t


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ισχύς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ισχύς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2015

Παναγιώτης Κονδύλης: Ταυτότητα, ισχύς, πολιτισμός

Αν η επιδίωξη ισχύος έτσι ή αλλιώς συνδέεται με τη σπάνη ορισμένων αγαθών, τότε σε τελευταία ανάλυση έχει να κάνει με το πεπερασμένο του ανθρώπου και του κόσμου του. Αν αναλογιστούμε ακριβώς τι σημαίνει αυτό το πεπερασμένο, τότε θα καταλάβουμε γιατί η επιδίωξη ισχύος είναι αναπόδραστη και γιατί το αίτημα της υπέρβασης της ισοδυναμεί με το αίτημα υπέρβασης του πεπερασμένου, δηλαδή με το αίτημα της οικοδόμησης του Παραδείσου.

Παναγιώτης Κονδύλης

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Άνθρωπος και δέντρο, λάδι σε καμβά

Παναγιώτης Κονδύλης

Ταυτότητα, ισχύς, πολιτισμός
σημειώσεις, δελτία ή αποσπάσματα *

1
Όσο περισσότερο αναλύουμε τις σχέσεις ανθρώπινου και ζωικού βασιλείου, τόσο καθαρότερα βλέπουμε ότι η ειδοποιός διαφορά έγκειται στην αποδοχή ενός νοήματος. Αυτό φαίνεται αν πάρουμε στα σοβαρά τις προόδους στην έρευνα της συμπεριφοράς και συνειδητοποιήσουμε ότι ένα μεγάλο μέρος των ζωικών και κοινωνικών λειτουργιών ή συμπεριφορών είναι κοινό στον άνθρωπο και στα ζώα. Τώρα, η ειδοποιός διαφορά γίνεται απολύτως κατανοητή, αν σκεφτούμε πόσα πράγματα περιλαμβάνει το νόημα: ως κορυφαία αφαίρεση εμπεριέχει και τις δευτερεύουσες αφαιρέσεις που αναφέρονται στις εργαλειακές ικανότητες (εργαλεία, γλώσσα). Η επιδίωξη ισχύος συναρτάται ακριβώς με αυτήν την ειδοποιό διαφορά.

2
Αν ως επιδίωξη ισχύος ορίσουμε την προσπάθεια διατήρησης της σχετικής θέσης ισχύος, τότε στην επιδίωξη ισχύος θα πρέπει να εντάξουμε ό,τι κατατείνει στη διατήρηση των υπαρχουσών θέσεων ισχύος, ό,τι δηλαδή παρουσιάζεται ως προσπάθεια διαφύλαξης της κοινωνικής ισορροπίας. Από την άποψη αυτή, (συλλογική) επιδίωξη ισχύος είναι ο κομφορμισμός (ό,τι δεν έχω εγώ δεν θα το έχει κανένας) και παρόμοια φαινόμενα.

3
Η σκέψη προσανατολίζεται στον διαχωρισμό φίλου-εχθρού ανεξάρτητα από το αν η πράξη φτάνει σε αντιπαραθέσεις και σε απτές αντιθέσεις. Γιατί κάθε πράξη κάνει τη διάκριση καλού-κακού, ενώ δεν φτάνει κάθε πράξη σε σύγκρουση.

4
Η κοινωνία διδάσκει το χωρισμό σε φίλους και εχθρούς την ίδια στιγμή και με τον ίδιο τρόπο που μαθαίνει κάποιον να ξεχωρίζει το καλό από το κακό (πράγμα άλλωστε απαραίτητο για την επιβίωση της). Τα δύο αυτά αντιθετικά ζεύγη συναρτώνται ευθέως (ο «κακός» είναι ο εχθρός), αλλά και εμμέσως: μαθαίνοντας να ταυτίζει κανείς κακό και εχθρικό, μαθαίνοντας να εκλογικεύει την έχθρα του και να βαφτίζει το εχθρικό «κακό».

5
Αν η επιδίωξη ισχύος έτσι ή αλλιώς συνδέεται με τη σπάνη ορισμένων αγαθών, τότε σε τελευταία ανάλυση έχει να κάνει με το πεπερασμένο του ανθρώπου και του κόσμου του. Αν αναλογιστούμε ακριβώς τι σημαίνει αυτό το πεπερασμένο, τότε θα καταλάβουμε γιατί η επιδίωξη ισχύος είναι αναπόδραστη και γιατί το αίτημα της υπέρβασης της ισοδυναμεί με το αίτημα υπέρβασης του πεπερασμένου, δηλαδή με το αίτημα της οικοδόμησης του Παραδείσου.

6
Για όσους τονίζουν την «κοινωνικότητα»: ο άνθρωπος δεν δημιούργησε πολιτισμό μόνον επειδή είναι κοινωνικό ζώο' αν αυτός ήταν ο μόνος όρος, τότε πολιτισμό θα είχαν αναπτύξει και πολλά άλλα ζωικά είδη.

7
Η πρωτόγονη κοινωνία παρουσιάζει μια εκπληκτική ποικιλία δοξασιών, ιεροτελεστιών και άπειρες παραλλαγές στη χρήση, την εξάπλωση τους κ.λπ. Η ποικιλία αυτή ξεπερνά κατά πολύ οικονομικούς-κοινοτικούς ή και γενικούς ανθρωπολογικούς καθορισμούς, και μαρτυρά μια πνευματική δημιουργικότητα πολύ ανώτερη από το λειτουργικά αναγκαίο.

8
Το παλαιό πρόβλημα της αντίθεσης οργανικού ή φύσης και πολιτισμού η δική μου θέση το λύνει παρακολουθώντας την ιδεατή μετατροπή των βιολογικών μεγεθών. Πόσο γόνιμος και ευρύς είναι αυτός ο τρόπος προσέγγισης φαίνεται από τη σύνδεση αυτοσυντήρησης και νοήματος της ζωής.

9
Ουσιώδες δεν είναι μόνο ότι η συμβολική αξία ξεπερνά τη βιολογική, αλλά και ότι διατηρεί εντός της τις τυπικές κανονικότητες της βιολογικής. Μόνον έτσι εξηγείται το φαινόμενο ότι ο άνθρωπος μπορεί να θυσιάζει βιολογικές αξίες για χάρη συμβολικών αξιών!! Η συμβολική αξία μπορεί δηλαδή να προτιμηθεί απένταντι στη βιολογική γιατί έχει γίνει η ίδια όχημα της φυσικής επιλογής - ήτοι υπό τις συνθήκες της κοινωνίας είναι ισχυρότεροι όσοι είναι διατεθειμένοι να πεθάνουν για ένα σύμβολο ή μιαν αξία, παρά όσοι φοβούνται για τη ζωή τους.

10
Όταν συνδέουμε το νόημα με τους μηχανισμούς της φυσικής επιλογής, τότε ξεπερνάμε συγχρόνως και μονομιάς τόσο τον βιολογισμό όσο και την ηθικολογία.

11
Η θεολογία λέει με τον τρόπο της ότι πνεύμα και επιθυμία ισχύος συνδέονται: ο Σατανάς είναι καθαρό πνεύμα, και στην εξέγερση του εναντίον του Θεού ωθείται από καθαρώς πνευματικά κίνητρα' εδώ δεν διακυβεύονται υλικά αγαθά!

12
Αν το πνεύμα γεννιέται από την υποπλασία των ενστίκτων, τότε η επιδίωξη ισχύος, η οποία ενοικεί στο πνεύμα και χάρη στο πνεύμα γνωρίζει την πλήρη της εκδίπλωση, γεννιέται ακριβώς από την υποπλασία των ενστίκτων και την διάχυση των ορμών. Ακριβώς η εγκατάλειψη της ψυχολογίας των ορμών μας φέρνει στον παράγοντας της ισχύος! Η ισχύς δεν είναι ορμή, παρά ως μέγεθος ανθρωπολογικά διάχυτο αναμιγνύεται με ό,τι κάνει ο άνθρωπος.

13
Η γέφυρα ανάμεσα στην ισχύ ως διασφάλιση της αυτοσυντήρησης και την ισχύ ως καθορισμό του φίλου ρίχνεται με κατασκευές που εν τελευταία αναλύσει σημαίνουν ότι οι άλλοι οφείλουν να είναι όπως εμείς, ήτοι να έχουν τις ίδιες αντιλήψεις και να σωθούν με τον ίδιο τρόπο. Εδώ συγκλίνει το ατομικό με το γενικό, η σύγκλιση αυτή αποτελεί ακριβώς το ενοποιητικό στοιχείο όλων των μορφών της ισχύος - και αυτό εξηγεί γιατί ο Λόγος, η λύτρωση κ.λπ. μπορεί να είναι εξίσου ισχύς όσο και η κυριαρχία.

14
Για να συμπεριληφθεί στον ορισμό της ισχύος ο παράγοντας της διασφάλισης της αυτοσυντήρησης, πρέπει  να πούμε ότι ισχύς είναι η δυνατότητα να επηρεάζεις τη συμπεριφορά όχι μόνο των άλλων αλλά και του εαυτού σου. Πράγματι, την έσχατη αδυναμία την αισθάνεται κανείς όχι μόνο όταν δεν είναι σε θέση να κάνει τίποτε ενάντια σε άλλους, παρά γενικά όταν αισθάνεται ότι δεν ελέγχει τις πράξεις του, που ή δεν θα έχουν τα επιθυμητά αποτελέσματα ή δεν θα έχουν κανένα αποτέλεσμα, ότι δηλαδή η συμπεριφορά μας δεν ελεγχεται από -εμάς- τους ίδιους και δεν φέρνει τα επιθυμητά αποτελέσματα. Τότε αισθανόμαστε ανίσχυροι - πριν ακόμα τεθεί οποιοδήποτε θέμα ελέγχου της συμπεριφοράς των άλλων.

15
Μέχρι τώρα πιστευόταν ότι η επιδίωξη ισχύος συνδεόταν με την παλιά θεωρία των ορμών, δηλαδή εντοπιζόταν σε μια ξεχωριστή ορμή. Εμείς θα δείξουμε ότι η επιδίωξη ισχύος υφίσταται ακριβώς λόγω της μή ύπαρξης ξεχωριστών ορμών, ήτοι της ενότητας της δυναμικής των ορμών.

16
Το ότι ο άνθρωπος είναι συμβολικό ζώο του επιτρέπει να διαστέλλει τη βία από την ισχύ και να απολαμβάνει την ισχύ στο επίπεδο της αναγνώρισης. Αυτό σημαίνει παράλληλα μια δυναμοποίηση του παράγοντα της ισχύος, γιατί, καθώς η ισχύς αποκτά πολλές όψεις και καθώς η πολλαπλότητα των όψεων δημιουργεί αντιστοιχίες με τις προδιαθέσεις και τις ροπές των υποκειμένων, όλο και περισσότεροι άνθρωποι την αποζητούν. Για να την αποζητήσει κανείς δεν χρειάζεται να είναι σωματικά ισχυρότερος από τους άλλους, δεν χρειάζεται καν να ασκεί κυριαρχία. (Στο υπόλοιπο ζωικό βασίλειο δεν υπάρχει ισχύς χωρίς κυριαρχία - τουλάχιστον, αν όχι και βία.)

17
Ακριβώς η αναστοχαστική δομή του εαυτού με κάνει να επιζητώ ισχύ, γιατί αυτή με αναγκάζει να αναρωτιέμαι κάθε τόσο ποιός είμαι - σε σχέση με τους άλλους. (Και στο κρίσιμο αυτό σημείο βλέπουμε ότι η ισχύς φωλιάζει εκεί όπου οι ηθικολόγοι εντοπίζουν τον ηθικό πυρήνα του ανθρώπου.)

18
Η επιδίωξη ισχύος ως συνεχής προσπάθεια του υποκειμένου να αποκτήσει εκείνο που δεν πρόκειται να έχει ποτέ: σταθερή και αδιατάρακτη ταυτότητα. Όποιος θα είχε κάτι τέτοιο δεν θα ήθελε ισχύ γιατί θα ήταν Θεός, δηλαδή απόλυτα γαλήνιος και αυτάρκης.

19
Προς απάντηση των μεγάλων αποριών οι φιλόσοφοι θα εφευρίσκουν όλο και περισσότερα σοφίσματα. Αλλά αυτά χρησιμεύουν απλώς για τη διεξαγωγή των μεταξύ τους αγώνων γοήτρου και ισχύος - όχι για τη λύση πρακτικών προβλημάτων.

20
Θα μπορούσαμε να διαχωρίσουμε τα επίπεδα της ισχύος και να πούμε ότι οι μορφές του αγώνα για ισχύ στο επίπεδο προσώπων παρουσιάζουν πολύ μεγαλύτερη ανθρωπολογικά δεδομένη σταθερότητα απ' ό,τι οι θεσμικές μορφές, οι οποίες παραλλάσσουν ριζικά από κοινωνία σε κοινωνία. Έτσι, ενώ οι θεσμικά παγιωμένες σχέσεις ισχύος είναι ριζικά διαφορετικές στον Μεσαίωνα και σήμερα, ωστόσο στο προσωπικό επίπεδο το παιχνίδι της ισχύος διατηρεί λίγο πολύ τις ίδιες δομές. Το παιχνίδι της ισχύος μεταξύ θεσμών διατηρεί και αυτό πάγια γνωρίσματα στο βαθμό που οι θεσμοί εκπροσωπούνται από ανθρώπους. Πάπας και Αυτοκράτορας μπορούν να πολεμούν με βάση τους ίδους τυπικούς κανόνες του παιχνιδιού όπως οι Τσώρτσιλ και Χίτλερ, μολονότι εκπροσωπούν toto coelo [(αντι)διαμετρικά] διαφορετικούς θεσμούς.

21
Βεβαίως δεν υπάρχει μια ορμή της ισχύος χωριστά και δίπλα στη σεξουαλική ορμή ή την β, γ, δ ορμή. Η επιδίωξη ισχύος πηγάζει από κάθε επιδίωξη χωριστά, όταν αυτή συναντά εμπόδια στην ικανοποίηση της, ενοικεί δηλαδή σε κάθε επιδίωξη και θα μπορούσε να θεωρηθεί η δυναμική της επιδίωξης. Ο ψυχισμός συγκεντρώνεται στην εκάστοτε ενεργή επιδίωξη, στην οποία υποτάσσονται οι υπόλοιπες (ποτέ δεν είναι όλες οι επιδιώξεις εξίσου ενεργές). Η επιδίωξη ισχύος εμφανίζεται τότε ως η συγκέντρωση του ψυχισμού σε ένα σημείο, και με αυτή την έννοια ενοποιεί το υποκείμενο γύρω από μια θεμελιώδη επιδίωξη.

22
Θα ήταν ανόητο να λεχθεί ότι η πολιτική (που διαφέρει από τον πόλεμο) δεν είναι αγώνας ισχύος επειδή εδώ αναζητούμε και έχουμε και φίλους, όχι μόνο εχθρούς. Γιατί α) και η έχθρα είναι διεύρυνση της οικείας ισχύος, μέχρι τώρα υπήρξε φιλία μόνο σε έναν κόσμο όπου υπήρχε και έχθρα. Και β) συνάπτεται σε έναν κόσμο όπου υπάρχει και έχθρα. Χωρίς τους κινδύνους του κοσμου και χωρίς την επιδίωξη της αναγνώρισης μας από μέρους άλλων δεν έχει νόημα η φιλία. Απόδειξη: ακριβώς στον πόλεμο εναντίον ενός εχθρού ψάχνει κανείς παντού γύρω του για φίλους!

23
Αν μέσα στη λεγόμενη επιθετικότητα κρύβεται απλώς φόβος ότι οι άλλοι θα κάνουν πρώτοι κάτι εις βάρος μας, τότε για να εξαλειφθεί αυτός πρέπει να δημιουργηθεί ένας κόσμος όπου καθένας μπορεί να έχει τα πάντα - ακόμα και έκείνα που τα θέλει ταυτοχρονα κάποιος άλλος. Ένας τέτοιος κόσμος είναι αδύνατος.

24
Ο άνθρωπος ξεχωρίζει από τα άλλα ζώα, γιατί μόνος αυτός θέτει προβλήματα στα οποία δεν υπάρχει λύση - ενώ τα άλλα ζώα θέτουν στον εαυτό τους μόνο προβλήματα που μπορούν να λύσουν. Και πέρα από αυτό: ο άνθρωπος δεν κρατά σε δύο χωριστές σφαίρες τα προβλήματα που επιδέχονται λύση από όσα δεν επιδέχονται, παρά αντιμετωπίζει τα επιλύσιμα από τη σκοπιά των μη επιλύσιμων, βλεπει δηλαδή τα πρώτα από τη σκοπιά του νοήματος και των αξιών.

25
Ο έρωτας ως σχέση όπου και τα δύο μέρη βρίσκουν την απόλυτη αναγνώριση και όπου μάλιστα μπορούν να απαιτήσουν αμοιβαία την αποκλειστική αναγνώριση (πίστη).

26
Όποιος πιστεύει ότι κατέχει όλα τα αγαθά, πιστεύει και ότι «μὴ ἐνδέχεσθαι παθεῖν μηδὲν κακόν' καὶ γὰρ τοῦτο τῶν ἀγαθῶν» (Αριστοτέλης, Ρητορική, 1385b 22-24). Ήτοι: όποιος επιδιώκει μια κατάσταση όπου δεν θα κινδυνέυει επιδιώκει ένα συγκεκριμένο αγαθό, χωριστό από τα άλλα. Ενόψει του υπαρκτού, αυτοτελούς αγαθού της ασφάλειας κινητοποιούνται δυνάμεις οι οποίες δεν θα αναφαίνονταν, αν δεν ήταν συνειδητό ότι αποτελεί αγαθό το να αποκλείσεις και να παραμερίσεις εκ των προτέρων του κινδύνους, φτάνοντας σε μια κατάσταση που δεν περιέχει κανένα κίνδυνο. Η επιδίωξη αυτής της κατάστασης θέτει σε κίνηση την ατελείωτη επιδίωξη ισχύος.

27
Η ψυχολογία δεν μπορεί να εξηγήσει τον ατομικό χαρακτήρα. Μπορεί να αναλύσει μόνιμες και γενικές τάσεις κάθε συμπεριφοράς, όμως δεν μπορεί να προσδιορίσει τη συγκεκριμένη εκείνη εκάστοτε δοσολογία και μίξη τους, η οποία συνιστά τον ατομικό χαρακτήρα. Μπορεί να πει τι είναι ζήλια, όχι όμως γιατί ο ένας ζηλεύει περισσότερο από κάποιον άλλον.

28
Πράξεις θυσίας και αυτοκαταστροφής είναι το αντίτιμο που πρέπει να πληρώσει κάποιος προκειμένου να παραμείνει σε συμφωνία με το ιδεατό εγώ του. Η αλλαγή ταυτότητας προκαλεί ασύγκριτα μεγαλύτερες δυσκολίες - εκτός αυτού είναι η ίδια μια πράξη αυτοκαταστροφής, οπότε προτιμάται εκείνη η αυτοκαταστροφή που γίνεται απευθείας και επιρρωνύει [ενισχύει] το υπάρχον ιδεατό εγώ, επιρρωνύοντας συνάμα την ως τώρα βιοπορεία.

29
Δυο βασικές σχολές για την υφή του εαυτού: α) υπάρχουν τόσοι εαυτοί στον καθένα όσα κοινωνικά πρόσωπα ή ομάδες. β) Ο εαυτός είναι ενιαίος, μια ιδιαίτερη αυτοτελής εξελικτική διεργασία.
Ανάλογα εκτιμάται ο ρόλος του κοινωνικού ελέγχου, του αυτοελέγχου, του εκκοινωνισμού κ.λπ. Η προσπάθεια να αποδείξει κανείς τη μια από τις δύο αυτές αντιλήψεις ισοδυναμεί με τετραγωνισμό του κύκλου. Τα πολλά πρόσωπα τα υποδύεται κανείς ακριβώς επιδή ζητά ένα πράγμα: την αναγνώριση. Για να είναι ένας, πρέπει να είναι πολλοί. Συχνά το ίδιο πρόσωπο ξέρει ότι υποδύεται πολλά. Το αντίτιμο για να είναι επιτυχής προς τα έξω είναι να εξασθενίζει προς τα μέσα - μπορεί όμως να κάνει και το αντίθετο.

30
Η σχέση μεταξύ υποκειμένων είναι διαπραγμάτευση των ταυτοτήτων τους. Αν δεν είναι δυνατό να αποδεχτεί το ένα ολότελα την αυτοκατανόηση του άλλου (γιατί αυτό θα συνεπαγόταν την υιοθέτηση μιας κλίμακας εξιών επικίνδυνης για τη δική του ταυτότητα), τότε εξετάζεται -εφόσον θεωρείται πλεονεκτικότερη η διατήρηση των σχέσεων- ποιά σημεία θα εξουδετερωθούν-αγνοηθούν και ποιά θα μεταβληθούν εκατέρωθεν (είτε νόνιμα είτε ad hoc, δηλαδή ενόψει αυτής της σχέσης, μολονότι μπορούν να παραμείνουν ενεργά ως προς μιαν άλλη). Αλλά ακόμα και όταν επιτευχθεί μια πρώτη ισορροπία, είναι δυνατό, στη βάση των κεκτημένων θέσεων, να επιχειρηθεί ανακατάληψη του εδάφους που χαρίστηκε αρχικά. Έτσι γεννιέται σε ένα κατοπινό στάδιο η σύγκρουση που αποφεύχθηκε αρχικά.

31
Πρέπει να απαλλαγούμε από τις απλοικές αντιλήψεις για την έννοια της αναγνώρισης, η οποία συχνότατα γίνεται αντιληπτή ως επιδειξιομανία κ.λπ. Κάθε άλλο: Στήνοντας το σκηνικό της αναγνώρισης, κάθε άτομο στήνει ολόκληρο τον κόσμο της, ήτοι τις εκάστοτε καθοριστικές γι' αυτή βαθμίδες δικαιοδοσίας, οι οποίες διόλου δεν είναι υποχρεωτικά εκείνες που ευνοούν την επιδειξιομανία. Επίσης, ορισμένες υπάρξεις, που φοβούνται τις δοκιμασίες, αρνούνται εντελώς την αναγνώριση, ζητούν την ταπείνωση κ.λπ - στην πραγματικότητα τοποθετούν την ανάγκη τους για προσωπική καταξίωση σε τόσο κρυφή μεριά, ώστε να μην μπορεί να τη βρεί κανείς για να την προσβάλει.

32
Το εγώ παραμένει θολό και άγνωστο. Τα περιγράμματα του δίνονται πλασματικά, με συμβατικές λέξεις ή σε στιγμές ισορροπίας με τον περίγυρο και τους άλλους - στιγμές όμως που δεν οφείλονται αναγκαστικά στο ότι βρέθηκε η βαθύτερη ουσία του: η ισορροπία και η ευαρέσκεια δεν οφείλεται στην αυτογνωσία, παρά στην ανταπόκριση των αισθημάτων μας με την εικόνα περί εγώ, που ανακύπτει σε τέτοιες στιγμές. Κατ' ουσίαν ίδια είναι η λεγόμενη αυτογνωσία, που φαίνονται μερικοί να πετυχαίνουν. Εδώ συμπίπτει η εικόνα περί εγώ με τα αισθήματα μας, και αυτό δημιουργεί μιαν αδιατάρακτη ενότητα' μιας και είναι αδιατάρακτη, φαίνεται ότι δεν περιέχει άγνωστους συντελεστές. Όμως το γεγονός ότι οι άγνωστοι συντελεστές ισορρόπησαν (είτε συναισθηματικά είτε στην εικόνα μας για το εγώ μας είτε και ανάμεσα σε αυτά τα δύο) δεν σημαίνει ότι άγνωστοι δεν υπάρχουν.

33
Η ορμή (Trieb) είναι μια ενέργεια ενιαία, ένα ρεύμα ενέργειας και δυναμικότητας. Η εκάστοτε διοχέτευση της την κάνει να διαφέρει, να παίρνει μορφές και να παρουσιάζεται σαν το ένα ή το άλλο (ποιά είναι η πρώτη ορμή; Βούληση; Αυτοσυντήρηση; Κυριαρχία; Όλα είναι το ίδιο). Αυτή η ίδια υπάρχει πέραν του καλού και του κακού, και μόνο το ετικετάρισμα σύμφωνα με αυτές τις έννοιες της δίνει την αντίστοιχη εικόνα, όπως δίνει και στο φορέα της το αίσθημα της ευχαρίστησης ή δυσαρέσκειας (αναγνώρισης ή τύψεων). Η ίδια ορμή υπόκειται σε όλες τις περιπτώσεις, η ίδια παρουσιάζεται άλλοτε σαν επιθετικότητα και άλλοτε σαν ηθική.

34
Κατά πόσο το εγώ του δεκάχρονου ανθρώπου είναι το ίδιο με του πενηντάχρονου; Μήπως αλλάζει ολοκληρωτικά, όπως το πλοίο, που κάθε τόσο αντικαθίσταται ένα μέρος του και στο τέλος δεν κρατά παρά το όνομα - οπότε είναι το ίδιο μόνο και μόνο γιατί κάποιοι το θεωρούν ίδιο; Αν η κοινωνία δεν θεωρούσε ένα άτομο ως ταυτόσημο με τον εαυτό του μέσα στην διαδοχή του χρόνου, κατά πόσο θα είχε το ίδιο συναίσθηση της ταυτότητας αυτής; Ήτοι: αν ο πενηντάχρονος δει τον δεκάχρονο εαυτό του σε ποιόν βαθμό θα επαναγνωρίσει ένα συνεχές εγώ; Και ακόμη περισσότερο: αν μπορούσα να δω τον τωρινό μου εαυτό να φέρεται και κινείται, θα τον αναγνώριζα, σε περίπτωση που δεν τον είχα δει στον καθρέφτη;
Γιατί μερικές φορές φαίνεται το παρελθόν σαν όνειρο, δηλαδή ποιος είναι ο βαθμός αλήθειας στην ανάπλαση περασμένων βιωμάτων; Μήπως η έλλειψη πάγιου εγώ δεν επιτρέπει παρά σκόρπιες διασταυρούμενες παραστάσεις από το παρελθόν; Κατά πόσο το παρελθόν ως οργανωμένη ιστορία βίου είναι αναγκαία μυθοπλασία, που την χρειαζόμαστε στο παρόν;

35
Αποφεύγουμε να γνωρίσουμε τον άλλον: η ανιδιοτελής ανάλυση των κινήτρων του δεν μας επιτρέπει να πάρουμε απέναντι του τη θέση που θέλουμε - προπαντός μπορεί να κλονίσει το αίσθημα ανωτερότητας ή επιείκειας απέναντι σε αυτόν. Προτιμάμε τη συμβατική του εικόνα που εξυπηρετεί τις ανάγκες του θυμικού μας.

36
Η επιτυχία συμφιλιώνει με τον κόσμο, όπως αυτός είναι. Γιατί οι δομές του παρουσιάζονται τότε προϋπόθεση, ή, έστω, συμβιβάσιμες με την επιτυχία μας. Ωστόσο αυτό δεν σημαίνει ότι ο επιτυχημένος παραίτείται από κάθε κριτική. (Ιδιαίτερα, αν η κριτική αυτή είχε υφανθεί και στερεωθεί στην προ της επιτυχίας περίοδο της αφάνειας και των συναφών συμπεγμάτων). Γιατί η κριτική δίνει το αίσθημα της ισχύος και αυτό θέλει να απολαύσει τώρα ο επιτυχημένος, στερεώνοντας την παλιά του κριτική με την τωρινή του επιτυχία και δίνοντας έτσι την επιθυμητή συνέχεια στην εξέλιξη του.

37
Ο άνθρωπος αγωνίζεται αδιάκοπα για να παρουσιάζει προς τα έξω μια προσωπικότητα συνεπή και ολοκληρωμένη. Συνεχώς απατά τον εαυτό για τον εαυτό του. Η συμπεριφορά του ρυθμίζεται ανάλογα με την εικόνα που θέλει να δώσει, γι' αυτό και ανάμεσα στη συμπεριφορά και στον πραγματικό εαυτό υπάρχει ένα χάσμα (η ευγένεια συνίσταται στο να το παραβλέπεις - στους άλλους). Η επιθετικότητα αυξάνεται όταν οι άλλοι βλέπουν το χάσμα και προπαντός όταν εμείς ξέρουμε πως το βλέπουν. Τότε προσπαθούμε να βρούμε τι ποταπά κίνητρα έχει η συμπεριφορά του άλλου απέναντι μας.

38
Η αδράνεια, νόμος της ψυχικής οικονομίας: Είναι αδύνατο να ζει κανείς στο ύψος των βιωματικά εντονότερων στιγμών. Αυτές είναι στη πραγματικότητα λίγες, και αν φαίνονται περισσότερες αυτό συμβαίνει γιατί σε κάθε παραπλήσια αφορμή αναπλάθουμε τα αισθήματα της μεγάλης, έντονης στιγμής (χώρια που τα αισθήματα μας στυλιζάρονται προκαταβολικά, λόγω της κουλτούρας: έρωτας, θαυμασμός της φύσης κ.λπ. είναι πράγματα πολιτισμικώς καθιερωμένα).
Ο νόμος τούτος ισχύει και για ανθρώπους ιδιαίτερα δημιουργικούς. Μεγάλοι καλλιτέχνες δημιουργούν, αφού εγκυμονήσουν πολλά χρόνια και ζυμώσουν το έργο τους σε στιγμές κάθε άλλο παρά ουρανοβάμονες: λέξη λέξη ή νότα νότα, από χίλιες αφορμές καθημερινές, από άπειρους, λίγο πολύ τυχαίους συνειρμούς κ.α. επηρεασμούς. Η εικόνα της μεγαλοφυΐας, που ζει σε συνεχή πυρετό, είναι πλασματική - απόδειξη ότι όλοι οι μεγάλοι ήσαν πολύ εργατικοί. Μεγαλοφυΐα σημαίνει: να είσαι τόσο δοσμένος σε κάτι, ώστε να εργάζεσαι συνεχώς γι' αυτό. Λίγη εργασία σημαίνει συνεπώς έλλειψη μεγαλοφυΐας. Αλλά η πολύ εργασία σημαίνει με τη σειρά της έλλειψη της μεγαλοφυΐας ως συνεχούς ανορθολογικού πυρετού.

39
Ακριβώς επειδή το εγώ δεν είναι κάποια σταθερή ταυτότητα παρά ένα ενεργειακό ρευστό, που μορφοποιείται χεόμενο σε διάφορα αγγεία, χρειάζεται απολύτως ορισμένους πόλους με βάση τους οποίους συγκροτείται εκάστοτε. Οι δύο θεμελιώδεις πόλοι είναι ο φίλος και ο εχθρός που ικανοποιούν τις δύο θεμελιώδεις ανάγκες του ενεργειακού ρευστού: να διαστέλλεται και να συστέλλεται.

40
Στη σοφιστική ανάγεται η σύνοψη των βασικών παθών σε τέσσερα (χαρά-λύπη, επιθυμία-φόβος) και των ελαττωμάτων σε τρία (δοξομανία-φιλοχρηματία-φιληδονία). Ας σημειωθεί ότι τα ελαττώματα είναι όλα μορφές επιθυμίας - και την επιθυμία τη μετριάζει μόνον ο φόβος.

41
Τα αισθήματα δεν είναι πολύ διαφορετικά ανάμεσα στα ζώα και τους ανθρώπους. Εκείνο που τους προσδίδει «βάθος» και τα διαφορίζει (εκλεπτύνει) είναι η νοημοσύνη - και αυτή είναι προνόμιο του ανθρώπου απέναντι στα ζώα και προνόμιο μερικών ανθρώπων απέναντι σε άλλους. Τίποτα δεν γίνεται άμεσα αισθητό παρά μόνο διαμέσου μιας νοητικής πράξης. Ακριβώς καθώς η νόηση φέρνει στη συνείδηση ένα αίσθημα το κάνει περίπλοκο, δηλαδή το ερμηνεύει και το εμπλουτίζει συνειρμικά κ.λπ., δηλαδή με όλα τα δικά της μέσα.

42
Το γεγονός ότι ο άνθρωπος ενεργεί στη σκιά του θανάτου δεν σημαίνει ότι δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να τον σκέφτεται (δεν σκέφτεται όπως οι υπαρξιστές φιλόσοφοι). Όμως οι μερικότεροι κίνδυνοι, στους οποίους συγκεντρώνει την προσοχή του, αυτοί στέκουν υπό τη σκιά του θανάτου και είναι ενδεχόμενο να κορυφωθούν με αυτήν την έννοια. Ο άνθρωπος δεν ζει στη σκιά του θανάτου με την έννοια ότι η σκέψη του θανάτου τον παραλύει' αντίθετα, επιδιώκει τους στόχους του σαν να είναι αθάνατος, δηλαδή σαν οι στόχοι του να ήσαν απόλυτοι. Όμως ο θάνατος εμφανίζεται στη ζωή του ως κίνδυνος, ως εχθρός, ως φόβος.

43
Για την πολυμορφία και συνάμα τη θεμελιώδη ενότητα του ανθρώπου (γύρω από τις βασικές ορμές): το ότι ένα δέντρο έχει μια ρίζα δεν το εμποδίζει να έχει πολλά κλαδιά - ούτε εμποδίζει τα κλαδιά να καταλαμβάνουν πολύ μεγαλύτερη έκταση από τη ρίζα.

44
Καθώς τα ένστικτα χάνουν στον άνθρωπο την ειδοποιό τους εντόπιση και λειτουργία, χαλαρώνουν, απλώνουν και συμφύρονται. Εκεί όπου είχαμε χωριστά ερείσματα και λειτουργίες, τώρα έχουμε έναν ανάκατο χυλό, μια κυμαινόμενη ενέργεια. Μόνο αυτός ο χυλός μπορεί να έχει πλαστικότητα και γι' αυτό μπορεί να πλάθεται εκ των έξω από τη μορφοποιό δύναμη του πολιτισμού. Όμως η απώλεια της ειδοποιού αναφοράς δεν σημαίνει καθόλου μείωση της έντασης της ψυχικής ενέργειας. Ακριβώς το αντίθετο συμβαίνει. Ο πολιτισμός καλείται τώρα να δώσει μορφή με μια μεγαλύτερη ένταση, και γι' αυτό είναι προγραμματισμένη η σύγκρουση μεταξύ κανόνα και ψυχής.

45
Ο άνθρωπος δεν είναι απλώς το ζώο που δημιουργεί σύμβολα. Είναι το ζώο που κάνει τα σύμβολα μέρος του πραγματικού του περιβάλλοντος και που συμπεριφέρεται απέναντι τους όπως και απέναντι στα υπόλοιπα μέρη του πραγματικού περιβάλλοντος. Ήτοι: στη συμπεριφορά αυτή συμμετέχει ολόκληρος, με τους μηχανισμούς που κινούν οι ασύνειδες ενορμήσεις του. Μόνο γι' αυτόν το λόγο μπορούν οι υποθέσεις του πνεύματος να γίνουν υποθέσεις ζωής και θανάτου.

46
Εάν δεν υπήρχαν τα μικρά κβάντα της ισχύος, η κοινωνία δεν θα γνώριζε ούτε τα μεγάλα - έστω και αν η μετάβαση από τα πρώτα στα δεύτερα δεν γίνεται γραμμικά. Μικρά κβάντα είναι ακόμα και όσα μου επιτρέπουν να κινούμαι και να ενεργώ, καταρχήν χωρίς αναγκαία σύνδεση με άλλους. Η δυνατότητα μου για κίνηση και ενέργεια με φέρνει σε επαφή -άρα ενδεχομένως και σε σύγκρουση- με άλλους.

47
Ακόμα και η πλήρης ταύτιση της οικείας συμπεριφοράς με τη συμπεριφορά ενός άλλου αποσκοπεί στην ενίσχυση του εγώ και της αυτοπεποίθησης. Γιατί αυτός ο άλλος κατά κανόνα είναι μεγαλύτερος και ισχυρότερος, αυτές τις ιδιότητες θέλει να πάρει το παιδί όταν ταυτίζεται μαζί του.

48
Σε σχέση με τους ιστορικούς ιδεότυπους («καπιταλισμός»), στους οποίους κρυσταλλώνεται η συλλογική πράξη, πρέπει να επισημανθεί η εξής οπτική απάτη: μολονότι οι τύποι αυτοί γεννιούνται ιστορικά από την ετερογονία των σκοπών, ωστόσο η καθαρότητα τους υποβάλλει την εντύπωση ότι βγήκαν από μια καθαρά ορθολογική σκοποθεσία ως προς αυτόν το σκοπό, ότι δηλαδή η πράξη που τους δημιούργησε είχε (υποκειμενικά) αυτό το νόημα. Όμως αυτό το νόημα το έχουν μόνον αντικειμενικά (σκοπιά του παρατηρητή, ο οποίος τώρα κινδυνεύει να θεωρήσει ως υποκειμενικό νόημα ό,τι υφίσταται ως ιστορικό μόρφωμα). Στο επίπεδο της ετερογονίας η οπτική απάτη είναι αναπόφευκτη αν αυτή η ορθολογική σκοποθεσία νοηθεί ευθύγραμμα.

49
Αν δεχτούμε έναν ορθολογισμό της ταυτότητας ίσως ξεφεύγουμε από τον φαύλο κύκλο εγωισμού-αλτρουισμού: μπορώ να συνδέσω την ταυτότητα μου με τη διάπραξη αλτρουιστικών πράξεων. Η ταυτότητα βρίσκεται καθ' αυτή πάνω από το εννοιολογικό ζεύγος. Ήτοι μπορεί να είναι εγωιστική ή αλτρουιστική. Αλλά και στη δεύτερη περίπτωση υπάρχει ένα εγώ προκειμένου να είναι αλτρουιστικό. Δεν υπάρχει αλτρουισμός που να μην έχει φορέα του ένα εγώ, το οποίο κατά τη διάπραξη μιας αλτρουιστικής πράξεως αισθάνεται πλήρωση.
Αλτρουισμός χωρίς υπαρξιακή πλήρωση, δηλαδή συνοδευόμενος από αποστροφή, δεν είναι παρά εξαναγκασμός του εγώ, άρα όχι αλτρουισμός.

50
Στη συμπεριφορά των άλλων ο εαυτός βλέπει τι του είναι χρήσιμο. Ακόμα και αν πρόκειται να στραφεί εναντίον άλλων, πρέπει να υιοθετήσει ουσιώδη μέρη της συμπεριφοράς τους (αρχίζοντας από τη γλώσσα) προκειμένου να αποκτήσει τη δυνατότητα να κινηθεί κοινωνικά. Πρέπει να κοινωνικοποιηθεί για να επιτύχει τους ατομικούς του σκοπούς.


_____________________________________________________

* «Ταυτότητα, Ισχύς, Πολιτισμός» - 50 ''σημειώσεις, δελτία ή αποσπάσματα'' από τον ανολοκλήρωτο και ακυκλοφόρητο τρίτο τόμο του έργου του Παναγιώτη Κονδύλη «Το πολιτικό και ο άνθρωπος - Βασικά στοιχεία της κοινωνικής οντολογίας», στο Ευ. Γκανάς (Επιμ.), Νέα Εστία, τ. 156ος, Αθήνα, Ιούλιος-Αύγουστος 2004, σσ.6–19.

Περισσότερα: ΚΟΣΜΟΪΔΙΟΓΛΩΣΣΊΑ

Παρασκευή 26 Οκτωβρίου 2012

Κώστας Παπαϊωάννου - Παναγιώτης Κονδύλης Παράλληλοι και αντίδρομοι

 Γιάννης Σταύρου, Ακρόπολη 5.45 πμ, λάδι σε καμβά

Παρασκευή, 08 Ιούνιος 2012

Κώστας Κουτσουρέλης

Ακόμη και σε μια πρώτη ματιά, το γιατί οι δρόμοι που πήραν ο Κώστας Παπαϊωάννου και ο Παναγιώτης Κονδύλης υπήρξαν σε μεγάλο τους τμήμα παράλληλοι, πρέπει να είναι ευδιάκριτο. Μιλώ βεβαίως για εκείνη τη σειρά των βιογραφικών συμπτώσεων που τους συνδέουν, συμπτώσεων που εξηγούν ώς έναν βαθμό και την εσωτερική συνάφεια του έργου τους, και δικαιολογούν την συνεξέτασή του.
Έτσι, και οι δύο υπήρξαν γόνοι αστικών, καλλιεργημένων οικογενειών, γεγονός που άφησε τα ίχνη του πρώτα απ' όλα στην εδραία ανθρωπιστική παιδεία τους. Και οι δύο ξεκινώντας θα στρατευθούν πολιτικά στις τάξεις της ελληνικής αριστεράς και θα συμμεριστούν σε καιρούς δύσκολους την ιστορική της μοίρα· ο Παπαϊωάννου κατά τη διάρκεια της Κατοχής και της πρώτης εμφυλιοπολεμικής περιόδου, ο Κονδύλης στα ταραγμένα χρόνια της δεκαετίας του 1960 και της δικτατορίας. Και οι δύο θα αποστασιοποιηθούν γρήγορα από την πρώτη τους εκείνη συμπαράταξη με το κομμουνιστικό κίνημα, θα περάσουν μάλιστα στη χορεία των διεισδυτικότερων κριτικών του. Και οι δύο θα δώσουν πρώιμα δείγματα του συγγραφικού τους ταλέντου στα ελληνικά, προτού μετοικήσουν εν συνεχεία σε ξένη χώρα και ξένη γλώσσα – την Γαλλία και τα γαλλικά ο Κ.Π., την Γερμανία και τα γερμανικά ο Π.Κ. Στις χώρες αυτές θα συμπληρώσουν τις σπουδές τους και θα γράψουν τα γνωστότερα βιβλία τους. Και οι δύο θα δουν τα γραπτά τους να αναγνωρίζονται ευρέως στο εξωτερικό, την ίδια ώρα που στην Ελλάδα θα προσκόπτουν συχνά στην άγνοια ή την αδιαφορία. Τέλος, και οι δύο θα πεθάνουν νωρίς, αφήνοντας πίσω τους ένα έργο ογκώδες, στα ουσιώδη του σημεία με ακρίβεια διαγεγραμμένο, αλλά παρ' όλ' αυτά ασφαλώς ανολοκλήρωτο: στα πενήντα πέντε του χρόνια ο Παναγιώτης Κονδύλης, ένα μόλις έτος πρεσβύτερος ο Κώστας Παπαϊωάννου.
Τούτες οι βιογραφικές συμπτώσεις από μόνες τους είναι νομίζω αρκετά χτυπητές. Και γίνονται εντυπωτικότερες αν δίπλα τους παραθέσει κανείς μια σειρά από άλλες συγγένειες, εσωτερικότερες αυτή τη φορά. Η πρώτη από αυτές έχει να κάνει με την διφυΐα του συγγραφικού έργου των δύο συγγραφέων, το οποίο μοιράζεται μεταξύ ιστορίας των ιδεών και των μορφών, από την μια πλευρά, και φιλοσοφικής ανθρωπολογίας και οντολογίας, από την άλλη. Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν βιβλία όπως το Τέχνη και πολιτισμός στην Αρχαία Ελλάδα του Παπαϊωάννου και ο Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός του Κονδύλη, που χαιρετίστηκαν από την κριτική, ανατυπώθηκαν και μεταφράστηκαν επανειλημμένα, και απέκτησαν συν τω χρόνω περιωπή κλασσικού συγγράμματος. Στην δεύτερη, ανήκουν τα κείμενα που περιέχουν τον σκληρό πυρήνα της σκέψης τους, και εννοώ εδώ για τον μεν Παπαϊωάννου τα πρώιμα ελληνόγλωσσα φιλοσοφικά του δοκίμια, για τον δε Κονδύλη το Ισχύς και Απόφαση αλλά και την ημιτελή Κοινωνική Οντολογία.
Μια δεύτερη συγγένεια αφορά την μακρόχρονη προσήλωση και των δύο διανοητών στις μορφές του Χέγκελ και του Μαρξ. Δεν θα κομίσω γλαύκα ες Αθήνας, απαριθμώντας τη μακρά σειρά των κειμένων του Παπαϊωάννου που αναφέρονται ευθέως στον Χέγκελ ή στον Μαρξ. Περιορίζομαι στη μνεία των ομόθεμων κειμένων που φέρουν την υπογραφή του Παναγιώτη Κονδύλη. Αρχής γενομένης από την ογκώδη διατριβή του για την Γένεση της διαλεκτικής στο έργο των Χαίλντερλιν, Σέλλινγκ και Χέγκελ, εγχείρημα που έχει ως απώτατο κίνητρό του την διασαφήνιση του γενεαλογικού δέντρου απ' όπου ανεφύη ο μαρξικός διαλεκτικός υλισμός, ο Κονδύλης θα στρέψει αργότερα το ενδιαφέρον του στον ίδιο τον Μαρξ. Η μετάφραση και ο υπομνηματισμός της διατριβής του τελευταίου Διαφορά της δημοκρίτειας και επικούρειας φυσικής φιλοσοφίας, η συναγωγή των μαρξικών (και ενγκελσιανών) κειμένων που απαρτίζουν τον τόμο Η Ελλάδα, η Τουρκία και το ανατολικό ζήτημα, οι δίδυμες μελέτες για τον Μαρξ και την Αρχαία Ελλάδα είναι μερικά ακόμη τεκμήρια αυτού του ενδιαφέροντος, όχι όμως και τα μόνα.
Μια τρίτη συγγένεια, ουσιαστικότερη, μπορεί να εντοπιστεί στην δραστηριότητα του Παπαϊωάννου και του Κονδύλη ως κριτικών των πολιτικών ιδεολογιών, και ιδίως στην πρωιμότητα των διαγνώσεών τους. Οι μελέτες του Παπαϊωάννου για το ολοκληρωτικό κράτος εκπονούνται την κρίσιμη δεκαετία του 1950, πάνω στο αποκορύφωμα δηλαδή της ακτινοβολίας του σοβιετικού παραδείγματος ακόμη και μεταξύ των δυτικών διανοουμένων. Την ίδια εποχή ωστόσο, και διόλου τυχαία, θα αρχίσει να αποκρυσταλλώνεται και η αντισοβιετική κριτική. Το βιβλίο της Χάννας Άρεντ για τις Καταβολές του ολοκληρωτισμού, θυμίζω, πρωτοδημοσιεύεται στα 1951. Οι σχετικές μελέτες του Παπαϊωάννου βλέπουν το φως της δημοσιότητας στο διάστημα 1954-1959. Εκ των υστέρων, μπορεί να αναρωτηθεί κανείς ποια θα ήταν η απήχηση των κειμένων αυτών, που γράφτηκαν όλα στα ελληνικά, αν είχαν δημοσιευθεί εγκαίρως σε μια γνωστότερη γλώσσα. Όμως ώς το 1959 και με την εξαίρεση ορισμένων άρθρων του ο Παπαϊωάννου δημοσιεύει αποκλειστικά στα ελληνικά.
Αναλόγως πρώιμη είναι και η κριτική ενασχόληση του Κονδύλη με το ιστορικό φαινόμενο και το πολιτικό παρόν του συντηρητισμού. Η σχετική μονογραφία του θα δει το φως της δημοσιότητας το 1986. Θυμίζω ότι η Θάτσερ κυβερνά στη Βρεταννία από το 1979, ο Ρέηγκαν στις Ηνωμένες Πολιτείες από το 1980, ενώ η πλήρης επικράτηση της πολιτικής ιδεολογίας με την οποία συνέδεσαν οι δυό αυτοί ηγέτες το όνομά τους, θα σημειωθεί μόλις κατά την δεκαετία του 1990, με την πτώση του Τείχους του Βερολίνου και την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης.
Η κριτική του Κονδύλη στον συντηρητισμό του 20ού αιώνα δεν είναι απλώς πρώιμη αλλά και η ριζικότερη που έχει ποτέ διατυπωθεί. Ο συγγραφέας θεωρεί τον σύγχρονο συντηρητισμό φαινόμενο ψευδώνυμο και του αρνείται κάθε ιστορική συνάφεια με το ομώνυμο ρεύμα των προηγούμενων αιώνων. Ανατρέχοντας στη διαπάλη των πολιτικών ιδεών κατά τους Νέους Χρόνους, δείχνει ότι ο ιστορικός συντηρητισμός συνδέεται άρρηκτα με τους υποστηρικτές του Παλαιού Καθεστώτος που ανέτρεψε η Γαλλική Επανάσταση, και την μετέπειτα Παλινόρθωση, και ότι εκμετρά ουσιαστικά το ζην το 1848, όταν οι τελευταίοι εναπομείναντες εκπρόσωποί του, μέλη της κληρονομικής αριστοκρατίας και των ανά την Ευρώπη Αυλών, προσχωρούν εκόντες άκοντες, και ως ελάσσονες πλέον εταίροι, στο στρατόπεδο του φιλελεύθερου αστισμού. Αυτός ο τελευταίος θα επωμιστεί στο εξής το βάρος του αγώνα εναντίον των ιδεών της σοσιαλιστικής, σοσιαλδημοκρατικής και κομμουνιστικής Αριστεράς.
Το παράδοξο να επιβιώνει έως σήμερα ο όρος "συντηρητισμός" ενώ εξέλιπαν πλήρως οι δυνάμεις που ιστορικά τον εξέφραζαν, ο Κονδύλης το εξηγεί ως προϊόν πολεμικών αναγκών. Έτσι μια μερίδα της αριστεράς, στην προσπάθειά της να δυσφημήσει τους φιλελεύθερους αστούς αντιπάλους της, θα αρχίσει να τους αποκαλεί κατά σύστημα "συντηρητικούς" ή και "αντιδραστικούς". Την ίδια περίοδο, ένα τμήμα της ίδιας της αστικής φιλελεύθερης παράταξης, θορυβημένο από την ραγδαία άνοδο των αριστερών αντιπάλων του, θα υιοθετήσει για λογαριασμό του τον χαρακτηρισμό του "συντηρητικού", προκειμένου να διαχωρίσει ευκρινέστερα τη θέση του όχι μόνο από τους σοσιαλιστές και τους κομμουνιστές, αλλά και από την αριστερόστροφη πτέρυγα του αστικού φιλελευθερισμού που αναζητούσε σημεία επαφής και συμβιβασμού με αυτούς τους τελευταίους. Οι οικονομικές ιδέες των Χάγεκ και Φρήντμαν, λ.χ., όπως εφαρμόστηκαν την τελευταία τριακονταετία, είναι μια τέτοια ευθεία επίθεση κατά του ρεφορμιστικού κοινωνικού φιλελευθερισμού, ιδίως του κευνσιανισμού, ο οποίος αποτέλεσε μεταπολεμικά το θεωρητικό υπόβαθρο της σοσιαλδημοκρατικής οικονομικής πολιτικής στην Ευρώπη και αλλού. Μολονότι οι συγγραφείς αυτής της γραμμής είχαν φροντίσει εξ αρχής να τονίσουν ότι πηγή έμπνευσης και θεωρητική τους αφετηρία στάθηκε ο ριζοσπαστικός κλασσικός φιλευθερισμός (εξ ου και το προσωνύμιο "νεοφιλελεύθεροι" που τους αποδόθηκε), οι πολιτικές δυνάμεις που έμελε να θέσουν τις ιδέες τους σε εφαρμογή δήλωναν επισήμως θιασώτες του "συντηρητισμού".
Ο Κονδύλης δείχνει γλαφυρά πόσο παράδοξο είναι το γεγονός να αυτοαποκαλούνται "συντηρητικοί", πολιτικοί όπως η Θάτσερ και ο Ρέηγκαν, των οποίων η πολιτική υπήρξε ακριβώς η βιαιότερη ρήξη με το κοινωνικοοικονομικό status quo, την οποία γνώρισε η Δύση τις τελευταίες τρεις δεκαετίες. Το φαινόμενο των ιδεολογικών μεντόρων της κυβέρνησης του Τζωρτζ Μπους του νεώτερου, που από τη μία πλευρά προωθούν την επαναστατική, ακόμη και διά των όπλων, εξαγωγή της "δημοκρατίας", του "ελεύθερου εμπορίου" και των δυτικών ιδεωδών σ' όλα τα μήκη και τα πλάτη του πλανήτη και ιδίως στον αραβομουσουλμανικό κόσμο, και από την άλλη ονοματίζουν τον εαυτό τους "νεοσυντηρητικούς", είναι μια ακόμη επίρρωση του γνωστού γλωσσικού φαινομένου, του οποίου την κλασσική διάγνωση οφείλουμε στον Θουκυδίδη: των λέξεων δηλαδή που χάνουν βαθμηδόν το νόημά τους, διολισθαίνοντας τελικά στο αντίθετό τους.
* * *
Ο κατάλογος των σημείων στα οποία η σκέψη του Κώστα Παπαϊωάννου και εκείνη του Παναγιώτη Κονδύλη συγκλίνουν ή έστω διασταυρώνονται δεν εξαντλείται στα όσα ανέφερα. Ένας περισσότερο λεπτολόγος αναγνώστης θα μπορούσε να αποκομίσει ενδιαφέροντα συμπεράσματα, ακολουθώντας λ.χ. τα ίχνη που κατέλιπε στα κείμενα και των δύο η σκέψη και η παρουσία του Ραιυμόν Αρόν. Ή μελετώντας τον κρίσιμο ρόλο που διαδραμάτισε στη διαμόρφωση τους η αρχαιοελληνική σκέψη και γραμματεία. Οι έννοιες της μάζας και της μαζικής δημοκρατίας είναι ένα ακόμη τέτοιο σημείο, διασταύρωσης περισσότερο παρά σύγκλισης, που επιτρέπει την συγκριτική εξέταση.
Εν προκειμένω, δεν θα επιμείνω. Κι αυτό, διότι σε μια τέτοια περίπτωση θα διατρέχαμε τον κίνδυνο να υπερτονίσουμε τα σημεία επαφής των δύο συγγραφέων και να υποτιμήσουμε τα διεστώτα τους χαρακτηριστικά. Και είναι κάτι παραπάνω από προφανές ότι αυτά τα τελευταία είναι και τα πλέον βαρύνοντα.
Εντελώς σχηματικά: Στην περιγραφική θεωρία της απόφασης του Κονδύλη, που έχει τις απαρχές της στην αξιολογική ουδετερότητα του Βέμπερ, αντιτίθεται ευθέως η ιστοριογραφική και φιλοσοφική στάση του Παπαϊωάννου, η οποία είναι εμφανώς στρατευμένη. Ο Παπαϊωάννου συμμεριζόταν ασφαλώς το χειραφετητικό ιδεώδες της εγελομαρξικής παράδοσης, παρ' όλη την κριτική που άσκησε σε ό,τι ο ίδιος θεωρούσε ως ιστορική στρέβλωσή του. Επιπλέον, η αρχαιοστρέφεια του Παπαϊωάννου, η εμμονή του δηλαδή στο όραμα ενός ελληνικού ουμανισμού, ικανού να αντισταθμίσει το φάσμα του ιστορικά μερικευμένου και κατακερματισμένου ανθρώπου που παρήγαγαν μαζικά οι Νέοι Χρόνοι, είναι και αυτή δείγμα σαφές της προτίμησής του για τον μάχιμα πολιτικό, ευθέως παρεμβατικό ρόλο του διανοουμένου.
Απ' εναντίας, ο Κονδύλης πίστευε ότι μόνο οι διανοούμενοι νομίζουν ότι καταλαβαίνουν τον κόσμο καλύτερα από τους υπόλοιπους ανθρώπους, ειρωνευόταν δε τα ευγενή ιδεώδη των πάσης φύσεως οραματιστών, τα οποία θεωρούσε συλλήβδην κεκαλυμμένες αξιώσεις ισχύος. Από την μομφή αυτή δεν νομίζω ότι θα μπορούσε να εξαιρεθεί η παπαϊωάννεια αντίληψη του πεπληρωμένου και ολοτελούς ανθρώπου, που διαβιοί συμφιλιωμένος με τον κόσμο και την φύση. Ο Κονδύλης, σε έσχατη ανάλυση, σε επίπεδο δηλαδή γνωσιολογικό, υπήρξε συνεπής μηδενιστής, αν και πάντα φρόντιζε να διευκρινίζει ότι ένας τέτοιος μηδενισμός αφορά αποκλειστικά τους "επαΐοντες του περιθωρίου". Η μετοχή στην κοινωνική πράξη προϋποθέτει αναγκαστικά την χρήση ιδεών. Ιδίως στην πολιτική αλλά και την θεωρητική διαπάλη, οι ιδέες δεν είναι παρά όπλα, που αντλούν το πρακτικό τους κύρος όχι από την αντιστοίχισή τους προς μια ανώτερη αλήθεια, αλλά από την ικανότητά τους να πλήξουν καίρια τον εκάστοτε αντίπαλο.
* * *
Υπάρχει ένα χωρίο του Θουκυδίδη που προσφέρεται όσο κανένα άλλο για να εικονογραφήσουμε τις διακριτές αυτές προσεγγίσεις και να αποτιμήσουμε το μέγεθος της απόστασης που τις χωρίζει. Πρόκειται για τον περίφημο Διάλογο Μηλίων και Αθηναίων του Θουκυδίδη, τον οποίο σχολιάζουν και οι δύο συγγραφείς, ο Κώστας Παπαϊωάννου στο βιβλίο του για την αρχαιοελληνική τέχνη, ο Παναγιώτης Κονδύλης στον πρόλογο της ανθολογίας Ο φιλόσοφος και η ισχύς που ο ίδιος επιμελήθηκε και εξέδωσε στην Γερμανία το 1992.
Στα μάτια του Παπαϊωάννου, ο διάλογος αυτός είναι "η τελευταία αισχύλεια τραγωδία που μας κληροδότησε η κλασική εποχή" και ως τέτοια μας παρέχει τη δυνατότητα να συνειδητοποιήσουμε "σε ποιο βαθμό μηδενισμού είχε φτάσει η δίψα των Αθηναίων για την απόκτηση ισχύος". Ο "στυγνός ρεαλισμός" που κηρύσσουν οι Αθηναίοι και ο οποίος δεν γνωρίζει άλλη οδό παρά την άνευ όρων υποταγή των Μηλίων ή την ανελεή εξολόθρευσή τους, είναι για τον Παπαϊώαννου σημείο δηλωτικό της κατάρρευσης των κλασσικών αθηναϊκών ιδεωδών της εποχής του Σόλωνα και του Αισχύλου.
Το έστι δίκης οφθαλμός, η κλασσική ελληνική αντίληψη που έβλεπε την ανθρώπινη δικαιοσύνη ως κομμάτι αναπόσπαστο της ευρύτερης κοσμικής τάξης, καταρρέει την στιγμή κατά την οποία οι Αθηναίοι πρέσβεις επικαλούνται υπέρ τους την εύνοια των θεών, και διακηρύσσουν ότι ο θείος νόμος ταυτίζεται με τον φυσικό νόμο της επικράτησης του ισχυρού επί του ασθενέστερου. Τη στιγμή αυτή, την έννοια του κλασσικού μέτρου, του εξανθρωπισμένου κόσμου της τραγωδίας, διαδέχεται η παλινδρόμηση στον κόσμο της φυσικής βίας. Για τον Παπαϊωάννου, η άλωση της νησιωτικής πολιτείας και ο επακόλουθος παραδειγματικός εξανδραποδισμός των υπερασπιστών της συνιστά "θρίαμβο της ύβρεως". Η μετέπειτα παράδοση του αθηναϊκού δήμου στον λαϊκιστικό τυχοδιωκτισμό ενός Αλκιβιάδη, η σικελική καταστροφή και η τελική ήττα της πόλης δεν είναι παρά "η τιμωρία [που] θα έλθει με την αμείλικτη σκληρότητα του τιμωρού πεπρωμένου".
Η ερμηνεία του Κονδύλη δεν θα μπορούσε να είναι διαμετρικότερα αντίθετη. Αν για τον Παπαϊωάννου "ο πόλεμος φέρνει στην επιφάνεια τους παλιούς δαίμονες της ύβρεως και της παραφροσύνης που ο πολιτισμός καλύπτει με έναν λεπτό υμένα", για τον Κονδύλη ο πόλεμος, και ο Θουκυδίδης ως εξηγητής της παθολογίας του, φέρνει στην επιφάνεια την πραγματική και βαθύτερη φύση των ανθρώπων, και αποκαλύπτει "τι κινεί εκείνους και την ιστορία". Με τις ομιλίες των Αθηναίων κηρύκων "καθιερωμένοι θεσμοί και παμπάλαια έθιμα παραμερίζονται στο άψε-σβήσε", "τα ιερά δεσμά της ηθικής και της θρησκείας καταρρακώνονται αιφνίδια". Όμως αυτό ακριβώς αποδεικνύει ότι πρόκειται για τεχνητές κατασκευές και θεσμίσεις, όχι για γεννήματα της φύσης. "Το αληθινό πρόσωπο της φύσης", σημειώνει ο Κονδύλης, "είναι το πρόσωπο των Αθηναίων όταν ζητούν από τους Μηλίους να υποταγούν", "η θεία ή φυσική τάξη, ο εσώτερος νόμος του Όντος είναι ακριβώς ο νόμος του ισχυρότερου". Η επίκληση της δικαιοσύνης, στην οποία προσφεύγουν οι Μήλιοι είναι ένα μοιραίο σφάλμα, η πίστη τους "στην υπερίσχυση των ηθικών κανόνων γεννά απλώς φρούδες ελπίδες" και τους "ωθεί σε απελπισμένες και αυτοκαταστροφικές ενέργειες. Η πράξη θα όφειλε να προσανατολίζεται στους κανόνες της φρόνησης, οι οποίοι πάλι πρέπει να υπηρετούν τη φυσική επιταγή της αυτοσυντήρησης. Βεβαίως", συμπληρώνει ο Κονδύλης, "η αυτοσυντήρηση έχει διαφορετικό νόημα για τον ισχυρό, ο οποίος μπορεί να διατηρήσει την ισχύ του μονάχα διευρύνοντάς την συνεχώς, και για τον αδύνατο, ο οποίος σώζεται ανταποκρινόμενος στις επιθυμίες του ισχυρότερου".
Οι δύο αυτές αντίμαχες αναγνώσεις του Θουκυδίδη εκπροσωπούν σχεδόν ιδεοτυπικά τις κρατούσες σήμερα ερμηνείες του Αθηναίου ιστορικού, και για τον λόγο αυτό παραμένουν εξόχως επίκαιρες.
Η πρώτη από αυτές, που αντιστοιχεί στη γνώμη του Κονδύλη, πιστεύει ότι ο Θουκυδίδης δίνει δίκαιο στους Αθηναίους και άδικο στους Μηλίους για την στάση τους στη μεταξύ τους διένεξη. Η έκβαση της εκστρατείας, η κυρίευση του νησιού, το αποδεικνύει εν τοις πράγμασι. Επιπλέον, οι Αθηναίοι έχουν δίκιο και για έναν άλλο, ακόμη κρισιμότερο λόγο. Στο γενικότερο πλαίσιο της αντιπαράθεσής τους με τους Λακεδαιμόνιους, οποιαδήποτε ταλάντευσή τους στο ζήτημα της Μήλου, θα ερμηνευόταν ως έλλειψη αποφασιστικότητας και αδυναμία. Αυτή πάλι με τη σειρά της θα ενθάρρυνε την αποσκίρτηση και άλλων δυσαρεστημένων συμμάχων των Αθηνών, και θα οδηγούσε στην τελική κατάρρευση της Αθηναϊκής συμμαχίας έναντι των αντιπάλων της. Οι Αθηναίοι, συνεπώς, δεν επέλεξαν ελαφρά τη καρδία την ολοκληρωτική εξόντωση των αδύναμων νησιωτών, ήταν οι ζωτικές ανάγκες του πόλεμου, εν ολίγοις η δική τους επιβίωση, που τους την επέβαλαν.
Αντιρρητική προς αυτήν την γνώμη, η άλλη κύρια ερμηνεία του διαλόγου, εντάσσει τα γεγονότα της Μήλου στο ευρύτερο πλαίσιο του Πελοποννησιακού Πολέμου. Έτσι τονίζει ότι ο Θουκυδίδης ξεκινά την εξιστόρηση της Σικελικής Εκστρατείας αμέσως μετά από την έκβαση εκείνης κατά της Μήλου. Με αυτόν τον τρόπο θέλει να υπογραμμίσει παραστατικότερα την από μέρους των Αθηναίων αλαζονική υπερεκτίμηση των δυνάμεών τους, που στην περίπτωση των Σικελικών θα τους οδηγήσει στον όλεθρο και, αργότερα, στην οριστική ήττα και την ιστορική δύση της ηγεμονίας τους. Αυτή η αλαζονική υπερεκτίμηση των δυνάμεων τους είναι εν προκειμένω ό,τι ο Κώστας Παπαϊωάννου θα ονόμαζε "θρίαμβο της ύβρεως".
* * *
Συνοψίζω. Στις έσχατες, μη περαιτέρω αναγώγιμες παραδοχές τους, η σκέψη του Κώστα Παπαϊωάννου και εκείνη του Παναγιώτη Κονδύλη είναι αντίδρομες μεταξύ τους. Με κριτήριο τη θεώρηση του Παπαϊωάννου, η κονδύλεια ανθρωπολογία, που εδράζεται στην σταθερά της ισχύος, συνιστά σε τελική ανάλυση μια φιλοσοφία της ύβρεως, έναν βιολογικό αναγωγισμό που, ανεξαρτήτως προθέσεων, μπορεί εύκολα να μετατραπεί σε εργαλείο χειραγώγησης. Με γνώμονα την οπτική του Κονδύλη, η σκέψη του Παπαϊωάννου, αυτού του φιλοσόφου της καταλλαγής, όπως τον αποκάλεσε ο Οκτάβιο Πας, δεν είναι παρά μια εκδοχή πλατωνίζοντος ουμανισμού, που παρά τις επιμέρους συλλήψεις του, στερείται εδραίου ανθρωπογνωστικού θεμελίου.
Παρ’ όλα αυτά, η συνεξέταση του έργου αλλά και της βιοπορείας των δύο αυτών συγγραφέων μπορεί να φέρει στην επιφάνεια και σημεία στα οποία πορεύονται παράλληλα. Κατά τούτη την έννοια, η απόπειρα της αντιπαραβολής τους ίσως φανεί και στο μέλλον εγχείρημα δελεαστικό.

Πηγή: Αντίφωνο, από τον συλλογικό τόμο Αφιέρωμα στον φιλόσοφο Κώστα Παπαϊωάννου, Καβάφεια 2006: Δεκατέσσερις εισηγήσεις, πρόλογος Α. Αποστολόπουλος, επιμ. Δ. Αρμάος, Αθήνα 2008