς αυγή ή δειλινό...
Χόρχε Λουίς Μπόρχες
Πρώτη Όψη
ΚΟΙΜΑΣΑΙ. Σε ξυπνάω.
Το έξοχο πρωί σου δίνει την ψευδαίσθηση πως κάτι αρχίζει.
Ξέχασες τον Βιργίλιο. Τα εξάμετρα να τα.
Σου φέρνω χίλια πράγματα.
Των Ελλήνων τα τέσσερα στοιχεία: γη, νερό και φωτιά και αιθέρα.
¨Ενα μονάχα γυναικείο όνομα.
Τη φιλία της σελήνης.
Τα λαμπερά του άτλαντα χρώματα.
Τη λησμονιά που εξαγνίζει.
Τη μνήμη που επιλέγει και ξαναεγγράφει.
Τη συνήθεια που μας κάνει να νιώθουμε αθάνατοι.
Τη σφαίρα και τους δείκτες που τέμνουν τον άθικτο χρόνο.
Την ευωδία του σάνταλου.
Τις αμφιβολίες που αποκαλούμε, με κάποια ματαιοδοξία, μεταφυσική.
Του ραβδιού την καμπύλη που ελπίζει το χέρι σου.
Τη γεύση που σ' αφήνει το σταφύλι και το μέλι.
Πίσω όψη
ΝΑ ΞΥΠΝΑΣ κάποιον που κοιμάται
είναι μια πράξη καθημερινή, κοινή
που θα μπορούσε όμως να μας συνταράξει.
Να ξυπνάς κάποιον που κοιμάται
είναι σα να επιβάλλεις στον άλλον
την αέναη φυλακή του σύμπαντος.
Καθώς και τον χρόνο του, χωρίς αυγή ή δειλινό.
Είναι να του αποκαλύπτεις ότι είναι κάτι ή κάποιος
δεμένος μ' ένα όνομα που το δημοσιεύει
και μ' ένα πλήθος περασμένα.
Είναι να του ταράξεις την αιωνιότητα.
Είναι να τον φορτώνεις με αιώνες και άστρα.
Είναι να επιστρέφεις στον κόσμο άλλος Λάζαρος
φορτωμένος με μνήμες.
Είναι να διασύρεις το νερό της Λήθης.
Τετάρτη 23 Δεκεμβρίου 2015
την Ομορφιά διακόνησα...
αρχινώ το τραγούδι μου μ' αιθέρια λόγια
μα γι'αυτό κι απαλά στ' άκουσμα
την Ομορφιά διακόνησα...
Γιάννης Σταύρου, Πορτρέτο νέας γυναίκας, λάδι σε καμβά
Σαπφώ
(Αποσπάσματα σε απόδοση Οδυσσέα Ελύτη)
*
μια παιδούλα τρυφερή λεπτή που μάζευε
αγκαλιές λουλούδια που η φωνή της κι
απ' της λύρας είναι ακόμη πιο γλυκιά
πιο λευκή κι απ' το γάλα πιο γλυκόπιοτη α-
πό το νερό πιο μελωδική απ' τη λύρα πιο
γαύρη απ' της φοράδας πιο βελούδινη απ'
το ρόδο πιο τρυφερή απ' το ρούχο το απαλό
πιο πολύτιμη από το χρυσάφι.
*
μαντατοφόρος άνοιξης ηδονικής φωνής αηδόνι
της Αφροδίτης η θεραπαινίδα η χρυσοφώτεινη
ανέβαινε ψηλά η πανσέληνος
και στου βουνού το χώρο συναγμένες
καθώς σ' άλλους καιρούς της Κρήτης οι κοπέλες
έσερναν το χορό τριγύρω στον ωραίο βωμό
και με ρυθμό τα λυγερά τα πόδια τους
χτυπώντας πατούσανε στα τρυφερά των χόρτων
ανθουλάκια.
*
αρχινώ το τραγούδι μου μ' αιθέρια λόγια
μα γι'αυτό κι απαλά στ' άκουσμα
την Ομορφιά διακόνησα-τι ποιο μεγάλο θα μπορούσα
που μ' αξίωσαν (οι Μούσες) τη δική τους
δύναμη δίνοντας να λέω: αλήθεια
σε μελλούμενους καιρούς κάποιος
θα βρίσκεται να με θυμάτ' εμένα.''
*
Γρήγορα η ώρα πέρασε..
γρήγορα η ώρα πέρασε,μεσάνυχτα κοντεύουν,
πάει το φεγγάρι πάει κι η Πούλια βα-
σιλέψανε-και μόνο εγώ κείτομαι δω μονάχη
κι έρημη ο Έρωτας που βάσανα μοιράζει
ο Έρωτας που παραμύθια πλάθει
μου άρπαξε την ψυχή μου και την τρά-
νταξε ίδια καθώς αγέρας από τα βουνά χυ-
μάει μέσα στους δρυς φυσομανώντας.
*
"Τέτοιο πλάσμα ευαίσθητο και θαρρετό συνάμα δε μας παρουσιάζει συχνά η ζωή.
Ένα μικροκαμωμένο βαθυμελάχροινο κορίτσι, ένα "μαυροτσούκαλο", όπως θα λέγαμε σήμερα, που ωστόσο έδειξε ότι είναι σε θέση να υποτάξει ένα τριαντάφυλλο, να ερμηνέψει ένα κύμα ή ένα αηδόνι, και να πει "σ' αγαπώ", για να συγκινηθεί η υφήλιος".
Οδυσσέας Ελύτης
μα γι'αυτό κι απαλά στ' άκουσμα
την Ομορφιά διακόνησα...
Γιάννης Σταύρου, Πορτρέτο νέας γυναίκας, λάδι σε καμβά
Σαπφώ
(Αποσπάσματα σε απόδοση Οδυσσέα Ελύτη)
*
μια παιδούλα τρυφερή λεπτή που μάζευε
αγκαλιές λουλούδια που η φωνή της κι
απ' της λύρας είναι ακόμη πιο γλυκιά
πιο λευκή κι απ' το γάλα πιο γλυκόπιοτη α-
πό το νερό πιο μελωδική απ' τη λύρα πιο
γαύρη απ' της φοράδας πιο βελούδινη απ'
το ρόδο πιο τρυφερή απ' το ρούχο το απαλό
πιο πολύτιμη από το χρυσάφι.
*
μαντατοφόρος άνοιξης ηδονικής φωνής αηδόνι
της Αφροδίτης η θεραπαινίδα η χρυσοφώτεινη
ανέβαινε ψηλά η πανσέληνος
και στου βουνού το χώρο συναγμένες
καθώς σ' άλλους καιρούς της Κρήτης οι κοπέλες
έσερναν το χορό τριγύρω στον ωραίο βωμό
και με ρυθμό τα λυγερά τα πόδια τους
χτυπώντας πατούσανε στα τρυφερά των χόρτων
ανθουλάκια.
*
αρχινώ το τραγούδι μου μ' αιθέρια λόγια
μα γι'αυτό κι απαλά στ' άκουσμα
την Ομορφιά διακόνησα-τι ποιο μεγάλο θα μπορούσα
που μ' αξίωσαν (οι Μούσες) τη δική τους
δύναμη δίνοντας να λέω: αλήθεια
σε μελλούμενους καιρούς κάποιος
θα βρίσκεται να με θυμάτ' εμένα.''
*
Γρήγορα η ώρα πέρασε..
γρήγορα η ώρα πέρασε,μεσάνυχτα κοντεύουν,
πάει το φεγγάρι πάει κι η Πούλια βα-
σιλέψανε-και μόνο εγώ κείτομαι δω μονάχη
κι έρημη ο Έρωτας που βάσανα μοιράζει
ο Έρωτας που παραμύθια πλάθει
μου άρπαξε την ψυχή μου και την τρά-
νταξε ίδια καθώς αγέρας από τα βουνά χυ-
μάει μέσα στους δρυς φυσομανώντας.
*
"Τέτοιο πλάσμα ευαίσθητο και θαρρετό συνάμα δε μας παρουσιάζει συχνά η ζωή.
Ένα μικροκαμωμένο βαθυμελάχροινο κορίτσι, ένα "μαυροτσούκαλο", όπως θα λέγαμε σήμερα, που ωστόσο έδειξε ότι είναι σε θέση να υποτάξει ένα τριαντάφυλλο, να ερμηνέψει ένα κύμα ή ένα αηδόνι, και να πει "σ' αγαπώ", για να συγκινηθεί η υφήλιος".
Οδυσσέας Ελύτης
Πέμπτη 10 Δεκεμβρίου 2015
Το καράβι που πλέει...
Και που η ασύγκριτη γραμμή της έχει κάτι απ' το πουλί που πετάει ψηλά
Και κάτι απ' την κοκκινωπή αγωνία του ήλιου όταν μπατάρη
Κι απ' το θυμό της θάλασσας που μάχεται να συγκεράση
Το φως και το σκοτάδι...

Γιάννης Σταύρου, Πορτρέτο νέας γυναίκας, λάδι σε καμβά
Γιώργος Θέμελης
Η νήσος των ναυαγών
Τώρα μας καίει το λιοπύρι
Επάνω σ' αυτή την ξέρα σ' αυτό το μαύρο βράχο
Κυκλωμένο απ' τους ανέμους δαρμένο απ' τη βοή
Κι από μηνύματα καταιγίδων
Στεγνοί
Με σάρκες λιγοστές κι άφθονο ουρανό
Ψυχή αλμυρή δέρμα φθαρμένο από θαλασσοπούλια και φως
Μαζεύουμε το νερό της βροχής μες στις κουφάλες
Μασούμε πεταλίδια και βότσαλα
Μας τρώει η έγνοια
Μας ανάβει τα είδωλα μια αλλοτινή μορφή
Πανιά μεγάλα και ξάρτια μες στη φτερούγα του ήλιου
Κ' η φαντασία μιας θάλασσας που δεν την πάτησε ήσκιος
Δε ράγισε το πράο της κρύσταλλο αυλακιά πουλιού
Δε γίνεται να ξεχάσουμε
Να πληθύνουμε τη σκόνη θάβοντας το πιο ακέραιο σχήμα
Στους τάφους που αναπαύονται τα λείψανα των μεγάλων νεκρών
Στο χωνευτήρι του διανυμένου χρόνου με τον κίτρινο άνεμο
Γιατί πλέει, ταξιδεύει μέσα στο αίμα μας οργώνοντας το γυρισμό του με τις χιλιάδες χρόνια
Πάνω σε πλάκες χιλιοδιπλωμένες ποτισμένες οδύνη και που τις ξεφυλλίζει ένας καϋμός
Σκαρί απ' όμορφη γυναίκα που η θωριά της καίει και γράφεται
Και που η ασύγκριτη γραμμή της έχει κάτι απ' το πουλί που πετάει ψηλά
Και κάτι απ' την κοκκινωπή αγωνία του ήλιου όταν μπατάρη
Κι απ' το θυμό της θάλασσας που μάχεται να συγκεράση
Το φως και το σκοτάδι
Το φελλό και το μολύβι
Προβάλλει με το γνώριμο ερωτικό του λύγισμα
«Αργώ» ή «Γοργόνα» στην πολύφωτη μπούκα του ορίζοντα
Φέρνοντας πίσω τους θεούς
Τον καπετάνιο που χάθηκε στις πόρτες της αυγής
Αγγεία, χρυσαφικά...
Το καράβι που πλέει μέσα στο αίμα μας
Και κάτι απ' την κοκκινωπή αγωνία του ήλιου όταν μπατάρη
Κι απ' το θυμό της θάλασσας που μάχεται να συγκεράση
Το φως και το σκοτάδι...

Γιάννης Σταύρου, Πορτρέτο νέας γυναίκας, λάδι σε καμβά
Γιώργος Θέμελης
Η νήσος των ναυαγών
Τώρα μας καίει το λιοπύρι
Επάνω σ' αυτή την ξέρα σ' αυτό το μαύρο βράχο
Κυκλωμένο απ' τους ανέμους δαρμένο απ' τη βοή
Κι από μηνύματα καταιγίδων
Στεγνοί
Με σάρκες λιγοστές κι άφθονο ουρανό
Ψυχή αλμυρή δέρμα φθαρμένο από θαλασσοπούλια και φως
Μαζεύουμε το νερό της βροχής μες στις κουφάλες
Μασούμε πεταλίδια και βότσαλα
Μας τρώει η έγνοια
Μας ανάβει τα είδωλα μια αλλοτινή μορφή
Πανιά μεγάλα και ξάρτια μες στη φτερούγα του ήλιου
Κ' η φαντασία μιας θάλασσας που δεν την πάτησε ήσκιος
Δε ράγισε το πράο της κρύσταλλο αυλακιά πουλιού
Δε γίνεται να ξεχάσουμε
Να πληθύνουμε τη σκόνη θάβοντας το πιο ακέραιο σχήμα
Στους τάφους που αναπαύονται τα λείψανα των μεγάλων νεκρών
Στο χωνευτήρι του διανυμένου χρόνου με τον κίτρινο άνεμο
Γιατί πλέει, ταξιδεύει μέσα στο αίμα μας οργώνοντας το γυρισμό του με τις χιλιάδες χρόνια
Πάνω σε πλάκες χιλιοδιπλωμένες ποτισμένες οδύνη και που τις ξεφυλλίζει ένας καϋμός
Σκαρί απ' όμορφη γυναίκα που η θωριά της καίει και γράφεται
Και που η ασύγκριτη γραμμή της έχει κάτι απ' το πουλί που πετάει ψηλά
Και κάτι απ' την κοκκινωπή αγωνία του ήλιου όταν μπατάρη
Κι απ' το θυμό της θάλασσας που μάχεται να συγκεράση
Το φως και το σκοτάδι
Το φελλό και το μολύβι
Προβάλλει με το γνώριμο ερωτικό του λύγισμα
«Αργώ» ή «Γοργόνα» στην πολύφωτη μπούκα του ορίζοντα
Φέρνοντας πίσω τους θεούς
Τον καπετάνιο που χάθηκε στις πόρτες της αυγής
Αγγεία, χρυσαφικά...
Το καράβι που πλέει μέσα στο αίμα μας
Πέμπτη 12 Νοεμβρίου 2015
σκάβουμε τάφο στους αιθέρες εκεί δεν θα ’ναι στριμωχτά...
Μαύρο γάλα της αυγής το πίνουμε το βράδυ
το πίνουμε το μεσημέρι και πρωί το πίνουμε τη νύχτα
πίνουμε και πίνουμε
σκάβουμε τάφο στους αιθέρες εκεί δεν θα ’ναι στριμωχτά
Ένας άνδρας κατοικεί το σπίτι παίζει με τα φίδια γράφει
γράφει όταν πέφτει το σκοτάδι στη Γερμανία τα χρυσά
σου μαλλιά Μαργαρίτα...
Γιάννης Σταύρου, Αναγνώστρια, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)
Πάουλ Τσέλαν
Η ώρα των πνευμάτων
Η γαλήνη αγκομαχά. Είναι τόσο θλιβεροί οι νότιοι άνεμοι;
Ελα, γαρίφαλλο, στεφάνωσέ με. Ελα, ζωή, άνθισε.
Ποιος είναι στον καθρέφτη; Τι αλλάζει; Ασε τις πονηριές.
Ποιος κρυφακούει, πόσο σιωπηλή, ποιος βλέπει, πόσο χλωμή είσαι;
Το σκοτάδι πλανιέται. Είναι η νύχτα ουρλιαχτό;
Παλεύει! Σπάει τις αλυσίδες του!
Τέσσερα μεγάλα στιλέτα ακολούθησε ένα αστέρι.
Στροβιλίζεται και προσπερνά. Θαύματα μαίνονται άγρυπνα.
Μεγαλώνει τώρα. Θρυμματίζεται στο διάβα μέσα από το φωτεινό σπίτι.
Και τραγουδώντας φυσάει αέρα στςι ψυχές μας.
Η Φούγκα του Θανάτου
Μαύρο γάλα της αυγής το πίνουμε το βράδυ
το πίνουμε το μεσημέρι και πρωί το πίνουμε τη νύχτα
πίνουμε και πίνουμε
σκάβουμε τάφο στους αιθέρες εκεί δεν θα ’ναι στριμωχτά
Ένας άνδρας κατοικεί το σπίτι παίζει με τα φίδια γράφει
γράφει όταν πέφτει το σκοτάδι στη Γερμανία τα χρυσά
σου μαλλιά Μαργαρίτα
γράφει και βγαίνει από το σπίτι και τ’ αστέρια
αστράφτουν σφυρίζει στους μολοσσούς του να ‘ρθουν
σφυρίζει στους Εβραίους του να βγουν τους βάζει να
σκάψουνε τάφο στη γη
μας διατάζει παίξτε να χορέψουμε
Μαύρο γάλα της αυγής σε πίνουμε τη νύχτα
σε πίνουμε το πρωί και μεσημέρι σε πίνουμε το βράδυ
πίνουμε και πίνουμε
Ένας άνδρας κατοικεί το σπίτι παίζει με τα φίδια γράφει
γράφει όταν πέφτει το σκοτάδι στη Γερμανία τα χρυσά
σου μαλλιά Μαργαρίτα
Τα σταχτιά σου μαλλιά Σουλαμίτις σκάβουμε τάφο
στους αιθέρες εκεί δεν θα’ ναι στριμωχτά
Φωνάζει σκάψτε τη γη πιο βαθιά εσείς εκεί κι εσείς οι
άλλοι τραγουδήστε και παίξτε
αρπάζει το σίδερο από τη ζώνη του και το κραδαίνει τα
μάτια του είναι γαλανά
πιο βαθιά τη σκαπάνη εσείς κι εσείς οι άλλοι παίξτε
παίξτε να χορέψουμε
Μαύρο γάλα της αυγής σε πίνουμε τη νύχτα
σε πίνουμε το μεσημέρι και πρωί σε πίνουμε το βράδυ
πίνουμε και πίνουμε
ένας άνδρας κατοικεί το σπίτι τα χρυσά σου μαλλιά
Μαργαρίτα
τα σταχτιά σου μαλλιά Σουλαμίτις παίζει με τα φίδια
Φωνάζει παίξτε γλυκύτερα το θάνατο ο θάνατος είναι
μάστορας από τη Γερμανία
φωνάζει σκουρύνετε τους ήχους των βιολιών για ν’ α-
νεβείτε σαν καπνός στους αιθέρες
για να βρείτε έναν τάφο στα σύννεφα εκεί δε θα ‘ναι
στριμωχτά
Μαύρο γάλα της αυγής σε πίνουμε τη νύχτα
σε πίνουμε το μεσημέρι ο θάνατος είναι μάστορας από
τη Γερμανία
σε πίνουμε βράδυ και πρωί πίνουμε και πίνουμε
ο θάνατος είναι μάστορας από τη Γερμανία το μάτι του
είναι γαλανό
σε πετυχαίνει η μολυβένια του σφαίρα σε πετυχαίνει
στο ψαχνό
ένας άνδρας κατοικεί το σπίτι τα χρυσά σου μαλλιά
Μαργαρίτα
ξαμολάει τους μολοσσούς του επάνω μας μάς χαρίζει
τάφο στους αιθέρες
παίζει με τα φίδια και ονειρεύεται ο θάνατος είναι μά-
στορας από τη Γερμανία
τα χρυσά σου μαλλιά Μαργαρίτα
τα σταχτιά σου μαλλιά Σουλαμίτις
(μετ. Ιωάννα Αβραμίδου)
το πίνουμε το μεσημέρι και πρωί το πίνουμε τη νύχτα
πίνουμε και πίνουμε
σκάβουμε τάφο στους αιθέρες εκεί δεν θα ’ναι στριμωχτά
Ένας άνδρας κατοικεί το σπίτι παίζει με τα φίδια γράφει
γράφει όταν πέφτει το σκοτάδι στη Γερμανία τα χρυσά
σου μαλλιά Μαργαρίτα...
Πάουλ Τσέλαν
Η ώρα των πνευμάτων
Η γαλήνη αγκομαχά. Είναι τόσο θλιβεροί οι νότιοι άνεμοι;
Ελα, γαρίφαλλο, στεφάνωσέ με. Ελα, ζωή, άνθισε.
Ποιος είναι στον καθρέφτη; Τι αλλάζει; Ασε τις πονηριές.
Ποιος κρυφακούει, πόσο σιωπηλή, ποιος βλέπει, πόσο χλωμή είσαι;
Το σκοτάδι πλανιέται. Είναι η νύχτα ουρλιαχτό;
Παλεύει! Σπάει τις αλυσίδες του!
Τέσσερα μεγάλα στιλέτα ακολούθησε ένα αστέρι.
Στροβιλίζεται και προσπερνά. Θαύματα μαίνονται άγρυπνα.
Μεγαλώνει τώρα. Θρυμματίζεται στο διάβα μέσα από το φωτεινό σπίτι.
Και τραγουδώντας φυσάει αέρα στςι ψυχές μας.
Η Φούγκα του Θανάτου
Μαύρο γάλα της αυγής το πίνουμε το βράδυ
το πίνουμε το μεσημέρι και πρωί το πίνουμε τη νύχτα
πίνουμε και πίνουμε
σκάβουμε τάφο στους αιθέρες εκεί δεν θα ’ναι στριμωχτά
Ένας άνδρας κατοικεί το σπίτι παίζει με τα φίδια γράφει
γράφει όταν πέφτει το σκοτάδι στη Γερμανία τα χρυσά
σου μαλλιά Μαργαρίτα
γράφει και βγαίνει από το σπίτι και τ’ αστέρια
αστράφτουν σφυρίζει στους μολοσσούς του να ‘ρθουν
σφυρίζει στους Εβραίους του να βγουν τους βάζει να
σκάψουνε τάφο στη γη
μας διατάζει παίξτε να χορέψουμε
Μαύρο γάλα της αυγής σε πίνουμε τη νύχτα
σε πίνουμε το πρωί και μεσημέρι σε πίνουμε το βράδυ
πίνουμε και πίνουμε
Ένας άνδρας κατοικεί το σπίτι παίζει με τα φίδια γράφει
γράφει όταν πέφτει το σκοτάδι στη Γερμανία τα χρυσά
σου μαλλιά Μαργαρίτα
Τα σταχτιά σου μαλλιά Σουλαμίτις σκάβουμε τάφο
στους αιθέρες εκεί δεν θα’ ναι στριμωχτά
Φωνάζει σκάψτε τη γη πιο βαθιά εσείς εκεί κι εσείς οι
άλλοι τραγουδήστε και παίξτε
αρπάζει το σίδερο από τη ζώνη του και το κραδαίνει τα
μάτια του είναι γαλανά
πιο βαθιά τη σκαπάνη εσείς κι εσείς οι άλλοι παίξτε
παίξτε να χορέψουμε
Μαύρο γάλα της αυγής σε πίνουμε τη νύχτα
σε πίνουμε το μεσημέρι και πρωί σε πίνουμε το βράδυ
πίνουμε και πίνουμε
ένας άνδρας κατοικεί το σπίτι τα χρυσά σου μαλλιά
Μαργαρίτα
τα σταχτιά σου μαλλιά Σουλαμίτις παίζει με τα φίδια
Φωνάζει παίξτε γλυκύτερα το θάνατο ο θάνατος είναι
μάστορας από τη Γερμανία
φωνάζει σκουρύνετε τους ήχους των βιολιών για ν’ α-
νεβείτε σαν καπνός στους αιθέρες
για να βρείτε έναν τάφο στα σύννεφα εκεί δε θα ‘ναι
στριμωχτά
Μαύρο γάλα της αυγής σε πίνουμε τη νύχτα
σε πίνουμε το μεσημέρι ο θάνατος είναι μάστορας από
τη Γερμανία
σε πίνουμε βράδυ και πρωί πίνουμε και πίνουμε
ο θάνατος είναι μάστορας από τη Γερμανία το μάτι του
είναι γαλανό
σε πετυχαίνει η μολυβένια του σφαίρα σε πετυχαίνει
στο ψαχνό
ένας άνδρας κατοικεί το σπίτι τα χρυσά σου μαλλιά
Μαργαρίτα
ξαμολάει τους μολοσσούς του επάνω μας μάς χαρίζει
τάφο στους αιθέρες
παίζει με τα φίδια και ονειρεύεται ο θάνατος είναι μά-
στορας από τη Γερμανία
τα χρυσά σου μαλλιά Μαργαρίτα
τα σταχτιά σου μαλλιά Σουλαμίτις
(μετ. Ιωάννα Αβραμίδου)
Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2015
Στο ρεμβασμό και στο θυμό...
Eίναι περήφανη κι οκνή, καθώς όλες οι γάτες,
κι είναι τα γκρίζα μάτια της γιομάτα ηλεκτρισμό...
Γιάννης Σταύρου, Πεπρωμένο, λάδι σε καμβά
Νίκος Καββαδίας
Oι Γάτες των Φορτηγών
Oι ναυτικοί στα φορτηγά πάντα μια γάτα τρέφουν,
που τη λατρεύουνε, χωρίς να ξέρουν το γιατί,
κι αυτή, σαν απ' τη βάρδια τους σχολάνε κουρασμένοι,
περήφανη στα πόδια τους θα τρέξει να τριφτεί.
Tα βράδια, όταν η θάλασσα χτυπάει τις λαμαρίνες,
και πολεμάει με δύναμη να σπάσει τα καρφιά,
μέσα στης πλώρης τη βαριά σιγή, που βασανίζει,
είναι γι' αυτούς σα μια γλυκιά γυναίκεια συντροφιά.
Eίναι περήφανη κι οκνή, καθώς όλες οι γάτες,
κι είναι τα γκρίζα μάτια της γιομάτα ηλεκτρισμό·
κι όπως χαϊδεύουν απαλά τη ράχη της, νομίζεις
πως αναλύεται σ' ένα αργό και ηδονικό σπασμό.
Στο ρεμβασμό και στο θυμό με τη γυναίκα μοιάζει
κι οι ναύτες περισσότερο την αγαπούν γι' αυτό·
κι όταν αργά και ράθυμα στα μάτια τούς κοιτάζει,
θαρρείς έναν παράξενο πως φέρνει πυρετό.
Tης έχουν πάντα στο λαιμό μια μπακιρένια γύρα,
για του σιδέρου την κακήν αρρώστια φυλαχτό,
χωρίς όμως, αλίμονο, ποτέ να κατορθώνουν
να την φυλάξουν απ' το μαύρο θάνατο μ' αυτό.
Γιατί είναι τ' άγρια μάτια της υγρά κι ηλεκτρισμένα
κι έτσι άθελα το σίδερο το μαύρο το τραβά,
κι ουρλιάζοντας τρελαίνεται σ' ένα σημείο κοιτώντας
φέρνοντας δάκρυα σκοτεινά στους ναύτες και βουβά.
Λίγο πριν απ' το θάνατον από τους ναύτες ένας,
―αυτός οπού 'δε πράματα στη ζήση του φριχτά―
χαϊδεύοντάς την, μια στιγμή στα μάτια την κοιτάζει
κι ύστερα μέσ' στη θάλασσα την άγρια την πετά.
Kαι τότε οι ναύτες, που πολύ σπάνια λυγά η καρδιά τους,
πάνε στην πλώρη να κρυφτούν με την καρδιά σφιχτή,
γεμάτη μια παράξενη πικρία που όλο δαγκώνει,
σαν όταν χάνουμε θερμή γυναίκα αγαπητή.
κι είναι τα γκρίζα μάτια της γιομάτα ηλεκτρισμό...
Γιάννης Σταύρου, Πεπρωμένο, λάδι σε καμβά
Νίκος Καββαδίας
Oι Γάτες των Φορτηγών
Oι ναυτικοί στα φορτηγά πάντα μια γάτα τρέφουν,
που τη λατρεύουνε, χωρίς να ξέρουν το γιατί,
κι αυτή, σαν απ' τη βάρδια τους σχολάνε κουρασμένοι,
περήφανη στα πόδια τους θα τρέξει να τριφτεί.
Tα βράδια, όταν η θάλασσα χτυπάει τις λαμαρίνες,
και πολεμάει με δύναμη να σπάσει τα καρφιά,
μέσα στης πλώρης τη βαριά σιγή, που βασανίζει,
είναι γι' αυτούς σα μια γλυκιά γυναίκεια συντροφιά.
Eίναι περήφανη κι οκνή, καθώς όλες οι γάτες,
κι είναι τα γκρίζα μάτια της γιομάτα ηλεκτρισμό·
κι όπως χαϊδεύουν απαλά τη ράχη της, νομίζεις
πως αναλύεται σ' ένα αργό και ηδονικό σπασμό.
Στο ρεμβασμό και στο θυμό με τη γυναίκα μοιάζει
κι οι ναύτες περισσότερο την αγαπούν γι' αυτό·
κι όταν αργά και ράθυμα στα μάτια τούς κοιτάζει,
θαρρείς έναν παράξενο πως φέρνει πυρετό.
Tης έχουν πάντα στο λαιμό μια μπακιρένια γύρα,
για του σιδέρου την κακήν αρρώστια φυλαχτό,
χωρίς όμως, αλίμονο, ποτέ να κατορθώνουν
να την φυλάξουν απ' το μαύρο θάνατο μ' αυτό.
Γιατί είναι τ' άγρια μάτια της υγρά κι ηλεκτρισμένα
κι έτσι άθελα το σίδερο το μαύρο το τραβά,
κι ουρλιάζοντας τρελαίνεται σ' ένα σημείο κοιτώντας
φέρνοντας δάκρυα σκοτεινά στους ναύτες και βουβά.
Λίγο πριν απ' το θάνατον από τους ναύτες ένας,
―αυτός οπού 'δε πράματα στη ζήση του φριχτά―
χαϊδεύοντάς την, μια στιγμή στα μάτια την κοιτάζει
κι ύστερα μέσ' στη θάλασσα την άγρια την πετά.
Kαι τότε οι ναύτες, που πολύ σπάνια λυγά η καρδιά τους,
πάνε στην πλώρη να κρυφτούν με την καρδιά σφιχτή,
γεμάτη μια παράξενη πικρία που όλο δαγκώνει,
σαν όταν χάνουμε θερμή γυναίκα αγαπητή.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)









