Όσο ο ήλιος και η σελήνη στέκονται στον ουρανό,
Όσο μια μέλισσα επισκέπτεται ένα ρόδο,
Όσο ρόδινα βρέφη γεννιούνται
Κανείς δεν πιστεύει πως τώρα συμβαίνει...
Γιάννης Σταύρου, Θεσσαλονίκη με φεγγάρι
Τσέσλαβ Μίλος
Ένα τραγούδι για το τέλος του κόσμου
Τη μέρα που ο κόσμος τελειώνει
Μια μέλισσα τριγυρίζει ένα τριφύλλι
Ένας ψαράς μπαλώνει ένα δίχτυ που λαμπυρίζει.
Πρόσχαρα γουρουνόψαρα αναπηδούν στη θάλασσα,
Πλάι στις υδρορροές παίζουν νεαρά σπουργίτια
Και το φίδι έχει χρυσαφένιο δέρμα όπως πρέπει να’ χει.
Τη μέρα που ο κόσμος τελειώνει
Γυναίκες διασχίζουν αγρούς κρατώντας ομπρέλες,
Ένας μεθύστακας νυστάζει στην άκρη του γρασιδιού,
Πλανόδιοι μανάβηδες φωνάζουν στον δρόμο,
Και ένα ιστιοφόρο με κίτρινα πανιά πλησιάζει στο νησί,
Η φωνή ενός βιολιού στέκεται στον ουρανό,
Και οδηγεί σε μια έναστρη νύχτα.
Και εκείνοι που περίμεναν αστραπή και κεραυνό
Απογοητεύονται.
Και εκείνοι που προσδοκούσαν οιωνούς και ρομφαίες αρχαγγέλων
Δεν πιστεύουν πως τώρα συμβαίνει.
Όσο ο ήλιος και η σελήνη στέκονται στον ουρανό,
Όσο μια μέλισσα επισκέπτεται ένα ρόδο,
Όσο ρόδινα βρέφη γεννιούνται
Κανείς δεν πιστεύει πως τώρα συμβαίνει.
Μονάχα ένας γέρος ασπρομάλλης,
Που θα μπορούσε προφήτης να’ ναι
Κι όμως προφήτης δεν είναι, γιατί είναι πολυάσχολος
Επαναλαμβάνει καθώς δένει τις τομάτες του:
Δεν θα υπάρξει άλλο τέλος του κόσμου,
Δεν θα υπάρξει άλλο τέλος του κόσμου.
(μετ. Έλενα Τσουκαλά)
ΠΗΓΗ: ΣΤΙΓΜΑ ΛΟΓΟΥ
ζωγράφοι, ελληνική τέχνη, θαλασσογραφίες, τοπία, ζωγραφική, λογοτεχνία, Έλληνες ζωγράφοι, σύγχρονη σκέψη, καράβια, τέχνη, σύγχρονοι ζωγράφοι, ποίηση, πορτρέτα, πίνακες ζωγραφικής, έργα ζωγραφικής, ελληνικά τοπία
t
Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...
Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μίλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μίλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Παρασκευή 8 Νοεμβρίου 2019
Τετάρτη 7 Μαρτίου 2018
Eίναι ατελείωτη η νύχτα...
Η μία μετά την άλλη οι πρότερες ζωές μου φεύγανε,
όπως τα πλοία, μαζί με τις θλίψεις τους...
Τσέσλαφ Μίλος
Όψιμη ωριμότητα
Όχι από νωρίς, μόλις πλησίαζα τα ενενήντα μου χρόνια,
ένιωσα μια πόρτα ν’ ανοίγει μέσα μου και πέρασα
στη διαύγεια του εωθινού πρωινού.
Η μία μετά την άλλη οι πρότερες ζωές μου φεύγανε,
όπως τα πλοία, μαζί με τις θλίψεις τους.
Και οι χώρες, οι πολιτείες, οι κήποι, οι όρμοι της θάλασσας
που βρίσκονταν κάτω απ’ τον χρωστήρα μου, ήρθαν κοντύτερα
έτοιμα τώρα να περιγραφούν καλύτερα από πριν.
Δεν απομακρύνθηκα απ’ τους ανθρώπους,
ο πόνος και η συμπόνια μας ένωσαν.
Ξεχνάμε – το λέω συνέχεια – πως είμαστε όλοι μας παιδιά του Βασιλιά.
Γιατί εκεί απ’ όπου ερχόμαστε δεν υπάρχει διάκριση
μεταξύ του Ναι και του Όχι, του ήταν και του θα είναι.
Ήμασταν άθλιοι, δεν χρησιμοποιούσαμε ούτε το ένα εκατοστό
απ’ το δώρο που λάβαμε για το μακρινό ταξίδι.
Στιγμές από χθες, και από αιώνες πριν
το χτύπημα ενός σπαθιού, ζωγραφισμένες βλεφαρίδες μπροστά στον καθρέφτη,
ένα γυαλιστερό μέταλλο, μια θανατηφόρα βολή από μουσκέτο, μια γαλέρα
που έφαγε το σκαρί της στον ύφαλο – όλα αυτά κατοικούν μέσα μας,
περιμένοντας για μια ολοκλήρωση.
Το ξέρω πάντα, πως θα ‘μια ένας εργάτης στο αμπέλι,
όπως όλοι οι άντρες κι οι γυναίκες που ζουν στην ίδια εποχή,
ακόμα και αν δεν το γνωρίζουν.
(μετ. Θωμάς Παπαστεργίου)
Τσέσλαφ Μίλος (1911-2004)
Φόβος
Πατέρα, πού είσαι; To δάσος είναι άγριο,
Υπάρχουν πλάσματα εδώ, οι θάμνοι κουνιούνται.
Οι ορχιδέες εκρήγνυνται με δηλητηριώδη φωτιά,
Ύπουλα χάσματα παραμονεύουν σε κάθε βήμα.
Πού είσαι, Πατέρα; Eίναι ατελείωτη η νύχτα.
Το σκοτάδι θα είναι αιώνιο.
Οι ταξιδιώτες είναι άστεγοι, θα πεθάνουν από πείνα,
Το ψωμί μας είναι πικρό, και σκληρό σαν πέτρα.
Η καυτή ανάσα του φρικτού θηρίου
Έρχεται όλο και πιο κοντά, ξερνάει τη μπόχα της.
Πού έχεις πάει, Πατέρα; Γιατί δεν λυπάσαι
Τα παιδιά σου που είναι χαμένα σ’ αυτό το ζοφερό δάσος;
Απροσδόκητη συνάντηση
Ταξιδεύαμε μέσα σε παγωμένους αγρούς σε ένα βαγόνι
την αυγή.
Ένα κόκκινο φτερό αναδύθηκε μέσα στο σκοτάδι.
Και ξαφνικά ένας λαγός διέτρεξε τον δρόμο.
Ένας από μας τον έδειξε με το χέρι του.
Αυτό συνέβη πριν πολύ καιρό. Σήμερα κανείς από τους δύο δε ζει.
Ούτε ο λαγός, ούτε ο άνθρωπος που έκανε τη χειρονομία.
Αγάπη μου, πού είναι τώρα αυτοί, πού έχουν πάει;
Η λάμψη του χεριού, η γρήγορη σαν αστραπή κίνηση,
ο τριγμός των χαλικιών.
Δεν ρωτάω από λύπη.
Ρωτάω με απορία.
(μετ. Ασημίνα Ξηρογιάννη)
όπως τα πλοία, μαζί με τις θλίψεις τους...
Τσέσλαφ Μίλος
Όψιμη ωριμότητα
Όχι από νωρίς, μόλις πλησίαζα τα ενενήντα μου χρόνια,
ένιωσα μια πόρτα ν’ ανοίγει μέσα μου και πέρασα
στη διαύγεια του εωθινού πρωινού.
Η μία μετά την άλλη οι πρότερες ζωές μου φεύγανε,
όπως τα πλοία, μαζί με τις θλίψεις τους.
Και οι χώρες, οι πολιτείες, οι κήποι, οι όρμοι της θάλασσας
που βρίσκονταν κάτω απ’ τον χρωστήρα μου, ήρθαν κοντύτερα
έτοιμα τώρα να περιγραφούν καλύτερα από πριν.
Δεν απομακρύνθηκα απ’ τους ανθρώπους,
ο πόνος και η συμπόνια μας ένωσαν.
Ξεχνάμε – το λέω συνέχεια – πως είμαστε όλοι μας παιδιά του Βασιλιά.
Γιατί εκεί απ’ όπου ερχόμαστε δεν υπάρχει διάκριση
μεταξύ του Ναι και του Όχι, του ήταν και του θα είναι.
Ήμασταν άθλιοι, δεν χρησιμοποιούσαμε ούτε το ένα εκατοστό
απ’ το δώρο που λάβαμε για το μακρινό ταξίδι.
Στιγμές από χθες, και από αιώνες πριν
το χτύπημα ενός σπαθιού, ζωγραφισμένες βλεφαρίδες μπροστά στον καθρέφτη,
ένα γυαλιστερό μέταλλο, μια θανατηφόρα βολή από μουσκέτο, μια γαλέρα
που έφαγε το σκαρί της στον ύφαλο – όλα αυτά κατοικούν μέσα μας,
περιμένοντας για μια ολοκλήρωση.
Το ξέρω πάντα, πως θα ‘μια ένας εργάτης στο αμπέλι,
όπως όλοι οι άντρες κι οι γυναίκες που ζουν στην ίδια εποχή,
ακόμα και αν δεν το γνωρίζουν.
(μετ. Θωμάς Παπαστεργίου)
Τσέσλαφ Μίλος (1911-2004)
Φόβος
Πατέρα, πού είσαι; To δάσος είναι άγριο,
Υπάρχουν πλάσματα εδώ, οι θάμνοι κουνιούνται.
Οι ορχιδέες εκρήγνυνται με δηλητηριώδη φωτιά,
Ύπουλα χάσματα παραμονεύουν σε κάθε βήμα.
Πού είσαι, Πατέρα; Eίναι ατελείωτη η νύχτα.
Το σκοτάδι θα είναι αιώνιο.
Οι ταξιδιώτες είναι άστεγοι, θα πεθάνουν από πείνα,
Το ψωμί μας είναι πικρό, και σκληρό σαν πέτρα.
Η καυτή ανάσα του φρικτού θηρίου
Έρχεται όλο και πιο κοντά, ξερνάει τη μπόχα της.
Πού έχεις πάει, Πατέρα; Γιατί δεν λυπάσαι
Τα παιδιά σου που είναι χαμένα σ’ αυτό το ζοφερό δάσος;
Απροσδόκητη συνάντηση
Ταξιδεύαμε μέσα σε παγωμένους αγρούς σε ένα βαγόνι
την αυγή.
Ένα κόκκινο φτερό αναδύθηκε μέσα στο σκοτάδι.
Και ξαφνικά ένας λαγός διέτρεξε τον δρόμο.
Ένας από μας τον έδειξε με το χέρι του.
Αυτό συνέβη πριν πολύ καιρό. Σήμερα κανείς από τους δύο δε ζει.
Ούτε ο λαγός, ούτε ο άνθρωπος που έκανε τη χειρονομία.
Αγάπη μου, πού είναι τώρα αυτοί, πού έχουν πάει;
Η λάμψη του χεριού, η γρήγορη σαν αστραπή κίνηση,
ο τριγμός των χαλικιών.
Δεν ρωτάω από λύπη.
Ρωτάω με απορία.
(μετ. Ασημίνα Ξηρογιάννη)
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)




