t


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες

Παρασκευή, 28 Φεβρουαρίου 2014

Ακόμα κι η νύχτα σου μοιάζει,
η μακρινή νύχτα που κλαίει
βουβά, βαθιά στην καρδιά,
και τ΄ άστρα περνούν κουρασμένα...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Σε σκέψεις, λάδι σε καμβά 

Τσέζαρε Παβέζε

Το πρωί γυρίζεις πάντα

Η πρώτη αχτίδα της αυγής

ανασαίνει με το στόμα σου
στο βάθος των έρημων δρόμων.
Γκρίζο φως τα μάτια σου
γλυκές σταγόνες της αυγής
πάνω στους σκοτεινούς λόφους.
Το βήμα σου κι η αναπνοή σου
πλημμυρίζουν τα σπίτια
σαν τον άνεμο της αυγής.
Η πόλη ριγεί,
ευωδιάζουν οι πέτρες -
είσαι η ζωή, το ξύπνημα.

Άστρο χαμένο
στο φως της αυγής
ψίθυρος αύρας ,
θαλπωρή, ανάσα -
τελείωσε η νύχτα.

Είσαι το φως και το πρωί.


Στην C απο τον C..

Εσύ,
κατάστικτο χαμόγελο
στο παγωμένο χιόνι -
του Μάρτη άνεμε,
μπαλέτο κλαδιών
που χορεύουν στο χιόνι,
στενάζεις κι αστράφτουν
τα μικρά σου " όχι  "  -
λευκόποδη ελαφίνα
χαριτωμένη,
θα μπορούσα να μάθω
ακόμα
τη διαβατική χάρη
όλων των ημερών σου
την αιθέρια δαντέλα
όλων των δρόμων σου -
το αύριο είναι παγωμένο
κάτω στον κάμπο -
εσύ, κατάστικτο χαμόγελο,
εσύ, γέλιο αστραφτερό.


Τη νύχτα που κοιμήθηκες

Ακόμα κι η νύχτα σου μοιάζει,
η μακρινή νύχτα που κλαίει
βουβά, βαθιά στην καρδιά,
και τ΄ άστρα περνούν κουρασμένα.
Κάποιο μάγουλο αγγίζει άλλο μάγουλο -
είναι ένα παγωμένο ρίγος, κάποιος
παλεύει, σ' ικετεύει, μόνος,
χαμένος μέσα σου, μέσα στον πυρετό σου.

Η νύχτα υποφέρει, λαχταρά την αυγή,
φτωχή καρδιά που τρέμεις.
Ω , κλειστό πρόσωπο, σκοτεινή αγωνία,
πυρετέ που πικραίνεις τ' αστέρια,
υπάρχει κάποιος που σαν κι εσένα
   λαχταρά την αυγή
γυρεύοντας το πρόσωπο σου στη σιωπή.
Απλώθηκες κάτω απ' τη νύχτα
σαν ένας κλειστός, πεθαμένος ορίζοντας
Φτωχή καρδιά που τρέμεις,
κάποτε ήσουν η αυγή.

Τελευταίο μπλουζ,
για να διαβαστεί κάποια μέρα 

Ήταν μόνο ένα φλέρτ,
το 'ξερες αυτό -
κάποιος πληγώθηκε
εδώ και καιρό.

Όλα είναι ίδια
κι ο χρόνος διαβαίνει -
Μια μέρα γεννιέσαι,
μια μέρα πεθαίνεις.

Eδώ και καιρό
κάποιος πέθανε -
κάποιος προσπάθησε,
μα δεν έμαθε.


Μετάφραση, Σωτήρης Τριβιζάς

Τρίτη, 25 Φεβρουαρίου 2014

Ρένος: Ο καιρός μας είναι ριζικά αντιπνευματικός...

Από τη σειρά, Ρένος, Ζ του Κενταύρου
Ο καιρός μας είναι ριζικά αντιπνευματικός. 
Είν' εξωστρεφής! Οι ρυθμοί επιτάσσονται, υπαγορεύονται ακριβώς απ' αυτό πουν' η επιφάνεια της ζωής - όχι το βάθος μας. Αλλ' ο χρόνος της πρόσληψης της πνευματικής είναι όλως άλλος απ' τους χρόνους του καιρού μας. Κι αυτός είναι ο ριζικός λόγος της έκπτωσης της καλλιέργειας και της Παιδείας...Όταν οδηγής σα γκάνγκστερ δε μπορής μετά να πης: "Και τώρα διαβάζω Κάλβο!"...

Ρένος, Ζ του Κενταύρου
Νεοελληνική Ποίηση
Καβάφης - Καρυωτάκης

Σχόλια - Γενική επιμέλεια, Ήρκος & Στάντης Αποστολίδης
ΤΑ ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ, 2014

Η σειρά των Κενταύρων ξεκινάει με την έκδοση των σεμιναρίων του Ρένου Αποστολίδη για νέους δημοσιογράφους της ΕΣΗΕΑ

Ο τίτλος: γιατί μ α θ ή μ α τ α συνιστούν, κι ο Κένταυρος ήταν ο μυθικός μύστης προς τ' ανώτερα, που ο Ρένος τον είχε σύμβολο σε κάμποσα κείμενά του, μα και για να θυμίζη η Γενική αυτή τους μακρινούς αστερισμούς, μιας κι όσα λέγονταιτόσο διαφορετικά είν' απ' τα συνηθισμένα, ώστε μοιάζουν απ' άλλο άστρο...

Περισσότερα: Ιστοσελίδα για τον Ρένο Αποστολίδη

Παρασκευή, 21 Φεβρουαρίου 2014

τὴν ὥρα ποὺ μετροῦσα τὴν ἀγωνία τους...

Ἀφοῦ κάθε δωμάτιο εἶναι καὶ μιὰ ἀνοιχτὴ πληγὴ
πῶς νὰ κατέβω πάλι σκάλες ποὺ θρυμματίζονται
ἀνάμεσα ἀπ᾿ τὸ βοῦρκο πάλι καὶ τ᾿ ἄγρια σκυλιὰ...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Θερμαϊκός, λάδι σε καμβά

Μίλτος Σαχτούρης

Ο σωτήρας

Μετρῶ στὰ δάχτυλα τῶν κομμένων χεριῶν μου
τὶς ὦρες ποὺ πλανιέμαι στὰ δώματα αὐτὰ τ᾿ ἀνέμου
δὲν ἔχω ἄλλα χέρια ἀγάπη μου κι οἱ πόρτες
δὲ θέλουνε νὰ κλείσουν κι οἱ σκύλοι εἶναι ἀνένδοτοι

Μὲ τὰ γυμνά μου πόδια βουτηγμένα στὰ βρώμια αὐτὰ νερὰ
μὲ τὴ γυμνὴ καρδιά μου ἀναζητῶ (ὄχι γιὰ μένα)
ἕνα γαλανὸ παράθυρο
πῶς χτίσανε τόσα δωμάτια τόσα βιβλία τραγικὰ
δίχως μιὰ χαραμάδα φῶς
δίχως μιὰ ἀναπνοὴ ὀξυγόνου
γιὰ τὸν ἄρρωστο ἀναγνώστη

Ἀφοῦ κάθε δωμάτιο εἶναι καὶ μιὰ ἀνοιχτὴ πληγὴ
πῶς νὰ κατέβω πάλι σκάλες ποὺ θρυμματίζονται
ἀνάμεσα ἀπ᾿ τὸ βοῦρκο πάλι καὶ τ᾿ ἄγρια σκυλιὰ
νὰ φέρω φάρμακα καὶ ρόδινες γάζες
κι ἂν βρῶ τὸ φαρμακεῖο κλειστὸ
κι ἂν βρῶ πεθαμένο τὸ φαρμακοποιὸ
κι ἂν βρῶ τῇ γυμνὴ καρδιά μου στὴ βιτρίνα τοῦ φαρμακείου

Ὄχι ὄχι τέλειωσε δὲν ὑπάρχει σωτηρία

Θὰ μείνουν τὰ δωμάτια ὅπως εἶναι
μὲ τὸν ἄνεμο καὶ τὰ καλάμια του
μὲ τὰ συντρίμια τῶν γυάλινων προσώπων ποὺ βογγᾶνε
μὲ τὴν ἄχρωμη αἱμορραγία τους
μὲ χέρια πορσελάνης ποὺ ἁπλώνονται σὲ μένα
μὲ τὴν ἀσυχώρετη λησμονιὰ

Ξέχασαν τὰ δικά μου σάρκινα χέρια ποὺ κόπηκαν
τὴν ὥρα ποὺ μετροῦσα τὴν ἀγωνία τους

Τετάρτη, 19 Φεβρουαρίου 2014

οι πλούσιοι και οι κλοσάρ είναι τα παράσιτα του Φτωχού...

 Έτσι προχωρεί η ανθρωπότητα: με κάποιους πλούσιους, με κάποιους ζητιάνους, - και με όλους τους φτωχούς της...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Άνθρωπος και δέντρο, λάδι σε καμβά

Εμίλ Σιοράν

Η θέση του φτωχού

Ιδιοκτήτες και επαίτες: δύο κατηγορίες που αντιτίθενται σε κάθε αλλαγή, σε κάθε ανανεωτική ρήξη. Τοποθετημένοι στα δύο άκρα της κοινωνικής κλίμακας, τρέμουν κάθε αλλαγή επί καλώ ή επί κακώ: είναι εξίσου ριζωμένοι, οι μεν στην αφθονία, οι άλλοι στην ένδεια. Ανάμεσά τους - ανώνυμος μόχθος, θεμέλιο της κοινωνίας - τοποθετούνται εκείνοι που δρουν, υποφέρουν, εγκαρτερούν και καλλιεργούν τον παραλογισμό της ελπίδας. Το Κράτος τρέφεται από την αναιμία τους· η ιδέα του πολίτη χωρίς αυτούς δεν θα είχε περιεχόμενο και πραγματικότητα, όπως δεν θα είχε και η πολυτέλεια και η ελεημοσύνη: οι πλούσιοι και οι κλοσάρ είναι τα παράσιτα του Φτωχού.

Αν υπάρχουν χίλια φάρμακα για την αθλιότητα, για τη φτώχεια δεν υπάρχει κανένα. Πώς να βοηθήσουμε εκείνους που εμμένουν να μην πεθάνουν της πείνας; Ούτε κι ο θεός δεν θα μπορούσε να βελτιώσει την τύχη τους. Ανάμεσα στους ευνοημένους της τύχης και τους κουρελήδες κυκλοφορούν αυτοί οι αξιότιμοι πειναλέοι, θύματα του λούσου και των κουρελιών, λεηλατημένοι από εκείνους που, επειδή τρέμουν το μόχθο, εγκαθίστανται, ανάλογα με την τύχη ή την κλίση τους, στο σαλόνι ή στο δρόμο. Έτσι προχωρεί η ανθρωπότητα: με κάποιους πλούσιους, με κάποιους ζητιάνους, - και με όλους τους φτωχούς της...


Εμίλ Σιοράν, Εγκόλπιο Ανασκολοπισμού, Μετ. Κωστής Παπαγιώργης
Εκδόσεις Εξαντας

Τρίτη, 18 Φεβρουαρίου 2014

Δίκαιο & Ισχύς

Θουκυδίδης
Διάλογος Αθηναίων-Μηλίων

(Θουκυδίδου Συγγραφή, 5ο βιβλίο, κεφ. 84-116)
Μάρτιος 416 π.Χ.

http://yannisstavrou.blogspot.com

84.  Το επόμενο καλοκαίρι ο Αλκιβιάδης έφτασε στο Άργος με είκοσι καράβια κι έπιασε όσους Αργείους θεωρούνταν ακόμη ύποπτοι και άνθρωποι των Λακεδαιμονίων, τριακόσιους άντρες, και οι Αθηναίοι τους απόθεσαν για ασφάλεια στα κοντινά νησιά, σε όσα εξουσίαζαν. Εκστρατεύσανε επίσης οι Αθηναίοι εναντίο της Μήλου με τριάντα δικά τους καράβια, έξι Χιώτικα και δυό Λεσβιακά, και με χίλιους διακόσιους οπλίτες τριακόσιους τοξότες και είκοσι ιπποτοξότες Αθηναίους, και περίπου χίλιους πεντακόσιους οπλίτες συμμάχους νησιώτες. 
Οι Μήλιοι είναι άποικοι των Λακεδαιμονίων και δεν ήθελαν να γίνουν υπήκοοι των Αθηναίων, όπως οι άλλοι νησιώτες στην αρχή κράτησαν ουδετερότητα κι έμεναν ήσυχοι, έπειτα, όταν οι Αθηναίοι μεταχειρίζονταν βία εναντίο τους στρατοπέδευσαν στη γή τους, έφτασαν σε ανοιχτό πόλεμο. Όταν λοιπόν τηγοί Κλεομήδης του Λυκομήδη και Τεισίας του Τεισιμάχου, και πριν τα διαπραγματεύσεις. Τους πρέσβεις αυτούς οι Μήλιοι δεν τους παρουσίασαν στη συνέλευση του λαού, αλλά τους κάλεσαν να πουν αυτά για τα οποία είχαν έρθει στους άρχοντες και τους πρόκριτους. Οι Αθηναίοι πρέσβεις είπαν στην ουσία τα εξής:

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Δειλινό στην Ακρόπολη, λάδι σε καμβά

85.  «Επειδή οι προτάσεις μας δεν θα γίνουν προς τον λαό, για να μην εξαπατηθή το πλήθος ακούοντάς μας να εκθέτωμε, σε μια συνεχή αγόρευση, επιχειρήματα ελκυστικά και ανεξέλεγκτα (γιατί καταλαβαίνομε πως αυτό το νόημα έχει το ότι μας φέρατε μπροστά στους λίγους), σεις οι συγκεντρωμένοι εδώ κάμετε κάτι ακόμη πιο σίγουρο. Μην μας απαντάτε και σεις μ’ ένα συνεχή λόγο, αλλά σε κάθε σημείο που νομίζετε πως δεν μιλάμε όπως είναι το συμφέρον σας, να μας σταματάτε και να λέτε τη γνώμη σας. Και πρώτα πρώτα πήτε μας αν συμφωνήτε μ’ όσα προτείνομε».

86.  Οι αντιπρόσωποι των Μηλίων αποκρίθηκαν: «Την καλή σας ιδέα να δώσωμε μεταξύ μας με ησυχία εξηγήσεις δεν την κατακρίνομε, οι πολεμικές όμως ετοιμασίες που δεν είναι μελλοντικές , αλλά παρούσες ήδη, βρίσκονται σε φανερή αντίθεση με την πρότασή σας αυτή. Γιατί βλέπομε ότι έχετε ρθεί σεις οι ίδιοι δικαστές για όσα πρόκειται να ειπωθούν και ότι στο τέλος της συζητήσεως, σύμφωνα με κάθε πιθανότητα, θα φέρη σε μας πόλεμο, αν υπερισχύσωμε εξαιτίας του δίκιού μας και γι’ αυτό αρνηθούμε να υποχωρήσουμε, δουλεία αν πειστούμε».

87.  ΑΘ. Αν ήρθατε σ’ αυτή τη συνεδρίαση για να κάμετε εικασίες για τα μελλούμενα ή για τίποτε άλλο, κι όχι, απ’ την τωρινή κατάσταση κι απ’ όσα βλέπετε, να σκεφτήτε για τη σωτηρία της πολιτείας σας, μπορούμε να σταματήσωμε, αν όμως γι’ αυτό, μπορούμε να συνεχίσωμε.

88.  ΜΗΛ. Είναι φυσικό και συχωριέται, στη θέση που βρισκόμαστε, να πηγαίνη ο νους μας σε πολλά, κι επιχειρήματα και σκέψεις. Αναγνωρίζομε ότι η σημερινή συνάντηση γίνεται βέβαια για τη σωτηρία μας, κι η συζήτηση, αν το νομίζετε σωστό, ας γίνη με τον τρόπο που προτείνετε.

89.  ΑΘ. Κι εμείς λοιπόν δεν θα πούμε με ωραίες φράσεις μακρούς λόγους, που δεν πρόκειται να σας πείσουν, ή ότι δίκαια έχομε την ηγεμονία σας, επειδή νικήσαμε τους Πέρσες, ή ότι τώρα εκστρατεύομε εναντίο σας, επειδή αδικιόμαστε, κι από σας ζητούμε να μην νομίσετε πως θα μας πείσετε λέγοντας ή ότι, ενώ είστε άποικοι των Λακεδαιμονίων, δεν πήρατε μέρος στον πόλεμο στο πλευρό τους ή ότι δεν μας κάματε κανένα κακό έχομε την απαίτηση να επιδιώξωμε πιο πολύ να επιτύχωμε τα δυνατά απ’ όσα κι οι δυό μας αληθινά έχομε στο νού μας, αφού ξέρετε όταν υπάρχη ίση δύναμη για την επιβολή του, κι ότι, όταν αυτό δεν συμβαίνη, οι δυνατοί κάνουν όσα τους επιτρέπει η δύναμή τους κι οι αδύναμοι υποχωρούν κι αποδέχονται.

90.  ΜΗΛ. Όπως εμείς τουλάχιστο νομίζομε, είναι χρήσιμο (ανάγκη να μιλάμε γι’ αυτό, επειδή εσείς τέτοια βάση βάλατε στη συζήτησή μας, να αφήσωμε κατά μέρος το δίκαιο και να μιλάμε για το συμφέρο) να μην καταργήσετε σεις αυτό το κοινό καλό, αλλά να υπάρχουν, γι’ αυτόν που κάθε φορά βρίσκεται σε κίνδυνο, τα εύλογα και τα δίκαια και να ωφελήται κάπως αν πείση, έστω κι αν τα επιχειρήματά του δεν βρίσκονται μέσα στα πλαίσια του αυστηρού δικαίου. Κι αυτό δεν είναι σε σας λιγώτερο συμφέρον από ότι σε μας, γιατί, αν νικηθήτε, θα μπορούσατε να γενήτε παράδειγμα στους άλλους για να σας επιβάλουν την πιο μεγάλη τιμωρία.

91.  ΑΘ.  Εμείς για το τέλος της ηγεμονίας μας, αν αυτή θα καταλυθή κάποτε, δεν ανησυχούμε γιατί δεν είναι επικίνδυνοι στους νικημένους όσοι, όπως οι Λακεδαιμόνιοι, ασκούν ηγεμονία πάνω σ’ άλλους (άλλωστε η αντιδικία μας δεν είναι με τους Λακεδαιμόνιους), αλλά επικίνδυνοι είναι οι υπήκοοι, αν τυχόν αυτοί ξεσηκωθούν και νικήσουν εκείνους που τους εξουσίαζαν. Όσο γι’ αυτό ας μείνη σε μας η φροντίδα να αντιμετωπίσωμε τον κίνδυνο εκείνο όμως που θέλομε τώρα να κάνωμε φανερό σε σας είναι ότι βρισκόμαστε εδώ για το συμφέρον της ηγεμονίας μας και ότι όσα θα πούμε τώρα σκοπό έχουν τη σωτηρία της πολιτείας σας, επειδή θέλομε και χωρίς κόπο να σας εξουσιάσωμε και για το συμφέρον και των δυό μας να σωθήτε.

92.  ΜΗΛ. Και πως  μπορεί να συμβή να είναι ίδια συμφέρο σε μας να γίνωμε δούλοι, όπως σε σας να γίνετε κύριοί μας;

93.  ΑΘ.  Επειδή σεις θα έχετε τη δυνατότητα να υποταχθήτε πρίν να πάθετε τις πιο μεγάλες συφορές, κι εμείς, αν δεν σας καταστρέψωμε, θα έχωμε κέρδος.

94.  ΜΗΛ. Ώστε δεν θα δεχτήτε, μένοντας εμείς ήσυχοι, να είμαστε φίλοι σας αντί εχθροί, σύμμαχοι όμως κανενός απ’ τους δυό σας;

95.  ΑΘ.  Όχι, γιατί δεν μας βλάφτει τόσο η έχθρα σας όσο η φιλία σας  η φιλία σας, στα μάτια των υπηκόων μας, θα ήταν απόδειξη αδυναμίας, ενώ το μίσος σας απόδειξη της δύναμής μας.

96.  ΜΗΛ. Έτσι σκέφτονται οι υπήκοοί σας για το σωστό, ώστε να βάζουν στην ίδια μοίρα εκείνους που δεν έχουν καμμιά φυλετική σχέση μαζί σας κι εκείνους που οι περισσότεροί τους είναι άποικοί σας, μερικοί μάλιστα απ’ αυτούς αποστάτησαν κι υποτάχτηκαν;

97.  ΑΘ.  Ναι, γιατί νομίζουν ότι λόγια που να στηρίζωντα στο δίκαιο δεν λείπουν από κανένα, πιστεύουν όμως πως όσοι διατηρούν την ελευθερία τους το χρωστούν στη δύναμή τους κι ότι εμείς δεν εκστρατεύομε εναντίο τους από φόβο ώστε το να σας υποτάξωμε εκτός που θα αυξαίνε τους υπηκοούς  μας θα μας πρόσφερνε και ασφάλεια, και μάλιστα αν σεις, νησιώτες και πιο αδύναμοι από άλλους, δεν υπερισχύσετε απέναντι μας που είμαστε κυρίαρχοι στη θάλασσα.

98.  ΜΗΛ.  Και δεν νομίζετε ότι υπάρχει ασφάλεια στην πρότασή μας εκείνη; Γιατί κι εδώ πάλι είναι ανάγκη, όπως εσείς μας υποχρεώσατε ν’ αφήσωμε τους δίκαιους λόγους και ζητάτε να μας πείσετε να υπωρήσωμε μπροστά στο δικό σας συμφέρον, έτσι κι εμείς να σας εξηγήσωμε το δικό μας συμφέρο, αν αυτό τυχαίνη να είναι μαζί και δικό σας, και να προσπαθήσωμε να σας πείσωμε. Γιατί πως είναι δυνατό να μην κάμετε εχθρούς σας όσους τώρα είναι ουδέτεροι, όταν αυτοί, βλέποντας τα όσα έγιναν εδώ, πιστέψουν πως κάποτε σεις θα επιτεθήτε αυτούς που είναι τώρα εχθροί σας, κι εκείνους που ποτέ δεν σκέφθηκαν να γίνουν, παρά τη θέλησή τους; να στρέψετε εναντίο σας;

99.  ΑΘ.  Καθόλου, γιατί δεν νομίζουμε ότι είναι πιο επικίνδυνοι για μας που, κατοικώντας κάπου στην στεριά, εξαιτίας της ελευθερίας τους, θ’ αργήσουν πολύ να πάρουν προφυλακτικά μέτρα εναντίο μας, αλλά οι νησιώτες, όσοι, όπως σεις, βρίσκονται κάπου ανεξάρτητοι, κι όσοι είναι κιόλας ερεθισμένοι από τις αναγκαίες πιέσεις της ηγεμονίας μας. Αυτοί λοιπόν, με το να στηριχτούν πολύ στην απερισκεψία, μπορούν να φέρουν, και τον εαυτό τους κι εμάς, σε φανερούς κινδύνους.

100.  ΜΗΛ.  Αν σεις για να μην χάσετε την ηγεμονία σας, κι οι υπήκοοί σας για να απαλλαγούν απ’ αυτήν, αψηφάτε τόσους κινδύνους, φανερό πως εμείς, που είμαστε ακόμη ελεύθεροι, θα δείχναμε μεγάλη ευτέλεια και δειλία αν δεν κάναμε το παν προτού γίνωμε δούλοι.

101.  ΑΘ.  Όχι, αν αποφασίσετε συνετά γιατί δεν αγωνίζεστε με ίσους όρους για να δείξετε την ανδρεία σας, δηλαδή να μην ντροπιαστήτε  πιο πολύ πρόκειται να αποφασίσετε για τη σωτηρία σας, για το να μην αντιστέκεστε στους πολύ πιο δυνατούς σας.

102.  ΜΗΛ.  Ξέρομε όμως πως καμμιά φορά οι τύχες του πολέμου κρίνονται πιο δίκαια, κι όχι ανάλογα με την διαφορά σε πλήθος ανάμεσα στους δυό αντίπαλους και σε μας η άμεση υποχώρηση δεν δίνει καμμιάν ελπίδα, ενώ με το ν’ αγωνιστούμε υπάρχει ακόμη ελπίδα να μείνωμε όρθιοι.

103.  ΑΘ.  Η ελπίδα, παρηγοριά την ώρα του κινδύνου, όσους την έχουν από περίσσια δύναμη κι αν τους βλάψη δεν τους καταστρέφει  όσοι όμως, στηριγμένοι πάνω της, τα παίζουν όλα για όλα (γιατί απ’ τη φύση της είναι σπάταλη), μονάχα όταν αποτύχουν την γνωρίζουν, όταν πιά, για κείνον που έκαμε τη γνωριμία της, δεν έχη απομείνει τίποτε για να το προφυλάξη απ’ αυτήν. Αυτό σεις, αδύναμοι και που η τύχη σας κρίνεται από μια μονάχα κλίση της ζυγαρίας, μην θελήστε να το πάθετε ούτε να μοιάσετε τους πολλούς που, ενώ μπορούν ακόμη να σωθούν με ανθρώπινα μέσα, όταν τους βρούν οι συφορές και τους εγκαταλείψουν οι βέβαιες ελπίδες, καταφεύγουν στις αβέβαιες, τη μαντική και τους χρησμούς και όσα άλλα τέτοια, με τις ελπίδες που δίνουν, φέρνουν στην καταστροφή.

104.   ΜΗΛ. Κι εμείς, το ξέρετε καλά, θεωρούμε πως είναι δύσκολο να αγωνιστούμε εναντίον της δύναμής σας, μαζί κι εναντίον της τύχης, αν αυτή δεν σταθή αμερόληπτη όσο για την τύχη όμως πιστεύομε, ότι δεν θα αξιωθούμε απ’ τους θεούς χειρότερης, γιατί θεοφοβούμενοι εμείς αντιμετωπίζομε άδικους όσο για την δύναμη που δεν έχομε, τις ελλείψεις μας θα τις συμπληρώση η συμμαχία των Λακεδαιμονίων, που είναι αναγκασμένη να μας βοηθήση, αν όχι γι’ άλλο λόγο, τουλάχιστο από φυλετική συγγέννεια κι από ντροπή. Δεν έχομε λοιπόν καθόλου παράλογα τόσο θάρρος.

105.   ΑΘ.  Αλλά κι εμείς νομίζομε πως δεν θα μας λείψη η εύνοια των θεών γιατί δεν ζητούμε και δεν κάνομε τίποτε που να βρίσκεται έξω από ό,τι πιστεύουν οι άνθρωποι για τους θεούς ή θέλουν στις αναμεταξύ τους σχέσεις. Έχομε τη γνώμη για τους θεούς και την βεβαιότητα για τους ανθρώπους, ότι, αναγκασμένοι από έναν φυσικό νόμο, επιβάλλουν πάντα την εξουσία τους όπου είναι πιο δυνατοί. Τον νόμο αυτό ούτε εμείς τον θεσπίσαμε ούτε θεσπισμένο πρώτοι εμείς τον εφαρμόσαμε, αλλά τον βρήκαμε να υπάρχη  και θα τον αφήσωμε να υπάρχη παντοτινά, και τον εφαρμόζομε ξέροντας ότι και σεις και άλλοι, αν αποκτούσατε την ίδια δύναμη με μας, θα κάνατε τα ίδια. Όσο λοιπόν για την εύνοια των θεών, έχομε κάθε λόγο να μην φοβόμαστε ότι θα βρεθούμε σε μειονεκτική θέση. Όσο για την ιδέα σας για τους Λακεδαιμονίους, στην οποία στηρίζετε την πεποίθηση ότι από ντροπή θα σας βοηθήσουν, ενώ μακαρίζομε την αθωότητά σας δεν ζηλεύομε την αφροσύνη σας. Πραγματικά οι Λακεδαιμόνιοι στις μεταξύ τους σχέσεις και στις συνήθειες του τόπου τους δείχνονται πολύ ενάρετοι για τη συμπεριφορά τους όμως απέναντι στους άλλους, μόλο που θα ’χε κανείς πολλά να πη για το πως φέρνονται, θα μπορούσε πολύ καλά να τα συνοψίση αν έλεγε ότι, απ’ όλους τους ανθρώπους που ξέρομε, αυτοί δείχνουν ολοφάνερα ότι θεωρούν τα ευχάριστα έντιμα και τα συμφέροντα δίκαια. Κι αλήθεια η τέτοια νοοτροπία τους δεν είναι καθόλου ευνοική προς τις τωρινές παράλογες ελπίδες σας για σωτηρία.

106.  ΜΗΛ.  Αλλά εμείς γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο έχομε αυτή τη στιγμή πιο πολύ την πεποίθηση ότι οι Λακεδαιμόνιοι, για το συμφέρον το δικό τους, δεν θα θελήσουν να προδώσουν τους Μηλίους, που είναι άποικοί τους, και να φτάσουν να γίνουν αναξιόπιστοι στους φίλους τους Έλληνες κι ωφέλιμοι στους εχθρούς τους.

107.  ΑΘ.  Και δεν νομίζετε ότι το συμφέρον βρίσκεται στην ασφάλεια, ενώ το δίκαιο και το έντιμο κατορθώνονται με κινδύνους, τους οποίους οι Λακεδαιμόνιοι, τις περισσότερες φορές, ελάχιστα αποτολμούν;

108.  ΜΗΛ.  Αλλά νομίζομε ότι και τους κινδύνους για χάρη μας θα αναλάβουν αυτοί πιο πρόθυμα, κι ότι θα θεωρήσουν πως είναι πιο σίγουροι αν για μας κι όχι γι άλλους τους αναλάβαιναν, τόσο γιατί για τις πολεμικές επιχειρήσεις βρισκόμαστε κοντά στην Πελοπόννησο όσο και γιατί στα φρονήματα, εξαιτίας της φυλετικής συγγένειας, είμαστε πιο αξιόπιστοι από άλλους.

109.  ΑΘ.  Εγγύηση γι’ αυτούς που συμπολεμήσουν δεν είναι η φιλική διάθεση αυτών που τους καλούν, αλλά αν υπερέχουν σε πραγματική δύναμη κι αυτό το λογαριάζουν οι Λακεδαιμόνιοι περισσότερο από κάθε άλλον (από έλλειψη άλλωστε εμπιστοσύνης στη δική τους ετοιμασία, μονάχα με πολλούς συμμάχους εκστρατεύουν εναντίον των γειτόνων τους), ώστε δεν φαίνεται πιθανό ότι αυτοί, μ’ εμάς θαλασσοκράτορες, θα στείλουν στρατό σ’ ένα νησί.

110.  ΜΗΛ.  Αλλά θα μπορούσαν να στείλουν κι άλλους κι ακόμη το Κρητικό πέλαγος είναι πλατύ και μες σ’ αυτό είναι πιο δύσκολο οι θαλασσοκράτορες να συλλάβουν παρά αυτοί που θέλουν να ξεφύγουν να σωθούν. Κι αν όμως αποτύχαιναν σ’ αυτό, θα μπορούσαν να στραφούν εναντίον της γής σας κι εναντίον των υπολοίπων συμμάχων σας, σ’ όσους δεν έφτασε ο Βρασίδας και τότε θα ’χετε να αγωνιστήτε όχι για μια χώρα που δεν σας ανήκε ποτέ, αλλά για πράγματα πιο δικά σας, τη συμμαχία σας τη γή σας.

111.  ΑΘ.  Ξέρετε από την πείρα σας πως απ’ αυτά κάτι μπορεί να συμβή, αλλά δεν αγνοείτε επίσης ότι οι Αθηναίοι ποτέ ως σήμερα δεν αποτραβήχτηκαν από καμμιά πολιορκία, επειδή φοβήθηκαν άλλους. Παρατηρούμε όμως πως, ενώ είπατε ότι θα σκεφτήτε για σωτηρία σας, στην τόσο πλατιά συζήτηση δεν έχετε πεί τίποτε στο οποίο βασισμένοι λογικοί άνθρωποι θα πίστευαν ότι μπορούν να σωθούν, αλλά τα πιο δυνατά σας στηρίγματα είναι μελλοντικές ελπίδες, ενώ γα μέσα που έχετε είναι πολύ μικρά για να υπερισχύσετε, αν συγκριθούν μ’ εκείνα που αυτή τη στιγμή βρίσκονται παραταγμένα εναντίον σας. Και δείχνετε μεγάλη απερισκεψία αν, αφού ζητήστε να αποσυρθούμε, δεν αποφασίστε, όσο ακόμη είναι καιρός, κάτι άλλο πιο φρόνιμο απ’ αυτά. Να μην πάη ο νους σας στην ντροπή που τόσο συχνά καταστρέφει τους ανθρώπους, όταν αντιμετωπίζουν κινδύνους φανερούς και ταπεινωτικούς. Γιατί πολλούς, ενώ ακόμη σε θέση να ιδούν καθαρά σε ποιους κινδύνους οδηγούνταν, τους παράσυρε η δύναμη μιας ελκυστικής λέξης, της λεγόμενης ντροπής, και, νικημένοι απ’ τη λέξη, στην πράξη έπεσαν θεληματικά σε αγιάτρευτες συφορές κι ακόμη απόχτησαν ντροπή πιο ταπεινωτική, αφού αυτή ήταν αποτέλεσμα ανοησίας παρά τύχης. Αυτό σεις, αν σκεφτήτε φρόνιμα, θα το αποφύγετε και δεν θα νομίστε άπρεπο να υποχωρήσετε στην πολιτεία την πιο δυνατή που σας προτείνει όρους λογικούς, να γίνετε δηλαδή σύμμαχοί της πληρώνοντας φόρο, διατηρώντας τη χώρα σας, και, ενώ σας δίνεται η εκλογή ανάμεσα στον πόλεμο και στην ασφάλεια, εσείς να μην διαλέξτε τα χειρότερα επιζητώντας να φανήτε ανώτεροι γιατί όσοι στους ίσους δεν υποχωρούν, στους δυνατώτερους φέρνονται φρόνιμα και στους κατώτερους δείχνονται μετριοπαθείς, αυτοί πιο πολύ προκόβουν. Σκεφτήτε λοιπόν, όταν εμείς αποσυρθούμε, και συλλογιστήτε πολλές φορές ότι αποφασίζετε για την πατρίδα, για τη μια και μόνη πατρίδα σας, κι ότι απ’ τη μιάν αυτήν απόφασή σας θα εξαρτηθή να ευτυχήση τούτη ή να δυστυχήση.

112.  Οι Αθηναίοι αποχώρησαν από τη συζήτηση και οι Μήλιοι, όταν μείνανε μόνοι τους, επειδή αποφάσισαν παραπλήσια με’ εκείνα πού έλεγαν πρωτύτερα, αποκρίθηκαν τα εξής: «Ούτε γνώμη διαφορετική από την προηγούμενη έχομε, Αθηναίοι, ούτε μέσα σε λίγες στιγμές θα στερήσωμε μια πόλη, που υπάρχει εδώ κι εφτακόσια χρόνια, από την ελευθερία της, αλλά έχοντας εμπιστοσύνη στην τύχη, που χάρη στην εύνοια των θεών την προστατεύει ως τώρα, και στη βοήθεια των ανθρώπων κι ιδιαίτερα των Λακεδαιμονίων, θα προσπαθήσωμε να τη σώσωμε. Σας προτείνομε όμως να είμαστε φίλοι σας, εχθροί με κανένα απ’ τους δυό σας, και να φύγετε απ’ τη γή μας, αφού κάνωμε συνθήκη πού θα την κρίνωμε ωφέλιμη και στους δυό μας».

113.  Οι Μήλιοι λοιπόν τόσα μονάχα αποκρίθηκαν κι οι Αθηναίοι αποχωρώντας πιά οριστικά από τις διαπραγματεύσεις είπαν: «Πραγματικά, όπως νομίζομε ύστερα από την απόφασή σας αυτή, είστε οι μόνοι που κρίνετε τα μελλοντικά πιο καθαρά απ’ αυτά που βλέπετε μπροστά στα μάτια σας, και τ’ άγνωστα, επειδή τα θέλετε, τα θωρείτε σαν να γίνωνται στην πραγματικότητα τα χετε παίξει όλα και στηριγμένοι ολότελα στους Λακεδαιμονίους, την τύχη και τις ελπίδες θα τα χάσετε όλα».

114.  Οι Αθηναίοι πρέσβεις γύρισαν στο στρατόπεδο κι οι στρατηγοί, αφού οι Μήλιοι δεν υποχωρούσαν σε τίποτε, άρχισαν αμέσως τις εχθροπραξίες, κι αφού μοίρασαν τη δουλειά στα στρατιωτικά τμήματα της κάθε πόλης εζώσαν κυκλικά με τείχος τους Μηλίους. Ύστερα οι Αθηναίοι άφησαν φρουρά από δικούς τους στρατιώτες και συμμάχους, στη στεριά και στη θάλασσα, κι έφυγαν με το μεγαλύτερο μέρος τους στρατού. Οι υπόλοιποι έμειναν και πολιορκούσαν τον τόπο.

116.  Την ίδια εποχή οι Μήλιοι πάλι σ’ άλλο σημείο κυρίεψαν ένα μέρος απ’ το τείχος των Αθηναίων που τους έζωνε, όπου οι φρουροί δεν ήταν πολλοί. Ύστερα απ’ τα γεγονός αυτό ήρθε κι άλλος στρατός απ’ την Αθήνα, με αρχηγό τον Φιλοκράτη του Δημέα κι οι Μήλιοι, επειδή πολιορκούνταν πιά πολύ στενά, έγινε μάλιστα και κάποια προδοσία από ανάμεσά τους, συνθηκολόγησαν με τους Αθηναίους με τον όρο να αποφασίσουν εκείνοι για την τύχη τους. Κι αυτοί σκότωσαν όσους Μηλίους ενήλικούς έπιασαν, κι έκαμαν δούλους τα παιδιά και τις γυναίκες. Το νησί το αποικίσανε οι ίδιοι στέλνοντας αργότερα πεντακόσιους αποίκους.

Σάββατο, 15 Φεβρουαρίου 2014

Η αιώνια κρίση

http://yannisstavrou.blogspot.com
Francisco de Goya, Escena de canibalismo o Caníbales contemplando restos humanos (1800-1808)

...Δέχομαι τη ζωή από ευγένεια. Η διηνεκής εξέγερση προδίδει κακό γούστο όπως επίσης και η υψηλοφροσύνη της αυτοκτονίας. Στα είκοσί μας αναθεματίζουμε τους ουρανούς και την κόπρο που καλύπτουν· η τραγική πόζα βασίζεται σε μαι παρατεταμένη και γελοία εφηβεία· αλλά απαιτούνται χίλιες δοκιμασίες για να φτάσουμε στην αγυρτεία της απόσπασης.

Εκείνος που, χειραφετειμένος από όλες τις εν χρήσει αρχές, δεν θα διέθεται κανένα χάρισμα ηθοποιού θα ήταν το αρχέτυπο του άτυχου, το ον με την ιδεώδη δυστυχία. Δε χρησιμεύει σε τίποτα να κατασκευάσουμε αυτό το πρότυπο ειλικρίνειας: η ζωή είναι ανεχτή μόνο στο βαθμό του φενακισμούπου που της επιβάλλουμε. Ένα τέτοιο πρότυπο θα ήταν η αιφνίδια κατάρρευση της κοινωνίας, μια και η "ηδύτητα" της από κοινού ζωής έγκειται στην αδυναμία μας να αφήσουμε ελεύθερες τις άπειρες υστεροβουλίες μας. Αν ανεχόμαστε οι μεν τους δε είναι γιατί είμαστε όλοι απατεώνες. Ο οιοσδήποτε αρνιόταν να πει ψέματα θα έβλεπε τη γη να φεύγει κάτω από τα πόδια του: βιολογικά είμαστε υποταγμένοι στο ψευδές. Δεν υπάρχει ηθικός ήρωας που να μην είναι παιδικός, άπραγος ή αναυθεντικός· γιατί η αληθινή αυθεντικότητα είναι να μολύνεσαι μέσα στο δόλο, μέσα στον καθωσπρεπισμό της δημόσιας κολακείας και της κρυφής κακολογίας. Αν οι συνάνθρωποί μας μπορούσαν να πληροφορηθούν τη γνώμη μας γι' αυτούς, ο έρωτας, η φιλία, η αφοσίωση θα είχαν διαγραφεί για πάντα από τα λεξικά· και αν είχαμε το σθένος να κοιτάξουμε κατά πρόσωπο τις αμφιβολίες που δειλά νιώθουμε για τον εαυτό μας, κανείς από μας δε θα πρόφερε ένα "εγώ" χωρίς ντροπή. Η προσωπιδοφορία περιλαμβάνει όλα τα ζωντανά, από τον τρωγλοδύτη μέχρι τον σκεπτικιστή. Αφού ο σεβασμός των προσχημάτων είναι το μόνο που μας ξεχωρίζει από τα ψοφίμια, κάθε καθορισμός του βάθους των πραγμάτων και των όντων θα συνεπαγόταν αφανισμό. Προτιμούμε ένα καλύτερο μηδέν: το σκαρί μας μόνο κάποια δόση αλήθειας μπορεί να υποφέρει...
Εμίλ Σιοράν

Παρασκευή, 14 Φεβρουαρίου 2014

Εκεί. Μακριά από τον ανελέητο άνθρωπο. Μακριά...

Μα η καρδιά αιώνια βάρκα του Οδυοσέα
που στ' όνειρό του τι νησιά περνάει•
σε οίστρους καινούργιων αρχιπελάγων τ' αγγίζει,
από ένα λόγο, ένα γέλιο, χτίζεται μία πόλη.
Σ' αυτή την εσχατιά της γης θα περιμένω
περάσματα νησιών, παράξενα πτηνά που λάμνουν μέσα στα σχοινιά...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Στο κύμα, λάδι σε καμβά

Ιλαρίε Βορόνκα (1903–1946)

Ο λαός μου φάντασμα

Ανάμεσα σε θάλασσα καϊ γη, λιθάρια κι' ουρανό.
Με το ξερό ψωμί του δρόμου. Με το σκουριάρικο κρασί του δάσου.
Το έργο μου τελειωμένο. Τα εργαλεία μου
όργανα πια για μουσική.

Και τ' αντικείμενα τη φλογισμένη μνήμη διαπερνώντας
σε λόγια μεταβάλλονται.

Στην εσχατιά της γης, έδω, το τελευταίο χνάρι ανθρώπων.
Συνάντηση. Ο άνεμος χτυπάει μέσα στους αφρούς σπαθιά νερών.
Κόβουν πουλιά την μοναξιά γεωμετρικά.
Και της ζωής τα πρόσωπα αντιδείχνονται.

Ο ήλιος δύει στο αλατισμένο βλέφαρό μου.
Σε φύκια αγνάντια και παρέες των ψαριών,
το πρόοωπό μου ραγισμένο από αγέρα,
τα χείλια μου σφιχτά, αυγή και δειλινό σαν ένας ήχος.

Κυνήγι δίχως δίχτυα, δίχως όπλα.
Ένα με τα βράχια. Προς το Νοτιά
αφρών αετοί. Μόνος με τελειωμένο το έργο μου,
ανάμεσα σε γη και δάκρυα.
Της ψαρικής τα σύνεργα γίνηκαν άρπες, τα τουφέκια μου αυλοί.

Μα η καρδιά αιώνια βάρκα του Οδυοσέα
που στ' όνειρό του τι νησιά περνάει•
σε οίστρους καινούργιων αρχιπελάγων τ' αγγίζει,
από ένα λόγο, ένα γέλιο, χτίζεται μία πόλη.
Σ' αυτή την εσχατιά της γης θα περιμένω
περάσματα νησιών, παράξενα πτηνά που λάμνουν μέσα στα σχοινιά.

θα σε γνωρίσω φάντασμα κάτω απ' τα καραβόπανα
ηπείρων ταξιδιάρικων. Εκεί κοντά στον άξενο λαό με τη νεκρή πατρίδα
είναι η θέση μου. Εκεί στη Νήσο Φάντασμα
θα 'ρθώ με όργανα μουσικής και πλήρης ημερών.

Καιρός της εξορίας; Όχι. Φυγή μέσ' απ' τους παγετώνες του ύπνου; Όχι.
Το σκουλήκι του άλγους στραγγαλισμένο μέσ' το μήλο της πληγής.
Μα ως τότε, δίχως δάκρια, δίχως εργαλεία,
στα ράχτα εκείνα, στην πιο ακρινή παρυφή ηπείρου,
ανάμεσα σε άγρια βράχια κι' ανταριασμένα κύματα
που ανεβάζουν το άσπρο γάλα των αφρών
μέχρι την πείνα μου τη μάνητα του αγέρα.

Εκεί. Μακριά από τον ανελέητο άνθρωπο. Μακριά
απ' όσους διανέμουνε τη γη. Δίχως φυγή και δίχως γυρισμό.
Η φωνή λησμονημένη μέσα μου σαν έναέ γράμμα μέσα σε βιβλίο.
θα περιμένω το Λαό μου Φάντασμα, το Νησί μου Φάντασμα.


(μετάφραση, Κώστας Ασημακόπουλος)

Τετάρτη, 12 Φεβρουαρίου 2014

Ποτέ πια..!

Γιατί αλήθεια , είναι σπουδαίο και περίεργο και μοιραίο ,
Αν μια νύχτα , σας το λέω , δείτε κάπου εκεί ψηλά
Κουρνιασμένο ένα κοράκι στην Παλλάδα, να μιλά
Και να λέει : Ποτέ πιά !


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Καληνύχτα, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Έντγκαρ Άλλαν Πόε

Tο κοράκι

Δώδεκα έδειχνεν η ώρα, μεσονύχτι, όπως και τώρα
Κι ήμουν βυθισμένος ώρα σε βιβλία αλλοτινά,
όταν μέσα από ένα θάμπος ύπνου να μου εφάνη, σάμπως
Κάποιος έξω από την πόρτα να χτυπούσε σιγανά.
Επισκέπτης, είπα, θά’ ναι και χτυπάει σιγανά
Τούτο θά ‘ναι μοναχά.

Α, θυμάμαι, έπεφτε χιόνι και του κρύου Δεκέμβρη οι τόνοι
Σκούζαν μες στο παραγώνι και στοιχειώναν στη φωτιά.
Η νυχτιά με στενοχώρα κι άδικα έψαχνα τόση ώρα
Νά’ βρω τη γλυκειά Λεωνόρα μες τ’ αρχαία μου χαρτιά.
Τη Λεωνόρα που οι αγγέλοι της κρατάνε συντροφιά
Και δική μας ποτέ πια.

Κάθε θρόισμα στο μετάξι της κουρτίνας είχε αλλάξει
Κι έρχονταν να με ταράξει ο άγριος φόβος που τρυπά .
Κι έλεγα , για να πάρω θάρρος και να διώξω αυτό το βάρος :
- Επισκέπτης , δίχως άλλο , θάναι τούτος που χτυπά ,
Κάποιος νυχτοπαρωρίτης , που για νάμπει μου χτυπά
Τούτο θάναι μοναχά.

Ξάφνου ως νάντριωσε η ψυχή μου και παρά την ταραχή μου
- Κύριε , φώναξα , ή κυρία , συγχωρέστε με , έστω αργά
Στα χαρτιά μου ήμουν σκυμένος κι ίσως μισοκοιμισμένος
Δε σας άκουσα ωρισμένως να χτυπάτε έτσι σιγά .
Με τα λόγια τούτα ανοίγω τα πορτόφυλλα γοργά .
΄Εξω η νύχτα μοναχά.

Το σκοτάδι αυτό τρυπώντας έμεινα εκειδά απορώντας
Κάθε τόσο ανασκιρτώντας μέσα σ’ όνειρα αλγεινά .
Κράτησε ησυχία για ώρα κι άξαφνα απ’ τα βάθη τώρα,
Μια φωνή να λέει Λεωνόρα σα ν’ ακούστηκε βραχνά .
Εγώ φώναξα «Λεωνόρα» και τη φέρνει η ηχώ ξανά,
΄Ετσι θάναι μοναχά.

Μπήκα στο δωμάτιο πάλι , μ’ άνω κάτω το κεφάλι ,
Μα μέσα απ’ αυτή τη ζάλη , δυνατήν ακούω χτυπιά .
- Α , στο παραθύρι θάναι, λέω ευθύς, και με ζητάνε ,
Ας ιδώ τώρα ποιος νάναι, φτάνει το μυστήριο πια,
Η καρδια μου δεν αντέχει, φτάνει το μυστήριο πια
Θάναι ο αγέρας μοναχά.

Τότε τα παντζούρια ανοίγω , όμως μια κραυγή μου πνίγω
Καθώς βλέπω ένα κοράκι μες στο δώμα να περνά .
Η ευγένεια δεν το νοιάζει κι ούτε που με λογαριάζει ,
Μα γαντζώνει στο περβάζι της εσώπορτας στερνά .
Μα γαντζώνει και κουρνιάζει στη μαρμάρινη Αθηνά
Και κυττάζει μοναχά.

Πως ανάπνευσα στ’ αλήθεια και γελώντας απ’ τα στήθεια ,
Λέω , από παλιά συνήθεια , στ’ όρνιο με τη κρύα ματιά :
- Κι αν σου κόψαν το λοφίο κι αν σ’ αφήκαν έτσι αστείο
Μαυροπούλι άλλοτε θείο , που πλανιέσαι στη νυχτιά,
ποιό είναι τάχα τ’ όνομά σου μες την άραχνη νυχτιά;
Και μου λέει : – Ποτέ πια !

Θάμασα πολύ μου ακόμα τόρνιο , που είχε ανθρώπου στόμα ,
Μα τα λόγια του όλο σκώμα δε μου μάθανε πολλά .
Γιατί αλήθεια , είναι σπουδαίο και περίεργο και μοιραίο ,
Αν μια νύχτα , σας το λέω , δείτε κάπου εκεί ψηλά
Κουρνιασμένο ένα κοράκι στην Παλλάδα, να μιλά
Και να λέει : Ποτέ πιά !

Τ ‘ όνομά του θα μου κράζει , σκέφτηκα , μα τι με νοιάζει ,
΄Ισως πάλι να νυστάζει και τα λόγια του ξεχνά .
΄Ομως τούτο ούτε σαλεύει κι είναι ως κάτι να γυρεύει
Και του κρίνουμαι : – Περσεύει κι άλλος τόπος εδωνά ,
Την αυγή θα φύγεις πάλι σαν ελπίδα που περνά .
Και μου λέει : Ποτέ πια !

Τρόμαξα στ’ αλήθεια μου , όντας , μου δευτέρωσε μιλώντας ,
- Δίχως άλλο , είπα σκιρτώντας , τούτο ξέρει μοναχά .
Κάποιος πρώην κύριός του , θάκλαψε πολύ , ο καϋμός του
΄Ισως νάγινε δικός του και για τούτο αγκομαχά
Και του απόμεινε στη σκέψη κι είναι σα να ξεψυχά
Λέγοντάς μου : – Ποτέ πια !

Και τη θλίψη μου ξεχνώντας έστρεψα σ’ αυτό γελώντας
Την καρέκλα μου τραβώντας στο κοράκι αντικρυνά .
Μα στο κάθισμά μου απάνω , χίλιες τόσες σκέψεις κάνω
Και στο νου μου τώρα βάνω για ποιό λόγο αληθινά
Σα μιαν επωδή μακάβρια να μου λέει όλο ξανά
Το κοράκι : Ποτέ πια !

Γρίφος θάναι ή αίνιγμά του κι ίσως μήνυμα θανάτου
Και κυττώντας τη ματιά του που μου τρύπαε την καρδιά ,
Γέρνω ωραία μου το κεφάλι , στο δικό της προσκεφάλι ,
Όπου αντιφεγγούσε πάλι , σαν και τότε μια βραδυά ,
Με το βιολετί βελούδο, σαν και τότε μια βραδυά
Και που δε θ’ αγγίξει πια !

Ξάφνου ως νάνοιωσα μου εφάνη γύρω μου άκρατο λιβάνι
Και πλημμύρα να μου φτάνει σύννεφο η θεία του καπνιά .
- ΄Αθλιε , φώναξα , στοχάσου , που ο Θεός στέλνει κοντά σου .
Αγγέλους να σου σταλάσουν νηπενθές για λησμονιά ,
Πιέστο , ω , πιέστο , τη Λεωνόρα να ξεχάσεις μ’ απονιά ,
Και μου λέει : – Ποτέ πια !

Α , προφήτη , κράζω ,ωιμένα , κι αν του δαίμονα είσαι γέννα
Κι αν ο Πειρασμός σε μένα , σ’ έστειλε απ ‘ τη γης βαθειά ,
Κι αν σε τόπο ρημαγμένο σ’ έχει ρίξει απελπισμένο
Σ ‘ ένα σπίτι στοιχειωμένο με σκιές και με ξωθιά ,
Θάβρω στη Γαλαάδ , ω πες μου , θάβρω εκεί παρηγοριά ;
Και μου λέει : – Ποτέ πια !

- Α , προφήτη , ανήλιαγο όρνιο κι αν πουλί σαι κι αν δαιμόνιο
Απ’ το σκότος σου το αιώνιο κι απ ‘ την κρύα σου συννεφιά.
Πες μου , στης Εδέμ τα δάση , θάβρει ο νους μου ν’ αγκαλιάσει
Μια παρθένα πούχει αγιάσει κι έχει αγγέλους συντροφιά ,
Μιαν ολόλαμπρη παρθένα , πούχει αγγέλους συντροφιά ;
Και μου λέει : Ποτέ πιά !

Φύγε στ’ άγριά τα σου μέρη , όρνιο ή φάντασμα , ποιος ξέρει
Αν αυτό που σ’ έχει φέρει δεν σε καταπιεί ξανά .
Κι ούτε ένα μικρό φτερό σου να μη μείνει εδώ δικό σου ,
Φώναξα , και το φευγιό σου να χαθεί στα σκοτεινά .
Πάρε και το κρώξιμό σου πέρα από την Αθηνά .
Και μου λέει : – Ποτέ πια !

Κι από τότε εκεί δεμένο , το κοράκι , καθισμένο
Μένει πάντα κουρνιασμένο στη μαρμάρινη θεά .
Κι η ματιά του όπως κυττάζει , με ματιά δαιμόνιου μοιάζει
Κι η νυχτιά που το σκεπάζει του στοιχειώνει τη σκιά .
Α , η ψυχή μου , δε θα φύγει μια στιγμή απ’ αυτή τη σκιά .
Δε θα φύγει ποτέ πια !


(μετάφραση Γ.Β.Ιωαννίδη)


Edgar Allan Poe

The Raven

Once upon a midnight dreary, while I pondered weak and weary,
Over many a quaint and curious volume of forgotten lore,
While I nodded, nearly napping, suddenly there came a tapping,
As of some one gently rapping, rapping at my chamber door.
`'Tis some visitor,' I muttered, `tapping at my chamber door -
Only this, and nothing more.'

Ah, distinctly I remember it was in the bleak December,
And each separate dying ember wrought its ghost upon the floor.
Eagerly I wished the morrow; - vainly I had sought to borrow
From my books surcease of sorrow - sorrow for the lost Lenore -
For the rare and radiant maiden whom the angels named Lenore -
Nameless here for evermore.

And the silken sad uncertain rustling of each purple curtain
Thrilled me - filled me with fantastic terrors never felt before;
So that now, to still the beating of my heart, I stood repeating
`'Tis some visitor entreating entrance at my chamber door -
Some late visitor entreating entrance at my chamber door; -
This it is, and nothing more,'

Presently my soul grew stronger; hesitating then no longer,
`Sir,' said I, `or Madam, truly your forgiveness I implore;
But the fact is I was napping, and so gently you came rapping,
And so faintly you came tapping, tapping at my chamber door,
That I scarce was sure I heard you' - here I opened wide the door; -
Darkness there, and nothing more.

Deep into that darkness peering, long I stood there wondering, fearing,
Doubting, dreaming dreams no mortal ever dared to dream before
But the silence was unbroken, and the darkness gave no token,
And the only word there spoken was the whispered word, `Lenore!'
This I whispered, and an echo murmured back the word, `Lenore!'
Merely this and nothing more.

Back into the chamber turning, all my soul within me burning,
Soon again I heard a tapping somewhat louder than before.
`Surely,' said I, `surely that is something at my window lattice;
Let me see then, what thereat is, and this mystery explore -
Let my heart be still a moment and this mystery explore; -
'Tis the wind and nothing more!'

Open here I flung the shutter, when, with many a flirt and flutter,
In there stepped a stately raven of the saintly days of yore.
Not the least obeisance made he; not a minute stopped or stayed he;
But, with mien of lord or lady, perched above my chamber door -
Perched upon a bust of Pallas just above my chamber door -
Perched, and sat, and nothing more.

Then this ebony bird beguiling my sad fancy into smiling,
By the grave and stern decorum of the countenance it wore,
`Though thy crest be shorn and shaven, thou,' I said, `art sure no craven.
Ghastly grim and ancient raven wandering from the nightly shore -
Tell me what thy lordly name is on the Night's Plutonian shore!'
Quoth the raven, `Nevermore.'

Much I marvelled this ungainly fowl to hear discourse so plainly,
Though its answer little meaning - little relevancy bore;
For we cannot help agreeing that no living human being
Ever yet was blessed with seeing bird above his chamber door -
Bird or beast above the sculptured bust above his chamber door,
With such name as `Nevermore.'

But the raven, sitting lonely on the placid bust, spoke only,
That one word, as if his soul in that one word he did outpour.
Nothing further then he uttered - not a feather then he fluttered -
Till I scarcely more than muttered `Other friends have flown before -
On the morrow will he leave me, as my hopes have flown before.'
Then the bird said, `Nevermore.'

Startled at the stillness broken by reply so aptly spoken,
`Doubtless,' said I, `what it utters is its only stock and store,
Caught from some unhappy master whom unmerciful disaster
Followed fast and followed faster till his songs one burden bore -
Till the dirges of his hope that melancholy burden bore
Of "Never-nevermore."'

But the raven still beguiling all my sad soul into smiling,
Straight I wheeled a cushioned seat in front of bird and bust and door;
Then, upon the velvet sinking, I betook myself to linking
Fancy unto fancy, thinking what this ominous bird of yore -
What this grim, ungainly, gaunt, and ominous bird of yore
Meant in croaking `Nevermore.'

This I sat engaged in guessing, but no syllable expressing
To the fowl whose fiery eyes now burned into my bosom's core;
This and more I sat divining, with my head at ease reclining
On the cushion's velvet lining that the lamp-light gloated o'er,
But whose velvet violet lining with the lamp-light gloating o'er,
She shall press, ah, nevermore!

Then, methought, the air grew denser, perfumed from an unseen censer
Swung by Seraphim whose foot-falls tinkled on the tufted floor.
`Wretch,' I cried, `thy God hath lent thee - by these angels he has sent thee
Respite - respite and nepenthe from thy memories of Lenore!
Quaff, oh quaff this kind nepenthe, and forget this lost Lenore!'
Quoth the raven, `Nevermore.'

`Prophet!' said I, `thing of evil! - prophet still, if bird or devil! -
Whether tempter sent, or whether tempest tossed thee here ashore,
Desolate yet all undaunted, on this desert land enchanted -
On this home by horror haunted - tell me truly, I implore -
Is there - is there balm in Gilead? - tell me - tell me, I implore!'
Quoth the raven, `Nevermore.'

`Prophet!' said I, `thing of evil! - prophet still, if bird or devil!
By that Heaven that bends above us - by that God we both adore -
Tell this soul with sorrow laden if, within the distant Aidenn,
It shall clasp a sainted maiden whom the angels named Lenore -
Clasp a rare and radiant maiden, whom the angels named Lenore?'
Quoth the raven, `Nevermore.'

`Be that word our sign of parting, bird or fiend!' I shrieked upstarting -
`Get thee back into the tempest and the Night's Plutonian shore!
Leave no black plume as a token of that lie thy soul hath spoken!
Leave my loneliness unbroken! - quit the bust above my door!
Take thy beak from out my heart, and take thy form from off my door!'
Quoth the raven, `Nevermore.'

And the raven, never flitting, still is sitting, still is sitting
On the pallid bust of Pallas just above my chamber door;
And his eyes have all the seeming of a demon's that is dreaming,
And the lamp-light o'er him streaming throws his shadow on the floor;
And my soul from out that shadow that lies floating on the floor
Shall be lifted - nevermore!


(πρώτη έκδοση 1845)

Τρίτη, 11 Φεβρουαρίου 2014

Οι Γερμανοί ξανάρχονται!

Ένας σατυρικός εφιάλτης με ειδική νοηματοδότηση για τη σημερινή Ελλάδα..

Εξαίρετη ελληνική ταινία του 1948!

Δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από τις καλές ταινίες του ευρωπαϊκού κινηματογράφου. Άκρως πρωτότυπο, ευρηματικό σενάριο· εμπνευσμένη σκηνοθεσία, υπέροχα πλάνα, πλούσιοι χαρακτήρες και ευφάνταστες ερμηνείες, σκηνική - κινηματογραφική οικονομία...

Σενάριο, σκηνοθεσία του Αλέκου Σακελλάριου.
Οπερατέρ, ο σπουδαίος φωτογράφος & κινηματογραφιστής Ζοζέφ Χεπ.

Αξίζει να τη δείτε στη μεγάλη οθόνη· έστω στην οθόνη της τηλεόρασης...

Δευτέρα, 10 Φεβρουαρίου 2014

στο αττικό τοπείο που ξέρεις...

Δύσκολη και χωρίς ελπίδα! ―γι' αυτό δοκιμάζω τη φωνή μου,
παρακάτω σου γράφω για τον πυρετό μας
που μετριέται σε περιπλάνηση
στο αττικό τοπείο που ξέρεις μ' άλλα μάτια από τα δικά μου...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Ελαιώνας στην Αττική, λάδι σε καμβά

Αντωνίου Δ. I.

Γράμμα της Aττικής Άνοιξης

Όταν ξεκινάμε βέβαιοι για την αποτυχία
συλλογιζόμαστε τί μας κάνει να πέφτουμε
κι ύστερα τί μας φέρνει ν' ανθίζουμε αυτό το πέσιμο;
Πριν ξεκινήσουμε την τελευταία φορά, λέγαμε:
πώς θα ξοδέψεις τέτοιο δρόμο μ' ένα ρόδο στην καρδιά σου;
―έχοντας την αντοχή μόνο στη θύμηση περασμένων;―
Yπάρχει πάντα κάτι λέω τώρα,
ύστερ' από τόσες αποτυχίες
μια ανακωχή μ' ανθισμένο χαμόγελο:
Tο πρώτο χελιδόνι στον κάμπο που ακόμη δεν ξύπνησε,
―μια γλάστρα θυμάμαι που είδα εγώ πρώτος τον ανθό της,
φώναξα μεθυσμένος: το πρώτο ρόδο! και μέσα μου
γαλήνεψε όλ' η φουρτούνα...―
Έτσι σου συνεχίζουμε τώρα το γράμμα μας,
Δύσκολη και χωρίς ελπίδα! ―γι' αυτό δοκιμάζω τη φωνή μου,
παρακάτω σου γράφω για τον πυρετό μας
που μετριέται σε περιπλάνηση
στο αττικό τοπείο που ξέρεις μ' άλλα μάτια από τα δικά μου.
Xτες το πρωί λοιπόν καθώς έφτανε η ώρα μας
σε βραδιασμένους πια στίχους να δοξάζουμε
τη διάθεση τούτη,
μουρμούριζα ευλογώντας την απόσταση
που μου παίρνει και μου δίνει τέτοιες ώρες...

Κυριακή, 9 Φεβρουαρίου 2014

πὼς σημερινοὶ εἴμαστε καὶ ξένοι...

τὸ μυστικό μας τ᾿ ἀδυσώπητο,
-πὼς σημερινοὶ εἴμαστε καὶ ξένοι-
μὲ τὸν ὑποβολέα τῆς πίκρας μου
παμπάλαιο κατευόδιο θ᾿ ἀπαγγείλω πάλι
στὶς ὧρες τὶς ἀγέρωχες...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Ένα καράβι, λάδι σε καμβά
 
Κική Δημουλά

Παράκλησις 


Αὐτὴ τὴ μέρα
ἄφησε νὰ σοῦ ἐμπιστευτῶ τὴν ἱστορία μου:
Μελαγχολικός της ζωῆς ἄνεμος εἶμαι
ποὺ νυχτώθηκα καὶ ἀπόμεινα σ᾿ ἕνα χθὲς ἀνάλγητο.


Ἔλα λοιπόν, καὶ μὲ τὰ μάτια σου,
ποῦ ῾ναι καταχνιὰ κι ἐνάστρωση,
τὸ σύθαμπο καὶ τὸ πρωὶ
σὲ μιὰν ἀλλόκοτη σύγκλιση,
ἀνάστειλε τὴ νύχτα μου.


Ἔλα
Κι ἂς εἶναι μοιραῖο πὼς ἀργότερα,
ὅταν ἀνάμεσά μας θ᾿ ἀναδεύεται,
σὲ ἀνυπόφορη μεγέθυνση,
τὸ μυστικό μας τ᾿ ἀδυσώπητο,
-πὼς σημερινοὶ εἴμαστε καὶ ξένοι-
μὲ τὸν ὑποβολέα τῆς πίκρας μου
παμπάλαιο κατευόδιο θ᾿ ἀπαγγείλω πάλι
στὶς ὧρες τὶς ἀγέρωχες,
ποὺ ἀνεβασμένες στὶς σχεδίες τοῦ ἀνέκκλητου
πρὸς ἕνα ἀδηφάγο αὔριο θὰ λάμνουν.

Σάββατο, 8 Φεβρουαρίου 2014

Αιώνιος χωρισμός...

λιθόστρωτο με βομβητή νερού, υπόγειοι χείμαρροι
θάλασσα γλιστερή μέσα στη βραδινή ομίχλη
ποιητή σε αφίσα, φύλλα από βροχή

Πόσο σ’ αγάπησα σκόρπισμα μιας ζωής βαθύ, ατέλειωτο...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Κυριακάτικος περίπατος, Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά

Ασλάνογλου Νίκος-Αλέξης

Στην ενδοχώρα    

Όσο κι αν προχωρώ στην ενδοχώρα
τίποτα δε μου σβήνει από τα μάτια
τον αιώνιο χωρισμό. Μες σε βαθιές κοιλάδες, λασπωμένες
απ’ τη βροχή, έρχεται το ψιθύρισμα του ήλιου με τη θάλασσα
παραπατώντας σ’ ένα σμίξιμο σφιχτό, ιδανικό

Πόσο γυαλίζουν μες στη στάχτη τους, έλεγε, πόσο
βαθαίνουν την καρδιά, ακρωτηριάζοντας
δάχτυλα και νευρώσεις, σκάβουνε
βαθιά μέσα στη γη για ναρκοπέδια

Μα εγώ καθώς προχώρησα στην ενδοχώρα, είδα
στην πυρκαγιά της θύμησης τη στάχτη μες στα φώτα

Πόσο σ’ αγάπησα υγρή μουσική    

Πόσο σ’ αγάπησα, υγρή μουσική σ’ αίθουσες χορού ατημέλητες
πίδακες χαμηλοί και μουσκεμένοι κήποι
λιθόστρωτο με βομβητή νερού, υπόγειοι χείμαρροι
θάλασσα γλιστερή μέσα στη βραδινή ομίχλη
ποιητή σε αφίσα, φύλλα από βροχή

Πόσο σ’ αγάπησα σκόρπισμα μιας ζωής βαθύ, ατέλειωτο

Στ’ ακρογιάλια    

Γυρνάς ξανά στα μέρη που σε άλλαξαν

Φτωχά τα καφενεία δε σε ξεδιψούν
τώρα που μόνος σου συναίνεσες στη συμφορά
και η θάλασσα λαμποκοπά και τα χωριά ερήμωσαν

Πού να τον ψάχνεις στ’ ακρογιάλια ή στο βυθό
πού νά ’βρεις το ξανθό του το κουφάρι


(Ο Δύσκολος Θάνατος, Νεφέλη 1985)

Πέμπτη, 6 Φεβρουαρίου 2014

να διαλαλεί τη συντριβή της παράκτιας πόλης μου...

...Άρχισα να γράφω ποίηση επειδή ερωτεύτηκα τις λέξεις. Τα πρώτα ποιήματα που γνώρισα ήταν παιδικά τραγούδια· αγάπησα τις λέξεις τους πολύ πριν καταφέρω να τα διαβάσω. Τι αντιπροσώπευαν, τι συμβόλιζαν και τι εννοούσαν εκείνες οι λέξεις, με απασχόλησε πολύ αργότερα. Μόνο ο ήχος τους με ενδιέφερε, την ώρα που ξεπήδαγε από τα χείλη κάποιον εντελώς αδιάφορων και ακατανόητων μεγάλων όντων...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Ντύλαν Τόμας (1914-1953)

...Αργότερα συνειδητοποίησα ότι ήμουν καταδικασμένος να ζω με τις λέξεις και μέσα στις λέξεις. Πρώτη μου δουλειά, λοιπόν, ήταν να γνωρίσω και να κατανοήσω τους ήχους και το υλικό τους. Πως και που θα τις χρησιμοποιούσα, τι θα έλεγα με αυτές, ήταν κάτι που θα με απασχολούσε αργότερα. Τώρα έπρεπε να μάθω τα πάντα για το χαρακτήρα, τις διαθέσεις, τις επιτυχίες και τις αποτυχίες, τις συναισθηματικές μεταπτώσεις, τις ανάγκες και τις απαιτήσεις τους.

Μου φτάνει να τους συμπεριφέρομαι, όπως ο μάστορας στο ξύλο, στην πέτρα ή σε ό,τι είναι του χεριού του, τέλος πάντων. Μου αρέσει να τις πελεκάω, να τις χαράζω, να τις πλάθω, να τις γυαλίζω, να τις φέρνω στα μέτρα ενός σχεδίου, μιας περιόδου, ενός γλυπτού, μιας φούγκας που θα εκφράζει κάποια λυρική παρόρμηση, κάποια πνευματική αμφιβολία ή βεβαιότητα, κάποια μισοσυνειδητή αλήθεια, την οποία πρέπει να πλησιάσω και να συνειδητοποιήσω...
Ντύλαν Τόμας

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Λιμάνι Θεσσαλονίκης, λάδι σε καμβά

Ντύλαν Τόμας

Σαν ξύπνησα

Σαν ξύπνησα, η πόλη μίλησε.
Πουλιά και ρολόγια κι εγκάρσιες καμπάνες
βούιζαν πλάι στο κουλουριασμένο πλήθος,
ακόλαστοι με ουρά στην πυρά,
ζιζάνια και τελώνια του ύπνου,
η διπλανή θάλασσα αφάνιζε
βατράχους και σατανάδες και γυναικείους οιωνούς,
ενώ έξω ένας άντρας με κλαδευτήρι,
ώς την κορφή μες στο αίμα του,
καρατομούσε το πρωινό,
ο θερμόαιμος σωσίας του Χρόνου
με τη γυριστή γενειάδα του από κάποιο βιβλίο,
λειάνιζε το τελευταίο φίδι σαν
να 'ταν ραβδί ή λεπτό κλαρί,
με τη γλώσσα του γδαρμένη στο γύρισμα ενός φύλλου.
Κάθε πρωί δημιουργώ,
Θεός της κλίνης, το καλό και το κακό,
μετά από ένα νίψιμο περίπατο,
την ακατάσχετη ανάσα θανατικής καταπληξίας
μαμούθ και θάνατο
τη γη όλων.
Εδώ που τα πουλιά ταξιδεύουν σαν φύλλα κι οι βάρκες σαν πάπιες
άκουσα, τούτο το πρωινό, ξυπνώντας,
αλλιώτικη από τους θορύβους της πόλης
μια φωνή στον ορθωμένο αέρα,
διόλου προφητική απότοκο δική μου,
να διαλαλεί τη συντριβή της παράκτιας πόλης μου.
Χρόνος ανύπαρκτος, είπαν τα ρολόγια, Θεός ανύπαρκτος, σήμαναν οι καμπάνες,
τράβηξα τα λευκά σεντόνια πάνω από τα νησιά
και τα νομίσματα πάνω στα βλέφαρά μου κροτάλισαν σαν όστρακα.

Dylan Thomas

When I Woke

When I woke, the town spoke.
Birds and clocks and cross bells
Dinned aside the coiling crowd,
The reptile profligates in a flame,
Spoilers and pokers of sleep,
The next-door sea dispelled
Frogs and satans and woman-luck,
While a man outside with a billhook,
Up to his head in his blood,
Cutting the morning off,
The warm-veined double of Time
And his scarving beard from a book,
Slashed down the last snake as though
It were a wand or subtle bough,
Its tongue peeled in the wrap of a leaf.

Every morning I make,
God in bed, good and bad,
After a water-face walk,
The death-stagged scatter-breath
Mammoth and sparrowfall
Everybody's earth.
Where birds ride like leaves and boats like ducks
I heard, this morning, waking,
Crossly out of the town noises
A voice in the erected air,
No prophet-progeny of mine,
Cry my sea town was breaking.
No Time, spoke the clocks, no God, rang the bells,
I drew the white sheet over the islands
And the coins on my eyelids sang like shells. 

Τετάρτη, 5 Φεβρουαρίου 2014

από ταξίδια που κάναμε...

Τα καράβια είναι σαν τα θλιμμένα μυστικά.
(Πανιά ριχτά, χείλος στη θάλασσα.)
Σαν τα θλιμμένα μυστικά που λησμονήθηκαν...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Καράβια, λάδι σε χαρτί

Γιώργος Θέμελης

Ιστιοφόρα

Τα καράβια είναι σαν τα θλιμμένα μυστικά.
(Πανιά ριχτά, χείλος στη θάλασσα.)
Σαν τα θλιμμένα μυστικά που λησμονήθηκαν.

Μπορείς να τ' αγγίξης, να τ' αφουγκραστής.

Κάτι έχουν να πουν, τα καλύπτει, δεν μπορούν.
Σε κοιτάζουν, μάτια μεγάλα, σου χαρίζουν ονόματα:

ΜΑΙΡΗ, ΜΑΡΙΝΑ, ΕΛΠΙΣ, ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ...

Μπορεί να λάμψουν αμμουδιές, φυσιογνωμίες, ν' ακουστούν
Φωνές και βόγγοι από ταξίδια που κάναμε.

Να πω τη μαύρη αλήθεια: Δε πάτησα ποτέ
Σε ξύλινο παλιό σκαρί, φοβόμουν τον καιρό,
Φοβόμουν τη σκοτεινή – κάτω μαύρη – ρωγμή.

Από τη συλλογή Συνομιλίες (1953)

Τρίτη, 4 Φεβρουαρίου 2014

Μπωντλαίρ, Οι Φάροι

Λεονάρδος ντὰ Βίντσι· σὲ κάτοπτρο βαθὺ καὶ ζοφερό,

ἄγγελοι γεμᾶτοι χάρη μὲ μειδίαμα ἱλαρὸ[2]

μυστήριο φορτωμένο, στοὺς ἥσκιους μέσα ξεχωρίζουν

πέυκων καὶ παγετώνων ποὺ τὸν τόπο τους ὁρίζουν

http://yannisstavrou.blogspot.com
Leonardo da Vinci, Η παρθένος των Βράχων

Ανέκδοτη εισαγωγή και μετάφραση του Στάντη Αποστολίδη

Charles Baudelaire

Les Phares


Rubens, fleuve d’oubli, jardin de la paresse,

oreiller de chair fraîche où l’on ne peut aimer,

mais où la vie afflue et s’agite sans cesse,

comme l’air dans le ciel et la mer dans la mer;



Léonard de Vinci, miroir profond et sombre,

où des anges charmants, avec un doux souris

tout chargé de mystère, apparaissent à l’ombre

des glaciers et des pins qui ferment leur pays,



Rembrandt, triste hôpital tout rempli de murmures,

et d’un grand crucifix décoré seulement,

où la prière en pleurs s’exhale des ordures,

et d’un rayon d’hiver traversé brusquement;



Michel-Ange, lieu vague où l’on voit des Hercules

se mêler à des Christs, et se lever tout droits

des fantômes puissants qui dans les crépuscules

déchirent leur suaire en étirant leurs doigts;



Colères de boxeur, impudences de faune,

toi qui sus ramasser la beauté des goujats,

grand coeur gonflé d’orgueil, homme débile et jaune,

Puget, mélancolique empereur des forçats,



Watteau, ce carnaval où bien des coeurs illustres,

comme des papillons, errent en flamboyant,

décors frais et légers éclairés par des lustres

qui versent la folie à ce bal tournoyant,



Goya, cauchemar plein de choses inconnues,

de foetus qu’on fait cuire au milieu des sabbats,

de vieilles au miroir et d’enfants toutes nues,

pour tenter les démons ajustant bien leurs bas;



Delacroix, lac de sang hanté des mauvais anges,

ombragé par un bois de sapins toujours vert,

où, sous un ciel chagrin, des fanfares étranges

passent, comme un soupir étouffé de Weber;



Ces malédictions, ces blasphèmes, ces plaintes,

ces extases, ces cris, ces pleurs, ces Te Deum,

sont un écho redit par mille labyrinthes;

c’est pour les coeurs mortels un divin opium!



C’est un cri répeté par mille sentinelles,

un ordre renvoyé par mille porte-voix;

c’est un phare allumé sur mille citadelles,

un appel de chasseurs perdus dans les grands bois!



Car c’est vraiment, Seigneur, le meilleur témoignage

que nous puissions donner de notre dignité

que cet ardent sanglot qui roule d’âge en âge

et vient mourir au  bord de votre éternité!



Σαρλ Μπωντλαίρ

VI
Οἱ Φάροι


Ροῦμπενς· ποτάμι λησμονιᾶς καὶ ραθυμίας κῆπος,

προσκέφαλο σάρκας τρυφερῆς,[1] ποὺ ν’ ἀγαπήσῃς δὲ βολεῖ

μὰ σφύζει ἡ ζωὴ ἐκεῖ κι ἀέναα σαλεύει,

σὰν ἄνεμος στὸν οὐρανό, στὴ θάλασσα σὰν τὸ νερό.



Λεονάρδος ντὰ Βίντσι· σὲ κάτοπτρο βαθὺ καὶ ζοφερό,

ἄγγελοι γεμᾶτοι χάρη μὲ μειδίαμα ἱλαρὸ[2]

μυστήριο φορτωμένο, στοὺς ἥσκιους μέσα ξεχωρίζουν

πέυκων καὶ παγετώνων ποὺ τὸν τόπο τους ὁρίζουν.[3]



Ρέμπραντ· νοσοκομεῖο θλιβερό, ψιθύρους γεμισμένο,

στολίδι ἔχει μοναχὸ μέγαν Ἐσταυρωμένο -

ἀπὸ τὴ βρόμα ὑψώνεται μὲ κλάμα ἡ ἱκεσία

κ’ αἴφνης χειμερινὴ τὸ διαπερνᾶ φωτοχυσία.[4]



Μιχαηλάγγελος· νὰ θωρῇς Ἡρακλεῖς σὲ τόπους θολούς,

ποὺ νὰ μοιάζουν Χριστούς, ἀναστάντες ὀρθούς,

στὴν ἀμφιλύκη μέσα φάσματα γεροδεμένα,

τὰ σάβανά τους μὲ δάχτυλα σκίζουν τεντωμένα.[5]



Τοῦ παλαιστῆ ὀργή, τοῦ φαύνου ἀκολασίες -

Σύ ποὺ νὰ δρέπῃς ἤξερες τῶν χωριατῶν τὰ κάλλη,[6]

περήφανη καρδιὰ μεγάλη, ἄνθρωπε ἀδύναμε καὶ κιτρινιάρη,

Πυζέ: περίλυπε μονάρχη τοῦ κάθε τῆς γαλέρας κατεργάρη.



Βαττώ: καρναβάλι αὐτό, ποὺ διάσημες καρδιὲς πολλὲς

πεταλοῦδες τριγυρνοῦν φανταχτερές -

σκηνογραφίες ζωηρὲς κ’ ἐλαφρές, σὲ πολυελαίων ἀναλαμπές,

ποὺ τὴν τρέλλα σκορποῦν στοῦ χοροῦ τὶς στροφές.[7]



Γκόγια: ἐφιάλτης πραγμάτων σκοτεινῶν,

ἔμβρυα ψημένα σ’ ὄργια μαγισσῶν,

γριὲς στὸν καθρέφτη μπρὸς καὶ παιδοῦλες γυμνὲς ὁλωσδιόλου

τὶς κάλτσες τεντώνουν - πειρασμὸς τοῦ διαόλου.[8]



Ντελακρουά: αἱμάτων λίμνη ἀπ’ ἀγγέλους στοιχειωμένη πονηρούς,

στὴ σκιὰ ἐλάτης δάσους πράσινου ἀειθαλλοῦς,[9]

ὅπου σάλπισμα ἀλλόκοτο κάτ’ ἀπ’ οὐρανὸ θλιμμένο

περνάει, θυμίζοντας τοῦ Βέμπερ[10] στεναγμὸ πνιγμένο.



Οἱ κατάρες αὐτές, οἱ βλαστήμιες, τὰ παράπονα, οἱ μομφές,

οἱ ἐκστάσεις, οἱ κραυγές, οἱ λυγμοί, οἱ προσευχές,

ἀχὸς κι ἀντιλαλεῖ μές ἀπὸ χίλιες στοές,

ὄπιο θεϊκὸ γιὰ τὶς θνητὲς εἶναι καρδιές.



Κραυγὴ ἀπὸ στόματα χίλια φρουρῶν ξαναβγαλμένη,

προσταγὴ ἀπὸ χίλια μέσα χωνιὰ φωναγμένη,

φρυκτωρία ψηλὰ σὲ κάστρα χίλια ἀναμμένη,

κόρνο ν’ ἀκούσουν οἱ κυνηγοὶ στὰ μεγάλα δάση οἱ χαμένοι...



Κύριε, εἶν’ ἀλήθεια ὁ μάρτυς ὁ πιὸ ἰσχυρός,

ἰκανὸς γιὰ τὴν ἀξία μας νὰ συνηγορήσῃ

ὁ ὀλολυγμὸς αὐτὸς ποὺ ἀπὸ αἰῶνα σ’ αἰῶνα κυλᾶ φλογερὸς

καὶ φτάνει στῆς Αἰωνιότητάς σου τὸν ὄχτο νὰ σβήσῃ...[11]  

____________________________________________
  

[1]              Ὁ Μπωντλαὶρ εἶχε σίγουρα διαβάσει τὶς παρεμφερεῖς φράσεις τοῦ Γκωτιέ, Albertus, XXXII: montagnes de chair à la Rubens (=σάρκας βουνὰ στὸ στὺλ τοῦ Ροῦμπενς), καθὼς καὶ τοῦ Μπαλζάκ, Chef-d’oeuvre inconnu (Pleiade, X, 420): ce faquin de Rubens avec ses montagnes des viandes flamandes, saupoudrées de vermillon (=αὐτὸς ὁ βρομο-Ροῦμπενς μὲ τὰ βουνὰ φλαμανδικῶν κρεάτων παστωμένα στὸ κόκκινο χρῶμα), χαρακτηριστικώτατες ἀσφαλῶς τῆς τεχνοτροπίας τοῦ συγκεκριμένου ζωγράφου.
[2]              Φυσικὰ ἐξυπονοεῖ τὰ πανταχοῦ παρόντα μειδιάματα στοὺς πίνακές του.
[3]              Εἰδικὰ στὸν πίνακα τῆς Παρθένου μὲ τὴν ἁγία Ἄννα, ἀλλὰ καὶ τῆς Παρθένου Lansdowne, ἐμφανεῖς στὸ φόντο οἱ παγετῶνες καὶ τὰ πεῦκα.
[4]              Ἡ ἔκφραση νοσοκομεῖο θλιβερὸ πιθανώτατα ἀπ’ τὸ περίφημο Μάθημα ἀνατομίας, ἐνῶ ὁ στίχος: αἴφνης χειμερινὴ τὸ διαπερνάει φωτοχυσία, ἴσως ἀναφέρεται στὸν πίνακά του μὲ τὸν τίτλο Τρεῖς σταυροί.
[5]              Σαφὴς ὑπαινιγμὸς στὴν τοιχογραφία τῆς Δευτέρας Παρουσίας στὴν Καπέλλα Σιξτίνα, μὲ τὸν ἡράκλειας διάπλασης ἐκεῖνον ἀναστάντα Χριστὸ στὸ κέντρο της.
[6]              Ὁ Πιὲρ Πυζέ (1622-94), ὁ Γάλλος Μιχαὴλ Ἄγγελος, καθὼς τὸν ἀποκαλοῦσαν, γλύπτης καὶ ζωγράφος γεννημένος στὴ Μασσαλία, διακρίθηκε ἀναλαμβάνοντας τὸ διάκοσμο πλοίων στὴ γενέτειρά του καὶ στὴν Τουλῶνα. Ἀπ’ τὰ ἔργα του ξακουστὸς ὁ Μίλων ὁ Κροτωνιάτης (τοῦ παλαιστῆ θυμοί), σήμερα στὸ Λοῦβρο καθὼς κι ὁ Ἀναπαυόμενος φαῦνος. Δούλεψε γιὰ λογαριασμὸ τοῦ Λουδοβίκου ΙΔ’, φαίνεται ὅμως, πὼς μὲ τὸ δύσκολο καὶ περήφανο χαρακτῆρα του, δὲν ἀνέχτηκε γιὰ πολὺ τὸ αὐλικὸ περιβάλλον. Ἀσθενικὴ φύση, ἀναγκάστηκε, λόγῳ σοβαρῆς ἀρρώστιας, κατόπιν συμβουλῆς τῶν γιατρῶν, νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴ ζωγραφικὴ. Τὰ ἔργα του φέρουν ἔντονη  τ ο π ι κ ή,  προβηγκιανὴ χροιά, κι ὅπως ἡ Britannica,11 XXII, 637, ἀναφέρει χαρακτηριστικά: «ὁ Ἡρακλῆς του μοιάζει νάχῃ μόλις βγῆ ἀπ’ τὴ γαλέρα». (Τοῦτο ἐξηγεῖ καὶ τὴν ἔκφραση: νὰ δρέπῃς τῶν χωριατῶν τὰ κάλλη.) Ὅσο γιὰ τὴ φράση: τοῦ παλαιστῆ θυμοὶ γίνεται κατανοητὴ μόνο ἂν γνωρίζῃ κανεὶς τὸ μῦθο τοῦ οἰκτροῦ θανάτου τοῦ Μίλωνα: Πὼς τάχα κάποτε στὸ δάσος βρίσκοντας ἕναν κορμὸ πούχαν βάλει σφῆνες οἱ ξυλοκόποι γιὰ νὰ τὸν σκίσουν, προσπάθησε ἐμπιστευόμενος στὴν ἡράκλεια δύναμή του νὰ τὸν ἀνοίξῃ μὲ τὰ χέρια. Γλίστρησαν ὅμως οἱ σφῆνες, τοῦ πιάστηκαν τὰ δάχτυλα, κι ἀπ’ τὰ οὐρλιαχτὰ τοῦ πόνου μαζεύτηκαν θηρία ποὺ τὸν κατασπαράξαν ζωντανό - καὶ σ’αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν τραγικὴ στιγμὴ τὸν ἔχει ἀπεικονίσει ὁ Πυζέ!
[7]              Ὁ Βαττώ (1684-1721)  --τ’ ἀντιπροσωπευτικώτερα ἔργα τοῦ ὁποίου ἦταν οἱ λεγόμενες Fêtes galantes (σκηνὲς βουκολικῶν διασκεδάσεων), ἐνῶ ἐπιδίδονταν ἰδιαίτερα καὶ στὴν ἀπεικόνιση χαρακτήρων τῆς Commedia dellarte (πρβλ: τὸ καρναβάλι αὐτό)--,  εἶχε περιπέσει σὲ λήθη ἴσαμε τὰ μέσα τοῦ 19ου αἰώνα, ὁπότε οἱ ἀδερφοὶ Γκονκοὺρ τὸν ἀνέσυραν, ὑποδεικνύοντας τὴ μεταμφιεσμένη μελαγχολία κάτω ἀπ’ τὰ χαμόγελα τῶν προσώπων του, ἕνα εἶδος τρέλλας κρυμμένης πίσω ἀπ’ τὴ χαριτωμένη κομψότητα. Γιὰ τὸ φίλο, εἰδικώτερα, τοῦ Μπωντλαὶρ ζωγράφο Ἐμὶλ Ντερουὰ μαρτυρεῖται ρητά (Τh. de Banville, Mes souvenirs, Paris, [1882], 93) ὅτι ἤξερε νὰ διακρίνῃ στὸ πασίγνωστο ἔργο τοῦ Βαττώ «Ἐπιβίβαση γιὰ τὰ Κύθηρα» μιὰν ἀπέραντη θλίψηdam, 280-1).  
[8]              Ἀναφέρεται στὴ συλλογὴ τῶν περίφημων χαρακτικῶν μὲ τὸν τίτλο Caprichos. Πιὸ συγκεκριμένα, ὁ πρῶτος στίχος, στὸ χαρακτικὸ ἀρ.43, τιτλοφορούμενο: «Ὁ ὕπνος τῆς λογικῆς γεννᾷ τέρατα» (ὅπου ἕνας ἀποκοιμισμένος λόγιος περιτριγυρίζεται ἀπὸ δεκάδες ἐφιαλτικὲς νυχτερίδες). Ὁ δεύτερος ἀπηχεῖ τὸ ὑπ’ ἀρ.19 «Ὅλοι θὰ πέσουν» (μιὰ γριὰ καὶ δυὸ νέες σουβλίζουν ἕνα κοτόπουλο μ’ ἀνθρώπινο κεφάλι) κι ὁ Μπωντλαίρ, μάλιστα, ὁ ἴδιος σημειώνει γιὰ τὸν Γκόγια Quelques caricaturistes étrangers, ἔκδ. Pleiade, ΙΙ, 568: Il est curieux ...que ce haïsseur des moines ait tant rêvé sorcières, sabbat, diableries, enfants qu’ on fait cuire à la broche. Ὁ τρίτος συναρτᾶται μὲ τὸ ὑπἀρ.55 «Μέχρι θανάτου» (μιὰ γριὰ ἀριστοκράτισσα φτειάχνεται μπρὸς στὸν καθρέφτη), κι ὁ τελευταῖος μὲ τὸ ὑπἀρ.17, «Τὴν τραβάει σωστά» (μιὰ νεαρὴ πόρνη τεντώνει τὴν κάλτσα). Περαιτέρω γραμματειακὲς ἐπιρροὲς ἐντοπίζει ὁ Αdam, 281.  
[9]          Ὁ Ντελακρουὰ εἶνὁ μόνος σύγχρονος καλλιτέχνης ποὺ ὁ Μπωντλαὶρ κατατάσσει δίπλα στοὺς ἀδιαμφισβήτους γίγαντες τῆς Τέχνης, κεἶχε ἐπανειλημμένα ξεσπαθώσει μάλιστα ὑπέρ του στὶς αἰσθητικὲς κριτικές του. Γενικώτερα, ὁ Μπωντλαὶρ προσπάθησε στὴν τεχνοκριτική του ν’ ἀποδώσῃ τὰ χρώματα μὲ λέξεις. Οἱ συγκεκριμένοι δὲ συμβολισμοί: ἡ αἱμάτων λίμνη καὶ τὰ πράσινα ἐλάτης δάση ἀειθαλλῆ ξεκαθαρίζονται ἀπὸ μιὰ φράση τῆς μελέτης του, ποὺ ἀναφέρεται στὴ χρήση τοῦ κόκκινου καὶ τοῦ πράσινου ἀπ’ τὸν Ντελακρουά: τὴν αἱματοβαμμένη κι ἄγρια ἐρήμωση ποὺ μόλις ἀντισταθμίζεται μὲ τὸ σκοῦρο πράσινο τῆς ἐλπίδας (Salon de 1846, ἔκδ. Pleiade, II, 436 / Charles Baudelaire, Εὐγένιος Ντελακρουά, ΝΕ, 971, 1967, 144, σὲ μτφρ Ξ. Καράκαλου, μὲ δικές μου βελτιώσεις). Σ’ ἄλλο σημεῖο ἐπιμένει πὼς ὕψιστο προσὸν τοῦ Ντελακρουὰ εἶν’ ἡ παράδοξη κ’ ἐπίμονη μελαγχολία ποὺ ξεχύνεται ἀπ’ ὅλα του τὰ ἔργα κ’ ἐκφράζεται μές ἀπ’ τὴν ἐκλογὴ τῶν θεμάτων, τὴν ἔκφραση τῶν μορφῶν, τὴ χειρονομία καὶ τὸ στὺλ τῶν χρωμάτων του (Pleiade, ὅ.π., 440 / NE, ὅ.π., 146) καὶ φαίνεται πὼς αὐτή του ἀκριβῶς ἡ ἰδιότητα τὸν ἔφερε ὡς ἐκλεκτικὸ συγγενῆ κοντύτερα στὸν ποιητή. Θεωροῦσε ὅτι ὁ χρωστήρας του ἐξέφραζε καλύτερα ἀπ’ ὅλους τοὺς ἄλλους ζωγράφους τῆς ἐποχῆς του τὸν ἠθικὸ πόνο καὶ σημειώνει μὲ τὶς ἴδιες λέξεις τοῦ ποιήματος πώς: τὸ χρῶμα του εἶναι γοερὸ καὶ βαθὺ σὰν μελωδία τοῦ Βέμπερ (Pleiade, ὅ.π. /  NE, ὅ.π., 146-7). Ἀργότερα, ὁ Μπωντλαὶρ θεώρησε σκόπιμο σ’ ἕνα ἄρθρο του γιὰ τὴν Exposition universelle de 1855 (Pleiade, ὅ.π., 595) νὰ διευκρινίσῃ ὁ ἴδιος τὴ συγκεκριμένη στροφὴ τῶν Φάρων: αἱμάτων λίμνη εἶναι τὸ κόκκινο· στοιχειωμένη ἀπ’ ἀγγέλους πονηρούς: ὁ «ὑπερνατουραλισμός»· δάσος πράσινο ἀειθαλές: τὸ συμπληρωματικὸ τοῦ κόκκινου πράσινο· ἕνας βαρὺς οὐρανός: τὰ ταραγμένα καὶ θυελλώδη φόντα τῶν πινάκων του· τὰ σαλπίσματα τοῦ Βέμπερ: ἰδέες ρομαντικῆς μουσικῆς ποὺ ἐγείρουν οἱ ἁρμονίες τοῦ χρώματός του. Τὸν ὅρο «ὑπερνατουραλισμός» τὸν ἀνάγει στὸν Χάινε: Ὡς πρὸς τὴν Τέχνη εἶμαι ὑπερνατουραλιστής. Πιστεύω πὼς ἡ Τέχνη δὲν μπορεῖ νὰ βρῇ στὴ Φύση ὅλους τοὺς τύπους της· οἱ πιὸ ἀξιόλογοι τῆς ἀποκαλύπτονται μές στὴν ψυχή, ὅπως ἡ ἔμφυτη Συμβολικὴ τῶν ἐμφύτων ἰδεῶν, ἄμεσα (ὅ.π., 432).              
[10]         Κὰρλ Μαρία φὸν Βέμπερ (1786-1826), ρομαντικὸς συνθέτης μ’ ἔντονα ὑποβλητικοὺς τόνους, πατέρας τοῦ γερμανικοῦ μελοδράματος, μὲ βασικώτερο ἔργο τὸν Freischütz.
[11]           Διάφορες ἑρμηνεῖες ἔχουν προταθῆ γιὰ τὶς τρεῖς τελευταῖες στροφές. Ἄλλοι ἀνακαλύπτουν μιὰν εἰκονοκλαστικὴ ἐξέγερση τοῦ ἀνθρώπου κατέναντι τοῦ θεοῦ, ἄλλοι, ἀντιθέτως, διακρίνουν μιά «διαμεσολαβητικὴ δύναμη» τῶν καλλιτεχνικῶν αὐτῶν Φάρων, μεταξὺ θεοῦ καὶ ἀνθρώπων... Πιθανώτερα ὁ Μπωντλαὶρ ἐκφράζει τὴ βασικὴ ρομαντικὴ ἀντίληψη πὼς ἡ Ποίηση, καὶ γενικώτερα ἡ Τέχνη συνιστᾷ κραυγὴ τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸ Ἄπειρο, τὸ Αἰώνιο, τὸ Θεῖο κ.λ. Πρβλ τὰ γραφόμενα τοῦ ἔνθερμου ἀπολογητῆ τοῦ χριστιανισμοῦ στὸν αἰῶνα του, Φ. Λαμενναί (Esquisse dune philosophie, 1840): Ἡ Ποίηση, ἄμεση ἐκδήλωση τοῦ ἔλλογου καὶ ἠθικοῦ ὄντος, ἀπηχοῦσε κατ’ ἀρχὰς μιὰ ὁρμὴ πρὸς τὸ Δημιουργό, μία ἔκφραση λατρείας, εὐγνωμοσύνης καὶ ἀγάπης (Adam, 282-3).