t


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μπόρχες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μπόρχες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 7 Δεκεμβρίου 2025

Αμφιβολία...

Αμφιβολία, ένα από τα ονόματα της νοημοσύνης.
*
La duda es uno de los nombres de la inteligencia.
Jorge Luis Borges

                                      Γιάννης Σταύρου, Μοναχικός ταξιδιώτης

Τρίτη 11 Ιουνίου 2024

τα νήματα του χρόνου, του ονείρου και της αγωνίας...

Απ’ την Ανατολή έχει ο πόλεμος αυτός ανάψει∙ / το δίχτυ του σ’ ολόκληρη τη γη απλώνει. / Μα ούτε η μια παρτίδα ούτε η άλλη δεν τελειώνει.

Ο Θεός ελέγχει τον παίχτη κι ο παίχτης τα πιόνια. / Μα τάχα ποιος θεός πίσω από τον Θεό, κινεί αιώνια. / τα νήματα του χρόνου, του ονείρου και της αγωνίας;
 
                              Γιάννης Σταύρου, Στο κύμα
 
Χόρχε Λουίς Μπόρχες
Σκάκι
Ι
Συγκεντρωμένοι οι παίχτες νύχτα μέρα
καθοδηγούν τα αδιάφορα πιόνια.
Ως το πρωί θα κλείνει η σκακιέρα
δυο χρώματα που αντιμάχονται αιώνια.
Μέσα, τα πιόνια αναδίνουν μια προσήλωση
μαγευτική: ευκίνητα άλογα, πύργοι ομηρικοί,
βασιλιάς στα μετόπισθεν, διαγώνιοι αξιωματικοί.
Μα κι όταν αποσύρονται οι παίχτες,
από το χρόνο πια εξαντλημένοι,
η δράση εξακολουθεί να επιμένει.
Απ’ την Ανατολή έχει ο πόλεμος αυτός ανάψει∙
το δίχτυ του σ’ ολόκληρη τη γη απλώνει.
Μα ούτε η μια παρτίδα ούτε η άλλη δεν τελειώνει.
ΙΙ
Φρενιασμένη βασίλισσα, πύργος ευθύς, αξιωματικός
λοξός, στρατιώτης πολυμήχανος, βασιλιάς ασθενικός
ψάχνονται στο ασπρόμαυρο πεδίο του αοράτου
να συγκρουστούν σιωπηλά μέχρι θανάτου.
Δεν ξέρουν πως το αποφασισμένο χέρι
του παίχτη τούς ρυθμίζει την πορεία τέλεια,
δεν ξέρουν καν πως μια ασύλληπτη νομοτέλεια
τις αποφάσεις και τη διαδρομή τους περιφέρει.
Αλλά κι ο παίχτης είναι επίσης ένας αιχμάλωτος
μιας άλλης σκακιέρας με νύχτες μαύρες
(η έκφραση είναι του Ομάρ) και άσπρες μέρες.
Ο Θεός ελέγχει τον παίχτη κι ο παίχτης τα πιόνια.
Μα τάχα ποιος θεός πίσω από τον Θεό, κινεί αιώνια
τα νήματα του χρόνου, του ονείρου και της αγωνίας;
[Χόρχε Λουίς Μπόρχες, ΠΟΙΗΜΑΤΑ (Ο δημιουργός, “EL HACEDOR”, 1960), Μετάφραση, Εισαγωγή, Σχόλια: Δημήτρης Καλοκύρης. Εκδ. Ελληνικά Γράμματα 2006]

Δευτέρα 22 Ιανουαρίου 2018

σα νόμισμα στο φεγγαρόφωτο...

Βυθίστηκε λοιπόν στη μνήμη του, που του φάνηκε απύθμενη και κατάφερε ν’ ανασύρει από αυτή του τη σκοτοδίνη, τη χαμένη του ανάμνηση, που έλαμπε σα νόμισμα στο φεγγαρόφωτο, ίσως γιατί δεν την είχε ποτέ αντικρίσει άλλη φορά εκτός, μπορεί, μέσα σε κάποιο όνειρο...

https://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Γαλατάς, λάδι σε καμβά

Χόρχε Λουίς Μπόρχες
Ο δημιουργός
(απόσπασμα)

.. Σιγά-σιγά, το σύμπαν μ’ όλη του την ομορφιά, άρχισε να τον εγκαταλείπει. Μια καταχνιά επίμονη σκοτείνιαζε τις γραμμές του χεριού του, η νύχτα απογυμνώθηκε από τα αστέρια της, το έδαφος έγινε λιγότερο σταθερό κάτω από τα βήματά του. Όλα απομακρύνονταν και συγχέονταν. Όταν κατάλαβε πως άρχισε να τυφλώνεται, έκλαψε. Η στωική εγκαρτέρηση δεν είχε ακόμα ανακαλυφθεί κι ο Έκτορας μπορούσε να το βάλει στα πόδια χωρίς να ντροπιαστεί. «Δεν πρόκειται» ένιωσε «ούτε τον ουρανό να ξαναδώ, γεμάτο με το μυθολογικό του δέος, ούτε τούτο το πρόσωπο που θα το μεταμορφώσουν τα χρόνια». Μέρες και νύχτες πέρασαν πάνω από την απελπισμένη σάρκα του. Ύστερα, ξυπνώντας ένα πρωί, κοίταξε (χωρίς φόβο πια) τα συγκεχυμένα πράγματα που τον τριγύριζαν. Ένιωσε ανεξήγητα, έτσι όπως αναγνωρίζει κανείς μια μελωδία ή μια φωνή, πως όλα αυτά του είχανε ξανασυμβεί και τα ’χε αντικρίσει έντρομος αλλά ταυτόχρονα και με χαρά, με ελπίδα και περιέργεια. Βυθίστηκε λοιπόν στη μνήμη του, που του φάνηκε απύθμενη και κατάφερε ν’ ανασύρει από αυτή του τη σκοτοδίνη, τη χαμένη του ανάμνηση, που έλαμπε σα νόμισμα στο φεγγαρόφωτο, ίσως γιατί δεν την είχε ποτέ αντικρίσει άλλη φορά εκτός, μπορεί, μέσα σε κάποιο όνειρο...
*
.. Το κατάλαβε μαζί με το τελικό σκοτάδι. Σ’ αυτή τη νύχτα που κατέβαιναν τώρα τα θνητά μάτια του, τον περίμενε ο έρωτας κι ο κίνδυνος μαζί, ο Άρης και η Αφροδίτη, γιατί διαισθανόταν κιόλας –επειδή είχε αρχίσει ήδη να τον τριγυρίζει – κάποιαν υπόνοια για δόξες και εξάμετρα, μια αίσθηση ανθρώπων που υπερασπίζονται ένα ναό που οι θεοί δεν πρόκειται να σώσουν και για καράβια μαύρα που γυρεύουν στις θάλασσες ένα αγαπημένο νησί, μια νύξη για Ιλιάδες και Οδύσσειες που του ’χε η μοίρα του να δημιουργήσει και να τις αφήσει κληρονομιά, ν’ αντηχούν μέσα στην κοίλη μνήμη των ανθρώπων. Όλα αυτά τα ξέρουμε, δεν ξέρουμε μονάχα το τι ένιωσε καθώς βυθιζόταν στο απόλυτο σκοτάδι...

(Μετ. Δενέγρης Τάσος Γ., Καλοκύρης Δημήτρης)

Σάββατο 23 Δεκεμβρίου 2017

τα περασμένα μαζί και τα μελλούμενα φεγγάρια...

Κι όλα αυτά είναι μέρος του πολύμορφου κρυστάλλου
τούτης της μνήμης - του σύμπαντος...


https://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Θεσσαλονίκη με φεγγάρι, λάδι σε καμβά

Χόρχε Λουίς Μπόρχες
Everness

Μονάχα ένα πράγμα δεν υπάρχει: η λησμονιά.
Ο Θεός που περισώζει το μέταλλο, σώζει και τη σκουριά
κι εναποθέτει στην προφητική του μνήμη
τα περασμένα μαζί και τα μελλούμενα φεγγάρια.

Τα πάντα έχουν κιόλας γίνει. Οι μυριάδες αντανακλάσεις
που σκόρπισε ανάμεσα στη χαραυγή και στο σούρουπο
το πρόσωπό σου πάνω στους καθρέφτες
καθώς κι αυτές που ακόμα μέλλει ν' αφήσει.

Κι όλα αυτά είναι μέρος του πολύμορφου κρυστάλλου
τούτης της μνήμης - του σύμπαντος,
δεν έχουν τέλος οι πολυδαίδαλοι διάδρομοι

κι οι πόρτες κλείνουν μόλις τις περάσεις,
μονάχα από την άλλη μεριά του δειλινού
θ' αντικρίσεις τα Αρχέτυπα και τις Λάμψεις.

(μετ. Δημήτρης Καλοκύρης)

Πέμπτη 7 Δεκεμβρίου 2017

Η ασίγαστη θάλασσα...

Θάλασσα. Πρώιμη θάλασσα. Θάλασσα του Οδυσσέα...

https://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Στο πέλαγος (λεπτομέρεια), λάδι σε καμβά

Χόρχε Λουίς Μπόρχες
Η θάλασσα

Θάλασσα. Πρώιμη θάλασσα. Θάλασσα του Οδυσσέα
κι εκείνου του άλλου Οδυσσέα
που ο λαός του Ισλάμ Σεβάχ Θαλασσινό αποκαλούσε.
Η θάλασσα των γκρίζων κυμάτων
του Έρικ του Ερυθρού, ψηλά στην πρύμνη
και του ιππότη εκείνου που έγραψε
ταυτόχρονα το έπος και την ελεγεία
της πατρίδας του στα τενάγη της Γκόας.
Θάλασσα του Τραφάλγκαρ. Αυτή που ύμνησε,
μες τη μακραίωνη ιστορία της, συχνά η Αγγλία
η δύσβατη θάλασσα που βάφτισε σε ένδοξο αίμα
στην καθημερινή πρακτική του πολέμου.
Η ασίγαστη θάλασσα που την έρημη αυγή
την αναρίθμητη άμμο αρμενίζει.

(μετ. Δημήτρης Καλοκύρης)

Κυριακή 1 Οκτωβρίου 2017

Είναι το μέγα δέντρο των αιτίων...

Το σύμπαν είναι ένα από τα ονόματα του.
Κανείς δεν το 'χει δει ποτέ
ούτε μπορεί όμως να δει και τίποτ' άλλο...


https://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου. Πειραιάς με φεγγάρι, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Χόρχε Λουίς Μπόρχες
Το Πλέγμα

Στάζει κάθε τόσο
η βρύση στην αυλή
μοιραία σαν το θάνατο του Καίσαρα.
Και τα δυό είναι μέρη του πλέγματος
που αγκαλιάζει
τον ατέρμονα και άναρχο κύκλο,
της Φοινίκης την άγκυρα,
τον πρώτο λύκο και το πρώτο αρνί,
την ημερομηνία του θανάτου μου
και το χαμένο θεώρημα του Φερμά.
Τούτο το σιδερένιο υφάδι
οι στωικοί το θεωρούσαν πύρινο
που πεθαίνει και ξαναγεννίεται σαν τον Φοίνικα.
Είναι το μέγα δέντρο των αιτίων
και των συνεπειών που διακλαδίζονται,
στα φύλλα του βρίσκεται η Ρώμη και η Χαλδαία
και όσα βλέπουν τα κεφάλια του Ιανού.
Το σύμπαν είναι ένα από τα ονόματα του.
Κανείς δεν το 'χει δει ποτέ
ούτε μπορεί όμως να δει και τίποτ' άλλο.

(μετ.  Δημήτρης Καλοκύρης)

Πέμπτη 24 Αυγούστου 2017

Είμαι αντίλαλος, λήθη, τίποτα...

Είμαι κείνος που, μ'ολες τις φοβερές παραπλανήσεις του,
ποτέ δεν μπόρεσε ν'αποκρυπτογραφήσει τον απλό
και μαζί πολλαπλό, αδιάβατο λαβύρινθο του χρόνου...


https://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Καφές και βιβλία, λάδι σε καμβά

Χόρχε Λουίς Μπόρχες
Είμαι

Είμαι αυτός που ξέρει πως άδικα παλεύει
σαν κι εκείνον που κοιτάζει μάταια
μέσα στον σιωπηλό, κρυστάλλινο καθρέφτη
κι ακολουθεί την αντανάκλαση ή το σώμα (το ίδιο κάνει)
του όμοιού του.
Είμαι, σιωπηλοί μου φίλοι, αυτός που ξέρει
πως άλλη τιμωρία από τη λησμονιά δεν υπάρχει
ούτε κι άλλη συγγνώμη. Κάποιος θεός έδωσε
στο ανθρώπινο μίσος τούτη την παράξενη δικλείδα.
Είμαι κείνος που, μ'ολες τις φοβερές παραπλανήσεις του,
ποτέ δεν μπόρεσε ν'αποκρυπτογραφήσει τον απλό
και μαζί πολλαπλό, αδιάβατο λαβύρινθο του χρόνου,
που ανήκει ταυτόχρονα σε έναν και σ'όλους.
Είμαι κάποιος που δεν είναι κανένας, εκείνος που στον πόλεμο
δεν έπιασε σπαθί. Είμαι αντίλαλος, λήθη, τίποτα.

(Μετ. Δημήτρης Καλοκύρης)

Σάββατο 29 Οκτωβρίου 2016

τα περασμένα μαζί και τα μελλούμενα φεγγάρια...

Κι όλα αυτά είναι μέρος του πολύμορφου κρυστάλλου
τούτης της μνήμης - του σύμπαντος,
δεν έχουν τέλος οι πολυδαίδαλοι διάδρομοι...


https://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Θεσσαλονίκη με φεγγάρι, λάδι σε καμβά

Χόρχε Λουίς Μπόρχες
Everness

Μονάχα ένα πράγμα δεν υπάρχει: η λησμονιά.
Ο Θεός που περισώζει το μέταλλο, σώζει και τη σκουριά
κι εναποθέτει στην προφητική του μνήμη
τα περασμένα μαζί και τα μελλούμενα φεγγάρια.

Τα πάντα έχουν κιόλας γίνει. Οι μυριάδες αντανακλάσεις
που σκόρπισε ανάμεσα στη χαραυγή και στο σούρουπο
το πρόσωπό σου πάνω στους καθρέφτες
καθώς κι αυτές που ακόμα μέλλει ν' αφήσει.

Κι όλα αυτά είναι μέρος του πολύμορφου κρυστάλλου
τούτης της μνήμης - του σύμπαντος,
δεν έχουν τέλος οι πολυδαίδαλοι διάδρομοι

κι οι πόρτες κλείνουν μόλις τις περάσεις,
μονάχα από την άλλη μεριά του δειλινού
θ' αντικρίσεις τα Αρχέτυπα και τις Λάμψεις.

(μετ. Δημήτρης Καλοκύρης)

Δευτέρα 26 Σεπτεμβρίου 2016

Τι σημαίνει για μένα να είμαι συγγραφέας;

.. να είμαι πιστός στη φαντασία μου. Όταν γράφω κάτι, το σκέφτομαι όχι ως πραγματικά αληθινό, αλλά ως αληθινό ως προς κάτι βαθύτερο...

https://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Βιβλίο και τριαντάφυλλα, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Χόρχε Λουίς Μπόρχες
Η τέχνη του στίχου
(απόσπασμα)

Θεωρώ τον εαυτό μου κυρίως αναγνώστη. Όπως γνωρίζετε, έχω τολμήσει την περιπέτεια της γραφής. Αλλά πιστεύω πως αυτά που έχω διαβάσει είναι πολύ πιο σημαντικά απ’ αυτά που έχω γράψει. Γιατί κάποιος διαβάζει αυτά που του αρέσουν. Ωστόσο γράφει όχι αυτά που θα ήθελε να γράψει, αλλά αυτά που είναι ικανός να γράψει… Τι σημαίνει για μένα να είμαι συγγραφέας; Σημαίνει απλώς το να είμαι πιστός στη φαντασία μου. Όταν γράφω κάτι, το σκέφτομαι όχι ως πραγματικά αληθινό, αλλά ως αληθινό ως προς κάτι βαθύτερο. Όταν καταστρώνω μια πλοκή, τη γράφω γιατί κατά κάποιον τρόπο πιστεύω σ’ αυτήν — όχι όπως πιστεύει κάποιος στην ιστορία αλλά όπως πιστεύει σε ένα όνειρο ή σε μιαν ιδέα.

Σάββατο 11 Ιουνίου 2016

τα νήματα του χρόνου, του ονείρου και της αγωνίας...

Απ’ την Ανατολή έχει ο πόλεμος αυτός ανάψει∙
το δίχτυ του σ’ ολόκληρη τη γη απλώνει.
Μα ούτε η μια παρτίδα ούτε η άλλη δεν τελειώνει...


https://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Πορεία στο κύμα, λάδι σε καμβά

Χόρχε Λουίς Μπόρχες
Σκάκι
Ι

Συγκεντρωμένοι οι παίχτες νύχτα μέρα
καθοδηγούν τα αδιάφορα πιόνια.
Ως το πρωί θα κλείνει η σκακιέρα
δυο χρώματα που αντιμάχονται αιώνια.

Μέσα, τα πιόνια αναδίνουν μια προσήλωση
μαγευτική: ευκίνητα άλογα, πύργοι ομηρικοί,
βασιλιάς στα μετόπισθεν, διαγώνιοι αξιωματικοί.

Μα κι όταν αποσύρονται οι παίχτες,
από το χρόνο πια εξαντλημένοι,
η δράση εξακολουθεί να επιμένει.

Απ’ την Ανατολή έχει ο πόλεμος αυτός ανάψει∙
το δίχτυ του σ’ ολόκληρη τη γη απλώνει.
Μα ούτε η μια παρτίδα ούτε η άλλη δεν τελειώνει.

ΙΙ

Φρενιασμένη βασίλισσα, πύργος ευθύς, αξιωματικός
λοξός, στρατιώτης πολυμήχανος, βασιλιάς ασθενικός
ψάχνονται στο ασπρόμαυρο πεδίο του αοράτου
να συγκρουστούν σιωπηλά μέχρι θανάτου.

Δεν ξέρουν πως το αποφασισμένο χέρι
του παίχτη τούς ρυθμίζει την πορεία τέλεια,
δεν ξέρουν καν πως μια ασύλληπτη νομοτέλεια
τις αποφάσεις και τη διαδρομή τους περιφέρει.

Αλλά κι ο παίχτης είναι επίσης ένας αιχμάλωτος
μιας άλλης σκακιέρας με νύχτες μαύρες
(η έκφραση είναι του Ομάρ) και άσπρες μέρες.

Ο Θεός ελέγχει τον παίχτη κι ο παίχτης τα πιόνια.
Μα τάχα ποιος θεός πίσω από τον Θεό, κινεί αιώνια
τα νήματα του χρόνου, του ονείρου και της αγωνίας;

[Χόρχε Λουίς Μπόρχες, ΠΟΙΗΜΑΤΑ (Ο δημιουργός, “EL HACEDOR”, 1960), Μετάφραση, Εισαγωγή, Σχόλια: Δημήτρης Καλοκύρης. Εκδ. Ελληνικά Γράμματα 2006]

Τετάρτη 20 Απριλίου 2016

αποκρυσταλλωμένες μνήμες...

στη θάλασσα καθώς ουρλιάζουν οι ορδές της κι εξακοντίζουν οι άνεμοι τις βλαστήμιες τους˙
όταν αστράφτει μέσα στ' ατσάλινο νερό η λαμπερή και αιμόφυρτη σελήνη˙
στη θάλασσα όταν πάνω της διαχέει την απροσμέτρητη πίκρα του το Κύπελλο των Αστρων...


http://yannisstavrou.blogspot.com 

Χόρχε Λουίς Μπόρχες
Ύμνος στη θάλασσα
(απόσπασμα)

Eναν ύμνο λαχτάρησα στη θάλασσα σε ρυθμούς απλωμένους σαν τις κραυγές των κυμάτων˙
στη θάλασσα όταν ο Ηλιος στα νερά της σαν κατακόκκινη σημαία κυματίζει˙
στη θάλασσα όταν φιλά τα χρυσαφένια στήθη των παρθένων ακτών που καρτερούν διψασμένες˙
στη θάλασσα καθώς ουρλιάζουν οι ορδές της κι εξακοντίζουν οι άνεμοι τις βλαστήμιες τους˙
όταν αστράφτει μέσα στ' ατσάλινο νερό η λαμπερή και αιμόφυρτη σελήνη˙
στη θάλασσα όταν πάνω της διαχέει την απροσμέτρητη πίκρα του το Κύπελλο των Αστρων.
Σήμερα κατηφόρισα απ' το βουνό στην κοιλάδα
κι απ' την κοιλάδα στη θάλασσα.
Ο δρόμος τράβαγε μακρύς όσο κρατάει ένα φιλί.
Οι μυγδαλιές σκορπούσαν τις γαλανές σκιές των κορυφών τους πάνω στο μονοπάτι
και στην κορφή της κοιλάδας, ο ήλιος
τινάζει τις ολόχρυσες Γολκόνδες του στο γλαυκό σου δάσος: Θάλασσα!
Μητέρα, Αδελφή, Ερωμένη...!
Μπαίνω μες στους απέραντους κήπους των νερών σου και κολυμπώ μακριά από τη στεριά.
Τα κύματα έρχονται, με τους εύθραυστους θυσάνους των αφρών και χάνονται μες στη βουή.
Προς την ακτή.
Με τις κοκκινωπές βουνοκορφές της
με τα γεωμετρικά της σπίτια
με τις φοινικιές της, έρμαια του ανέμου
που τώρα έχουν γίνει πελιδνά και παράλογα σαν αποκρυσταλλωμένες
μνήμες!

(μετ. Δημήτρης Καλοκύρης)

Κυριακή 21 Φεβρουαρίου 2016

να διασύρεις το νερό της Λήθης...

Να ξυπνάς κάποιον που κοιμάται
είναι σα να επιβάλλεις στον άλλον
την αέναη φυλακή του σύμπαντος.
Καθώς και τον χρόνο του, χωρίς αυγή ή δειλινό...


http://yannisstavrou.blogspot.com 

Χόρχε Λουίς Μπόρχες
Πρώτη Όψη

ΚΟΙΜΑΣΑΙ. Σε ξυπνάω.
Το έξοχο πρωί σου δίνει την ψευδαίσθηση πως κάτι αρχίζει.
Ξέχασες τον Βιργίλιο. Τα εξάμετρα να τα.
Σου φέρνω χίλια πράγματα.
Των Ελλήνων τα τέσσερα στοιχεία: γη, νερό και φωτιά και αιθέρα.
¨Ενα μονάχα γυναικείο όνομα.
Τη φιλία της σελήνης.
Τα λαμπερά του άτλαντα χρώματα.
Τη λησμονιά που εξαγνίζει.
Τη μνήμη που επιλέγει και ξαναεγγράφει.
Τη συνήθεια που μας κάνει να νιώθουμε αθάνατοι.
Τη σφαίρα και τους δείκτες που τέμνουν τον άθικτο χρόνο.
Την ευωδία του σάνταλου.
Τις αμφιβολίες που αποκαλούμε, με κάποια ματαιοδοξία, μεταφυσική.
Του ραβδιού την καμπύλη που ελπίζει το χέρι σου.
Τη γεύση που σ' αφήνει το σταφύλι και το μέλι.

Πίσω όψη

ΝΑ ΞΥΠΝΑΣ κάποιον που κοιμάται
είναι μια πράξη καθημερινή, κοινή
που θα μπορούσε όμως να μας συνταράξει.
Να ξυπνάς κάποιον που κοιμάται
είναι σα να επιβάλλεις στον άλλον
την αέναη φυλακή του σύμπαντος.
Καθώς και τον χρόνο του, χωρίς αυγή ή δειλινό.
Είναι να του αποκαλύπτεις ότι είναι κάτι ή κάποιος
δεμένος μ' ένα όνομα που το δημοσιεύει
και μ'  ένα πλήθος περασμένα.
Είναι να του ταράξεις την αιωνιότητα.
Είναι να τον φορτώνεις με αιώνες και άστρα.
Είναι να επιστρέφεις στον κόσμο άλλος Λάζαρος
φορτωμένος με μνήμες.
Είναι να διασύρεις το νερό της Λήθης.

Τρίτη 19 Ιανουαρίου 2016

γερμένος εδώ κάτω στο σκοτάδι...

Όποιος έχει δει το σύμπαν, όποιος έχει δει τα έμπυρα σήματα του σύμπαντος, δεν μπορεί πια να σκέφτεται έναν άνθρωπο, να σκέφτεται τις κοινότοπες ευτυχίες ή δυστυχίες του, ακόμη κι αν πρόκειται για τον εαυτό του. Τι τον νοιάζει η ζωή αυτού του άλλου, η πατρίδα αυτού του άλλου, τώρα που ο ίδιος δεν είναι πια κανένας; Γι' αυτό και δεν εκφέρω τον τύπο, γι' αυτό κι αφήνω τις μέρες να με ξεχάσουν, γερμένος εδώ κάτω στο σκοτάδι...


Γιάννης Σταύρου, Κυριακάτικος περίπατος, Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά

Χόρχε Λουίς Μπόρχες
H γραφή του Θεού
(απόσπασμα)

Κάθε άνθρωπος συγχέεται, βαθμιαία, με τη μορφή της μοίρας του· κάθε άνθρωπος είναι, πάνω απ' όλα, οι περιστάσεις του. Πάνω από αποκρυπτογράφος ή εκδικητής, πάνω από ιερέας του θεού, ήμουν ένας φυλακισμένος. Γύρισα στη σκληρή μου φυλακή απ' τον ανεξάντλητο λαβύρινθο των ονείρων, σαν να επέστρεφα στο σπίτι μου. Ευλόγησα την υγρασία της, ευλόγησα τον τίγρη της, ευλόγησα τον φεγγίτη, ευλόγησα το γέρικο, βασανισμένο μου κορμί, ευλόγησα το σκότος και την πέτρα. Και τότε συνέβη αυτό που δεν μπορώ ούτε να ξεχάσω ούτε να περιγράψω. Συνέβη η ένωσή μου με το θείον, με το σύμπαν (δεν ξέρω αν αυτές οι λέξεις διαφέρουν). Η έκσταση δεν επαναλαμβάνει τα σύμβολά της· υπάρχουν κάποιοι που είδαν τον Θεό σε μία λάμψη, υπάρχουν άλλοι που τον διέκριναν σ' ένα σπαθί ή στους κύκλους ενός ρόδου. Εγώ είδα έναν θεόρατο Τροχό, που δεν ήταν μπρος στα μάτια μου, ούτε πίσω, ούτε στο πλάι μου, αλλά παντού, ταυτόχρονα. Ο Τροχός αυτός ήταν φτιαγμένος από νερό, αλλά και από φωτιά, παρόλο δε που φαινόταν το περίγραμμά του, ήταν άπειρος. Τον αποτελούσαν, το 'να μέσα στ' άλλο, όλα τα πράγματα που θα είναι, που είναι και που ήταν· εγώ ήμουν μία ίνα μέσα σ' εκείνον τον ολοκληρωτικό μίτο, και ο Πέδρο δε Αλβαράδο, που με βασάνιζε, μια άλλη. Εκεί ήταν τα αίτια και τ' αποτελέσματα, και δεν χρειαζόταν παρά να δω αυτόν τον Τροχό για να τα καταλάβω όλα, μέχρι τέλους.

Ω χαρά τού να καταλαβαίνεις, πόσο πιο μεγάλη είσαι απ' τη χαρά τού να φαντάζεσαι ή του να αισθάνεσαι! Είδα το σύμπαν και είδα τα κρυφά σήματα του σύμπαντος. Είδα τις απαρχές, όπως τις περιγράφει η Βίβλος των Κοινών. Είδα τα βουνά που αναδύθηκαν απ' το νερό, είδα τους πρώτους ανθρώπους από ξύλο, είδα τα πιθάρια που χιμήξαν στους ανθρώπους, είδα τα σκυλιά που τους ρήμαξαν τα πρόσωπα. Είδα τον απρόσωπο θεό που υπάρχει, πίσω απ' τους θεούς. Είδα άπειρες διεργασίες που κατέληγαν σε μία και μόνη μακαριότητα και, καταλαβαίνοντας τα πάντα, μπόρεσα να καταλάβω και τη γραφή του τίγρη. Είναι ένας τύπος, ο οποίος αποτελείται από δεκατέσσερις τυχαίες λέξεις (από δεκατέσσερις λέξεις που δείχνουν τυχαίες)· θα μου έφτανε να τον εκφέρω με δυνατή φωνή για να γίνω παντοδύναμος. Θα μου έφτανε να τον εκφέρω για να γκρεμίσω αυτό το πέτρινο μπουντρούμι, για να εισχωρήσει η μέρα μες στη νύχτα μου, για να γίνω νέος, για να γίνω αθάνατος, για να ξεσκίσει ο τίγρης τον Αλβαράδο, για να βυθίσω το άγιο μου μαχαίρι σε στήθια ισπανικά, για να παλινορθώσω την πυραμίδα, για να παλινορθώσω την αυτοκρατορία. Σαράντα συλλαβές, δεκατέσσερις λέξεις, και εγώ, ο Τζινακάν, θα κυβερνούσα τα εδάφη που κάποτε κυβέρνησε ο Μοκτεζούμα. Κι όμως το ξέρω πως δεν θα τις πω ποτέ αυτές τις λέξεις, γιατί τον Τζινακάν δεν τον θυμάμαι πια.

Ας πεθάνει μαζί μου το μυστήριο που είναι γραμμένο στους τίγρεις. Όποιος έχει δει το σύμπαν, όποιος έχει δει τα έμπυρα σήματα του σύμπαντος, δεν μπορεί πια να σκέφτεται έναν άνθρωπο, να σκέφτεται τις κοινότοπες ευτυχίες ή δυστυχίες του, ακόμη κι αν πρόκειται για τον εαυτό του. Τι τον νοιάζει η ζωή αυτού του άλλου, η πατρίδα αυτού του άλλου, τώρα που ο ίδιος δεν είναι πια κανένας; Γι' αυτό και δεν εκφέρω τον τύπο, γι' αυτό κι αφήνω τις μέρες να με ξεχάσουν, γερμένος εδώ κάτω στο σκοτάδι.

Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2015

σκόνη τη σκόνη...

Δε θα μείνει στη νύχτα ούτ’ ένα αστέρι.
Δε θα μείνει η νύχτα...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Νύχτα στο λιμάνι, λάδι σε καμβά

Χόρχε Λουίς Μπόρχες
Πράγματα

Το μπαστούνι, μια αρμαθιά κλειδιά, κάτι κέρματα,
η απαλή κλειδαριά, κάτι τελευταίες
σημειώσεις που δε θα ξαναδιαβαστούν
τις λίγες μέρες που μου απομένουν, η τράπουλα,
η σκακιέρα, ένα βιβλίο και κάπου στα φύλλα του
η ξεραμένη βιολέτα, ενθύμιο κάποιας βραδιάς
αξέχαστης ασφαλώς αλλά κιόλας ξεχασμένης,
στη δύση ο κόκκινος καθρέφτης πυρπολώντας
ένα δειλινό της φαντασίας. Τόσα και τόσα πράγματα,
ομπρέλες, πίπες, άτλαντες, φλιτζάνια, μπιχλιμπίδια
που δουλεύουν για χάρη μας σαν αμίλητοι σκλάβοι,
τυφλά, και απολύτως βουβά!
Θα επιζήσουν πέρ’ από τη λήθη μας·
δίχως να ξέρουν καν πως έχουμε υπάρξει.

(μετ. Δημήτρης Καλοκύρης)

Ο αυτόχειρας

Δε θα μείνει στη νύχτα ούτ’ ένα αστέρι.
Δε θα μείνει η νύχτα.
Θα πεθάνω και μαζί μου όλο
τ’ ανυπόφορο σύμπαν.
Θα σβήσω τις πυραμίδες, τα μετάλλια,
τις ηπείρους και τα πρόσωπα.
Θα σβήσω το θησαύρισμα του παρελθόντος.
Θα κάνω σκόνη την ιστορία, σκόνη τη σκόνη.
Κοιτάζω τώρα το στερνό ηλιοβασίλεμα.
Ακούω το στερνό πουλί.
Κληροδοτώ το τίποτα σε κανέναν.

(μετ. Αργύρης Χιόνης)

Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2015

αβέβαιες εικόνες πλασμένες για τη λήθη...

Οι μυγδαλιές σκορπούσαν τις γαλανές σκιές των κορυφών τους
πάνω στο μονοπάτι
και στην κορφή της κοιλάδας,
ο ήλιος τινάζει τις ολόχρυσες Γολκόνδες του στο γλαυκό σου δάσος... 


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Μυγδαλιές στην Αττική, λάδι σε καμβά

Χόρχε Λουίς Μπόρχες
*
Λίγο πριν το ψυχοράγημα
η κόλαση και η δόξα μας δίνονται
είναι αυτή τη στιγμή εδώ, στο Μπουένος Άιρες
αυτή την πόλη που για το ξένο του όνειρού μου
—τον ξένο που ήμουν κάτω από άλλα άστρα—
είναι μια συνέχεια από αβέβαιες εικόνες
πλασμένες για τη λήθη

Ύμνος στη θάλασσα  
(απόσπασμα)

έναν ύμνο λαχτάρησα στη θάλασσα σε ρυθμούς απλωμένους σαν τις κραυγές των
κυμάτων˙
στη θάλασσα όταν ο Ήλιος στα νερά της σαν κατακόκκινη σημαία κυματίζει˙
στη θάλασσα όταν φιλά τα χρυσαφένια στήθη των παρθένων ακτών που καρτερούν
διψασμένες˙
στη θάλασσα καθώς ουρλιάζουν οι ορδές της κι εξακοντίζουν οι άνεμοι τις βλαστήμιες
τους˙
όταν αστράφτει μέσα στ' ατσάλινο νερό η λαμπερή και αιμόφυρτη σελήνη˙
στη θάλασσα όταν πάνω της διαχέει την απροσμέτρητη πίκρα του το Κύπελλο των
Άστρων.

Σήμερα κατηφόρισα απ' το βουνό στην κοιλάδα
κι απ' την κοιλάδα στη θάλασσα.
Ο δρόμος τράβαγε μακρύς όσο κρατάει ένα φιλί.
Οι μυγδαλιές σκορπούσαν τις γαλανές σκιές των κορυφών τους
πάνω στο μονοπάτι
και στην κορφή της κοιλάδας,
ο ήλιος τινάζει τις ολόχρυσες Γολκόνδες του στο γλαυκό σου δάσος:
Θάλασσα!
Μητέρα, Αδελφή, Ερωμένη...!

Μπαίνω μες στους απέραντους κήπους των νερών σου και κολυμπώ μακριά από τη
στεριά.
Τα κύματα έρχονται, με τους εύθραυστους θυσάνους των αφρών και χάνονται μες
στη βουή.
Προς την ακτή.
Με τις κοκκινωπές βουνοκορφές της
με τα γεωμετρικά της σπίτια
με τις φοινικιές της, έρμαια του ανέμου
που τώρα έχουν γίνει πελιδνά και παράλογα
σαν αποκρυσταλλωμένες μνήμες!

(Μετ. Δημήτρης Καλοκύρης)

Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2015

δίχως να ξέρουν καν πως έχουμε υπάρξει...

Κοιτάζω τώρα το στερνό ηλιοβασίλεμα.
Ακούω το στερνό πουλί.
Κληροδοτώ το τίποτα σε κανέναν...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Ηλιοβασίλεμα στον Θερμαϊκό, λάδι σε καμβά

Χόρχε Λουίς Μπόρχες
Πράγματα

Το μπαστούνι, μια αρμαθιά κλειδιά, κάτι κέρματα,
η απαλή κλειδαριά, κάτι τελευταίες
σημειώσεις που δε θα ξαναδιαβαστούν
τις λίγες μέρες που μου απομένουν, η τράπουλα,
η σκακιέρα, ένα βιβλίο και κάπου στα φύλλα του
η ξεραμένη βιολέτα, ενθύμιο κάποιας βραδιάς
αξέχαστης ασφαλώς αλλά κιόλας ξεχασμένης,
στη δύση ο κόκκινος καθρέφτης πυρπολώντας
ένα δειλινό της φαντασίας. Τόσα και τόσα πράγματα,
ομπρέλες, πίπες, άτλαντες, φλιτζάνια, μπιχλιμπίδια
που δουλεύουν για χάρη μας σαν αμίλητοι σκλάβοι,
τυφλά, και απολύτως βουβά!
Θα επιζήσουν πέρ’ από τη λήθη μας·
δίχως να ξέρουν καν πως έχουμε υπάρξει.

(Μετ. Δημήτρης Καλοκύρης)

Ο αυτόχειρας

Δε θα μείνει στη νύχτα ούτ’ ένα αστέρι.
Δε θα μείνει η νύχτα.
Θα πεθάνω και μαζί μου όλο
τ’ ανυπόφορο σύμπαν.
Θα σβήσω τις πυραμίδες, τα μετάλλια,
τις ηπείρους και τα πρόσωπα.
Θα σβήσω το θησαύρισμα του παρελθόντος.
Θα κάνω σκόνη την ιστορία, σκόνη τη σκόνη.
Κοιτάζω τώρα το στερνό ηλιοβασίλεμα.
Ακούω το στερνό πουλί.
Κληροδοτώ το τίποτα σε κανέναν.

(μετ. Αργύρης Χιόνης)

Παρασκευή 28 Αυγούστου 2015

Αφού χανόμαστε σαν το ποτάμι που χάνεται...

Λίγο πριν το ψυχοράγημα
η κόλαση και η δόξα μας δίνονται
είναι αυτή τη στιγμή εδώ, στο Μπουένος Άιρες
αυτή την πόλη που για το ξένο του όνειρού μου
—τον ξένο που ήμουν κάτω από άλλα άστρα—
είναι μια συνέχεια από αβέβαιες εικόνες
πλασμένες για τη λήθη.
                                                                                        Χόρχε Λουίς Μπόρχες

http://yannisstavrou.blogspot.com 

Χόρχε Λουίς Μπόρχες
Ποιητική τέχνη

«Να σκύβεις πάνω στο ποτάμι, που είναι από χρόνο και νερό.
Και να λες πως ο χρόνος είναι κι αυτός με τη σειρά του ένα ποτάμι,
Αφού χανόμαστε σαν το ποτάμι που χάνεται
Και περνά ένα πρόσωπο σαν περαστικό νερό.»

«Να δοκιμάζεις την αγρύπνια σαν έναν άλλο ύπνο
Που ονειρεύεται χωρίς όνειρα και πως ο θάνατος
Που φοβάται το σώμα είναι αυτός ο ίδιος ο θάνατος
Της μιας και της άλλης νύχτας που ονομάζουμε ύπνο.»

«Να βρίσκεις μέσα στη μέρα ή τη χρονιά ένα σύμβολο
Κάθε μέρας, κάθε μήνα του ανθρώπου ή κι όλων του των χρόνων
Και ωστόσο να πλάθεις από την προσβολή των χρόνων
Μια μουσική, μια βουή, ένα σύμβολο»

«Μέσα στο θάνατο να βλέπεις τον ύπνο· μέσα στο ηλιοβασίλεμα
Να βλέπεις ένα πένθιμο χρυσάφι: τέτοια και η ποίηση,
Που είναι αθάνατη και φτωχή. Η ποίηση
Που ξανάρχεται σαν την αυγή και σαν τη δύση…»

(μετ. Πέτρος Παπαδόπουλος)

Ύμνος στη θάλασσα  
(απόσπασμα)

Έναν ύμνο λαχτάρησα στη θάλασσα σε ρυθμούς απλωμένους σαν τις κραυγές των
κυμάτων˙
στη θάλασσα όταν ο Ήλιος στα νερά της σαν κατακόκκινη σημαία κυματίζει·
στη θάλασσα όταν φιλά τα χρυσαφένια στήθη των παρθένων ακτών που καρτερούν
διψασμένες˙
στη θάλασσα καθώς ουρλιάζουν οι ορδές της κι εξακοντίζουν οι άνεμοι τις βλαστήμιες τους˙
όταν αστράφτει μέσα στ' ατσάλινο νερό η λαμπερή και αιμόφυρτη σελήνη˙
στη θάλασσα όταν πάνω της διαχέει την απροσμέτρητη πίκρα του το Κύπελλο των
Άστρων.

Σήμερα κατηφόρισα απ' το βουνό στην κοιλάδα
κι απ' την κοιλάδα στη θάλασσα.
Ο δρόμος τράβαγε μακρύς όσο κρατάει ένα φιλί.
Οι μυγδαλιές σκορπούσαν τις γαλανές σκιές των κορυφών τους
πάνω στο μονοπάτι
και στην κορφή της κοιλάδας,
ο ήλιος τινάζει τις ολόχρυσες Γολκόνδες του στο γλαυκό σου δάσος:
Θάλασσα!
Μητέρα, Αδελφή, Ερωμένη...!

Μπαίνω μες στους απέραντους κήπους των νερών σου και κολυμπώ μακριά από τη
στεριά.
Τα κύματα έρχονται, με τους εύθραυστους θυσάνους των αφρών και χάνονται μες
στη βουή.
Προς την ακτή.
Με τις κοκκινωπές βουνοκορφές της
με τα γεωμετρικά της σπίτια
με τις φοινικιές της, έρμαια του ανέμου
που τώρα έχουν γίνει πελιδνά και παράλογα
σαν αποκρυσταλλωμένες μνήμες!

(μετ. Δημήτρης Καλοκύρης)

Τρίτη 21 Απριλίου 2015

Ο Μινώταυρος δεν αντιστάθηκε σχεδόν καθόλου...

 Ο πρωινός ήλιος άστραφτε πάνω στο μπρούντζινο σπαθί. Δεν είχε μείνει ούτε σταγόνα αίμα.
«Θα το πιστέψεις, Αριάδνη;» είπε ο Θησέας. «Ο Μινώταυρος δεν αντιστάθηκε σχεδόν καθόλου.»

http://yannisstavrou.blogspot.com
Ο Θησέας σκοτώνει τον Μινώταυρο, Αθηναϊκός Αμφορέας, αρχές του 5ου αιώνα πΧ

http://yannisstavrou.blogspot.com 

Χόρχε Λουίς Μπόρχες
Το σπίτι του Αστερίου

Borges Jorge Luis2Ξέρω πως με λένε φαντασμένο, ίσως και μισάνθρωπο, ίσως και τρελό. Οι κατηγορίες αυτές (που θα τις τιμωρήσω όταν έρθει η ώρα) είναι γελοίες. Μπορεί να είναι αλήθεια ότι δε βγαίνω από το σπίτι μου, αλήθεια είναι όμως και ότι οι πόρτες του (άπειρες τον αριθμό) είναι ανοιχτές μέρα και νύχτα τόσο για τους ανθρώπους όσο και για τα ζώα. Όποιος θέλει, μπαίνει. Δεν θα βρει εδώ γυναικείες πομπές ούτε τις αλλόκοτες τελετουργίες των ανακτόρων, θα βρει όμως γαλήνη και απομόνωση. Θα βρει ακόμα κι ένα σπίτι που είναι μοναδικό σ' όλη τη γη. (Ψεύδονται όσοι λένε πως στην Αίγυπτο υπάρχει ένα παρόμοιο.) Ακόμα κι οι συκοφάντες μου παραδέχονται πως σ' ολόκληρο το σπίτι δεν υπάρχει ούτε ένα έπιπλο. Άλλη γελοιότητα είναι το ότι τάχα εγώ, ο Αστέριος, είμαι φυλακισμένος. Να το ξαναπώ ότι δεν υπάρχει ούτε μία κλειδωμένη πόρτα; Να προσθέσω ότι δεν υπάρχει ούτε μία κλειδωνιά; Ένα σούρουπο μάλιστα, βγήκα στο δρόμο· κι αν γύρισα εδώ πριν πέσει η νύχτα, ήταν γιατί με φόβισαν τα πρόσωπα του πλήθους, πρόσωπα ξεθωριασμένα και πλατσουκωτά, σαν ανοιχτή παλάμη. Ο ήλιος είχε βασιλέψει πια, αλλά απ' το απελπισμένο κλάμα ενός παιδιού και τις ηλίθιες ικεσίες του όχλου, κατάλαβα πως μ' είχαν αναγνωρίσει. Ο κόσμος προσευχόταν, έφευγε μακριά, έπεφτε στα γόνατα· μερικοί σκαρφάλωσαν στον στυλοβάτη του Ναού των Λάβρεων άλλοι μάζευαν πέτρες. Κάποιος, αν δεν κάνω λάθος, έπεσε στη θάλασσα για να κρυφτεί. Δεν είναι τυχαίο που η μητέρα μου ήταν βασίλισσα: δεν μπορώ να συχνωτίζομαι με τον όχλο, αν και το ζητάει η ταπεινοφροσύνη μου.

Πάντως, είμαι μοναδικός. Δεν μ' ενδιαφέρει τι μπορεί να μεταδώσει ένας άνθρωπος στους άλλους· κι εγώ, σαν τον φιλόσοφο, είμαι της γνώμης ότι τίποτα δεν μπορεί να μεταδοθεί με την τέχνη της γραφής. Οι κοινότοπες και ενοχλητικές λεπτομέρειες δεν έχουν καμία θέση στο πνεύμα μου, που είναι πλασμένο για τα σπουδαία· ποτέ μου δεν κατάφερα να συγκρατήσω σε τι διαφέρει το ένα γράμμα από το άλλο. Κάποια γενναιόδωρη αδημονία δεν μου επέτρεψε να μάθω να διαβάζω. Καμιά φορά, μετανιώνω γι' αυτό, γιατί οι νύχτες και οι μέρες είναι μεγάλες.
Να διευκρινίσω ότι δε μου λείπουν οι διασκεδάσεις. Σαν το κριάρι που χιμάει να κερατίσει, διασχίζω τρέχοντας τις πέτρινες στοές, ώσπου να σωριαστώ στο χώμα, ζαλισμένος. Κρύβομαι πίσω από μια στέρνα ή στη στροφή ενός διαδρόμου και καμώνομαι ότι με κυνηγούν. Έχει κάτι εξώστες, απ' όπου αφήνομαι να πέφτω ώσπου να γεμίσω αίματα. Οποιαδήποτε στιγμή μπορώ να παίξω τον κοιμισμένο, κρατώντας τα μάτια μου κλειστά και βαριανασαίνοντας. (Κάπου κάπου κοιμάμαι στ' αλήθεια· κάπου κάπου ανοίγω τα μάτια μου, και το χρώμα της μέρας έχει αλλάξει.) Απ' όλα όμως τα παιχνίδια μου, αυτό που μ' αρέσει πιο πολύ είναι να παίζω τον άλλο Αστέριο. Κάνω πως με επισκέπτεται και πως του δείχνω το σπίτι. Όλο ευγένεια και φιλοφρονήσεις του λέω: Τώρα επιστρέφουμε στην προηγούμενη διασταύρωση ή Τώρα βγαίνουμε σε μια άλλη αυλή ή Καλά το φαντάστηκα πως θα σου άρεσε το φρεάτιο ή Κοίτα εδώ μια στέρνα που γέμισε άμμο ή Τώρα θα δεις πώς διακλαδώνεται το υπόγειο. Καμιά φορά κάνω λάθος, και τότε γελάμε κι οι δυο με την καρδιά μας.

Τα παιχνίδια αυτά δεν είναι το μόνο πράγμα που έχω κατεβάσει απ' το κεφάλι μου· μ' έχει απασχολήσει πολύ και το σπίτι. Όλοι οι χώροι του σπιτιού επαναλαμβάνονται πολλές φορές, και κάθε μέρος είναι άλλο μέρος. Δεν υπάρχει μία αυλή, ένα πηγάδι, μία ποτίστρα, ένα παχνί- υπάρχουν δεκατέσσερα [ = άπειρα] παχνιά, ποτίστρες, πηγάδια, αυλές. Το σπίτι είναι μεγάλο όσο και ο κόσμος· ή, μάλλον, είναι ο κόσμος. Να όμως που, για να 'χω εξαντλήσει τις αυλές με τα πηγάδια και τις κονισαλέες στοές από γκρίζα πέτρα, βγήκα μια μέρα στο δρόμο και είδα τον Ναό των Λάβρεων και τη θάλασσα. Αυτό δεν το 'χα καταλάβει, μέχρι που ήρθε ένα όραμα της νύχτας και μου αποκάλυψε ότι οι ναοί και οι θάλασσες είναι πάλι δεκατέσσερις [= άπειρες]. Τα πάντα είναι πολλές φορές, δεκατέσσερις φορές, υπάρχουν όμως και δυο πράγματα στον κόσμο που δείχνουν να είναι μόνο μια φορά: πάνω, ο δυσνόητος ήλιος· κάτω, ο Αστέριος. Μπορεί και να 'μαι εγώ που έπλασα τ' αστέρια και τον ήλιο και το θεόρατο σπίτι, μα τώρα δεν θυμάμαι τίποτα.

Κάθε εννιά χρόνια, έρχονται στο σπίτι εννιά άνθρωποι για να τους λυτρώσω απ' το κακό. Ακούω τα βήματα τους ή τις φωνές τους στα βάθη των πέτρινων στοών και τρέχω όλος χαρά να τους προϋπαντήσω. Η τελετή διαρκεί λίγα λεπτά. Ο ένας μετά τον άλλο σωριάζονται, χωρίς να λερώσω τα χέρια μου με αίμα. Εκεί που πέφτουν, εκεί μένουν, κι αυτό με βοηθάει να ξεχωρίζω τη μια στοά απ' την άλλη. Δεν ξέρω ποιοι είναι, ξέρω όμως πως ένας από δαύτους, την ώρα που ξεψυχούσε, προφήτεψε πως κάποτε θα 'ρχόταν κι ο δικός μου λυτρωτής. Από τότε, δεν με βαραίνει η μοναξιά, γιατί ξέρω ότι ο λυτρωτής μου ζει και μια μέρα θα προβάλει μέσ' από τη σκόνη. Αν η ακοή μου μπορούσε να συλλάβει όλους τους ψίθυρους στον κόσμο, θα ξεχώριζα τα βήματα του. Είθε να με πάει σε κάποιον χώρο με λιγότερες στοές και λιγότερες πόρτες. Πώς θα 'ναι ο λυτρωτής μου; αναρωτιέμαι. Θα 'ναι ταύρος ή άνθρωπος; Θα 'ναι μήπως ταύρος με ανθρώπινο κεφάλι; Ή θα 'ναι σαν κι εμένα;

Ο πρωινός ήλιος άστραφτε πάνω στο μπρούντζινο σπαθί. Δεν είχε μείνει ούτε σταγόνα αίμα.
«Θα το πιστέψεις, Αριάδνη;» είπε ο Θησέας. «Ο Μινώταυρος δεν αντιστάθηκε σχεδόν καθόλου.»

Κυριακή 22 Μαρτίου 2015

Είμαστε πρόσωπα ενός μύθου...

«Την αμαρτία πως γνωρίσαμε την Ομορφιά, που είναι απαγορευμένη στους ανθρώπους. Τώρα πρέπει να εξιλεωθούμε. Σου χάρισα έναν καθρέφτη κι ένα χρυσό προσωπείο· αυτό είναι το τρίτο δώρο μου και τελευταίο.»
Και του 'βαλε στο δεξί χέρι ένα εγχειρίδιο...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Απολαύσεις, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Χόρχε Λουίς Μπόρχες

Ο Καθρέφτης και το Προσωπείο
Από περιοδικό «Εποπτεία», Αύγουστος 1980, σελ. 765-767
(Μετ. Αχιλλέας Κυριακίδης)


Μετά τη μάχη του Κλόνταρφ[1] στην οποία ταπεινώθηκαν οι Νορβηγοί, ο βα­σιλιάς της Ιρλανδίας κάλεσε τον ποιητή και του είπε:

«Ακόμα και τα πιο τρανά κατορθώματα χάνουν τη λάμψη τους αν δεν τα στιλβώσεις με λέξεις. Θέλω να υμνήσεις τη νίκη μου και να με δοξάσεις. Εγώ θα 'μαι ο Αινείας· εσύ, ο Βιργίλιός μου. Είσαι ικανός ν' αναλάβεις αυτό το έργο που θα μας κάνει και τους δύο αθάνατους;»

«Ναι, Βασιλιά» είπε ο βάρδος. «Εγώ είμαι όλαν. Πέρασα δώδεκα χειμώνες σπουδάζοντας τη μετρική. Ξέρω απέξω τους τριακόσιους εξήντα θρύλους που πάνω τους βασίζεται η αληθινή ποίηση. Οι κύκλοι του Όλστερ και του Μούνστερ[2] βρίσκονται μέσα στις χορδές της άρπας μου. Οι νόμοι μού επιτρέπουν να μεταχειρίζομαι τις πιο αρχαίες λέξεις της γλώσσας μας και τις πιο λεπτότεχνες μεταφορές. Κατέχω την απόκρυφη γραφή που προστατεύει την τέχνη μας απ' την αδιακρισία του όχλου. Μπορώ να τραγουδήσω έρωτες, ζωοκλέφτες, πολέμους και ταξίδια. Ξέρω τη μυθολογική γενεαλογία όλων των βασιλικών οί­κων της Ιρλανδίας. Γνωρίζω τις ιδιότητες των φυτών, δικανική αστρολογία, μα­θηματικά και κανονικό δίκαιο. Έχω νικήσει τους αντιπάλους μου σε δημόσι­ους αγώνες. Έχω ασκηθεί στη σάτιρα, που προξενεί δερματικές αρρώστιες, ακόμα και λέπρα. Ξέρω να δουλεύω το σπαθί, καθώς το 'δειξα στη μάχη σου. Ένα μόνο δεν ξέρω: πώς να σ' ευχαριστήσω για το δώρο που μου κάνεις».

Ο Βασιλιάς, που τον κούραζαν τα πολλά λόγια, ιδίως των άλλων, του είπε μ' ανακούφιση:

«Όλα αυτά τα ξέρω πολύ καλά. Τώρα δα μου μήνυσαν πως ήδη στην Αγ­γλία το αηδόνι τραγούδησε. Όταν περάσουν οι βροχές και τα χιόνια, κι όταν γυρίσει το αηδόνι απ' τη νοτιά, θα τραγουδήσεις τον παιάνα σου μπροστά στους αυλικούς μου και μπροστά στο Κολέγιο των Ποιητών. Σου δίνω έναν ολόκληρο χρόνο. Θ' ακονίσεις κάθε γράμμα, κάθε λέξη. Κι η ανταμοιβή σου, τώρα πια το ξέρεις, θα 'ναι αντάξια τόσο της βασιλικής μου συνήθειας όσο και κάθε εμπνευσμένης ξαγρύπνιας σου».

«Βασιλιά, τι πιο μεγάλη ανταμοιβή απ' το να σ' αντικρίζω!» είπε ο ποιη­τής που, εκτός από ποιητής, ήταν και αυλοκόλακας.

Υποκλίθηκε κι αποσύρθηκε, ενώ κιόλας στο μυαλό του στριφογύριζε ένας στίχος.

Σαν πέρασε ο χρόνος, ένας χρόνος με εξεγέρσεις και θανατικά, ο ποιητής παρουσίασε τον πανηγυρικό του. Τον απήγγειλε αργά, με σιγουριά, χωρίς να ρίξει ούτε μία ματιά στο χειρόγραφο. Ο Βασιλιάς έδειχνε την ευχαρίστησή του κουνώντας το κεφάλι. Όλοι έκαναν το ίδιο, ακόμα κι αυτοί που, στρι­μωγμένοι στις πόρτες, δεν έπιαναν ούτε λέξη.

Μετά, μίλησε ο Βασιλιάς.

«Δέχομαι το έργο σου. Είναι μια δεύτερη νίκη. Έδωσες σε κάθε λέξη το αληθινό της νόημα, και σε κάθε ουσιαστικό, το επίθετο που του 'χαν δώσει οι αρχαίοι ποιητές. Σ' ολόκληρο τον ύμνο σου δεν υπάρχει ούτε μία εικόνα που να μη την είχαν χρησιμοποιήσει οι κλασικοί. Ο πόλεμος είναι ένας όμορφος ανθρωποΰφαντος ιστός, το αίμα είναι το νερό του σπαθιού[3] . Η θάλασσα έχει τους θεούς της, τα σύννεφα προλέγουν το μέλλον. Δούλεψες αριστοτεχνικά τη ρίμα, την παρήχηση, τη συνήχηση, τον πληθυντικό, τα τε­χνάσματα της υψηλής ρητορικής, τη σοφή εναλλαγή των μέτρων. Ακόμα κι αν χανόταν ολόκληρη η λογοτεχνία της Ιρλανδίας –omen absit[4] -, θα μπο­ρούσαμε να την ανασυστήσουμε από την κλασική σου ωδή, χωρίς να 'χουμε χάσει τίποτα. Τριάντα γραφιάδες να την αντιγράψουν, από δώδεκα φο­ρές ο καθένας».

Σώπασε για λίγο και συνέχισε:

«Όλα αυτά είναι ωραία, κι ωστόσο δε συνέβη τίποτα. Το αίμα δεν κυλάει πιο γρήγορα στις φλέβες μας. Τα χέρια δεν απλώθηκαν να πιάσουν τα τόξα. Κανείς δεν έχασε το χρώμα του. Κανείς δεν έβγαλε μια πολεμική ιαχή, κα­νείς δεν όρθωσε το στήθος του στους Βίκινγκ. Σ' ένα χρόνο από τώρα, ποι­ητή, θα χειροκροτήσουμε έναν καινούργιο ύμνο σου. Ως δείγμα της εκτίμη­σής μας, δέξου αυτόν τον ασημένιο καθρέφτη».

«Κατάλαβα κι ευχαριστώ» είπε ο ποιητής.

Τ’ άστρα στον ουρανό ξανάπιασαν τον φωτεινό τους δρόμο. Το αηδόνι ξανατραγούδησε στα σαξονικά δάση, κι ο ποιητής ξαναγύρισε με το χειρόγρα­φό του, που ήταν μικρότερο απ' το προηγούμενο. Δεν το απήγγειλε απέξω· το διάβασε με ολοφάνερη αβεβαιότητα, παραλείποντας μερικά κομμάτια, σαν να μη τα καταλάβαινε ούτε ο ίδιος ή σαν να μην ήθελε να τα βεβηλώσει. Ήταν παράξενη η ωδή. Δεν ήταν μια περιγραφή της μάχης - ήταν η ίδια η μάχη. Μέσα στο αρειμάνιο χάος της, μάχονταν μεταξύ τους ο Θεός που είναι Τρεις και Ένας, οι παγανιστικές θεότητες της Ιρλανδίας κι εκείνοι που έμελ­λε να πολεμήσουν, εκατοντάδες χρόνια αργότερα, στην αρχή της Παλαιάς Έδδας. Το ίδιο περίεργη ήταν και η φόρμα του. Ένα ουσιαστικό στον ενικό ήταν υποκείμενο κάποιου ρήματος στον πληθυντικό. Οι προθέσεις ξέφευ­γαν απ' την καθιερωμένη χρήση τους. Η σκληρότητα εναλλασσόταν με την τρυφερότητα. Οι μεταφορές ήταν αυθαίρετες - ή έτσι έδειχναν.

Ο Βασιλιάς αντάλλαξε δυο λόγια με τους γραμματικούς που τον περι­στοίχιζαν, και είπε:

«Σωστά είχα πει για τον πρώτο ύμνο σου πως ήταν μια ευτυχής επιτομή όλων όσα έχουν τραγουδηθεί στην Ιρλανδία ως σήμερα. Ο σημερινός ξε­περνά τον προηγούμενο, αλλά και τον ακυρώνει. Θαμπώνει, ξαφνιάζει, γοη­τεύει. Δεν είναι για τους απαίδευτους, μα για τους γνώστες, τους ολίγους. Ένα αλαβάστρινο σεντούκι να φυλάξει το μοναδικό χειρόγραφο. Κι από την πένα που έφτιαξε ένα τόσο εξαίσιο έργο, μπορούμε να προσδοκούμε ένα άλ­λο, ακόμα πιο αριστοτεχνικό».

Και πρόσθεσε, μ' ένα χαμόγελο:

«Είμαστε πρόσωπα ενός μύθου, και καλό είναι να θυμόμαστε πως, στους μύθους, ο αριθμός τρία εξουσιάζει».

«Τα τρία δώρα του Μάγου, οι τριάδες κι η αδιαμφισβήτητη Τριάδα» ψέλ­λισε ο ποιητής.

«Ως δείγμα της εκτίμησής μας» συνέχισε ο Βασιλιάς, «δέξου αυτό το χρυ­σό προσωπείο.»

«Κατάλαβα κι ευχαριστώ» είπε ο ποιητής.

Μετά από ένα χρόνο, ξαναγύρισε. Οι φρουροί του παλατιού πρόσεξαν πως δε βαστούσε χειρόγραφο. Ο Βασιλιάς τον κοίταξε ξαφνιασμένος· ο ποι­ητής έδειχνε άλλος άνθρωπος. Κάτι άλλο, εκτός από το χρόνο, είχε σημα­δέψει και παραμορφώσει τα χαρακτηριστικά του. Τα μάτια του, σαν να 'βλεπαν πολύ μακριά - ή να μην έβλεπαν καθόλου. Ο ποιητής ζήτησε να του δο­θεί η χάρη να μιλήσει μόνος με το Βασιλιά. Οι σκλάβοι βγήκαν απ' την αί­θουσα.

«Δεν έγραψες την ωδή;» ρώτησε ο Βασιλιάς.

«Την έγραψα, άρχοντά μου» είπε θλιμμένα ο ποιητής, «μα κάλλιο ο Ιη­σούς Χριστός να μ' είχε εμποδίσει!»

«Μπορείς να την απαγγείλεις;»

«Δεν έχω το θάρρος.»

«Σου δίνω εγώ το θάρρος» είπε ο Βασιλιάς[5] .

Ο ποιητής απήγγειλε το ποίημα. Ήταν ένας και μόνον στίχος.

Μη τολμώντας να τον προφέρουν μεγαλόφωνα, ο ποιητής κι ο Βασιλιάς του τον ψιθύρισαν, σαν να 'ταν μυστική προσευχή ή βλασφημία. Ο Βασιλιάς φαινόταν το ίδιο έκθαμβος και συγκλονισμένος με τον άλλον. Κοιτάχτηκαν, κατάχλομοι.

«Κάποτε, στα νιάτα μου» είπε ο Βασιλιάς, «πήγα ένα ταξίδι δυτικά. Σ' ένα νησί, είδα ασημένια λαγωνικά να θανατώνουν χρυσά αγριογούρουνα. Σ' ένα άλλο, γευτήκαμε τους χυμούς μαγεμένων μήλων. Σ' ένα άλλο, είδα τείχη από φωτιά. Και στο πιο μακρινό απ' όλα, ένα κρεμαστό ποτάμι κατέβαινε θολωτό απ' τον ουρανό, και μέσα του ταξίδευαν πλεούμενα και ψάρια. Όλα αυτά εί­ναι θαυμαστά, μα δε συγκρίνονται με το ποίημά σου, που λες και τα περιέ­χει όλα. Τι μάγια σού 'καναν;»

«Ξύπνησα την αυγή» είπε ο ποιητής, «κι έλεγα κάτι λέξεις που ούτε εγώ τις καταλάβαινα στην αρχή. Αυτές οι λέξεις είναι ένα ποίημα. Ένιωσα σαν να 'χα κάνει μια αμαρτία, απ' αυτές που δεν τις συγχωρεί το Άγιο Πνεύμα.»

«Την αμαρτία που από δω και μπρος θα μοιραζόμαστε» ψιθύρισε ο Βασι­λιάς.

«Την αμαρτία πως γνωρίσαμε την Ομορφιά, που είναι απαγορευμένη στους ανθρώπους. Τώρα πρέπει να εξιλεωθούμε. Σου χάρισα έναν καθρέφτη κι ένα χρυσό προσωπείο· αυτό είναι το τρίτο δώρο μου και τελευταίο.»

Και του 'βαλε στο δεξί χέρι ένα εγχειρίδιο.

Για τον ποιητή, ξέρουμε σήμερα πως αυτοκτόνησε βγαίνοντας απ' το πα­λάτι· για το Βασιλιά, πως είναι ένας ζητιάνος, πως γυρνά στους δρόμους της Ιρλανδίας που ήταν κάποτε το βασίλειο του, και πως ποτέ δεν ξαναπρόφερε το ποίημα.

_______________________________________________________

Το διήγημα περιλαμβάνεται και στον τόμο «Άπαντα Πεζά», έκδοση Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2005. Στο περιοδικό Εποπτεία ο μεταφραστής είχε εκτενέστερες σημειώσεις, αλλά εδώ ακολουθήσαμε την τελική γραφή του στον τόμο όπου συγκέντρωσε άπαντα τα πεζά του Μπόρχες.
[1] ΣτΜ. 23 Απριλίου 1014
[2] Οι δύο βασικοί κύκλοι επών της μεσαιωνικής ιρλανδικής λογοτεχνίας, γραμμένων κατά τον 7ο και 8ο αιώνα μ.Χ.
[3] Σαφής αναφορά στα κένινγκαρ της αρχαίας σκανδιναβικής ποίησης
[4] Λατινικά στο κείμενο «Ο μη γένοιτο»
[5] Αυτές οι δύο φράσεις του διαλόγου επαναλαμβάνονται αυτούσιες και στο «Άλλη απόκρυφη περικοπή» (Οι συνωμότες).

_______________________________________________________

Ο κόπος της μετάφρασης (μ΄άλλα λόγια ο κόπος να συμφιλιωθεί ένα απειθάρχητο δευτερογενές υλικό με τις εξ ίσου απειθάρχητες, αλλά εγγενείς αδυναμίες του μεταφραστή), αφιερώνεται με αγάπη στον Τάκη Σινόπουλο. Α.Κ.

Πηγή: ΕΠΟΠΤΕΙΑ

Πέμπτη 27 Νοεμβρίου 2014

Ή κατοικία του Άστερίωνα...

Ό πρωινός ήλιος άστραφτε πάνω στο μπρούτζινο σπαθί πού δεν είχε πια ούτε ίχνος από αίμα.
- Θα το πιστέψεις Αριάδνη; είπε ό Θησέας. Ό Μινώταυρος δεν αντιστάθηκε σχεδόν καθόλου...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Καληνύχτα, λάδι σε καμβά

Χόρχε Λούις Μπόρχες
Ή κατοικία του Άστερίωνα

Ή δε (Πασιφάη) Άστέριον έγέννησε
Απολλόδωρος, Βιβλιοθήκη III, 11


Ξέρω πως με κατηγορούν πως είμαι φαντασμένος, κι ίσως πώς είμαι και μισάνθρωπος και τρελός. Τέτoιες κατηγορίες (πού θα τις τιμωρήσω όταν θα 'ρθει ό καιρός) είναι γελοίες. Είναι αλήθεια πώς δε βγαίνω από το σπίτι μου, κι είναι αλήθεια πάλι πώς οι πόρτες του (πού ό αριθμός τους είναι άπειρος)* είναι μέρα νύχτα ανοιχτές για ανθρώπους και ζώα. Μπορεί να μπει όποιος θέλει. Εδώ δεν βρίσκει βέβαια κανείς γυναικείες πομπές, ούτε τυπικότητες και πολυτέλειες όπως στα παλάτια, βρίσκει μονάχα ηρεμία και μοναξιά. Και βρίσκει ακόμα ένα σπίτι πού όμοιό του πάνω στη γη δεν υπάρχει. (Όσοι ισχυρίζονται ότι στην Αίγυπτο υπάρχει ένα παρόμοιο, είναι ψεύτες). Ακόμα κι όσοι με συκοφαντούν, το παραδέχονται πώς ούτε ένα έπιπλο δε βρίσκεται μέσα σ' αυτό το σπίτι. "Αλλο γελοίο είναι πού λένε πώς εγώ, ο Αστερίωνας, είμαι φυλακισμένος. Να ξαναπώ πώς δεν υπάρχει ούτε μια πόρτα; Να προσθέσω πώς δεν υπάρχει ούτε μια κλειδαριά; ‘Αλλωστε, κάποιο βραδάκι, βγήκα στο δρόμο • κι αν γύρισα πριν να νυχτώσει, το 'κανα γιατί φοβήθηκα τα πρόσωπα του όχλου: πρόσωπα άχρωμα και επίπεδα, σαν ανοιχτή παλάμη. Ό ήλιος είχε βασιλέψει πια, όμως το τρομαγμένο κλάμα ενός παιδιού κι οι φοβισμένες ικεσίες του κοσμάκη ήταν απόδειξη πώς μ' είχαν αναγνωρίσει.

* Το πρωτότυπο λέει δεκατέσσερις, όμως υπάρχουν σοβαροί λόγοι πού οδηγούν στο συμπέρασμα ότι, στο στόμα του Άστερίωνα, το αριθμητικό αυτό επίθετο σημαίνει άπειρος.

Ο κόσμος προσευχόταν, έτρεχε, γονάτιζε• άλλοι σκαρφάλω¬ναν στους στυλοβάτες του ναού με τα Πελέκια, άλλοι μά¬ζευαν πέτρες. Κάποιος μάλιστα, νομίζω ότι βούτηξε να κρυφτεί στη θάλασσα. Δεν είναι τυχαίο πού ήτανε βασί¬λισσα ή μάνα μου: δε μπορώ ν' ανακατεύομαι με το λαό, έστω και αν το θέλει ή ταπεινοφροσύνη μου.

Το γεγονός είναι πώς είμαι μοναδικός. Δε μ' ενδια¬φέρει το τί μπορεί να μεταδώσει ό ένας στον άλλον. Σαν τον φιλόσοφο, σκέφτομαι πώς τίποτα δεν μεταδίδεται με την τέχνη της γραφής. Οι ασήμαντες κι ενοχλητικές λεπτομέρειες δεν έχουν θέση στην ψυχή μου πού είναι καμωμένη για σπουδαία και μεγάλα πράματα. Ποτέ μου δεν κατάφερα να συγκρατήσω σε τί διαφέρει το 'να γράμμα απ' τ' άλλο.  Απ' τη μεγάλη μου ανυπομονησία δεν μπόρεσα να μάθω να διαβάζω. Μερικές φορές λυπάμαι γι' αυτό, γιατί οι νύχτες και οι μέρες είναι μεγάλες.

Βέβαια δε μου λείπει ή ψυχαγωγία. Σαν το κριάρι πού ορμά, τρέχω στις πέτρινες στοές μέχρι να πέσω ζαλισμένος στο πάτωμα. Παραφυλάω στη σκιά του πηγαδιού ή στη στροφή του διαδρόμου και κάνω πώς με ψάχνουν. Αφήνομαι να πέφτω από ταράτσες ώσπου να καταματωθώ.  Όποιαδήποτε στιγμή μπορώ να κάνω πώς κοιμάμαι με τα μάτια κλειστά καί την ανάσα μου λαχανιαστή. (Μερικές φορές κοιμάμαι πραγματικά, πολλές φορές, όταν ανοίγω τα μάτια μου έχει αλλάξει το χρώμα της μέρας).
Άλλα, άπ' όλα τα παιγνίδια μου, προτιμώ να παίζω τον άλλον Αστερίωνα. Κάνω πώς έρχεται να με επισκεφτεί και πώς του δείχνω το σπίτι. Με υποκλίσεις και ευγένειες του λέω: Τώρα γυρίζουμε στην προηγούμενη διασταύρωση ή Τώρα θα βγούμε σε άλλη αυλή ή Καλά έλεγα εγώ πώς θα σου άρεσε ό αγωγός ή Τώρα θα δεις μια στέρνα πού γέμισε άμμο ή Αμέσως μετά, το υπόγειο διακλαδίζεται. Μερικές φορές κάνω λάθος και σκάμε στα γέλια κι οι δυο.

Καί δεν είναι πού έχω φανταστεί μονάχα τούτα τα παιγνίδια, μα έχω σκεφτεί καί το σπίτι μου. Όλα τα μέρη του σπιτιού επαναλαμβάνονται πολλές φορές, καί κάθε μέρος είναι άλλο. Δεν είναι ένα πηγάδι, μια αυλή, ένας σταύλος μια γούρνα, αλλά δεκατέσσερις (άπειρες) γούρνες καί σταύλοι καί πηγάδια καί αυλές. Το σπίτι έχει το μέγεθος του κόσμου • ή μάλλον, είναι ό κόσμος. Παρ' όλα αυτά, εξάντλησα καί αυλές με πηγάδια καί σκονισμένες στοές από γκρίζα πέτρα καί ξεθάρρεψα, βγήκα στο δρόμο κι είδα επιτέλους το ναό με τα Πελέκια καί τη θάλασσα. Καί δεν είχα καταλάβει, μέχρι πού μου το φανέρωσε ένα όνειρο, τη νύχτα, πώς είναι πάλι δεκατέσσερις (είναι άπειρες) οι θάλασσες καί οι ναοί. Όλα είναι πολλές φορές, δεκατέσσερις φορές, εκτός από δυο πράματα πού φαίνεται πώς είναι μια φορά μονάχα: εκεί επάνω, ό περίπλοκος ήλιος• εδώ κάτω, ό Άστερίωνας. "Ισως καί να 'μαι εγώ πού έφτιαξα τ' αστέρια καί τον ήλιο καί το πελώριο σπίτι, μα δε θυμάμαι πια.

Κάθε εννιά χρόνια μπαίνουν στο σπίτι εννιά άνθρωποι να τους γλιτώσω άπ' τίς συμφορές. Ακούω τα βήματα καί τίς φωνές τους από το βάθος των πέτρινων στοών καί τρέχω όλος χαρά να τους συναντήσω. Ή τελετή κρατάει λίγα λεπτά. Πέφτουν, ό ένας υστέρα άπ' τον άλλο, δίχως καν να ματώσω τα χέρια μου. Μένουν εκεί πού πέσανε καί τα σώματα τους με διευκολύνουν να ξεχωρίζω τη μια στοά άπ' την άλλη. Δεν ξέρω ποιοί είναι, ξέρω μονάχα ότι ένας άπ' αυτούς, προφήτεψε πεθαίνοντας πώς θα 'ρθει κάποια μέρα ό λυτρωτής μου. Από τότε, δε με βαραίνει πια ή μοναξιά, γιατί ξέρω ότι ό λυτρωτής μου υπάρχει κι ότι στο τέλος θα σηκωθεί πάνω στο χώμα. "Αν το αφτί μου μπορούσε να πιάσει τον κάθε ψίθυρο του κόσμου, θα καταλάβαινα τα βήματα του. Ελπίζω να με πάει σ' έναν τόπο πού να 'χει λιγότερες στοές καί λιγότερες πόρτες. Πώς να 'ναι ό λυτρωτής μου; Αναρωτιέμαι. "Αραγε θα 'ναι ταύρος ή άνθρωπος; Να είναι τάχα ταύρος με κεφάλι ανθρώπου; Ή θα 'ναι σαν κι εμένα;

Ό πρωινός ήλιος άστραφτε πάνω στο μπρούτζινο σπαθί πού δεν είχε πια ούτε ίχνος από αίμα.
- Θα το πιστέψεις Αριάδνη; είπε ό Θησέας. Ό Μινώταυρος δεν αντιστάθηκε σχεδόν καθόλου.

(Μετ.  Δημήτρης Καλοκύρης)