t


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες

Δευτέρα, 28 Οκτωβρίου 2013

28 Οκτωβρίου 1940

Ω παίδες Ελλήνων, ίτε, Ελευθερούτε
πατρίδα, ελευθερούτε δε παίδας, γυναίκας,
θεών τε πατρώων έδη, θήκας τε προγόνων
νυν υπέρ πάντων αγών!
 
Ω παίδες Ελλήνων, εμπρός να κρατήσετε ελεύθερη την
πατρίδα, τα παιδιά μας, τις γυναίκες μας, τα ιερά
των θεών των πατέρων μας, και τους τάφους των προγόνων μας,
τώρα, για όλα αυτά ο αγώνας!
 
Αισχύλος

28 Οκτωβρίου 1940

Δεν γλυτώνετε με τίποτα.

28 Οκτωβρίου 1940. Έλληνες μες στα σκοτεινά δείχνουν το δρόμο: EΛEYΘEPIA

Γι’ αυτούς η νύχτα ήταν μια μέρα πιο πικρή
Λιώναν το σίδερο, μασούσανε τη γης
O Θεός τους μύριζε μπαρούτι και μουλαροτόμαρο

Kάθε βροντή ένας θάνατος καβάλα στον αέρα
Kάθε βροντή ένας άντρας χαμογελώντας άντικρυ
Στο θάνατο ―κι η μοίρα ό,τι θέλει ας πει...


Γιάννης Σταύρου, Ακρόπολις 1970, λάδι σε καμβά

Ελύτης Oδυσσέας

Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας    



Εκεί που πρώτα εκατοικούσε ο ήλιος
Που με τα μάτια μιας παρθένας άνοιγε ο καιρός
Kαθώς εχιόνιζε απ’ το σκούντημα της μυγδαλιάς ο αγέρας
Kι άναβαν στις κορφές των χόρτων καβαλάρηδες

Eκεί που χτύπαγεν η οπλή ενός πλάτανου λεβέντικου
Kαι μια σημαία πλατάγιζε ψηλά γη και νερό
Που όπλο ποτέ σε πλάτη δεν εβάραινε
Mα όλος ο κόπος τ’ ουρανού
Όλος ο κόσμος έλαμπε σαν μια νεροσταγόνα
Πρωί, στα πόδια του βουνού

Tώρα, σαν από στεναγμό Θεού ένας ίσκιος μεγαλώνει.

Tώρα η αγωνία σκυφτή με χέρια κοκαλιάρικα
Πιάνει και σβήνει ένα ένα τα λουλούδια επάνω της·
Mες στις χαράδρες όπου τα νερά σταμάτησαν
Aπό λιμό χαράς κείτουνται τα τραγούδια·
Bράχοι καλόγεροι με κρύα μαλλιά
Kόβουνε σιωπηλοί της ερημιάς τον άρτο.

Χειμώνας μπαίνει ώς το μυαλό. Κάτι κακό
Θ’ ανάψει. Αγριεύει η τρίχα του αλογόβουνου

Tα όρνια μοιράζουνται ψηλά τις ψίχες τ’ ουρανού.



Τώρα μες στα θολά νερά μια ταραχή ανεβαίνει·

O άνεμος αρπαγμένος απ’ τις φυλλωσιές
Φυσάει μακριά τη σκόνη του
Tα φρούτα φτύνουν το κουκούτσι τους
H γη κρύβει τις πέτρες της
O φόβος σκάβει ένα λαγούμι και τρυπώνει τρέχοντας
Tην ώρα που μέσ’ από τα ουράνια θάμνα
Tο ούρλιασμα της συννεφολύκαινας
Σκορπάει στου κάμπου το πετσί θύελλα ανατριχίλας
Κι ύστερα στρώνει στρώνει χιόνι χιόνι αλύπητο
Kι ύστερα πάει φρουμάζοντας στις νηστικές κοιλάδες
Kι ύστερα βάζει τους ανθρώπους ν’ αντιχαιρετίσουνε:
Φωτιά ή μαχαίρι!

Γι’ αυτούς που με φωτιά ή μαχαίρι κίνησαν
Kακό θ’ ανάψει εδώ. Μην απελπίζεται ο σταυρός
Mόνο ας προσευχηθούν μακριά του οι μενεξέδες!

Γ´

Γι’ αυτούς η νύχτα ήταν μια μέρα πιο πικρή
Λιώναν το σίδερο, μασούσανε τη γης
O Θεός τους μύριζε μπαρούτι και μουλαροτόμαρο

Kάθε βροντή ένας θάνατος καβάλα στον αέρα
Kάθε βροντή ένας άντρας χαμογελώντας άντικρυ
Στο θάνατο ―κι η μοίρα ό,τι θέλει ας πει.

Ξάφνου η στιγμή ξαστόχησε κι ήβρε το θάρρος
Kαταμέτωπο πέταξε θρύψαλα μες στον ήλιο
Kιάλια, τηλέμετρα, όλμοι, κέρωσαν!

Εύκολα σαν χασές που σκίστηκεν ο αγέρας!
Εύκολα σαν πλεμόνια που άνοιξαν οι πέτρες!
Το κράνος κύλησε από την αριστερή μεριά...

Στο χώμα μόνο μια στιγμή ταράχτηκαν οι ρίζες
Ύστερα σκόρπισε ο καπνός κι η μέρα πήε δειλά
Nα ξεγελάσει την αντάρα από τα καταχθόνια

Mα η νύχτα ανασηκώθηκε σαν πατημένη οχιά
Mόλις σταμάτησε για λίγο μες στα δόντια ο θάνατος―
Kι ύστερα χύθηκε μεμιάς ώς τα χλωμά του νύχια!

Δ´

Τώρα κείτεται απάνω στην τσουρουφλισμένη χλαίνη
M’ ένα σταματημένο αγέρα στα ήσυχα μαλλιά
M’ ένα κλαδάκι λησμονιάς στ’ αριστερό του αυτί
Mοιάζει μπαξές που τού ’φυγαν άξαφνα τα πουλιά
Mοιάζει τραγούδι που το φίμωσαν μέσα στη σκοτεινιά
Mοιάζει ρολόι αγγέλου που εσταμάτησε
Mόλις είπανε «γεια παιδιά» τα ματοτσίνορα
Kι η απορία μαρμάρωσε...

Κείτεται απάνω στην τσουρουφλισμένη χλαίνη.
Αιώνες μαύροι γύρω του
Aλυχτούν με σκελετούς σκυλιών τη φοβερή σιωπή
Kι οι ώρες που ξανάγιναν πέτρινες περιστέρες
Aκούν με προσοχή·
Όμως το γέλιο κάηκε, όμως η γη κουφάθηκε
Όμως κανείς δεν άκουσε την πιο στερνή κραυγή
Όλος ο κόσμος άδειασε με τη στερνή κραυγή.

Κάτω απ’ τα πέντε κέδρα
Xωρίς άλλα κεριά
Kείτεται στην τσουρουφλισμένη χλαίνη·
Άδειο το κράνος, λασπωμένο το αίμα
Στο πλάι το μισοτελειωμένο μπράτσο
Kι ανάμεσ’ απ’ τα φρύδια―
Mικρό πικρό πηγάδι, δαχτυλιά της μοίρας
Mικρό πικρό πηγάδι κοκκινόμαυρο
Πηγάδι όπου κρυώνει η θύμηση!
Ω! μην κοιτάτε, ω μην κοιτάτε από πού του-
Aπό πού του ’φυγε η ζωή. Μην πείτε πώς
Mην πείτε πώς ανέβηκε ψηλά ο καπνός του ονείρου
Έτσι λοιπόν η μια στιγμή Έτσι λοιπόν η μια
Έτσι λοιπόν η μια στιγμή παράτησε την άλλη
Kι ο ήλιος ο παντοτινός έτσι μεμιάς τον κόσμο!



Ήλιε δεν ήσουν ο παντοτινός;
Πουλί δεν ήσουν η στιγμή χαράς που δεν καθίζει;
Λάμψη δεν ήσουν η αφοβιά του σύγνεφου;
Κι εσύ περβόλι ωδείο των λουλουδιών
Kι εσύ ρίζα σγουρή φλογέρα της μαγνόλιας!

Έτσι καθώς τινάζεται μες στη βροχή το δέντρο
Kαι το κορμί αδειανό μαυρίζει από τη μοίρα
Kι ένας τρελός δέρνεται με το χιόνι
Kαι τα δυο μάτια πάνε να δακρύσουν―
Γιατί, ρωτάει ο αϊτός, πού ’ναι το παλικάρι;
Κι όλα τ’ αϊτόπουλ’ απορούν πού ’ναι το παλικάρι!
Γιατί, ρωτάει στενάζοντας η μάνα, πού ’ναι ο γιος μου;
Κι όλες οι μάνες απορούν πού να ’ναι το παιδί!
Γιατί, ρωτάει ο σύντροφος, πού να ’ναι ο αδερφός μου;
Κι όλοι του οι σύντροφοι απορούν πού να ’ναι ο πιο μικρός!
Πιάνουν το χιόνι, καίει ο πυρετός
Πιάνουν το χέρι και παγώνει
Παν να δαγκάσουνε ψωμί κι εκείνο στάζει από αίμα
Kοιτούν μακριά τον ουρανό κι εκείνος μελανιάζει
Γιατί γιατί γιατί γιατί να μη ζεσταίνει ο θάνατος
Γιατί ένα τέτοιο ανόσιο ψωμί
Γιατί ένας τέτοιος ουρανός εκεί που πρώτα εκατοικούσε ο ήλιος!

ΣT´

Ήταν ωραίο παιδί. Την πρώτη μέρα που γεννήθηκε
Σκύψανε τα βουνά της Θράκης να φανεί
Στους ώμους της στεριάς το στάρι που αναγάλλιαζε·
Σκύψανε τα βουνά της Θράκης και το φτύσανε
Mια στο κεφάλι, μια στον κόρφο, μια μέσα στο κλάμα του·
Bγήκαν Ρωμιοί με μπράτσα φοβερά
Kαι το σηκώσαν στου βοριά τα σπάργανα...
Ύστερα οι μέρες τρέξανε, παράβγαν στο λιθάρι
Kαβάλα σε φοραδοπούλες χοροπήδηξαν
Ύστερα κύλησαν Στρυμόνες πρωινοί
Ώσπου κουδούνισαν παντού οι τσιγγάνες ανεμώνες
Kι ήρθαν από της γης τα πέρατα
Oι πελαγίτες οι βοσκοί να παν των φλόκων τα κοπάδια
Eκεί που βαθιανάσαινε μια θαλασσοσπηλιά
Eκεί που μια μεγάλη πέτρα εστέναζε!

Ήταν γερό παιδί·
Tις νύχτες αγκαλιά με τα νεραντζοκόριτσα
Λέρωνε τις μεγάλες φορεσιές των άστρων
Ήταν τόσος ο έρωτας στα σπλάχνα του
Που έπινε μέσα στο κρασί τη γέψη όλης της γης,
Πιάνοντας ύστερα χορό μ’ όλες τις νύφες λεύκες
Ώσπου ν’ ακούσει και να χύσ’ η αυγή το φως μες στα μαλλιά του
H αυγή που μ’ ανοιχτά μπράτσα τον έβρισκε
Στη σέλα δυο μικρών κλαδιών να γρατσουνάει τον ήλιο
Nα βάφει τα λουλούδια
Ή πάλι με στοργή να σιγονανουρίζει
Tις μικρές κουκουβάγιες που ξαγρύπνησαν...
Α τι θυμάρι δυνατό η ανασαιμιά του
Τι χάρτης περηφάνιας το γυμνό του στήθος
Όπου ξεσπούσαν λευτεριά και θάλασσα...

Ήταν γενναίο παιδί.
Με τα θαμπόχρυσα κουμπιά και το πιστόλι του
Mε τον αέρα του άντρα στην περπατηξιά
Kαι με το κράνος του, γυαλιστερό σημάδι
(Φτάσανε τόσο εύκολα μες στο μυαλό
Που δεν εγνώρισε κακό ποτέ του)
Mε τους στρατιώτες του ζερβά δεξιά
Kαι την εκδίκηση της αδικίας μπροστά του
―Φωτιά στην άνομη φωτιά!―
Με το αίμα πάνω από τα φρύδια
Tα βουνά της Αλβανίας βροντήξανε
Ύστερα λιώσαν χιόνι να ξεπλύνουν
Tο κορμί του, σιωπηλό ναυάγιο της αυγής
Kαι το στόμα του, μικρό πουλί ακελάηδιστο
Kαι τα χέρια του, ανοιχτές πλατείες της ερημίας
Βρόντηξαν τα βουνά της Αλβανίας
Δεν έκλαψαν
Γιατί να κλάψουν
Ήταν γενναίο παιδί!



Τα δέντρα είναι από κάρβουνο που η νύχτα δεν κορώνει.
Χιμάει, χτυπιέται ο άνεμος, ξαναχτυπιέται ο άνεμος
Tίποτε. Μες στην παγωνιά κουρνιάζουν τα βουνά
Γονατισμένα. Κι από τις χαράδρες βουίζοντας
Aπ’ τα κεφάλια των νεκρών η άβυσσο ανεβαίνει...
Δεν κλαίει πια ούτ’ η Λύπη. Σαν την τρελή που ορφάνεψε
Γυρνάει, στο στήθος της φορεί μικρό κλαδί σταυρού
Δεν κλαίει. Μονάχ’ από τα μελανά ζωσμένη Ακροκεραύνια
Πάει ψηλά και στήνει μια πλάκα φεγγαριού
Mήπως και δουν τον ίσκιο τους γυρνώντας οι πλανήτες
Kαι κρύψουν τις αχτίδες τους
Kαι σταματήσουν
Eκεί στο χάος ασθμαίνοντας εκστατικοί...

Χιμάει, χτυπιέται ο άνεμος, ξαναχτυπιέται ο άνεμος
Σφίγγεται η ερημιά στον μαύρο της μποξά
Σκυφτή πίσω από μήνες-σύννεφα αφουκράζεται
Tι να ’ναι που αφουκράζεται, σύννεφα-μήνες μακριά;
Με τα κουρέλια των μαλλιών στους ώμους ―αχ αφήστε την―
Mισή κερί μισή φωτιά μια μάνα κλαίει ―αφήστε την―
Στις παγωμένες άδειες κάμαρες όπου γυρνάει αφήστε την!
Γιατί δεν είναι η μοίρα χήρα κανενός
Kι οι μάνες είναι για να κλαιν, οι άντρες για να παλεύουν
Tα περιβόλια για ν’ ανθούν των κοριτσιών οι κόρφοι
Tο αίμα για να ξοδεύεται, ο αφρός για να χτυπά
Kι η λευτεριά για ν’ αστραφτογεννιέται αδιάκοπα!



Πέστε λοιπόν στον ήλιο νά ’βρει έναν καινούριο δρόμο
Tώρα που πια η πατρίδα του σκοτείνιασε στη γη
Aν θέλει να μη χάσει από την περηφάνια του·
Ή τότε πάλι με χώμα και νερό
Aς γαλαζοβολήσει αλλού μιαν αδελφούλα Ελλάδα!
Πέστε στον ήλιο νά ’βρει έναν καινούριο δρόμο
Mην καταπροσωπήσει πια μήτε μια μαργαρίτα
Στη μαργαρίτα πέστε νά ’βγει μ’ άλλη παρθενιά
Mη λερωθεί από δάχτυλα που δεν της πάνε!

Χωρίστε από τα δάχτυλα τ’ αγριοπερίστερα
Kαι μην αφήστε ήχο να πει το πάθος του νερού
Kαθώς γλυκά φυσά ουρανός μες σ’ αδειανό κοχύλι
Mη στείλτε πουθενά σημάδι απελπισιάς
Mόν’ φέρτε από τις περιβόλες της παλικαριάς
Tις ροδωνιές όπου η ψυχή του ανάδευε
Tις ροδωνιές όπου η ανάσα του έπαιζε
Μικρή τη νύφη χρυσαλλίδα
Που αλλάζει τόσες ντυμασιές όσες ριπές το ατλάζι
Στον ήλιο, σαν μεθοκοπούν χρυσόσκον’ οι χρυσόμυγες
Kαι παν με βιάση τα πουλιά ν’ ακούσουνε απ’ τα δέντρα
Ποιου σπόρου γέννα στύλωσε το φημισμένο κόσμο!

Θ´

Φέρτε κανούρια χέρια τι τώρα ποιος θα πάει
Ψηλά να νανουρίσει τα μωρά των άστρων!
Φέρτε καινούρια πόδια τι τώρα ποιος θα μπει
Στον πεντοζάλη πρώτος των αγγέλων!
Kαινούρια μάτια ―Θε μου― τι τώρα πού θα παν
Nα σκύψουν τα κρινάκια της αγαπημένης!
Αίμα καινούριο τι με ποιο χαράς χαίρε θ’ ανάψουν
Και στόμα, στόμα δροσερόν από χαλκό κι αμάραντο
Tι τώρα ποιος στα σύννεφα θα πει «γεια σας παιδιά!»

Mέρα, ποιος θ’ αψηφήσει τα ροδακινόφυλλα
Nύχτα, ποιος θα μερέψει τα σπαρτά
Ποιος θα σκορπίσει πράσινα καντήλια μες στους κάμπους
Ή θ’ αλαλάξει θαρρετά κατάντικρυ απ’ τον ήλιο
Για να ντυθεί τις θύελλες καβάλα σ’ άτρωτο άλογο
Kαι να γενεί Αχιλλέας των ταρσανάδων!
Ποιος θ’ ανεβεί στο μυθικό και μαύρο ερημονήσι
Για ν’ ασπαστεί τα βότσαλα
Kαι ποιος θα κοιμηθεί
Για να περάσει από τους Ευβοϊκούς του ονείρου
Nά ’βρει καινούρια χέρια, πόδια, μάτια
Aίμα και λαλιά
Nα ξαναστυλωθεί στα μαρμαρένια αλώνια
Kαι να ριχτεί ―αχ τούτη τη φορά―
Kαι να ριχτεί του Χάρου με την αγιοσύνη του!



Ήλιος, φωνή χαλκού, κι άγιο μελτέμι
Πάνω στα στήθη του όμοναν: «Ζωή να σε χαρώ!»
Δύναμη εκεί πιο μαύρη δε χωρούσε
Mόνο με φως χυμένο από δαφνόκλαδο
Kι ασήμι από δροσιά μόνον εκεί ο σταυρός
Άστραφτε, καθώς χάραζε η μεγαλοσύνη
Κι η καλοσύνη με σπαθί στο χέρι πρόβελνε
Nα πει μεσ’ απ’ τα μάτια του και τις σημαίες τους «Ζω!»

Γεια σου μωρέ ποτάμι οπού ’βλεπες χαράματα
Παρόμοιο τέκνο θεού μ’ ένα κλωνί ρογδιάς
Στα δόντια, να ευωδιάζεται από τα νερά σου·
Γεια σου κι εσύ χωριατομουσμουλιά που αντρείευες
Kάθε που ’θελε πάρει Αντρούτσος τα όνειρά του·
Κι εσύ βρυσούλα του μεσημεριού που έφτανες ώς τα πόδια του
Κι εσύ κοπέλα που ήσουνα η Ελένη του
Που ήσουνα το πουλί του, η Παναγιά του, η Πούλια του
Γιατί και μια μόνο φορά μες στη ζωή αν σημάνει
Aγάπη ανθρώπου ανάβοντας
Άστρον απ’ άστρο τα κρυφά στερεώματα,
Θα βασιλεύει πάντοτες παντού η θεία ηχώ
Για να στολίζει με μικρές καρδιές πουλιών τα δάση
Mε λύρες από γιασεμιά τα λόγια των ποιητών

Kι όπου κακό κρυφό να το παιδεύει―
Kι όπου κακό κρυφό να το παιδεύει ανάβοντας!

IA´

Κείνοι που επράξαν το κακό ― γιατί τους είχε πάρει
Tα μάτια η θλίψη πήγαιναν τρικλίζοντας
Γιατί τους είχε πάρει
Tη θλίψη ο τρόμος χάνονταν μέσα στο μαύρο σύγνεφο
Πίσω! και πια χωρίς φτερά στο μέτωπο
Πίσω! και πια χωρίς καρφιά στα πόδια
Eκεί που γδύν’ η θάλασσα τ’ αμπέλια και τα ηφαίστεια
Στους κάμπους της πατρίδας πάλι και με το φεγγάρι αλέτρι
Πίσω! Στα μέρη όπου λαγωνικά τα δάχτυλα
Mυρίζονται τη σάρκα κι όπου η τρικυμία βαστά
Όσο ένα γιασεμί λευκό στο θέρος της γυναίκας!

Kείνοι που επράξαν το κακό ― τους πήρε μαύρο σύγνεφο
Ζωή δεν είχαν πίσω τους μ’ έλατα και με κρύα νερά
M’ αρνί, κρασί και τουφεκιά, βέργα και κληματόσταυρο
Παππού δεν είχαν από δρυ κι απ’ οργισμένο άνεμο
Στο καραούλι δεκαοχτώ μερόνυχτα
Mε πικραμένα μάτια·
Τους πήρε μαύρο σύγνεφο ― δεν είχαν πίσω τους αυτοί
Θειο μπουρλοτιέρη, πατέρα γεμιτζή
Mάνα που να ’χει σφάξει με τα χέρια της
Ή μάνα μάνας που με το βυζί γυμνό
Xορεύοντας να ’χει δοθεί στη λευτεριά του Χάρου!

Kείνοι που επράξαν το κακό ― τους πήρε μαύρο σύγνεφο
Mα κείνος που τ’ αντίκρισε στους δρόμους τ’ ουρανού
Aνεβαίνει τώρα μοναχός και ολόλαμπρος!

IB´

Με βήμα πρωινό στη χλόη που μεγαλώνει
Aνεβαίνει μοναχός και ολόλαμπρος...

Λουλούδια αγοροκόριτσα του κρυφογνέφουνε
Kαι του μιλούν με μια ψηλή φωνή που αχνίζει στον αιθέρα
Γέρνουν και κατ’ αυτόν τα δέντρα ερωτεμένα
Mε τις φωλιές χωμένες στη μασχάλη τους
Mε τα κλαδιά τους βουτηγμένα μες στο λάδι του ήλιου
Θαύμα ― τι θαύμα χαμηλά στη γη!
Άσπρες φυλές μ’ ένα γαλάζιο υνί χαράζουνε τους κάμπους
Στράφτουν βαθιά οι λοφοσειρές
Kαι πιο βαθιά τ’ απρόσιτα όνειρα των βουνών της άνοιξης!

Ανεβαίνει μοναχός και ολόλαμπρος
Tόσο πιωμένος από φως που φαίνεται η καρδιά του
Φαίνεται μες στα σύννεφα ο Όλυμπος ο αληθινός
Kαι στον αέρα ολόγυρα ο αίνος των συντρόφων...
Tώρα χτυπάει πιο γρήγορα τ’ όνειρο από το αίμα
Στους όχτους του μονοπατιού συνάζουνται τα ζώα
Γρυλίζουν και κοιτάζουνε σα να μιλούνε
Ο κόσμος όλος είναι αληθινά μεγάλος
Γίγας που κανακεύει τα παιδιά του

Μακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο
Αύριο, αύριο λένε, το Πάσχα τ’ ουρανού!

IΓ´

Μακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο―

Λένε γι’ αυτόν που κάηκε μες στη ζωή
Όπως η μέλισσα μέσα στου θυμαριού το ανάβρυσμα·
Για την αυγή που πνίγηκε στα χωματένια στήθια
Eνώ μηνούσε μιαν ημέρα πάλλαμπρη·
Για τη νιφάδα που άστραψε μες στο μυαλό κι εσβήστη
Tότες που ακούστηκε μακριά η σφυριγματιά της σφαίρας
Kαι πέταξε ψηλά θρηνώντας η Αλβανίδα πέρδικα!

Λένε γι’ αυτόν που μήτε καν επρόφτασε να κλάψει
Για τον βαθύ καημό του Έρωτα της ζωής
Που είχε όταν δυνάμωνε μακριά ο αγέρας
Kαι κρώζαν τα πουλιά στου χαλασμένου μύλου τα δοκάρια
Για τις γυναίκες που έπιναν την άγρια μουσική
Στο παραθύρι ορθές σφίγγοντας το μαντίλι τους
Για τις γυναίκες που απελπίζαν την απελπισιά
Προσμένοντας ένα σημάδι μαύρο στην αρχή του κάμπου

Ύστερα δυνατά πέταλα έξω απ’ το κατώφλι
Λένε για το ζεστό και αχάιδευτο κεφάλι του
Για τα μεγάλα μάτια του όπου χώρεσε η ζωή
Tόσο βαθιά, που πια να μην μπορεί να βγει ποτέ της!

IΔ´

Τώρα χτυπάει πιο γρήγορα τ’ όνειρο μες στο αίμα
Tου κόσμου η πιο σωστή στιγμή σημαίνει:
Ελευθερία
Έλληνες μες στα σκοτεινά δείχνουν το δρόμο:
EΛEYΘEPIA
Για σένα θα δακρύσει από χαρά ο ήλιος

Στεριές ιριδοχτυπημένες πέφτουν στά νερά
Kαράβια μ’ ανοιχτά πανιά πλέουν μες στους λειμώνες
Tα πιο αθώα κορίτσια
Tρέχουν γυμνά στα μάτια των αντρών
Kι η σεμνότη φωνάζει πίσω από το φράχτη
Παιδιά! δεν είναι άλλη γη ωραιότερη...

Του κόσμου η πιο σωστή στιγμή σημαίνει!

Με βήμα πρωινό στη χλόη που μεγαλώνει
Oλοένα εκείνος ανεβαίνει·
Τώρα λάμπουνε γύρω του οι πόθοι που ήταν μια φορά
Xαμένοι μες στης αμαρτίας τη μοναξιά·
Γειτόνοι της καρδιάς του οι πόθοι φλέγονται·
Πουλιά τον χαιρετούν, του φαίνονται αδερφάκια του
Άνθρωποι τον φωνάζουν, του φαίνονται συντρόφοι του
«Πουλιά καλά πουλιά μου, εδώ τελειώνει ο θάνατος!»
«Σύντροφοι σύντροφοι καλοί μου, εδώ η ζωή αρχίζει!»
Αγιάζι ουράνιας ομορφιάς γυαλίζει στα μαλλιά του

Μακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο
Αύριο, αύριο, αύριο: το Πάσχα του Θεού!

Κυριακή, 27 Οκτωβρίου 2013

Έπος 1940: Ο αγών θα διεξαχθή μετά πείσματος και επιμονής ακαταβλήτου...

 
Η Ημερήσια Διαταγή του στρατηγου Χαράλαμπου Κατσιμήτρου 
στις 30 Οκτωβρίοι 1940:

ΕΠΙΤΕΛΙΚΟΝ. ΓΡΑΦΕΙΟΝ ΙΙΙ ΓΡΑΦ. ΣΤΡΑΤΗΓΟΥ Αριθ. Πρωτ. 30904
ΓΕΝΙΚΗ ΔΙΑΤΑΓΗ

"Λήξαντος του προκαλυπτικού αγώνος, από σήμερον η Μεραρχία κατέχει την ωργανωμενην τοποθεσίαν δι' όλων των δυνάμεών της. Επί της τοποθεσίας ταύτης θα δοθή ο αποφασιστικός αγών προς τον εχθρόν.
Ο αγών θα διεξαχθή μετά πείσματος και επιμονής ακαταβλήτου.
 Άμυνα καρτερά επί των θέσεών μας μέχρις εσχάτων.
Ουδεμία ιδέα εις ουδένα να υπάρχη περί υποχωρήσεως.
Μέχρι τούδε τα προκαλυπτικά τμήματα συνεπτύσσοντο συμφώνως τω σχεδίω Υποχωρητικού Ελιγμού. Ήδη πάντες, από του Στρατηγού Διοικητού της Μεραρχίας μέχρι και του τελευταίου στρατιώτου, θα αγωνισθώμεν επί των θέσεών μας.
Και εν ανάγκη θα πέσωμεν όλοι υπερασπιζόμενοι αυτά..."

Πηγή: Δελτίο των 11

Σάββατο, 26 Οκτωβρίου 2013

εξόριστος είμαι από τη πατρίδα...

Να μετανιώνεις για το παρελθόν, να δυσφορείς για το παρόν, να φοβάσαι για το μέλλον. Αυτή είναι η ζωή!

Η δόξα των μεγάλων αντρών οφείλεται κατά το ένα τέταρτο στο θράσος τους, κατά τα δύο τέταρτα στην τύχη και κατά το τελευταίο τέταρτο στα εγκλήματά τους.

Ούγκο Φώσκολος
François-Xavier-Pascal Fabre, Πορτρέτο του Ugo Foscolo (1813)

Ούγκο Φώσκολος / Ugo Foscolo

Στη Ζάκυνθο

Δεν θα σταθώ ξανά στην αμμουδιά
μήτε θα νιώσω στην ακτή σου
έτσι όπως ένιωσα ξυπόλυτο παιδί,
ή να σε δώ να κυματίζεις στο άγγιγμα τ’ανέμου
της θαλασσόγενης Θεάς. Ήσουν το νησί
που η Αφροδίτη έκανε με το πρώτο της χαμόγελο,
Η Ζάκυνθος, την στιγμή που γεννήθηκε.
Κανένα τραγούδι τον πολύφυλλο ουρανό σου δεν αγκάλιασε,
ούτε κι’ αυτού που την καταιγίδα την θανατερή τραγούδησε
και πώς ο Οδυσσέας ξεπέρασε τις κακοτυχίες του
και ανδρείος και φημισμένος, γύρισε τελικά στο σπίτι του.

Μερικοί δεν θα επιστρέψουν πίσω: Κι’ εγώ επίσης
παλεύοντας την μοίρα μου, εξόριστος είμαι
από τη πατρίδα. Ω, εσύ μητρώα γη μου,
οι λέξεις είναι ότι μού απόμεινε πια να σου στείλω.

Πέμπτη, 24 Οκτωβρίου 2013

ΓΙΑΤΙ ΝΑ ΔΙΑΒΑΖΟΥΜΕ ΤΟΥΣ ΚΛΑΣΙΚΟΥΣ...

 Κάθε νέα ανάγνωση ενός κλασικού βιβλίου είναι μια ανάγνωση ανακάλυψης όπως η πρώτη...

 

  1. Κλασικά είναι τα βιβλία για τα οποία ακούμε συνήθως να λένε: « Τα ξαναδιαβάζω…» και ποτέ « Τα διαβάζω…»
  2. Κλασικά λέγονται τα βιβλία που συνιστούν ένα πλούτο για όποιον τα έχει διαβάσει και αγαπήσει. Συνιστούν όμως εξ ίσου έναν εξ ίσου σημαντικό πλούτο για όποιον κρατάει για τον εαυτό του την τύχη να τα διαβάσει για πρώτη φορά στις καλύτερες για να τα απολαύσει συνθήκες.
  3. Κλασικά είναι τα βιβλία που ασκούν μια ιδιαίτερη επίδραση τόσο όταν επιβάλλονται ως αλησμόνητα όσο και όταν κρύβονται στις πτυχές της μνήμης με τη μορφή του συλλογικού ή ατομικού ασυνείδητου
  4. Κάθε νέα ανάγνωση ενός κλασικού βιβλίου είναι μια ανάγνωση ανακάλυψης όπως η πρώτη.
  5. Σ’ ένα κλασικό βιβλίο κάθε πρώτη ανάγνωση είναι στην πραγματικότητα μια νέα ανάγνωση.
  6. Κλασικό είναι το βιβλίο που δεν έπαψε ποτέ να λέει όσα έχει να πει.
  7. Κλασικά είναι τα βιβλία που φτάνουν στα χέρια μας κουβαλώντας τα ίχνη των αναγνώσεων που έχουν προηγηθεί της δικής μας και σέρνουν πίσω τους τα ίχνη που άφησαν στην κουλτούρα ή στις κουλτούρες που διέτρεξαν (ή πιο απλά στη γλώσσα ή στα ήθη)
  8. Κλασικό είναι το έργο που προκαλεί αδιάκοπα έναν κονιορτό κριτικών αναλύσεων γι’ αυτό, αλλά συνεχώς τον αποτινάζει από πάνω του.
  9. Κλασικά είναι τα βιβλία που όσο περισσότερο πιστεύουμε ότι τα γνωρίζουμε επειδή τα έχουμε ακουστά, τόσο περισσότερο όταν τα διαβάζουμε μας αποκαλύπτουν νέες, απροσδόκητες, άγνωστες πλευρές τους.
  10. Αποκαλείται κλασικό ένα βιβλίο που παρουσιάζεται ως ισοδύναμο του σύμπαντος, όπως τα αρχαία φυλαχτά.
  11. Ο «δικός σου» κλασικός είναι εκείνος που δεν μπορεί να σου είναι αδιάφορος και σου χρησιμεύει για να ορίσεις τον εαυτό σου σε σχέση ή σε αντιπαράθεση με αυτόν.
  12. Κλασικό είναι ένα βιβλίο που έρχεται πριν από άλλα κλασικά βιβλία. Όποιος όμως έχει διαβάσει πρώτα τα άλλα κι ύστερα διαβάζει αυτό, αναγνωρίζει αμέσως τη θέση του στη γενεαλογία.
  13. Είναι κλασικό ότι τείνει να εκτοπίζει την πραγματικότητα στη θέση ενός μακρινού θορύβου, αλλά ταυτόχρονα δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς αυτόν τον μακρινό θόρυβο.
  14. Είναι κλασικό ό,τι εμμένει να υπάρχει ως μακρινός θόρυβος ακόμα και όπου κυριαρχεί η πιο παράταιρη επικαιρότητα.

ITALO CALVINO: ΓΙΑΤΙ ΝΑ ΔΙΑΒΑΖΟΥΜΕ ΤΟΥΣ ΚΛΑΣΙΚΟΥΣ

Πηγή, Ιστοσελίδα του Βιβλιοπωλείου Πολιτεία

Δευτέρα, 21 Οκτωβρίου 2013

«ΠΟΙΟΣ ΗΤΟΝ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ Ο ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΙΖΥΗΝΟΣ»

Γ.Μ. ΒΙΖΥΗΝΟΣ: ΑΠΑΝΤΑ ΤΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ (ΒΙΒΛΙΟΔΕΤΗΜΕΝΗ ΕΚΔΟΣΗ) /

 

Γ.Μ. ΒΙΖΥΗΝΟΣ: ΑΠΑΝΤΑ ΤΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ (ΒΙΒΛΙΟΔΕΤΗΜΕΝΗ ΕΚΔΟΣΗ)


ΚΡΙΤΙΚΗ - ΑΞΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ, ΜΕ ΑΝΑΛΥΤΙΚΟ ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΟ, ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΚΑΙ ΑΙΣΘΗΤΙΚΟ ΣΧΟΛΙΑΣΜΟ, ΑΠΟ ΤΟΥΣ: ΗΡΚΟ ΚΑΙ ΣΤΑΝΤΗ Ρ. ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗ





«ΠΟΙΟΣ ΗΤΟΝ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ Ο ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΙΖΥΗΝΟΣ»:

Δεν υπάρχει τεχνίτης του λόγου στην Ελλάδα του 20ού αιώνα, που να μην κουβαλάη μέσα του, έστω κι ανομολόγητα, το Βιζυηνό. Μόρφωσε όλες τις ευαίσθητες συνειδήσεις, κι όμως ίχνος άμεσης επίδρασής του δε βρίσκεται σε κανένα ποίημα ή πεζό νεοελληνικό. Διαπέρασε τους πάντες, αλλά σε λιβάδι από κείνον πατημένο, κανείς δε διανοήθηκε να ξανασπείρη.

Η αναγνώριση ήρθε πρόωρα, κι όχι όπου θάπρεπε. Τις ποιητικές δάφνες που διεκδίκησε, μαθητής ακόμα, του τις δώσαν αφειδώς, τιμώντας τον γι' ανάξια πρωτόλειά του. Μα σαν επέστρεψε, με λαμπρά εφόδια σπουδών, και δημοσιεύτηκαν τα πεζά του, ο πνευματικός εσμός των Αθηνών, τόσο ενθουσιώδης στην αρχή με τον ικανό στιχοπλόκο, άλλαξε στάση ενωχλημένος απ' τον έκδηλο φαναριωτισμό, τις μικροματαιοδοξίες του, τον παρασιτισμό του στα ψηλά σαλόνια, τις παράξενες συμπεριφορές του φτωχόπαιδου που γύρισε ντυμένο κατά τα ευρωπαϊκά, κι ούτε τις γνώσεις του τις επιστημονικές του αναγνώρισε, ούτε το σπάνιο τάλαντο. Τον αντιμετώπισαν με χλεύη και πικρόχολα σχόλια. Δίχως στόφα αγωνιστή, ούτε ισχυρός τόσο ώστε ν' αδιαφορούσε, δεν καλοκατάφερνε μετά την απώλεια του μεγάλου χορηγού του ούτε τα προς το ζην να βγάζη καλά-καλά, αναλωνόμενος, μιάν οκταετία όλη-όλη που 'ζησε στην Αθήνα, σε συγγραφές διδακτικών εγχειριδίων, μεταφράσεις ξένων μεσαιωνικών παραλογών, λημματογραφία σε λεξικά, λιγοστά άρθρα και περισσότερα ποιήματα...
Πολλά ειπώθηκαν από περινούστατους κριτικούς πως αν είχε ζήσει θα είχε ολοκληρώσει... Άλλοι απάντησαν πως αυτό ήταν: εκρηξιγενής, που ό,τι είχε να δώση τόδωσε και τίποτε δε θάβγαινε με τα χρόνια... Αλλά πότε οι εικοτολογίες ωφέλησαν την Έρευνα;.. (Από την εισαγωγή της έκδοσης)



Περιεχόμενα

ΕΙΣΑΓΩΓΗ από τον Στάντη Ρ. Αποστολίδη
ΠΟΙΟΣ ΗΤΟΝ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ Ο ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΙΖΥΗΝΟΣ
ΤΟ ΕΡΓΟ - ΟΥΤΕ ΛΕΓΕΙ ΟΥΤΕ ΚΡΥΠΤΕΙ ΑΛΛΑ ΣΗΜΑΙΝΕΙ
Πρώτο επίπεδο: Ηθογραφία (εθνική ταυτότητα - Λαογραφία - Ρεαλισμός)
Δεύτερο επίπεδο: Αναίρεση του Ρεαλισμού - Αναζήτηση της Αλήθειας
Τρίτο επίπεδο: Βαθύτερη κριτική και προβληματισμός
ΕΚΔΟΤΙΚΑ
Κριτική έκδοση - φιλολογικές παράμετροι
Αξιολόγηση και κατάταξη των διηγημάτων
Τρεις άξονες σχολιασμού: Ιστορία - Γλώσσα, Αισθητική αποτίμηση
Προγενέστερη Έρευνα και αναίρεση ερμηνευτικών ιδεοληψιών
Βιβλιογραφία, Παραρτήματα, Δέντρο, Χάρτες, Γλωσσάριο
Οι εκδότες ευχαριστούν
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Εκδόσεις Βιζυηνού - Γενική βιβλιογραφία - Εγκυκλοπαιδικά - λεξικογραφικά έργα κ.ά.
Συντομογραφίες
ΚΡΙΤΙΚΟ ΥΠΟΜΝΗΜΑ
ΤΑ ΕΠΙΛΕΚΤΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ
Προλογικό σημείωμα στο αμάρτημα της μητρός μου
Το αμάρτημα της μητρός μου
Παράρτημα Ι: Χρονολογικά
Παράρτημα ΙΙ: Σκηνοθεσία του Βιζυηνού
Προλογικό σημείωμα στο μόνον της ζωής του ταξίδιον
Το μόνον της ζωής του ταξίδιον
Προλογικό σημείωμα στο Ποίος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου
Ποίος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου
Παράρτημα III: Νεότουρκοι και Βιζυηνός
Παράρτημα IV: Ωρυόμενοι δερβίσηδες
Προλογικό σημείωμα στον Μοσκόβ-Σελίμ
Μοσκόβ-Σελίμ
ΤΑ ΑΔΥΝΑΜΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ
Προλογικό σημείωμα στο Αι συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας
Αι συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας
Παράρτημα V: Ρομαντικές καταβολές των "Συνεπειών"
Παράρτημα VI: Θέσεις Lotze περί ψυχής
Προλογικό σημείωμα στο Μεταξύ Πειραιώς και Νεαπόλεως
Μεταξύ Πειραιώς και Νεαπόλεως
Προλογικό σημείωμα στην Πρωτομαγιά
Πρωτομαγιά
Διατί η μηλιά δεν έγινε μηλέα
Προσθετέα-Διορθωτέα
ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Γλωσσάριο
ΓΕΝΕΑΛΟΓΙΚΟ ΔΕΝΤΡΟ

Κυριακή, 20 Οκτωβρίου 2013

δί­νον­τας εἰς ὅ­λα τὰ κα­κὰ στοι­χεῖ­α τὸ ἐ­λεύ­τε­ρο νὰ πρά­ξουν κά­θε λο­γῆς ἀ­νο­μί­α...

Τὸ στα­χτὶ φῶς, ποὺ ἔ­πε­φτε ἀ­πὸ τὸν οὐ­ρα­νό, ἐ­χρω­μά­τι­ζε πα­ρά­ξε­να τὸν τό­πο· τὸ χι­νό­πω­ρο τὴν αὐ­γὴν ἐ­κεί­νην ἔ­λε­γεν ὅ­λη του τὴ θλί­ψη... 

Γιάννης Σταύρου, Φθινοπωρινό, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Κωνσταντίνος Θεοτόκης

Το πίστομα

Όταν ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τὴν ἀ­ναρ­χί­α πού­χεν ἀν­τα­ριά­σει τὸν τό­πο δί­νον­τας εἰς ὅ­λα τὰ κα­κὰ στοι­χεῖ­α τὸ ἐ­λεύ­τε­ρο νὰ πρά­ξουν κά­θε λο­γῆς ἀ­νο­μί­α, ἡ τά­ξη εἶ­χε πά­λε στε­ρε­ω­θεῖ κ’ εἶ­χε δο­θεῖ ἀ­μνη­στεί­α στοὺς κα­κούρ­γους, τό­τες ἐ­πέ­στρε­ψαν τοῦ­τοι ἀ­π’ τὰ βου­νὰ κι ἀ­πὸ τὰ ξέ­να στὰ σπί­τια τους, κι ἀ­νά­με­σα στοὺς ἄλ­λους ποὺ ξα­ναρ­χόν­ταν ἐ­γύ­ρι­ζε στὸ χω­ριό του κι ὁ Μα­γου­λα­δί­της Ἀν­τώ­νης Κου­κου­λι­ώ­της.
Ἤ­τουν τό­τες ὣς σα­ράν­τα χρο­νῶν, κον­τός, μαυ­ρι­δε­ρός, μ’ ὄ­μορ­φα πυ­κνὰ σγου­ρὰ γέ­νια καὶ μὲ σγου­ρὰ τὰ μαῦ­ρα μαλ­λιά. Τὸ πρό­σω­πό του εἶ­χε χά­ρη καὶ τὸ βλέ­μα του ἤ­τουν χα­ϊ­δευ­τι­κὸ καὶ ἥ­με­ρο – ἀγ­κα­λὰ κι ἀν­τί­φεγ­γε μὲ πρά­σι­νες ἀ­να­λαμ­πές· τὸ στό­μα του ὅ­μως ἤ­τουν μι­κρό­τα­το καὶ κον­τό, δί­χως χεί­λια.
Ὁ ἄν­θρω­πος τοῦ­τος, πρὶν ἀ­κό­μα ρεμ­πε­λέ­ψει ὁ κό­σμος, εἶ­χε παν­τρευ­τεῖ. Κι ὅ­ταν πῆ­ρε τῶν βου­νῶν τὸ δρό­μο, γιὰ τὸν φό­βο τῆς ἐ­ξου­σί­ας, ἄ­φη­κε τὴ γυ­ναί­κα του μό­νη στὸ σπί­τι, καὶ τού­τη δὲν τοῦ ἐ­στά­θη πι­στή, ἀλ­λὰ μὲ ἄλ­λον, νο­μί­ζον­τας ἴ­σως πὼς ὁ Κου­κου­λι­ώ­της ἤ­τουν σκο­τω­μέ­νος ἢ ἀλ­λι­ῶς πε­θα­μέ­νος, εἶ­χε πιά­σει ἔ­ρω­τα, κι ἀ­π’ τὸν ἔ­ρω­τα τοῦ­τον εἶ­χε γεν­νη­θεῖ παι­δί, ποὺ ἄ­ξαι­νεν ὡ­στό­σο χα­ρι­τω­μέ­να καὶ ποὺ ἡ γυ­ναί­κα περ­σό­τε­ρο ἀ­γα­ποῦ­σε.
Ἐ­γύ­ρι­ζε λοι­πὸν ὁ λη­στὴς στὸ χω­ριό του τὴν ὥ­ραν ὅ­που βά­φουν τὰ νε­ρά. Κ’ ἐμ­πῆ­κε ξάφ­νου σπί­τι του, χω­ρὶς κα­νεὶς νὰ τὸ προ­σμέ­νει, ἐμ­πῆ­κε σὰ θα­να­τι­κό, ἀ­να­πάν­τε­χα τέ­λεια, κ’ ἐ­κα­τα­τρό­μα­ξεν ἡ ἄ­τυ­χη γυ­ναί­κα, ἐ­τρό­μα­ξε τό­σο, πού, παίρ­νον­τας τὸ ξαν­θό της παι­δὶ στὴν ἀγ­κα­λιά, τό­σφιγ­γε στὰ στή­θια της τρε­μά­με­νη, ἕ­τοι­μη νὰ λι­γο­θυ­μή­σει καὶ χω­ρὶς νὰ δύ­να­ται νὰ προ­φέ­ρει λέ­ξη κα­μιά.
Ἀλ­λὰ ὁ Κου­κου­λι­ώ­της πι­κρὰ χα­μο­γε­λών­τας τῆς εἶ­πε:
— Μὴ φο­βᾶ­σαι, γυ­ναί­κα. Δὲ σοῦ κά­νω κα­νέ­να κα­κὸ – ἀγ­κα­λὰ καὶ σοῦ πρέ­πει. Εἶ­ναι τὸ παι­δὶ τοῦ­το δι­κό σου;… Ναί;… Μὰ ὄ­χι δι­κό μου! Μὲ ποι­όν —λέ­γε! —τό­χεις κά­μει;
Τ’ ἀ­πο­κρί­θη ἐ­κεί­νη λου­χτου­κι­ών­τας:
— Ἀν­τώ­νη, τί­πο­τε δὲν μπο­ρῶ νὰ σοῦ κρύ­ψω. Τὸ φταῖ­σμα μου εἶ­ναι με­γά­λο. Μὰ, τὸ ξέ­ρω, κ’ ἡ ἐ­γδί­κη­σή σου θά­ναι με­γά­λη· κ’ ε­γὼ, ἀ­δύ­να­το μέ­ρος, καὶ τὸ νή­πιο τοῦ­το, ποὺ ἀ­πὸ τὸ φό­βο τρέ­μει, δὲ δυ­νό­μα­στε νὰ σ’ ἀν­τρει­ε­φτοῦ­με. Κοί­τα πῶς ἡ τρο­μά­ρα μὲ κλο­νί­ζει κα­θὼς σὲ τη­ρῶ. Κά­με ἀ­πὸ μὲ ὅ τι θέ­λεις, μὰ λυ­πή­σου τὸ ἄ­τυ­χο πλά­σμα ποὺ δὲν ἔ­χει προ­στα­σί­α.
Κα­θὼς ἐ­μι­λοῦ­σεν ἡ γυ­ναί­κα, ἐ­σκο­τεί­νια­ζεν ἡ ὄ­ψη του, ἀλ­λὰ δὲν τὴν ἀν­τί­κο­βγε. Ἐ­σι­ώ­πα­σε λί­γο κ’ ἔ­πει­τα τῆς εἶ­πε:
— Γυ­ναί­κα κα­κή! Δὲ ρω­τῶ τώ­ρα, οὐ­δὲ συμ­βου­λή σου, οὐ­δὲ σὲ λυ­ποῦ­μαι. Τ’ ὄ­νο­μα ἐ­κεί­νου θέ­λω. Ἐ­σὲ δὲ θὰ πει­ρά­ξω. Δὲ μο­λο­γᾶς το; Θὰ τὸ μά­θω· τὸ χω­ριὸ ὅ­λο γνω­ρί­ζει μὲ ποι­ὸν ἐ­ζοῦ­σες. Καὶ τό­τες θὰ θυ­σιά­σω καὶ τοὺς τρεῖς σας, θὰ πλύ­νω τὴ ντρο­πὴ πό­χω λά­βει ἀ­πὸ σᾶς, πλά­σμα­τα ἄ­τι­μα!
Ἐ­μο­λό­η­σε.
Κι ὁ Κου­κου­λι­ώ­της ἐ­βγῆ­κε ἀ­μέ­σως. Κι ἀ­φοῦ, ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ ὥ­ρα, ξα­ναμ­πῆ­κε στὸ σπί­τι, ἔ­βρη­κε τὴ γυ­ναί­κα του στὸν ἴ­διον τό­πο, ἀ­σά­λε­φτη, μὲ τ’ ἀ­πο­κοι­μι­σμέ­νο τέ­κνο στὴν ἀγ­κά­λη· τὸν ἀ­ναν­τρά­νι­ζε. Μὰ αὐ­τὸς ἐ­ξα­πλώ­θη κα­τα­γῆς καί, σὰ χορ­τά­τος, ἐ­κοι­μή­θη ὕ­πνον βα­θὺν ὣς τὸ ξη­μέ­ρω­μα.

Τὴν ἄλ­λην ἡ­μέ­ραν, ἀ­φοῦ ἐ­ξύ­πνη­σαν, τῆς εἶ­πε:
— Θὰ πᾶ­με στὰ χτή­μα­τά μας νὰ ἰ­δῶ μὴ καὶ κεῖ­να μού­χουν ἁρ­πά­ξει, κα­θὼς μοῦ­χε πά­ρει καὶ σὲ ὁ σκο­τω­μέ­νος.
—Τὸν σκό­τω­σες;

Τὴν ἡ­μέ­ραν ἐ­κεί­νην ὁ ἥ­λιος δὲν ἐ­φά­νη στὴν ἀ­να­το­λή, για­τὶ ὁ οὐ­ρα­νὸς ἤ­τουν γνέ­φια γε­μά­τος καὶ τὸ φῶς με­τὰ βί­ας ἐ­πλή­θαι­νε.
Κι ὁ Κου­κου­λι­ώ­της, βά­νον­τας φτιά­ρι καὶ τσα­πὶ στὸν ὧ­μο, ἐ­δι­ά­τα­ξε τὴ γυ­ναί­κα νὰ τὸν ἀ­κο­λου­θή­σει μα­ζὶ μὲ τὸ παι­δί της. Κ’ ἔ­τσι ἐ­βγῆ­καν κ’ οἱ τρεῖς ἀ­πὸ τὸ σπί­τι.
Καὶ φτά­νον­τας εἰς τὸ χω­ρά­φι, ποὺ ἤ­τουν πο­λὺ νο­τε­ρὸ ἀ­κό­μη ἀ­πὸ τὴν προ­τη­τε­ρι­νὴ βρο­χὴ, ὁ λη­στὴς ἐ­βάλ­θη νὰ σκά­ψει λάκ­κο.
Δὲν ἐ­πρό­φερ­νε λέ­ξη καὶ τὸ πρό­σω­πό του ἤ­τουν χλο­μό, καὶ ὁ ἱ­δρώς, ποὺ ἔ­βρε­χε τὸ μέ­τω­πό του, ἔ­βγαι­νε κρύ­ος. Τὸ στα­χτὶ φῶς, ποὺ ἔ­πε­φτε ἀ­πὸ τὸν οὐ­ρα­νό, ἐ­χρω­μά­τι­ζε πα­ρά­ξε­να τὸν τό­πο· τὸ χι­νό­πω­ρο τὴν αὐ­γὴν ἐ­κεί­νην ἔ­λε­γεν ὅ­λη του τὴ θλί­ψη.
Ἡ γυ­ναί­κα ἐ­κοί­τα­ζε πε­ρί­ερ­γη κι ἀ­νή­συ­χη, καὶ τὸ παι­δά­κι ἐ­παι­χνι­δοῦ­σε μὲ τὰ γου­λιὰ καὶ μὲ τὰ χώ­μα­τα ποὺ ἀ­νά­σκα­φτεν ὁ κα­κοῦρ­γος. Κ’ ἐ­φά­νη γιὰ μιὰ στιγ­μὴν ὁ ἥ­λιος κ’ ἐ­χρύ­σω­σε τὰ ξαν­θὰ μαλ­λιὰ τοῦ νή­πιου, ποὺ ἀγ­γε­λι­κὰ χα­μο­γέ­λα­σε.
Κι ὡ­στό­σο ὁ λάκ­κος ἤ­τουν ἕ­τοι­μος. Κι ὁ Κου­κου­λι­ώ­της, ἀ­κουμ­πών­τας στὸ φτιά­ρι, εἶ­πε τῆς γυ­ναι­κός του:
— Βά­λ’ το πί­στο­μα μέ­σα!


-------------------------------------------------------------
Πη­γή: Ρέ­νου Ἡ­ρα­κλῆ Ἀ­πο­στο­λί­δη, Ἀν­θο­λο­γί­α τῆς Νε­ο­ελ­λη­νι­κῆς Γραμ­μα­τεί­ας, Το Δι­ή­γη­μα ἀ­πό τὶς ἀρ­χές του στὸν 19ο αἰῶ­να ὣς τὶς μέ­ρες μας, Α’ τό­μος, Τὰ Νέ­α Ἑλ­λη­νι­κά, Ἀ­θῆ­ναι χ.χ. [α΄ δη­μο­σί­ευ­ση περ. Τέ­χνη, 1898-9].

Παρασκευή, 18 Οκτωβρίου 2013

Γ. Μ. Βιζυηνός. Ἅπαντα τὰ διηγήματα.

Γ. Μ. Βιζυηνός. Ἅπαντα τὰ διηγήματα.
Γ. Μ. Βιζυηνός. Ἅπαντα τὰ διηγήματα.
Ἔκδοση 2013.
Mὲ σχόλια
 τῶν Η.-Σ. Ἀποστολίδη. 17x24cm. Σελ. 552.
Πλήρης κριτικὴ κι ἀξιολογικὴ ἔκδοση τῶν διηγημάτων, μὲ ἀναλυτικὸ φιλολογικό, ἱστορικὸ κ’ αἰσθητικὸ σχολιασμό. 
Περιλαμβάνονται: Εἰσαγωγὴ γιὰ τὸ Βιζυηνὸ καὶ ἀνάλυση τοῦ ἔργου του, Βιβλιογραφία, Κριτικὸ ὑπόμνημα μὲ τὶς παραλλάσσουσες γραφές, Προλογικὰ σημειώματα γιὰ κάθε διήγημα χωριστὰ μὲ αὐστηρὴ ἀντιμετώπιση τῆς προγενέστερης Ἔρευνας, περισσότερες ἀπὸ 700 ὑποσελίδιες σημειώσεις, 6 εἰδικὰ Παραρτήματα, Γενεαλογικὸ δέντρο, 3 ἀναδιπλούμενοι χάρτες, Γλωσσάριο καὶ πλούσια εἰκονογράφηση.

Ένα πραγματικά ανεκτίμητο, συλλεκτικό βιβλίο για τους αυθεντικούς εραστές της νεοελληνικής λογοτεχνίας! 

Περισσότερα στην ιστοσελίδα: Ρένος Αποστολίδης

Πέμπτη, 17 Οκτωβρίου 2013

ένα σκοινί πάνω από την άβυσσο...

Η παράνοια σε άτομα είναι σχετικά σπάνια. Όμως σε ομάδες, κόμματα, έθνη και εποχές είναι μάλλον ο κανόνας... 

Γιάννης Σταύρου, Μαύρο καράβι, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Friedrich Nietzsche

Τελευταία θέληση

Να πεθάνουμε έτσι,
όπως παλιά τον είδα να πεθαίνει –
το φίλο, που βλέμματα και λάμψεις
θεϊκές έριχνε πάνω στη σκοτεινή νεότητά μου:
–ζωηρός και βαθύς,
ένας χορευτής μέσα στη μάχη–,

ο πιο χαρούμενος απ’ όλους τους πολεμιστές,
ο σοβαρότερος απ’ όλους τους νικητές,
πάνω στη μοίρα του στήνοντας μια μοίρα,
σκληρός, στοχαστικός, προβλεπτικός: –
τρέμοντας που νικούσε,
αλλαλάζοντας που, πεθαίνοντας, νικούσε: –

προστάζοντας την ώρα που πεθαίνει,
και πρόσταξε να τον αφανίσουν...

Να πεθαίνουμε έτσι,
όπως παλιά τον είδα να πεθαίνει:
νικώντας, αφανίζοντας...


Friedrich Nietzsche

Αποφθέγματα

Η παράνοια σε άτομα είναι σχετικά σπάνια. Όμως σε ομάδες, κόμματα, έθνη και εποχές είναι μάλλον ο κανόνας.

Ο φανατισμός είναι η μόνη μορφή θέλησης που μπορεί να διαπνέει τους αδύναμους και τους ντροπαλούς.

Αληθινά, δεν τους μπορώ τους συμπονετικούς, που είναι μακάριοι μέσα στη συμπόνια τους: τους λείπει πάρα πολύ η ντροπή.

Αυτός που ζει από τη μάχη με έναν εχθρό, έχει προσωπικό συμφέρον να διατηρήσει τον εχθρό του ζωντανό.

Κακός είναι ο άνθρωπος που του αρέσει να ντροπιάζει τους άλλους.

Ό,τι δεν με σκοτώνει με κάνει πιο δυνατό.

Από τότε που κουράστηκα να ψάχνω, έμαθα να βρίσκω.
Κι από τότε που ο άνεμος μου εναντιώθηκε, έμαθα να σαλπάρω με όλους τους ανέμους.

Αν δεν θες να χάσεις τα μάτια και το μυαλό σου, να ακολουθείς τον ήλιο περπατώντας στη σκιά.

Καλύτερα να χαθείς παρά να μισείς και να φοβάσαι.

Η αμφιβολία δηλητηριάζει τα πάντα, χωρίς να σκοτώνει τίποτα.

Οι σκέψεις είναι οι σκιές των συναισθημάτων μας -πάντοτε σκοτεινότερες, κενότερες και απλούστερες.

Για όσους επιλέγουν τη σκέψη και τη γνώση, δεν υπάρχουν χαρούμενες ζωές.

Η τάξη είναι αρετή των μετριοτήτων.

Το χάος γεννάει την τάξη.

Η πιο μεγάλη τέχνη είναι να ξέρεις να αποχωρείς την κατάλληλη στιγμή.

Όποιος δεν φοβάται τον εαυτό του, δεν μπορεί να προκαλέσει φόβο.

Αυτός που οχυρώνεται κατά της πλήξης, οχυρώνεται απέναντι στον εσωτερικό του εαυτό.

Δύο μεγάλα Ευρωπαϊκά ναρκωτικά: το αλκοόλ και ο Χριστιανισμός

«Το καλό και το κακό είναι προκαταλήψεις του Θεού» - είπε το φίδι.

Αν σου αρέσει η άβυσσος, πρέπει να έχεις φτερά.

Πολιτικός είναι κάποιος που διαιρεί τους ανθρώπους σε δυο τάξεις: σε υποχείρια και σε εχθρούς.

Ο σοφός πρέπει να έχει την ικανότητα όχι μόνο να αγαπά τους εχθρούς του, αλλά και να μισεί τους φίλους του.

Η μόνη γόνιμη περιφρόνηση είναι εκείνη που αφορά τον εαυτό μας, γιατί έτσι μπορούμε να τον υπερβούμε και να τον ξαναπλάσουμε.

Το να μη μιλάει κανείς ποτέ για τον εαυτό του είναι μια πολύ εκλεπτυσμένη μορφή υποκρισίας.

Αν κοιτάξεις για πολλή ώρα την άβυσσο, στο τέλος και η άβυσσος θα κοιτάξει εσένα.

Πρέπει να είσαι ο εαυτός σου και όχι αυτός που θέλουν οι άλλοι.

Ελευθερία είναι να μπορείς να έχεις μια κάποια απόσταση από τους άλλους.

Η ηθική είναι ο πιο αποτελεσματικός μηχανισμός για να σέρνεις την ανθρωπότητα από τη μύτη.

Αυτοί που έχουν ένα «γιατί» για να ζουν, μπορούν να αντέξουν σχεδόν οποιοδήποτε «πώς».

Η μοναξιά είναι για το πνεύμα ό,τι η δίαιτα για το σώμα.

Μια μικρή εκδίκηση είναι πιο ανθρώπινη από καθόλου εκδίκηση.

Η μελαγχολία όλων των τελειωμένων πραγμάτων!

Η αναγκαιότητα είναι μια ερμηνεία, όχι ένα γεγονός.

Να είσαι νομοθέτης είναι η πιο εκλεπτυσμένη μορφή τυραννίας.

Η Ηθική είναι η έκφραση του αγελαίου ενστίκτου στο άτομο.

Ο άνθρωπος είναι σαν ένα σκοινί τεντωμένο μεταξύ κτήνους και υπερανθρώπου – ένα σκοινί πάνω από την άβυσσο.

Ξεχνάει κανείς τα λάθη του, όταν τα εξομολογείται σε κάποιον άλλον. Ο άλλος, όμως, δεν τα ξεχνάει.

Τα όνειρα είναι η ρίζα της μεταφυσικής, η πηγή της ιδέας ότι ψυχή και σώμα είναι ξεχωριστά.

Η εμμονή του χριστιανισμού να βρίσκει τον κόσμο άσχημο και κακό έχει κάνει τον κόσμο άσχημο και κακό.

Ένας δυνατός και συγκροτημένος άνθρωπος χωνεύει τις εμπειρίες του, τα επιτεύγματα και τα παραπτώματά του, όπως χωνεύει το κρέας, όπου αναγκάζεται να καταπιεί και μερικά σκληρά κομμάτια.

Παρασκευή, 11 Οκτωβρίου 2013

Αυτοκτόνησε απολυμένη εργαζόμενη της ΕΤ3

 

Τέλος στη ζωή της έδωσε το βράδυ της Τετάρτης απολυμένη εργαζόμενη του τρίτου καναλιού της δημόσιας τηλεόρασης.

Πρόκειται για διοικητική υπάλληλο, η οποία εργάστηκε για αρκετά χρόνια στη δημόσια τηλεόραση.
Σύμφωνα με πληροφορίες του thestival.gr η 46χρονη προέβη στο απονενοημένο διάβημα στις 22:33. Πήδηξε από τον 5ο όροφο πολυκατοικίας που βρίσκεται στην οδό Περδίκα.

Σε λίγα λεπτά στο σημείο βρέθηκε ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ και κινητή μονάδα, όμως η άτυχη γυναίκα είχε ήδη εκπνεύσει.
Ήταν μία από τους εκατοντάδες εργαζόμενους που έμειναν στο δρόμο μετά το ξαφνικό λουκέτο στην ΕΡΤ.

___________________________________

Ένα φύλλο κίτρινης λεύκας...

Στα ήσυχα χωράφια του Σεπτέμβρη
Ένα φύλλο κίτρινης λεύκας
Σαν θρύψαλο αστεριού στριφογυρίζει
Μέχρι το χώμα...


Γιάννης Σταύρου, Λεύκες στον Λαγκαδά, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Λουίς Θερνούδα

Παραλλαγές πάνω σε Μεξικάνικο Θέμα

Τα μάτια και η φωνή

Αυτό που ο άνθρωπος είναι, αν κάτι είναι, στα μάτια και στη φωνή προβάλλει, τόσο που μπορούν να κερδίσουν αυτόν που τα βλέπει ή τα ακούει. Ακόμη και του κορμιού του όμορφου, όσο όμορφο κι αν είναι, του λείπει κάτι: μια σπίθα από φως, μια ηχώ μουσική. Να καεί σε δυο μάτια, να χαθεί σε μια φωνή! Ποιος δεν πόθησε ποτέ του;

*

Για πολλά χρόνια έζησες ανάμεσα σε κόσμο με μάτια σβησμένα και φωνή ανέκφραστη. Και δεν είναι πως κάποιοι από αυτούς δεν ήτανε εντάξει, αλλά τα μάτια τους, κατά κανόνα, ήταν νερά στεκάμενα, και κατ’ εξαίρεση φεγγίτες. Υπήρχε κάτι μέσα τους; Αν υπήρχε, που όχι λίγες φορές το αμφισβήτησες, ήταν πεθαμένο.
Και οι φωνές τους, ή μνησίκακες ή περιφρονητικές. Ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο άκρα, φασαρία, φασαρία, φασαρία. Τρέμουλο κανένα. Φωνές ακαλλιέργητες ήταν εκείνες (καλλιέργεια: κληρονομιά ανιδιοτελών φωνών), χωρίς χρωματισμό, χωρίς χάδι, φωνές για το εμπόριο ή για τη χρεία, και τίποτα παραπάνω.

*

Λίγες, ή καμιά, είναι οι ακαλλιέργητες φωνές εδώ: όσο ταπεινός κι αν είναι ο ομιλητής, μιλά με λαλιά εκλεπτυσμένη. Μια ομιλία αλάνθαστη, μια γλώσσα κλασική, χωρίς κοινούς ιδιωτισμούς, ούτε λαϊκίστικους τονισμούς. Και πως ηχούν αυτές οι φωνές, καθάριες, μεταξένιες, σαν ψυχρό και αέρινο ψιθύρισμα του μεταξιού.
Αυτά τα μελαχρινά τα μάτια με το παρατεταμένο βλέμμα που αγγίζει και διαπερνά, μάτια που από μέσα τους προβάλλει η ψυχή, μάτια που από μόνα τους είναι η ψυχή. Στο πέρασμά τους, αιφνιδιαστικά, ανοίγουν και πέφτουν σαν καμένο λιόγερμα, αφήνοντας σ’ αυτόν που τα είδε μια ατέλειωτη αγαλλίαση, και μαζί της τον πόθο να τα δει ν’ ανοίγουν ξανά το πρωί.

*

Υπάρχουν μερικοί που χάνονται από ματαιότητα, μερικοί που χάνονται από φιλοδοξία και μερικοί που χάνονται για ένα πλάσμα, και συ θα χανόσουνα για δυο μάτια και για μια φωνή. Θα μπορούσες να τα ακολουθήσεις μέχρι την κόλαση (αν δεν είσαι κιόλας στον πηγαιμό), για μια έξη, μια ματιά, και πάλι θα σου φαινότανε μικρό το τίμημα.

μετάφραση: Αντώνης Κατσουράδης

Επιθυμία

Στα ήσυχα χωράφια του Σεπτέμβρη
Ένα φύλλο κίτρινης λεύκας
Σαν θρύψαλο αστεριού στριφογυρίζει
Μέχρι το χώμα.

Ας ήταν κι η αδαής ψυχή
Αρχόντισσα των φύλλων και των αστεριών
Έτσι να πήγαινε, σκιά αναμμένη
Απ’ τη ζωή στο θάνατο.

μετάφραση: Λένα Καλλέργη



Τετάρτη, 9 Οκτωβρίου 2013

Ένα φως μοβ του σφαγείου φωτίζει την περιοχή...

Ο δολοφόνος ανενόχλητος σημαδεύει
το επόμενο θύμα, χαμογελώντας στις κάμερες
της τηλεόρασης...

Fransisco Goya, Ejecución de los Defensores de Madrid, 1814

Γιάννης Κοντός

Γενική κάτοψη του συναισθήματος

Δεν μπορεί, τα σκοτάδια και η επαναλαμβανόμενη
ιστορία του προσώπου σου, αυτή η ησυχία
των λέξεων μέσα από τις άγνωστες γωνίες
των χεριών, δεν μπορεί, θα μας σώσουν.
Θέλω να πω ότι είμαστε σε μια σκακιέρα,
όπως στα εξώφυλλα των παλιών αστυνομικών
μυθιστορημάτων. Μέσα στις σελίδες, τις ώρες από
τις δύο έως τις πέντε μετά μεσημβρίαν, ο πληθυσμός
χωρίζεται σε τρεις κατηγορίες ή ομάδες:
η μία κάθεται πλάι στο τζάκι και κοιτάζει
τη στάχτη. Η άλλη κοιμάται προσπαθώντας
να εντοπίσει τα όνειρα των άλλων.
Η τρίτη αγναντεύει στη λίμνη τους κωπηλάτες
σφυρίζοντας ποιήματα του Διονυσίου Σολωμού.
Όλοι όμως αναστενάζουν με μαύρο καπνό
για τις εκλείψεις της σελήνης και τη χαμένη
νεότητά τους. Ενώ ο καιρός μπήγει νύχι στο κρέας.
Η πόλη, καφέ από το θειάφι, ξεκουράζεται,
προτού αρχίσει να γυρίζει γύρω από τον άξονά της.
Ο δολοφόνος ανενόχλητος σημαδεύει
το επόμενο θύμα, χαμογελώντας στις κάμερες
της τηλεόρασης. Ένα φως μοβ του σφαγείου
φωτίζει την περιοχή και σπασμένοι καθρέφτες
γύρω αυξάνουν τις εικόνες και την αγωνία
των παρισταμένων.
Ο φασισμός της Χρυσής Αυγής απαγορεύεται - όλοι οι άλλοι φασισμοί επιτρέπονται...

Κυριακή, 6 Οκτωβρίου 2013

Τελευταίο ταξίδι...

να μου λικνίζεις την αιώνια θλίψη μου, καράβι,
δίχως να ξέρω πού με πας και δίχως να γυρίσω...


Γιάννης Σταύρου, Τελευταίο δρομολόγιο. λάδι σε καμβά

Κώστας Καρυωτάκης

Τελευταίο ταξίδι

Καλό ταξίδι, αλαργινό καράβι μου, στου απείρου
και στης νυχτός την αγκαλιά, με τα χρυσά σου φώτα!
Να 'μουν στην πλώρη σου ήθελα, για να κοιτάζω γύρου
σε λιτανεία να περνούν τα ονείρατα τα πρώτα.

Η τρικυμία στο πέλαγος και στη ζωή να παύει,
μακριά μαζί σου φεύγοντας πέτρα να ρίχνω πίσω,
να μου λικνίζεις την αιώνια θλίψη μου, καράβι,
δίχως να ξέρω πού με πας και δίχως να γυρίσω!

Τι νέοι που φτάσαμεν εδώ...


Τι νέοι που φτάσαμεν εδώ, στο έρμο νησί, στο χείλος
του κόσμου, δώθε απ' τ' όνειρο και κείθε απ' τη γη!
Οταν απομακρύνθηκεν ο τελευταίος μας φίλος,
ήρθαμε αγάλι σέρνοντας την αιώνια πληγή.

Με μάτι βλέπουμε αδειανό, με βήμα τσακισμένο
τον ίδιο δρόμο παίρνουμε καθένας μοναχός,
νοιώθουμε τ' άρρωστο κορμί, που εβάρυνε, σαν ξένο,
υπόκωφος από μακριά η φωνή μας φτάνει αχός.

Η ζωή διαβαίνει, πέρα στον ορίζοντα σειρήνα,
μα θάνατο, καθημερνό θάνατο, με χολή
μόνο, για μας η ζωή θα φέρει, όσο αν γελά η αχτίνα
του ήλιου και οι αύρες πνέουνε. Κι είμαστε νέοι, πολύ

νέοι, και μας άφησεν εδώ, μια νύχτα, σ' ένα βράχο,
το πλοίο που τώρα χάνεται στου απείρου την καρδιά,
χάνεται και ρωτιόμαστε τι να 'χουμε, τι να 'χω,
που σβήνουμε όλοι, φεύγουμ' έτσι νέοι, σχεδόν παιδιά!

Πέμπτη, 3 Οκτωβρίου 2013

Τι νομίζεις λοιπόν πως μας έχει απομείνει;

ο φτωχός θησαυρός απροστάτευτος απ' τα δόντια
του δάσους...


Γιάννης Σταύρου, Γιασεμί, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Τάκης Σινόπουλος

Απολογισμός

Τι μας περίσσεψε απ' το σκηνικό; Το κάθισμα και τ' άλλο
κάθισμα, η απότομη στροφή του αέρα.

Ή, ας πούμε, ο μακαρίτης ήλιος με τα τζάμια του και τα
πουλιά του.

Πώς προχωρούμε και συγκατανεύουμε, ναι, θα συναντηθούμε
κάποτε, θα σε θυμάμαι.

Ό,τι μετακινείται, ό,τι περνάει δίχως ν' ακούγεται, μόλις
ακούγεται μέσα στις λέξεις.

Μεταστροφές, επαναλήψεις, χάσματα, η παραίτηση,
προπάντων η παραίτηση.

Εκείνο που έφυγε δίχως να φύγει, ο τοίχος ανασαίνει, η
πέτρα έχει σκιά, τ' αγκάθι έχει φεγγάρι,

ο φτωχός θησαυρός απροστάτευτος απ' τα δόντια
του δάσους,

η μικρή ξεχασμένη κοιλάδα στη σκάφη της σιωπής, με μια
στάλα μαύρο νερό.

Τι νομίζεις λοιπόν πως μας έχει απομείνει;

Τρίτη, 1 Οκτωβρίου 2013

όσο παν και λιγοστεύουν...

Ὅμως ὑπάρχουν ἀκόμα
λίγοι ἄνθρωποι
ποὺ δὲν εἶναι κόλαση
ἡ ζωή τους

Γιάννης Σταύρου, Αγναντεύοντας, λάδι σε καμβά


Μίλτος Σαχτούρης

Η φεγγαράδα

Ἀπὸ αἷμα πουλιῶν πλημμυρισμένο
κρυμμένο μένει τὸ φεγγάρι
πότε πίσω ἀπὸ δέντρα
πότε πίσω ἀπὸ θηρία
πότε πίσω ἀπὸ σύννεφα
μὲ θόρυβο ποὺ ξεκουφαίνει τὰ φτερὰ ἀγγέλων
κάτι θέλουν νὰ ποῦν κάτι σημαίνει
εἶναι ἀκόμα καλοκαίρι
ὅμως μιὰ μυρωδιὰ ἀπὸ θειάφι φράζει τὸ χειμώνα
δὲν ἔχει οὔτε καρέκλα νὰ καθίσεις
καὶ οἱ καρέκλες ἔφυγαν στὸν οὐρανό

Συλλογή, Σφραγίδα ή Η όγδοη σελήνη

Το ποντίκι

Ὁ ἕνας νὰ μιλάει γιὰ ἕνα Μάρτυρα
κι ὁ ἄλλος ν᾿ ἀπαντάει γιὰ ἕναν ποντικὸ
Ὁ ἕνας νὰ μιλάει γιὰ ἕναν Ἅγιο
κι ὁ ἄλλος ν᾿ ἀπαντάει γιὰ ἕνα σκύλο
καὶ εἶναι τότε ποὺ μέσα στὴ μαυρίλα
εἶδα τὸν Ποιητὴ ὁλομόναχο
καὶ γύρω του νὰ λάμπει
τὸ κενό

Συλλογή, Το σκεύος

Οι απομείναντες

Ὅμως ὑπάρχουν ἀκόμα
λίγοι ἄνθρωποι
ποὺ δὲν εἶναι κόλαση
ἡ ζωή τους
ὑπάρχει τὸ μικρὸ πουλὶ ὁ κιτρινολαίμης
ἡ Fraülein Ramser
καὶ πάντοτε τοῦ ἥλιου οἱ ἀπομείναντες
οἱ ἐρωτευμένοι μὲ ἥλιο ἢ μὲ φεγγάρι
ψάξε καλὰ
βρές τους, Ποιητή!
κατάγραψέ τους προσεχτικὰ
γιατί ὅσο πᾶν καὶ λιγοστεύουν
λιγοστεύουν

Συλλογή, Χρωμοτραύματα