t


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ρίλκε. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ρίλκε. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 13 Σεπτεμβρίου 2017

Νοσταλγία

Αυτό είναι η νοσταλγία : να κατοικείς στο κύμα
και να μην έχεις πατρίδα μες στον χρόνο...


https://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Νυχτερινή Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά

Ράινερ Μαρία Ρίλκε
Νοσταλγία

Αυτό είναι η νοσταλγία : να κατοικείς στο κύμα
και να μην έχεις πατρίδα μες στον χρόνο.
Κ’ οι επιθυμίες αυτό ‘ναι : σιγαλή ομιλία
Της αιωνιότητας με καθημερινές ώρες.

Κ’ η ζωή ΄ναι αυτό : ώσπου από ένα χτες
να βγει η μοναχικότερη απ’ όλες τις ώρες ώρα,
που διαφορετικά απ’ τις άλλες αδερφές της
γελά και μπρος στο αιώνιο μόνο, θα σωπάσει

Δευτέρα 4 Σεπτεμβρίου 2017

και πάντα αποχαιρετούμε...

Ποιός, λοιπον, έτσι μας έστρεψε, ώστε
ό,τι κι αν κάνουμε, παίρνουμε τη στάση κάποιου
που όλο αναχωρεί; Όπως κι εκείνος πάνω
στον τελευταίο λόφο, απ' όπου όλη του την κοιλάδα μπορεί
γι' ακόμη μια φορά να δεί, όλο πισωγυρνά, σταματά κι αργοπορεί...


https://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Κυριακάτικος περίπατος, Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά

Ράινερ Μαρία Ρίλκε
Η Όγδοη Ελεγεία
(ΕΛΕΓΕΙΕΣ ΤΟΥ ΝΤΟΥΪΝΟ)
αφιερωμένη στον Rudolf Kassner

Με όλα τα μάτια τους βλέπουν τα πλάσματα
το Ανοικτό. Καί μόνο τα δικά μας μάτια
λές κι είναι ανάποδα,στραμμένα στόν εαυτό τους,
σάν παγίδες τριγύρω στην ελεύθερη έξοδό τους.
'Ο,τι υπάρχει έξω εκεί το γνωρίζουμε μόνο
από του ζώου την όψη. Αφού ήδη το μίκρο παιδί
το αναγκάζουμε απ' την άλλη να στραφεί, ώστε να βλέπει
πίσω τον κόσμο των μορφών κι όχι να κοιτάζει το Ανοικτό,
τόσο βαθύ που φαίνεται στων ζώων την όψη. Ελεύθερο απο θάνατο.
Αυτόν μονόν εμείς βλέπουμε. Ενώ το ελεύθερο ζώο
έχει διαρκώς πίσω του τη φθορά και μπρός του τον Θεό
κι όταν προχωρεί, τότε προχωρεί αιώνια
έτσι καθώς τρέχουν κι οι πήγες.
Εμείς ποτέ δεν έχουμε, ούτε για μια μονάχα μέρα,
τον αγνό Χώρο μπροστά μας, εκεί όπου τα λουλούδια
ατέλειωτα φυτρώνουν. Γιά μας υπάρχει πάντα Κόσμος
και ποτέ το Πουθενά το δίχως 'Αρνηση: το Αγνό,
το Αφύλακτο, πού το ανασαίνουμε κι απέραντα το γνωρίζουμε
κι έτσι δεν το ποθούμε. Σάν παιδί χάνεται κάποιος μέσα σ' Αυτού
τον θηλασμό και συνταράζεται. Ή κι ένας άλλος πεθαινει

και γίνεται Αυτό.

Γιατί κοντά στον θάνατο, τον θάνατο πιά δεν βλέπεις,
στο Έξω προσηλώνεσαι, ίσως με το μεγάλο των ζώων βλέμμα.
Οι Εραστές, άν έλειπε ο ένας απ' τους δυό τους, που αλλοιώνει
για τον άλλον τη θέα, κοντά του βρίσκονται και απορούν...
Γιατί, σάν απο λάθος, προβάλλει γι' αυτούς το Ανοικτό

πίσω απ' τον εραστή τους... Ομως πέρα και πίσω απ' αυτόν
κανείς τους δεν προχωρεί κι έτσι ξανά όλα τού γίνονται Κόσμος.
Στραμμένοι πάντα πρός την Πλάση, βλέπουμε μόνον επάνω της
το αντικαθρέφτισμα του Ελεύθερου
σκοτεινιασμένου απο μας. Είτε και ότι ένα ζώο
βουβό το βλέμμα του σηκώνει κι ήρεμα μ' αυτό μας διαπερνά.
Αυτό είναι η μοίρα: αντικρυστά να στέκεσαι,
τιποτε έξω απ' αυτό και πάντα αντικρυστά.

Άν μια συνείδηση όμοια με τη δική μας
υπήρχε μές στο βέβαιο ζώο, που μπροστά μας διαβαίνει
προς κατεύθυνση άλλη - τότε θα μας στροβίλιζε
με τις μεταβολές του. Κι όμως για το ίδιο
η ύπαρξή του είναι απέραντη, ασύλληπτη, δίχως βλέμμα
για την κατάσταση του, αγνή όπως και η ματιά του.
Κι όπου εμείς βλέπουμε μέλλον, αυτό βλέπει το Πάν,
τον εαυτό του μές στο Πάν για πάντα λυτρωμένον.

Κι όμως μέσα στο ζεστό κι άγρυπνο ζώο
υπάρχει το βάρος και η έγνοια μιας θλίψης μεγάλης.
Γιατί και σ' αυτό μένει πάντα προσκολλημένο
ό,τι κι εμάς συχνά καταβάλλει: η Ανάμνηση,
σαν να 'ταν κιόλας κάποτε αυτό που λαχταρούμε
πιό κοντά μας, πιο πιστό, απέραντα ενωμένο τρυφερά
μαζί μας. Εδώ είναι όλα Απόσταση
κι εκεί ήταν Ανάσα. Έτσι, μετά την πρώτη του πατρίδα
στο ζώο φαντάζει αυτή η δεύτερη θύελλες γεμάτη και ανέμους.
Ώ ευδαιμονία του μικρού πλάσματος, αφού πάντα
παραμένει μέσα στη μήτρα που το κυοφόρησε.
Ώ τύχη καλή του κουνουπιού, που συνεχίζει εντός του
να σκιρτά, ακόμη κι όταν ζευγαρώνει! Γιατί η μήτρα είναι το Πάν.
Δές, τη μισή εκείνη σιγουριά μες στο πουλί,
που σχεδόν ξέρει και τα δύο μέρη της καταγωγής του,
λες κι είναι η ψυχή ενός απο εκείνους τους νεκρούς Ετρούσκους,
που τον δέχτηκε ένας χώρος, σκεπασμένος όμως
με τη γνωστή ξαπλωμένη μορφή για κάλυμμα.
Και πόσο σαστίζει ένα που πρέπει να πετάξει
και προέρχεται απο μια μήτρα. Σαν απ' τον ίδιο τον εαυτό του
τρομαγμένο, σπαρταρά και ξεσχίζει τον αέρα,
οπως πάει κι η ραγισματιά πάνω στο φλιτζάνι. Παρόμοια
και της νυχτερίδας το ίχνος χαράζει την πορσελάνη της νύχτας.
Κι εμείς: παντού και πάντοτε θεατές,
στραμμένοι προς τα πάντα, ποτέ προς τα έξω!
Το παν μας κατακλύζει. Το βάζουμε σε τάξη - διαλύεται.
Το ξαναβάζουμε σε τάξη - διαλυόμαστε εμείς.

Ποιός, λοιπον, έτσι μας έστρεψε, ώστε
ό,τι κι αν κάνουμε, παίρνουμε τη στάση κάποιου
που όλο αναχωρεί; Όπως κι εκείνος πάνω
στον τελευταίο λόφο, απ' όπου όλη του την κοιλάδα μπορεί
γι' ακόμη μια φορά να δεί, όλο πισωγυρνά, σταματά κι αργοπορεί -
έτσι κι εμείς ζούμε και πάντα αποχαιρετούμε.

(μετ. Δ.Γκότση)

Πέμπτη 29 Δεκεμβρίου 2016

ο δημιουργός πρέπει νά ’ναι ολόκληρος ένας κόσμος για τον εαυτό του...

Βυθιστείτε στον εαυτό σας, ψάξτε στα βάθη απ’ όπου πηγάζει η ζωή σας. Εκεί θα βρείτε την απόκριση στο ρώτημα: πρέπει να δημιουργείτε; Δεχτείτε την, όπως θ’ αντηχήσει, χωρίς να γυρέψετε το νόημά της. Ίσως βγει πως η Τέχνη σάς καλεί...

https://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Στο κύμα, λάδι σε καμβά

Μαρία Ρίλκε
Γράμματα σ’ ένα νέο ποιητή
(αποσπάσματα)

.. Καταφρονήστε τον ίδιο τον εαυτό σας, που δεν είναι αρκετά ποιητής και δεν μπορεί να καλέσει κοντά του τα πλούτη της. Για το δημιουργό δεν υπάρχει φτώχεια, ούτε φτωχοί κι αδιάφοροι τόποι. Και μέσα σε φυλακή ακόμα αν ήσαστε κλεισμένος, κι οι τοίχοι της δεν αφήνανε τους ήχους του κόσμου να φτάσουν ως εσάς – δεν θα σας έμεναν, ωστόσο, αμόλευτα μέσα σας, τα παιδικά σας χρόνια, ο ακριβός, βασιλικός τούτος πλούτος, ο θησαυρός αυτός των αναμνήσεων; Γυρίστε κατά κει το νου σας. Πασχίστε ν’ ανασύρετε, απ’ το βυθό αυτών των περασμένων, τις βουλιαγμένες εντυπώσεις. Η προσωπικότητά σας θα δυναμωθεί, η μοναξιά σας δεν θά ’ναι πια άδεια και θα σας γίνει ένα καταφύγιο ονείρου, όπου κανένας θόρυβος απ’ έξω δεν θα φτάνει. Κι αν από τούτη την επιστροφή στον εαυτό σας, από τούτη την καταβύθισή στο δικό σας κόσμο, στίχοι ξεπηδήσουν, δεν θα σκεφτείτε να ρωτήσετε τους άλλους αν είναι καλοί στίχοι. Κι ούτε θ’ αποζητήσετε να ενδιαφερθούν τα περιοδικά γι’ αυτούς: οι στίχοι σας δεν θά ’ναι, για σας, παρά ένα αγαπημένο φυσικό σας χάρισμα, ένα κομμάτι κι ένας φθόγγος απ’ τη ζωή σας.

.. Αν ίσως η καθημερινότητά σας σάς φαίνεται φτωχή, μην την καταφρονήσετε. Καταφρονήστε τον ίδιο τον εαυτό σας, που δεν είναι αρκετά ποιητής και δεν μπορεί να καλέσει κοντά του τα πλούτη της. Ένα έργο τέχνης είναι άξιο μόνο σαν ξεπηδάει από μιαν ανάγκη. Για να το κρίνεις, πρέπει να δεις ποια είν’ η πηγή του. Γι’ αυτό, φίλε Κύριε, δεν μπορώ να σας δώσω παρά τούτη μόνο τη συμβουλή: βυθιστείτε στον εαυτό σας, ψάξτε στα βάθη απ’ όπου πηγάζει η ζωή σας. Εκεί θα βρείτε την απόκριση στο ρώτημα: πρέπει να δημιουργείτε; Δεχτείτε την, όπως θ’ αντηχήσει, χωρίς να γυρέψετε το νόημά της. Ίσως βγει πως η Τέχνη σάς καλεί. Τότε, αγκαλιάστε αυτήν τη μοίρα, κρατήστε τη για πάντα απάνω σας, μ’ όλο το βάρος και το μεγαλείο της, χωρίς ποτέ ν’ αποζητήσετε καμιάν αμοιβή απ’ έξω. Γιατί ο δημιουργός πρέπει νά ’ναι ολόκληρος ένας κόσμος για τον εαυτό του, να βρίσκει τα πάντα στον εαυτό του και στη Φύση, που μαζί της είναι δεμένος...

Σάββατο 14 Μαΐου 2016

φεγγάρι μόνο και τίποτε άλλο…

στριμώχνεται στη φρίκη μιας νύχτας
γεμάτης πανσέληνο,
φεγγάρι μόνο και τίποτε άλλο…


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Θεσσαλονίκη των χρωμάτων, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Ράινερ Μαρία Ρίλκε
Νύχτα της πόλης καλοκαιρινή

Το γκρίζο του βραδιού στη γη πυκνώνει,
κι είναι πια νύχτα ό,τι σαν πέπλος
κρύος τις Λατέρνες ζώνει.
Μ’ απροσδιόριστα ξάφνου, Λίγο ψηλότερα,
ο άδειος κι ανάλαφρος πύρινος τοίχος
οπίσθιου δώματος,
στριμώχνεται στη φρίκη μιας νύχτας
γεμάτης πανσέληνο,
φεγγάρι μόνο και τίποτε άλλο…

Ψηλά τότε μια απλωσιά
γλυστρά παραπέρα,
αλώβητη- καλά φυλαγμένη,
και τα παράθυρα παντού στα πλευρά
ακατοίκητα φαίνονται και λευκά.

Άνθρωποι μέσα στη νύχτα

Οι νύχτες δεν γίνηκαν για το πλήθος.
Από τον γείτονα σου η νύχτα σε χωρίζει,
να τον ζητάς γι’ αυτό δεν πρέπει.
Κι αν νύχτα φως στην κάμαρά σου ανάψεις,
ανθρώπους καταπρόσωπο για να κοιτάξεις,
έτσι και ποιον θα δεις, στοχάσου.

Παραμορφώθηκαν οι άνθρωποι τρομερά
από το φως που απ’ τα πρόσωπά τους στάζει,
κι αν νύχτα όλοι τους μαζί βρεθούνε,
έναν κόσμο κλονισμένο θα κοιτούσες
σ’ άτακτο πυκνό μπουλούκι.
Στα μέτωπά τους χλωμή λάμψη
έχει εκτοπίσει κάθε σκέψη,
στα βλέμματά τους το κρασί αχνοτρέμει,
κι από τα χέρια τους κρέμεται η βαριά
χειρονομία, που τους επιτρέπει
στις συνομιλίες να καταλαβαίνονται.

Και λεν ολοένα: Εγώ κι εγώ
Κι εννοούν: τον καθένα.

(μετ. Ανδρέας Πετρίδης)

Πέμπτη 17 Δεκεμβρίου 2015

καλύτερα την κούκλα...

Πότε χειμερινά θα ‘σαστε, ω δέντρα της ζωής;
Δεν ομονοούμε. Ειδοποιημένοι δεν είμαστε σαν τα πουλιά που αποδημούν.
Ξεπερασμένοι κι αργοπορεμένα φορτωνόμαστε, ξάφνου, στους ανέμους και πέφτουμε ξανά σ’ απαθές έλος...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Μαύρα πεύκα στο Μαρούσι, λάδι σε καμβά

Ράινερ Μαρία Ρίλκε
Επίλογος

Ο θάνατος είναι μεγάλος.
Είμαστε δικοί του
κι όταν γελούμε.
Κι εκεί που θαρρούμε
πως η ζωή μας ζώνει
τολμά να κλάψει εντός μας.

Οι Ελεγείες του Ντουίνο
Τέταρτη Ελεγεία
(απόσπασμα)

Πότε χειμερινά θα ‘σαστε, ω δέντρα της ζωής;
Δεν ομονοούμε. Ειδοποιημένοι δεν είμαστε σαν τα πουλιά που αποδημούν.
Ξεπερασμένοι κι αργοπορεμένα φορτωνόμαστε, ξάφνου, στους ανέμους και πέφτουμε ξανά σ’ απαθές έλος.
Την άνθηση, το μαρασμό, την ίδια γνωρίζουμε στιγμή. Και κάπου ακόμη διαβαίνουνε λιοντάρια και καμιάν, όσο είναι μεγαλόπρεπα, δεν ξέρουν αδυναμία.
Μα εμείς, ενώ μονάχα, σ’ Ένα προσηλωνόμαστε, ενός άλλου νιώθουμε κιόλας την αξία. Κι αυτό, που πιο πολύ κοντά μας, βρίσκεται, είναι η εχθρότητα.
Μη, τάχα, δε σκοντάβουν αδιάκοπα, ο ένας μες στον άλλον, οι Ερωτευμένοι, στα όρια του, ενώ ‘χαν ο ένας στον άλλο υποσχεθεί έναν χώρο μεγάλο, και κυνήγι, και πατρίδα;
Τότε, για μιας στιγμής σχεδιάγραμμα, κουραστικά, ετοιμάζεται, ένα βάθος από αντίθεση, μόνο για να το δούμε: γιατί ‘ναι όλοι πολύ σαφείς μαζί μας.Της αίσθησης το διάγραμμα αγνοούμε εκτός ό,τι τη σχηματίζει απ’ έξω μόνο.
Ποιος δεν έχει καθίσει φοβισμένος μπρος στην αυλαία, της καρδιάς του; Υψώθη: παρουσιάστηκε σκηνή αποχαιρετισμού. Να το εννοήσεις εύκολο.
Ο γνωστός κήπος λικνιζόταν αργά: τότε ήρθε μόνο ο χορευτής.
Όχι, ΑΥΤΟΣ. Αρκετά. Μ’ ανάλαφρα όσο κι αν εκινήθη, είναι μασκαρεμένος και γίνεται ένας αστός και στο σπίτι του μπαίνει απ’ την κουζίνα.
Δε θέλω αυτές τις μισογεμισμένες προσωπίδες, –καλύτερα την κούκλα.
Είναι γεμάτη εκείνη. Ν’ ανεχθώ μπορώ το καύκαλό της και το σύρμα και το, εξωτερικό όλο, πρόσωπό της. Εδώ. Στέκω ακριβώς μπροστά. Τα φώτα κι αν ακόμη σβηστούνε, κι αν ακόμη μου πούνε: δεν υπάρχει τίποτε άλλο–, κι αν ακόμη από τη σκηνή προβάλέι το κενό με το γκρι ρεύμα του αγέρα, κι αν ακόμη δεν κάθεται κοντά μου από τους σιωπηλούς προγόνους μου ένας, μηδέ γυναίκα κι ούτε καν το αγόρι με το καφέ, το αλλήθωρο του μάτι: εγώ, όμως, μένω. Θέαμα, πάντα υπάρχει.

(μετ. Άρης Δικταίος)

Δευτέρα 3 Αυγούστου 2015

Γιατί πουθενά στάση δεν υπάρχει...

Όχι Άγγελον, όχι άνθρωπον, ακόμη και τα ζώα με το ένστικτο το νιώθουν πως ασφαλείς δεν είμαστε στο σπίτι μας, σε τούτον τον κόσμον που μυστικό δεν του έχει μείνει. Ίσως ακόμη, καθημερνά για να το βλέπουμε, κάποιο δεντράκι, μας μένει στην πλαγιά, κι ο χτεσινός, μας μένει δρόμος, μας μένει κι η ξεπερασμένη πίστη μιας συνήθειας...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Περίπατος στον Υμηττό. λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Ράινερ Μαρία Ρίλκε
Οι Ελεγείες του Ντουίνο

Η πρώτη ελεγεία
(αποσπάσματα)

Ποιος, αν κραύγαζα, θα μ’ άκουγε τάχα απ’ των Αγγέλων τα Τάγματα;
κι αν ένας μ’ έσφιγγεν ακόμα, ξαφνικά πάνω στην καρδιά του,
θα διαλυόμουν κάτω από την δυνατώτερη ύπαρξη του.
Γιατί, η Ομορφιά, δεν είναι παρά η αρχή του Τρομερού, που μόλις μπορούμε να υποφέρουμε και τη θαυμάζουμε μόνο γιατί δεν στέργει να μας καταστρέψει.

Κάθε Άγγελος τρομερός είναι. Κι έτσι κρατιέμαι, τότε, και σκοτεινού λυγμού πνίγω την καλεστική κραυγή μέσα μου.
Αχ! Ποιόν μπορούμε να έχουμε ανάγκη, τάχα;
Όχι Άγγελον, όχι άνθρωπον, ακόμη και τα ζώα με το ένστικτο το νιώθουν πως ασφαλείς δεν είμαστε στο σπίτι μας, σε τούτον τον κόσμον που μυστικό δεν του έχει μείνει. Ίσως ακόμη, καθημερνά για να το βλέπουμε, κάποιο δεντράκι, μας μένει στην πλαγιά, κι ο χτεσινός, μας μένει δρόμος, μας μένει κι η ξεπερασμένη πίστη μιας συνήθειας που κοντά μας της άρεσε κι έτσι έμεινε και δεν μας αφήκε.

Ω! κι η νύχτα ακόμη, η νύχτα, όταν ο άνεμος πλημμυρισμένος από άπειρο, στο πρόσωπο μας δέρνει, η νύχτα, η λαχταρισμένη νύχτα, η ήρεμα απογοητευμένη που κοπιαστική θα ‘ναι στην ήρεμη καρδιά, σε ποιόν δε θα έμενε;
*
Γιατί πουθενά στάση δεν υπάρχει.

Φωνές, φωνές! Άκου, καρδιά μου, όπως, άλλοτε, μόνον Άγιοι, ακούγανε:
Από το χώμα για να τους σηκώσει η γιγαντένια κραυγή , αλλ’ εκείνοι μένανε γονατισμένοι , απίθανοι, μακρυνοί, και δεν προσέχαν:
ΕΤΣΙ έμεναν, ακούγοντας.
Όχι πως του θεού θα μπορούσες τη φωνή να υποφέρεις, κάθε άλλο.
Αλλ’ ό,τι πνέει ακρουμάσου, άκου την άπαυτη, που από σιωπή σαρκώνεται, αγγελία.
Από τους νέους αυτούς νεκρούς, ένας ψίθυρος έρχεται σε σένα.
Εκεί που πάντοτε έμπαινες, στις εκκλησίες της Ρώμης και της Νάπολης, δε σου μίλησε το πεπρωμένο τους γαλήνια;
Ή τάχα μια επιγραφή ανάγλυφη δε σου επιβλήθηκε, όπως, τώρα στερνά, η πλάκα εκείνη στη Σάντα Μαρία Φορμόζα;
Τι ζητούν από μένα ; Σιγά-σιγά θα πρέπει ν’ αφαιρέσω της αδικίας τα’ ομοίωμα που κάποτε, των πνευμάτων τους λίγο την αγνή κίνηση εμποδίζει.
Βέβαια, είναι παράξενο στη γή πια να μην κατοικείς,
Συνήθειες, που μόλις τις έμαθες, πια να μην έχεις, σε ρόδα και σε πράγματα άλλα, που όλα μια υπόσχεση ήταν, την σημασία ανθρώπινου μέλλοντος πια να μη δίνεις:
κι αυτό που υπήρξες, μέσα στην ατελεύτητη αγωνία των χεριών, πια να μην είσαι·
και τ’ όνομα το δικό σου, σαν ένα σπασμένο παιγνίδι να το εγκαταλείψεις...

(Μετ. Άρης Δικταίος)

Δευτέρα 3 Ιουνίου 2013

βαρύς και σα δεμένος να πηγαίνεις...

Γιάννης Σταύρου, Σχινιάς, λάδι σε καμβά

Ράινερ Μαρία Ρίλκε

Ο κύκνος

Ο μόχθος, μέσα απ’ ό,τι δεν έγινεν ακόμα,
βαρύς και σα δεμένος να πηγαίνεις,
μοιάζει με του κύκνου τ’ άπλαστο βήμα.
Κι ο θάνατος, τούτο το ασύλληπτο ακόμη
κάθε αιτίας, που πάνω του στεκόμαστε καθημερινά,
στο φοβισμένο χαμήλωμα του μοιάζει
στα νερά πάνω που το δέχονται γαλήνια
και που, σαν μακάρια και σαν περασμένα,
κάτω του, κύμα το κύμα, αποτραβιούνται,
ενώ αυτός, άπειρα βέβαιος άπειρα γαλήνιος,
πάντα πιο γνωστικός και πιο βασιλικός
και πιο ατάραχος, καταδέχεται να φεύγει.

Μετ. Άρης Αλεξάνδρου