ζωγράφοι, ελληνική τέχνη, θαλασσογραφίες, τοπία, ζωγραφική, λογοτεχνία, Έλληνες ζωγράφοι, σύγχρονη σκέψη, καράβια, τέχνη, σύγχρονοι ζωγράφοι, ποίηση, πορτρέτα, πίνακες ζωγραφικής, έργα ζωγραφικής, ελληνικά τοπία
t
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες
Σάββατο 2 Σεπτεμβρίου 2017
παρόν χωρίς παράθυρο...
ένα πρόσωπο απο αστραπή και θύελλα
τρέχοντας ανάμεσα στα νυχτερινά δέντρα,
πρόσωπο βροχής μέσα σ' έναν κήπο σκοτεινό...
Γιάννης Σταύρου, Νυχτερινό με πεύκα, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)
Οκτάβιο Πάζ
Η Πέτρα του Ήλιου
(απόσπασμα)
Μεξικό, 1957
Μιά ιτιά κρυστάλλινη, μιά λεύκα από νερό,
ένα ψηλό σιντριβάνι γερμένο από τον άνεμο,
ένα δέντρο καλοφυτεμένο αν και χορεύοντας,
προχωρεί, πισωδρομίζει, στρέφεται
και πάντα καταφθάνει:
μιά ειρηνική τροχιά
άστρου ή άνοιξης χωρίς βιασύνη,
νερό σφαλισμένων βλεφάρων
που οι προφητείες τους αναβλύζουν όλη νύχτα,
παρουσία ομόφωνη σαν φουσκωμένη θάλασσα,
κύμα στο κύμα ωσότου σκεπαστούν ξανά τα πάντα,
πράσινη ηγεμονία χωρίς δειλινό
σαν τα φτερά που αστράφτουν
καθώς ανοίγονται στον ουρανό,
ένα πέρασμα ανάμεσα στους θάμνους
προσεχών ημερών και το πένθιμο
ξέσπασμα της δυστυχίας παρόμοιο με το πουλί
που πετρώνει το δάσος με το τραγούδι του
και οι επικείμενες ευτυχίες
ανάμεσα στους λιποθυμισμένους κλάδους,
ώρες φωτός τσιμπημένες κιόλας από τα πουλιά,
οιωνοί δραπετεύοντας ανάμεσα στα δάχτυλα
μιά παρουσία σαν ένα τραγούδι ξαφνικό,
σαν τον άνεμο που ψέλνει μες στην πυρκαγιά,
ένα βλέμμα που κρατάει μετέωρο
τον κόσμο με τις θάλασσες και τα βουνά του,
σώμα φωτεινό που ένας αχάτης φιλτράρει,
κνήμες φωτεινές, κοιλιά από φως, κόλποι,
ηλιακός βράχος, σώμα σε χρώμα σύννεφου
σε χρώμα μέρας ραγδαίας που πηδάει,
ώρα που παίρνει σώμα αστράφτοντας,
ο κόσμος είναι τώρα ορατός μες στο κορμί σου,
διάφανος μες στην διαφάνεια σου
βαδίζω μέσα στις στοές των ήχων,
ρέω ανάμεσα στις παρουσίες που αντηχούν,
σαν τον τυφλό διασχίζω τις διαφάνειες,
ένας κατοπτρισμός μ' εξαφανίζει,
γεννιέμαι μέσα σ' έναν άλλον,
ω δάσος με τους μαγεμένους κίονες,
κάτω απ' τα τόξα του φωτός διεισδύω
σε διαδρόμους φθινωπόρου διάφανου
πηγαίνω στο κορμί σου καθώς πάω με τον κόσμο,
η κοιλιά σου ειν' ενας τόπος ηλιόλουστος,
τα βυζιά σου δυό εκκλησιές όπου το αίμα
δοξολογεί τα παράλληλα μυστήριά του,
τα βλέμματά μου σε σκεπάζουν όπως ο κισσός,
είσαι μιά πόλη πολιορκημένη από τη θάλασσα,
ένα τείχος χωρισμένο από το φως
σε δυό μισά, χρώμα ροδάκινου,
ένας τόπος αλατιού, βράχων και πουλιών,
κάτω απ' το νόμο της συσπειρωμένης μεσημβρίας
ντυμένη το χρώμα των πόθων μου
σαν τη σκέψη μου πηγαίνεις γυμνή,
μέσα στα μάτια σου βαδίζω όπως στο νερό,
οι τίγρεις πίνουνε στα μάτια σου νερό.
το κολίμπρι καίγεται σ'αυτές τις φλόγες,
πάω στο μέτωπο σου όπως στο φεγγάρι,
όπως το σύννεφο στη σκέψη σου,
πάω ακολουθώντας την κοιλιά σου όπως στα όνειρά σου
η φούστα σου από αραποσίτι κυματίζει
και τραγουδάει,
η φούστα σου από κρύσταλλο,
η φούστα σου από νερό,
τα χείλη, τα μαλλιά, τα βλέμματά σου,
είσαι βροχή όλη τη νύχτα, όλη μέρα
ανοίγεις το στήθος μου με τα νερένια σου δάχτυλα,
κλείνεις τα μάτια μου με το υδάτινο σου στόμα,
στα κόκκαλά μου στέλνεις τη βροχή, στο στήθος μου
ένα υγρόδεντρο βυθίζει τις νερόριζές του,
ακολουθώ το ανάστημα σου όπως έναν ποταμό,
στο σώμα σου βαδίζω όπως μέσα σ'ένα δάσος,
όπως στο βουνό, σ' ένα μονοπάτι
που απολήγει ξάφνου σε μιάν άβυσσο,
ακολουθώ τις σκόρπιες σου σκέψεις
και στην έξοδο του άσπρου σου μετώπου
η διωγμένη σκιά μου θρυμματίζεται,
μαζεύω τα κομμάτια μου ένα-ένα
και συνεχίζω δίχως σώμα, ψάχνω ψηλαφώντας,
διάδρομοι της μνήμης χωρίς τέλος,
πόρτες ανοιχτές σ' ένα σαλόνι άδειο
όπου σαπίζουνε όλα τα καλοκαίρια,
στο βάθος λάμπουν τα κοσμήματα της δίψας,
πρόσωπο λιποθυμισμένο μόλις το θυμάμαι,
χέρι που χάνεται αν το αγγίξω,
μαλλιά αράχνης αναστατωμένα
πάνω στα χαμόγελα τού κάποτε
στην έξοδο του μετώπου μου, ψάχνω
ψάχνω δίχως να βρίσκω, ψάχνω για μιά στιγμή,
ένα πρόσωπο απο αστραπή και θύελλα
τρέχοντας ανάμεσα στα νυχτερινά δέντρα,
πρόσωπο βροχής μέσα σ' έναν κήπο σκοτεινό,
επίμονο νερό κυλώντας στο πλευρό μου,
ψάχνω δίχως να βρίσκω, γράφω μες στη μοναξιά,
δεν υπάρχει κανείς,
η μέρα τελειώνει, η χρονιά πέφτει,
πέφτω με τη στιγμή, πέφτω στο βάθος,
αόρατος δρόμος σε καθρέφτες
που επαναλαμβάνουν τη θρυμματισμένη μου εικόνα,
βαδίζω πάνω στις μέρες, στις περασμένες στιγμές,
βαδίζω πάνω στις σκέψεις της σκιάς μου,
ποδοπατώ τη σκιά μου αναζητώντας μιά στιγμή,
ψάχνω μιά ημερομηνία ζωντανή σαν ένα πουλί,
ζητώ τον ήλιο στις πέντε το απόγευμα
χλιαρό από τους τοίχους του tezontle:
η ώρα ωρίμαζε τις αρμαθιές της
κι όταν άνοιγε οι κοπέλες έβγαιναν
από τα ρόδινα σωθικά της και χυνόντουσαν
στις πλάκες της αυλής του κολλεγίου,
ψηλή σαν το φθινόπωρο, προχωρούσε,
ντυμένη φως κάτω από την αψίδα
και ο χώρος, ζώνοντας την, την έντυνε
μ' ένα δέρμα ολόχρυσο και διάφανο,
τίγρη φωτόχρωμη, μελαχρινό ελαφάκι
στα περίχωρα της νύχτας,
κορίτσι μισοκοιταγμένο, σκύβοντας
από τα πράσινα μπαλκόνια της βροχής,
πρόσωπο εφηβικό και αναρίθμητο,
ξέχασα τ' όνομά σου, Μελουζίνα,
Λάουρα, Ισαβέλλα, Περσεφόνη, Μαρία,
έχεις όλα τα πρόσωπα, δεν έχεις κανένα,
έχεις όλες τις ώρες και δεν έχεις καμία,
μοιάζεις στο δέντρο και το σύννεφο,
είσαι όλα τα πουλιά μαζί κι ακόμα ένα αστέρι,
μοιάζεις με του σπαθιού την κόψη
και στο ποτήρι του δήμιου γεμάτο αίμα,
κισσός που προχωρεί, ζώνει και ξεριζώνει
την ψυχή κα τη χωρίζει απ' τον εαυτό της,
γραφή της φωτιάς πάνω στον έβενο,
ραγισματιά στο βράχο, βασίλισσα των ερπετών,
ατμού κολώνα, πηγή μέσα στην πέτρα,
σελήνης τσίρκο κι αετοκορφή
σησαμόσπορε, ελάχιστο αγκάθι
και θνητή που αθάνατες ποινές μοιράζει,
οδηγήτρια σε υποβρύχιες κοιλάδες
και φυλάχτρα της κοιλάδας των νεκρών,
κληματίδα που κρέμεσαι στο βράχο του ιλίγγου,
αναρριχητικό φυτό, φυτό δηλητηριώδες,
λουλούδι της ανάστασης, σταφύλι της ζωής,
κυρία της φλογέρας και της αστραπής,
ταράτσα με τα γιασεμιά, αλάτι μέσα σε πληγή,
μπουκέτο τριαντάφυλλα για τον τουφεκισμένο,
χιόνι αυγουστιάτικο, φεγγάρι της κρεμάλας,
γραφή της θάλασσας επάνω στον βασάλτη,
γραφή του ανέμου μες στην έρημο,
διαθήκη του ήλιου, ρόδι και στάχυ,
πρόσωπο από φλόγες, πρόσωπο καταβροχθισμένο,
πρόσωπο έφηβο και κατατρεγμένο,
χρόνια φαντάσματα, κυκλικές μέρες
βγαίνοντας στην ίδια αυλή, μπροστά στον ίδιο τοίχο,
καίει η στιγμή
και τα διαδοχικά πρόσωπα της φλόγας
δεν είναι παρά το ίδιο πρόσωπο
όλα τα ονόματα είν' ένα μόνο όνομα,
όλα τα πρόσωπα ένα πρόσωπο,
όλοι οι αιώνες μιά σκέτη στιγμή
και για τους αιώνες των αιώνων
ένα ζευγάρι μάτια φράζει το δρόμο για το μέλλον
δεν υπάρχει τίποτα μροστά μου πάρεξ μιά στιγμή
εξαγορασμένη αυτή τη νύχτα μ' ένα όνειρο
με εικόνες ζευγαρωμένες στ' όνειρο,
σκληρά λαξεμένες μες στον ύπνο,
βγαλμένες από το κενό αυτής της νύχτας,
σηκωμένες με του χεριού τη δύναμη γράμμα με γράμμα,
ενώ απ'έξω βιάζεται ο καιρός
και στις πόρτες της ψυχής μου χτυπάει
ο κόσμος με το σαρκοβόρο του ωράριο,
μόλις μιά στιγμή ενώ πόλεις,
τα ονόματα, οι χάρες και όσα ζήσαμε
καταρρέουν στο τυφλό μου μέτωπο,
ενώ η βαριά σκιά της νύχτας
ταπεινώνει τη σκέψη και το σκελετό μου
και το αίμα μου προχωράει πιό αργά
και τα δόντια μου βγάζουν τα παπούτσια τους
και τα μάτια μου θαμπωνονται
και οι μέρες και τα χρόνια
συγκεντρώνουν τις άδειες τους τρομάρες,
ενώ ο καιρός κλείνει το ριπίδι του
και πίσω απ' τις εικόνες του δεν υπάρχει τίποτα,
η στιγμή καταστρέφεται κι επιπλέει,
περικυκλωμένη θάνατο, απειλημένη
από τη νύχτα, από το πένθιμο χασμουρητό της,
απειλημένη από τον σάλο
τού ζωντανού και μασκαρεμένου θανάτου,
η στιγμή καταστρέφεται και διεισδύει στον εαυτό της
όπως κλείνει μιά γροθιά, όπως ένας καρπός
που ωριμάζει προς το εσωτερικό τού εαυτού του
κι ο ίδιος πίνεται κι απλώνει,
η διάφανη στιγμή κλείνει
και ωριμάζει προς τα μέσα, πετάει ρίζες,
φουντώνει μέσα μου, με κυρεύει ολόκληρο,
το τρελλό της φύλλωμα μ' εξόριζει,
οι σκέψεις μου δεν είναι παρά τα πουλιά της,
το θειάφι της κυκλοφορεί στις φλέβες μου,
δέντρο νοητικό, καρποί με γεύση χρόνου,
ω ζωή που θα ζήσεις, που την έζησες κιόλας,
καιρός που επιστρέφει σαν μιάν άμπωτη
κι αποσύρεται δίχως να στρέψει το πρόσωπο,
αυτό που πέρασε, δεν ήταν, αλλά έρχεται
και σιγανά προβάλλει
σε μιάν άλλη στιγμή που λιποθυμάει
μπροστά στο βράδυ του νίτρου και της πέτρας,
οπλισμένη μ' αόρατα μαχαίρια
μιάς κόκκινης ανεξιχνίαστης γραφής,
γράφεις στο δέρμα μου, και οι πληγές
σαν ένα ένδυμα από φλόγες με σκεπάζουν,
φλέγομαι δίχως να καίγομαι, ζητώ το νερό,
και στα μάτια σου δεν υπάρχει νερό,
είναι από πέτρα,
και τα βυζιά, η κοιλιά, οι λαγόνες σου
είναι από πέτρα, το στόμα σου έχει μιά γεύση σκόνης,
το στόμα σου έχει τη γεύση του δηλητηριασμένου χρόνου,
το σώμα σου έχει γεύση πηγαδιού χωρίς διέξοδο,
διαδρόμου με καθρέφτες που επαναλαμβάνουν
τα μάτια του διψασμένου, διάδρομος
που συνεχώς ξαναγυρίζει στο σημείο της αφετηρίας του,
και συ με οδηγείς, τυφλό, απο το χέρι,
διασχίζοντας αυτές τις επίμονες στοές
προς το κέντρο του κύκλου και ορθώνεσαι
σαν μιά λάμψη που συμπυκνώνεται σε τσεκούρι,
σαν ένα φως που γδέρνει, μαγευτική
όπως το ικρίωμα για τον κατάδικο
ευλύγιστη σαν το μαστίγιο κι ευκίνητη
σαν ένα όπλο δίδυμο της σελήνης,
και τα σκόρπια σου λόγια σκάβουν
το στήθος μου, μ' ερημώνουν και μ' αδειάζουν,
μία-μία μού αποσπάς τις αναμνήσεις μου,
ξέχασα τ' όνομά μου, και οι φίλοι μου
γρυλλίζουν ανάμεσα στους χοίρους, ή σαπίζουν
φαγωμένοι από τον ήλιο σ' ένα χαντάκι,
δεν υπάρχει τίποτα μέσα μου πάρεξ μιά πληγή μεγάλη,
ένα άδειο που κανείς δεν περιτρέχει πιά
παρόν χωρίς παράθυρο,
σκέψη που επιστρέφει,
επαναλαμβάνεται, αντικατοπτρίζεται
και χάνεται στην ίδια της τη διαφάνεια,
συνείδηση διάτρητη από ένα μάτι
που κοιτάζει το ίδιο του το βλέμμα ώσπου να χαθεί
από διάυγεια:
είδα το φριχτό σου κέλυφος,
Μελουζίνα, την αυγή, να γυαλίζει πρασινωπό,
κοιμόσουνα πνιγμένη στα σεντόνια,
ξυπνωντας κραυγάσες σαν το πουλί
κι έπεσες δίχως τέλος, σπασμένη και άσπρη,
από σένα δεν απόμεινε παρά η κραυγή σου,
κι ύστερα από αιώνες να 'μαι πάλι
βήχοντας και με όραση κακή, ανασκαλεύοντας
παλιές φωτογραφίες:
δεν υπάρχει κανείς, δεν είσαι κανείς,
ένας λοφίσκος στάχτη κι ένα σάρωθρο,
ένα μαχαίρι στομωμένο κι ένα φτερό,
ένα πτώμα κρεμασμένο σε κόκκαλα,
ένα τσαμπί στεγνό κιόλας, μιά μαύρη τρύπα
και στο βάθος τής τρύπας τα δυό μάτια
ενός παιδιού πνιγμένου εδώ και χίλια χρόνια,
βλέμματα θαμμένα σ' ένα πηγάδι,
βλέμμματα που μας βλέπουν από την αρχή,
βλέμμα παιδί της γριάς μάννας
που βλέπει στο μεγάλο της γιό έναν πατέρα νέο,
βλέμμα μητέρα της εγκαταλελειμμένης κόρης
που βλέπει στον πατέρα της ένα παιδί αρσενικό,
βλέμματα που μας κοιτούν από το βάθος
της ζωής κι είναι του θανάτου παγίδες
- ή το αντίθετο: να πέσεις μέσα σ'αυτά τα μάτια
μήπως θα πει να ξανάρχεσαι στην αληθινή ζωή;
να πέφτω, να ξανάρχομαι, να με ονειρεύομαι
και να με ονειρεύονται
άλλα μάτια μελλοντικά, μιά ζωή άλλη,
άλλα σύννεφα, και να πεθαίνεις έναν άλλο θάνατο!
- αυτή η νύχτα μού αρκεί, κι αυτή η στιγμή
που δεν παύει ν' ανοίγεται και να μου αποκαλύπτει
πού ήμουνα, ποιός υπήρξα, πώς ονομάζεσαι,
πώς εγώ ονομάζομαι:
έκανα σχέδια
για το καλοκαίρι - και για όλα τα καλοκαίρια...
(Μετ. Γιώργος Μακρής)
Δευτέρα 3 Ιουλίου 2017
Ζωή πως με παράδωσες...
Και να δεχτώ σα μιαν αυγή την τελευταία βραδιά...
Γιάννης Σταύρου, Πεύκα της νύχτας, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)
Μαρία Πολυδούρη
Προδοσία
Ζωή πως με παράδωσες μ' ένα φιλί στους δήμιους...
Οι δήμιοι σου, καλόγνωμοι, θάνατο δεν προστάζουν.
Είναι κι' αυτοί απ' τους τίμιους σου και τους ευγενικούς!
Χαμόγελο τα χείλη τους και γλυκό λόγο στάζουν
Κ' έχουν κι' αγάπη και σκοπούς ωραίους και ιπποτικούς...
Ω, εμένα το αίμα μου έλειψεν απ' τη φριχτή αγωνία
Στον ξέσαρκό μου τράχηλο να σέρνεται η θηλιά
Και να μη σφίγγει. Ω, ευγενική των δημίων μου μανία
Έχω μέσα στα στήθη μου σπασμένη την καρδιά...
Έχω σπασμένη την καρδιά. Μ' έχει η ζωή προδώσει
Και μου ζητάνε να γελάσω αθώα και τρυφερά
Και να 'ναι μες στα μάτια μου χαρά και λάμψη τόση
Που να γενεί στα ευγενικά σας όνειρα φτερά...
Εγώ πρέπει απ' τη λίγη μου σταγόνα να σας θρέψω
Του αίματος, που φαρμάκωσε κι' αυτή μες στην καρδιά
Τα φάσματα των πόθων μου λουλούδια να σας δρέψω
Και να δεχτώ σα μιαν αυγή την τελευταία βραδιά...
Κι' αν η σπασμένη μου καρδιά τρίξει στο σαρκασμό μου
Κι' αν αντί δάκρυ στάξουνε τα μάτια μου φωτιά
Θα μου ραβδίσετε το χυδαίο κι' άπρεπο στοχασμό μου
Ευγενικά στυλώνοντας την βλοσυρή ματιά...
Όμως η βαριά μοίρα μου δεν είναι ο θάνατός μου
Μες στην καρδιά βόσκουνε πληγές από φωτιά
Ποιος από σας, ανύποπτα, τίμιος θα γίνει εχθρός μου
Στον ξέσαρκό μου τράχηλο να σφίξη τη θηλιά!
Σάββατο 20 Ιουνίου 2015
Δεν αφαιρούμε και δεν προσθέτουμε τίποτα...
το σύμπαν,
Κι εγώ, ψυχή μου, πότε θα δω τη μέρα μου;
Πότε θα ξυπνήσω απο τον ξύπνο μου;
Γιάννης Σταύρου, Νυχτερινή Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά
Φερνάντο Πεσσόα
Ποιήματα
*
Καρδιακοί σκλάβοι των άστρων,
Κατακτουμε τον κόσμο πριν βγούμε απ' το κρεβάτι
Ξυπνούμε όμως, είναι σκιερός,
Σηκωνόμαστε, μας είναι ξένος,
Βγαίνουμε απ' το σπίτι μας, είναι ολόκληρη η γη,
Συν το ηλιακό σύστημα, ο Γαλαξίας, το 'Απειρο.
*
Η άμαξα πέρασε από το δρόμο κι έφυγε
Κι ο δρόμος δεν έγινε ούτε πιο άσχημος ούτε πιο όμορφος.
Έτσι και με των ανθρώπων τη δράση, σε όλο τον κόσμο.
Δεν αφαιρούμε και δεν προσθέτουμε τίποτα.
Περνάμε και ξεχνιόμαστε.
Κι ο ήλιος έρχεται κάθε μέρα στην ώρα του
*
Όταν έρθει η Άνοιξη
Ίσως πια να μη βρίσκομαι στον κόσμο.
Σήμερα, να μπορούσα θα’ θελα
Την Άνοιξη σαν πρόσωπο να την σκεφτώ.
Θα μπορούσα έτσι να φανταστώ πως κλαίει για μένα
Βλέποντας πως το φίλο το μοναδικό της έχει χάσει.
Μα η Άνοιξη δεν είναι ούτε πράγμα,
ούτε ένας τρόπος να μιλάς.
Ούτε τα λουλούδια, ούτε τα πράσινα φύλλα επιστρέφουν
Υπάρχουν νέα φύλλα, νέα λουλούδια
Υπάρχουν νέες, μυρωδάτες μέρες.
Τίποτα δεν γυρίζει, δεν επαναλαμβάνεται
Επειδή είναι πραγματικό το κάθε τι.
*
Ίσως αυτή να είναι
Η τελευταία μέρα της ζωής μου.
Το χέρι το δεξί μου σήκωσα τον ήλιο χαιρετώντας.
Μα δεν τον χαιρετούσα για αντίο.
Ήμουν χαρούμενος
Που να τον δω ακόμα μια φορά μπορούσα.
–Αυτό ήταν όλο.
Τρίτη 12 Μαΐου 2015
Κάτω απ’ την τρυφερή σελήνη...
Απώτεροι και ακόμη πέρα,
Οι ζωντανοί:
Σιωπηλή συντροφιά μου
Δειλή...
Γιάννης Σταύρου, Θεσσαλονίκη στο φως της σελήνης (σειρά Ελλάδα των χρωμάτων), λάδι σε καμβά
Σαλβατόρε Κουαζίμοντο
Δούναι και λαβείν
Το τίποτα, το έδωσες.
Και τώρα τίποτα δεν δίνεις εσύ που με ακούς.
Το αίμα των πολέμων, στέγνωσε.
Η περιφρόνηση, είναι αίσθημα αγνό
Κι ούτε ένα νεύμα προκαλεί, πλην
Την ώρα της ανθρώπινης συμπόνιας.
Δούναι και λαβείν˙ λοιπόν, μες στη φωνή μου
Υπάρχει αν μη τι άλλο το σημάδι:
Ένα σημάδι ζωντανής γεωμετρίας.
Μες στη δική σου
Ένα κοχύλι. Νεκρό βεβαίως.
Με τα κατάλοιπα μιας επικήδειου και
Των γογγυσμών της.
Μπροστά από το ομοίωμα της Ιλαρίας
Κάτω απ’ την τρυφερή σελήνη, ήδη.
Οι λόφοι σου, κατά μήκος της όχθης,
Και τα κορίτσια
Με ρούχα κόκκινα ή θαλασσιά
Με βήματα ανάλαφρα
Βαδίζουν.
Έτσι στην εποχή σου αγαπημένη. Κι ο Σύριος
Το χρώμα του χάνει, κάθε ώρα μακραίνει
Και ο γλάρος
Μαίνεται στο κενό των ορφανεμένων ακτών.
Οι εραστές, κρατούν την ευτυχία στον αγέρα του Σεπτέμβρη.
Οι κινήσεις τους,
Συντροφεύουνε ήσκιους
Γνώριμων νοημάτων σε εσένα.
Οίκτο, δεν έχουν.
Κι εσύ, απ’ τη γη κρατημένη, ποιο το παράπονο σου;
Εδώ, απέμεινες μόνη, και
Το δικό μου σκίρτημα, δικό σου
Ίδιο στην οργή και
Το φόβο.
Οι νεκροί,
Απώτεροι και ακόμη πέρα,
Οι ζωντανοί:
Σιωπηλή συντροφιά μου
Δειλή.
(μετ. Χρήστος Κρεμνιώτης)
Στο φως σου ναυαγός
Γεννιέμαι στο φως σου ναυαγός
βράδυ με ξάστερα νερά.
Με γαλήνια φύλλα
καίει τ’ αέρι παρηγορημένο.
από τους ζωντανούς ξεριζωμένος
καρδιά προσωρινή
είμαι σύνορο μάταιο.
Το τρομερό σου δώρο
από λόγια, Κύριε,
κανονικά πληρώνω.
Ξύπνα με απ’ τους νεκρούς:
καθένας έχει πάρει τη γη του
και τη γυναίκα του.
Εσύ έχεις κοιτάξει μέσα μου
στη σκοτεινιά των σπλάχνων μου:
κανείς δεν έχει την απελπισιά μου
μέσα στην καρδιά του.
Είμαι ένας άνθρωπος μόνος
μια κόλαση μονάχη.
(μετ. Γεράσιμος Σπαταλάς)
Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2015
Νύχτα...
που στην έρμη ακρογιαλιά
φέγγει του γιαλού τα βάθη
κι αντιλάμπει στη στεριά...
Γιάννης Σταύρου, Νυχτερινό με δύο καράβια, λάδι σε καμβά
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Νύχτα βασάνου
Πότε μάτια μου καημένα
θα κλειστείτε στη σιγή,
να χαρίσετε σ’ εμένα
ύπνο, ανάπαψη πικρή;
Αφουγκράσου! πως τα’ αηδόνι
λούφαξε στην ερημιά.
άκουσ’, άκουσε το γκιόνη
παύει να μοιρολογά..
Και τα’ αστέρια, μαραμένα
λουλουδάκια του Θεού,
σβυόνται, πέφτουν ολοένα
απ’ τον κάμπο τα’ ουρανού..
Και το πυροφάνι εχάθη,
που στην έρμη ακρογιαλιά
φέγγει του γιαλού τα βάθη
κι αντιλάμπει στη στεριά.
Κι η Λαλιώ που τ’ αγναντεύει
με λαχτάρα η λυγερή,
σφάλησε το τζάμι, φεύγει•
Αχ! τι όνειρο θα ειδή…
Μοναχός εγώ αγρυπνάω,
νυχτερεύω μοναχός•
λεημοσύνη σας ζητάω
νύχτα, δόλι’ αγάπη, φως!
Ναι, μα το ιερό σκοτάδι,
ναι, μα τ’ άστρο της αυγής,
ούτε ύπνος, για σημάδι,
στη γαλήνη αυτή γης!
Γίνε, νύχτα, συντροφιά μου,
στη βαθειά, άπειρη σιγή•
έλα μες την αγκαλιά μου,
δως μου ανάπαψη πικρή.
Τρίτη 2 Δεκεμβρίου 2014
Τούτη είναι η πεθαμένη χώρα...
Τούτη είναι του κάκτου η χώρα
Εδώ τα πέτρινα ομοιώματα
Υψώνονται, εδώ είναι που δέχουνται
Την ικεσία του χέριού ενός πεθαμένου
Κάτω από το παίξιμο του άστρου που σβήνει...
Γιάννης Σταύρου, Κόκκινο και μάυρο. λάδι σε καμβά
Τ. Σ Έλιοτ
Η Έρημη Χώρα
(απόσπασμα)
Ποιός είναι ο τρίτος που περπατεί πάντα
στο πλάι σου;
Όταν μετρώ, είμαι μονάχα εγώ και εσύ και συ μαζί μου
Μα όταν κοιτάζω εμπρός τον άσπρο δρόμο
Υπάρχει πάντα κάποιος που περπατεί στο πλάι
σου
Γλιστρώντας τυλιγμένος σε καστανό μανδύα,
κουκουλωμένος
Αν είναι άντρας αν είναι γυναίκα δεν το ξέρω
- Μ’ αυτός εκεί ποιος είναι απ’ τ’ άλλο πλάι σου;
Οι Κούφιοι Άνθρωποι
Mistah Kurtz-he dead
A penny for the Old Guy
Ι
Είμαστε οι κούφιοι άνθρωποι
Είμαστε οι παραγεμισμένοι άνθρωποι
Που σκύβουμε μαζί
Καύκαλα μ' άχερα γεμάτα. Αλίμονο!
Οι στεγνές μας φωνές
Σαν ψιθυρίζουμε μαζί
Είναι ήσυχες και ασήμαντες
Σαν τον αγέρα στο ξερό χορτάρι
Ή σε σπασμένα γυαλικά των ποντικών το ποδάρι
Μες στο ξερό μας το κελάρι.
Μορφή χωρίς σχήμα,
Σκιά δίχως χρώμα,
Παραλυμένη Δύναμη
Γνέψιμο χωρίς κίνηση˙
Εκείνοι που ταξίδεψαν
Με ίσιες ματιές,
στου θανάτου την άλλη Βασιλεία
Μας θυμούνται - άν θυμούνται -
όχι σα να' μαστε χαμένες
Παράφορες ψυχές, μα μοναχά
Οι κούφιοι ανθρώποι
Οι παραγεμισμένοι ανθρώποι.
ΙΙ
Μάτια που δεν μπορώ
ν' αντικρίσω στα όνειρα
Στου θανάτου τη βασιλεία των ονείρων
Αυτά δεν φανερώνονται:
Εκεί, τα μάτια είναι
Ηλιος σε σπασμένη στήλη
Εκεί, ένα δέντρο σείεται
Και οι φωνές είναι
Στου αγέρα το τραγούδισμα
Πιό απόμακρες.. πιό επίσημες
Από τ' άστρο που σβήνει.
Ας μην έρθω κοντύτερα
Στου θανάτου τη βασιλεία των ονείρων
Κι αν φορέσω ακόμη
Τέτοια μελετημένα μασκαρέματα
Ποντικού, τομάρι, κόρακα πετσί,
σταυρωτά ραβδιά
Σ' ένα χωράφι
Κάνοντας όπως κάνει ο άνεμος
Όχι κοντύτερα -
Όχι το τελευταίο τούτο συναπάντημα
στη δειλινή βασιλεία
ΙΙΙ
Τούτη είναι η πεθαμένη χώρα
Τούτη είναι του κάκτου η χώρα
Εδώ τα πέτρινα ομοιώματα
Υψώνονται, εδώ είναι που δέχουνται
Την ικεσία του χέριού ενός πεθαμένου
Κάτω από το παίξιμο του άστρου που σβήνει.
Ετσι είναι τα πράγματα
Στου θανάτου την άλλη βασιλεία
Ξυπνάς μοναχός
Την ώρα εκείνη
που τρέμεις τρυφερός
Χείλια που θα φιλούσαν
Λεν προσευχές στη σπασμένη πέτρα.
IV
Δεν είναι εδώ τα μάτια
Εδώ δεν είναι μάτια
Στο λαγκάδι των άστρων που πεθαίνουν
Στο κούφιο αυτό λαγκάδι
Τούτη η σπασμένη σιαγών
απ'τις χαμένες βασιλείες μας
Στο τελευταίο τούτο συναπάντημα
Μαζί ψηλαφούμε
Και αποφεύγουμε τα λόγια
Μαζεμένοι στην άκρη
του φουσκωμένου ποταμού
Χωρίς βλέμμα, εκτός
Αν ξαναφανούν τα μάτια
Σαν τ' άστρο το αιώνιο
Το εκατόφυλλο ρόδο
Της δειλινής βασιλείας του θανάτου
Η ελπίδα μόνο
Άδειων ανθρώπων.
V
Γύρω-γύρω όλοι
Στη μέση το Φραγκόσυκο
Φραγκόσυκο
Γύρω-γύρω όλοι
Στις πέντε την αυγή
Ανάμεσα στην ιδέα
Και στο γεγονός
Ανάμεσα στην κίνηση
Και στη πράξη
Η Σκιά πέφτει
Ότι Σου εστίν η Βασιλεία
Ανάμεσα στη Σύλληψη
Και της δημιουργίας
Ανάμεσα στη Συγκίνηση
Και στην ανταπόκριση
Η Σκιά πέφτει
Η ζωή είναι μακριά πολύ
Ανάμεσα στον πόθο
και στον σπασμό
Ανάμεσα στη δύναμη
και στην ύπαρξη
Ανάμεσα στην ουσία
και στην κάθοδο
Η Σκιά πέφτει
Ότι Σου εστίν η Βασιλεία
Ότι Σου εστίν
Είναι η ζωή
Ότι Σου εστίν η ...
Έτσι τελειώνει ο κόσμος
Έτσι τελειώνει ο κόσμος
Έτσι τελειώνει ο κόσμος
Όχι με έναν β ρ ό ν τ ο
μα μ' ένα λ υ γ μ ό
The Hollow Men (Οι Κούφιοι Άνθρωποι)
(Μετ. του Γιώργου Σεφέρη)
Τρίτη 25 Νοεμβρίου 2014
Κι έλπιζα να τελειώσει ο κόσμος...
οι μέρες περνούν κι επιστροφή δεν έχουν...
Γιάννης Σταύρου, Νυχτερινή Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά
Γκιγιώμ Απολλιναίρ
Οίκτο δεν έχω πια
Οίκτο δεν έχω πια για μένα
Τη σιωπηλή μου οδύνη δεν μπορώ να εκφράσω
Τα λόγια που λογάριασα να ειπώ μεταβλήθηκαν σε άστρα
Ένας Ίκαρος προσπαθεί ν' ανυψωθεί ως τα μάτια μου
Κομιστής ήλιων φλέγομαι στο κέντρο δυό αστερισμών
Τι έκαμα στα θεολογικά θηρία της γνώσης
Σ' αλλοτινούς καιρούς έρχονταν οι νεκροί να με λατρέψουν
Κι έλπιζα να τελειώσει ο κόσμος
Μα το δικό μου τέλος σαν τη θύελλα καταφθάνει.
(Μετ.. Τάκης Σινόπουλος)
Πάντα
Θα πάμε πιο μακριά χωρίς να προχωρούμε
Κι απο πλανήτη σε πλανήτη
Απο αστερισμό σ' αστερισμό
Ο Δον Ζουάν των χίλιων και τριών κομητών
Χωρίς να σαλέψει απο τη γη
Γυρεύει νέες δυνάμεις
Και σοβαρεύεται με τα φαντάσματα
Τόσοι κόσμοι ξεχνιούνται
Ποιοί να 'ναι οι μεγάλοι λησμονητές
Ποιός λοιπόν θα μας κάνει να ξεχάσουμε τούτο ή εκείνο
το κομμάτι του κόσμου
Πού είναι ο Χριστόφορος Κολόμβος που του οφείλουμε
τη λησμονιά μιας ηπείρου
Να χάσω
Όμως να χάσω αληθινά
Για να 'ρθει ξάφνου το εύρημα
Να χάσω
Τη ζωή για να βρω τη Νίκη
(Μετ. Τάκης Σινόπουλος)
Η γέφυρα του Μιραμπώ
Σε συμφωνία με την γέφυρα του Mirabeau ρέει ο Σηκουάνας
Μαζί και η αγάπη μας
Ανακαλώντας στην μνήμη την χαρά
θυμάμαι πως ακολουθεί παντοτινά τον πόνο
Αφήστε τη νύχτα να ηχεί καθώς σημαίνει η μέρα
Περνούν οι μέρες κι επιστροφή δεν έχουν
Τα χέρια προσκολλούνται σε χέρια
τα πρόσωπα ενώνουν πρόσωπα
ενώ κάτω απ' την γέφυρα
περνά κουρασμένο το αιώνιο κύμα
με την Αγάπη οπλισμένη ορμητικό νερό
Αφήστε τη νύχτα να ηχεί καθώς σημαίνει η μέρα
Περνούν οι μέρες κι επιστροφή δεν έχουν
Ο έρωτας περνάει σαν βιαστικό νερό
Η αγάπη διαβαίνει
αργά όπως διαβαίνει η ζωή
σκληρή σαν την ελπίδα
Αφήστε τη νύχτα να ηχεί καθώς σημαίνει η μέρα
Περνούν οι μέρες κι επιστροφή δεν έχουν
Αναπολώ τις ήμερες που περνούν
και τις βδομάδες που χάνονται
Μήτε ο χαμένος χρόνος
μήτε ο έρωτας που πέρασε επιστροφή έχουν
Σε συμφωνία με την γέφυρα του Mirabeau ρέει ο Σηκουάνας
Η νύχτα πέφτει ηχηρή καθώς σημαίνει η μέρα
οι μέρες περνούν κι επιστροφή δεν έχουν
(Μετ. Ματθαίος Ματθαιάδης)
Δευτέρα 24 Νοεμβρίου 2014
τις ατέλειωτες πλούσιες φυλλωσιές του δάσους...
Έ. Χ. Γονατάς
To δάσος
Ανεβαίνοντας το λόφο αντίκρισα στον ορίζοντα τις ατέλειωτες πλούσιες φυλλωσιές του δάσους, που τις λίκνιζε ο άνεμος. Δεν ένιωσα όμως καμιά δροσιά στην ψυχή μου. Φτάνοντας στην κορφή παρατήρησα πως ο λόφος κι από την άλλη μεριά ήταν ολότελα γυμνός. Σ' όλη την έκταση γύρω ούτε ένας κορμός δέντρου. Μόνο στον ουρανό πλέανε αθόρυβα τα φύλλα, τα αμέτρητα πράσινα φύλλα πού είχα δει από μακριά, σα δίχτυα κρεμασμένα πάνω απ' τα κεφάλια μας. Τρέμανε όλα μαζί στον αέρα, μα δε σκόρπιζαν, όπως τ' αστέρια, μ' όλο πού κανένα κλαδί, κανένα κοτσάνι δεν τα βαστούσε.
Δεν κρατήθηκα. "Και πώς ξεκουράζονται εκεί τα πουλιά;", είπα.
"Σ' αυτά τα δέντρα έρχονται μόνο οι σκιές των πουλιών να καθίσουν", μου εξήγησαν ήσυχα με μια φωνή οι δύο άγνωστοι που με συντροφεύαν.
"Ναί. Βλέπω", φώναξα. "Κοπάδια πουλιά κουρνιάζουν στα φυλλώματα χωρίς τα κορμιά τους".
Οι σύντροφοι μου κοιτάχτηκαν μ' απορία.
"Εσύ ποιός είσαι που μπορείς και τα βλέπεις;", γυρίζει και μου λέει ανήσυχος ο ένας. Πριν προλάβω ν' απαντήσω, σκύβει στον διπλανό του και τους ακούω που ψιθυρίζουν:
"Πώς βρέθηκε αυτός μαζί μας; Για δώσ' μου τον κατάλογο να ρίξω μιά ματιά".
"Δεν τον έχω απάνω μου. Μα τί τον ρωτάς; Αφού είδε, δικός μας θα 'ναι κι αυτός. Σ' τό 'χω ξαναπεί, να κλείνεις καλά όταν βγαίνεις".
Για πρώτη φορά τους πρόσεξα καλύτερα, τυλιγμένους στο λεπτό μενεξεδί φως του δειλινού. Φορούσαν τα ίδια ρούχα, τα ίδια πουκάμισα, τις ίδιες άσπρες γραβάτες και τα χλωμά τους πρόσωπα με το μικρό μαύρο μουστάκι ήταν ολόιδια.
"Είσαστε δίδυμοι;", τους ρώτησα.
Δε μ' απάντησαν. Έστησαν μπρος μου έναν μεγάλο καθρέφτη. Κοιτάχτηκα κι είδα πως φορούσα κι εγώ τα ίδια ρούχα, την ίδια γραβάτα και πως το πρόσωπο μου, αγνώριστο, κατακίτρινο, ήταν ίδιο κι απαράλλαχτο με το δικό τους.
Η καμπάνα σήμανε μακριά. Με πήραν απ' το χέρι κι αρχίσαμε να κατεβαίνουμε αμίλητοι τη χωματένια σκάλα. Ψηλά από πάνω μας φαινότανε ο ουρανός σκούρος γαλάζιος, στολισμένος με τα πρώτα αστέρια. Άνοιξαν τη φαρδιά καγκελόπορτα και μ' έσπρωξαν σ' έναν απέραντο κήπο, γεμάτον άσπρους στρογγυλούς βράχους. Πουθενά δε φαίνονταν λουλούδια. Μονάχα πρασινάδες. Όμως μιά γνώριμη άχνα ανέβαινε μέσα απ' τη γη, μεθυστική σα λιβάνι.
Σάββατο 22 Νοεμβρίου 2014
δεν ξέρουν τί χρώμα έχει ο ουρανός...
κρυμμένο μένει το φεγγάρι
πότε πίσω από δέντρα
πότε πίσω από θηρία
πότε πίσω από σύννεφα...
Γιάννης Σταύρου, Θεσσαλονίκη των χρωμάτων, λάδι σε καμβά
Μίλτος Σαχτούρης
Ο ποιητής
Σα θα με βρούνε πάνω στο ξύλο του θανάτου μου
γύρω θά 'χει κοκκινίσει πέρα για πέρα ο ουρανός
μιά υποψία θάλασσας θα υπάρχει
κι έν' άσπρο πουλί, από πάνω, θ' απαγγέλλει μέσα
σ' ένα τρομακτικό τώρα σκοτάδι, τα τραγούδια μου.
Η φεγγαράδα
Από αίμα πουλιών πλημμυρισμένο
κρυμμένο μένει το φεγγάρι
πότε πίσω από δέντρα
πότε πίσω από θηρία
πότε πίσω από σύννεφα
με θόρυβο που ξεκουφαίνει τα φτερά αγγέλων
κάτι θέλουν να πουν κάτι σημαίνει
είναι ακόμα καλοκαίρι
όμως μιά μυρωδιά από θειάφι φράζει το χειμώνα
δεν έχει ούτε καρέκλα να καθίσεις
και οι καρέκλες έφυγαν στον ουρανό
Οι απομείναντες
Όμως υπάρχουν ακόμα
λίγοι άνθρωποι
που δεν είναι κόλαση
η ζωή τους
υπάρχει το μικρό πουλί ο κιτρινολαίμης
η Fraülein Ramser
και πάντοτε του ήλιου οι απομείναντες
οι ερωτευμένοι με ήλιο ή με φεγγάρι
ψάξε καλά
βρες τους, Ποιητή!
κατάγραψέ τους προσεχτικά
γιατί όσο παν και λιγοστεύουν
λιγοστεύουν
Αστεροσκοπείο
Διαρρήχτες του ήλιου
δεν είδαν ποτέ τους πράσινο κλωνάρι
δεν άγγιξαν φλογισμένο στόμα
δεν ξέρουν τί χρώμα έχει ο ουρανός
Σε σκοτεινά δωμάτια κλεισμένοι
δεν ξέρουν αν θα πεθάνουν
παραμονεύουν
με μαύρες μάσκες και βαριά τηλεσκόπια
με τ' άστρα στην τσέπη τους βρωμισμένα με ψίχουλα
με τις πέτρες τών δειλών στα χέρια
παραμονεύουν σ' άλλους πλανήτες το φως
Να πεθάνουν
Να κριθεί κάθε Άνοιξη από τη χαρά της
από το χρώμα του το κάθε λουλούδι
από το χάδι του το κάθε χέρι
απ' τ' ανατρίχιασμα του το κάθε φιλί
Πέμπτη 25 Σεπτεμβρίου 2014
να ζητώ μιαν ησυχία χαμένη...
και σιωπηλά, σαν τα βιβλία, το φως της μέρας κλείνει,
να ‘ρχομαι, πάλι, να ζητώ μιαν ησυχία χαμένη,
σαν μιαν ελεημοσύνη!..
Γιάννης Σταύρου, Λαδάδικα, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)
Ναπολέων Λαπαθιώτης
Φθινόπωρο σ’ αγάπησα
Φθινόπωρο σ’ αγάπησα, την ώρα που τα φύλλα
πέφτουν, κι αφήνουν τα κλαριά γυμνά για το χειμώνα,
που βιάζονται τα δειλινά, κι είναι τα ρόδα μήλα,
- κι είναι τα βράδια μόνα…
Και τώρα στέκω και ρωτώ: Ποια μοίρα, και ποια μπόρα,
καθώς τραβούσα, μοναχός, το δρόμο της αβύσσου,
παράξενα κι ανέλπιστα, να μ’ έχει φέρει, τώρα,
ζητιάνο στην αυλή σου;…
Κι όταν το γιόμα χάνεται, κι η νύχτα κατεβαίνει,
και σιωπηλά, σαν τα βιβλία, το φως της μέρας κλείνει,
να ‘ρχομαι, πάλι, να ζητώ μιαν ησυχία χαμένη,
σαν μιαν ελεημοσύνη!
Σ’ αγάπησα φθινόπωρο, την ώρα που τα φύλλα
πέφτουν, κι αφήνουν τα κλαριά, κι είναι τα βράδια μόνα…
Μ’ αλήθεια να σ’ αγάπησα – ή μην είν’ η ανατριχίλα
του ερχόμενου χειμώνα;
Τρίτη 26 Αυγούστου 2014
μέσ’ στο νωθρό παράξενο φεγγάρι...
Γιάννης Σταύρου, Ύδρα στο φως του φεγγαριού, λάδι σε καμβά
Ναπολέων Λαπαθιώτης
Φεγγάρι…
Μέσ’ στην απαλοτάτη νύχτα, μέσ’ στο νωθρό πελώριο φεγγάρι, που τ΄ άστρα ήσαν άστιλπνα και λιγοθυμισμένα, η παρεούλα είχε παρμένη την κιθάρα της, και θέλησε να πλανηθεί στην τύχη· πρόβαλε αργά κατηφορίζοντας, πέρα, απ΄ τη Σχολή των Ευελπίδων, κι έστριψε, και τράβηξε προς τη Λεωφόρον Αλεξάνδρας. Μέσ’ στο γαλάζο φόντο του βραδιού, ήταν χυμένη μια αλλόκοτη σιωπή, σαν και τα πράγματα όλα να ήταν ποτισμένα μυστηριώδη φίλτρα, σαν αφιόνια, και να καραδοκούσαν κάποια λύτρωση, κάποιο παυσώδυνο βαθύ, τελειωτικό. Εδώ – εκεί περνούσαν κι άλλες παρεούλες, κορίτσια σφιχταγκαλιασμένα ένα με τ΄ άλλο, παιδιά μ΄ ένα κρυφό φιλί στα χείλη, και μ΄ ασημένια μέτωπα στιλπνά· κι όλ’ οι άνθρωποι ήταν σα να κολυμπούσαν στο φεγγάρι, καθώς τα ψάρια μέσ’ στη γυάλα, και να εκινούντο ρυθμικά κι αυτόματα, χωρίς αυθυπαρξία, σαν η συνείδησή τους να ήτανε, κι αυτή, φευγάτη ή κοιμισμένη…
Η παρέα τράβηξε καταμεσίς του δρόμου, μέσ’ στα ράγια, κι έφτασε ως μια μάντρα, κι έκατσε να πιει, να μερακλώσει…
Ήταν Σαββατόβραδο, που τα τελεμένα τα κορμιά ζητάν ανάπαψη, και τα ρογιασμένα δάχτυλα ξεχνάν τους κόπους, και θυμούνται την αγάπη… Και καθώς ήταν έτσι το φεγγάρι ολάργυρο, σα νόμισμα φρεσκοκομμένο (είχαν απόψε πάρει τη βδομάδα), κάθησαν γύρω στο τραπέζι, και μάζωξαν του κόσμου τις καρέκλες, και ξαπλωθήκαν, χέρια και πόδια μπερδεμένα, ψαθάκια, καβουράκια πεταμένα, μαλλιά αφηνιασμένα, μαύρα τσουλούφια, κυματιστά κι εβένινα…
Το παιδί έτρεξε ναν τα περιποιηθεί, κι άπλωσε μια πετσέτα στο τραπέζι.
- Πούσαι, φέρε μας ένα κατοσταράκι στα τέσσερα, και κάνα μεζέ…
- Ψητό, σαλάμι, αυγά της ώρας; Μας φέραν σήμερα και φέτα, πούναι μεγαλείο!
- Γεια σου! φέρε μας φέτα, κάνε μας και καμπόσα αυγά τηγανητά… Πούσαι! και ψωμί…
- Αμέσως! να σας κόψω και καμιά ντοματοσαλατίτσα;…
- Μπράβο! Είσαι θεός, αδερφούλη… Και κάνε σύντομα…
Κι η παρέα απλώθηκε, τεντώθηκε, κουλουριάστηκε, έσκασε στα γέλια, είπε αστεία, καλαμπούρισε, τσακώθηκε, βλαστήμησε, κι ύστερα αρχίνησε να τσαγγρουνίζει την κιθάρα:
Ταμ, τιμ, τιμ – ταμ, τιμ, τιμ – ταμ, τιμ, τιμ…
...Σιγά σιγά, το τραγούδι φούντωσε, δυνάμωσε και υψώθη συμπαγές μέσ’ στο φεγγάρι· οι συμπυκνωμένες νεανικές φωνές αρμονίσθηκαν, εμπλέχτηκαν, παντρεύτηκαν όλες μαζί, και τίναξαν τη φλογερήν επίκλησή τους, προς το κατάπληκτο κι επιεικές φεγγάρι…
Άλλος είχε βάνει το καπέλο του στραβά, κι άλλος πίσω, κι έλαμπε το μέτωπό του, – κι άλλος είχε βγαλμένο το σακάκι, και τόχε στον ώμο του ριγμένο· κι όλοι τραγουδούσανε μαζί:
νταμ! ντουμ! ντουμπαντουμπαντούμ!
στο διάβολο να πας,
κι εσύ και η μαμάκα σου,
κι ο λάγιος που αγαπάς…
...Και η νύχτα έπαιρνε το τραγούδι με τα γαλανά, τα οπάλινα χέρια της, και το τοποθετούσε στην καρδιά της· και τα μάτια των άστρων έτρεχαν αόρατα δάκρυα μέσ’ στο διάστημα, και πού και πού, κι ένας διάττων απεσπάτο μέσ’ απ’ την οικογένεια των άστρων, σα να μη βαστούσε πλέον, κι αυτοκτονούσε μέσ’ στο χάος σιωπηλά… Κι ο καημός, κι η νοσταλγία, είχαν έτσι πήξει γύρω απ΄ τη μελπόμενη κιθάρα, που κάθε της παλμός, κι ο πλέον ελάχιστος, δημιουργούσε γύρω πλήθος κύκλους, κι έφτανεν ως πέρα, καθώς το πέσιμο μιας στάλας στο νερό…
- Φέρε κρασί! Κρασί…
Και το κρασί εκομίζετο θριαμβευτικά και γιόμιζε σπινθηριστά τα παχυκρύσταλλα ποτήρια, κι οι αναπνοές ήταν ανήσυχες, τα γόνατα λυμένα, κι ένα στήθος πρόβαλλε γυμνό απ΄ τ’ ανοιχτό πουκάμισο, με τ’ αχνό χρώμα της επιθυμίας… Κι η επιθυμία φαινόταν να είχε έτσι κορώσει, κι η σάρκα να ήταν έτσι κεντρισμένη, που το φεγγάρι έγιν’ ένας ασημένιος πόθος, και φλόγισε τη μεθυσμένη νύχτα…
- Κρασί! Κρασί! Κρασί…
Μέσ’ στην απαλοτάτη νύχτα, που τ΄ άστρα ήσαν άστιλπνα και λιγοθυμισμένα, μέσ’ στο νωθρό παράξενο φεγγάρι – το βράδυ εκείνο κι οι άνθρωποι ήταν σχεδόν καλοί.
Παρασκευή 4 Ιουλίου 2014
τὴ νύχτα τὴν ἀστρόφεγγη...
καὶ οἱ ἄνθρωποι θ᾿ ἀκοῦνε
Γιάννης Σταύρου, Νυχτερινό, λάδι σε καμβά
Κώστας Καρυωτάκης
Νύχτα
Εἶναι ἀξημέρωτη νύχτα ἡ ζωή.
Στὶς μεσονύχτιες στράτες περπατᾶνε
ἀποσταμένοι οἱ ἔρωτες
κι οἱ γρίλιες τῶν παράθυρων ἐστάξανε
τὸν πόνο ποὺ κρατᾶνε
Στὶς στέγες ἐκρεμάστη τὸ φεγγάρι
σκυμμένο πρὸς τὰ δάκρυά του
κι ἡ μυρωμένη λύπη τῶν τριαντάφυλλων
τὸ δρόμο της θὰ πάρει
Ὁλόρθο τὸ φανάρι μας σωπαίνει
χλωμὸ καὶ μυστηριώδικο
κι ἡ πόρτα τοῦ σπιτιοῦ μου εἶναι σὰ ν᾿ ἄνοιξε
καὶ λείψανο νὰ βγαίνει.
Σαρκάζει τὸ κρεβάτι τὴ χαρά τους
κι αὐτοὶ λὲν πὼς ἔτριξε·
δὲ λὲν πὼς τὸ κρεβάτι ὁραματίζεται
μελλοντικοὺς θανάτους.
Καὶ κλαῖνε οἱ ἀμανέδες στὶς ταβέρνες
τὴ νύχτα τὴν ἀστρόφεγγη
ποὺ θά ῾πρεπε ἡ ἀγάπη νὰν τὴν ἔπινε
καὶ παίζουν οἱ λατέρνες.
Χυμένες στὰ ποτήρια καρτεροῦνε
οἱ λησμονιὲς γλυκύτατες·
οἱ χίμαιρες τώρα θὰ εἰποῦν τὸ λόγο τους
καὶ οἱ ἄνθρωποι θ᾿ ἀκοῦνε
Καθημερνῶν χαμῶνε κοιμητήρι
τὸ πάρκον ἀνατρίχιασε
τὴν ὥρα ποὺ νεκρὸς κάποιος ἐκίνησε
νὰ πάει στὴ χλόη νὰ γείρει.
Πέμπτη 22 Μαΐου 2014
Όταν οι Θεοί επιθυμούν να μας τιμωρήσουν, απαντούν στις προσευχές μας...
Γιάννης Σταύρου, Νυχτερινή Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά
Όσκαρ Ουάιλντ
Αποφθέγματα
Το κοινό είναι θαυμάσια ανεκτικό. Συγχωρεί τα πάντα εκτός από τη μεγαλοφυία.
Όταν οι Θεοί επιθυμούν να μας τιμωρήσουν, απαντούν στις προσευχές μας.
Τα μεγάλα πάθη είναι προνόμιο των ανθρώπων που δεν έχουν τίποτα να κάνουν.
Περισσότερη από τη μισή σύγχρονη κουλτούρα βασίζεται στο τι κάποιος δεν πρέπει να διαβάζει.
Ναι, είμαι ένας ονειροπόλος. Γιατί ονειροπόλος είναι αυτός που μπορεί να βρει το δρόμο του με το φεγγαρόφωτο, και να δει το χάραμα πριν από τον υπόλοιπο κόσμο.
Η σοβαρότητα είναι το μόνο καταφύγιο του ρηχού.
Αλλά ποια είναι η διαφορά μεταξύ της λογοτεχνίας και της δημοσιογραφίας;...Η δημοσιογραφία δεν μπορεί να διαβαστεί και η λογοτεχνία δεν διαβάζεται. Αυτό είναι όλο.
Είμαστε όλοι μέσα στο βούρκο, όμως μερικοί απο εμάς κοιτάζουμε τ' άστρα.
Είναι λυπηρό να το σκέφτεται κανείς, αλλά η μεγαλοφυΐα διαρκεί περισσότερο από την ομορφιά.
Είναι παράλογο να διαιρεθούν οι άνθρωποι σε καλούς και κακούς. Οι άνθρωποι είναι είτε γοητευτικοί είτε κουραστικοί.
Εκτιμώ τους ανθρώπους περισσότερο από τις αρχές, ενώ δεν υπάρχει τίποτα που να συμπαθώ περισσότερο από τους ανθρώπους χωρίς αρχές.
Εμπειρία είναι το όνομα που ο καθένας δίνει στα λάθη του.
Ένας άνθρωπος δεν μπορεί να είναι και πολύ προσεκτικός στην επιλογή των εχθρών του.
Επιλέγω τους φίλους μου για το γοητευτικό παρουσιαστικό τους, τους γνωστούς μου για τον καλό τους χαρακτήρα και τους εχθρούς μου για την ευφυΐα τους.
Επιθυμώ πάντα να ξέρω τα πάντα για τους νέους φίλους μου, και τίποτα για τους παλιούς.
Έχουμε πραγματικά τα πάντα κοινά με την Αμερική σήμερα εκτός, φυσικά, από τη γλώσσα.
Η απομίμηση είναι ο φόρος που πληρώνει η μετριότητα στην ιδιοφυΐα.
Η εκπαίδευση είναι ένα θαυμαστό πράγμα, αλλά είναι καλό να θυμόμαστε καμιά φορά πως τίποτα που αξίζει να γνωρίσει κανείς μπορεί να διδαχθεί.
Η ζωή είναι ένα πάρα πολύ σημαντικό πράγμα για να μιλήσει κανείς σοβαρα.
Η μόδα είναι μια μορφή ασχήμιας τόσο ανυπόφορη που πρέπει να την αλλάζουμε κάθε έξι μήνες.
Η πίστη είναι για τη συναισθηματική ζωή ό,τι η εγκράτεια για το πνεύμα − μία ομολογία της αποτυχίας και τίποτα περισσότερο.
Η συνέπεια είναι το τελευταίο καταφύγιο του πεζού.
Κάποιος μπαίνει στον πειρασμό να καθορίσει τον άνθρωπο ως λογικό ζώο που χάνει πάντα την ιδιοσυγκρασία του όταν καλείται να ενεργήσει σύμφωνα με τις επιταγές της λογικής.
Κάποιος πρέπει πάντα να παίζει τίμια όταν κάποιος άλλος έχει τις κάρτες που κερδίζουν.
Λίγη ειλικρίνεια είναι επικίνδυνο πράγμα, και πολύ είναι απολύτως μοιραίο.
Μπορώ να αντισταθώ στα πάντα εκτός από τον πειρασμό.
Ο αληθινός φίλος σε μαχαιρώνει από μπροστά.
Ο άνθρωπος πρέπει να επιλέγει προσεκτικά τους εχθρούς του.
Ο μόνος τρόπος για να απαλλαγείς από τον πειρασμό είναι να ενδώσεις σε αυτόν.
Οι άντρες παντρεύονται επειδή έχουν κουραστεί, οι γυναίκες επειδή έχουν περιέργεια, και οι δύο είναι δυσαρεστημένοι.
Οι γέροι πιστεύουν τα πάντα. Οι μεσήλικες υποπτεύονται τα πάντα. Οι νέοι ξέρουν τα πάντα.
Οι νέοι θέλουν να είναι πιστοί και δεν είναι• οι γέροι θέλουν να είναι άπιστοι και δεν μπορούν: αυτό είναι όλο.
Οι περισσότεροι άνθρωποι είναι άλλοι άνθρωποι. Γνώμες κάποιου άλλου είναι οι σκέψεις τους, μίμηση οι ζωές τους, αντιγραφή τα πάθη τους.
Οποιοσδήποτε μπορεί να φτιάξει ιστορία. Μόνο ένας σπουδαίος άντρας μπορεί να τη γράψει.
Όποτε οι άνθρωποι συμφωνούν μαζί μου, αισθάνομαι πάντα πως πρέπει να κάνω λάθος.
Όταν κάποιος είναι ερωτευμένος αρχίζει κοροϊδεύοντας τον εαυτό του και καταλήγει κοροϊδεύοντας τους άλλους.
Ποτέ μην εμπιστεύεσαι τις γυναίκες που λένε την πραγματική τους ηλικία. Αφού μπορούν να πουν αυτό, μπορούν να πουν τα πάντα.
Σκέφτομαι ότι ο Θεός στη δημιουργία του ανθρώπου υπερεκτίμησε κάπως τις δυνατότητές του.
Στη σημερινή εποχή οι άνθρωποι γνωρίζουν την τιμή όλων των πραγμάτων αλλά αγνοούν την αξία τους.
Συγχωρείτε πάντα τούς εχθρούς σας τίποτα δεν τους ενοχλεί περισσότερο.
Συμπαθώ τα πρόσωπα πιο πολύ από τις αρχές, και συμπαθώ τα πρόσωπα χωρίς αρχές περισσότερο από οτιδήποτε στον κόσμο.
Τα βιβλία που ο κόσμος αποκαλεί ανήθικα είναι τα βιβλία που δείχνουν στον κόσμο τη δική του αισχρότητα.
Τα περισσότερα σύγχρονα ημερολόγια χαλούν τη γλυκιά απλότητα των ζωών μας με την υπενθύμιση ότι κάθε ημέρα που περνά είναι η επέτειος κάποιου εντελώς αδιάφορου γεγονότος.
Τι είναι κυνικός; Ένα άτομο που ξέρει την τιμή όλων και την αξία κανενός.
Το γέλιο δεν είναι κακή αρχή για μια φιλία, και είναι ό,τι καλύτερο για τέλος.
Το κουτσομπολιό είναι γοητευτικό! Η ιστορία είναι εν μέρει κουτσομπολιό.... Αλλά το σκάνδαλο είναι κουτσομπολιό που έγινε βαρετό από την ηθικότητα.
Το να διαφωνήσεις με τα τρία τέταρτα των Βρετανών είναι μια από τις πρώτες προϋποθέσεις της λογικής.
Το πλεονέκτημα των συναισθημάτων είναι ότι μας βγάζουν από την πορεία μας και το πλεονέκτημα της επιστήμης είναι ότι δεν έχει καμία σχέση με τα συναισθήματα.
Τρία πράγματα μισώ στη ζωή: τις ζεστές μπύρες, τον χλιαρό καφέ και τις «κρύες» γυναίκες.
Υπάρχει ένα μόνο πράγμα χειρότερο από το να μιλάνε για σένα κι αυτό είναι να μη μιλάνε για σένα.
Το μόνο καθήκον μας απέναντι στην ιστορία είναι να την ξαναγράψουμε.
Κυριακή 4 Μαΐου 2014
Εἶναι ἀξημέρωτη νύχτα ἡ ζωή...
σκυμμένο πρὸς τὰ δάκρυά του
κι ἡ μυρωμένη λύπη τῶν τριαντάφυλλων
τὸ δρόμο της θὰ πάρει...
Γιάννης Σταύρου, Εργοστάσιο ΦΙΞ, Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά
Κώστας Καρυωτάκης
Νύχτα
Εἶναι ἀξημέρωτη νύχτα ἡ ζωή.
Στὶς μεσονύχτιες στράτες περπατᾶνε
ἀποσταμένοι οἱ ἔρωτες
κι οἱ γρίλιες τῶν παράθυρων ἐστάξανε
τὸν πόνο ποὺ κρατᾶνε
Στὶς στέγες ἐκρεμάστη τὸ φεγγάρι
σκυμμένο πρὸς τὰ δάκρυά του
κι ἡ μυρωμένη λύπη τῶν τριαντάφυλλων
τὸ δρόμο της θὰ πάρει
Ὁλόρθο τὸ φανάρι μας σωπαίνει
χλωμὸ καὶ μυστηριώδικο
κι ἡ πόρτα τοῦ σπιτιοῦ μου εἶναι σὰ ν᾿ ἄνοιξε
καὶ λείψανο νὰ βγαίνει.
Σαρκάζει τὸ κρεβάτι τὴ χαρά τους
κι αὐτοὶ λὲν πὼς ἔτριξε·
δὲ λὲν πὼς τὸ κρεβάτι ὁραματίζεται
μελλοντικοὺς θανάτους.
Καὶ κλαῖνε οἱ ἀμανέδες στὶς ταβέρνες
τὴ νύχτα τὴν ἀστρόφεγγη
ποὺ θά ῾πρεπε ἡ ἀγάπη νὰν τὴν ἔπινε
καὶ παίζουν οἱ λατέρνες.
Χυμένες στὰ ποτήρια καρτεροῦνε
οἱ λησμονιὲς γλυκύτατες·
οἱ χίμαιρες τώρα θὰ εἰποῦν τὸ λόγο τους
καὶ οἱ ἄνθρωποι θ᾿ ἀκοῦνε
Καθημερνῶν χαμῶνε κοιμητήρι
τὸ πάρκον ἀνατρίχιασε
τὴν ὥρα ποὺ νεκρὸς κάποιος ἐκίνησε
νὰ πάει στὴ χλόη νὰ γείρει.
Συλλογή: Ο πόνος του ανθρώπου και των πραγμάτων
Τρίτη 29 Απριλίου 2014
Το γεμάτο φεγγάρι λαμπρό...
με μόνη συντροφιά γυρίζω στο σπίτι μου
τη σκιά μου...
Γιάννης Σταύρου, Θεσσαλονίκη με φεγγάρι, λάδι σε καμβά
Κλασική Ιαπωνική Ποίηση
(μετάφραση Ζ. Δ. Αϊναλής)
Χαϊκού 1568 – 1868
Matsuo Bashο
(1644 – 1694)
Αρρώστησα ταξιδεύοντας,
τα όνειρα μου τώρα πλανώνται
σ’ ένα λειμώνα γυμνό.
Δεν καίει λάδι πια στη λάμπα μου,
ξάπλωσα. Και μες τη νύχτα
να μπαίνει το φεγγάρι απ’ το παράθυρο.
Όπου να ‘ναι θα πεθάνουνε
τα τζιτζίκια. Όσο τ’ ακούμε
δεν το σκεφτόμαστε.
Μιαν αστραπή:
Μες το σκοτάδι αστράφτει
του ερωδιού η κραυγή.
Σ’ ένα κλαρί νεκρό
κάποιο κοράκι στάθηκε
του φθινοπώρου δείλι.
Φεγγάρι ολόγιομο.
Τριγύρω απ’ τη λίμνη όλη τη νύχτα
περιπλανήθηκα.
Τα νερά του καταρράκτη διαυγή.
Μέσα στα κύματα άσπιλα
λάμπει η σελήνη καλοκαιρινή.
Ξύπνα, ξύπνα, φωνάζω,
φίλη μου εσύ μοναχή,
πεταλούδα, που τώρα κοιμήθηκες.
Πρώτη του χειμώνα νεροποντή.
Ο πίθηκος μοιάζει κι αυτός
ένα βρόχινο να ζητάει παλτό.
Yamaguchi Sodο
(1642 – 1716)
Κάτω από τη σελήνη στιλπνή
με μόνη συντροφιά γυρίζω στο σπίτι μου
τη σκιά μου.
Sugiyama Sampu
(1647 – 1732)
Θα τον περιμένουνε τα παιδιά του
όσο ο κορυδαλλός
ανεβαίνει ψηλά!
Ikenishi Gonsui
(1650 – 1722)
Κόπασε του χειμώνα
ο άγριος άνεμος,
μην αφήνοντας πίσω του παρά τον αχό των κυμάτων.
Mukai Kyorai
(1651 – 1704)
Μπείτε! Μπείτε λοιπόν!
Ούρλιαζα, μα συνεχίζαμε να χτυπάμε
τη θύρα σκεπασμένη με χιόνι.
Hattori Ransetsu
(1654 – 1707)
Φθινόπωρο φεγγάρι γεμάτο
έρπουνε οι ατμοί
στην επιφάνεια του νερού.
Enomoto Kikaku
(1661 – 1707)
Στο καπέλο μου
το χιόνι μου φαντάζει λαφρύ
ότι είναι δικό μου.
Έφτασε ο χειμώνας.
Στα σκιάχτρα
κουρνιάζουνε τα κοράκια.
Το γεμάτο φεγγάρι λαμπρό.
Στο ψάθινο δάπεδο, των πεύκων
αντανακλώνται οι σκιές.
Tachibana Hokushi
(1718)
Όλα καήκαν.
Ευτυχώς οι ανθοί
είχαν προλάβει ν’ ανθίσουν.
Ομπρέλες…
Πόσες περάσαν
Τούτη τη βραδιά μες το χιόνι;
Yosa Buson
(1716 – 1783)
Καθ’ όλην τη διάρκεια της μέρας
στου φθινοπώρου τη θάλασσα
η φουσκοθαλασσιά κυματίζει.
Τshima Ryοta
(1718 – 1787)
Κρύβονται
οι πυγολαμπίδες κυνηγημένες
στις ακτίνες του φεγγαριού.
Kobayashi Issa
(1763 – 1827)
Με τι βλέμμα ζηλόφθονο
την πεταλούδα ακολουθεί
στο κλουβί το πουλί!
Suzuki Michihiko
(1757 – 1819)
Ω! υπέροχη, με το χιόνι
όπου παντρεύεται η ομίχλη
και τη σελήνη, αυγή!
Τρίτη 14 Δεκεμβρίου 2010
Σχόλια & ζωγράφοι, Έλληνες ζωγράφοι: πελώρια σύμβολα τα νέφη στον αιθέρα...
πελώρια σύμβολα τα νέφη στον αιθέρα,
και συλλογίζομαι, ποτέ δεν θά ’ρθει η μέρα
με μάγο χέρι τις σκιές τους να ιστορήσω...
Τζον Κητς
Όταν φοβάμαι
Όταν φοβάμαι πιο πολύ πως θα πεθάνω
και θά ’ναι ασύναχτο στο νου το γέννημά μου,
τόμους δεν θά ’χω στοιβαγμένους ώς επάνω,
σιταποθήκες με την ώριμη σοδειά μου·
όταν σε νύχτα αστερωμένη ατενίζω
πελώρια σύμβολα τα νέφη στον αιθέρα,
και συλλογίζομαι, ποτέ δεν θά ’ρθει η μέρα
με μάγο χέρι τις σκιές τους να ιστορήσω·
κι όταν αισθάνομαι πως πια δεν θα σε βλέπω,
ωραίο πλάσμα της στιγμής, σαν παραμύθι
τον έρωτά σου απερίσκεπτα να δρέπω·
τότε, στου κόσμου τη μεγάλη παραλία,
σκέφτομαι μόνος, ώσπου χάνονται στα βύθη
και της αγάπης και της δόξας τα πρωτεία.
(μετάφραση Διονύσης Καψάλης)

John Keats (1795-1821)
John Keats
When I Have Fears
When I have fears that I may cease to be
Before my pen has glean'd my teeming brain,
Before high-piled books, in charactery,
Hold like rich garners the full ripen'd grain;
When I behold, upon the night's starr'd face,
Huge cloudy symbols of a high romance,
And think that I may never live to trace
Their shadows, with the magic hand of chance;
And when I feel, fair creature of an hour,
That I shall never look upon thee more,
Never have relish in the faery power
Of unreflecting love;--then on the shore
Of the wide world I stand alone, and think
Till love and fame to nothingness do sink.
Κυριακή 28 Νοεμβρίου 2010
Σχόλια & ζωγράφοι, Έλληνες ζωγράφοι: Βγαίνει το φεγγάρι...
Βράδυ του Φλέβάρη
Βγαίνει το φεγγάρι.
Στη λεωφόρο είναι ακόμα
μέρα, ένα βράδυ που πέφτει γοργά.
Αδιάφορη νεολαία αγκαλιάζεται σφιχτά·
εκτρέπεται σε ευτελείς στόχους.
Κι είναι η σκέψη
του θανάτου που, στο τέλος, σε βοηθάει να ζήσεις.

Umberto Saba (1883-1957)
Παλιά πόλη
Συχνά, για να γυρίσω σπίτι μου
παίρνω ένα σκοτεινό δρόμο της παλιάς πόλης.
Κίτρινο, σε κάποια λακκούβα με νερό, καθρεφτίζεται
ένα φανάρι και ο δρόμος είναι κατάμεστος.
Εδώ, ανάμεσα στον κόσμο που πάει κι έρχεται
απ’ την ταβέρνα στο σπίτι ή στο μπουρδέλο,
όπου εμπορεύματα κι άνθρωποι είναι τα υπολείμματα
ενός μεγάλου θαλασσινού λιμανιού,
ξαναβρίσκω διαβαίνοντας, το άπειρο
στην ταπεινότητα μέσα.
Εδώ πόρνη και ναύτης, ο γέρος
που βλαστημάει, η γυναίκα που τσακώνεται,
ο δραγόνος που κάθεται στην πιτσερία,
η αναστατωμένη κοπέλα ξετρελαμένη
απ’ τον έρωτα,
είναι όλοι τους πλάσματα της ζωής
και του πόνου –
σαλεύει μέσα τους, όπως σε μένα, ο Κύριος.
Εδώ, με συντροφιά τους ταπεινούς, νιώθω
να γίνεται η σκέψη μου
τόσο αγνότερη, όσο πιο άθλιος είναι ο δρόμος.
Τετάρτη 13 Οκτωβρίου 2010
Σχόλια & ζωγράφοι, ζωγραφική: τα φεγγάρια των ποιητών & των ζωγράφων...
Τα φεγγάρια των ποιητών...
Ένα φεγγάρι πράσινο, μεγάλο,
που λάμπει μες στη νύχτα...
Ναπολέων Λαπαθιώτης
Νυχτερινό
Ένα φεγγάρι πράσινο, μεγάλο,
που λάμπει μες στη νύχτα -τίποτ' άλλο.
Μια φωνή γρικιέται μες στο σάλο
και που σε λίγο παύει -τίποτ' άλλο.
Πέρα μακριά, κάποιο στερνό σινιάλο
του καραβιού που φεύγει -τίποτ' άλλο.
Και μόνον ένα παράπονο μεγάλο
στα βάθη του μυαλού μου. -Τίποτ' άλλο.

Ναπολέων Λαπαθιώτης (1888-1944)
Χειμωνιάτικο τοπίο
Εν' αλλόκοτο φεγγάρι σαν ένα κομμάτι πάγου,
πεθαμένο και στημένο μεσ' στη μέση του πελάγου,
μιά βουβή, μεγάλη ξέρα, πιο γυμνή κι από παλάμη,
μ' ένα γέρικο, θλιμμένο, τραγικό, μικρό καλάμι
κι ένας ίσκιος -ένα κάτι- που δε ξέρω τι έχει χάσει
κι από τότε φέρνει γύρα, μη μπορώντας να 'συχάσει.
Παγωμένο το χαμένο κι όλο φως, εκείνο τρίο,
σιωπούσε κι αγρυπνούσε, μεσ' στη νύχτα, μεσ' στο κρύο...
Εκάτης πάθη
...Απόψε πρόβαλε γυμνή, σα τέρας, η Σελήνη
κι άβυσσος πόθου τη δονεί:
την είδαν όλοι από νωρίς, τις πόρπες της να λύνει,
σα να διψούσεν ηδονή...
Τι να 'δε ξάφνου 'δω στη γη και τόσο το λυμπίστη
που 'χουν με πάθος κρεμαστεί,
σα να 'θελαν να λυτρωθούν, απ' τη παλιά τη πίστη
κι οι δυό της οι νεκροί μαστοί;
Παρθένα, στείρα και βουβή, όμοια με σαλαμάντρα,
στα βάθια βράδυα τ' αττικά.
πως έτσι, απόψε, φρένιασε να σμίξει τρελά μ' άντρα
και φλογερά κι εκστατικά;
...Τι κι αν η νύχτα γέρν' αργά, μεσ' τα πυκνά ερέβη
κι αλλόκοτα μεθούν οι ανθοί;
Στη δύση, 'κείνη μοναχή, που κείτεται και ρεύει,
ζητεί του κάκου να ευφρανθεί...

















