t


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μπαρλάς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μπαρλάς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 9 Οκτωβρίου 2014

Ερημιά...

Στους ερημικούς αυτούς παγετώνες
που βαδίζεις τώρα
οι φωνές των ανθρώπων ακούγονται
ολοένα και πιό μακρυνές...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Μαύρο καράβι, λάδι σε καμβά

Φαίδρος Μπαρλάς
Ωδή του Σεπτεμβρίου

Αυτός ο μήνας πώς την σκάβει την ψυχή.
πώς η αξίνα
χτυπάει αναπάντεχα τις ρίζες,
με το κρυμμένο, πεντακάθαρο νερό.

Δεν είναι σαν την Άνοιξη ο καιρός,
αυτός, ο δροσερά συννεφιασμένος.
αυτός ζητάει πάντα πιο πολλά
και τέτοια που δεν ξέρει να ονομάσει.

Και τούτη η γλύκα μες στο αίμα σαν χυμός
από κατάμαυρο βατόμουρο, σαν πάρει
να σκοτεινιάζει ή άμα βρέξει ξαφνικά.

Πρόσωπα βιαστικά μες τη βροχή,
πολύ πιο έντονα, βαθύτερα από πάντα,
πρόσωπα μες από το θαύμα της βροχής.

Στην παραζάλη του νερού ανακατώνεται
μες στο παρόν όλο βουή το παρελθόν.

Άκου όταν τελειώσει αυτή η βροχή,
μπορείς κατάματα στ' αστέρια να καπνίσεις
την πίπα απ' το παλιό τριανταφυλλόξυλο.

Ή πάλι να χαθείς μεσ' στην πλατεία,
μες στη ζεστή εγκαρδιότητα που έχουν
το πλήθος που βουίζει ο ψίθυρός του,
τα μαγαζιά που ετοιμάζονται να κλείσουν
κι αυτά τα φώτα που δεν στέγνωσαν ακόμη.

Eρημιά

Στους ερημικούς αυτούς παγετώνες
που βαδίζεις τώρα
οι φωνές των ανθρώπων ακούγονται
ολοένα και πιό μακρυνές...

Τι να τα κάνεις τα πρόσωπα τα ξένα
που τ' αποστρέφεσαι
και σ' αποστρέφονται κι αυτά;
Μονάχα ενός Πεπρωμένου
ακολουθεί τα βήματά σου ένα προς ένα
στυγνό κι αδιάφορο άλλοτε το πρόσωπο
κι άλλοτε περιπαιχτικό.....

...Έχω, αδελφέ μου, μια πίκρα
που ταιριάζει πολύ με την δική σου΄
όμως
αν στην φωνάξω, δεν θα καταλάβεις
όπως
κ' εγώ δεν θα την καταλάβω
την δική σου...

Τετάρτη 11 Δεκεμβρίου 2013

οι λεοπαρδάλεις αφέντες στην πόλη μας...

Αὐτὸς – καταλήξαμε- – εἶναι ὁ τρόπος
γιὰ ν’ ἀντιμετωπίζη κανεὶς τὶς λεοπαρδάλεις•
καὶ τὸν μαθαίνουμε τώρα καὶ στὰ παιδιά μας,
γιὰ νὰ τὸν μάθουν κι αὐτὰ
στὰ παιδιὰ τῶν παιδιῶν τους:
νὰ τὰ μάθουν ν’ ἀγαποῦν τὶς λεοπαρδάλεις,
νὰ σέβωνται τὶς λεοπαρδάλεις,
νὰ ταΐζουνε τὶς λεοπαρδάλεις,
ἀφοῦ γιὰ πάντα, ὅπως ξέρουμε, θάναι –
ἔξω ἀπὸ κακὸ ἢ ἀρρώστεια! –
οἱ λεοπαρδάλεις ἀφέντες στὴν πόλη μας...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Περίοδος Έντο, Ιαπωνία, 1860
  
Φαίδρος Μπαρλάς

Οι λεοπαρδάλεις

Τρυπώσαμε ὅλοι στὰ σπίτια μας ἔντρομοι
ὅταν φάνηκαν οἱ λεοπαρδάλεις στὴν πόλη.
Ἀγριεμμένες, διψασμένες γιὰ αἷμα, κοιτάζανε
μὲ μάτι θολὸ τὶς κατάκλειστες πόρτες -
μὴ ξεμυτίση κανένας, νὰ τὸν ξεσκίσουν.
Σιγὰ-σιγὰ ὅμως,
θέλεις τὸ κρέας –
πού κρεμότανε ἄφθονο στὰ τσιγκέλια
τῶν παρατημένων κρεοπωλείων
καὶ καταπράυνε τὴν ἀρχαία,
τὴν ἀχόρταγη πεῖνα τους –
θέλεις οἱ ὡραῖες λιακάδες τῆς πόλης μας –
πού τὶς χαιρόντουσαν, χουζουρεύοντας,
ξάπλα στὴ μέση τῶν ἔρημων δρόμων –,
οἱ λεοπαρδάλεις ἀρχίσανε,
ὅσο νάναι, νὰ ἡμερεύουν.
Ξεθαρρέψανε κάνας-δύο, τὶς πλησιάσανε,
τὶς ταΐσανε μὲ λιχουδιές, ποὺ φυλάγαν,
γιὰ τέτοιες ὧρες ἀνάγκης, στὸ σπίτι.
Οἱ λεοπαρδάλεις τὶς φάγανε -
γλείψαν καὶ τὸ μουσούδι τους,
τεντωθήκανε.
«Φανερό», εἶπε κάποιος,
«δὲν θὰ φᾶνε κ’ ἐμᾶς, ἅμα ξέρουν
πῶς θὰ τοὺς ρίχνουμε λιχουδιές.»
Ἔτσι, σὲ λίγο καιρό, ξεθαρρέψαμε ὅλοι•
ἀνοίξαμε πόρτες καὶ παράθυρα διάπλατα,
κυκλοφορούσαμε στοὺς δρόμους καὶ στὶς πλατεῖες,
ἄνθρωποι καὶ λεοπαρδάλεις ἀνάκατα.
Ἀπ’ τὸ τομάρι πιὰ μόνο μᾶς ξεχώριζες.
Βέβαια, παραμερίζαμε μὲ σέβας στὸ διάβα τους,
τοὺς προσφέραμε τὰ καλύτερα κρέατα,
τὶς ἐκλεκτότερες ποικιλίες ἀλλαντικῶν,
δηλώναμε, φωναχτά, ὁ ἕνας στὸν ἄλλο,
πῶς ὡραιότερα ζῶα ἀπὸ αὐτά,
ποῦ ἡ παρουσία τοὺς τιμοῦσε τὴν πόλη μας,
δὲν εἴχαμε ξαναδῆ στὴ ζωή μας!.
Μερικοί, μία φορά, παραπαίρνοντας θάρρος,
καθὼς βλέπανε τὶς λεοπαρδάλεις νὰ μπαταλεύουν –
ἀπ’ τὸ πολὺ φαΐ ποὺ τοὺς ρίχναμε,
τὴ λιακάδα, τὴν ξάπλα καὶ τὸ χουζούρι –
φαντάστηκαν πὼς θάταν βολετὸ νὰ τὶς διώξουν.
Μὰ οἱ λεοπαρδάλεις τοὺς κάνανε χίλια κομμάτια,
πρὶν προλάβουν ν’ ἁπλώσουν χέρι ἀπάνω τους.
Ἀπὸ τότε, τὸ βάλαμε καλὰ στὸ μυαλό μας,
τὸ τυπώσαμε σ’ ὅλα τὰ βιβλία ζωολογίας,
τὸ ἀποστηθίζουμε κάθε μέρα σὰν προσευχή:
«Δὲν πειράζουν οἱ λεοπαρδάλεις,
ἂν δὲν τίς πειράξης•
μὴν τὶς πειράζης,
γιὰ νὰ μὴ σέ πειράξουν.»
Ὅλοι πιά, πρόθυμα κ’ εὐσυνείδητα, τὶς ταΐζουμε,
πρόθυμα κ’ εὐσυνείδητά τους φέρνουμε λιχουδιὲς -
κι ὅσοι ἔχουνε χέρι ἁπαλὸ κι ἐπιδέξιο
τοὺς χαϊδεύουν τὴ ράχη ἢ τὸ μουσούδι.
Κ’ οἱ λεοπαρδάλεις – ποιὸς θὰ τὸ πίστευε; -
τρίβονται λιγωμένες ἀπάνω τους,
ἀφήνοντας μικρὰ μουγκρητὰ εὐχαρίστησης.
Αὐτὸς – καταλήξαμε- – εἶναι ὁ τρόπος
γιὰ ν’ ἀντιμετωπίζη κανεὶς τὶς λεοπαρδάλεις•
καὶ τὸν μαθαίνουμε τώρα καὶ στὰ παιδιά μας,
γιὰ νὰ τὸν μάθουν κι αὐτὰ
στὰ παιδιὰ τῶν παιδιῶν τους:
νὰ τὰ μάθουν ν’ ἀγαποῦν τὶς λεοπαρδάλεις,
νὰ σέβωνται τὶς λεοπαρδάλεις,
νὰ ταΐζουνε τὶς λεοπαρδάλεις,
ἀφοῦ γιὰ πάντα, ὅπως ξέρουμε, θάναι –
ἔξω ἀπὸ κακὸ ἢ ἀρρώστεια! –
οἱ λεοπαρδάλεις ἀφέντες στὴν πόλη μας.