t


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες

Κυριακή, 31 Αυγούστου 2014

τα καράβια αρμενίζαν...

Μέσ᾿ στη γαλήνη τα καράβια αρμενίζαν
και συ φτωχή ψυχή κάτι περίμενες ...
Στο πέλαγο η γολέτα των ονείρων σου ταξίδευε...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Τιρκουάζ, λάδι σε καμβά

Νίκος Καββαδίας
Ήρθε μια θύμησι

Ἦρθε μία θύμησι παληὰ πολὺ καὶ χτύπησε
τὴν πόρτα τῆς θλιμμένης τῆς ψυχῆς μου ...
Ἦταν ἕνα θλιμμένο δειλινό.
Ξερὰ τὰ φύλλα χάμω πέφτανε.
Οἱ γερανοὶ στὸ νότο πέταγαν.
Μέσ᾿ στὴ γαλήνη τὰ καράβια ἀρμενίζαν
καὶ σὺ φτωχὴ ψυχὴ κάτι περίμενες ...
Στὸ πέλαγο ἡ γολέτα τῶν ὀνείρων σου ταξίδευε.
Στὸ πέλαγο ἡ γολέτα τῶν ὀνείρων σου βυθίστηκε.
Καὶ κεῖνο ποὺ περίμενες τὸ πήρανε
οἱ γερανοὶ στὸ μακρινὸ ταξίδι τους.
Μὲ τὰ ξερόφυλλα τὸ πῆρε ὁ ἀγέρας τοῦ φθινοπώρου
τὸ κλέψαν τὰ καράβια τὰ λευκόπανα.
Φτωχὴ ψυχὴ ... Προσμένοντας ἀπόμεινες.

Σάββατο, 30 Αυγούστου 2014

κούφια κρανία...

Οι φαντασίες μπαίνουν εύκολα στα κούφια κρανία· στην είσοδο δεν είναι νους θυρωρός· και μέσα βρίσκουν ευρυχωρία. 
Ανδρέας Λασκαράτος

http://yannisstavrou.blogspot.com 
Συμπολίτευση και αντιπολίτευση...

Ανδρέας Λασκαράτος
Το πολιτικό μεθύσι

Το πολιτικό μεθύσι μ’ έζησε και θα με ζήσει
μ’ ενθουσιάζει, με τραβάει και ζιζάνια μου φυσάει,
κι είναι μέθη αγαπητή που μου ευφραίνει την ψυχή.
Θέλω επιρροή στον Τόπο. Τήνε θέλω μ’ ό,τι τρόπο.
Να μπορώ να μεταθέτω δικαστάς, και να διαθέτω
θέσες στους ευνοϊκούς μου, και να διώχνω τους εχθρούς μου.
Θέλω να ‘χω κι εξουσία, πέτε τήνε και μανία,
μα γι’ αυτήνε ξεψυχώ θέλω να κυριαρχώ.
Τι τη θέλω τη ζωή αν δεν έχω επιρροή;
Τι την θέλω την Πατρίδα, χωρίς εξουσίας ελπίδα;
Να με δει εξουσιαστή η Πατρίδα, και ας χαθεί.
Λυτρωτή της να με κράξει, και, στο Διάολο, ας βουλιάξει.
Εμέ η δόξα μου να ζήσει, και το Έθνος ας ψοφήσει.

Τση εξουσίας το μεθύσι ως κ’ εκειό το θέλει η φύση
κι αν η φύση μας το θέλει, σαν το θέλω, τι σας μέλλει
ηθικοδιδάσκαλοί μας; Μήπως οι αντιπρόσωποί μας
ή όσοι άλλοι κυριαρχούνε άλλο μέτρο αυτοί βαστούνε;
Όλοι παν τον ίδιο δρόμο, με τον εδικό μου νόμο,
και σκουντρούνε τον πλησίον τους όλοι, για το μεγαλείον τους.

Ω θρησκεία σεβαστή, έλα βόηθα μου κι εσύ,
ν’ ανεβώ στην Εξουσία. Έλα, έλα, βόηθησέ με
και στον όχλο σύστησέ με δωσ’ μου βάιο ναν το βάλω
κια μ’ εκείνο να προβάλω χριστιανός λειτουργημένος
κι έτσι να ‘μαι ψηφισμένος, εις την πρώτη εκλογή,
για οποιαδήποτε Αρχή. Γιατί εγώ σε προσκυνώ,
και με ζήλο σε ακλουθώ για την μόνη επιθυμία
ν’ αξιωθώ την Εξουσία.

Τσ’ εξουσίας το μεθύσι, ως κ’ εκειό το θέλει η φύση.
Είναι η φύση που το θέλει κι ό,τι πείτε δε με μέλλει.

_________________________

* Έργο με τίτλο " Μαϊμούδες που τρώνε και καπνίζουν", του David Teniers του Νεότερου.

Παρασκευή, 29 Αυγούστου 2014

Δεν ξέρουν καν τον ορισμό του κινδύνου...

http://yannisstavrou.blogspot.com 

...Δεν ξέρουν καν τον ορισμό του κινδύνου. Νομίζουν κίνδυνος σημαίνει κάτι φυσικό, γδαρσίματα,  λίγο αίμα να τρέχει και οι εφημερίδες να προκαλούν αναστάτωση. Λοιπόν, τίποτα δεν έχει να κάνει με αυτό. Ο αληθινός κίνδυνος δεν είναι τίποτα περισσότερο από το να ζούμε...

...Ο,τι μετατρέπει αυτόν τον κόσμο είναι - γνώση.  Βλέπεις τι εννοώ; Τίποτα άλλο δεν μπορεί να αλλάξει οτιδήποτε σε αυτόν τον κόσμο. Η γνώση από μόνη της είναι ικανή να μεταμορφώνει τον κόσμο, αφήνοντας τον, την ίδια στιγμή, ακριβώς όπως είναι.  Όταν κοιτάς τον κόσμο με γνώση, έχεις συνειδητοποιήσει ότι τα πράγματα είναι αναλλοίωτα και ότι ταυτόχρονα συνεχώς μεταμορφώνονται...

...Η Ιστορία ξέρει την αλήθεια. Η Ιστορία είναι το πιο απάνθρωπο προϊόν της ανθρωπότητας. Μάζεψε το σύνολο της ανθρώπινης θέλησης και, όπως και η θεά Κάλι στην Καλκούτα, έσταξε αίμα από το στόμα της, καθώς δάγκωνε και τραγάνιζε...

Yukio Mishima

Αύγουστος 2014

...η βενζίνη έχει χυθεί στο πάτωμα κι εμείς συνεχίζουμε να ανάβουμε τσιγάρα...

Πέμπτη, 28 Αυγούστου 2014

Παρά προστάτας ' νάχωμεν...

Της θαλάσσης καλήτερα
φουσκωμένα τα κύματα
να πνίξουν την πατρίδα μου
ωσάν απελπισμένην,
έρημον βάρκαν...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Στο κύμα, λάδι σε καμβά

Ανδρέας Κάλβος
Αι Ευχαί
Ωδή 6η

α´.
Τῆς θαλάσσης καλήτερα
φουσκωμένα τὰ κύματα
῾νὰ πνίξουν τὴν πατρίδα μου
ὡσὰν ἀπελπισμένην,
ἔρημον βάρκαν.
β´.
῾Στὴν στεριάν, ῾ς τὰ νησία
καλήτερα μίαν φλόγα
῾νὰ ἰδῶ παντοῦ χυμένην,
τρώγουσαν πόλεις, δάση,
λαοὺς καὶ ἐλπίδας.
γ´.
Καλήτερα, καλήτερα
διασκορπισμένοι οἱ Ἕλληνες
῾νὰ τρέχωσι τὸν κόσμον,
μὲ ἐξαπλωμένην χεῖρα
ψωμοζητοῦντες·
δ´.
Παρὰ προστάτας ῾νἄχωμεν.
Μὲ ποτὲ δὲν ἐθάμβωσαν
πλούτη ἢ μεγάλα ὀνόματα,
μὲ ποτὲ δὲν ἐθάμβωσαν
σκήπτρων ἀκτῖνες.
ε´.
Ἂν ὁπόταν πεθαίνῃ
πονηρὸς βασιλεὺς
ἔσβυν᾿ ἡ νύκτα ἕν᾿ ἄστρον,
ἤθελον μείνει ὀλίγα
οὐράνια φῶτα.
ς´.
Τὸ χέρι ὁποὺ προσφέρετε
ὡς προστασίας σημεῖον
εἰς ξένον ἔθνος, ἔπνιξε
καὶ πνίγει τοὺς λαούς σας,
πάλαι, καὶ ἀκόμα.
ζ´.
Πόσοι πατέρες δίδουσιν,
ὄχι ψωμί, φιλήματα
῾ς τὰ πεινασμένα τέκνα τους,
ἐν ᾧ λάμπουν ῾ς τὰ χείλη σας
χρυσὰ ποτήρια!
η´.
Ὅταν ὑπὸ τὰ σκῆπτρά σας
νέους λαοὺς καλεῖτε,
νέους ἱδρῶτας θέλετε
ἐσεῖς διὰ ῾νὰ πληρώσητε
πλουσιοπαρόχως,
θ´.
Τὰ ξίφη ὁποὺ φυλάγουσι
τὰ τρέμοντα βασίλειά σας,
τὰ ξίφη ὁποὺ τρομάζουσι
τὴν ἀρετήν, καὶ σφάζουσι
τοὺς λειτουργούς της.
ι´.
Θέλετε θησαυροὺς
πολλοὺς διὰ ῾ναγοράσητε
κρότους χειρῶν καὶ ἐπαίνους,
καὶ τ᾿ ἄπιστον θυμίαμα
τῆς κολακείας.
ια´.
Ἡμεῖς διὰ τὸν σταυρὸν
ἀνδρείως ὑπερμαχόμεθα
καὶ σεῖς ἐβοηθήσατε
κρυφὰ τοὺς πολεμοῦντας
σταυρὸν καὶ ἀλήθειαν.
ιβ´.
Διὰ ῾νὰ θεμελιώσητε
τὴν τυραννίαν τιμᾶτε
τὸν σταυρὸν εἰς τὰς πόλεις σας,
καὶ αὐτὸν ἐπολεμήσατε
εἰς τὴν Ἑλλάδα.
ιγ´.
Καὶ τώρα εἰς προστασίαν μας
τὰ χέρια σας ἁπλόνετε!
τραβήξετέ τα ὀπίσω·
βλέπει ὁ θεὸς καὶ ἀστράπτει
διὰ τοὺς πανούργους.
ιδ´.
Ὅταν τὸ δένδρον νέον
ἐβασάνιζον οἱ ἄνεμοι,
τότε βοήθειαν ἤθελεν,
ἐνδυναμώθη τώρα
φθάνει ἡ ἰσχύς του.
ιε´.
Τὸ ξίφος σφίγξατ᾿ Ἕλληνες -
τὰ ὀμμάτιά σας σηκώσατε -
ἰδού - εἰς τους οὐρανοὺς
προστάτης ὁ θεὸς
μόνος σας εἶναι.
ις´.
Καὶ ἂν ὁ θεὸς καὶ τ᾿ ἄρματα
μᾶς λείψωσι, καλήτερα
πάλιν ῾νὰ χρεμετήσωσι
῾ς τὸν Κιθαιρῶνα Τούρκων
ἄγριαι φορᾶδες.
ιζ´.
Παρά.... Αἴ, ὅσον εἶναι
τυφλὴ καὶ σκληροτέρα
ἡ τυραννίς, τοσοῦτον
ταχυτέρως ἀνοίγονται
σωτήριοι θύραι.
ιη´.
Δὲν μὲ θαμβόνει πάθος
κανένα· ἐγὼ τὴν λύραν
κτυπάω, καὶ ὁλόρθος στέκομαι
σιμὰ εἰς τοῦ μνήματός μου
τ᾿ ἀνοικτὸν στόμα.

Τετάρτη, 27 Αυγούστου 2014

Δέηση στην Αφροδίτη...

Σε μια ειδυλλιακή αρχαιότητα...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Sandro Botticelli, Η γέννηση της Αφροδίτης (λεπτομέρεια)

Σαπφώ
Δέηση στην Αφροδίτη

δεῦρύ μ᾽ ἐκ Κρήτας ἐπ[ὶ τόνδ]ε·ναῦον
ἄγνον, ὄππ[αι τοι] χάριεν μὲν ἄλσος
μαλί[αν], βῶμοι δὲ τεθυμιάμε-
νοι [λι]βανώτῳ,
ἐν δ᾽ ὔδωρ ψῦχρον κελάδει δι᾽ ὔσδων
μαλίνων, βρόδοισι δὲ παῖς ὀ χῶρος
ἐσκίαστ᾽, αἰθυσσομένων δὲ φύλλων
κῶμα κατέρρει,
ἐν δὲ λείμων ἰππόβοτος τέθαλεν
ἠρίνοισιν ἄνθεσιν, αἰ δ᾽ ἄηται
μέλλιχα πνέοισιν ἔνθα δὴ σὺ στέμ‹ματ᾽› ἔλοισα Κύπρι
χρυσίαισιν ἐν κυλίκεσσιν ἄβρως
ὀμ‹με›μείχμενον θαλίαισι νέκταρ
οἰνοχόαισον
τούτοισι τοῖς ἑταίροις ἐμοῖς γε καὶ σοῖς

Απόδοση - μετάφραση Οδυσσέα Ελύτη

έλα και φτάσε
από την Κρήτη εδώ στου ναού τούτου το
λάμπος που το ζώνει γελαζούμενο δασάκι
μήλων και όπου καίει πάντα στους βωμούς
λιβανωτού θυμίαμα - εδώ που κελαρύζει
το νερό κατάδροσο μέσ᾽ από της μηλιάς
τους κλώνους· όπου απ᾽ τα ρόδα τα πολλά
σκιές γεμίζει ο κήπος· κι από τις φυλλωσιές
οπού θροούν και τρέμουν λες μια χαύνωση
αργοπέφτει - εδώ το λιβαδάκι οπού
βοσκάνε τ᾽ άλογα φούντωσε απ᾽ άνθη του
Μαγιού κι ελαφρές πνέουν οι αύρες - έλα
λοιπόν εδώ Αφροδίτη μου σε κάλυκες χρυσούς
ετοιμασμένο με λεπτή τέχνη νέκταρ
του τραπεζιού τους φίλους να κεράσεις.

Τρίτη, 26 Αυγούστου 2014

μέσ’ στο νωθρό παράξενο φεγγάρι...

Μέσ’ στην απαλοτάτη νύχτα, που τ΄ άστρα ήσαν άστιλπνα και λιγοθυμισμένα, μέσ’ στο νωθρό παράξενο φεγγάρι – το βράδυ εκείνο κι οι άνθρωποι ήταν σχεδόν καλοί...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Ύδρα στο φως του φεγγαριού, λάδι σε καμβά

Ναπολέων Λαπαθιώτης
Φεγγάρι…

Μέσ’ στην απαλοτάτη νύχτα, μέσ’ στο νωθρό πελώριο φεγγάρι, που τ΄ άστρα ήσαν άστιλπνα και λιγοθυμισμένα, η παρεούλα είχε παρμένη την κιθάρα της, και θέλησε να πλανηθεί στην τύχη· πρόβαλε αργά κατηφορίζοντας, πέρα, απ΄ τη Σχολή των Ευελπίδων, κι έστριψε, και τράβηξε προς τη Λεωφόρον Αλεξάνδρας. Μέσ’ στο γαλάζο φόντο του βραδιού, ήταν χυμένη μια αλλόκοτη σιωπή, σαν και τα πράγματα όλα να ήταν ποτισμένα μυστηριώδη φίλτρα, σαν αφιόνια, και να καραδοκούσαν κάποια λύτρωση, κάποιο παυσώδυνο βαθύ, τελειωτικό. Εδώ – εκεί περνούσαν κι άλλες παρεούλες, κορίτσια σφιχταγκαλιασμένα ένα με τ΄ άλλο, παιδιά μ΄ ένα κρυφό φιλί στα χείλη, και μ΄ ασημένια μέτωπα στιλπνά· κι όλ’  οι άνθρωποι ήταν σα να κολυμπούσαν στο φεγγάρι, καθώς τα ψάρια μέσ’ στη γυάλα, και να εκινούντο ρυθμικά κι αυτόματα, χωρίς αυθυπαρξία, σαν η συνείδησή τους να ήτανε, κι αυτή, φευγάτη ή κοιμισμένη…
Η παρέα τράβηξε καταμεσίς του δρόμου, μέσ’  στα ράγια, κι έφτασε ως μια μάντρα, κι έκατσε να πιει, να μερακλώσει…
Ήταν Σαββατόβραδο, που τα τελεμένα τα κορμιά ζητάν ανάπαψη, και τα ρογιασμένα δάχτυλα ξεχνάν τους κόπους, και θυμούνται την αγάπη… Και καθώς ήταν έτσι το φεγγάρι ολάργυρο, σα νόμισμα φρεσκοκομμένο (είχαν απόψε πάρει τη βδομάδα), κάθησαν γύρω στο τραπέζι, και μάζωξαν του κόσμου τις καρέκλες, και ξαπλωθήκαν, χέρια και πόδια μπερδεμένα, ψαθάκια, καβουράκια πεταμένα, μαλλιά αφηνιασμένα, μαύρα τσουλούφια, κυματιστά κι εβένινα…

Το παιδί έτρεξε ναν τα περιποιηθεί, κι άπλωσε μια πετσέτα στο τραπέζι.
      
- Πούσαι, φέρε μας ένα κατοσταράκι στα τέσσερα, και κάνα μεζέ…
- Ψητό, σαλάμι, αυγά της ώρας; Μας φέραν σήμερα και φέτα, πούναι μεγαλείο!
- Γεια σου! φέρε μας φέτα, κάνε μας και καμπόσα αυγά τηγανητά… Πούσαι! και ψωμί…
- Αμέσως! να σας κόψω και καμιά ντοματοσαλατίτσα;…
- Μπράβο! Είσαι θεός, αδερφούλη… Και κάνε σύντομα…

Κι η παρέα απλώθηκε, τεντώθηκε, κουλουριάστηκε, έσκασε στα γέλια, είπε αστεία, καλαμπούρισε, τσακώθηκε, βλαστήμησε, κι ύστερα αρχίνησε να τσαγγρουνίζει την κιθάρα:

Ταμ, τιμ, τιμ – ταμ, τιμ, τιμ – ταμ, τιμ, τιμ…

...Σιγά σιγά, το τραγούδι φούντωσε, δυνάμωσε και υψώθη συμπαγές μέσ’ στο φεγγάρι· οι συμπυκνωμένες νεανικές φωνές αρμονίσθηκαν, εμπλέχτηκαν, παντρεύτηκαν όλες μαζί, και τίναξαν τη φλογερήν επίκλησή τους, προς το κατάπληκτο κι επιεικές φεγγάρι…

Άλλος είχε βάνει το καπέλο του στραβά, κι άλλος πίσω, κι έλαμπε το μέτωπό του, – κι άλλος είχε βγαλμένο το σακάκι, και τόχε στον ώμο του ριγμένο· κι όλοι τραγουδούσανε μαζί:

νταμ! ντουμ! ντουμπαντουμπαντούμ!

στο διάβολο να πας,

κι εσύ και η μαμάκα σου,

κι ο λάγιος που αγαπάς…

...Και η νύχτα έπαιρνε το τραγούδι με τα γαλανά, τα οπάλινα χέρια της, και το τοποθετούσε στην καρδιά της· και τα μάτια των άστρων έτρεχαν αόρατα δάκρυα μέσ’ στο διάστημα, και πού και πού, κι ένας διάττων απεσπάτο μέσ’ απ’ την οικογένεια των άστρων, σα να μη βαστούσε πλέον, κι αυτοκτονούσε μέσ’ στο χάος σιωπηλά… Κι ο καημός, κι η νοσταλγία, είχαν έτσι πήξει γύρω απ΄ τη μελπόμενη κιθάρα, που κάθε της παλμός, κι ο πλέον ελάχιστος, δημιουργούσε γύρω πλήθος κύκλους, κι έφτανεν ως πέρα, καθώς το πέσιμο μιας στάλας στο νερό…

- Φέρε κρασί! Κρασί…

Και το κρασί εκομίζετο θριαμβευτικά και γιόμιζε σπινθηριστά τα παχυκρύσταλλα ποτήρια, κι οι αναπνοές ήταν ανήσυχες, τα γόνατα λυμένα, κι ένα στήθος πρόβαλλε γυμνό απ΄ τ’  ανοιχτό πουκάμισο, με τ’  αχνό χρώμα της επιθυμίας… Κι η επιθυμία φαινόταν να είχε έτσι κορώσει, κι η σάρκα να ήταν έτσι κεντρισμένη, που το φεγγάρι έγιν’ ένας ασημένιος πόθος, και φλόγισε τη μεθυσμένη νύχτα…

- Κρασί! Κρασί! Κρασί…

Μέσ’ στην απαλοτάτη νύχτα, που τ΄ άστρα ήσαν άστιλπνα και λιγοθυμισμένα, μέσ’ στο νωθρό παράξενο φεγγάρι – το βράδυ εκείνο κι οι άνθρωποι ήταν σχεδόν καλοί.

Δευτέρα, 25 Αυγούστου 2014

Λίγη δροσιά...

Λίγη δροσιά, για ν'αντέξουμε τον καύσωνα, αλλά και την φρίκη των ημερών...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Καράβι, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Ιωάννης Κονδυλάκης
O Eπικήδειος

Ήμεθα τότε μια εύθυμη συντροφιά νέων εις τα  Χανιά, που είχαμε κοινήν την αγάπην προς την ιππασίαν. Εις την είσοδον της πόλεως ένας Τούρκος, ο Τζανερίκος, έδιδεν άλογα με νοίκι. Επαίρναμε από ένα κι ετραβούσαμε στα περίχωρα. Τι υπέφεραν εκείνα τα άλογα από τη νεανική μας τρέλα δεν περιγράφεται. Ετρέχαμε σα δαιμονισμένοι και τ’ αναγκάζαμε να υπερπηδούν κάθε εμπόδιο που συναντούσαμε, είτε τοίχος ήτο, είτε χαντάκι. Μάλιστα άμα μεθούσαμε, δεν είχαμε πια κανένα οίκτον δι’ αυτά τα ζώα. Τα σπιρούνια εχώνοντο βαθιά στα πλευρά των και οι βίτσες αυλάκωναν το δέρμα των. Και εμεθούσαμε τακτικά εις τις εκδρομές εκείνες. Σε κάθε χωριό που περνούσαμε βρίσκαμε ταβέρνες ή φίλους που μας έπαιρναν στα σπίτια των· και το βράδυ-βράδυ όταν εφθάναμε στη Σούδα, είμεθα Ρούσοι μεθυσμένοι. Και καμιά φορά, όπως ήσαν αφρισμένα τ’ άλογα, τ’ αναγκάζαμε να προχωρήσουν στη θάλασσα κι εκάναμε τα λουτρά των Κενταύρων, όπως ελέγαμε το έφιππον εκείνο κολύμπημα. Έπειτα μουσκεμένοι, καθώς ήμεθα, εγυρίζαμε στα Χανιά και παραδίδαμε στο Καλέ-καπισί, ξεθεωμένα τα άλογα.

Όσες φορές στις εκδρομές εκείνες επερνούσαμε από ένα χωριό του κάμπου μάς έπαιρνε στο σπίτι του ο γέρο Καμαριανός. Μας ήτο αδύνατον ν’ αποφύγομε. Ήμεθα φίλοι και συνομήλικοι του γιου του Αλεξάνδρου, ο οποίος εσπούδαζεν ιατρικήν εις τας Αθήνας και ο γέρο Καμαριανός μας έλεγεν ότι δεν μπορούσαμε ν’ αρνηθούμε στον πατέρα του φίλου μας, ο οποίος κάθε που μας έβλεπε νόμιζε πως έβλεπε και το γιο του μαζί. Θα το θεωρούσε προσβολή και θα του ’κανε μεγάλη λύπη. Αλλ’ ήτο και καλός και εύθυμος άνθρωπος, μ’ όλα του τα εξήντα χρόνια, κι είχε κι εξαίρετο κρασί. Μπορούσαμε λοιπόν να του αρνηθούμε;

Αλλ’ ενώ ήτο ευχάριστος άνθρωπος, είχε και μια δυσάρεστη συνήθεια, την οποίαν εφοβούμεθα. Άμα έπινε κι έφθανε στον ενθουσιασμό της μέθης, εκατάφερνε γροθιές στα μαλλιαρά του στήθη, που τα ’χε ανοικτά, όπως τα ’χαν ακόμη τότε οι γεροντότεροι χωρικοί της Κρήτης. Και όταν παραενθουσιάζετο, δεν περιορίζετο να κτυπιέται αλλ’ αφού έδιδε μια στο στήθος του, έδινε και άλλη στο στήθος του διπλανού του κι εφώναζε: «Στήθος μάρμαρο!» Αλλά τα στήθια τα δικά μας δεν ήσαν από μάρμαρο κι επιανόταν η αναπνοή μας. Εκινδυνεύαμε να πάθουμε αιμοπτυσία.

Μια μέρα έρχεται είδησις ότι ο Καμαριανός απέθανε ξαφνικά. Μαζευόμεθα όλοι οι φίλοι του Κένταυροι και αποφασίζομε να πάμε στην κηδεία του. Το χωριό δεν ήταν μακριά κι εξεκινήσαμε πεζοί. Μαζί μας ήρθε κι ο φαρμακοποιός Ζαμαλής. Ο Ζαμαλής θα ήτον εξηντάρης, αλλ’ είχαμε μαζί του θάρρος, σαν να ’τονε της ηλικίας μας, γιατί από τα μαλλιά και τα μουστάκια του, που διετηρούντο κατάξανθα, τον επαίρναμε για νεότερο απ’ ό,τι ήτο.

Στο δρόμο δεν ξέρω σε ποιόν ήλθεν η ιδέα ότι ήτο απαραίτητον να βγάλομε λόγο του μακαρίτη του φίλου μας. Και όλοι εσυμφώνησαν ότι ο καταλληλότερος δια ν’ αυτοσχεδιάσω και εκφωνήσω τον επικήδειον ήμουν εγώ. Του κάκου επροσπάθησα ν’ αποφύγω αυτήν την προτίμησην.

- Μα πώς είμαι ο καταλληλότερος, έλεγα, αφού δεν εξεφώνησα ποτέ μου λόγο;

- Μήπως εμείς εξεφωνήσαμε;

- Μα τι να του πω; Ήταν ένας γεωργός αγράμματος, που δεν μπορείς να του πεις παρά μόνον πως ήτο καλός άνθρωπος.

- Αυτά να του πεις, είπεν ο Ζαμαλής.

- Μα αυτά δε φθάνουνε για να γεμίσουν ένα επικήδειο. Αν ήξερα τουλάχιστον πως επολέμησε…

- Θα ’χει πολεμήσει· αμφιβάλλεις; είπε ένας από τους φίλους μου. Λες πως επολέμησε στα 66 ή ότι ανδραγάθησε στην επανάστασι του Μαυρογένη.

- Δηλαδή τότε που δεν έγινε τίποτα, είπε κι εγέλα ο Ζαμαλής. Δεν το ξέρετε πως η επανάστασι του Μαυρογένη επέρασε χωρίς να ανοίξει μύτη;

- Τέλος πάντων ας πει πως επολέμησε στα 66 και φτάνει. Και θα ’χει πολεμήσει· δεν μπορεί. Εμείς στον Πειραιά εβγάλαμε αγωνιστή του 21 ένα γέρο, που δεν ήξερε πώς πιάνουν το τουφέκι.

Ο νέος εκείνος είχε κάμει το γυμνάσιον στον Πειραιά. Και μας διηγήθη ότι όταν απέθανε ο γέρος επιστάτης του γυμνασίου, το βρήκαν πρόφασι για να μη κάμουν μάθημα. Είπαν λοιπόν στους καθηγητάς ότι ήθελαν ν’ ακολουθήσουν την κηδεία του καημένου του μπάρμπα Τάσου. Ο γυμνασιάρχης έδωκε την άδειαν, ένας δε από τους μαθητάς ανέλαβε να εκφωνήσει ποίημα· και για να έχει τι να πει, εχειροτόνησε τον επιστάτην λείψανον του Ιερού Αγώνος. Και έλεγε το ποίημα:

Ιδού και άλλο λείψανο του Ιερού Αγώνα

Όπου εις Τούρκων καύκαλα το ξίφος του ακόνα.

-      Και το μόνον όπλον που είχε ίσως πιάσει στα χέρια του ο καημένος ο μπάρμπα Τάσος, είπεν ο διηγούμενος, θα ήτο το σκουπόξυλο.

Η ομιλία εκείνη και το ανέκδοτο του γέρο Τάσου μας εκίνησε τόση ευθυμία και τόσα γέλια εκάμαμε, ώστε ο Ζαμαλής μας είπε:

- Μα σε κηδεία πάτε, μωρέ παιδιά, ή σε γάμο;

- Τί θέλεις, να κλαίμε από τώρα; του είπε ένας από τους φίλους μου. Έχομε καιρό να κλάψομε όταν θ’ ακούσομε τον ρήτορα να εξυμνεί τα πολεμικά ανδραγαθήματα του καπετάν Καμαριανού.

Εγέλασε τότε μαζί μας και ο Ζαμαλής δια τον τίτλον του καπετάνιου.

Όταν εφθάσαμε στο χωριό, έβγαζαν από το σπίτι τον νεκρόν. Ακολουθούσαν οι δικοί του με κλάματα και οι χωριανοί. Ακολουθήσαμε κι εμείς. Αλλά είχαμε κάνει τόσο κέφι στο δρόμο, που έπρεπε να βάλομε προσπάθεια για να πάρομε το σοβαρό και λυπητερό ήθος που ταίριαζε στην περίσταση. Εγώ είχα αρχίσει να σκέπτομαι το λόγο και να φοβούμαι ότι δεν θα τα κατάφερνα. Έστιβα το μυαλό μου, αναζητούσα στη μνήμη μου φράσεις έτοιμες από τους επικηδείους που είχα ακούσει, αλλά δεν εύρισκα παρά μικρά πράγματα, που δεν αρκούσαν για να γίνει ένας λόγος δέκα λεπτών. Αλλά εκείνο που φοβόμουνα περισσότερο ήτο άλλο. Αισθανόμουν ότι η εύθυμη διάθεσις που είχα πιέσει μέσα μου δεν είχε πνιγεί ολότελα. Και όσο ήθελα να φαίνομαι λυπημένος, τόσο μου φαινόνταν όλα αστεία, ακόμη και τα θρηνολογήματα της χήρας και των άλλων συγγενών του νεκρού. Δεν έφευγεν από το νού μου ο επιστάτης που ακονούσε το ξίφος του εις των Τούρκων τα καύκαλα και ο τίτλος του καπετάνιου που εδόθη εις τον Καμαριανόν. Και ως να μ’ εγαργαλούσαν, έπρεπε να σφίγγομαι και να προσέχω όλη την ώρα για να μη μου φύγει κανένα γέλιο.

- Δε θα βγάλω εγώ λόγο, είπα σιγά στους φίλους που πήγαιναν μαζί μου. Δεν μπορώ. Ας μιλήσει κανείς άλλος ή ας μη μιλήσει κανείς.

- Τώρα που το ’παμε στην οικογένεια;

- Είπατε στην οικογένεια πως θα βγάλω λόγο εγώ; είπα με απελπισίαν.

- Αφού είχε αποφασισθεί;… Ας το ’λεγες καθαρά πως δε θες αλλά τ’ αφήκες έτσι κι έτσι.

- Ας είναι, μ’ επήρατε στο λαιμό σας.

- Μα γιατί; Είσαι ανόητος. Μήπως πρόκειται να βγάλεις λόγο στα Χανιά; Σ’ ένα χωριό θα μιλήσεις και θα σ’ ακούσουν χωριάτες αγράμματοι. Δε λες ό,τι θες; Ποιος θα καταλάβει; Λόγια μόνο ν’ αραδιάσεις και σα βαρεθείς λες ένα «αιωνία του η μνήμη» και τελειώνεις.

- Καλά λοιπόν. Αλλ’ αφήστε με να συγκεντρώσω να συγκεντρώσω τις ιδέες μου.

Η εκκλησία όπου εψάλη η νεκρώσιμος ακολουθία, ήταν έξω από το χωριό. Δεν παρατήρησα, αλλ’ ίσως θα ήταν η εκκλησία του νεκροταφείου. Ήτο δε τόσο μικρή, ώστε εσφιχτήκαμε σαν σαρδέλες γύρω στον πεθαμένο. Με δυσκολία έκαμαν θέση στο ρήτορα να πλησιάσει. Οι χωρικοί είχαν μάθει ότι θα βγάλω λόγο και με παρατηρούσαν με περιέργεια και θαυμασμό. Πρώτη φορά θ’ ακουγότανε λόγος στο χωριό των. Ο δάσκαλος του χωριού, χωρικός και αυτός με βράκες, έψαλλε και μ’ εκοίταζε με φθόνο. Και η μεγάλη σημασία που εφαίνοντο ότι έδιδαν οι χωρικοί εις το πρωτάκουστον γεγονός που επεριμένετο μ’ έκαμε να αισθάνομαι βαρυτέραν την ευθύνην που ανέλαβα.

Ο νεκρός ήτο μπροστά μου και τον παρετήρουν. Ήτο σαν ζωντανός. Όπως του ’ρθε ξαφνικός ο θάνατος δεν τον είχε σχεδόν αλλάξει. Αλλ’ ενώ τον έβλεπα, άρχισε πάλι ο Σατανάς να με γαργαλά. Και μου εψιθύρισε:

- Γιά φαντάσου έτσι που ’χει τα χέρια σταυρωμένα αν έξαφνα αρχίσει να κτυπά γροθιές στο στήθος του και να φωνάζει: «Στήθος μάρμαρο!» Γιά φαντάσου!

Κύμα από γέλιο εσηκώθη μέσα μου και με δυσκολία το κράτησα.

Έστρεψα αλλού το βλέμμα μου κι εσυνάντησα τα πρόσωπα δύο φίλων μου και δεν ξέρω γιατί και αυτά έδωκαν άλλο ανατίναγμα εις το γέλιο που με δυσκολία τόση εσυγκρατούσα. Μου φάνηκε ότι τα μάτια των γελούσαν, ότι έκαναν την ίδια σκέψη για τον πεθαμένο και ότι, όπως εγώ, κρατούσαν με τα δόντια τη σοβαρότητά των. Εδάγκωσα τα χείλη μου. Ήθελα να τα ματώσω, να πονέσω για ν’ απομακρύνω την προσοχή μου από τον πειρασμό που γελούσε στη φαντασία μου.

Επάνω σ’ αυτά ήκουσα να μου λέγουν ορίστε. Ήτο καιρός ν’ αρχίσω. Είχα κάτι φράσεις συναθροίσει στο μυαλό μου, αλλ’ όταν μου ’παν ν’ αρχίσω, σκορπίσθηκαν διά μιας κι έμεινε αδειανό το κεφάλι μου. Δεν έμεινε παρά μόνο σκοτάδι. Ακόμη και τα μάτια μου είχαν θολώσει και δεν καλόβλεπα. Έμεινα άφωνος κάμποσα λεπτά, που μου φάνηκαν αιώνες. Και, ως μου ’παν έπειτα οι άλλοι, μια στιγμή άπλωσα τα χέρια μου, σαν άνθρωπος που πνίγεται και θέλει από κάπου να πιαστεί.

Επί τέλους κάτι βρήκα. Άρπαξα μια φράση έτοιμη κι επήρα κατήφορο. «Θλιβερόν καθήκον μας συνεκέντρωσεν εις τον οίκον τούτον του Θεού…»

- Αλλά είναι πολύ στενάχωρος και θα σκάσομε, εμουρμούρισε δίπλα μου ένας από τους συντρόφους μου.

Η διακοπή εκείνη όχι μόνον μου ’κοψε το νήμα, αλλά και έδωκε νέαν ευκαιρίαν εις τον πειρασμόν που ήθελε και καλά να με καταστρέψει. Εδάγκωσα και πάλιν τα χείλη μου. Έπειτα άρχισα να ξεροβήχω και ν’ αναζητώ συγχρόνως το νήμα που ’χασα. Και αφού πέρασα άλλην αγωνίαν, εξηκολούθησα:

«Ο προκείμενος νεκρός υπήρξεν ανδρείος δια την πατρίδα του, φιλόστορφος δια την οικογένειάν του, ευγενής και αγαθός δια τους φίλους του. Τα όρη τα οποία υψούνται υπέρ τας κεφαλάς μας, τα Λευκά όρη λέγω, διηγούνται τας ηρωικάς αυτού πράξεις κατά τον τριετή Κρητικόν αγώνα και κατά την τελευταίαν επανάστασιν, ήτις ηνάγκασε τον Σουλτάνον να συνθηκολογήσει με την μικράν αλλά μεγαλόψυχον Κρήτην. Ανήκεις εις γενεάν γιγάντων και ημιθέων. Το όνομά σου υπήρξε τόσον σεβαστόν και τιμημένον μεταξύ των ομοεθνών σου, όσον υπήρξε φοβερόν εις τους εχθρούς. Οι Τούρκοι σ’ έτρεμαν…»

Εδώ άλλη διακοπή.

- Τα παραφουσκώνεις, μου εψιθύρισεν η φωνή ενός από τους φίλους μου, ο οποίος εστέκετο δίπλα μου.

Παρά τρίχα να του φωνάξω «σκασμός!» ή κάτι τέτοιο. Επήγαινα τόσο ωραία. Είχα πάρει τον αέρα τού… ας πούμε του βήματος και οι ακροαταί μου, χωρίς να νοιώθουν μεγάλα πράγματα απ’ όσα έλεγα, εκρέμοντο από τα χείλη μου. Και ήμουν ικανός να τραβήξω μακριά στο δρόμο που ’χα πάρει, αλλά η κακόβουλη εκείνη διακοπή μου τα χάλασε πάλι. Πώς να ξαναγυρίσω εις το εγκώμιο των ηρωισμών του μακαρίτη; Έπρεπε να περάσω εις άλλα προτερήματά του. Αλλά με την ταραχή που μου ’φερεν η διακοπή η στροφή δεν ήτο εύκολη. Ξεροβήχοντος έλεγα κι εξανάλεγα: «Ο προκείμενος νεκρός…» Έπειτα μου ’ρθε μια ιδέα που να μη μου’ ρχότανε· να μιλήσω για το γιο του τον Αλέξανδρο. Και ήρχισα να πλέκω το εγκώμιο του φίλου μας. Έπειτα είπα:

«Ποία οδύνη θα διαπεράσει, ως φάσγανον, την καρδίαν του προσφιλεστάτου υιού σου Αλεξάνδρου, όταν μακράν σου ευρισκόμενος, θα μάθει τον θάνατόν σου! Διατί να μη ευρίσκεται πλησίον σου να γλυκάνει τας τελευταίας σου στιγμάς; Ίσως δε και η επιστήμη του ομού με την θερμότητα της υιικής του αγάπης θα κατόρθωναν να σε αποσπάσουν από τους όνυχας του αδυσωπήτου θανάτου…»

Τότε ένας χωρικός, συγγενής, φαίνεται, της οικογενείας, ο οποίος έστεκε πίσω μου, έριξε στο σβέρκο μου μια φράση:

- Πε πράμα και για τ’ άλλα παιδιά.

Πώς δεν τρελάθηκα, Θεέ μου, κείνη τη στιγμή! Αλλά κατάφερα να γυρίσω πίσω το γέλιο που μ’ ανέβηκε σα λόξυγκας στο λαιμό. Από την αγωνία και τη ζέστη έτρεχεν ο ιδρώτας ποτάμι από το μέτωπό μου. Εσώπασα πάλι κι εξεροκατάπινα. Να πω και για τ’ άλλα παιδιά; Αλλά τί να πω, δι’ όνομα Θεού! Μήπως τα ’ξερα καλά καλά; Στρέφομαι λιγάκι και λέγω χαμηλόφωνα στο χωρικό:

- Πώς τα λένε;

- Ο Αντρουλιός…

- Ο Αντρουλιός, εξηκολούθησα, ο φημισμένος σκοπευτής, ο οποίος ανυπομονεί να συνεχίσει τους ηρωικούς άθλους του γενναίου πατρός του…

- Η Μαρία, μου ψιθύρισε ο υποβολεύς.

- Η Μαρία, το κόσμημα του οίκου σου, η σεμνή και ενάρετος Μαρία…

Εις το άκουσμα του ονόματός της η Μαρία έβαλε φωνή μεγάλη:

- Μπαμπά μου και πώς θα μπαίνω στο έρμο το σπίτι να μη σε θωρώ μπλιο!

Αισθανόμουν ότι δεν άντεχα πια, ότι η δύναμη της αντιστάσεώς μου ήταν στο τέλος της. Τι μαρτύριο ήταν αυτό, να έχω μια τόσο ακράτητη ορμή να γελάσω, να ξεκαρδιστώ στα γέλια και να με πνίγει αγωνία! Και ο υποβολέας το σκοπό του:

- Ο Νικόλας… η Γαρουφαλιά…

Το  βλέμμα μου έπεσε πάλι για μια στιγμή στον πεθαμένο· και μου φάνηκε πως ήμουν πιο αξιοθρήνητος και απ’ αυτόν.

- Και τί να είπω δια τον Νικόλαον…

Δεν είχα τίποτε να είπω δια τον Νικόλαον, αλλά ούτε και μ’ αφήκαν. Από το απέναντι μέρος, όπου εστέκοντο δύο φίλοι μου, ήλθε ένα φύσημα μύτης, ένα γέλιο που ξέφυγε από τη μυτη, γιατί το στόμα ήταν φραγμένο με μαντήλι. Το φύσημα εκείνο και το μαντήλι που είδα στο στόμα κάτω από ένα μέτωπο χαμηλωμένο, με αποτέλειωσε. Θύελλα από γέλια ξέσπασε από το στήθος μου. Και σαν άρχισα, ήταν αδύνατο πια να κρατηθώ. Ήθελα να πω: «Γαίαν έχοις ελαφράν»· αλλά μόνο η πρώτη συλλαβή έβγαινε από το στόμα μου κι ετελείωνε σε σπασμό γέλιου.

Στρέφομαι γύρω με απελπισία και ζητώ μία πρόφαση για να δικαιολογήσω την ασεβή παραφροσύνη μου. Άλλοι με κοιτάζουν με απορία και άλλοι με θυμό· και μόνον οι φίλοι μου δεν με κοιτάζουν γιατ’ είχαν κρυφτεί. Το βλέμμα μου φτάνει στο φαρμακοποιό και στα μούτρα του βρίσκω την πρόφαση που ζητούσα. Ο Ζαμαλής βαφότανε κι από τη ζέστη η βαφή είχεν αναλιγώσει και με τον ιδρώτα σχημάτιζε κιτρινωπά ρυάκια στο πρόσωπό του.

- Μωρέ, βάφεσαι; του λέω για να δείξω τάχα ότι γι’ αυτή την ανακάλυψη γελούσα.

- Δε μου λες πως είσαι για δέσιμο; αποκρίνεται ο Ζαμαλής και σκουπίζεται με μεγάλο χρωματιστό μαντήλι.

Δια να σκεπάσει το σκάνδαλο ο παπάς άρχισε να ψάλλει. Την ίδια στιγμή δύο χέρια μ’ έσπρωξαν προς τα έξω· ήταν ο χωρικός που μου’ λεγε τα ονόματα· και στην πόρτα της εκκλησιάς μού λέγει:

- Το καλό που σου θέλω, φύγε, φύγε γλήγορα!

Κυριακή, 24 Αυγούστου 2014

Η σελήνη φώτιζε δυνατά κυκλωμένη από σύννεφα...

Μην είναι η γλαύκα των Αθηνών, και αυτή θάναι, κι έκλαιγε για κάποιο κακό μεγάλο, μεγάλα κακά, που θα πέσουν στην Αθήνα και στην Ελλάδα;...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Πεύκα στο φως της σελήνης, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Δημοσθένης Βουτυράς

Η παραίσθηση

Η βροχή μας είχε κλείσει σ΄ ένα μαγαζάκι. Ώρες μέναμε κει και μιλούσαμε. Είχαμε πει πολλά και πολλά, κι έπειτα χωρίς να μιλούμε κοιτάζαμε τη βροχή, που λεπτή, μονότονη έπεφτε και σα να τσιμπούσε τ΄ απλωμένα νερά.

Και δεν ήταν κανείς άλλος στο μαγαζάκι, από μας. Ο μάγερας μαγέρευε και πίσω του, στον τοίχο άπειρες μύγες είχαν καθήσει. Νόμιζες πως ήταν κεντημένος, ή νάχαν απλώσει κάποιο βέλο με βουλίτσες μαύρες.

Η σιωπή μας δεν κράτησε πολύ. Ο Σαμούλης μίλησε:

— Είπαμε πριν, είπε, για όνειρα, για τα σκυλιά, που ουρλιάζουν, όταν πρόκειται να πέσει κάποιο κακό στο σπίτι, που μένουν. Και πολλές φορές και για γειτονικά, ή συγγενικά. Αλλ΄ εγώ θα σας πω τώρα, και πως ζώα άγρια, πουλιά, όρνεα, κλαίνε, θρηνούν όταν είναι να πέσει στον τόπο που ζουν από χρόνια, στην πατρίδα τους, κάποια συμφορά μεγάλη!...

Ήτανε Σεπτέμβριος του 16. Ένα βράδυ κλεισμένος στο δωμάτιό μου έγραφα. Η ώρα ήταν περασμένη. Είχα βαλθεί να τελειώσω κι ας μ΄ έβρισκε και το ξημέρωμα.

Είχα, λοιπόν, βυθιστεί στο γράψιμο, ή σε κείνο που έγραφα, όταν ξαφνικά μέσ΄ στην ησυχία της νύχτας, ακούω μια φωνή, ένα κλάμα έξω, κομμένο σαν κλάμα γυναίκας, γριάς. Προπάντων γριάς, αυτή την εντύπωση μούκανε.

Ακροάστηκα καλά. Ναι, ναι, ήταν ένα κλάμα κομμένο ή που κοβόταν, γεμάτο πόνο, ένα παράξενο όμως, κλάμα κι απαίσιο μαζί!

— Μα τ΄ είναι αυτό! είπα.

Το κλάμα ξακολουθούσε μες στην ησυχία της νύχτας.

Με φρίκη πέταξα την πέννα, και αρπάζοντας ένα μπαστούνι χοντρό, χωρίς να ξέρω γιατί, βγήκα στην αυλή.

Μα ήτανε σα να θρηνούσε κάποια γριά στρίγγλα καθισμένη κάπου κει κοντά...

Η σελήνη φώτιζε δυνατά κυκλωμένη από σύννεφα. Και μες στο σπίτι ησυχία, στ΄ άλλα δωμάτια. Κανείς δε φαινότανε νάχε ακούσει τίποτα.

Το κλάμα πιο δυνατό ακουγόταν. Και όπως σας είπα, ήτανε σαν εκεί κοντά, σε κάποια μεριά, να καθόταν γριά μάγισσα, κακιά γριά και μάντισα κακών νάκλαιγε, ν’ άφηνε φωνή πόνου μεγάλου.

Όρμησα έξω, στο δρόμο. Αλλά μόλις επρόβαλα απ΄ τη σκιά του σπιτιού και φωτίστηκα απ΄ το φως της σελήνης, μια φωνή αλλιώτικη, φόβου άγρια, ακούστηκε να βγαίνει από κει κοντά.

Ύψωσα το ξύλο. Τίποτα δεν είδα.

— Μα τι είναι αυτό! είπα. Μην είναι νυχτοπούλι, κουκουβάγια;

Προσπάθησα να δω στα κεραμίδια των αντικρινών σπιτιών, ενός μάλιστα, χαμηλού πολύ, που ήταν και σε κατηγοριά και όπου μου φάνηκε πως βγήκε η φωνή.

Τίποτα, τίποτα. Το φως της σελήνης φώτιζε καλά τα κεραμίδια.

Και η φωνή είχε πάψει.

Ένα σκυλί ερχότανε γρήγορα, μαύρο, γνωστό μου, με τη μύτη κάτω και την ουρά μαζεμένη. Και μπήκε μέσα στο αντικρινό σπίτι από μια τρύπα.

Έκανα να μπω μέσα, όταν ακούω φωνές πολλές, όμοιες με κείνη, από παντού, απ΄ το λόφο του Φιλοπάππου, απ΄ τους αντικρινούς λόφους, απ΄ τα χωράφια, από παντού, όλες να κλαίνε, να θρηνούν!

— Μα τι σημαίνει αυτό; ρώτησα τον εαυτό μου.

Αισθανόμουν ότι κάτι κακό σήμαινε.

Την άλλη μέρα το διηγήθηκα αυτό σε ένα γέρο γνωστό μου, ένα γέρο δάσκαλο.

Τ’ άκουσε με προσοχή και μούπε έπειτα:

— Μην είναι η γλαύκα των Αθηνών, και αυτή θάναι, κι έκλαιγε για κάποιο κακό μεγάλο, μεγάλα κακά, που θα πέσουν στην Αθήνα και στην Ελλάδα;

Παρασκευή, 22 Αυγούστου 2014

δημοκρατία την ασυδοσία, ελευθερία την παρανομία...

...αποδοκίμαζαν την ισότητα που αξιολογούσε εξίσου τους χρηστούς και τους ανήθικους, γιατί τη θεωρούσαν άδικη, και προτιμούσαν εκείνη που τιμούσε και τιμωρούσε τον καθένα ανάλογα με την αξία του...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Ύδρα, λάδι σε καμβά

Ισοκράτης
Αρεοπαγιτικός
119 (απόσπασμα)

οἱ γὰρ κατ᾽ ἐκεῖνον τὸν χρόνον τὴν πόλιν διοικοῦντες κατεστήσαντο πολιτείαν οὐκ ὀνόματι μὲν τῷ κοινοτάτῳ καὶ πραοτάτῳ προσαγορευομένην, ἐπὶ δὲ τῶν πράξεων οὐ τοιαύτην τοῖς ἐντυγχάνουσι φαινομένην, οὐδ᾽ ἣ τοῦτον τὸν τρόπον ἐπαίδευε τοὺς πολίτας, ὥσθ᾽ ἡγεῖσθαι τὴν μὲν ἀκολασίαν δημοκρατίαν, τὴν δὲ παρανομίαν ἐλευθερίαν, τὴν δὲ παρρησίαν ἰσονομίαν, τὴν δ᾽ ἐξουσίαν τοῦ ταῦτα ποιεῖν εὐδαιμονίαν, ἀλλὰ καὶ μισοῦσα καὶ κολάζουσα τοὺς τοιούτους βελτίους καὶ σωφρονεστέρους ἅπαντας τοὺς πολίτας ἐποίησεν. [21] μέγιστον δ᾽ αὐτοῖς συνεβάλετο πρὸς τὸ καλῶς οἰκεῖν τὴν πόλιν, ὅτι δυοῖν ἰσοτήτοιν νομιζομέναιν εἶναι, καὶ τῆς μὲν ταὐτὸν ἅπασιν ἀπονεμούσης, τῆς δὲ τὸ προσῆκον ἑκάστοις, οὐκ ἠγνόουν τὴν χρησιμωτέραν, ἀλλὰ τὴν μὲν τῶν αὐτῶν ἀξιοῦσαν τοὺς χρηστοὺς καὶ τοὺς πονηροὺς ἀπεδοκίμαζον ὡς οὐ δικαίαν οὖσαν, [22] τὴν δὲ κατὰ τὴν ἀξίαν ἕκαστον τιμῶσαν {καὶ κολάζουσαν} προῃροῦντο καὶ διὰ ταύτης ᾤκουν τὴν πόλιν, οὐκ ἐξ ἁπάντων τὰς ἀρχὰς κληροῦντες, ἀλλὰ τοὺς βελτίστους καὶ τοὺς ἱκανωτάτους ἐφ᾽ ἕκαστον τῶν ἔργων προκρίνοντες. τοιούτους γὰρ ἤλπιζον ἔσεσθαι καὶ τοὺς ἄλλους, οἷοί περ ἂν ὦσιν οἱ τῶν πραγμάτων ἐπιστατοῦντες. [23] ἔπειτα καὶ δημοτικωτέραν ἐνόμιζον εἶναι ταύτην τὴν κατάστασιν ἢ τὴν διὰ τοῦ λαγχάνειν γιγνομένην· ἐν μὲν γὰρ τῇ κληρώσει τὴν τύχην βραβεύσειν καὶ πολλάκις λήψεσθαι τὰς ἀρχὰς τοὺς ὀλιγαρχίας ἐπιθυμοῦντας, ἐν δὲ τῷ προκρίνειν τοὺς ἐπιεικεστάτους τὸν δῆμον ἔσεσθαι κύριον ἑλέσθαι τοὺς ἀγαπῶντας μάλιστα τὴν καθεστῶσαν πολιτείαν...

_______________________

Εκείνοι λοιπόν που διοικούσαν τότε την πόλη δεν εγκαθίδρυσαν πολίτευμα που είχε ονομασία προσιτή σε όλους και πολύ ωραία, αλλά όμως κατά την εφαρμογή του δεν φαινόταν τέτοιου είδους σε όσους το ζούσαν, ούτε πολίτευμα που εκπαίδευε τους πολίτες με τρόπο που να θεωρούν δημοκρατία την ασυδοσία, ελευθερία την παρανομία, ισονομία την ελευθεροστομία και ευτυχία τη δυνατότητα να κάνει κάποιος τούτα· αντίθετα εγκαθίδρυσαν πολίτευμα που, επειδή μισούσε και τιμωρούσε τους ανθρώπους αυτού του είδους, έκανε καλύτερους και φρονιμότερους όλους τους πολίτες. [21] Τους βοήθησε πάρα πολύ στην καλή διοίκηση της πόλης, γιατί, ενώ νομιζόταν πως υπάρχουν δύο είδη ισότητας, και η μία προσφέρει τα ίδια σε όλους ενώ η άλλη στον καθένα ό,τι πρέπει, οι πολίτες δεν αγνοούσαν ποια είναι η χρησιμότερη· αποδοκίμαζαν την ισότητα που αξιολογούσε εξίσου τους χρηστούς και τους ανήθικους, γιατί τη θεωρούσαν άδικη, [22] και προτιμούσαν εκείνη που τιμούσε και τιμωρούσε τον καθένα ανάλογα με την αξία του. Σύμφωνα λοιπόν με τούτη διοικούσαν την πόλη και δεν εξέλεγαν τους άρχοντες κάνοντας κλήρωση ανάμεσα σε όλους τους πολίτες, αλλά προκρίνοντας για κάθε λειτούργημα τους καλύτερους και τους ικανότερους. Είχαν την ελπίδα πως και οι υπόλοιποι θα γίνουν τέτοιου είδους, όπως ακριβώς θα ήταν και οι άρχοντες. [23] Θεωρούσαν επίσης περισσότερο αποδεκτή από τον λαό την εγκατάσταση των αρχόντων με τον τρόπο τούτο, απ᾽ ό,τι αυτή που γινόταν με κλήρο, γιατί στην κλήρωση η τύχη θ᾽ αποφασίσει και συχνά θα καταλάβουν αξιώματα οι επιθυμητές της ολιγαρχίας, ενώ με την επιλογή των καλύτερων ο λαός θα είναι κυρίαρχος να εκλέξει εκείνους που υποστηρίζουν σταθερά το ισχύον πολίτευμα...

(μετ. Σ. Παπαϊωάννου)

Πέμπτη, 21 Αυγούστου 2014

Αύριο δε θα βλέπετε πια τίποτα...

Ήτανε παγωνιά
δεν ξέρω πια την ώρα που πεθάναν όλοι
κι έμεινα μ’ έναν ακρωτηριασμένο φίλο
και μ’ ένα ματωμένο κλαδάκι συντροφιά...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Άνθρωπος και δέντρο, λάδι σε καμβά

Μίλτος Σαχτούρης

Τρία δάκρυα του Θεού

I

Σ’ αυτό το σπίτι βγάζουν τα παράθυρα
σπάζουν τις πόρτες σε χίλια κομμάτια
από τις πόρτες τρεις άντρες μπήκανε χαρούμενοι
πέντε γυναίκες βγήκαν δακρυσμένες
απ’ τα παράθυρα πετούν πολύχρωμα πουλιά
μιλούνε —φίλοι μου— μιλούνε σαν ανθρώποι
κι έπειτα ήσυχα ήσυχα πεθαίνουν
τότε τα κάδρα γίνονται αυτά πουλιά
και μία μία ανοίγουν τα φτερά
οι σκυθρωπές μορφές ενός χαμένου κόσμου

II

Αυτό το βουνό τόσο κοντά μου
απλώνω το χέρι ξεριζώνω
τα δέντρα και τους θάμνους του
τους στύλους τους ηλεχτρικούς
αυτά τα πονεμένα δόντια
μιας απελπιστικά μοναχικής ζωής

Πάνω του τρέχουν πρόβατα πονηρά
είναι ποτέ τους πονηρά τα πρόβατα;
μα αυτά δωπέρα πόνεσαν πολύ 
κι έχουν απάνθρωπα βελάσματα

Οι άνθρωποι εδώ γενήκαν ένα με την πέτρα
χτυπούν την πέτρα και σκίζουνε τα σπλάχνα τους
απορούν κι ούτε που ξέρουνε να κλάψουν

Σήμερα
κοιτάξτε καλά αυτό βουνό
κοιτάξτε καλά αυτό το δάκρυ του θεού
γιατί αύριο θα στεγνώσει

Αύριο δε θα βλέπετε πια τίποτα

III

Μπρος μου ψηλά σ’ αυτό το βουνό
ένας λευκός άνθρωπος κόβει μαργαρίτες
σωριάζει πέτρες μέσα σ’ αυτό το σάκο του θεού
κάπου κάπου γυρίζει και με κοιτάζει λυπημένος
μου ρίχνει ένα λουλούδι ξακολουθεί το δρόμο του

Στο στήθος μου φυτρώσαν κοπάδια μαργαρίτες
αυτός ο άνθρωπος είμαι εγώ

Η δύσκολη Κυριακή

Απ’ το πρωί κοιτάζω προς τ’ απάνω ένα πουλί καλύτερο
απ’ το πρωί χαίρομαι ένα φίδι τυλιγμένο στο λαιμό μου

Σπασμένα φλιτζάνια στα χαλιά
πορφυρά λουλούδια τα μάγουλα της μάντισσας
όταν ανασηκώνει της μοίρας το φουστάνι
κάτι θα φυτρώσει απ’ αυτή τη χαρά
ένα νέο δέντρο χωρίς ανθούς
ή ένα αγνό νέο βλέφαρο
ή ένας λατρεμένος λόγος
που να μη φίλησε στο στόμα τη λησμονιά

Έξω αλαλάζουν οι καμπάνες
έξω με περιμένουν αφάνταστοι φίλοι
σηκώσανε ψηλά στριφογυρίζουνε μια χαραυγή
τί κούραση τί κούραση
κίτρινο φόρεμα —κεντημένος ένας αετός—
πράσινος παπαγάλος —κλείνω τα μάτια— κράζει
πάντα πάντα πάντα
η ορχήστρα παίζει κίβδηλους σκοπούς
τί μάτια παθιασμένα τί γυναίκες 
τί έρωτες τί φωνές τί έρωτες
φίλε αγάπη αίμα φίλε
φίλε δώσ’ μου το χέρι σου τί κρύο

Ήτανε παγωνιά
δεν ξέρω πια την ώρα που πεθάναν όλοι
κι έμεινα μ’ έναν ακρωτηριασμένο φίλο
και μ’ ένα ματωμένο κλαδάκι συντροφιά 

Τετάρτη, 20 Αυγούστου 2014

Αιδώς του κάλλους ακρόπολις...

Αβουλία γαρ πολλά βλάπτονται οι βροτοί...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Βιβλίο κα τριαντάφυλλα, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Μαίνανδρος (342-292)
Αποφθέγματα

Φύσιν πονηρά μεταβαλείν ου ράδιον.
(δεν είναι εύκολο να αλλάξει ένας πονηρός)

Η γλώσσα λανθάνουσα τ’ αληθή λέγει.

Κρίνει φίλους ο καιρός, ως χρυσόν το πυρ.

Υγεία και νους εσθλά τω βίω δύο.
(υγεία και μυαλό είναι δυο θαυμαστά πράγματα στη ζωή)

Ζώμεν γαρ ού ως θέλομεν, αλλ’ ως δυνάμεθα.

Μόνη σιγή μεταμέλειαν ου φέρει.
(μόνο η σιωπή δεν δείχνει μεταμέλεια)

Μη λοιδόρει γυναίκα μηδέ νουθέτει.

Ουδείς ανάγκης μείζον ισχύει νόμος.
(δεν υπάρχει νόμος που να υπερισχύει της ανάγκης)

Αβουλία γαρ πολλά βλάπτονται οι βροτοί.
(με την έλλειψη θέλησης πολλά ζημιώνονται οι θνητοί)

Θεού σέβου και πάντα πράξεις ενθέως.

Βίος βίου δεόμενος ουκ έστιν βίος.
(η ζωή που φοβάται τη ζωή δεν είναι ζωή)

Θάλασσα και πυρ, και γυνή τρίτον κακόν.

Έρωτα παύει λιμός ή χαλκού σπάνις.
(τον έρωτα τον σταματάει η πείνα ή η έλλειψη χρημάτων)

Το δις εξαμαρτείν τ’ αυτόν ουκ ανδρός σοφού.

Γυνή γαρ ουδέν οίδε πλην ό βούλεται.
(η γυναίκα δεν ξέρει τίποτα εκτός από αυτό που θέλει)

Ως χαρίεν εστ’ άνθρωπος αν άνθρωπος ή.

Ανήρ δ’ άβουλος ηδοναίς θηρεύεται.
(ο άνθρωπος χωρίς θέληση πιάνεται με [όπλο] τις ηδονές)

Ο μη δαρείς άνθρωπος ου παιδεύεται.

Θνητός γεγονώς άνθρωπε, μη φρόνει μέγα.
(αφού γεννήθηκες θνητός άνθρωπε, μην έχεις μεγάλες ιδέες)

Γυνή δικαία του βίου σωτηρία.
(η καλή γυναίκα είναι σωτηρία στη ζωή [ενός άντρα])

Γυναιξί πάσαις κόσμον η σιγή φέρει.
(σε όλες τις γυναίκες η σιωπή είναι στολίδι)

Έστι δίκης οφθαλμός, ος τα πάνθ’ ορά.

Ανήρ δίκαιος πλούτον ουκ έχει ποτέ.

Δρυός πεσούσης, πάς ανήρ ξυλεύεται.

Ανήρ ο φεύγων και πάλι μαχήσεται.
(Αυτός που αποφεύγει τη μάχη στο τέλος θα τη δώσει)

Λαβών απόδος άνθρωπε και λήψη πάλιν.
(να ανταποδίνεις αυτό που παίρνεις, και θα ξαναπάρεις)

Βιοί γαρ ουδείς ον προαιρείται βίον.
(κανένας δεν ζει τη ζωή που διαλέγει να ζήσει)

Τα δάνεια δούλους τους ελευθέρους ποιεί.

Ρήμα παράκαιρον τον όλον ανατρέπει βίον.
(μια αταίριαστη κουβέντα μπορεί να σου καταστρέψει τη ζωή)

Τίμα το γήρας, ου γαρ έρχεται μόνον.

Ο κύβος ερρίφθη.

Ξένους ξένιζε και συ γαρ ξένος γ’ έση.

Θέλω τύχης σταλαγμόν ή φρενών πίθον.
(προτιμώ μια σταλαγματιά τύχης, παρά ένα πιθάρι μυαλά)

Πας ερυθριών χρηστός είναι μοι δοκεί.
(κάποιος που κοκκινίζει μου φαίνεται πως είναι καλός άνθρωπος)

Αγάπης δε ουδέν μείζον ούτε ίσον εστί.

Εάν δ’ έχωμεν χρήμαθ’, έξομεν φίλους
(αν έχουμε λεφτά, θα έχουμε και φίλους)

Είς εστι δούλος οικίας, ο δεσπότης.
(ένας είναι ο δούλος στο σπίτι, το αφεντικό του σπιτιού)

Γράμματα μαθείν δει, και, μαθόντα, νουν έχειν.

Στρέφει δε πάντα τα εν βίω μικρά τύχη.
(όλα τα αλλάζει στη ζωή λίγη τύχη)

Μέμνησο νέος ων, ως γέρων έση ποτέ.
(να θυμάσαι όταν είσαι νέος ότι και συ θα γίνεις γέρος)

Γέρων εραστής, εσχάτη κακή τύχη.

Θανάτου μόνον ουκ έστιν επανόρθωμα.

Αδύνατον τ' αληθές λαθείν.
(αδύνατο να κρυφτεί η αλήθεια)

Αθάνατον οργήν μη φύλαττε, θνητός ων.

Κακοίς ομιλών καυτός εκβήσει κακός.
(αν συναναστρέφεσαι κακούς, και συ θα γίνεις κακός)

Πάντων των αναγκαίων κακών ιατρός χρόνος εστίν.

Λύπης ιατρός εστίν ανθρώποις λόγος.

Ψυχής νοσούσης εστί φάρμακον λόγος.

Φιλεί δ’ εαυτού πλείον ουδείς ουδένα.

Γάμει δε μη την προίκα αλλά την γυναίκα.

Βακτήρια εστί παιδεία βίου.
(η μόρφωση είναι στήριγμα της ζωής)

Θεών όνειδος τους κακούς ευδαιμονείν.
(είναι ντροπή για τους θεούς να καλοπερνούν οι κακοί)

Γυναικός εσθλής εστι σώζειν οικίαν.

καθήκον της καλής γυναίκας είναι να σώζει το σπίτι της

Ον γαρ οι Θεοί φιλούσιν, αποθνήσκει νέος.

Ισχυρόν όχλος εστίν, ουκ έχει δε νουν.

Αρχής τετευχώς, ίσθι ταύτης άξιος.
(αν αποκτήσεις κάποιο αξίωμα, να φανείς αντάξιός του)

Εν τοίς κακοίσι τους φίλους ευεργέτει.
(να ευεργετείς τους φίλους όταν τους συμβαίνει κάτι κακό)

Γυνή το σύνολόν εστι δαπανηρόν φύσει.
(στο σύνολό τους οι γυναίκες είναι εκ φύσεως σπάταλες)

Λόγον παρ’ εχθρού μη ποθ’ ηγήση φίλον.
(τα λόγια του εχθρού σου μην τα θεωρήσεις ποτέ φιλικά)

Ευχής δικαίας ουκ ανήκοοος θεός.

Αρετής απάσης σεμνός ηγείται λόγος.

Ανδρός πονηρού φεύγε συνοδίαν αεί.

Βούλου δ’ αρέσκειν πάσι, μη σαυτώ μόνον.
(να επιδιώκεις να είσαι αρεστός σε όλους, όχι μόνο στον εαυτό σου)

Δειλού γαρ αντρός δειλά και φρονήματα.

Φασί κακίστους οι πονηροί τους καλούς.
(οι πονηροί κατηγορούν τους καλούς ότι είναι κάκιστοι)

Διά πενίαν μηδενός καταφρόνει.
(να μην περιφρονείς κανέναν για τη φτώχεια του)

Βίον καλόν ζης αν γυναίκα μη έχεις.

Θεός συνεργός, πάντα ποιεί ραδίως.
(όταν ο θεός βοηθάει, όλα τα κάνει εύκολα)

Ανδρών δε φαύλων όρκον εις ύδωρ γράφε.

Γέλως άκαιρος κλαυμάτων παραίτιος.
(το γέλιο σε ακατάλληλη στιγμή, γίνεται αιτία για κλάματα)

Mετά την δόσιν τάχιστα γηράσκει χάρις.
(μετά τη δωρεά, η χάρη ξεχνιέται πολύ γρήγορα)

Η κοιλία και πολλά χωρεί κωλίγα.

Θεόν επιορκών μη δόκει λεληθέναι.
(μη νομίζεις ότι αν παραβείς όρκο, ο θεός θα ξεχάσει)

Όπου βία πάρεστι, ουδέν ισχύει νόμος.

Μήτηρ απάντων γαία και κοινή τροφός.

Η γλώσσα πολλούς εις όλεθρον ήγαγεν.

Ανεξέταστον μη κόλαζε μηδένα.

Αεί κράτιστον εστί τα αληθή λέγειν εν παντί καιρώ

Δίκαια δράσας, συμμάχους έξεις θεούς.
(αν κάνεις δίκαιες πράξεις, θα έχεις συμμάχους τους θεούς)

Βουλόμεθα πλουτείν πάντες αλλ’ ου δυνάμεθα.
(όλοι θέλουμε να βγάλουμε λεφτά, αλλά δεν μπορούμε)

Δυσπαρακολούθητόν τι πράγμ’ εστίν η τύχη.
(την τύχη δεν μπορεί κανείς να την παρακολουθήσει εύκολα)

Κενής δε δόξης ουδέν αθλιώτερον.
(δεν υπάρχει τίποτα πιο άθλιο από την κενοδοξία)

Τρίτη, 19 Αυγούστου 2014

Των γαρ ηλιθίων απείρων γένεθλα...

Είσαι άνθρωπος και γιαυτό ποτέ μην πεις
τι πρόκειται να γίνει αύριο,
μηδέ όταν δεις κάποιον να ευτυχεί...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Καληνύχτα, λάδι σε καμβά

Σιμωνίδης ο Κείος

Πόλις άνδρα διδάσκει
Η πόλη διδάσκει τον άνθρωπο

Χαλεπόν γενέσθαι
Είναι δύσκολο να γίνει κανείς τέλειος σε όλα

Των γαρ ηλιθίων απείρων γένεθλα.
Άπειρη η γενιά των ηλιθίων.

Ανάγκα και Θεοί πείθονται.

Την μεν ζωγραφίαν ποίησιν σιωπώσαν, την δε ποίησιν ζωγραφίαν λαλούσαν.
H ζωγραφική είναι ποίηση που σωπαίνει και η ποίηση είναι ζωγραφική που μιλάει

Ουδέν εν ανθρώποισι μένει χρήμα έμπεδον αιεί.
Kανένα πράγμα δεν μένει για πάντα δεμένο με τους ανθρώπους.

Άνθρωπος εών μήποτε φάσηις
ό,τι γίνεται αύριον,
μηδ' άνδρα ιδών όλβιον,
όσον χρόνον έσσεται·
ωκεία γαρ ουδέ τανυπτερύγου μυίας
ούτως α μετάστασις!

Είσαι άνθρωπος και γιαυτό ποτέ μην πεις
τι πρόκειται να γίνει αύριο,
μηδέ όταν δεις κάποιον να ευτυχεί,
γιὰ πόσον χρόνο θὰ κρατήσει αὐτό·
διότι κι από της γοργόφτερης μύγας
πιο ταχεία είναι η μεταβολή των πραγμάτων (της τύχης)!

Ελλήνων προμαχούντες Αθηναίοι Μαραθώνι, χρυσοφόρων Μήδων εστόρεσαν δύναμιν.
Αμυνόμενοι υπέρ των Ελλήνων οι Αθηναίοι στον Μαραθώνα, κατέστρεψαν τη δύναμη των χρυσοντυμένων Περσών.

Ω ξειν', αγγέλλειν Λακεδαιμονίοις ότι τήδε κείμεθα τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι.
Ω, ξένε διαβάτη που περνάς, ανάγγειλε στους Λακεδαιμόνιους ότι ταφήκαμε εδώ, υπακούοντας στα προστάγματά τους.

Tων εν Θερμοπύλαις θανόντων
ευκλεής μεν α τύχα, καλός δ' ο πότμος,
βωμός δ' ο τάφος, προ γόων δε μνάστις, ο δ' οίκτος έπαινος·
εντάφιον δε τοιούτον ούτ' ευρώς
ούθ' ο πανδαμάτωρ αμαυρώσει χρόνος.
ανδρών αγαθών όδε σηκός οικέταν ευδοξίαν
Ελλάδος είλετο· μαρτυρεί δε και Λεωνίδας,
Σπάρτας βασιλεύς, αρετάς μέγαν λελοιπώς
κόσμον αέναόν τε κλέος.

Εκείνων, που σκοτώθηκαν στις Θερμοπύλες, είναι
τρισδοξασμέν᾽ η τύχη τους κι ωραίος ο θάνατός τους.
Ο τάφος τους είναι βωμός, κι αντί για θρήνους έχουν
τη θύμηση· και γίνεται η λύπη παίνεμά τους.
Και τέτοιο σάβανον αντρών γενναίων μήτε η μούχλα,
μήτε κι ο παντοχαλαστής καιρός θα το αφανίσει.
Το μνήμα τους για κάτοικον επήρεν της Ελλάδας
τη δόξα. Κι είναι απόδειξη σ᾽ αυτό κι ο Λεωνίδας,
ο βασιλιάς της Σπάρτης,
που στόλισμα της αρετής έχει μεγάλο αφήσει
και δόξαν αναιώνια.

Δευτέρα, 18 Αυγούστου 2014

Φίλε του φθινοπώρου...

Κ' ήρθε μοιραία του φθινοπώρου η Ώρα,
ανάμεσό μας στάθη σκυθρωπή...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Φθινοπωρινό δειλινό, Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά

Μαρία Πολυδούρη
Αφιέρωση

Φίλε, τοῦ φθινοπώρου ἦρθεν ἡ Ὥρα
στὴν πόρτα μου ἔξω. Κίτρινο φορεῖ
στεφάνι ἀπὸ μυρτιά. Στὰ νικηφόρα
χέρια της μία κιθάρα θλιβερή,
Κιθάρα παλαιϊκὴ ποὺ κλεῖ πληθώρα
μέσα της ἤχους καὶ ἤχους. Ἱερὴ
κοιτίδα. Κάθε πόνος, κάθε γνώρα
ποὺ ἦταν γλυκιὰ καὶ γίνηκε πικρή,
Ἦχος μέσ᾿ στὴν καρδιά της ἀποστάζει.
Φίλε, τοῦ φθινοπώρου ἡ Ὥρα ἐκεῖ
στὴν πόρτα μου ἦρθε δίχως νὰ διστάζη
Καὶ τὸ κιθάρισμά της πότε πότε
σὰ νἄτανε ἡ φωνή σου ἡ μυστικὴ
τοὺς στίχους σου ποὺ μοῦ τραγούδαες τότε.

Κ' ήρθε μοιραία

Κ᾿ ἦρθε μοιραῖα τοῦ φθινοπώρου ἡ Ὥρα,
ἀνάμεσό μας στάθη σκυθρωπή,
μᾶς ἄφησε τ᾿ ἀνταλλαγμένα δῶρα
καὶ τὸ γιατί χωρὶς νὰ μᾶς τὸ πῆ
Μᾶς ἔρριξε στὸ δρόμο πρὸς τὴ χώρα
μὲ γρήγορο τὸ χέρι ὡς ἀστραπή.
Μαζὶ στὸν κόσμο μὰ μονάχοι τώρα,
μία μοναξιὰ σὰν τάφου σιωπή.
Μόνο ἔφτανε ὁ ἀχὸς τοῦ τραγουδιοῦ σου,
μία ἀνάστερη νυχτιὰ χωρὶς πνοή.
- Ἄχ, ποὖνε ἡ νύχτα ἐκείνη τοῦ παληοῦ σου
Τοῦ τραγουδιοῦ, μία προσμονὴ κρυμμένη;
Μ᾿ ἔφτανε ὁ ἀχός... Δὲ σώνεται ἡ ζωὴ
ὅταν τοῦ τάφου ἡ πόρτα εἶνε ἀνοιγμένη.

Κυριακή, 17 Αυγούστου 2014

ΕΝΦΙΑ

http://yannisstavrou.blogspot.com

Ο κήπος της αχαριστίας...

Το δάσος πέρα. Ένα τραπεζάκι κάτω από τ' απόμερο πεύκο. Και η νύχτα που ερχόταν σιγά σιγά για να μην τη νιώσουμε. Η βοή του βραδινού ανέμου στα κλαδιά. Τα λόγια που έλειπαν. Τα χέρια ωχρά. Τα μάτια καὶ τ᾿ αστέρια. Μεσάνυχτα. Τίποτε απ' όλα δεν είχε ειπωθεί...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Πλαγιά στον Υμηττό, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Κώστας Καρυωτάκης
Η τελευταία

(Εἶναι ἐδῶ; Εἶναι ἐκεῖ; Ἔφυγε; Θά ῾ρθει; Ποῦ εἶναι; Ἡ τελευταία;)
Ἄ! Τὸ δάσος πέρα. Ἕνα τραπεζάκι κάτω ἀπὸ τ᾿ ἀπόμερο πεῦκο. Καὶ ἡ νύχτα ποὺ ἐρχόταν σιγὰ σιγὰ γιὰ νὰ μὴν τὴ νιώσουμε. Ἡ βοὴ τοῦ βραδινοῦ ἀνέμου στὰ κλαδιά. Τὰ λόγια ποὺ ἔλειπαν. Τὰ χέρια ὠχρά. Τὰ μάτια καὶ τ᾿ ἀστέρια. Μεσάνυχτα. Τίποτε ἀπ᾿ ὅλα δὲν εἶχε εἰπωθεῖ.
(Ψέματα; Ψέματα; Παιχνίδι φιλαρέσκειας; Περιέργεια; Ἐγωισμός;)
Κι ἄλλοτε ἡ θάλασσα. Τὰ πλοῖα ποὺ ἔφευγαν στὸν ὁρίζοντα παίρνοντας τὰ ὄνειρά μας. Ὁ φλοῖσβος μὲ τὶς ὑποσχέσεις του. Ἐκεῖ πάνω στὸ βράχο τ᾿ ἄφθονα καὶ ἀνεξήγητα δάκρυα. Ἡ μοναξιὰ στὸ ἀπέραντο. Τὰ φιλιά. Ἡ ψυχή...
(Τίποτε; Τίποτε; Παιδικότητες; Ρομαντισμός; Αὐταπάτη;)
Ἄλλες φορὲς ἡ αὐγὴ ἀναπάντεχη καὶ προδοτική. Ἀπὸ δρομάκια τὸ κουραστικὸ γύρισμα. Οἱ πρῶτοι θόρυβοι τῆς ἡμέρας. Ἡ γλυκιὰ μεταμέλεια στὸ πρόσωπο ποὺ φωτιζόταν ὁλοένα. Τὸ χαῖρε...
(Ἔφυγε; Δὲ θά ῾ρθει πιά; Τελευταία;)

Ο κήπος της αχαριστίας 

Θὰ καλλιεργήσω τὸ ὡραιότερο ἄνθος. Στὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων θὰ φυτέψω τὴν Ἀχαριστία. Εὐνοϊκοὶ εἶναι οἱ καιροί, κατάλληλος ὁ τόπος. Ὁ ἄνεμος τσακίζει τὰ δέντρα. Στὴ νοσηρὴ ἀτμόσφαιρα ὀρθώνονται φίδια. Οἱ ἐγκέφαλοι, ἐργαστήρια κιβδηλοποιῶν. Τερατώδη νήπια τὰ ἔργα, ὑπάρχουν στὶς γυάλες. Καὶ μέσα σὲ δάσος ἀπὸ μάσκες, ζήτησε νὰ ζήσεις. Ἐγὼ θὰ καλλιεργήσω τὴν Ἀχαριστία.
Ὅταν ἔρθει ἡ τελευταία ἄνοιξις, ὁ κῆπος μου θά ῾ναι γεμάτος ἀπὸ θεσπέσια δείγματα τοῦ εἴδους. Τὰ σεληνοφώτιστα βράδια, μονάχος θὰ περπατῶ στοὺς καμπυλωτοὺς δρόμους, μετρώντας αὐτὰ τὰ λουλούδια. Πλησιάζοντας μὲ κλειστὰ μάτια τὴ βελούδινη, σκοτεινὴ στεφάνη τους, θὰ νιώθω στὸ ἀπρόσωπο τοὺς αἰχμηρούς των στημόνες καὶ θ᾿ ἀναπνέω τ᾿ ἄρωμά τους.
Οἱ ὧρες θὰ περνοῦν, θὰ γυρίζουν τ᾿ ἄστρα, καὶ οἱ αὖρες θὰ πνέουν, ἀλλὰ ἐγώ, γέρνοντας ὁλοένα περσότερο, θὰ θυμᾶμαι.
Θὰ θυμᾶμαι τὶς σφιγμένες γροθιές, τὰ παραπλανητικὰ χαμόγελα καὶ τὴν προδοτικὴ ἀδιαφορία.
Θὰ μένω ἀκίνητος ἡμέρες καὶ χρόνια, χωρὶς νὰ σκέπτομαι, χωρὶς νὰ βλέπω, χωρὶς νὰ ἐκφράζω τίποτε ἄλλο. Θὰ εἶμαι ὁλόκληρος μία πικρὴ ἀνάμνησις, ἕνα ἄγαλμα ποὺ γύρω του θὰ μεγαλώνουν τροπικὰ φυτά, θὰ πυκνώνουν, θὰ μπερδεύονται μεταξύ τους, θὰ κερδίζουν τὴ γῆ καὶ τὸν ἀέρα. Σιγὰ σιγὰ οἱ κλῶνοι τους θὰ περισφίγγουν τὸ λαιμό μου, θὰ πλέκονται στὰ μαλλιά μου, θὰ μὲ τυλίγουν μὲ ἀνθρώπινη περίσκεψη.
Κάτου ἀπὸ τὴ σταθερή τους ὤθηση, θὰ βυθίζομαι στὸ χῶμα.
Καὶ ὁ κῆπος μου θὰ εἶναι ὁ κῆπος τῆς Ἀχαριστίας.

Σάββατο, 16 Αυγούστου 2014

Προϊόντα σήψης...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Ακρόπολις, λάδι σε καμβά

Μάταια οι Κέλσοι, οι Πορφύριοι, οι Ιουλιανοί οι Παραβάτες πάσχισαν να σταματήσουν την εισβολή αυτού του νεφελώδους μεγαλείου που ξεχείλιζε από τις κατακόμβες: οι απόστολοι άφησαν τα στίγματά τους στις ψυχές και πολλαπλασίασαν τις λεηλασίες στις πόλεις. Η εποχή της μεγάλης ασχήμιας αρχίζει: μια αχαρακτήριστη υστερία απλώνεται στον κόσμο...Ο Παύλος - ο μεγαλύτερος κομματάρχης όλων των εποχών - έκανε τις περιοδείες του, μολύνοντας με τις επιστολές του την αιθρία του αρχαίου λυκόφωτος. Ένας επιληπτικός θριάμβευσε πάνω σε πέντε αιώνων φιλοσοφία!

Αναζητώντας την πιο καθαπτική χρονολογία για την περηφάνια του πνεύματος, διατρέχοντας το χρονικό των ταπεινώσεων, δε βρίσκω τίποτα που να μπορεί να συγκριθεί με το έτος 529, κατά το οποίο, μετά από διαταγή του Ιουστινιανού έκλεισε η φιλοσοφική σχολή των Αθηνών.


Εμίλ Σιοράν
Εγκόλπιο Ανασκολοπισμού, Όψεις της παρακμής, σελ. 232
Μετ. Κωστής Παπαγιώργης (Εκδόσεις Εξάντας)

Παρασκευή, 15 Αυγούστου 2014

AVE MARIA

Μουσική και ερμηνεία θεϊκή...

Η Γλυκοφιλούσα

Ο οικίσκος να είναι κτισμένος επί βράχου υψηλού, επί του μόνου υψηλού βορεινού βράχου του προσφιλούς εις τας αναμνήσεις μου. Εκεί απλούται ατελείωτον το πέλαγος ανά την αχανή έκτασιν από ακτής έως ακτής και από κόλπου έως κόλπου, και χαμηλώνει ο ουρανός εις την μίαν άκραν την απωτέραν, δια να περιπτυχθή εγγύτερον την εσχατιάν των θαλασσών...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Εκκλησσάκι στα Μεσόγεια, λάδι σε καμβά

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Η Γλυκοφιλούσα

Ἂς εἰσδύῃ μία μόνη ἀκτὶς ἡλίου, ἅμα τῇ ἀνατολῇ, διὰ τοῦ θαμβοῦ φεγγίτου, εἰς τὸν πενιχρὸν θάλαμον, μὲ τοὺς τέσσαρας τοίχους ἀσβεστωμένους λευκούς, μὲ μίαν ψάθαν, καὶ ἐπ᾽ αὐτῆς μικρὸν ἀμαυρὸν κιλιμάκι στρωμένα ἐπὶ τοῦ πατώματος, μὲ δύο προσκεφαλάδες ἀκουμβημένας σύρριζα εἰς τοὺς τοίχους, ἔνθεν καὶ ἔνθεν τῆς γωνίας τοῦ πυρός, ὅπου τέσσαρες ξηροὶ δαυλοὶ καὶ δύο μεγάλα ξύλα ὀρθὰ καίουσι καὶ βρέμουσιν ἐπὶ τῆς ἑστίας. Τοιοῦτος νὰ εἶναι ὁ χειμερινὸς θάλαμος, ἔχων τὰ νῶτα ἐστραμμένα πρὸς βορρᾶν καὶ πρὸς δυσμάς, συνεχόμενος μὲ ἄλλον βορεινὸν θαλαμίσκον, ὅστις νὰ εἶναι συγχρόνως δῶμα καὶ ἡλιακωτὸν καὶ ὑπερῷον. Κατεσκευασμένος μὲ πλίνθους, μὲ ξυλοτοίχους, στεγασμένος μὲ ξύλα καὶ μὲ κεράμους, ἀφάτνωτος, ἀνώροφος, εὐήλιος, ἀθέρμαστος, εὐήνεμος, σχεδὸν ὑπαίθριος, μὲ τὸ μόνον ὑψηλὸν καὶ πλατὺ παράθυρον τὸ ἀπᾷδον εἰς ὅλον τὸν ρυθμὸν τοῦ κτιρίου, καί, χάριν πολυτελείας, μὲ πηχυαίαν ὕαλον, διὰ ν᾽ ἀπολαύῃ τις ὄρθιος, εἰς τὰ βασίλεια τοῦ Βορρᾶ, τὴν μεγάλην θέαν καὶ τὴν μεγάλην πάλην. Τοιαύτη θὰ ἦτο, χωρὶς νὰ παραβῶ τὴν δεκάτην Ἐντολήν, ἡ μόνη φιλοκτημοσύνη μου καὶ ἡ μόνη μου πλεονεξία.
Ὁ οἰκίσκος νὰ εἶναι κτισμένος ἐπὶ βράχου ὑψηλοῦ, ἐπὶ τοῦ μόνου ὑψηλοῦ βορεινοῦ βράχου τοῦ προσφιλοῦς εἰς τὰς ἀναμνήσεις μου. Ἐκεῖ ἁπλοῦται ἀτελείωτον τὸ πέλαγος ἀνὰ τὴν ἀχανῆ ἔκτασιν ἀπὸ ἀκτῆς ἕως ἀκτῆς καὶ ἀπὸ κόλπου ἕως κόλπου, καὶ χαμηλώνει ὁ οὐρανὸς εἰς τὴν μίαν ἄκραν τὴν ἀπωτέραν, διὰ νὰ περιπτυχθῇ ἐγγύτερον τὴν ἐσχατιὰν τῶν θαλασσῶν, ὁ σάπφειρος φιλῶν τὸν σμάραγδον, τὸ βαθύχλωρον ἀντασπαζόμενον τὸ γλαυκόν. Φυσᾷ ὁ Καικίας κατερχόμενος ἀπὸ τὰ βουνὰ τῆς Θρᾴκης, καὶ ὁ Βορρᾶς παγερὸς ἀποσπᾶται μυριοπτέρυγος ἀπὸ τὸν νεφελοσκεπῆ καὶ χιονοστέφανον Ἄθω, καὶ ὁ Ἀργέστης ριγηλὸς καταβαίνει ἀπὸ τὸν γεραρὸν Ὄλυμπον· φρίσσει τὸ κῦμα εἰς τὴν ἐπαφὴν τῆς ψυχρᾶς πνοῆς, φρικιᾷ ὁ πορφυροῦς πόντος ἀπὸ τὴν κραταιὰν αὔραν, ρυτιδοῦται ἡ θάλασσα ἀπὸ τὴν ἀλλεπάλληλον ραγδαίαν ριπήν, ἀγριαίνει τὸ πέλαγος, ὠρύεται μανιωδῶς ἡ καταιγίς, ρήγνυται τὸ κῦμα εἰς τοὺς σκληροὺς αἰχμηροὺς βράχους. Συννεφοῦται ὁ οὐρανὸς ἀπὸ τὰς μαύρας κάπας τῶν θυελλῶν τὰς σωρευομένας ἐπάνω του, φαεινὸς στῦλος προκύπτει ἐν ἀκαρεῖ ἐν μέσῳ ἀχανοῦς κυκεῶνος μελανῶν στροβίλων· ἰδοὺ ἡ ἀκτὶς θὰ διώξῃ τὸ ἔρεβος, ἡ γαλήνη θὰ ἐξώσῃ τὸν τυφῶνα. Ὁ φαεινὸς στῦλος ἦτο σίφων τρομακτικός, σχεδὸν ὑπερφυὲς θέαμα, τὸ ὁποῖον ἐρρίζωσεν ἐν ριπῇ ἐπὶ τῆς θαλάσσης καὶ ἐκορυφώθη ἕως εἰς τὸν οὐρανόν.
Ὁ σίφων ἐξερράγη, ραγδαῖος ὄμβρος ἔλουσε καταπληκτικῶς τὴν γῆν καὶ τοὺς βράχους καὶ τοὺς αἰγιαλούς, ὁ ἄνεμος συνεμαζεύθη εἰς τὰ ἄντρα καὶ τὰς ἀγκάλας, ἡ Σκοτεινὴ Σπηλιὰ ἠχεῖ παρατεταμένως, μυστηριωδῶς, ἀπὸ τὴν κοπεῖσαν κολοβὴν πνοὴν τοῦ ἀνέμου, ἀπὸ ἀπειλὴν νέας μανίας λυσσωδεστέρας τῆς πρώτης, ἀπὸ τῆς φοβερᾶς ἐν τῇ σιωπῇ συνωμοσίας τῶν στοιχείων. Τὸ Κακόρεμα ἀντηχεῖ διακεκομμένως ἀπὸ τὴν δάνειον ἰαχὴν τῆς λαίλαπος, ἀπὸ τὴν καταρρακτώδη κάθοδον τοῦ χειμάρρου. Ἡ Νηρηὶς ἀνῆλθεν ἀπὸ τὸ ὑποβρύχιον ἄντρον της, ἀνέβη εἰς τὸ ἀπάτητον ὕψος τοῦ αἰχμηροῦ βραχώδους προβλῆτος, καὶ ἄτρωτος αὐτὴ ἀπὸ τὸν ὄμβρον καὶ τὸν ἄνεμον, θεωρεῖ μειδιῶσα τὴν πάλην τῶν στοιχείων. Ὁ Τρίτων κολυμβῶν κάτω εἰς τὴν ρίζαν τοῦ βράχου, ἀνίσχει τὴν κεφαλὴν ἔξω τοῦ κύματος, καὶ προσβλέπει ἐρωτικῶς τὴν ὑψιβάτιδα καὶ ἀσύλληπτον δι᾽ αὐτὸν ἄσπλαγχνον νύμφην. Ὁ ταῦρος τοῦ Θεοδόση ὁ μονόκερως, ὁ φιλέρημος καὶ μελαγχολικός, καταβὰς πρὸ μικροῦ διὰ νὰ κάμῃ τὸν συνήθη περίπατόν του κάτω εἰς τὸ βαθὺ ρεῦμα, τὸ κατερχόμενον δι᾽ ἑλιγμῶν καὶ βράχων καὶ καταρρακτῶν εἰς τὸν Μικρὸν Γιαλόν, ἐξέβαλεν ἕνα θρηνώδη μυκηθμόν, εἶτα ἔμεινεν ἐξηπλωμένος, ἀπαθής, ἀκίνητος, δεχόμενος ἐπὶ τῶν νώτων ὅλον τὸν κρύον λουτῆρα τῆς καταιγίδος. Ἐὰν ἔβλεπέ τι, ἔβλεπε τὰς ἀσπρομαύρους καλλικατζούνας, μεγάλα θαλάσσια ὄρνεα, τὰ ὁποῖα ἐπὶ τῶν ἀνεχόντων μέσῳ τοῦ κύματος σκοπέλων, εἰς ἀπόστασιν ὀργυιῶν τινων ἀπὸ τῆς ξηρᾶς, πολλοὶ ἐξέλαβον μακρόθεν ὡς γυναῖκας ἀνασφουγγωμένας* καὶ ἀσπρομαυροβολούσας, αἵτινες ἠσχολοῦντο νὰ βγάλουν πεταλίδας, κύπτουσαι ἐπὶ τῶν βράχων. Ἀλλ᾽ ἦτο ἀδιάφορος καὶ πρὸς τὸ θέαμα τοῦτο, ὡς καὶ πρὸς ὅλα τὰ λοιπά.

* *
Δύο γίδες τοῦ Στάθη τοῦ Μπόζα εἶχον λείψει τὴν πρωίαν ἐκείνην ἀπὸ τὸ μικρὸν αἰπόλιον. Εἶχαν ἐκπέσει ἀποπλανηθεῖσαι, καὶ εἶχαν βραχωθῆ κάτω εἰς τὴν στενὴν πετρώδη κόγχην τὴν σχηματιζομένην κατέμπροσθεν καὶ ὑποκάτω ἀπὸ τὸ ἱερὸν Βῆμα τῆς Παναγίας τῆς Γλυκοφιλούσης. Ἡ κόγχη ἐκείνη ἦτο καὶ δὲν ἦτο ἐσοχή, ἦτο καὶ δὲν ἦτο σπήλαιον. Σπήλαιον ἀστεγὲς καὶ ἐσοχὴ στεγανή. ᾘωρεῖτο ἐπάνω τῆς ἀβύσσου, ἔχασκεν ἄνωθεν τοῦ πόντου. Κάτω βράχος χιλίων ἑκατογχείρων ἀγκάλισμα, κρημνὸς μόνον εἰς νυκτερίδας καὶ εἰς γλαῦκας βατός. Εἰς τὴν ρίζαν τοῦ βράχου τὸ κῦμα, πολλῶν ὀργυιῶν βόλισμα, φωκῶν κολύμβημα καὶ καρχαριῶν. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ βάλῃ τις εἰς τὸν νοῦν του, ὅτι ἠδύνατο ἄνθρωπος νὰ καταβῇ εἰς τὴν φοβερὰν ἐκείνην αἰώραν, διὰ ν᾽ ἀνασύρῃ τὰς ἀποπλανηθείσας. Αἱ δύο βραχωμέναι αἶγες, συνηθισμέναι ν᾽ ἀναρριχῶνται εἰς ὅλους τοὺς κρημνούς, ν᾽ ἀναπηδῶσιν ἐπάνω εἰς ὅλα τὰ χαλάσματα, εἰς ὅλους τοὺς ρέποντας καὶ καταρρέοντας τοίχους, δὲν εἶχον ἐννοήσει ὅτι ἔπεσαν εἰς παγίδα, τὴν ὁποίαν ὁ δαίμων τῆς ἀβύσσου εἶχε στήσει δι᾽ αὐτάς. ᾘσθάνοντο καὶ αὐταί, ὡς ἄλογα κτήνη ὁποὺ ἦσαν, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γλυτώσουν ἀπὸ ἐκεῖ ὅπου ἦσαν βραχωμέναι.
Ἀφοῦ ἔφαγαν εἰς μίαν ὥραν ὅλην τὴν κάππαριν καὶ ὅλα τὰ κρίταμα καὶ τὰς ἁρμυρήθρας, ὅσαι ἦσαν φυτρωμέναι ἐκεῖ, ἔβλεπαν καλῶς ὅτι, διὰ νὰ ξαναβοσκήσουν, ἔπρεπε νὰ περιμείνουν ἑβδομάδας ἢ μῆνάς τινας, ἑωσοῦ ξαναφυτρώσουν πάλιν ἄλλη κάππαρις καὶ ἄλλα κρίταμα. Τοῦτο τὸ ἔπαθαν διὰ νὰ ἔχουν τὴν κακὴν συνήθειαν νὰ μὴ ζητοῦν ποτὲ τὴν ἄδειαν τοῦ αἰπόλου, εἰς ὅλας τὰς κινήσεις των καὶ τὰ σκιρτήματά των. Καὶ διὰ νὰ μάθουν ἄλλην φοράν, ἂν ἐπεθυμοῦσαν ν᾽ ἁρμυρίσουν*, νὰ εὑρίσκουν ἄλλον δρόμον διὰ νὰ καταβαίνουν κάτω εἰς τὴν ἄμμον τοῦ αἰγιαλοῦ. Ἀλλὰ τώρα ἦτο πολὺ ἀμφίβολον ἂν θὰ ἐγλύτωναν, διὰ νὰ βάλουν γνῶσιν δι᾽ ἄλλοτε.
Ἐπάνω εἰς τὸν βράχον ἦτο κτισμένον τὸ παρεκκλήσιον, μαστιζόμενον ἀπὸ θυέλλας καὶ λαίλαπας, λικνιζόμενον ἀπὸ τὸ ἀειτάραχον καὶ πολύρροιβδον κῦμα, ναναριζόμενον ἀπὸ τὰ ᾄσματα τὰ ὁποῖα ὁ ἄνεμος ἔψαλλε δι᾽ αὐτὸ εἰς τοὺς σκληροὺς βράχους καὶ εἰς τὰ ἠχώδη ἄντρα. Οἱ τέσσαρες τοῖχοι ἵσταντο ἀκόμη ἀρραγεῖς, πετροθεμελιωμένοι, σώζοντες μικρὸν ἐπίχρισμα ἀπὸ παλαιοῦ καιροῦ περὶ τὴν μεσημβρινοδυτικὴν γωνίαν, χορταριασμένοι καὶ μαυροπράσινοι περὶ τὴν βορειανατολικήν. Ἡ στέγη, φέρουσα ἀκόμη ὀλίγας κεράμους καὶ πλάκας, ἐστηρίζετο ἐπὶ δοκοῦ μὲ πολλὰς ἀκτῖνας ἐκ σκληρᾶς καστανέας. Ὁλόγυρα εἰς τοὺς τοίχους, ὑψηλὰ ἄνω τῶν ὑπερθύρων καὶ ὑπὸ τὰ γεῖσα τῆς στέγης, ὡραῖα μικρὰ πινάκια παλαιῶν χρόνων ἦσαν ἐγκολλημένα, σχηματίζοντα μέγαν σταυρὸν ἐπὶ τῆς χιβάδος τοῦ ἱεροῦ Βήματος πρὸς ἀνατολάς, μετὰ ὑποποδίου εἰς σχῆμα ἀνεστραμμένου Τ ἐκ πέντε ἄλλων πινακίων, καὶ ἄλλους δύο σταυροὺς δεξιόθεν καὶ ἀριστερόθεν, ὕπερθεν τῶν δύο παραθύρων τοῦ χοροῦ, καὶ τέταρτον σταυρὸν ἄνωθεν τῆς φλιᾶς τῆς εἰσόδου, δυσμόθεν. Καὶ τὰ ὡραῖα παλαιὰ πιατάκια ἦσαν ὅλα χρωματιστά, γαλάζια καὶ ὑποπράσινα καὶ κιτρινωπὰ καὶ λευκά, μὲ κλαδάκια καὶ μὲ λούλουδα καὶ μὲ ἀνθρωπάκια καὶ μὲ πουλιά, φιλοκάλως καὶ κομψῶς διατεθειμένα, στίλβοντα εἰς τὸν ἥλιον, χάρμα τῶν ὀφθαλμῶν, κειμήλια ὑψηλὰ κείμενα, στερεὰ βαλμένα εἰς τὰς κόγχας των, ἀφελῆ ἀναθήματα, λείψανα παλαιῶν χρόνων, περισώσματα ἁρπαγῶν καὶ δῃώσεων παντοίων, ὀλιγώτερον φεῦ! ἀσφαλῆ ἀπὸ τῆς νεωτέρας ἀρχαιολογικῆς καὶ ἀρχαιοκαπηλικῆς μανίας. Καὶ ὁ ἁπλοῦς οὗτος στολισμὸς παρεῖχε μεγάλην χάριν, μεμειγμένην μὲ ἄρρητον τρυφερὸν θέλγητρον, εἰς τὸ μικρὸν βραχοφυτευμένον παρεκκλήσιον, ἐμπνέων εἰς τὸν ἐπισκέπτην μεγάλην ἐπιθυμίαν νὰ διασκελίσῃ τὸ κατώφλιον, νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸν πενιχρὸν ναΐσκον, ν᾽ ἀνάψῃ κηρίον, νὰ κάμῃ τὸν σταυρόν του, καὶ ν᾽ ἀσπασθῇ εὐλαβῶς τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Γλυκοφιλούσης, τῆς ζωγραφισμένης παρειὰν μὲ παρειὰν μὲ τὸ πρόσωπον τοῦ ὑπερθέου καὶ ὑπερηγαπημένου Βρέφους της,
Καὶ πάλι κίνησα νὰ ᾽ρθῶ, Χριστέ μου, στὴν αὐλή σου,
νὰ σκύψω στὰ κατώφλια σου τὰ τρισαγαπημένα,
ὁποὺ μὲ πόθο ἀχόρταγο τὰ λαχταρεῖ ἡ ψυχή μου.
καί, ἂν δὲν ἦτο ἄλλως πολυάσχολος ἀπὸ τὴν βιοτικὴν τύρβην (ἀλλὰ διὰ νὰ εἶναι τοιοῦτος εἰς τὴν ἔρημον ἐκείνην ἀκτήν, ἔπρεπε νὰ εἶναι τὸ πολὺ ζῳέμπορος ταξιδεύων διὰ ν᾽ ἀγοράσῃ ἐρίφια), νὰ σταθῇ ν᾽ ἀκούσῃ τὰς Μεγάλας Ὥρας καὶ τὸν Ἑσπερινὸν τῆς Παραμονῆς τῶν Χριστουγέννων, ψαλλόμενα ἀπὸ τὸν μπάρμπ᾽ Ἀναγνώστην τὸν Παρθένην, τὸν μόνον βοηθὸν τοῦ παπα-Μπεφάνη, εἰς ὅλας τὰς λειτουργίας ὅσας ἐτέλει ἐκεῖνος, τὰς ἡμέρας ταύτας ἐξ εὐχῆς καὶ ταξίματος, κατὰ προτίμησιν, εἰς τὸ μικρὸν παρεκκλήσιον.
Ἡ σάρκα μου ἀναγάλλιασε σιμά σου κ᾽ ἡ καρδιά μου.
Τὸ χελιδόνι ηὗρε φωλιὰ καὶ τὸ τρυγόνι σκέπη,
νὰ βάλουν τὰ πουλάκια τους, τὰ δόλια, νὰ πλαγιάσουν,
τὸν ἱερό σου τὸ βωμό, ἀθάνατε Χριστέ μου.
Καὶ ὁ εὐσεβὴς προσκυνητὴς θὰ εὕρισκε μεγάλην γλύκαν καὶ παρηγορίαν ἀπὸ τὲς πίκρες τοῦ κόσμου εἰς τὸ νὰ θεωρῇ μόνον τὴν πενιχρὰν κανδήλαν καίουσαν ἐμπρὸς εἰς τὴν ὡραίαν εἰκόνα, τὴν ζωγραφημένην ἀπὸ τὸν μακαρίτην Ἀθανάσιον τὸν Κεφαλᾶν, Ἠπειρώτην, ἄνδρα ἀγωνιστήν, εὐπαίδευτον, πολύγλωσσον, ὡρολογοποιὸν καὶ ζωγράφον, ὅστις ὅμως ὅλην τὴν ζωήν του ὑπῆρξε δημοδιδάσκαλος Γ´ τάξεως, καὶ ἀπέθανεν ὑπερενενηκοντούτης μὲ τὴν τριακοντάδραχμον σύνταξίν του.
Ἡ ὡραία μικρὰ εἰκών, μὲ τὸ ὠχρὸν πρόσωπον τῆς Παναγίας, ἑνούμενον κατὰ παρειὰν μὲ τὸ λευκὸν καὶ ἔνθεον πρόσωπον τοῦ λατρευτοῦ Βρέφους της, εἶχεν ἄφατον γλυκύτητα, καὶ ἦτο καλλίστη ἔκφρασις τῆς μητρικῆς στοργῆς, τῆς γεννωμένης, ὡς ἐκ πικρᾶς ρίζης γλυκέος καρποῦ, εὐθὺς μὲ τὰς ὠδῖνας τοῦ τοκετοῦ, καὶ συναυξανομένης μὲ τῆς ἀνατροφῆς τοὺς κόπους καὶ τὰς μερίμνας. Καὶ ὁ φιλακόλουθος πιστὸς δὲν θὰ ὑστέρει τῆς ἀμοιβῆς διὰ τὴν εὐσεβῆ προσήλωσιν.
Κάλλιο μιὰ μέρα στὴ δική σ᾽ αὐλή, παρὰ χιλιάδες·
στὸν ἴσκιο ἂς εἶμαι τοῦ ναοῦ σὰν παραπεταμένος
καλύτερα, παρὰ νὰ ζῶ σ᾽ ἁμαρτωλῶν λημέρια
1.

* *
Δεξιὰ ἐπὶ τοῦ τέμπλου ἦτο ἡ εἰκὼν τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ εἰκὼν τοῦ Προδρόμου. Ἀριστερὰ ἡ Παναγία ἡ Γλυκοφιλοῦσα, ἡ προστάτις τῶν μητέρων καὶ ὁ Ἅγιος Στυλιανὸς ὁ φίλος καὶ φρουρὸς τῶν νηπίων.
Ἐπὶ τοῦ δεξιοῦ καὶ τοῦ ἀριστεροῦ τοίχου ὑπῆρχον ἀκόμη ὀλίγοι Ἅγιοι, ζωγραφημένοι ἀπὸ παλαιοῦ καιροῦ. Ἄλλων ἦσαν φθαρμένα τὰ πρόσωπα καὶ τὰ στέρνα, ἄλλων ἀσβεστωμένα τὰ σκέλη καὶ οἱ πόδες, ἀπὸ ἀτελεῖς ἀποπείρας ἐπιχρίσεως ἢ στολισμοῦ ὑπὸ ἀμαθῶν εὐλαβῶν γυναικῶν. Ἦσαν ὁ Ἅγιος Ἐλευθέριος, ὁ ἐλευθερωτὴς τῶν ἐγκύων, καὶ ἡ Ἁγία Μαρίνα, ἡ προστάτις τῶν ὠδινουσῶν. Εἶτα ἦσαν ὁ Ἅγιος Γεώργιος καὶ ὁ Ἅγιος Δημήτριος, μὲ τὰ χαντζάρια των, μὲ τὰς ἀσπίδας, τοὺς θώρακάς των καὶ τὴν ἄλλην πανοπλίαν των. Καὶ ἡ Ἁγία Βαρβάρα καὶ ἡ Ἁγία Κυριακὴ μὲ τοὺς σταυροὺς καὶ μὲ τοὺς κλάδους τῶν φοινίκων εἰς τὰς χεῖρας. Ἦσαν καὶ οἱ ὅσιοι, μὲ τὰ κουκούλια, μὲ τὰς λευκὰς γενειάδας των, μὲ τὰ κομβοσχοίνια καὶ τοὺς ἐρυθροὺς σταυρούς των, ὁ ὅσιος Ἀντώνιος καὶ Εὐθύμιος καὶ Σάββας. Ἦτο ἐκεῖ καὶ ὁ ὅσιος Ποιμὴν ὁ ἀσκητής, μὲ τὸ λόγιόν του, «ὁ Ποιμὴν τέκνα οὐκ ἐγέννησε», καὶ μὲ τὴν ἀπάντησίν του εἰς τὸν Ἀνθύπατον, προκειμένου περὶ ζωῆς ἢ θανάτου τοῦ ἀθῴου ἀνεψιοῦ του: «Εἰ μὲν εὕρῃς ἔνοχον, κόλασον αὐτόν· εἰ δὲ ἀθῷον, ὡς θέλεις πρᾶξον».
Ἦτο καὶ αὐτὸς ἐκεῖ, προστάτης οὐδὲν ἧττον καὶ φρουρὸς τῶν ἀκάκων καὶ τῶν παιδίων. Ἦτο καὶ ὁ ὅσιος Μωυσῆς ὁ Αἰθίοψ «Ἄνθρωπος ὄψιν καὶ θεὸς τὴν καρδίαν». Μωυσῆς δεύτερος, εἶχε χαράξει τὸ σημεῖον τοῦ Σταυροῦ, ὅταν διεκολύμβησε δὶς καὶ χιαστὶ τὸν Νεῖλον, κρατῶν ἐπὶ τῶν ὀδόντων τὴν μάχαιραν, μὲ σκοπὸν νὰ φονεύσῃ τὸν ἐχθρόν του· καὶ μὴ ἐπιτυχὼν αὐτόν, ἐπανέπλευσε κρατῶν δύο κριοὺς ζωντανούς, διὰ τῶν ρωμαλέων βραχιόνων του, ὑπεράνω τοῦ ρεύματος. Καὶ ὁ λήσταρχος ἔγινεν ἅγιος, καὶ ὑπῆγε νὰ εὕρῃ τὸν ἄλλον παλαιὸν ὁμότεχνόν του, ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον, ὡς λέγει ἡ παράδοσις, εἶχε θηλάσει ποτὲ εἰς τὴν ἔρημον, κατὰ τὴν εἰς Αἴγυπτον φυγήν, ἐν καιρῷ τῆς βρεφοκτονίας ἡ Παναγία.
Δεξιὰ δὲ τῷ εἰσερχομένῳ, καὶ εὐθὺς μετὰ τὴν θύραν ἵστατο, παρὰ τὴν γωνίαν τοῦ μεσημβρινοῦ τοίχου, ἡ Ἁγία Ἀναστασία ἡ Φαρμακολύτρια, κρατοῦσα μὲ τὴν ἀριστερὰν χεῖρα τὸ μικρόν της ληκύθιον, τὸ περιέχον τὰ λυτήρια ὅλων τῶν μαγγανειῶν καὶ τῶν ἐπῳδῶν καὶ τῶν φίλτρων, ὡς νὰ προσέφερεν αὐτὸ εἰς τὰς εὐσεβεῖς προσκυνητρίας, καὶ νὰ ἔλεγεν: «Ἐλᾶτε· ἐγὼ εἶμαι ποὺ χαλνῶ τὰ μάγια».
Τὸ παρεκκλήσιον ἑώρταζε, τῇ 26 Δεκεμβρίου, τὴν Σύναξιν τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, ἤτοι τὰ Ἐπιλόχια,
Λεχοῦς ἀμώμου, ἀνδρὸς μὴ γνούσης λέχος.
Κάτωθεν τῆς εἰκόνος, ἐπὶ λευκῆς μεταξοϋφοῦς ποδιᾶς, ἐφαίνοντο ἀνηρτημένα παιδάκια, καὶ μόνον παιδάκια ἀσημένια, ἐξαιρέσει ἑνὸς μόνου ἀργυροῦ τεμαχίου, τὸ ὁποῖον ἔφερεν ἄλλο σχῆμα ζῴου, ὁμοίου σχεδὸν μὲ ἄρνα κερασφόρον ἢ μὲ ἔριφον. Ἐπί τινος ἀφράκτου ἑρμαρίου, εἰς τὸν ἀριστερὸν τοῖχον, ἔβλεπέ τις διάφορα ἀντικείμενα, οἷον στεφάνους ἀνδρογύνων (νεκρῶν ἴσως ἀνδρογύνων) τυλιγμένους ἐντὸς λευκῆς σκέπης, τεμάχια βαπτιστικῶν καὶ κουκουλίων ἀπὸ τὸ βάπτισμα βρεφῶν, ὡς καὶ γυμνὰ κόκκαλα ἀκόμη, καὶ τρυφερὰ λευκὰ κρανία μικρῶν παιδίων.
Τὰ παιδάκια τὰ ἀνηρτημένα ἐπὶ τῆς λευκῆς ποδιᾶς ἦσαν ὁμοιώματα μικρῶν παιδίων, ταχθέντα ἀπὸ τὰς μητέρας, ὅταν τὰ μικρά των ἦσαν ἄρρωστα, εἰς τὴν Παναγίαν τὴν Γλυκοφιλοῦσαν, τὴν μητέρα τοῦ θείου Βρέφους, καὶ προσφερθέντα εἰς τὸν ναόν της μετὰ τὴν ἴασιν τῶν ἀρρώστων. Τὸ ὁμοίωμα τοῦ μικροῦ ζῴου ἦτο καὶ αὐτὸ βεβαίως ἀπὸ τάξιμον. Καὶ οἱ στέφανοι τῶν ἀνδρογύνων ἦσαν ἀφελῆ ἀποθέματα καὶ μνημόσυνα ἀτυχῶν συνοικεσίων, γενόμενα ὑπὸ τῆς μητρός, ἥτις ἐπέζησεν ἔρημη καὶ ἄχαρη, εἰς ἀνάμνησιν θυγατρός, ἣτις ἀπέθανεν ἴσως λεχώ, εὐθὺς μετὰ τὸν πρῶτον τοκετόν, ἀφιερώματα καὶ ταῦτα εἰς τὴν προστάτιδα τῶν λεχῶν, τὴν Παναγίαν τὴν Γλυκοφιλοῦσαν. Καὶ τὰ τεμάχια τῶν βαπτιστικῶν καὶ κουκουλίων ἦσαν καὶ ταῦτα ἐνθύμια παιδίων, ἀποθανόντων εὐθὺς μετὰ τὸ βάπτισμα, καὶ τὰ λευκὰ κόκκαλα καὶ τὰ κρανία τὰ τρυφερὰ ἦσαν ἄσπιλα λείψανα παιδίων, τὰ ὁποῖα εἶχεν εὐδοκήσει νὰ καλέσῃ ἐνωρὶς εἰς τὸν Παράδεισον, πλησίον τοῦ υἱοῦ της τοῦ εἰπόντος «Ἄφετε τὰ παιδία ἔρχεσθαι πρός με, καὶ μὴ κωλύετε αὐτά», ἡ Παναγία ἡ Γλυκοφιλοῦσα.

* *
Τὰ στέφανα τοῦ γάμου καὶ τὰ βαπτιστικὰ κουκούλια τοῦ μικροῦ παιδιοῦ, τὰ εἶχε φέρει εἰς τὸν ναΐσκον ἡ θεια-Ἀρετώ, ἡ Χρονιάρα, ἡ ἀφιλοκερδὴς νεωκόρος καὶ πρόθυμος διακοσμήτρια ὅλων τῶν ἐξωκκλησίων. Ἤρχετο τακτικὰ δύο φορὰς τὴν ἑβδομάδα ἀπὸ τὸ καλυβάκι της, τὸ ὁποῖον ἀπεῖχεν ἡμισείας ὥρας δρόμον ἀπὸ τὴν ἔρημον ἀκτήν, ἤρχετο διὰ νὰ ἐπισκεφθῇ τὴν Παναγίαν τὴν Γλυκοφιλοῦσαν καὶ τοὺς Ἁγίους Ἀποστόλους καὶ τὸν Ἅγιον Νικόλαον, καὶ ὅλα τὰ παρεκκλήσια, τὰ κτισμένα ἐπάνω εἰς τοὺς ἀγρίους μονήρεις βράχους, διὰ ν᾽ ἀνάψῃ τὰ κανδήλια καὶ νὰ προσευχηθῇ εἰς τοὺς Ἁγίους. Ἐκατοικοῦσε μετὰ τὸν θάνατον τοῦ ἀνδρός της, τοῦ συχωρεμένου, εἰς τὸν ἐξοχικὸν οἰκίσκον, σιμὰ εἰς τὸ Πυργί, ἐπάνω ἀπὸ τὴν Ἁγίαν Ἑλένην, ἀνάμεσα εἰς τὸ Κακόρρεμα, καὶ εἰς τὸ Μεγάλ᾽ Ὀρμάνι. Εἶχε τὴν μικρὰν περιοχήν της, μὲ τὸν ἐλαιῶνα, τὴν ἄμπελον, τοὺς μικροὺς κήπους καὶ τὸν ἀγρόν, καὶ ἀπ᾽ ἐκεῖ οἰκονομοῦσε τὸ καθημερινόν της, κ᾽ ἐζοῦσεν αὐτὴ καὶ τὰ ἐγγόνια της, υἱοὶ τοῦ μεγάλου υἱοῦ της, ὁ πρῶτος εἰκοσαετής, ὁ δεύτερος δεκαεπταετής, καλλιεργοῦντες τὴν γῆν.
Οἱ γονεῖς των εἶχον ἀποθάνει νέοι πρὸ δεκαπενταετίας καὶ πλέον. Ἡ μάμμη των, αὐτὴ τοὺς ἀνέθρεψεν, αὐτὴ τοὺς εἶχεν ἀναστήσει, αὐτὴν ἐγνώριζαν μητέρα.Ἡ θεια-Ἀρετὼ ἦτο καλὴ χριστιανή, καὶ δὲν εἶχε κάμει κακὸ εἰς καμμίαν γειτόνισσαν, καὶ ὅμως ὑπέφερε πολλὰς δυστυχίας εἰς τὴν ζωήν της. Ὁ χάρος τὴν εἶχε κατατρέξει, καὶ ἂν δὲν εἶχε καὶ τὰ δύο ἐγγόνια της, θὰ ἦτον ἔρημη εἰς τὸν κόσμον. Καὶ ὅμως εἰς ὅλα ἔλεγε, Δόξα σοι ὁ Θεός. Εἶχε καὶ μίαν κόρην, τὴν Ἀλεξανδρώ, τὴν ὁποίαν εἶχεν ὑπανδρεύσει πρὸ τριῶν ἐτῶν, νέαν εἴκοσι ἐτῶν μὲ τὸν Κωνσταντὴ τὸν Ντάναν. Καὶ εἰς αὐτὴν εἶχε δώσει καλὰ μαθήματα, καὶ τὴν ἔκαμε νὰ εἶναι ἀπὸ πολλὰς συνομηλίκους της φρονιμωτέρα. Τῆς ἔδιδε συμβουλάς, ἐκ τῶν ὁποίων θὰ ἠδύνατο νὰ ὠφεληθῇ, ἐὰν ἐπέζη ἐκείνη. «Ζήσῃς χρονίσῃς, θυγατέρα, τῆς ἔλεγε, ποτέ σου νὰ μὴ ζηλέψῃς τὸ ξένο στολίδι, νὰ μὴν πῇς κακὸ γιὰ τὴν γειτόνισσα, νὰ μὴν κοιτάζῃς τί κάνει ἡ πλαγινή σου, νὰ μὴ βάλῃς μαναφούκια*, νὰ μὴ ξευχηθῇς, νὰ μὴ βλαστημήσῃς».
Καὶ ἄλλα ἀκόμη τῆς ἔλεγε. Πλήν, ἐκείνη, ἡ πτωχή, δὲν εἶχε τύχην νὰ ζήσῃ, διὰ νὰ βάλῃ εἰς πρᾶξιν ὅλας τὰς καλὰς ταύτας συμβουλάς. Προχθὲς ἀκόμη τὸ παρθενικὸν ἄνθος εἶχεν ἀνοίξει ἐρυθρόν. Χθὲς ἔγινε νύμφη· τὴν ἄλλην ἡμέραν μήτηρ, λεχώ, νεκρά. Καὶ ὅμως ἡ θεια-Ἀρετὼ δὲν ἦτο στρίγλα· καὶ ὅμως, ἀφοῦ ἐπὶ δέκα ἔτη τῆς ἔδιδεν εὐχὰς καὶ συμβουλάς, ἀρχίζουσα πάντοτε ἀπὸ τὴν φράσιν αὐτήν, «Ζήσῃς-χρονίσῃς, θυγατέρα», τὴν ἡμέραν καθ᾽ ἣν ἔγινε νύμφη ἐκείνη, ὀργισθεῖσα ἡ μήτηρ ἀπὸ περισσὰς ἴσως ἀπαιτήσεις τοῦ γαμβροῦ ὡς πρὸς τὴν προῖκα, ἀπὸ διφορουμένην ἴσως καὶ παθητικὴν στάσιν τῆς κόρης, τίς οἶδεν ἀπὸ τί, τέλος, τῆς εἶπεν εἰς τὸν θυμόν της ἐπάνω «Νὰ μὴ χρονίσῃ!» Καὶ πράγματι δὲν ἐχρόνισε.
Καὶ ὅμως ἡ γραῖα δὲν ἦτο κακῆς ψυχῆς· καὶ ὅμως εἶχε καταρασθῆ τὴν κόρην της «νὰ μὴν τὴν εὕρ᾽ ὁ χρόνος!» Καὶ δὲν τὴν ηὗρεν ὁ χρόνος. Καὶ ἀφοῦ ἀπέθανεν ἐκείνη δέκα ἡμερῶν λεχώ, ἀπέθανε καὶ τὸ παιδίον δωδεκαήμερον, ἀφοῦ ἐβαπτίσθη, ἡ θεια-Ἀρετώ, τὴν ὁποίαν τινὲς τῶν καλῶν γειτονισσῶν εἶχαν ἐπονομάσει «ἡ Χρονίστρα», καὶ ἄλλαι πάλιν τὴν ἔλεγαν ἀπαισίως «ἡ Ἀχρόνιαστη», καὶ πάλιν ἄλλαι τὴν ὠνόμαζον εὐφήμως «ἡ Χρονιάρα», ἔλαβε τὰ στέφανα τοῦ γάμου, ἔκοψε καὶ μέρος ἀπὸ τοὺς «φωτεινοὺς χιτῶνας» καὶ τὰ «κουκούλια ἀγαλλιάσεως» τοῦ μικροῦ, καὶ τὰ ἔφερεν ἀφιέρωμα εἰς τὸν ναΐσκον τῆς Παναγίας. Ἔλαβε καὶ τὴν μεταξωτὴν χρυσοκέντητον νυμφικὴν στολὴν τῆς ἄμοιρης, καὶ τὴν προσέφερεν ὅλην εἰς τὸν παπα-Μπεφάνην, τὸν συνήθη ἱερουργὸν τοῦ παρεκκλησίου. Καὶ τὸ μὲν κόκκινον ἐκ μεταξωτῆς σκέπης* ὑποκάμισον μὲ τὴν τραχηλιὰν καὶ τὰ μανίκια κεντητὰ ἐκ χρυσοῦ, τὸ ἔκαμε στιχάριον, διὰ νὰ τὸ φορῇ ὁ ἱερεὺς ποδῆρες, ὅταν προσφέρῃ τὰς λογικὰς θυσίας. Τὸ δὲ ποδογύρι* τοῦ φουστανίου, ὁλόχρυσον, τρεῖς σπιθαμὰς παρὰ δύο δάκτυλα πλατύ, μὲ ἁδρὰς ἐκ χρυσοῦ κλάρας καὶ μὲ ἄνθη, τὸ ἔκαμεν ἐπιτραχήλιον, διὰ νὰ τὸ φορῇ ὁ λειτουργὸς τὰς καλὰς ἡμέρας. Τὴν δὲ χρυσῆν ζώνην μὲ τὰ ἀργυρᾶ τορευτὰ καὶ ἀμυγδαλωτὰ τσαπράκια* τὴν ἔκαμε περιζώνιον, διὰ νὰ τὸ ζώνεται ὁ ἱεροφάντης περὶ τὴν ὀσφύν του. Καὶ τὰ χρυσοΰφαντα προμάνικα* τοῦ βαβουκλιοῦ*, τὰ ἀναδιπλούμενα περὶ τὰς ὠλένας τῶν νυμφῶν, τὰ ἔκαμεν ἐπιμάνικα, διὰ νὰ συστέλλῃ ὁ θύτης τοὺς καρποὺς τῶν χειρῶν του, ὅταν ἐν φόβῳ ἔμελλε νὰ προσφέρῃ τὰ ἅγια. Καὶ τὸ ὡραῖον πολύπτυχον φόρεμα, τὸ χαρένιο* μὲ τὸ γλυκὺ βυσσινὶ χρῶμα, καὶ τὸ ὁποῖον ἔκαμνε νερὰ-νερὰ εἰς τὸ βλέμμα, τὸ ἔκαμε φαιλόνιον διὰ νὰ σκέπῃ ὁ ἱερεὺς τὰ νῶτα καὶ τὸ στέρνον του, ὅταν ἵσταται ἐνώπιον τοῦ ἱεροῦ θυσιαστηρίου. Καὶ ὅλην αὐτὴν τὴν ἀλλαξιὰν τῶν ἱερῶν ἀμφίων, τὴν εἶχε προσφέρει εἰς τὸν παπα-Μπεφάνην, τὸν συχνὸν λειτουργὸν καὶ σχεδὸν ἐφημέριον τοῦ μικροῦ βορεινοῦ παρεκκλησίου. Καὶ δύο φορὰς τὴν ἑβδομάδα ἔπαιρνε τὸ ραβδάκι της εἰς τὴν δεξιὰν χεῖρα καὶ τὸ καλαθάκι της εἰς τὸν ἀγκῶνα τοῦ ἀριστεροῦ βραχίονος, καὶ ὁδηγοῦσα καὶ μίαν ἀμνάδα καὶ μίαν αἶγα, τὰς ὁποίας ἔβοσκεν ἡ ἰδία, κατήρχετο ἀπὸ τὸ Μεγάλο Ὀρμάνι, καὶ ἔφθανεν εἰς τὴν κρημνώδη θαλασσόπληκτον ἀκτήν, κ᾽ ἐπήγαινε ν᾽ ἀνάψῃ τὰ κανδήλια τῆς Παναγίας τῆς Γλυκοφιλούσης.

* *
Εἶχε σιγήσει ὁ φοβερὸς τυφών, καὶ εἶχε κοπάσει ἡ λαῖλαψ, καὶ ἡ θάλασσα ἔβραζεν ἀκόμη μὲ ὑπόκωφον βοήν, δεχομένη τὰ χωματόχροα καὶ θολὰ ρεύματα τῶν χειμάρρων, καὶ ὁ ἄσπιλος πόντος εἶχε μιανθῆ ἀπὸ τῆς γῆς τὰς ὕλας. Ὁ ἥλιος εἶχε φανῆ εἰς μίαν γωνίαν τοῦ οὐρανοῦ, τὰ σύννεφα εἶχαν συμμαζευθῆ εἰς μίαν ἄλλην γωνίαν. Ὁ ταῦρος τοῦ Θεοδόση ὁ φιλέρημος, μὲ τὸ ἓν κέρατον (εἶχε χάσει τὸ ἄλλο πρὸ ἐτῶν, ὅταν ἦτο νέος ἀκόμη, εἰς μάχην μὲ ἄλλον ταῦρον), ἐξηκολούθει νὰ βλέπῃ τὰς καλλικατζούνας, αἵτινες εἶχον κατέλθει πρὸ ὀλίγου τίς οἶδεν ἀπὸ ποίαν ἀνήλιον σπηλιάν, ἀπὸ τὰ ὕψη τῶν φοβερῶν ἁλιπλήκτων βράχων, καὶ ἔκαμναν ὡς νὰ ἐβουτοῦσαν τὰ ράμφη ἐπιπολῆς τοῦ κύματος, καὶ ἐτίναζαν τὰ πτερὰ διὰ νὰ στεγνώσουν, καὶ πάλιν ἔκαμναν ὡς διὰ νὰ βουτήξουν. Τέλος ἐβούτηξαν ὅλαι ἐν σώματι, καὶ ἀνελθοῦσαι εἰς τὸ κῦμα, ἤρχισαν νὰ πλέωσι κανονικῶς, ὡς μικρὸς στολίσκος τελείως ὠργανισμένος, ἡγουμένης μιᾶς, εἶτα δευτέρων ἐρχομένων δύο, καὶ ἀκολουθουσῶν τῶν λοιπῶν, δέκα ἢ δώδεκα, δύο μόνων οὐραγῶν ἑπομένων. Ὁ ταῦρος ἀφῆκε μακρὸν μυκηθμόν, ἐσηκώθη καὶ αὐτός, ἐτίναξε τὰ μέλη, καὶ στραφεὶς ἤρχισε ν᾽ ἀνέρχηται τὸ ρεῦμα, ἐπιστρέφων εἰς τὴν στάνην τοῦ Θεοδόση, ὡς ἔκαμνε καθημερινῶς, ὅταν δὲν εἶχεν ἐργασίαν.
Αἱ αἶγες τοῦ Στάθη Μπόζα αἵτινες εἶχον καταυλισθῆ, ἐνόσῳ διήρκει ἡ καταιγίς, ὑποκάτω εἰς τὸ μέγα Κιόσκι, τὸ σωζόμενον ἀκόμη, τοῦ παλαιοῦ ἐρήμου χωρίου, ὅπου τὸ πάλαι συνήρχοντο ὅλοι οἱ προεστοὶ καὶ ἐβουλεύοντο περὶ τῶν κοινῶν, ἐξῆλθον καὶ αὐταὶ διὰ νὰ βοσκήσωσιν, ἅμα ἡ καταιγὶς ἔπαυσε. Καὶ δύο ἐξ αὐτῶν εἶχαν ξεκαμπίσει, καὶ εἶχαν ἀπομακρυνθῆ, καὶ κατέβησαν ἀπὸ ἕνα ὑψηλὸν κυρτὸν βράχον, καὶ ἔφθασαν εἰς τὴν μικρὰν κόγχην, κάτωθεν τοῦ ἱεροῦ Βήματος τῆς Παναγίας τῆς Γλυκοφιλούσης, ὁπόθεν ἀρχίζει ὁ φοβερὸς κάθετος κρημνὸς εἰς τὴν θάλασσαν, διακοσίων ὀργυιῶν ὕψος, κ᾽ ἐκεῖ, ἀφοῦ ἐβόσκησαν ὅλα τὰ κρίταμα ὅσα ηὗραν, ἐβραχώθησαν* κ᾽ ἔμειναν, μὴ δυνάμεναι πλέον ν᾽ ἀναβῶσιν. Ἐβραχώθησαν καθὼς βραχώνεται ἡ μεγάλη χονδρὴ ἀπετουνιὰ μὲ τὸ μέγα ἄγκιστρον καὶ μὲ τὸ γενναῖον δόλωμα εἰς τὸ θαλάμι, κάτω εἰς τὸν πυθμένα εἰς τὰ ἀνεξερεύνητα βάθη, ἀνάμεσα εἰς βράχους ριζωμένους καὶ εἰς φύκη καὶ ὄστρακα. Καὶ τὸ μὲν δόλωμα τὸ ἔφαγεν ὁ πελώριος ὀρφὸς ἢ ἡ σμέρνα ἡ παρδαλὴ καὶ μαυρειδερή, ἡ ἀντιπαθὴς καὶ ἄπιαστη, τὸ ἄγκιστρον ἐβραχώθη κάτω εἰς τὸ θαλάμι, καὶ δὲν ἐβγαίνει πλέον, ἡ δὲ ἀπετουνιὰ τραβᾶται καὶ τεντώνεται καὶ κόπτεται, καὶ ὁ ψαρὰς μένει μὲ δύο πήχεις σπάγκον εἰς τὴν χεῖρα.
Ὁμοίως καὶ ὁ Στάθης ὁ Μπόζας ὁ βοσκὸς ἔμεινε μὲ τὸ μικρὸν κοπάδι του κολοβὸν καὶ ἀκρωτηριασμένον, ἅμα ἔχασε τὰς δύο αἶγας, τὰς ὁποίας ἔβλεπεν ἱστάμενος ἐπάνω εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ βράχου, κρατῶν τὴν ὑψηλὴν μαγκούραν του, καὶ ὁ ἴσκιος του ἔπιπτε μακρὸς ἐμπρός του, καὶ ἡ κεφαλή του ἐφαίνετο πέραν εἰς μεγάλην ἐξοχὴν τοῦ βράχου, μόλις διακρινομένη καὶ χανομένη, καθόσον ὁ ἥλιος ἐχαμήλωνεν ὁλονὲν εἰς τὴν δύσιν. Τὰς ἔβλεπε φυλακωμένας, εἰς τὴν φοβερὰν πτυχὴν τοῦ κρημνοῦ, παρὰ τρίχα εἰς αὐτὸ τὸ χεῖλος τῆς ἀβύσσου, καὶ τὰς ἐκάλει εἰς μάτην, διὰ τῶν καταληπτῶν εἰς ἐκείνας συνθηματικῶν μονοσυλλάβων:
― Ἄι, ἄι! ὄι! Ψαρή! ὤ, χώ, Στέρφα!
Εἰς μάτην. Ἡ Ψαρὴ καὶ ἡ Στέρφα εἶχαν καθίσει ἀδρανεῖς, ἀνάλγητοι, ἀναίσθητοι, καὶ οὐδ᾽ ἀπήντων διὰ βελασμοῦ εἰς τὰς προσκλήσεις τοῦ βοσκοῦ.
Καὶ ὁ Στάθης ἔκυπτε καὶ ἔκυπτε πρὸς τὴν ἄβυσσον, ἀφειδῶν τῆς ἰδίας ψυχῆς του, περιφρονῶν τὸν ἴλιγγον, προκαλῶν τὴν σκοτοδίνην, διὰ νὰ τὰς ἴδῃ καλύτερον. Καὶ τὰ δύο ζωντανὰ πράγματα ἵσταντο καὶ ἐκάθηντο καὶ ἔκαμπτον τὰ γόνατα ἐπὶ τῆς στενῆς προβολῆς τοῦ βράχου, καὶ μόνον ἡ μία, ἡ Ψαρή, ἀπήντησε τέλος διὰ παραπονετικοῦ βελάσματος εἰς τὰς προσκλήσεις τοῦ κυρίου της. Ἡ ἄλλη, ἡ Στέρφα, οὔτε φωνὴν ἐξέβαλεν, οὔτε κίνημα ἔκαμεν, οὔτε ἐσκέπτετό τι περὶ ὅλης τῆς θέσεως τῶν πραγμάτων.
― Δὲν μὲ μέλει γιὰ τὴν Στέρφα, εἶπε τέλος στενάζων ὁ βοσκός. Τὴν Ψαρὴ ἂς ἠμποροῦσα νὰ γλυτώσω!…

* *
Ὁ μπάρμπ᾽ Ἀναγνώστης ὁ Παρθένης, ὅστις εἶχε φθάσει ἀρτίως, κ᾽ ἐκάθητο ἐπὶ τῆς πεζούλας, ἔξωθεν τοῦ ναΐσκου τῆς Παναγίας, περιμένων νὰ ἔλθῃ ὁ παπα-Μπεφάνης, διὰ νὰ διαβάσουν τὸν ἑσπερινόν ―ἦτο δὲ τότε ἡ ἡμέρα τοῦ Ἁγίου Στεφάνου, τρίτη ἀπὸ τῶν Χριστουγέννων― ἐπρότεινε γνώμην ὅτι ἔπρεπε νὰ πάρουν λεπτὸν ἀλλὰ γερὸν σχοινί, νὰ κάμουν θηλιάν, τεχνικά, εἰς τὴν ἄκρην, καὶ νὰ τὸ ρίψουν κάτω, διὰ νὰ τραβήξουν τὰς δύο αἶγας. Ἡ θεια-Ἀρετὼ ἡ Χρονιάρα εἶπε νὰ κατεβάσουν διὰ σχοινίου μεγάλην ὑπερμεγέθη κοφίναν, καὶ νὰ σείουν τὸ σχοινίον τοιούτῳ τρόπῳ, ὥστε νὰ εἶναι ἐλπὶς νὰ ἔμβῃ τέλος ἡ μία γίδα πρῶτον, εἶτα ἡ ἄλλη, μέσα εἰς τὴν κοφίναν, καὶ οὕτω νὰ τὰς ἀνασύρουν, τὴν μίαν μετὰ τὴν ἄλλην. Ἡ θεια-Ἀρετὼ διηγεῖτο ὅτι παρόμοιόν τι εἶχε συμβῆ καὶ εἰς τὸν παππούν της πρὸ ἑξῆντα χρόνων, καὶ ὅτι τὸ μέσον τοῦτο ἐπέτυχε τότε. Ὁ Κωνσταντὴς ὁ Περηφανάκιας, συνάδελφος τοῦ Στάθη βοσκός, ἐξέφερε γνώμην ὅτι ἔπρεπε νὰ πάρουν μέγα χονδρὸν ἄγκιστρον, ὡσὰν ἁρπάγην, νὰ τὸ δέσουν εἰς τὴν ἄκραν τοῦ σχοινίου, καὶ εἰς τὸ ἄγκιστρον ἐπάνω νὰ περάσουν κλαδιὰ καὶ χόρτα καὶ βλαστάρια, καὶ διὰ τοῦ δολώματος τούτου νὰ ἐφελκύσουν τὰς δύο αἶγας, ὥστε ἐνῷ αὗται θὰ ἐμασοῦσαν τὴν ὀρεκτικὴν τρυφερὰν βοσκήν, τὸ ὀξὺ ἀκονημένον ἄγκιστρον θὰ ἦτο πιθανὸν νὰ χωθῇ μέσα εἰς τὸ κατωσάγονον τῆς μιᾶς καὶ τῆς ἄλλης γίδας, καὶ τότε, αἱματωμένας μέν, ἀλλὰ σωσμένας, θὰ τὰς ἐτραβοῦσαν ἐπάνω.
― Δὲν εἶναι προκοπή, εἶπεν ἀποφασιστικῶς ὁ Στάθης ὁ Μπόζας· ἔλα νὰ μὲ καλουμάρετε* κάτω, νὰ ἰδῶ τί θὰ κάμω…
Ἡ θεια-Ἀρετὼ ἤρχισε νὰ κάμνῃ πολλοὺς σταυρούς, ἐξισταμένη διὰ τὸν τολμηρὸν λόγον τοῦ βοσκοῦ.
― Ποῦ νὰ σὲ κατεβάσουν, γυιέ μ᾽, Στάθη μ᾽, ἔλεγε· πῶς νὰ σὲ κατεβάσουν! Ποῦ θὰ πᾷς; Ποῦ θὰ πατήσῃς;
Ὁ μπάρμπ᾽ Ἀναγνώστης ὁ Παρθένης ἐτανύσθη ἀκουμβῶν εἰς τὸν τοῖχον τῆς ἐκκλησίτσας, εἰς τὸ προσήλιον, καὶ ἀφῆκε παρατεταμένον θορυβῶδες χάσμημα, ἡνωμένον μετὰ στεναγμοῦ.
Ὁ Κωνσταντὴς ὁ Περηφανάκιας ἤρχισεν εὐγλώττως ν᾽ ἀποτρέπῃ τὸν Στάθην τὸν Μπόζαν.
― Δὲ βολεῖ, νὰ σ᾽ πῶ, Στάθ᾽, ἁπ᾽ λέει οὑ λόους, τάχα, νὰ ποῦμε. Γλέπ᾽ς, κειδὰ κάτ᾽ εἶν᾽ οἱ γίδις στριμουμένες κι οἱ δυό, τουλόου σ᾽ ποῦ θὰ πατήσῃς νὰ τς δέσῃς νὰ τς ἀνεβάσῃς ἀπάν᾽;
Τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἔφθασε καὶ ὁ παπα-Μπεφάνης, μὲ τὴν λευκήν του γενειάδα, μὲ τὸ κοντὸν τρίχινον ράσον του, καὶ μὲ τὸ μαῦρον σάλι του περὶ τὸν λαιμόν. Ἔμαθε τὸ συμβάν, ἤκουσε τὸ σχέδιον τοῦ Στάθη, κ᾽ ἔσεισε τὴν κεφαλήν.
― Ἀποκοτιά, εἶπε, μεγάλη ἀποκοτιά.
― Ἀποκοτιά, μαθές, ἐπανέλαβε καὶ ἡ θειὰ τὸ Ἀρετώ.
Συγχρόνως δὲ κατέβη εἰς τὸν νοῦν της μία ἰδέα.
― Ἀμμὴ σὰν τὸ ἀποφασίσῃς, γυιέ μ᾽, κάμε τὸ σταυρό σ᾽ καὶ τάξε τίποτε στὴν Παναγιά, νὰ σὲ φυλάξῃ.
―Ἔταξα ἐγὼ μέσα μου, εἶπεν ὁ Στάθης· ἔταξα νὰ τῆς τὴν πάγω ἀσημένια τὴ μιὰ τὴ γίδα, σὰν τὴν γλυτώσω, τὴν Ψαρή. Τὴν Ψαρὴ ἂς γλύτωνα!
Ὁ ἱερεὺς ἔκαμε διφορούμενον νεῦμα.
― Δὲν εἶναι πρέπον, εἶπε, νὰ παρακινοῦμεν τοὺς ἄλλους νὰ τάζουν… Τὸ τάξιμο εἶναι προαιρετικόν… «Ὅση πέφυκεν ἡ προαίρεσις», ποὺ λέει καὶ τὸ τροπάρι… Μὰ ἂς εἶναι… ἂν ἤθελε νὰ κάμῃ καμμιὰ λειτουργία…
Τὴν τελευταίαν φράσιν τὴν εἶπε παραπονετικῶς μέσα του. Εἶτα ἐπανέλαβε:
― Καὶ τὸ καλύτερο ποὺ ἔχει νὰ τάξῃ κι αὐτὸς κι ὅλοι τους εἶναι νὰ μὴν ἀφήνουν τὰ γίδια τους νὰ μβαίνουν μέσα εἰς τὰ ξωκκλήσια καὶ τὰ γεμίζουν βιρβιλιές*… Νὰ εἶναι προσεκτικώτεροι καὶ νὰ ἔχουν περισσότερον σέβας… Νὰ μὴν πατοῦν τὰ ξένα κτήματα μὲ τὰ κοπάδια τους καὶ τρώγουν τὶς ἐλιὲς καὶ τὰ θηλιάσματα* τῶν χριστιανῶν. Αὐτὰ πρέπει νὰ τάξῃ.
― Τάζω, εἶπεν ὁ Στάθης.
― Καλά, νά ᾽χῃς τὴν εὐχή… Τώρα, ἂν σὲ καλουμάρουν, ἔχε θάρρος.
―Ἡ εὐχή σ᾽, παπά μ᾽.

* *
Ἐφαίνετο ἀποφασισμένον ὅτι ὁ Στάθης θὰ κατεβιβάζετο διὰ σχοινίου εἰς τὸν βράχον, διὰ νὰ ζητήσῃ τὰς δύο χαμένας αἶγάς του. Μόνον ὁ Περηφανάκιας ἔλαβε πάλιν τὸν λόγον:
― Νὰ σ᾽ ὁρίσου, ἁπ᾽ λέει οὑ λόους, παπά μ᾽, νὰ σ᾽ πῶ, Στάθη μ᾽, αὐτό, τί λογᾶτε*, εἶναι, ἁπού ᾽πε κ᾽ ἡ ἁϊωσύνη τ᾽, ἁπ᾽ λέει κ᾽ ἡ θειὰ τ᾽ Ἀρετώ, μιγάλι ἀπουκουτιά. Ἕνα πάτ᾽μα εἶναι κειδὰ μέσα, ἕν᾽ ἁπλόχερο* χοῦμα κὶ δυὸ δάχ᾽λα κουτρώνι, ποῦ θὰ πατήσ᾽, πῶς θὰ πιάσ᾽ τς γίδις νὰ τς δέσ᾽, ἁπ᾽ λέει οὑ λόους, νὰ σ᾽ ὁρίσου, παπά μ;
―Ἐγὼ δὲν τὸν παρακινῶ νὰ κατεβῇ, εἶπεν ὁ ἱερεύς… Εἰς πράγματα τόσον λεπτά, ὁποὺ ἀποβλέπουν τὴν ζωὴν καὶ τὸ συμφέρον τοῦ ἀνθρώπου, κανεὶς δὲν πρέπει ν᾽ ἀναγκάζῃ τὸν ἄλλον. Ὁ ἴδιος θὰ δώσῃ λόγον.
― Κὶ λές, παπά μ᾽, σὰν πάθω τίποτα, θὰ πάω κολασμένος; ἠρώτησεν ὁ Στάθης.
― Αὐτὸ ὁ Θεὸς τὸ ξέρει, εἶπεν ὁ ἱερεύς. Ἐσεῖς, οἱ πλειότεροι, εἶσθε ἀλιβάνιστοι. Δὲν ζυγώνετε σ᾽ ἐκκλησία!
― Κάθε κακὸ φεύγει· ἐψιθύρισεν ἀποφθεγματικῶς ὁ μπάρμπ᾽ Ἀναγνώστης ὁ Παρθένης, ὅστις εἶχε σηκωθῆ ἀπὸ τὴν πεζούλαν, καὶ ἵστατο στηριζόμενος ἐπὶ τῆς βακτηρίας του, ἔξω τῆς θύρας τοῦ ναΐσκου.
― Κανείς σας δὲν ἦρθε νὰ ξομολογηθῇ αὐτὲς τὲς ἡμέρες. Ἄχ! οἱ γονεῖς σας δὲν ἦσαν τέτοιοι… Ἄχ! οἱ παλιοί, οἱ παλιοί!
― Οἱ παλιοί, οἱ πρωτινοί, ἦταν ἀνθρῶποι, εἶπεν ἐπιβεβαιωτικῶς ἡ θειὰ τ᾽ Ἀρετώ.
―Ἐγὼ δὲν εἶμαι καὶ τόσο φευγᾶτος ἀπ᾽ τὰ θεῖα, παπά, εἶπε παραπονετικῶς ὁ Στάθης.
―Ἐσὺ ἔχεις κάποια μικρὴ διαφορά… Μὰ ἀκόμα, ἀκόμα…
―Ἔχουμε ταμένα, μαζὶ μὲ τὸν Κωνσταντὴ τὸν Ἄγγουρο, νὰ ξανακτίσουμε καὶ τὴν ἐκκλησίτσα τ᾽ Ἁι-Παντελέημονα… Τὴν εἶχε ὀνειρέψει τοῦ Κωνσταντῆ τὴ γυναῖκα.
― Ἄμποτε, ὁ Θεὸς νὰ σᾶς ἀξιώσῃ, εἶπεν ὁ ἱερεύς.
― Μακάρι, ἄξιος ὁ μισθός σας, εἶπε καὶ ἡ θειὰ τ᾽ Ἀρετώ.

* *
Ὁ Ἀγκούτσας δὲν ἦτο ἰδιοκτήτης ποιμνίων, οὔτε γεωργός, οὔτε κἂν βοσκός, οὔτε οἰκίαν εἶχεν, οὔτε φαμιλιάν, τίποτε. Ἦτο πλάνης, ἄστεγος. Πότε ἐδούλευε μὲ ἡμεροκάματον σιμὰ εἰς τοὺς κολλήγας, τοὺς καλλιεργητάς, πότε ἔμβαινε παραγυιὸς εἰς τοὺς βοσκοὺς διὰ νὰ φυλάγῃ τὰς αἶγας. Τὸν περισσότερον καιρὸν ἐγύριζεν ἀπὸ μάνδραν εἰς μάνδραν, ἀπὸ καλύβι εἰς καλύβι, ἀπὸ κατάμερον* εἰς κατάμερον, χωρὶς ἐργασίαν, καὶ τοῦ ἔδιδαν οἱ ποιμένες ξινόγαλα κ᾽ ἔτρωγε. Κάποτε τοῦ ἔλεγαν:
― Δὲν πᾷς, καημένε Ἀγκούτσα, νὰ βγάλῃς τίποτε πεταλίδες, κάτω στὸ γιαλό, ἢ τίποτε καβουράκια, στὸ ρέμα μέσα;
Τοῦτο ἦτο ἀσφαλὲς σημεῖον ὅτι τὸν ἔδιωχναν. Ὁ Ἀγκούτσας τὸ ἐκαταλάβαινε κ᾽ ἔφευγε.
― Καλὰ ποὺ μοῦ τὸ θύμισες, ἔλεγε.
― Κ᾽ ἤτανε μεγάλο πρᾶγμα νὰ τὸ θυμηθῇς;
―Ὄχι· μὰ κάνει ζέστη· τόση ζέστη.
Καὶ θὰ ἦτο μόνον Μάρτιος· πλὴν ὁ Ἀγκούτσας δὲν ἠμποροῦσε νὰ ὑποφέρῃ τὴν ζέστην. Ἔλεγεν ὅτι, τουκάκου, ἀδύνατον ἦτο νὰ κάμῃ τις δουλειὰ τὸ καλοκαίρι. Καὶ ὅλος ὁ καιρός, ἐκτὸς ὀλίγων ἑβδομάδων, μοιρασμένων σποραδικῶς εἰς τρεῖς ἢ τέσσαρας μῆνας, ἦτον καλοκαίρι.
Ἔφευγε λοιπὸν ἀπὸ κάθε στάνην, ὁπόθεν τὸν ἔστελλαν νὰ βγάλῃ πεταλίδες. Καὶ δὲν ἐπήγαινε μὲν νὰ βγάλῃ πεταλίδες, ἀλλ᾽ ἐπήγαινεν εἰς ἄλλην στάνην, εἰς ἄλλο κατάμερον.
Τὴν ἡμέραν ἐκείνην συνέβη ὁ Ἀγκούτσας νὰ ἐνθυμηθῇ τὸν Στάθην τὸν Μπόζαν. Καὶ ἀφοῦ τὸν ἐνθυμήθη, ἦλθε νὰ τὸν ἐπισκεφθῇ.
Εὗρε δὲ τὴν ὁμάδα τῶν ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ ἀνθρώπων, ἔξω τῆς θύρας τοῦ ναΐσκου τῆς Παναγίας, ἀκριβῶς καθ᾽ ἣν στιγμὴν ἡ θειὰ τ᾽ Ἀρετὼ ηὔχετο εἰς τὸν Στάθην νὰ εἶναι ἄξιος ὁ μισθός του.
― Τί τρέχει; ἠρώτησεν ὁ Ἀγκούτσας.
Ὁ Περηφανάκιας, τοῦ ὁποίου ἡ γλῶσσα ἦτο καταληπτὴ εἰς τὸν Ἀγκούτσαν, τοῦ διηγήθη ἐν ὀλίγοις τὰ τρέχοντα.
Ὁ Ἀγκούτσας, μὲ τὸ ἡλιοκαὲς καὶ ρικνὸν πρόσωπον, μὲ τὰ πυκνὰ ἀκτένιστα μαλλιά, ἔμεινε σύνοφρυς ἐπ᾽ ὀλίγα δευτερόλεπτα, καὶ εἶτα εἶπε:
― Τί μ᾽ δίνεις, Στάθη, νὰ κατιβῶ ἐγὼ νὰ σ᾽ τς ἀνεβάσω;
― Θὰ κατεβῶ ἐγώ, ἀπήντησεν ὁ Στάθης.
― Τουλόου σ᾽, Στάθη, ἔεις γ᾽ναῖκα καὶ πιδιά… Ἄφσε νὰ κατιβῶ ἰγὼ ἁπ᾽ δὲν ἔχου στοὺν ἥλιο μοῖρα.
Ὁ Στάθης ἐσιώπα.
― Νὰ μ᾽ δώσῃς ἐμένα τὴ μιὰ γίδα, τὴν Ψαρή, κὶ νὰ μὶ καλ᾽μάρετε κάτ᾽, νὰ κατιβῶ νὰ τς ἀνεβάσου.
― Τὴν Ψαρὴ ἐγὼ τὴν ἔταξα στὴν Παναγία, ἀπήντησεν ὁ Στάθης.
Ὁ Ἀγκούτσας ἔδειξεν ὅτι δὲν ἐνόει.
― Τὴν ἔταξα ἀσημένια, προσέθηκεν ὁ Στάθης. Ἡ Ψαρὴ ἐμένα μ᾽ χρειάζεται.
Ὁ Ἀγκούτσας ἔμεινεν ἐπ᾽ ὀλίγας στιγμὰς σύννους.
― Ἂς εἶναι, μ᾽ δίνεις τὴ Στέρφα… Καλὴ εἶναι καὶ ἡ Στέρφα… Ἂ δὲ βρῶ νὰ τὴν πουλήσω νὰ κάμω χαρτσ᾽λίκι, τὴν ξεφαντώνουμε κανένα μεσ᾽μέρι μὲ τὴν παρέα ἐδῶ.
― Θὰ κατεβῶ ἐγώ, ἀπήντησεν ἰσχυρογνώμων ὁ Στάθης… Ἐλᾶτε, παιδιά, νὰ μὴ χασομεροῦμε.

* *
Ἔφεραν μακρὸν σχοινίον δέκα ὀργυιῶν. Ἔδεσαν τὴν μίαν ἄκρην εἰς μέγαν κορμὸν πελωρίου σχοίνου, θάλλοντος δίπλα εἰς τὸ παρεκκλήσιον. Ὁ Στάθης ἔλαβε τὴν ἄλλην ἄκρην, ἔκαμε θηλιάν, κ᾽ ἐδέθη μοναχός του ὑπὸ τὰς μασχάλας.
Τρεῖς ἄνδρες, ὁ Περηφανάκιας, ὁ ἄλλος βοσκός, ὅστις ἦτο ὁ Ντάνας, ὁ συμπέθερος τῆς θεια-Ἀρετῶς, καὶ ὁ Ἀγκούτσας, ὅστις δὲν ἐμνησικάκει διὰ τὴν ἀπόρριψιν τῆς προσφορᾶς του, κρατοῦντες σφιγκτὰ τὸ σχοινίον, ἐκαλουμάρισαν σιγὰ-σιγὰ τὸν Στάθην εἰς τὸ ἰλιγγιῶδες κενόν, εἰς τὸν τρομακτικὸν κρημνόν, εἰς τὴν αἰώραν τῆς ἀβύσσου.
Ὁ Στάθης εἶχεν ὠχριάσει κατ᾽ ἀρχάς. Ἔκαμε τρεῖς σταυρούς, καὶ ἦλθεν εἰς τὴν ὄψιν του. Κατέβαινε κάτω, ταλαντευόμενος, προσπαθῶν νὰ ψαύῃ μὲ τὰς χεῖρας καὶ μὲ τοὺς πόδας τὸν βράχον.
Μίαν φορὰν ἐκτύπησε τὸ δεξιὸν πλευρόν, ὄχι πολὺ σφοδρῶς, κατὰ τοῦ βράχου.
― Ἀγάλι᾽ ἀγάλια! μαλακά, παιδιά· ἐκέλευεν ὁ Ἀγκούτσας. Λάσκα*, λάσκα· καλούμα*!
― Ποῦ ἔμαθες πῶς μιλοῦν οἱ καραβάδες, διαόλ᾽ Ἀγκούτσα; εἶπεν ὁ Περηφανάκιας.
― Σιώπα, μὴ βλαστημᾷς· λάσκα, λάσκα.
Ὁ Στάθης κατέβαινεν εἰς τὸ κενόν, σφίγγων τοὺς ὀδόντας, ἄνοιγοκλείων τὰ ὄμματα, κρατούμενος σφιχτὰ ἀπὸ τὸ σχοινίον. Δὲν ἐφαίνετο νὰ ἐδειλίασε.
― Κοίταξέ τονε πῶς κατεβαίνει, εἶπεν ὁ Ντάνας· σὰ νύφη καμαρωμένη!
Τέλος ὁ Στάθης ἐπάτησεν ἐπὶ τῆς ἐσοχῆς τοῦ βράχου.
Ἐκάθισε καλῶς, συνεμαζεύθη, μὲ τὰ δύο σκέλη περιβάδην ἐπὶ τῆς Ψαρῆς, ἥτις ἐβέλασεν ἅμα τὸν εἶδεν. Ἔλυσε τὴν θηλιὰν ἀπὸ τὰς μασχάλας του, ἔδεσε καλὰ τὴν Ψαρὴν περὶ τὸ στέρνον, καὶ ὑπὸ τοὺς προσθίους πόδας.
Ἔκαμε σημεῖον, καὶ οἱ τρεῖς ἄνδρες ἄνωθεν τοῦ βράχου ἤρχισαν νὰ ἀνασύρωσι σιγὰ-σιγὰ τὴν Ψαρήν.
Μετὰ δέκα λεπτὰ τῆς ὥρας κατῆλθε πάλιν κενὸν τὸ σχοινίον.
Ὁ Στάθης ἔδεσε τὴν Στέρφαν, καὶ οἱ τρεῖς ἄνδρες ἀνέσυραν τὴν Στέρφαν.
Ἡ Στέρφα τότε μόνον ἐδοκίμασε νὰ ἐκβάλῃ βελασμόν, ὅταν ἤρχισε νὰ ταλαντεύηται εἰς τὸ κενὸν μὲ τὸ σχοινίον.
Ὁ Στάθης ἔμεινε μοναχός του ἐπὶ δέκα λεπτὰ τῆς ὥρας, χωρὶς τὴν Ψαρήν, καὶ χωρὶς τὴν Στέρφαν.
Κατὰ τὰ δέκα ταῦτα λεπτὰ ὑπέφερε φοβερῶς. Ὁ ἴλιγγος ἤρχισε νὰ τὸν καταλαμβάνῃ. Ἔκλειε τὰ ὄμματα διὰ νὰ μὴ ζαλίζεται. Ἔσφιγγε τὰ δόντια. Ἔλεγε τὸ Πάτερ ἡμῶν, τὸ Θεοτόκε Παρθένε, καὶ δύο ἀκόμη προσευχάς, ὅσας ἤξευρε.
Ὁ ἄνεμος, ὁ σφοδρὸς ἄνεμος τοῦ μεγάλου κενοῦ καὶ τοῦ πελάγους, ἐφύσα μετὰ βοῆς εἰς τὰ ὦτά του. Ἀνέπνεε δυνατά, ἤσθμαινε, καὶ ἡ καρδία του ἔπαλλεν, ἔπαλλε σφοδρῶς.
Τέλος, ἐφάνη τὸ σχοινίον.
Ὁ Στάθης τὸ ἔδραξε πεταχτά, ἐδέθη σπασμωδικῶς, ἐσφίχθη. Ἐξέχασε νὰ σείσῃ τὸ σχοινίον, διὰ νὰ δώσῃ σημεῖον εἰς τοὺς ἄνδρας. Πλὴν ἐκεῖνοι ᾐσθάνθησαν τὸ βάρος, καὶ ἤρχισαν νὰ τραβοῦν.
Ὁ Στάθης ἀνέπεμψεν ἔνθερμον, ἐσχάτην προσευχήν, προσευχὴν ἀγωνίας, ἐκρατήθη μὲ τρεμούσας χεῖρας ἀπὸ τὸ σχοινίον, καὶ ἀφέθη εἰς τὸ κενόν.
Ἐταλαντεύετο σφοδρῶς. Ὁ ἄνεμος εἶχε δυναμώσει. Ἐκτύπησε δύο ἢ τρεῖς φοράς, τὴν κεφαλήν, τοὺς ὤμους καὶ τοὺς πόδας εἰς τὸν βράχον.
Ὅταν ἔφθασεν εἰς τὸ ὕψος τοῦ βράχου, εἶχε ξεπιάσει ἤδη τὰς χεῖρας ἀπὸ τὸ σχοινίον. Ἦτο λιπόθυμος, ἀδρανὲς σῶμα, ὠχρὸς καὶ μόλις ἀναπνέων.
Οἱ ἄνδρες τὸν ἔλυσαν, τὸν ἐπλάγιασαν ὑπὸ τὸν σχοῖνον, τοῦ ἔδωκαν νὰ πίῃ ρούμι, τὸν ἔβρεξαν μὲ νερόν.
Εὐτυχῶς, δὲν ἐβράδυνε νὰ συνέλθῃ.
Ἡ Ψαρὴ ἦτο ἐκεῖ, καὶ τὸν ἐζέσταινε μὲ τὴν πνοήν της.
Ἡ Στέρφα ἵστατο ὀλίγον παραπέρα, καὶ ἐκοίταζεν ἠλιθίως.
Ἡ θεια-Ἀρετὼ ἐθαύμαζε, καὶ ἔλεγεν ἀκόμη:
― Τί ἀποκοτιά! τί ἀποκοτιά!
Ὁ ἱερεύς, βοηθούμενος ἀπὸ τὸν μπάρμπ᾽ Ἀναγνώστην τὸν Παρθένην, εἶχε ψάλει τὴν Μικρὰν Παράκλησιν ἐμπρὸς εἰς τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Γλυκοφιλούσης.
Ὁ Περηφανάκιας ἔλεγε:
― Νὰ σᾶς ὁρίσου, βρὲ παιδιά, πουτέ μ᾽ δὲν εἶδια τέτοιου πρᾶμα, ἁπ᾽ λέει οὑ λόους. Κακὴ δ᾽λειά, νὰ σᾶς ᾽πῶ, βρὲ παιδιά!
Ὁ Ἀγκούτσας ἐκοίταζε μετὰ πόθου τὴν Στέρφαν.
― Ἄξιζεν, ἄξιζεν, εἶπε μέσα του· θὰ τ᾽νὲ ξεφαντώναμε μιὰ χαρά!
Ὁ Ντάνας εἶπε:
― Κ᾽ εἴδιατε πῶς κατέβαινε, σὰν καμαρωμένη νύφη. Κὶ τώρα ζαλίστηκε, τὸ παιδί· δὲν πειράζει, περαστικὰ νά ᾽ναι.

* *
Ὅταν συνῆλθεν, ὁ Στάθης, ἔκαμε τὸν σταυρόν του, ἐστράφη πρὸς τοὺς ἄνδρας καὶ εἶπε:
― Τώρα, τὴν Ψαρὴ τὴν ἔταξα ἀσημένια στὴν Παναγία, καὶ θὰ τὴν δώσω… Μά, ὣς τόσο, ἕνα κατσικάκι ποὺ μοῦ βρίσκεται ἀκόμα ἀπ᾽ τὰ πρῶτα γεννητούρια, ἀξίζετε, θὰ σᾶς τὸ θυσιάσω. Ἐλᾶτε, παιδιά, πᾶμε στὸ μαντρὶ νὰ σᾶς φιλέψω.

Τετάρτη, 13 Αυγούστου 2014

Και αμέσως επέταξαν μέσα μικροπούλα κάθε λογής...

Ἡ Μηλιὰ ἔδωκε τότε διαταγὴ ν᾿ ἀνοίξουν τὰ εἴκοσι παράθυρα τῆς σάλας. Καὶ ἀμέσως ἐπέταξαν μέσα μικροπούλᾳ κάθε λογῆς καὶ εἴδους, κίτρινοι μελισσουργοί, κόκκινοι πυρρουλᾶδες, ἀργυρᾶ ψαροπούλια, μαῦροι κότσυφοι, πλουμιστὲς κίχλες, παρδαλὲς καρδερίνες, σπίνοι, φρεντζούνια, σεισοῦρες, ποταμῖδες, καλογρίτσες, μαλαθρίτσες, κορυδαλλοί, ἀσπρόκωλοι, τρυποκάρυδα καὶ κεφαλᾶδες. Ἀφοῦ ἐφτερούγιασαν ἕνα δύο λεπτά, ἐδῶ κ᾿ ἐκεῖ γύρω εἰς τὶς λάμπες καὶ τοὺς πολυελαίους, σὰν τρελλὰ πουλιὰ ποὺ ἦταν, ἔκαμαν ἔπειτα ἕνα μεγάλο κύκλο. Τὸ ἀηδόνι ἐστάθη εἰς τὸ κέντρο κτυπώντας σὰν ἀρχιμουσικὸς μὲ τὶς φτεροῦγες του τὸ ρυθμό, καὶ ἀκούστηκε τότε μία πρωτάκουστη συμφωνία τόσο γλυκειὰ...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Άνοιξη στην Αττική, λάδι σε καμβά

Εμμανουήλ Ροίδης
Η Μηλιά

Ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν·
«Ἄφετε τὰ παιδία ἔρχεσθαι πρός με».
(Κατὰ Λουκᾶν ιη´, 16)

Εἰς ἕνα χωριὸ τῆς Μεγάλης Ἑλλάδας ἐζοῦσεν ἕνα καιρὸ ἕνα κορίτσι τόσο καλόκαρδο καὶ χαριτωμένο, ποὺ ὅλος ὁ κόσμος τὸ ἀγαποῦσεν. Ἂν καὶ δὲν ἦταν πλούσιο, εὕρισκε τρόπο νὰ βοηθῇ τοὺς πτωχούς· ὅ,τι τῆς ἔδιδαν τὸ ἐμοίραζε μὲ αὐτούς, καὶ ὅταν τὰ χέρια της ἦσαν ἄδεια, ἡ καρδιὰ καὶ τὸ στόμα της ἦσαν παντότες γεμάτα καλὰ αἰσθήματα καὶ καλὰ λόγια γιὰ νὰ τοὺς παρηγορῇ. Καὶ ὄχι μόνον οἱ ἄνθρωποι καὶ τὰ σπιτικὰ ζῷα, ἀλλὰ καὶ αὐτὰ τὰ πουλιὰ τοῦ δάσους τὴν ἀγαποῦσαν. Ὅταν τὴν ἔβλεπαν νὰ περνᾷ, κατέβαιναν ἀπὸ τὰ δένδρα καὶ τὴν ἀκολουθοῦσαν σὰν σκυλάκια, γιὰ νὰ τοὺς δώσῃ τὸ μισὸ ψωμί της.
Τὴν ἔλεγαν Μηλιά, γιατὶ τὴν εἶχαν εὕρει ἕνα ἀπριλιάτικο πρωὶ ἀπὸ κάτω ἀπὸ ἕνα μηλόδενδρο, σκεπασμένη ἀπὸ τὰ ἄσπρα ἄνθια ὅπου εἶχε τινάξει ἀπάνω της ὁ ἄνεμος τὴ νύχτα.
Τὸ ἡλικιωμένο ἀνδρόγυνο ποὺ τὴν εἶχε υἱοθετήσει ἦταν τόσο πτωχό, ὁποὺ μόλις ἔφθαναν γιὰ νὰ μὴ πεινᾷ ὅσα ἐκέρδιζαν μὲ τὸ πλέξιμον ἡ γραία καὶ ὁ γέρος κόπτοντας ξύλα. Ἡ Μηλιὰ ἔκαμνε κι ἐκείνη ὅ,τι μποροῦσε γιὰ νὰ τοὺς βοηθήσῃ. Ἐμάζευεν εἰς τὸ δάσος ἀγριοφράουλες, μενεξέδες καὶ ἄλλα λουλούδια καὶ τὰ ἐπρόσφερνεν εἰς τοὺς διαβάτες μ᾿ ἕνα χαμόγελο τόσο γλυκό, ποὺ σπάνιον ἦταν νὰ τῆς ἀρνηθοῦν τὴν πεντάρα τους, ὅσοι εἶχαν νὰ τὴν δώσουν. Αὐτοὶ ὅμως δὲν ἦσαν πολλοὶ εἰς τὸ πτωχικὸ ἐκεῖνο χωριό, καὶ τὸ ψωμὶ καὶ τὰ κάστανα, ὁποὺ ἔτρωγαν ὁ γέρος καὶ ἡ γριά, ἦσαν παντότες ὀλιγώτερα ἀπὸ τὴν ὄρεξί τους, καὶ ἀκόμη πιὸ μικρὸ τὸ μερδικὸ τῆς Μηλιᾶς, ἀφοῦ τὸ ἐμοίραζε μὲ τοὺς πτωχοὺς καὶ τὰ πουλιά.
Ἡ Μηλιὰ ἦταν δεκαεφτὰ ἐτῶν, ὅταν μία νύχτα, ὅπου ἐνόμιζαν οἱ θετοὶ γονιοί της πὼς κοιμᾶται, ἄκουσε νὰ λέγῃ ὁ γέρος εἰς τὴν γυναῖκα του:
«Δὲν ξέρω τί θὰ γίνουμεν, ἂν δὲν κάμῃ ὁ Θεὸς κανένα θαῦμα νὰ μᾶς βοηθήσει. Τὰ ξύλα ὅπου ἠμπορῶ νὰ σηκώσω εἰς τὴ γέρική μου πλάτη ὀλιγοστεύουν καθημέραν, καὶ σὺ ἀντὶς τρεῖς χρειάζεσαι τώρα πέντε μέρες γιὰ νὰ πλέξεις μία κάλτσα. Ἡ Μηλιὰ τρώγει λίγο, μὰ ἀγαπᾷ νὰ μοιράζῃ ψωμὶ εἰς τοὺς πτωχοὺς καὶ τὰ πουλιά. Συλλογοῦμαι τί θὰ γίνει ἀφοῦ κλείσουμε τὰ μάτια. Ἂν ἦταν ἕνα ἢ δύο χρόνια μεγαλύτερη, θὰ τὴν ἔστελνα εἰς τὴν πόλι νὰ βολευθεῖ. Φρόνιμη καὶ προκομμένη καθὼς ποὺ εἶναι, θὰ εὔρισκεν εὔκολα μία καλὴ θέσι, καὶ δὲν θὰ λησμονοῦσε καὶ τοὺς πτωχοὺς ἀνθρώπους ποὺ τὴν ἀναθρέψανε, ὅταν δὲν θὰ ἔχω πλέον δύναμι νὰ κόπτω ξύλα οὔτε σὺ δάκτυλα νὰ πλέκεις».
Ἡ Μηλιὰ ἐκαμώθη πὼς δὲν ἄκουσε τίποτες. Τὸ πρωὶ ὅμως ἐσηκώθηκε πρὶν φέξῃ· ἔκαμεν ἕνα κομπόδεμα τὰ ὀλίγα της πράγματα, ἕσφιξε τὴν καρδιά της, ἐσφούγγισε τὰ μάτια της, ποὺ ἔτρεχαν σὰν βρύσι, καὶ πῆγε ν᾿ ἀποχαιρετίσῃ τὸ γέρικο ζευγάρι. Ἔκλαψαν κ᾿ ἐκεῖνοι, ἔπειτα ὅμως ἐσυλλογίσθηκαν πὼς ἦτο φανέρωμα τοῦ θείου θελήματος, νὰ κάμῃ τὴν Μηλιὰν νὰ συλλογισθῇ τὴν ἴδιαν νύκτα, ὅσα ἐσυλλογίσθηκαν καὶ ἐκεῖνοι. Τὴν ἄφησαν λοιπὸν νὰ φύγει, ἀφοῦ τῆς ἔδωκαν πολλὰ φιλιά, τὴν εὐχή τους καὶ μίαν πίτταν νὰ τὴν τρώγῃ εἰς τὸν δρόμον.
Ὅλο τὸ χωριὸ ἠθέλησε νὰ τὴν συνοδέψῃ μίαν ὥρα δρόμο ἕως τὴν Κρύα Βρύσι. Τὴν ἀκολούθησαν ἕως ἐκεῖ καὶ ἕνας στραβὸς ποὺ τὸν ἔσερνεν ὁ σκύλος του καὶ δύο σακάτηδες μὲ τὰ δεκανίκια. Τὴν συνόδεψαν καὶ γίδες, ἀρνιά, κότες, χῆνες, πάπιες, γάλοι καὶ πετεινοί, γιατὶ ἄνθρωποι καὶ ζῷα ὅλοι τὴν ἀγαποῦσαν καὶ τοὺς ἐλυποῦσεν ὁ χωρισμός.
Ὅσον καιρὸν ἔβλεπεν ἀπὸ μακριὰ τὸ ἀποχαιρέτημα μὲ τὸ μαντήλι τῶν δύο γερόντων ἐπροσπαθοῦσεν ἡ Μηλιὰ νὰ κάμῃ θάρρος· ὅταν ὅμως ἔπαυσε νὰ τὸ βλέπῃ κι ἐκεῖνο, αἰσθάνθηκε πρώτη φορὰ ὅτι ἦτο μονάχη εἰς τὸν κόσμο· τὴν ἐπῆρε τὸ παράπονο καὶ ἄρχισαν πάλι τὰ μάτια της νὰ τρέχουν. Ἐπερπάτησεν ὅλην τὴν ἡμέρα χωρὶς νὰ σταθῇ οὔτε τὴν πίττα της νὰ δαγκάσει. Ὁ πόνος τῆς καρδιᾶς γεμίζει ὡσὰν ψωμὶ τὸ ἀδειανὸ στομάχι τῶν δυστυχισμένων.
Ἀφοῦ ἐπερπάτησε δέκα ὅλες ὧρες, ἐκάθισεν ἀπὸ κάτω ἀπὸ μίαν καστανιὰ ν᾿ ἀναπαυθῇ. Ἀκόμη ὅμως δὲν εἶχε καλοκαθήσει, καὶ τὴν ἐτρόμαξαν δύο τουφεκιὲς καὶ τὸ γάβγισμα βραχνοῦ σκύλου. Ἐγύρισε νὰ ἰδῇ τί τρέχει καὶ εἶδεν ἕνα σύννεφο πουλιὰ ποὺ ἔφευγαν φοβισμένα.
- Ἐλᾶτε κοντά μου, ἐφώναζεν, ἐλᾶτε γρήγορα νὰ κρυβῆτε σ᾿ αὐτὴν τὴ λόχμη. Μὴ φοβᾶσθε, θὰ σᾶς γλυτώσω, ἂν δὲν μὲ σκοτώσῃ κι ἐμένα ὁ κυνηγός, ἂν δὲν μὲ φάγῃ ὁ σκύλος.
Τὰ πουλιὰ ἐγνώρισαν τὴ φωνή της, ἐσυνάχθησαν τριγύρω της καὶ ἐβιάσθησαν νὰ τρυπώσουν ἀποκάτω ἀπὸ τὰ χαμόκλαδα, στρυμωμένα τὸ ἕνα κοντὰ εἰς τὸ ἄλλο, καὶ ἄκουεν ἡ Μηλιὰ τὶς ἑκατὸν καρδοῦλες των νὰ κτυποῦν τὰκ-τὰκ σὰν τὰ ρολόγια εἰς τὸ ἀργαστήρι τοῦ ῥολογᾶ.
Ἐκείνην τὴν στιγμὴ ἐπρόβαλε καὶ ὁ κυνηγὸς μαζὶ μὲ τὸ σκύλο του, φοβερὸ ζῷο μὲ κίτρινη τρίχα, μὲ δόντια μυτερὰ καὶ μάτια κόκκινα ποὺ ἔλαμπαν σὰν ἀνθρακιά.
- Κορίτσι μου, τὴν ἀρώτησε, μὴν εἶδες νὰ περάσουν ἀπ᾿ ἐδῶ πουλιὰ ἢ ἄλλο κυνῆγι; Ἀπὸ τὸ πρωὶ τρέχω καὶ δὲν ἐσκότωσα ἀκόμη τίποτε. Θὰ σὲ δώσω αὐτὸ τὸ ἀργυρὸ δίφραγκο, ἂν μοῦ δείξεις τὸν καλὸ δρόμο.
Ἐνῷ μιλοῦσεν ὁ κυνηγός, ἑξακολουθοῦσεν ὁ σκύλος νὰ γαβγίζῃ καὶ ἡ καρδιὰ τῶν πουλιῶν νὰ κτυπᾷ πιὸ δυνατά, καὶ τὸ κόκκινο βασίλεμα τοῦ ἡλίου ἔκαμνε τὸ ἀργυρὸ νόμισμα νὰ λάμπῃ σὰν νὰ ἦταν χρυσό.
- Καλὰ ἔκαμες νὰ μ᾿ ἀρωτήσεις, ἀποκρίθηκεν ἡ Μηλιά. Μία στιγμὴ πρὶν ἔλθεις, εἶδα ἕνα κοπάδι πέρδικες ποὺ ἐπετοῦσαν κατὰ τὸ βοριά, δύο λαγοὺς ποὺ ἔτρεχαν ἀντικρυνά, ἕνα ζαρκάδι ποὺ ἔφευγε κατὰ τὴν ἀνατολὴ καὶ ἕνα ζευγάρι φαζάνια κατὰ τὴ δύσι. Ἔχεις λοιπὸν νὰ διαλέξεις, μόνο δὲν ἔχεις καιρὸ νὰ χάσεις, ἂν θέλεις νὰ φθάσῃς.
Ὁ κυνηγὸς τῆς ἔδωκε τὸ δίφραγκο καὶ ἐκινήθηκε πρὸς τὴν ἀνατολή, ὁ σκύλος ὅμως δὲν ἤθελε νὰ φύγει· ἐπεισμάτωσε νὰ μυρίζεται τὰ κλαδιά, ν᾿ ἀλυχτᾷ καὶ νὰ δείχνῃ τὰ φοβερά του δόντια. Ἐσυλλογίστηκε τότες ἡ Μηλιὰ νὰ τοῦ δώσῃ τὴν πίττα της γιὰ νὰ ἡσυχάσῃ· τοῦ ἔδωκε καὶ ὁ ἀφέντης του μία κλωτσιὰ καὶ τότε μόνον ἀπεφάσισε τὸ κακὸ ζῷο νὰ τὸν ἀκολουθήσει, ὄχι ὅμως εὐχαριστημένο, ἀλλ᾿ ἐξακολουθώντας τὸ γάβγισμα, ὡσὰν νὰ ἔλεγεν εἰς τὸν κυνηγό, πὼς εἶναι ἐντροπὴ νὰ τὸν γελοῦν κοτζάμου ἄνθρωπο τὰ κορίτσια.
Ὅταν ἐχάθη μακριὰ εἰς τὸ δάσος ὁ κυνηγὸς καὶ ἔπαυσε νὰ ἀκούεται ἡ φωνὴ τοῦ σκύλου, ἐβγήκαν ἀπὸ τὴν κρύφτη τοὺς τὰ πουλιὰ καὶ δὲν ἤξευραν τί νὰ κάμουν γιὰ νὰ δείξουν τὴν εὐγνωμοσύνη τοὺς εἰς τὴν Μηλιά. Ἐκάθιζαν ἐπάνω εἰς τὸν ὦμο της, ἐκελαηδοῦσαν εἰς τ᾿ αὐτί της εὐχαριστῶ, τὴν ἀέριζαν μὲ τὰ πτερά των καὶ τῆς ἐφιλοτσιμποῦσαν τὰ χέρια, τὰ χείλια, τὰ μάγουλα καὶ τὸ λαιμό της. Οἱ σπίνοι καὶ οἱ πυρρουλάδες ἀποσπάσθηκαν νὰ πάγουν νὰ τῆς φέρουν κεράσια, ζίζυφα, βατόμουρα καὶ φραγκοστάφυλα νὰ δειπνήσει, ἐνῷ τὰ σπουργίτια καὶ οἱ πετρῖτες τῆς ἑτοίμαζαν μαλακὸ στρῶμα ἀπὸ καστανόφυλλα, μέντα καὶ λεβάντες νὰ κοιμηθεῖ. Ἀφοῦ ἔκαμε τὴν προσευχή της καὶ ἀπλώθηκεν εἰς τὸ μυρωδάτο ἐκεῖνο κλινάρι, τὴν ἐσκέπασαν μὲ φτέρη γιὰ νὰ μὴ κρυώσῃ κι ἐκούρνιασαν κι ἐκεῖνα εἰς τὰ περίγυρα δέντρα νὰ τὴν φυλάγουν.
Τὸ πρωὶ τὴν ἐξύπνησε τὸ ἐγερτήριο τοῦ κορυδαλλοῦ καὶ ἦλθαν νὰ τὴν καλησπερίσουν καὶ τ᾿ ἄλλα πουλιά. Ἀφοῦ ἐτελείωσε τὸ γενικὸ τραγούδι, ἔλαβε τὸ λόγο (συμπάθειο γιὰ τὴν ἑλληνικούρα) ὁ γλυκόλαλος ῥήτορας, τὸ ἀηδόνι, καὶ τῆς εἶπε τὰ ἀκόλουθα, εἰς τὴν γλῶσσαν τῶν πουλιῶν, ποὺ ἔνοιωθε καλὰ καὶ κάπως ὠμιλοῦσεν ἡ Μηλιά.
- Μᾶς εἶπες χθὲς πὼς πηγαίνεις εἰς τὴν πρωτεύουσα νὰ κυνηγήσεις τὴν τύχη, καὶ σήμερις τὸ πρωὶ ἐμάθαμεν ἀπὸ μίαν κίσσαν, ὅτι παρουσιάζεται μία εὐκαιρία μοναδικὴ νὰ τὴν πιάσεις ἀπὸ τὰ γένεια. Ὁ βασιλιάς, ἀφοῦ ἐχήρεψε πρόπερσι, ἐβαρέθηκε τὰ μεγαλεῖα, τὶς δόξες, τὰ πλούτη καὶ ὅσα ἄλλα τοῦ ζηλεύει ὁ κόσμος. Τόση εἶναι ἡ πλήξη καὶ ἡ μελαγχολία του, ὅπου κατήντησε νὰ ὑποσχεθῇ τὸ μισό του Βασίλειο εἰς ἐκεῖνον ὅπου κατορθώσῃ νὰ τὸν κάμῃ νὰ περάσῃ μία μόνη ὥρα χωρὶς χασμήματα ἢ ἀναστεναγμούς. Πολλοὶ ἦλθαν ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη νὰ δοκιμάσουν. Ἡ δοκιμὴ γίνεται ἀπόψε, καὶ ὡς εἰς τὴν πρωτεύουσα εἶναι μόνο πέντε ὧρες δρόμος. Σήκω λοιπόν, Μηλιά, καὶ συγυρίσου νὰ πᾷς εἰς τὸ παλάτι νὰ κερδίσεις τὸ βραβεῖο. Θὰ σὲ συνοδέψω μὲ μερικὰ ἄλλα πουλιὰ καὶ θὰ σὲ λέγω εἰς τὸ αὐτὶ τί πρέπει νὰ κάμεις.
- Πουλιά μου ἀγαπημένα, ἀποκρίθηκεν ἡ Μηλιά, ἔχετε καλὴ καρδιά, ὄχι ὅμως καὶ πολλὴ γνῶσι. Μοῦ παραγγέλνετε νὰ συγυρισθῶ χωρὶς νὰ συλλογισθεῖτε πὼς μόνον σᾶς ἐφρόντισεν ὁ Θεὸς νὰ στολίσῃ τὰ πλουμιστὰ φτερά. Ἐγὼ δὲν ἔχω νὰ βάλω παρὰ αὐτὸ τὸ παλιοφούστανο ποὺ φορῶ. Μὲ αὐτὸ θέλετε νὰ πάγω νὰ μὲ καμαρώσῃ ἡ αὐλὴ καὶ ὁ βασιλιάς;
- Δὲν εἶναι τὰ πουλιὰ τόσον ἀνόητα, ὅσο τὰ πιστεύει ὁ κόσμος, ἀπήντησε τὸ ἀηδόνι. Δὲν θὰ σοῦ ἔλεγα νὰ στολιστεῖς, ἂν δὲν εἴχαμε φροντίσει νὰ ἑτοιμάσομε τὰ στολίδια. Ἔχομε φιλία μὲ μεταξοσκούληκα καὶ τὰ ἐβάλαμεν νὰ δουλεύουν ὅλην τὴν νύκτα γιὰ νὰ σοῦ κάμουν αὐτὸ τὸ φόρεμα ὅπου δὲν ἔχει δεύτερο στὴν οἰκουμένη.
Ἔφεραν τότες ἕνα φουστάνι ἀπὸ μονοκόμματο ἄσπρο ἀτλάζι, ποὺ εἶχε ἐπάνω κεντημένα τὴν ἄνοιξι μὲ ὅλα της τὰ λουλούδια καὶ τὸν οὐρανὸ μὲ ὅλα του τ᾿ ἀστέρια.
- Ἐγώ, εἶπεν ὁ μελισσουργός, ἔτρεχα ὅλην τὴν νύκτα νὰ σοῦ εὕρω αὐτὸ τὸ ἄσπρο τριαντάφυλλο νὰ βάλεις εἰς τὰ μαλλιά σου.
- Καὶ ἐγώ, εἶπεν ἡ πυρραλίδα, ἐσύναξα σταλαγματιὲς δρόσο καὶ σοῦ ἔκαμα περιδέραιο, ποὺ λάμπει περισσότερο ἀπὸ τὰ διαμάντια.
- Καὶ ἐγώ, εἶπεν ἡ σουσουράδα, σοῦ φέρνω αὐτὸ τὸ ῥιπίδι, ὅπου ἔδωκε τὸ κάθε πουλὶ τὸ ὡραιότερό του φτερὸ γιὰ νὰ γίνει.
Ἀφοῦ ἐφόρεσε τὰ μοναδικά της στολίδια, ἐφάνηκεν ἡ Μηλιὰ τόσον ὡραία ποὺ ἄρχισαν νὰ ὑμνολογοῦν τὴν περίσσεια χάρι τῆς ὅλα μαζὶ τὰ πουλιά. Μόνον ἐκείνη ἐξακολουθοῦσε νὰ εἶναι ἀνήσυχη καὶ συλλογισμένη.
- Τί θὰ γίνω, εἶπεν, ὅταν μοῦ μιλήσῃ ὁ βασιλιὰς καὶ καταλάβῃ ἀπὸ τὰ πρῶτα μου λόγια ὅτι εἶμαι μία χωριάτισσα τοῦ βουνοῦ ποὺ δὲν ξέρει τίποτε ἀπὸ τὸν κόσμο;
- Μὴ σὲ νοιάζει, ἀποκρίθηκε τὸ ἀηδόνι. Αὐτὴ ἡ φιλενάδα μου ἡ κουροῦνα, ποὺ βλέπεις κοντά μου, φωλιάζει ἀπὸ ἑκατὸν εἴκοσι χρόνια εἰς τὴν στέγη τοῦ παλατιοῦ καὶ ξεύρει ὅλα του τὰ φανερὰ καὶ τὰ μυστικά. Τὴν ἔφερα ἐπίτηδες γιὰ νὰ σὲ κατηχήσει. Σὲ μία ὥρα θὰ σὲ μάθει ὅσα φθάνουν γιὰ νὰ διδάξεις τὸν βασιλιὰ τὰ γονικά του.
Μὲ τὸ δίφραγκο τοῦ κυνηγοῦ ἐνοίκιασεν ἡ Μηλιὰ τὸ βράδυ ἕνα κομψὸ ἁμάξι καὶ σωστὰ εἰς τὰς ἐννιὰ τὸ βράδυ ἐπαρουσιάσθηκεν εἰς τὴν μεγάλη σάλα τοῦ παλατιοῦ. Ἡ ἐντύπωσι ποὺ ἔκαμεν ἡ ὀμορφιὰ τοῦ προσώπου της καὶ ἡ λάμψη τοῦ φουστανιοῦ της ἦτο τόση, ὅπου ὅλες οἱ ἄβαφες γυναῖκες ἐκιτρίνισαν ἀπὸ τὴν ζούλεια, καὶ ἀπὸ ἐκείνην τὴν βραδυὰ ἐφανερώθηκε ποιὲς πασαλείβονται καὶ ποιὲς ὄχι.
Ὁ βασιλιὰς κατέβηκεν ἀπὸ τὸ θρόνο του καὶ ἦλθε νὰ τὴν προϋπαντήσει, πρᾶγμα ὅπου δὲν ἔκαμεν ἄλλη φορά, παρὰ μόνον εἰς τὴν ἐπίσκεψι τῆς αὐτοκρατόρισσας τοῦ Λεβάντε. Χωρὶς νὰ φροντίζῃ γιὰ τὴν ἐθιμοταξία, τὴν ἐπῆρεν ἀπὸ τὸ χέρι καὶ τὴν ἔβαλε νὰ καθίσῃ σιμά του, ἐρωτώντας ἀπὸ ποιὸ βασίλειον ἔρχεται, ἢ ἂν εἶναι οὐρανοκατέβατη, γιατὶ δὲν πιστεύει πῶς ἠμπορῇ ἡ γῆς νὰ γεννήσῃ γυναῖκα τόσον ὡραία.
Ἡ Μηλιὰ ἐκοκκίνισε καὶ τοῦ ἀποκρίθηκε μὲ πολλὴ σεμνότητα καὶ χάρι ὅτι εἶναι μία ταπεινὴ χωριάτισσα καὶ ἦλθε ν᾿ ἀγωνισθῇ μὲ τοὺς ἄλλους γιὰ τὸ βραβεῖο.
- Πρέπει νὰ ξεύρεις, τῆς εἶπεν ὁ βασιλιάς, πὼς τόσον πολὺ ἐχόρτασα καὶ ἀηδίασα κάθε διασκέδασι καὶ ξεφάντωμα, ποὺ τίποτες πλέον δὲν μ᾿ εὐχαριστεῖ. Ἔχω ὁλόκληρα χρόνια νὰ γελάσω. Ὅλα μοῦ φαίνονται ἀνούσια, ἀνάλατα, νερόβραστα καὶ βαρετά. Καὶ αὐτή σου ἡ ὡραιότης ἐθάμπωσε τὰ μάτια μου χωρὶς νὰ γιατρέψῃ τῆς ψυχῆς μου τὴν κούρασι καὶ πλῆξι. Εὔχομαι νὰ φανῇ ἡ διασκεδαστική σου τέχνη, ὅσον καὶ ἡ ὀμορφιά σου μεγάλη.
Καὶ ἀφοῦ εἶπεν αὐτὰ ἐπρόσταξεν ν᾿ ἀρχίσῃ ὁ ἀγώνας.
Τὰ λόγια του ἐτρόμαξαν τὴν Μηλιάν, ποὺ δὲν ἤξευρε πῶς θὰ κατώρθωνε νὰ κάμῃ νὰ γελάσῃ τὸν ἀγέλαστο ἐκεῖνο βασιλιά. Θὰ ἔχανε τὸ θάρρος της, ἂν δὲν ἤρχετο ἐκείνην τὴν στιγμὴν τὸ ἀηδόνι νὰ κελαηδήσῃ εἰς τὸ αὐτί της: «Μὴ σὲ μέλει, τὰ πουλιὰ τὰ ἑτοίμασαν ὅλα».
Ὁ πρῶτος ἀγωνιστὴς ποὺ ἐπαρουσιάσθηκεν ἦταν ἕνας περίφημος φραγκομερίτης μπεχλιβάνης ἤ, καθὼς τοὺς λέγουν οἱ λογιώτατοι, λαθροχειριστής, τόσον ἐπιτήδειος, ποὺ τὸν ἔπαιρναν πολλοὶ γιὰ μάγο καὶ ἀναγκάσθηκε νὰ φύγῃ ἀπ᾿ τὸν τόπον του, ὅπου ἐσυνήθιζαν τότες νὰ καίουν τοὺς μάγους. Αὐτὸς ἐμάντεψε τὸ χαρτί, ἄσο πίκα, ὁποὺ εἶχε βάλει ὁ βασιλιὰς εἰς τὸ νοῦ του, ἐτηγάνισεν αὐγὰ μέσα εἰς τὸ καπέλο τοῦ αὐλάρχη καὶ ἔστειλε τὴν ξανθὴ περρούκα τῆς Μεγάλης Κυρίας νὰ σκεπάσῃ τοῦ ἱπποκόμου τὴ φαλάκρα. Ἔπειτα κατώρθωσε νὰ βγάλῃ ἀπὸ τὴ μύτη τοῦ ὑπουργοῦ τῆς δικαιοσύνης ἕνα σχοινὶ τῆς φούρκας καὶ ἀπὸ τὴν τσέπη τοῦ στρατάρχη ἕνα δειλὸ λαγουδάκι. Ὅλα ἐπήγαιναν καλά, μόνον ὁ βασιλιὰς δὲν εἶχεν ἀκόμα γελάσει. Μὲ τὴν ἐλπίδα νὰ ἐπιτύχῃ καὶ τοῦτο, ἐσκαρφίσθηκε νὰ λαθροχειρίσῃ τὸ βασιλικὸ στέμμα καὶ νὰ στεφανώσῃ μὲ αὐτὸ μία κεφαλὴ ἀγριοχοίρου, ποὺ ἦταν στημένη εἰς τὸ μέσο τοῦ τραπεζιοῦ τοῦ δείπνου. Ὁ βασιλιὰς ὅμως δὲν ἦταν, καθὼς φαίνεται, εὐδιάθετος. Ἀντὶ νὰ γελάσῃ εὑρῆκεν ἄνοστο τὸ χωρατόν, κι ἐπρόσταξε νὰ διώξουν τὸν χωρατατζῆ μ᾿ ἕνα καλὸ λάχτισμα εἰς τὸ μέρος τοῦ ὑποκειμένου του ποὺ εἶναι παρακάτω ἀπὸ τὴ ράχη.
Ὁ δεύτερος ἀγωνιστὴς ἦταν ἕνας σοβαρὸς ἀσπρογένης φιλόσοφος ἀπὸ τὰ μέρη τῆς Ὁλλάνδας. Αὐτὸς εἶχε φέρει μαζί του μία παράξενη μηχανή, μὲ ἕνα εἶδος ὑαλίτικο καζάνι ἀπ᾿ ἐπάνω. Τὸ ἄνοιξε καὶ ἔρριψε μέσα κάρβουνο κοπανιστό, μία κουταλιὰ ἀδιάργυρο, μία φοῦχτα ἀλογόπετρα, ἕνα κλαδὶ δενδρολίβανο καὶ ἕνα βῶλο νισαντήρι. Τὰ ἀνακάτεψε μὲ μία χρυσὴ κουτάλα καὶ ἀμέσως ἐζεστάθηκαν, ἐκόρωσαν, ἐφλογοβόλησαν, ἔπειτα ἐκρύωσαν, ἐκρουστάλλιασαν, καὶ εὑρέθη τὸ καζάνι γεμάτο διαμάντια μεγάλα σὰν τ᾿ αὐγὰ τῆς περιστερᾶς. Ὅλοι οἱ αὐλικοὶ ἔμεναν ἐκστατικοὶ καὶ ὅλες οἱ κυρίες ἅπλωναν τὸ χέρι γιὰ νὰ λάβουν ἀπὸ ἕνα ἀπὸ τὰ διαμάντια ποὺ ἄρχισεν ὁ σοφὸς τῆς Ὁλλάνδας νὰ μοιράζει. Ὁ βασιλιὰς ὅμως ἐθύμωσε καὶ πάλι, ἐπρόσταξεν εἰς τὶς κυρίες νὰ δώσουν ὀπίσω ὅσα εἶχαν λάβει καὶ εἶπε μὲ ὀργὴ εἰς τὸ χημικό: «Δὲν ἐσυλλογίσθηκες, ζευζέκη, πὼς ἅμα γίνουν τὰ διαμάντια κοινὰ σὰν τὰ χαλίκια, θὰ χάσουν ὅλη τους τὴν ἀξία τὰ δικά μου, ποὺ εἶναι τὰ πρῶτα του κόσμου καί, ἂν λάχῃ καὶ χρειαστῶ χρήματα, μπορῶ νὰ τὰ πουλήσω ὅσο θέλω; Φύγε ἀπ᾿ ἐδῶ, καὶ ἂν ξανακάμεις ἄλλη φορὰ διαμάντια, θὰ σοῦ σπάσω μαζὶ μὲ τὴ μηχανὴ καὶ τὸ κεφάλι».
Ὁ τρίτος ἦταν ὁ πρῶτος ἐπιστήμονας ἑνὸς καινούργιου κόσμου, ποὺ εἶχεν ἀνακαλύψει ἕνας κάποιος Κολόμπος, πέρα ἀπὸ τὸ μεγάλο νερομάζωμα, ποὺ τὸ λέγουν Ἀτλαντικό. Αὐτὸς ὁ νεοκοσμίτης εἶχε καταφέρει ὕστερα ἀπὸ πολλὲς μελέτες καὶ δοκιμές, νὰ κλείσῃ τὶς ἡλιακὲς ἀχτίδες μέσα εἰς μπουκαλάκια, ποὺ μοιάζανε μικρὰ ἀχλάδια, τόσον ὅμως φωτερὰ ποὺ ὁ βασιλιὰς καὶ ὅλοι οἱ αὐλικοὶ ἐθαμπώθηκαν καὶ ἀνοιγόκλειαν τὰ μάτια, ὡσὰν νυχτερίδες ποὺ ἐπλάκωσεν ὁ πρωινὸς ἥλιος, πρὶν προφθάσουν νὰ χωθοῦν εἰς τὴ σπηλιά τους. Ἀφοῦ ἐμισοστράβωσε τὸν κόσμο ἄρχισεν ὁ ἐπιστήμονας νὰ ἐξηγῇ πὼς αὐτὰ τ᾿ ἀχτινοβόλα ἀχλάδια εἶναι νέο σύστημα φωτισμοῦ, καὶ μὲ τὸ μισὸ ἔξοδο θὰ δίδουν φῶς δεκαπλάσιο ἀπὸ τὸ λάδι, ποὺ θὰ ξεπέσει τότες ἡ τιμή του εἰς τὸ δέκατο, ἀφοῦ δὲ θὰ χρησιμεύει πλιὰ παρὰ μόνο γιὰ τὸ τηγάνισμα καὶ τὴ σαλάτα.
- Δὲν ξεύρεις, ἀχρεῖε, τὸν διέκοψεν ὁ βασιλιὰς κίτρινος ἀπὸ τὴν ὀργή, πὼς τὰ κτήματα τοῦ βασιλείου μου, τὰ δικά μου καὶ τοῦ λαοῦ μου, εἶναι ὅλα ἐλαιῶνες, καὶ ἔρχεσαι νὰ μᾶς ξεπέσῃς τὴν τιμὴ τοῦ λαδιοῦ! Γκρεμίσου νὰ μὴ σὲ βλέπω, καὶ ἂν αὔριο εὑρεθῇς ἀκόμη εἰς τὰ κράτη μου, θὰ σ᾿ ἀλείψω μὲ λάδι καὶ θὰ σὲ κάψω ζωντανό.
Ἦταν τώρα ἡ σειρὰ τῆς Μηλιᾶς καὶ ἔτρεμεν ὅλη, βλέποντας πόσον ἀγριωμένος ἦταν ὁ βασιλιάς. Τῆς ἐκελάδησεν ὅμως πάλιν τὸ ἀηδόνι κάτι ποὺ τῆς ἔδωκεν θάρρος. Ὀλωνῶν τὰ μάτια ἤτανε καρφωμένα ἀπάνω της καὶ ἡ σιωπὴ τόσο τέλεια, ποὺ θ᾿ ἄκουε κανένας μυΐγαν νὰ πετᾷ ἢ χόρτο νὰ φυτρώνει.
Ἡ Μηλιὰ ἔδωκε τότε διαταγὴ ν᾿ ἀνοίξουν τὰ εἴκοσι παράθυρα τῆς σάλας. Καὶ ἀμέσως ἐπέταξαν μέσα μικροπούλᾳ κάθε λογῆς καὶ εἴδους, κίτρινοι μελισσουργοί, κόκκινοι πυρρουλᾶδες, ἀργυρᾶ ψαροπούλια, μαῦροι κότσυφοι, πλουμιστὲς κίχλες, παρδαλὲς καρδερίνες, σπίνοι, φρεντζούνια, σεισοῦρες, ποταμῖδες, καλογρίτσες, μαλαθρίτσες, κορυδαλλοί, ἀσπρόκωλοι, τρυποκάρυδα καὶ κεφαλᾶδες. Ἀφοῦ ἐφτερούγιασαν ἕνα δύο λεπτά, ἐδῶ κ᾿ ἐκεῖ γύρω εἰς τὶς λάμπες καὶ τοὺς πολυελαίους, σὰν τρελλὰ πουλιὰ ποὺ ἦταν, ἔκαμαν ἔπειτα ἕνα μεγάλο κύκλο. Τὸ ἀηδόνι ἐστάθη εἰς τὸ κέντρο κτυπώντας σὰν ἀρχιμουσικὸς μὲ τὶς φτεροῦγες του τὸ ρυθμό, καὶ ἀκούστηκε τότε μία πρωτάκουστη συμφωνία τόσο γλυκειὰ ποὺ θὰ ἔλεγες πὼς τὴν εἶχε συνθέσει ἡ μελοποιήτρια τῆς Παράδεισος Ἁγία Καικιλία. Ἀπὸ ὅλα τὰ κομμάτια ἄρεσε περισσότερο μία λιγυρὴ τετραφωνία σπίνων, ποὺ ἔκαμεν ὅλους νὰ δακρύσουν, καὶ τὸ κωμικὸ τραγοῦδι τῆς κίσσας, τὸ τόσο πηδηκτούλικο καὶ ζωηρὰ τονισμένο, ποὺ ὅλοι οἱ αὐλικοὶ ἄρχισαν νὰ σειοῦνται καὶ νὰ κινοῦν τὰ πόδια σὰν ἂν εἶχαν γεμίσει οἱ κάλτσες τῶν μερμήγκια.
- Χορέψατε τώρα, πουλιά μου, ἐπρόσταξεν ἡ Μηλιά.
Εἴκοσι ζευγάρια καναρίνια ἄρχισαν τότε νὰ χορεύουν ἕνα ἔχτακτο καὶ πρωτοφανίστικο βάλς. Μὲ τὴ μία φτερούγα ἐκρατοῦντο τὰ δύο πουλιὰ ἀγκαλιασμένα καὶ ἐπετοῦσαν μὲ τὴν ἄλλην. Τὰ ζευγάρια ἐγύριζαν ὡσὰν ἄνεμες καὶ ἔκαμαν δέκα φορὲς τὸ γῦρο τῆς σάλας. Ἔπειτα ἐχόρευσαν κατὰ γῆς περπατητὰ μία νόστιμη καδρίλια οἱ τσαλαπετεινοὶ καὶ ἀκόμη καλλίτερα ἐπέτυχε τὸ κοτιλλιὸν μὲ ὅλα του τὰ παιχνίδια. Εἰς αὐτὸ ἔκαμαν ὅλους νὰ ξεκαρδισθοῦν τὰ νάζια μίας ἀκατάδεκτης καρδερίνας, ποὺ τῆς ἐπαρουσίασαν δέκα κατὰ σειρὰν χορευτᾶδες καὶ δὲν τῆς ἄρεσε κανένας· τοὺς ἐκύτταζε μὲ περιφρόνησι κι ἔλεγεν ὄχι μὲ τὸ κεφάλι. Ὁ ἑνδέκατος ἔτυχε νὰ τῆς ἀρέσει· γιὰ νὰ τοῦ τὸ ἀποδείξη τοῦ ἔδωκε μία μυΐγα ποὺ εἶχε πιάσει. Τὴν ἔχαψεν ἐκεῖνος καὶ ἔπειτα ἀγκάλιασε τὴν χορεύτριά του καὶ ἄρχισαν νὰ γυρνοῦν μὲ χάρι καὶ τέχνη μοναδική.
Δὲν θὰ ἐτελείωνα ποτὲ ἂν ἤθελα νὰ τὰ πῶ ὅλα. Ἡ διασκέδασι ἔκλεισε μὲ μία βροχὴν ἀπὸ σπάνια λουλούδια, ποὺ εἶχαν φέρει τὰ χελιδόνια ἀπὸ τὰ ξένα μέρη. Τὸ σπανιώτερο ἀπ᾿ ὅλα ἦταν ἕνας γαλάζιος λωτὸς τοῦ ἐπάνω Νείλου, ποὺ ἐπρόσφερεν ἡ Μηλιὰ εἰς τὸν βασιλιᾶ.
Ἐκεῖνος ἤτανε τώρα ὅλος ζωὴ καὶ χαρά. Τὸ αἷμα ἀνέβηκε νὰ βάψῃ τὴ χλωμή του ὄψι καὶ τὰ μάτια ἔρριχναν σπίθες. Χωρὶς νὰ συλλογισθῇ οὔτε τὸ μεγαλεῖο οὔτε τοὺς προγόνους του, οὔτε τί θὰ ἔλεγαν οἱ γύρω του πριγκίποι, δοῦκες, στρατάρχες, ὑπουργοὶ καὶ δεσποτᾶδες, ἔσκυψε καὶ ἐφίλησε τὴν Μηλιὰ εἰς τὸ μέτωπο, τὰ δύο μάγουλα καὶ τὸ σιαγόνι. Τὸ σταυροφίλημα ἐκεῖνο, καθὼς τὸ ἔλεγαν, ἰσοδυναμοῦσε τότε εἰς τὴν Μεγάλη Ἑλλάδα μὲ ἐπίσημον ἀρραβῶνα. Δὲν ἠμπορῶ νὰ εἴπω ἂν ἄρεσεν ὁ ἀρραβώνας ἐκεῖνος εἰς ὅλους τοὺς αὐλικοὺς ἢ μίαν τουλάχιστον αὐλικήν. Ὅλοι ὅμως ἠναγκάσθησαν θέλοντας καὶ μὴ θέλοντας νὰ φωνάζουν: Ζήτω ἡ βασίλισσά μας! Τὸ ἴδιο ἐφώναξαν εἰς τὴν γλῶσσαν τους καὶ ὅλα τὰ πουλιά, καὶ βλέποντας ὅτι ἔκλαιεν ἡ Μηλιὰ ἐνῷ τὴν ἀποχαιρετοῦσαν, τῆς ἔδωκαν τὴν ὑπόσχεσι νὰ τὴν βλέπουν συχνά.
Οἱ γάμοι ἔγιναν τὴν ἑπομένην ἑβδομάδα μὲ περισσὴ μεγαλοπρέπεια καὶ πομπή. Εἰς αὐτοὺς ἦσαν καλεσμένοι καὶ οἱ θετοὶ γονιοὶ τῆς Μηλιᾶς, ὁ γέρος καὶ ἡ γριά, ποὺ τοὺς ἔκαμνε νὰ φαίνονται δέκα χρόνια νεώτεροι ἡ χαρά.
Ὁ βασιλιᾶς, γιὰ νὰ τοὺς ἔχῃ κοντά της ἡ ἀγαπημένη του γυναῖκα, ἐζήτησε νὰ τοὺς εὕρῃ καμμιὰ δημόσια θέσι εἰς τὴν πρωτεύουσά του. Βλέποντας πόσον ἦτο ἡ γριὰ φρόνιμη, οἰκονόμα, νοικοκυρά, λιγόφαγη καὶ εἰς ὅλα τακτικὴ τὴν ἔκανεν ὑπουργίναν ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν. Ὁ γέρος ὅμως ἦταν πλέον δυσκολοβόλευτος. Δὲν ἤξευρεν ὁ ἄνθρωπος οὔτε νὰ γράφῃ οὔτε νὰ διαβάζῃ. Ὁ βασιλιὰς ἐπονοκεφαλοῦσε νὰ εὕρῃ πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ τὸν οἰκονομήσῃ, ὅταν ἔτυχε ν᾿ ἀποθάνῃ ὁ ἐπὶ τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως ὑπουργός. Μὴ ἔχοντας πρόχειρον καμμίαν ἄλλην, ἔδωκεν εἰς τὸν γέρον τὴν θέσιν τοῦ μακαρίτη, καὶ ἀπὸ τότες ἐγεννήθη καὶ σῴζεται ἀκόμη εἰς πολλὰ μέρη ἡ συνήθεια νὰ δίδεται εἰς τὸν πλέον ἀγράμματον τὸ ὑπουργεῖον τῆς παιδείας.