t


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τοπίαΎδρας ζωγράφοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τοπίαΎδρας ζωγράφοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 24 Δεκεμβρίου 2019

Χριστούγεννα με Παπαδιαμάντη...

Οὕτως εἶχον τὰ πράγματα μέχρι τῆς παραμονῆς τῶν Χριστουγέννων τοῦ ἔτους 186… Ὁ καπετὰν Καντάκης πρὸ πέντε ἡμερῶν εἶχε πλεύσει μὲ τὴν βρατσέραν του εἰς τὴν ἀπέναντι νῆσον μὲ φορτίον ἀμνῶν καὶ ἐρίφων, καὶ ἤλπιζεν ὅτι θὰ ἑώρταζε τὰ Χριστούγεννα εἰς τὴν οἰκίαν του. Ἀλλὰ τὸν λογαριασμὸν τὸν ἔκαμνεν ἄνευ τοῦ ξενοδόχου, δηλ. ἄνευ τοῦ Βορρᾶ, ὅστις ἐφύσησεν αἰφνιδίως ἄγριος, καὶ ἔκλεισεν ὅλα τὰ πλοῖα εἰς τοὺς ὅρμους ὅπου εὑρέθησαν...
 
https://yannisstavrou.blogspot.com 

 Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
ΤΟ ΧΡΙΣΤΟΨΩΜΟ
(ΔΙΗΓΗΜΑ ΠΡΩΤΟΤΥΠΟΝ)

Μεταξὺ τῶν πολλῶν δημωδῶν τύπων, τοὺς ὁποίους θὰ ἔχωσι νὰ ἐκμεταλλευθῶσιν οἱ μέλλοντες διηγηματογράφοι μας, διαπρεπῆ κατέχει θέσιν ἡ κακὴ πενθερά, ὡς καὶ ἡ κακὴ μητρυιά. Περὶ μητρυιᾶς ἄλλοτε θὰ ἀποπειραθῶ νὰ διαλάβω τινὰ πρὸς ἐποικοδόμησιν τῶν ἀναγνωστῶν μου. Περὶ μιᾶς κακῆς πενθερᾶς σήμερον ὁ λόγος.

Εἰς τί ἔπταιεν ἡ ἀτυχὴς νέα Διαλεχτή, οὕτως ὠνομάζετο, θυγάτηρ τοῦ Κασσανδρέως μπαρμπα-Μανώλη, μεταναστεύσαντος κατὰ τὴν Ἑλληνικὴν Ἐπανάστασιν εἰς μίαν τῶν νήσων τοῦ Αἰγαίου, εἰς τί ἔπταιεν ἂν ἦτο στεῖρα καὶ ἄτεκνος; Εἶχε νυμφευθῆ πρὸ ἑπταετίας, ἔκτοτε δὶς μετέβη εἰς τὰ λουτρὰ τῆς Αἰδηψοῦ, πεντάκις τῆς ἔδωκαν νὰ πίῃ διάφορα τελεσιουργὰ βότανα, εἰς μάτην, ἡ γῆ ἔμενεν ἄγονος. Δύο ἢ τρεῖς γύφτισσαι τῆς ἔδωκαν νὰ φορέσῃ περίαπτα θαυματουργὰ περὶ τὰς μασχάλας, εἰποῦσαι αὐτῇ ὅτι τοῦτο ἦτο τὸ μόνον μέσον, ὅπως γεννήσῃ, καὶ μάλιστα υἱόν. Τέλος καλόγηρός τις Σιναΐτης τῇ ἐδώρησεν ἡγιασμένον κομβολόγιον, εἰπὼν αὐτῇ νὰ τὸ βαπτίζῃ καὶ νὰ πίνῃ τὸ ὕδωρ. Τὰ πάντα μάταια.

Ἐπὶ τέλους μὲ τὴν ἀπελπισίαν ἦλθε καὶ ἡ ἀνάπαυσις τῆς συνειδήσεως, καὶ δὲν ἐνόμιζεν ἑαυτὴν ἔνοχον. Τὸ αὐτὸ ὅμως δὲν ἐφρόνει καὶ ἡ γραῖα Καντάκαινα, ἡ πενθερά της, ἥτις ἐπέρριπτεν εἰς τὴν νύμφην αὐτῆς τὸ σφάλμα τῆς μὴ ἀποκτήσεως ἐγγόνου διὰ τὸ γῆράς της.

Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ σύζυγος τῆς Διαλεχτῆς ἦτο τὸ μόνον τέκνον τῆς γραίας ταύτης, καὶ οὗτος δὲ συνεμερίζετο τὴν πρόληψιν τῆς μητρός του ἐναντίον τῆς συμβίας αὐτοῦ. Ἂν δὲν τῷ ἐγέννα ἡ σύζυγός του, ἡ γενεὰ ἐχάνετο. Περίεργον δὲ ὅτι πᾶς Ἕλλην τῆς ἐποχῆς μας ἱερώτατον θεωρεῖ χρέος καὶ ὑπερτάτην ἀνάγκην τὴν διαιώνισιν τοῦ γένους του.

Ἑκάστοτε, ὁσάκις ὁ υἱός της ἐπέστρεφεν ἐκ τοῦ ταξιδίου του, διότι εἶχε βρατσέραν, καὶ ἦτο τολμηρότατος εἰς τὴν ἀκτοπλοΐαν, ἡ γραῖα Καντάκαινα ἤρχετο εἰς προϋπάντησιν αὐτοῦ, τὸν ὡδήγει εἰς τὸν οἰκίσκον της, τὸν ἐδιάβαζε, τὸν ἐκατήχει, τοῦ ἔβαζε μαναφούκια*, καὶ οὕτω τὸν προέπεμπε παρὰ τῇ γυναικὶ αὐτοῦ. Καὶ δὲν ἔλεγε μόνα τὰ ἐλάττώματά της, ἀλλὰ τὰ αὐγάτιζε· δὲν ἦτο μόνον «μαρμάρα», τουτέστι στεῖρα, ἡ νύμφη της, τοῦτο δὲν ἤρκει, ἀλλ᾽ ἦτο ἄπαστρη*, ἀπασσάλωτη*, ξετσίπωτη, κτλ. Ὅλα τὰ εἶχεν, «ἡ ποίσα, ἡ δείξα, ἡ ἄκληρη».

Ὁ καπετὰν Καντάκης, σφλομωμένος, θαλασσοπνιγμένος, τὰ ἤκουεν ὅλα αὐτά, ἡ φαντασία του ἐφούσκωνεν, ἐξερχόμενος εἶτα συνήντα τοὺς συναδέλφους του ναυτικούς, ἤρχιζαν τὰ καλῶς ὥρισες, καλῶς σᾶς ηὗρα, ἔπινεν ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ ρώμια, καὶ μὲ τριπλῆν σκοτοδίνην, τὴν ἐκ τῆς θαλάσσης, τὴν ἐκ τῆς γυναικείας διαβολῆς καὶ τὴν ἐκ τῶν ποτῶν, εἰσήρχετο οἴκαδε καὶ βάρβαροι σκηναὶ συνέβαινον τότε μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τῆς συζύγου του.

Οὕτως εἶχον τὰ πράγματα μέχρι τῆς παραμονῆς τῶν Χριστουγέννων τοῦ ἔτους 186… Ὁ καπετὰν Καντάκης πρὸ πέντε ἡμερῶν εἶχε πλεύσει μὲ τὴν βρατσέραν του εἰς τὴν ἀπέναντι νῆσον μὲ φορτίον ἀμνῶν καὶ ἐρίφων, καὶ ἤλπιζεν ὅτι θὰ ἑώρταζε τὰ Χριστούγεννα εἰς τὴν οἰκίαν του. Ἀλλὰ τὸν λογαριασμὸν τὸν ἔκαμνεν ἄνευ τοῦ ξενοδόχου, δηλ. ἄνευ τοῦ Βορρᾶ, ὅστις ἐφύσησεν αἰφνιδίως ἄγριος, καὶ ἔκλεισεν ὅλα τὰ πλοῖα εἰς τοὺς ὅρμους ὅπου εὑρέθησαν. Εἴπομεν ὅμως ὅτι ὁ καπετὰν Καντάκης ἦτο τολμηρὸς περὶ τὴν ἀκτοπλοΐαν.

Περὶ τὴν ἑσπέραν τῆς παραμονῆς τῶν Χριστουγέννων, ὁ ἄνεμος ἐμετριάσθη ὀλίγον, ἀλλ᾽ οὐχ ἧττον ἐξηκολούθει νὰ πνέῃ. Τὸ μεσονύκτιον πάλιν ἐδυνάμωσε.

Τινὲς ναυτικοὶ ἐν τῇ ἀγορᾷ ἐστοιχημάτιζον ὅτι, ἀφοῦ κατέπεσεν ὁ Βορρᾶς, ὁ καπετὰν Καντάκης θὰ ἔφθανε περὶ τὸ μεσονύκτιον. Ἡ σύζυγός του ὅμως δὲν ἦτο ἐκεῖ νὰ τοὺς ἀκούσῃ καὶ δὲν τὸν ἐπερίμενεν.

Αὕτη ἐδέχθη μόνον περὶ τὴν ἑσπέραν τὴν ἐπίσκεψιν τῆς πενθερᾶς της, ἀσυνήθως φιλόφρονος καὶ μειδιώσης, ἥτις τῇ εὐχήθη τὸ ἀπαραίτητον «καλὸ δέξιμο» καὶ διὰ χιλιοστὴν φορὰν τὸ στερεότυπον «μ᾽ ἕναν καλὸ γυιό».

Καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ τῇ προσέφερε καὶ ἓν χριστόψωμο.

―  Τὸ ζύμωσα μοναχή μου, εἶπεν ἡ θεια-Καντάκαινα, μὲ γειὰ νὰ τὸ φᾷς.

―  Θὰ τὸ φυλάξω ὣς τὰ Φῶτα, διὰ ν᾽ ἁγιασθῇ, παρετήρησεν ἡ νύμφη.

―Ὄχι, ὄχι, εἶπε μετ᾽ ἀλλοκότου σπουδῆς ἡ γραῖα, τὸ δικό της φυλάει ἡ καθεμιὰ νοικοκυρὰ διὰ τὰ Φῶτα, τὸ πεσκέσι τρώγεται.

―  Καλά, ἀπήντησεν ἠρέμα ἡ Διαλεχτή, τοῦ λόγου σου ξέρεις καλύτερα.

Ἡ Διαλεχτὴ ἦτο ἀγαθωτάτης ψυχῆς νέα, οὐδέποτε ἠδύνατο νὰ φαντασθῇ ἢ νὰ ὑποπτεύσῃ κακόν τι.

―  Πῶς τό ᾽παθε ἡ πεθερά μου καὶ μοῦ ἔφερε χριστόψωμο, εἶπε μόνον καθ᾽ ἑαυτήν, καὶ ἀφοῦ ἀπῆλθεν ἡ γραῖα, ἐκλείσθη εἰς τὴν οἰκίαν της καὶ ἐκοιμήθη μετά τινος δεκαετοῦς παιδίσκης γειτονοπούλας, ἥτις τῇ ἔκαμνε συντροφίαν ὁσάκις ἔλειπεν ὁ σύζυγός της.

Ἡ Διαλεχτὴ ἐκοιμήθη πολὺ ἐνωρίς, διότι σκοπὸν εἶχε νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν ἐκκλησίαν περὶ τὸ μεσονύκτιον. Ὁ ναὸς δὲ τοῦ ἁγ. Νικολάου μόλις ἀπεῖχε πεντήκοντα βήματα ἀπὸ τῆς οἰκίας της.

Περὶ τὸ μεσονύκτιον ἐσήμαναν παρατεταμένως οἱ κώδωνες. Ἡ Διαλεχτὴ ἠγέρθη, ἐνεδύθη καὶ ἀπῆλθεν εἰς τὴν ἐκκλησίαν. Ἡ παρακοιμωμένη αὐτῇ κόρη ἦτο συμπεφωνημένον, ὅτι μόνον μέχρις οὗ σημάνῃ ὁ ὄρθρος θὰ ἔμενε μετ᾽ αὐτῆς, ὅθεν ἀφυπνίσασα αὐτὴν τὴν ὡδήγησε πλησίον τῶν ἀδελφῶν της. Αἱ δύο οἰκίαι ἐχωρίζοντο διὰ τοίχου κοινοῦ.

Ἡ Διαλεχτὴ ἀνῆλθεν εἰς τὸν γυναικωνίτην τοῦ ναοῦ, ἀλλὰ μόλις παρῆλθεν ἡμίσεια ὥρα καὶ γυνή τις πτωχὴ καὶ χωλὴ δυστυχής, ἥτις ὑπηρέτει ὡς νεωκόρος τῆς ἐκκλησίας, ἐλθοῦσα τῇ λέγει εἰς τὸ οὖς:

―  Δῶσέ μου τὸ κλειδί, ἦλθε ὁ ἄντρας σου.

―Ὁ ἄντρας μου! ἀνεφώνησεν ἡ Διαλεχτὴ ἔκπληκτος.

Καὶ ἀντὶ νὰ δώσῃ τὸ κλειδὶ ἔσπευσε νὰ καταβῇ ἡ ἰδία.

Ἐλθοῦσα εἰς τὴν κλίμακα τῆς οἰκίας βλέπει τὸν σύζυγόν της κατάβρεκτον, ἀποστάζοντα ὕδωρ καὶ ἀφρόν.

―  Εἶμαι μισοπνιγμένος, εἶπε μορμυρίζων οὗτος, ἀλλὰ δὲν εἶναι τίποτε. Ἀντὶ νὰ τὸ ρίξωμε ἔξω, τὸ καθίσαμε στὰ ρηχά.

―  Πέσατε ἔξω; ἀνέκραξεν ἡ Διαλεχτή.

―Ὄχι, δὲν εἶναι, σοῦ λέγω, τίποτε. Ἡ βρατσέρα εἶναι σίγουρη, μὲ δύο ἄγκουρες ἀραγμένη, καὶ καθισμένη.

―  Θέλεις ν᾽ ἀνάψω φωτιά;

― Ἄναψε, καὶ δῶσέ μου ν᾽ ἀλλάξω.

Ἡ Διαλεχτὴ ἐξήγαγεν ἐκ τοῦ κιβωτίου ἐνδύματα διὰ τὸν σύζυγόν της καὶ ἤναψε πῦρ.

―  Θέλεις κανένα ζεστό;

―  Δὲν μ᾽ ὠφελεῖ ἐμένα τὸ ζεστό, εἶπεν ὁ καπετὰν Καντάκης. Κρασὶ νὰ βγάλῃς.

Ἡ Διαλεχτὴ ἐξήγαγεν ἐκ τοῦ βαρελίου οἶνον.

―  Πῶς δὲν ἐφρόντισες νὰ μαγειρεύσῃς τίποτε; εἶπε γογγύζων ὁ ναυτικός.

―  Δὲν σ᾽ ἐπερίμενα ἀπόψε, ἀπήντησε μετὰ ταπεινότητος ἡ Διαλεχτή. Κρέας ἐπῆρα. Θέλεις νὰ σοῦ ψήσω πριζόλα;

―  Βάλε στὰ κάρβουνα, καὶ πήγαινε σὺ στὴν ἐκκλησιά σου, εἶπεν ὁ καπετὰν Καντάκης. Θὰ ἔλθω κ᾽ ἐγὼ σὲ λίγο.

Ἡ Διαλεχτὴ ἔθεσε τὸ κρέας ἐπὶ τῆς ἀνθρακιᾶς, ἥτις ἐσχηματίσθη ἤδη, καὶ ἡτοιμάζετο νὰ ὑπακούσῃ εἰς τὴν διαταγὴν τοῦ συζύγου της, ἥτις ἦτο καὶ ἰδική της ἐπιθυμία, διότι ἤθελε νὰ κοινωνήσῃ. Σημειωτέον ὅτι τὴν φράσιν «πήγαινε σὺ στὴν ἐκκλησιά σου» ἔβαψεν ὁ Καντάκης διὰ στρυφνῆς χροιᾶς.

―Ἡ μάννα μου δὲν θὰ τό ᾽μαθε βέβαια ὅτι ἦλθα, παρετήρησεν αὖθις ὁ Καντάκης.

―Ἐκείνη εἶναι στὴν ἐνορία της, ἀπήντησεν ἡ Διαλεχτή. Θέλεις νὰ τῆς παραγγείλω;

―  Παράγγειλέ της νὰ ἔλθῃ τὸ πρωί.

Ἡ Διαλεχτὴ ἐξῆλθεν. Ὁ Καντάκης τὴν ἀνεκάλεσεν αἴφνης.

―  Μὰ τώρα εἶναι τρόπος νὰ πᾷς ἐσὺ στὴν ἐκκλησιά, καὶ νὰ μὲ ἀφήσῃς μόνον;

―  Νὰ μεταλάβω κ᾽ ἔρχομαι, ἀπήντησεν ἡ γυνή.

Ὁ Καντάκης δὲν ἐτόλμησε ν᾽ ἀντείπῃ τι, διότι ἡ ἀπάντησις θὰ ἦτο βλασφημία. Οὐχ ἧττον ὅμως τὴν βλασφημίαν ἐνδιαθέτως τὴν ἐπρόφερεν.

Ἡ Διαλεχτὴ ἐφρόντισε νὰ στείλῃ ἀγγελιοφόρον πρὸς τὴν πενθεράν της ἕνα δωδεκαετῆ παῖδα τῆς αὐτῆς ἐκείνης γειτονικῆς οἰκογενείας, ἧς ἡ θυγάτηρ ἐκοιμήθη ἀφ᾽ ἑσπέρας πλησίον της, καὶ ἐπέστρεψεν εἰς τὸν ναόν.

Ὁ Καντάκης, ὅστις ἐπείνα τρομερά, ἤρχισε νὰ καταβροχθίζῃ τὴν πριζόλαν. Καθήμενος ὀκλαδὸν παρὰ τὴν ἑστίαν, ἐβαρύνετο νὰ σηκωθῇ καὶ ἀνοίξῃ τὸ ἑρμάρι διὰ νὰ λάβῃ ἄρτον, ἀλλ᾽ ἀριστερόθεν αὐτοῦ ὑπεράνω τῆς ἑστίας ἐπὶ μικροῦ σανιδώματος εὑρίσκετο τὸ χριστόψωμον ἐκεῖνο, τὸ δῶρον τῆς μητρός του πρὸς τὴν νύμφην αὐτῆς. Τὸ ἔφθασε καὶ τὸ ἔφαγεν ὁλόκληρον σχεδὸν μετὰ τοῦ ὀπτοῦ κρέατος.
*
Περὶ τὴν αὐγήν, ἡ Διαλεχτὴ ἐπέστρεψεν ἐκ τοῦ ναοῦ, ἀλλ᾽ εὗρε τὴν πενθεράν της περιβάλλουσαν διὰ τῆς ὠλένης τὸ μέτωπον τοῦ υἱοῦ αὐτῆς καὶ γοερῶς θρηνοῦσαν.

Ἐλθοῦσα αὕτη πρὸ ὀλίγων στιγμῶν τὸν εὗρε κοκκαλωμένον καὶ ἄπνουν. Ἐπάρασα τοὺς ὀφθαλμούς, παρετήρησε τὴν ἀπουσίαν τοῦ χριστοψώμου ἀπὸ τοῦ σανιδώματος τῆς ἑστίας, καὶ ἀμέσως ἐνόησε τὰ πάντα.

Ὁ Καντάκης ἔφαγε τὸ φαρμακωμένο χριστόψωμον, τὸ ὁποῖον ἡ γραῖα στρίγλα εἶχε παρασκευάσει διὰ τὴν νύμφην της.

Ἰατροὶ ἐπιστήμονες δὲν ὑπῆρχον ἐν τῇ μικρᾷ νήσῳ· οὐδεμία νεκροψία ἐνεργήθη. Ἐνομίσθη ὅτι ὁ θάνατος προῆλθεν ἐκ παγώματος συνεπείᾳ τοῦ ναυαγίου. Μόνη ἡ γραῖα Καντάκαινα ἤξευρε τὸ αἴτιον τοῦ θανάτου.

Σημειωτέον ὅτι ἡ γραῖα συναισθανθεῖσα καὶ αὐτὴ τὸ ἔγκλημά της, δὲν ἐμέμφθη τὴν νύμφην της, ἀλλὰ τοὐναντίον τὴν ὑπερήσπισε κατὰ τῆς κακολογίας ἄλλων. Ἐὰν ἔζησε καὶ ἄλλα κατόπιν Χριστούγεννα, ἡ ἄστοργος πενθερὰ καὶ ἀκουσία παιδοκτόνος, δὲν θὰ ἦτο βεβαίως πολὺ εὐτυχὴς εἰς τὸ γῆράς της.

Τρίτη 28 Μαρτίου 2017

ανέβαινε ψηλά η πανσέληνος...

μαντατοφόρος άνοιξης ηδονικής φωνής αηδόνι
της Αφροδίτης η θεραπαινίδα η χρυσοφώτεινη
ανέβαινε ψηλά η πανσέληνος...

https://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Ύδρα, λάδι σε καμβά

Σαπφώ
Ποιήματα
(μετάφραση του Οδυσσέα Ελύτη )

μαντατοφόρος άνοιξης ηδονικής φωνής αηδόνι
της Αφροδίτης η θεραπαινίδα η χρυσοφώτεινη
ανέβαινε ψηλά η πανσέληνος
και στου βουνού το χώρο συναγμένες
καθώς σ' άλλους καιρούς της Κρήτης οι κοπέλες
έσερναν το χορό τριγύρω στον ωραίο βωμό
και με ρυθμό τα λυγερά τα πόδια τους
χτυπώντας πατούσανε στα τρυφερά των χόρτων
ανθουλάκια.

Σάββατο 25 Μαρτίου 2017

Όποιος πεθάνη σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει...

H ωραιότης της φύσης, που τους περιτριγυρίζει, αυξαίνει εις τους εχθρούς την ανυπομονησία να πάρουν τη χαριτωμένη γη, και εις τους πολιορκημένους τον πόνο ότι θα τη χάσουν...

https://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Ύδρα, λάδι σε καμβά

Διονύσιος Σολωμός
Ελεύθεροι Πολιορκημένοι - Σχεδίασμα Β
(απόσπασμα)
2.
Tο Mεσολόγγι έπεσε την άνοιξη· ο ποιητής παρασταίνει την Φύση, εις τη στιγμή που είναι ωραιότερη, ως μία δύναμη, η οποία, με όλα τ’ άλλα και υλικά και ηθικά ενάντια, προσπαθεί να δειλιάση τους πολιορκημένους· ιδού οι Στοχασμοί του ποιητή:
H ζωή που ανασταίνεται με όλες της τες χαρές, αναβρύζοντας ολούθε, νέα, λαχταριστή, περιχυνόμενη εις όλα τα όντα· η ζωή ακέραιη, απ’ όλα της φύσης τα μέρη, θέλει να καταβάλη την ανθρώπινη ψυχή· θάλασσα, γη, ουρανός, συγχωνευμένα, επιφάνεια και βάθος συγχωνευμένα, τα οποία πάλι πολιορκούν την ανθρώπινη φύση στην επιφάνεια και εις το βάθος της.
H ωραιότης της φύσης, που τους περιτριγυρίζει, αυξαίνει εις τους εχθρούς την ανυπομονησία να πάρουν τη χαριτωμένη γη, και εις τους πολιορκημένους τον πόνο ότι θα τη χάσουν.

O Aπρίλης με τον Έρωτα χορεύουν και γελούνε,
Kι’ όσ’ άνθια βγαίνουν και καρποί τόσ’ άρματα σε κλειούνε.
Λευκό βουνάκι πρόβατα κινούμενο βελάζει,
Kαι μες στη θάλασσα βαθιά ξαναπετιέται πάλι,
Kι’ ολόλευκο εσύσμιξε με τ’ ουρανού τα κάλλη.
Kαι μες στης λίμνης τα νερά, όπ’ έφθασε μ’ ασπούδα,
Έπαιξε με τον ίσκιο της γαλάζια πεταλούδα,
Που ευώδιασε τον ύπνο της μέσα στον άγριο κρίνο·
Tο σκουληκάκι βρίσκεται σ’ ώρα γλυκιά κι’ εκείνο.
Mάγεμα η φύσις κι’ όνειρο στην ομορφιά και χάρη,
H μαύρη πέτρα ολόχρυση και το ξερό χορτάρι·
Mε χίλιες βρύσες χύνεται, με χίλιες γλώσσες κραίνει·
Όποιος πεθάνη σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει.
Tρέμ’ η ψυχή και ξαστοχά γλυκά τον εαυτό της.
3.
Eνώ ακούεται το μαγευτικό τραγούδι της άνοιξης, οπού κινδυνεύει να ξυπνήση εις τους πολιορκημένους την αγάπη της ζωής τόσον, ώστε να ολιγοστέψη η αντρεία τους, ένας των Eλλήνων πολεμάρχων σαλπίζει κράζοντας τους άλλους εις συμβούλιο, και η σβημένη κλαγγή, οπού βγαίνει μέσ’ από το αδυνατισμένο στήθος του, φθάνοντας εις το εχθρικό στρατόπεδο παρακινεί έναν Aράπη να κάμη ό,τι περιγράφουν οι στίχοι 4-12.

«Σάλπιγγα, κόψ’ του τραγουδιού τα μάγια με βία,
Γυναικός, γέροντος, παιδιού, μη κόψουν την αντρεία.»
Xαμένη, αλίμονον! κι’ οκνή τη σάλπιγγα γρικάει·
Aλλά πώς φθάνει στον εχθρό και κάθ’ ηχώ ξυπνάει;
Γέλιο στο σκόρπιο στράτευμα σφοδρό γεννοβολιέται,
Kι’ η περιπαίχτρα σάλπιγγα μεσουρανίς πετιέται·
Kαι με χαρούμενη πνοή το στήθος το χορτάτο,
T’ αράθυμο, το δυνατό, κι’ όλο ψυχές γιομάτο,
Bαρώντας γύρου ολόγυρα, ολόγυρα και πέρα,
Tον όμορφο τρικύμισε και ξάστερον αέρα·
Tέλος μακριά σέρνει λαλιά, σαν το πεσούμεν’ άστρο,
Tρανή λαλιά, τρόμου λαλιά, ρητή κατά το κάστρο.

Τετάρτη 25 Μαρτίου 2015

Το τέρας το κίτρινον, το θηρίον το κόκκινον...

- Ο Στεφανής ο Καραντάνης, μη βρίσκοντας κανέναν απ' το άλλο κόμμα, το δικό μας, να μαχαιρώση, εμαχαίρωσε τον αχώριστον φίλον του και οπαδόν του κόμματός του, τον Σταύρον τον Τσόρναν. Ποιος ξέρει; Για ένα απρόσεκτον λόγον, επάνω στο πιοτό…
Εφύγαμεν. Είχαν περάσει ήδη τα μεσάνυκτα. Ανέτελλεν η ημέρα των εκλογών, βαμμένη εις το αίμα. 
-Το τέρας το κίτρινον είχε καλέσει εις επικουρίαν το θηρίον το κόκκινον...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Ύδρα, λάδι σε καμβά

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Τα δύο τέρατα

Αὐτὴν τὴν φορὰν μοῦ ἔλαχεν ὁ κλῆρος νὰ συνοδεύσω τὸν Ἀριστείδην τοῦ καπετὰν Ρούσσου εἰς νυκτερινὴν μυστηριώδη ἀποστολήν. Ὅλα τὰ ἐκλογικὰ ἀκάθαρτα δαιμόνια εἶχον ἐξαπολυθῆ εἰς τὸν δρόμον, τὴν χρονιὰν ἐκείνην. Ἡ πλουτοκρατία εἶχε συμμαχήσει μὲ τὴν ὀχλοκρατίαν· τὸ τέρας τὸ κίτρινον εἶχε καλέσει εἰς βοήθειαν τὸ ἄλλο τέρας, τὸ κόκκινον. Περὶ τὰ διακόσια πρόσωπα, ἄνθρωποι ὁποὺ ἦσαν ὅλοι τοῦ τόπου, καὶ δὲν ἦσαν οἱ ἴδιοι ὁποῖοι εἶχαν ἀπέλθει πρὸ πέντε ἢ ἓξ ἐτῶν, εἶχαν κατέλθει ἀποτόμως καὶ συγχρόνως ἀπὸ τὸ Σουέζ, ὅπου εἶχαν παύσει ἀρτίως αἱ ἐργασίαι τῆς σκαφείσης διώρυγος. Εἶχον φέρει μαζί των ὀλίγα ἢ πολλὰ ναπολεόνια, ἀλλὰ πολὺ περισσοτέρας νέας ἕξεις, βλασφημίας, ἔριδας, θράσος, μέθην καὶ πρόκλησιν.
Ὁ γερο-Μαρὴς ὁ Βαβδινός, σεβάσμιος τοκογλύφος, εἶχε κατέλθει εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα καὶ τὸ εἶχεν ἀμὲτ Μωαμέτ*, νὰ γίνῃ δήμαρχος. Ἐλέγετο ὅτι εἶχεν ἀποφασίσει τέλος ν᾿ ἀνοίξῃ τὴν κάσσαν, τὴν περίφημον, τὴν ἔχουσαν βάθος δυσθεώρητον. Εἰς τὸν πυθμένα ἐκείνης τῆς κάσσας ὑπῆρχον, ὡς ἐλέγετο, ὄχι μόνον σπίτια καὶ χωράφια καὶ ἐλαιῶνες, ἀλλὰ καὶ καράβια πλέοντα καὶ καράβια ναυαγοῦντα, τὰ ὁποῖα ἡ γρια-Γκότσαινα, ἡ μάγισσα, σ᾿ ἔκαμνε νὰ τὰ ἰδῇς μέσα εἰς μαγικὸν καθρέπτην, καὶ ν᾿ ἀκούσῃς ὡς καὶ τὰς κραυγὰς τῆς ἀγωνίας τῶν ναυαγῶν, ὡς καὶ τοὺς ἐπιθανατίους ρόγχους τῶν πνιγομένων. Πιθανὸν ὅμως νὰ ἠκούοντο ἐκεῖ μέσα καὶ μάταια λόγια καὶ παράπονα ἀμελῶν καὶ ὀκνηρῶν χρεωφειλετῶν, τὰ ὁποῖα ἐπνίγοντο ἀνάμεσα εἰς τὸν πολὺν θόρυβον τῶν οἰμωγῶν καὶ τῶν θρήνων. Τὰ θαλασσοδάνεια, βλέπετε, εἶχαν τριανταὲξ τοῖς ἑκατόν· καὶ «τὸ διάφορο, κεφάλι».

Ὁ γερο-Μαρής, εἶχεν ἀποτύχει πρὸ τετραετίας, τὴν πρώτην φορὰν ὁποὺ ἐπείσθη νὰ βάλῃ κάλπην, ἡττηθεὶς ἀπὸ ἄνθρωπον πολὺ πτωχότερόν του, καὶ ὅλοι οἱ ὀπαδοὶ καὶ οἱ οἰκεῖοί του τὸ εἶχαν «ἀγκάθι», καὶ εἶχαν φοβερίσει τοὺς ἀντιπάλους «νὰ τὸ κρεμάσουν σκουλαρίκι στ᾿ αὐτί». Ὅλοι οἱ ἐντόπιοι, ὅσοι εἶχαν παλιννοστήσει ἀπὸ τὸ Σουέζ, ἢ σχεδὸν ὅλοι, εἶχαν ἑλκυσθῆ μὲ τὸ κόμμα του. Διότι, ὅσοι ἔπιασαν ὀλίγα λεπτὰ ἐξ αὐτῶν, εἶχαν «μεγαλοπιασθῆ» ἐξαίφνης, καὶ ἤθελαν νὰ ὑπάγουν «μὲ τοὺς ἀρχόντους». Ἄλλοι πάλιν, ὅσοι εἶχαν φέρει μόνον πέντ᾿ ἕξ, ἢ ὀκτώ, ἢ δέκα, ἢ δώδεκα λίρας, καὶ τὰς εἶχαν φάγει, ἢ τὰς εἶχαν πίει ἐν τῷ μεταξύ, ἐμισθώθησαν ἀπὸ τὸ κόμμα, ὁπλοφοροῦντες, φρουροὶ τάχα τῆς τάξεως εἰς τὰς ἡμέρας τῶν ἐκλογῶν. Ὅλα τὰ σκυλιὰ ἦσαν ἀδέσποτα· κανὲν δὲν ἐγνώριζε πλέον τὸν ἀφέντην του. Μέγας «θυσιασμὸς»* εἶχεν ἀνάψει εἰς ὅλας τὰς κεφαλάς. Ὅλοι ἦσαν «θανατικοί»*, ἀπὸ τοῦ γεροντοτέρου μέχρι τοῦ νεωτέρου. Καὶ δὲν ὑπῆρχεν ἄνθρωπος ἀδιάφορος διὰ τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα, «ἀπὸ ξυλοκόπου αὐτῶν ἕως ὑδροφόρου αὐτῶν».
Ὁ Κωσταντὴς τοῦ Τάσου, τρεῖς σπιθαμὰς τὸ κίτρινον ζωνάρι περὶ τὴν κοιλίαν, μὲ τρία κουμπούρια εἰς τὴν μέσην, καὶ μὲ βαρεῖαν μαγκούραν πολύκομπον, ἔτρεχεν ἄνω καὶ κάτω εἰς τοὺς δρόμους ἀπὸ τοῦ δειλινοῦ μέχρι τοῦ ὄρθρου, ὥστε νὰ φαίνεται πὼς ἦτο πάντοτε ἀπησχολημένος, καὶ πὼς εἶχε σπουδαίας ἀποστολάς. Ὁ Στεφανὴς ὁ Καραντάνης, μὲ τὸν ἀχώριστόν του φίλον, τὸν Σταῦρον τὸν Τσόρναν, καθήμενος ἔξω παντὸς καπηλείου, ἐπροκάλει ὅλους τοὺς διαβάτας καὶ τοὺς ἐβίαζε νὰ φωνάξουν «ζήτω ὁ μπαρμπα-Μαρής», ἂν ἤθελαν νὰ περάσουν ἐλεύθερα. Ὁ Ἀλέξης ὁ Κρητικός (οὕτω καλούμενος διότι εἶχεν ὑπάγει τῷ 1866 ἐθελοντὴς εἰς τὴν Κρήτην) ἐκυριάρχει εἰς ὅλας τὰς συνοικίας τὴν νύκτα, καὶ δὲν ἐπέτρεπεν εἰς καμμίαν ἐναντίαν παρέαν νὰ ψάλῃ ᾆσμα, ἐκλογικὸν ἢ ἄλλο.

Δὲν ἠκούετο πλέον οὔτε «χορεύ᾿ ὁ Τάσος κι ὁ Νταντός, καὶ τς Ἀρμαμένταινας ὁ γυιός»· οὔτε «Κοῦνος καὶ Μπουέλλος» (δύο ἐκλογικὰ παρεγκώμια προσώπων)· οὔτε «Σταματίτσα κὶ Μαλλίνα βγάλανε τὴ δημαρχίνα» (διότι ὑπῆρχον πάντοτε καὶ γυναῖκες κομματαρχίνες εἰς τὰς ἐκλογάς), οὔτε τίποτε. Τὰ ᾄσματα τῶν ἀντιπάλων εἶχαν σιγήσει. Ἠκούετο μόνον πολὺ συχνά: «Ὁ Γιάννης τοῦ Νικόλα δὲν ἔχει ἐπιρροή· τὸν φάγανε οἱ ψύλλοι, τὸν φάγαν κ᾿ οἱ κοριοί».
Καὶ ἡ τρέλα δὲν ἐμαίνετο μόνον τὴ νύκτα, ἀλλὰ καὶ τὴν ἡμέραν. Ἕνα παπαδόσπιτο εἶχεν ἐμπετασθῆ μὲ κοκκίνας σημαίας, ὡς νὰ μὴν ἐδέχετο ὁ παπὰς προσφορὰς ἀπὸ τὰ δύο κόμματα, ἀλλὰ μόνον ἀπὸ τὸ ἕν. Ὅλη ἡ παραθαλάσσιος ἀγορὰ καὶ οἱ παράλληλοι δρόμοι ἐκοκκινοβολοῦσαν ἀπὸ τὰ ἐρυθρὰ ράκη τ᾿ ἀνεμίζοντα εἰς τὸν ἀέρα. Εἷς ἄλλος παπὰς εἶχεν εἰπεῖ τῆς παπαδιᾶς του, μὴ θέλων φανερὰ νὰ ἐκτεθῇ, ν᾿ ἁπλώσῃ ὅλα τὰ ὡραῖα κόκκινα κιλίμια, τάχα διὰ ν᾿ ἀερισθοῦν, εἰς τὰ παράθυρα καὶ εἰς τὸ μπαλκόνι. Δίπλα εἰς τὸ ἴδιον σπίτι ὑψοῦτο μέγας πάσσαλος ἢ στῦλος, εἰς τὸ χεῖλος τοῦ κρημνοῦ, ἐπὶ τῆς κορυφῆς τοῦ ὁποίου ἦτο κτισμένη ἡ οἰκία· ἐπ᾿ αὐτοῦ εἶχαν κρεμασθῆ πλῆθος κόκκινα μπαϊράκια, λωρίδες καὶ φλάμπουρα· βεβαίως κατ᾿ ἀνοχὴν ἢ κατ᾿ εἰσήγησιν τοῦ παπᾶ. Ὁ μπαρμπα-Γιάννης ὁ Μπούας, ὅστις ἀφοῦ ἐγήρασεν εἶχε καταφύγει ἐν μετανοίᾳ εἰς τὸ Μοναστήρι τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, εἶχεν ἀναβάλει ἀπὸ ἐκλογῆς εἰς ἐκλογὴν τὴν κουράν του, κ᾿ ἐξηκολούθει νὰ μένῃ ὡς δόκιμος, ὑποσχόμενος ἑκάστοτε νὰ περάσῃ ἡ παροῦσα ἐκλογή, καὶ εἶτα νὰ καλογηρεύσῃ, ἐπειδὴ οἱ ὑποψήφιοι ἐφίλευαν τοὺς ἐκλογεῖς καὶ καπνὸν καὶ ρακὶ καὶ γιουβέτσι, ἀλλὰ καὶ φυσέκια* μὲ δεκάρες. Τώρα πάλιν ὑπεσχέθη ἀνυπερθέτως, μετὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ μπαρμπα-Μαρῆ εἰς δήμαρχον, νὰ δεχθῇ πλέον τὴν κουράν, καὶ νὰ κοιτάξῃ τοῦ λοιποῦ διὰ τὴν ψυχήν του. Δύο διδάσκαλοι τοῦ χωριοῦ, τὸ ὁποῖον ἐκηρύχθη ὡς πρωτοφανὲς πρᾶγμα, ἔλαβον ἀναφανδὸν μέρος εἰς διαδήλωσιν ὑπὲρ τοῦ Βαβδινοῦ κόμματος.
*
Τὴν νύκτα ἐκείνην ἐστάλημεν ἀπὸ τὸ σπίτι τοῦ γερο-Ἀποστολίδη, ἐγὼ καὶ ὁ καπετὰν Ἀριστείδης τοῦ Ρούσσου, ὅπως διαλεχθῶμεν μὲ τὸν γερο-Σταμάτην τὸν Κορδᾶν, ἴσως κατορθώσωμεν καὶ τὸν πείσωμεν, ὡς πρόεδρος τῆς ἐκλογικῆς ἐπιτροπῆς ὁποὺ θὰ ἦτο, νὰ δεχθῇ τὰς εἰσηγήσεις μας. Ἦτο μὲν συγγενὴς καὶ μὲ τὸ κόμμα μας, ἀλλ᾿ ἐφοβεῖτο τὰς ἀρχὰς καὶ τὰς ἐξουσίας, καὶ ἤθελε νὰ εἶναι πάντοτε «μὲ τὸν Βασιλιά», συνηθισμένος οὕτω ἀπὸ τῶν ἡμερῶν τοῦ Ὄθωνος, καθ᾿ ὃν χρόνον οἱ ὑποψήφιοι ἦσαν πάντοτε χρισμένοι. Ἡ κάλπη παρεγεμίζετο μὲ εἰκονικὰ ψηφοδέλτια, καὶ τὸ ἐναντίον κόμμα δὲν εἶχε τύχην, ἐκτὸς ἐὰν κατώρθωνε νὰ κλέψῃ τὴν κάλπην διὰ ρήξεως καὶ ἐφόδου ἐκ τῶν παραθύρων τῆς ἐκκλησίας, ὅπου ἐγίνοντο ἀνελλιπῶς αἱ ἐκλογαί, βεβαίως διὰ ν᾿ ἁγιάσουν καλύτερα καὶ ἐκλογεῖς καὶ ἐκλεγόμενοι. Συνέβαινεν ὅμως πολλάκις καὶ νὰ ξεπαγιάσουν αἱ ἐπιτροπαὶ κ᾿ οἱ ὑπάλληλοι τῆς Κυβερνήσεως, διανυκτερεύοντες ἐντὸς τοῦ ναοῦ ἐν καιρῷ χειμῶνος. Ποῦ ἐκεῖνα τὰ χρόνια! Ὄχι μόνον αἱ κάλπαι, ἀλλὰ καὶ οἱ ἐκλέκτορες, λ.χ. εἰς τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς «οἱ μᾶλλον φορολογούμενοι», ἐγίνοντο ἀνάρπαστοι τὴν παραμονὴν τῆς ἐκλογῆς, κ᾿ ἐκρύπτοντο ἄδηλον ποῦ κατὰ τὰς ἡμέρας τῆς ψηφοφορίας.

Ὁ γερο-Σταμάτης ὁ Κορδᾶς δὲν ἦτο ἐκ τῶν μᾶλλον πεπειραμένων εἰς αὐτὰ τὰ πράγματα. Τὸν περισσότερον καιρόν του εἶχε ζήσει ἀρμενίζων μὲ τὴν σκούναν του ἀνὰ τὸ Αἰγαῖον. Τώρα ἐπὶ Γεωργίου εἶχε παραχωρήσει τὴν γολέταν εἰς τοὺς υἱούς του καὶ αὐτός, συνταξιοῦχος τοῦ Ν. Ἀπομαχικοῦ, μένων κατ᾿ οἶκον, εἶχε κληρωθῆ διὰ τὴν παροῦσαν ἐκλογήν, ἔχων τὰ προσόντα, ὡς πρῴην δημοτικὸς σύμβουλος κτλ., πρόεδρος τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς. Ἦτον θεῖός μου ἐξ ἀγχιστείας ε´ βαθμοῦ, ἤτοι σύζυγος τῆς πρωτεξαδέλφης τοῦ πατρός μου· ἀλλ᾿ ἦτο καὶ μέγας θεῖός μου Ϛ´ βαθμοῦ ἐξ αἵματος, πρωτεξάδελφος τῆς πρὸς μητρὸς μάμμης μου. Ἀλλ᾿ ὁ καπετὰν Ἀριστείδης τὸν ἐγνώριζε πολὺ καλά! Ἐγώ, νεώτατος, μόλις 19 ἐτῶν, εἶχον ὑποδειχθῆ τάχα ὡς ρητορικὴ γλῶσσα διὰ νὰ συνοδεύσω τὸν Ἀριστείδην· πλὴν ὁ κρυφὸς λόγος δι᾿ ὃν ἐδέχθην τὴν ἀποστολήν, ἦτο διὰ νὰ γνωρίσω τὸν μπαρμπα-Σταμάτην, καὶ τὸν μελετήσω.
― Τώρα νὰ ἰδῇς, μοῦ εἶπεν ὁ καπετὰν Ροῦσσος, ἅμα ἐξήλθομεν νύκτα ἐκ τῆς οἰκίας τοῦ γερο-Ἀποστολίδη τοῦ πενθεροῦ του· τώρα νὰ ἰδῇς τί θὰ πῇ καπετὰν Σταμάτης Κορδᾶς· ἂς τὸν ἔχῃς καὶ μπάρμπα, δὲν τὸν ξέρεις· ἡμεῖς οἱ θαλασσινοὶ γνωριζόμεθα, βλέπεις, καλά. Μὲ μανέλα* τὸ κεφάλι του δὲν γυρίζει· μὲ ἐργάτη, μὲ βίντσι, μὲ μάγγανο, μὲ ὅ,τι θέλεις.
― Τότε, τί πᾶμε; εἶπα ἐγώ.
― Πᾶμε, γιατὶ μᾶς ἔστειλαν, καὶ γιὰ νὰ ἰδοῦμε τὸν μπαρμπα-Σταμάτη στὸ σπίτι του, στὴν χειμωνιάτικη τὴν κάμαρα ποὺ ἔχει σχεδιασμένην μ᾿ ἕνα καραβόπανο. Θὰ ἰδῇς τὴ σερβέτα*, τὸ σαρίκι ποὺ φορεῖ στὸ κεφάλι του, σὰν Τοῦρκος· θὰ ἰδῇς τὰ μουστάκια του, ποὺ εἶναι σὰν δύο χονδρὰ ἀγκίστρια, ἀπὸ κεῖνα ποὺ πιάνουν τοὺς ὀρφούς· τὸν τράχηλόν του, τὰ μπράτσα του, τὰ ποδάρια του, ὅλα γυμνά· καὶ θ᾿ ἀκούσῃς πῶς σκέπτεται καὶ πῶς μιλεῖ ὁ μπαρμπα-Σταμάτης. Ὅταν ἦτον νέος, ἐπῆρε σύντροφον στὸ καΐκι ἕναν Ποριώτην ἢ Κρανιδιώτην, ἐπίτηδες διὰ νὰ ἐξαλβανισθῇ πλησίον του· καὶ τώρα ἡ γλῶσσά του, ὁ τρόπος του, ἡ συμπεριφορά του, ὅλα εἶναι ἀρβανίτικα.
Καθὼς ἐπροχωρήσαμεν ὀλίγα βήματα καὶ εἰσήλθομεν εἰς τὴν παραθαλάσσιον ἀγοράν, ἄλλα καπηλεῖα ἢ καφενεῖα ἦσαν ἀνοικτά, ἄλλα μισοκλεισμένα. Ὅλα εἶχαν φῶς ἔνδοθεν. Ἠκούομεν φωνάς, διαλόγους, ᾄσματα. Πρὶν φθάσωμεν εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ γερο-Κορδᾶ, ὄπισθεν τῆς ἐκκλησίας, πρὸς τὸ δυτικόν, παρήλθομεν ἔξωθεν τῆς ταβέρνας τοῦ Δημήτρη τοῦ Σμυρνιοῦ. Μέσα ἦτον μία παρέα, θορυβοῦσα καὶ φωνάζουσα, προεξάρχοντος ἑνὸς μεγαλοσώμου νέου, μὲ ξανθοὺς στριμμένους μύστακας, πλησίον τοῦ ὁποίου ἐκάθητο εἷς μελαψὸς ὁμήλικός του, ταπεινοτέρου ἐξωτερικοῦ, καὶ ὅστις ἐφαίνετο μᾶλλον μειλίχιος. Καὶ οἱ δύο εἶχον κατέλθει ἐσχάτως ἀπὸ τὸ Πὸρτ-Σαΐδ.
― Εἶναι ὁ Στεφανὴς ὁ Καραντάνης, μοῦ εἶπεν ὁ συνοδός μου, μαζὶ μὲ τὸν ἀχώριστον φίλον του, τὸν Σταῦρον τὸν Τσόρναν. Αὐτὸς ὁ Καραντάνης εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴν κάμῃ καυγάν, καὶ νὰ μὴ μαχαιρώσῃ κανέναν. Εἶναι πολὺ μουρλός, πίνει πολὺ καὶ τὸ ἔχει παρμένο παραπολὺ ἐπάνω του.
*
Ἀνέβημεν τὴν μεγάλην ἐξωτερικὴν σκάλαν, κ᾿ ἐφθάσαμεν εἰς τὴν ἁπλωταριάν, ἢ τὸ μεγάλο χαγιάτι τῆς ἀφελοῦς ἀρχοντικῆς οἰκίας. Ὁ Ἀριστείδης ἔκραξε:
― Ξυπνητὸς εἶσαι, καπετὰν Σταμάτη;
― Ὂς γκελντί· χαῒρ ὀλά*, ἔκραξε φωνὴ ἔσωθεν.
Ὁ γέρων δὲν εἶχε κοιμηθῆ ἀκόμη. Ἦτο περὶ τὴν δεκάτην ὥραν, ἐν καιρῷ τῆς ἐαρινῆς ἰσημερίας· τετάρτη ὥρα τῆς νυκτός.
Πάραυτα ἠνοίχθη ἡ θύρα κ᾿ ἐπαρουσιάσθη ὁ μπαρμπα-Σταμάτης, μὲ κόκκινον σκοῦφον καὶ σαρίκι περὶ τὴν κεφαλήν, μὲ γυμνὰς κνήμας, καὶ γυμνοὺς βραχίονας.
― Πῶς μᾶς θυμηθήκατε;… Ποῦ σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο, ἀνεψιέ; μοῦ λέγει.
Καὶ στραφεὶς πρὸς τὴν γωνίαν τὴν νοτιοδυτικὴν τῆς οἰκίας, ὅπου εἶχε κατασκευασθῆ προχείρως, μὲ δύο μεγάλα καραβόπανα, ἐπιτηδείως τεντωμένα, εἶδος σκηνῆς ἢ χειμερινοῦ θαλάμου, ἐπειδὴ ἡ οἰκία ἄλλως, νεωστὶ κατεσκευασμένη, δὲν εἶχε χωρισθῆ εἰς δωμάτια, ἔκραξε:
― Κοιμήθηκες, θειά; Σήκω νὰ τρατάρῃς τὸν ἀνεψιό σου.
― Θὰ σᾶς δώσουμε βάρος, καπετὰν Σταμάτη, εἶπε μετ᾿ εὐγενείας ὁ Ἀριστείδης.
― Δὲν ἔχει βάρος· ἡ μάννα* τώρα ἐζάρωσε δίπλα στὸ ντζάκι· τώρα μπουζουργιάσαμε* ἀκόμα· δὲν ἔχουμε ψόφο* εὔκολα. Τώρα σηκωθήκαμε ἀπ᾿ τὸ σουφρά… κ᾿ ἔτσι λαγοκοιμήθηκε στὸν ὀντὰ ἡ μάννα… Κοπιάστε, μπουϊούρουμ ὄρε μίρε*.
Ἐκαθίσαμεν ἐπὶ σκαμνίων, πλησίον τῆς θυρίδος τὴν ὁποίαν ἐσχημάτιζε πρὸς τὸν τοῖχον τὸ καραβόπανον. Ὁ Ἀριστείδης εἰσῆλθεν ἀμέσως εἰς τὸ θέμα.
―Ἤρθαμε, καπετὰν Σταμάτη, ἀπεσταλμένοι. Ἔμαθαν στὸ σπίτι πὼς θὰ πάρῃς τὸν γερο-Κατσουλὴ γραμματικὸ τῆς Ἐπιτροπῆς… Ὁ δικός μας ὁ Παπούλιας δὲν θὰ ἦτον καταλληλότερος;

Ἓν τῶν κυριωτέρων αἰτημάτων, τὰ ὁποῖα εἴχομεν νὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὸν μπαρμπα-Σταμάτην, ἦτο τὸ περὶ τῆς γραμματείας τῆς Ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς τῶν ἐκλογῶν. Ὁ Παπούλιας, πρῴην δημογραμματεύς, πρῴην γραμματεὺς Εἰρηνοδικείου, ὑποτελώνης κλπ., εἶχεν ἔλθει ἐσχάτως μὲ τὸ κόμμα μας, ἦτο δὲ ἄνθρωπος μὲ ἱκανότητα, ἂν καὶ δὲν εἶχε χαμοθεόν*· ὁ γερο-Κατσουλής, συνταξιοῦχος, πρῴην εἰρηνοδίκης, διετέλει νῦν γραμματεὺς τῆς Δημαρχίας. Ἦτο δὲ ἀνίκανος, σκολιός, καὶ τὰ «ἔκαμνε θάλασσα». Πλὴν ὁ μπαρμπα-Σταμάτης, ἐθεώρει τὸν ἑαυτόν του ὑπόχρεων νὰ τὸν προσλάβῃ ὡς γραμματέα κατὰ τὸ τετραήμερον τῆς ἐκλογῆς, ἐπειδὴ ὁ νῦν δήμαρχος ἐβοήθει τὸν γερο-Μαρήν, τὸν Βαβδιναῖον, εἰς τὴν ὑποψηφιότητα, ὁ δὲ καπετὰν Σταμάτης ἐπεθύμει πάντοτε νὰ εἶναι μὲ τὸ «δοβλέτι»*, κ᾿ ἐφοβεῖτο τὴν σκιὰν τῆς ἀρχῆς.
Δὲν ἔσπευσε ν᾿ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν πρώτην εἰσήγησιν τοῦ καπετὰν Ἀριστείδη.
―Ὁ γερο-Κατσουλής, ἐπέφερεν οὗτος, θὰ χασομερᾷ ὅλους τοὺς ψηφοφόρους μας, θὰ κάμνῃ μίαν ὥραν νὰ βρίσκῃ τὰ ὀνόματα στὸν κατάλογον· δὲν θὰ λαμβάνῃ ὑπ᾿ ὄψιν τοὺς αὔξοντας ἀριθμοὺς ποὺ θὰ τοῦ δίνουν, καὶ θ᾿ ἀργοπορῇ ἐπίτηδες· ἐνῷ διὰ τὸ ἐναντίον κόμμα, οὔτε θὰ κοιτάζῃ διόλου τὸν κατάλογον, θὰ λέγῃ: «Μάλιστα, μάλιστα», καὶ θὰ περνᾷ ἀμέσως τὰ ὀνόματα στὸν κατάλογον τῆς ψηφοφορίας… Καὶ ξέρεις πὼς μπορεῖ ἔτσι νὰ μᾶς κόψῃ, μὲ τρόπον, δέκα ψήφους… Καὶ «τί εἶν᾿ ὁ κάβουρας, τί εἶν᾿ τὸ ζουμί του;»
Ὁ μπαρμπα-Σταμάτης ἔσεισεν ἐμφαντικῶς τὴν χονδρὴν τετράγωνον κεφαλήν του.
―Ἐγὼ γέρασα, ὠρὲ καρδάσ᾿*, Ἀριστείδη, εἶπε. Τί νὰ σᾶς κάμω; Κατὰ τὸ κεφάλι ποὺ ἔχω σᾶς προσκυνῶ.
― Καὶ τί ὑποχρέωσιν ἔχει ἡ Ἐπιτροπή, εἶπεν ὁ Ἀριστείδης, νὰ πάρῃ ὡς γραμματικὸν τὸν ὑπάλληλον τῆς Δημαρχίας;… Ἴσα-ἴσα οἱ ὑπάλληλοι πρέπει νὰ μένουν ἀμερόληπτοι, αὐτὸ ἀπαιτεῖ κι ὁ νόμος.
― Τί νῶμος καὶ πλάτη, καρδάσ᾿ Ἀριστείδη! Ταΐτε* καὶ μ᾿ αὐτουνοὺς καὶ μὲ τὶς δημαρχίες, καὶ μὲ τὶς ἐκλογές τους! Βρίσκει τὸν μπελά του ἕνας ἁπλός, ἀγράμματος ἄνθρωπος. Τίνος τὸ χατίρι νὰ χαλάσῃς;
― Λοιπὸν δὲν εἶναι καλὸς ὁ γερο-Παπούλιας γιὰ νὰ τὸν πάρετε γραμματικόν;
― Καλὸς κι ἄξιος εἶναι, καρδάσ᾿, μὰ δὲν τὸν παίρνουμε.
― Γιατί;
― Γιὰ τς γάτας τ᾿ αὐτί.
Ἠθέλησα κ᾿ ἐγὼ νὰ ψελλίσω ὀλίγα λόγια, διὰ νὰ δικαιολογήσω τὴν ἐκεῖ παρουσίαν μου καὶ ν᾿ ἀνταποκριθῶ εἰς τὴν ἀποστολήν μου.
― Σὲ παρακαλῶ, μπάρμπα· ξέρεις πῶς τὰ κατάφερε ὁ γερο-Κατσουλὴς στὴν Δημαρχία; Μπᾶτε χίλι᾿ ἀλέσετε… Οὔτε τάξιν, οὔτε ἀρχεῖον, οὔτε θυρίδα· κανὲν ἔγγραφον δὲν ἐνεργεῖται. Οὔτε τὸν ἀριθμὸν τοῦ πρωτοκόλλου δὲν μπορεῖ νὰ φυλάξῃ καλὰ-καλά.
Τοῦ μπαρμπα-Σταμάτη ἐσείσθησαν βιαίως τὰ μουστάκια του.
― Τί λὲς καὶ σύ, ἀνεψιέ;… Σ᾿ ἔστειλαν καὶ σὲ νὰ σπουδάσῃς, καὶ χαλάστηκες… Καλὰ τὸ εἶπα ἐγὼ τῆς ἀνεψιᾶς μου, τῆς μητέρας σου: «Θὰ χάσῃς, ἀνεψιά, τὸ παιδί σου». Τί νὰ κάμω, ποὺ δὲν μὲ ἄκουσε.
Ὁ Ἀριστείδης ἐγέλασε, κ᾿ ἐσηκώθη ν᾿ ἀπέλθωμεν.
― Καληνύχτα, καπετὰν Σταμάτη.
― Καληνύχτα, θειά, εἶπα ἐγώ.
― Στὸ καλό· καλῶς ἤρθατε.
Καθὼς ἐξήλθομεν, καὶ μᾶς ἔφεγγεν ἡ γραῖα Μαγδαληνὴ νὰ καταβῶμεν:
― Δὲν σοῦ τὸ ἔλεγα ἐγώ; μοῦ εἶπεν ὁ Ἀριστείδης. Μὲ μανέλα δὲν γυρίζει τὸ κεφάλι του.
― Οὔτε μὲ ἀδράχτι.
*
Κατέβημεν, καὶ ἠκούσαμεν φωνάς· εἴδομεν κίνησιν εἰς τὸ καπηλεῖον τοῦ Σμυρνιοῦ. Ἄνθρωποι μὲ τὰ νυχτικά τους κατέβαιναν ἐν σπουδῇ ἀπὸ τὰς οἰκίας των, διὰ νὰ μάθουν τί εἶχε συμβῆ.
Ἐστάθημεν μίαν στιγμήν, δεξιόθεν τῆς ἐκκλησίας, ἀντικρὺ εἰς τὴν θύραν τοῦ καπηλείου, παρεμπρὸς ὁ Ἀριστείδης, παραπίσω ἐγώ. Τὸ βλέμμα μου ἀντίκρυσε μίαν τράπεζαν, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἔπιπτε σχεδὸν καθέτως τὸ φῶς τῆς κρεμαστῆς λυχνίας. Εἶδα κάτι τι, ἓν ὡς ρευστὸν ἐρυθρὸν ἐπὶ τῆς τραπέζης, κ᾿ ἐπὶ τῶν πλακῶν τοῦ δαπέδου, νὰ κοκκινοβολῇ καὶ ν᾿ ἀχνίζῃ. Σωρὸς ἀνθρώπινος ἔκειτο πρηνὴς κάτω ἐκεῖ, ἀσθμαίνων ὀδυνηρῶς, καὶ γογγύζων.
Ὁ Ἀριστείδης ἐπροχώρησεν ὀλίγα βήματα πρὸς τὸ καπηλεῖον. Ἐγὼ ἔμεινα ἀκίνητος.
Μετὰ πέντε λεπτὰ ἐπανῆλθεν ὁ συνοδός μου.
― Σὰν προφήτης τὸ εἶπα, μοῦ λέγει· καλύτερα νὰ εἶχα δαγκώσει τὴ γλῶσσά μου.
― Τί τρέχει;
― Ὁ Στεφανὴς ὁ Καραντάνης, μὴ βρίσκοντας κανέναν ἀπ᾿ τὸ ἄλλο κόμμα, τὸ δικό μας, νὰ μαχαιρώσῃ, ἐμαχαίρωσε τὸν ἀχώριστον φίλον του καὶ ὀπαδὸν τοῦ κόμματός του, τὸν Σταῦρον τὸν Τσόρναν. Ποιὸς ξέρει; Γιὰ ἕνα ἀπρόσεκτον λόγον, ἐπάνω στὸ πιοτό…
Ἐφύγαμεν. Εἶχαν περάσει ἤδη τὰ μεσάνυκτα. Ἀνέτελλεν ἡ ἡμέρα τῶν ἐκλογῶν, βαμμένη εἰς τὸ αἷμα.
― Τὸ τέρας τὸ κίτρινον εἶχε καλέσει εἰς ἐπικουρίαν τὸ θηρίον τὸ κόκκινον.