t


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες

Τετάρτη, 30 Σεπτεμβρίου 2015

Είναι ένα νησί πολύ μονάχο...

Ταξιδεύαμε, σαν πήγαμε, θυμάμαι,
στον Ωκεανό της Αμνησίας,
ερευνούσαμε για να βρούμε, θυμάμαι,
έξω από τους δρόμους τούς συνήθεις,
τη βεβαία μας ήπειρο της λήθης...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Καλοτάξιδο, λάδι σε καμβά

Αλέξανδρος Μπάρας
Μοναξιά

Είναι το πυκνό συλλαλητήριο
που οργανώνει μόνος ένας, μόνος,
κάπου ένα μαχαίρι είναι που βρέθηκε
δίχως ν' ακουστεί κανένας φόνος.

Όπλου είναι βολή χωρίς αντήχηση
στη μεγάλην άμμο μιας Σαχάρας,
πάνω μια χλωμή λειψή πανσέληνος
λιώνει σαν κεράκι της δεκάρας...

Είναι μια σημαία που ξεχάστηκε
στον ιστό μετά τη δύση του ηλίου,
ξέθωρο ένα ράκος που φυλάχτηκε
από εσθήτα περασμένου μεγαλείου.

Έρημος σταθμός το μεσονύχτιο
υπογείων αστικών σιδηροδρόμων,
πέτρες φορτωμένον είναι φέρετρο
που το πάνε τέσσερις στον ώμον.

Βάρκα είναι στο πέλαγο τ' απέραντο
μ' ένα σκελετό για κωπηλάτη
που ήλιος κατακόρυφος τον στέγνωσε
και τον λεύκανε της θάλασσας τ' αλάτι.

Είναι το πουλί που μόνο ξώμεινε
μίλια απ' το κυρίαρχο κοπάδι,
πίσω του το φως της μέρας σβήνεται
και μπροστά του πήζει το σκοτάδι...

Tango

Ένα ταγκό, ένα ταγκό
τόσο λυπημένο και αργό,
"τόσο πικρός και μάταιος
ο κόσμος" - το μοτίβο του,
ένα ταγκό που αναμετρά
το πρόσκαιρο και λίγο του.

Ένα ταγκό, ένα ταγκό...
Σιγά σιγά τα βήματα,
σιγά σιγά και βέβαια,
μας φέρνουν προς το Θάνατο...

Tristan da Cunha

Είναι ένα νησί πολύ μονάχο
που πήγαμε μια φορά μεθυσμένοι
- σήμερα όλη η γη συνηθισμένη.

Ταξιδεύαμε, σαν πήγαμε, θυμάμαι,
στον Ωκεανό της Αμνησίας,
ερευνούσαμε για να βρούμε, θυμάμαι,
έξω από τους δρόμους τούς συνήθεις,
τη βεβαία μας ήπειρο της λήθης.

Είναι ένα νησί πολύ μονάχο
το νησί Tristan da Cunha
που πήγαμε μια φορά μεθυσμένοι.
Ήμασταν, θυμάμαι, ευτυχισμένοι,
σαν ποτές πια, τόσο ευτυχισμένοι,
- τότες. Μα σήμερα,
όλη η γη συνηθισμένη.

(Δυστυχώς μου είναι πια γνωστή
η θέση «των νησιών» Tristan da Cunha.
Δυστυχώς σημειώνουνται στον άτλαντα
«τρία» νησιά του συγκροτήματος:
Τristan, Inaccessible και Nightingale
— δολοφονία της ποίησης απ' τη γεωγραφία.

Τρίτη, 29 Σεπτεμβρίου 2015

έκανε τον Χριστιανό κι αυτός κι εκκλησιάζονταν...

Aλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον.
Aνεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Καφές και βιβλία, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Κωνσταντίνος Καβάφης
Είγε ετελεύτα    

«Πού απεσύρθηκε, πού εχάθηκε ο Σοφός;
Έπειτ’ από τα θαύματά του τα πολλά,
την φήμη της διδασκαλίας του
που διεδόθηκεν εις τόσα έθνη
εκρύφθηκ' αίφνης και δεν έμαθε κανείς
με θετικότητα τι έγινε
(ουδέ κανείς ποτέ είδε τάφον του).
Έβγαλαν μερικοί πως πέθανε στην  Έφεσο.
Δεν τόγραψεν ο Δάμις όμως· τίποτε
για θάνατο του Aπολλωνίου δεν έγραψεν ο Δάμις.
Άλλοι είπανε πως έγινε άφαντος στην Λίνδο.
Ή μήπως είν’ εκείν’ η ιστορία
αληθινή, που ανελήφθηκε στην Κρήτη,
στο αρχαίο της Δικτύννης ιερόν.—
Aλλ’ όμως έχουμε την θαυμασία,
την υπερφυσικήν εμφάνισί του
εις έναν νέον σπουδαστή στα Τύανα.—
Ίσως δεν ήλθεν ο καιρός για να επιστρέψει,
για να φανερωθεί στον κόσμο πάλι·
ή μεταμορφωμένος, ίσως, μεταξύ μας
γυρίζει αγνώριστος.— Μα θα ξαναφανερωθεί
ως ήτανε, διδάσκοντας τα ορθά· και τότε βέβαια
θα επαναφέρει την λατρεία των θεών μας,
και τες καλαίσθητες ελληνικές μας τελετές.»

Έτσι ερέμβαζε στην πενιχρή του κατοικία—
μετά μια ανάγνωσι του Φιλοστράτου
«Τα ες τον Τυανέα Aπολλώνιον»—
ένας από τους λίγους εθνικούς,
τους πολύ λίγους που είχαν μείνει. Άλλωστε —ασήμαντος
άνθρωπος και δειλός— στο φανερόν
έκανε τον Χριστιανό κι αυτός κι εκκλησιάζονταν.
Ήταν η εποχή καθ’ ην βασίλευεν,
εν άκρα ευλαβεία, ο γέρων Ιουστίνος,
κ’ η Aλεξάνδρεια, πόλις θεοσεβής,
αθλίους ειδωλολάτρας αποστρέφονταν.

Τείχη    

Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ
μεγάλα κ’ υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.

Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ.
Άλλο δεν σκέπτομαι: τον νουν μου τρώγει αυτή η τύχη·

διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον.
A όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μην προσέξω.

Aλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον.
Aνεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω.

Δευτέρα, 28 Σεπτεμβρίου 2015

έχω από βαθύ όνειρο ξυπνήσει...

Στο έρημο διάστημα έσβησε ένα αστέρι:
το διάστημα ερημώθη τώρα...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Ανατολή σελήνης, λάδι σε καμβά

Φρειδερίκος Νίτσε
Το μεθυσμένο τραγούδι

Ω άνθρωπε! Έχε το νού σου!
Τα βαθειά μεσάνυκτα τί λένε;
"Κοιμόμουν, κοιμόμουν-,
έχω από βαθύ όνειρο ξυπνήσει:-
Βαθύς είναι ο κόσμος,
πιο βαθύς απ' όσο εκέφτη η μέρα.
Η οδύνη του βαθειά είναι-,
η χαρά -βαθύτερη από την οδύνη:
Η οδύνη λέει: αφανίσου!
Πλην αιωνιότητα κάθε χαρά θέλει-,
βαθειά, βαθειάν, αιωνιότητα θέλει!"

Πού πήγε;

Πού πήγε; Ποιος ξέρει!
Μα βέβαιο είναι ότι έχει δύσει.
Στο έρημο διάστημα έσβησε ένα αστέρι:
το διάστημα ερημώθη τώρα...

Τα ληφθέντα μέτρα

Οι τεμπέληδες σφάζονται
ο κόσμος γίνεται εργατικός

Οι άσχημοι σφάζονται
ο κόσμος γίνεται ωραίος

Οι ανόητοι σφάζονται
ο κόσμος γίνεται σοφός

Οι άρρωστοι σφάζονται
ο κόσμος γίνεται υγιής

Οι θλιμμένοι σφάζονται
ο κόσμος γίνεται χαρούμενος

Οι γέροι σφάζονται
ο κόσμος γίνεται νέος

Οι εχθροί σφάζονται
ο κόσμος γίνεται φιλικός

Οι κακοί σφάζονται
ο κόσμος γίνεται καλός.

Κυριακή, 27 Σεπτεμβρίου 2015

Σελήνη αθρόα παρουσία...

Στη γωνιά του έρημου κήπου
Θα αιστανθώ τη σελήνη
Όπως δεν αιστάνθηκα τίποτε
Στη ζωή μου...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Θεσσαλονίκη με πανσέληνο, λάδι σε καμβά

Γιώργος Σαραντάρης
Αόρατοι κατοικούμε σε μια μουσική

Αόρατοι κατοικούμε σε μια μουσική
Σε μια μεγάλη κάμαρα
Σε μια μουσική
Που έχει όργανο την ησυχία
Τραπέζι τη γη
Δάχτυλα τον αγέρα και τη βροχή
Κι έμπνευση τον άνεμο

Αόρατοι κοιμόμαστε στη χλόη
Και κελαηδάμε
Όταν ξαπλώνουμε
Με τα πόδια στον ορίζοντα
Και τους πόθους στον ουρανό
Το φως της αυγής
Είναι η βρύση που μας ξυπνά
Όπως είναι και η κούνια στα παιδιά μας

Σελήνη    

Aπό ένα θαύμα
Aπό ένα πρόσωπο πρωίας
Παίρνεται ο θυμός μου

Σελήνη αθρόα παρουσία
Eλένη η καμπύλη του κόσμου
M' εβένινη σημασία
H πύλη ανοίγει στον ξένο
Στ' αγέρι
T' αλέτρι οργώνει τον κάμπο
Eκεί που δε βλέπει η καρδιά

Bελάζουν τ' αστέρια στην κρύπτη

Πρόλογος
Στους φίλους μου

Kόβεται η δική μας αναπνοή,
χάνεται ο χρόνος, παιδιά·
σε φωνή μοιάζει
που ζύγωσε
μας προσπέρασε
μα δεν ακούστηκε,
κι ένας από μας, ο πιο καλός,
ελπίζει ακόμα
αλλά ντρέπεται να το πει...

Να κοιμάσαι νηστικός...

Να κοιμάσαι νηστικός σε μια σοφίτα
Να είσαι ο τεμπέλης του σπιτιού
Να γίνεσαι σκουπίδι
Όταν ανοίγεται ένα λερωμένο στόμα
Θα σηκώσω το γιακά
Για να φύγω σαν ένας ληστής
Από το δικό μου σπίτι
Θα κοιμηθώ στους δρόμους
Για να νιώσω ολάκερη την πολιτεία
Να τουρτουρίζει μαζί μου
Στο παλτό μου έχω ένα λεκέ
Αλλά είναι καιρό που δεν τον βλέπω
Θα το ξαπλώσω χάμω
Και θα στρωθώ πάνω του
Να πιω λίγη βραδιά
Στη γωνιά του έρημου κήπου
Θα αιστανθώ τη σελήνη
Όπως δεν αιστάνθηκα τίποτε
Στη ζωή μου
Θα την αιστανθώ στα χείλη μου
Σαν ένα αχλάδι
Στα μάγουλα
Σαν άλλα μάγουλα

Σάββατο, 26 Σεπτεμβρίου 2015

Στο βασίλειο του λυκόφωτος...

Εδώ δεν υπάρχουν βλέμματα
Σ’ αυτή την κοιλάδα των άστρων που πεθαίνουν
Σ’ αυτή την κούφια κοιλάδα...
*
There are no eyes here
In this valley of dying stars
In this hollow valley... 

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Τα μαύρα νερά στο λιμάνι, λάδι σε καμβά

Τ. Σ Έλιοτ
Οι κούφιοι άνθρωποι
(απόσπασμα)

I
Είμαστε οι κούφιοι άνθρωποι
Είμαστε οι παραφουσκωμένοι άνθρωποι
Γέρνοντας μαζί
Με την περικεφαλαία γεμάτη με άχυρο. Αλίμονο!
Οι εξαντλημένες μας φωνές όταν
Μαζί ψιθυρίζουμε
Είναι βουβές και άσκοπες
Όπως ο αέρας στο ξερό χορτάρι
Ή τα πόδια των ποντικών πάνω σε σπασμένα γυαλιά
στο ξηρό μας κελάρι

Μορφή δίχως φόρμα, σκιά δίχως χρώμα,
Δύναμη παραλυμένη, χειρονομία δίχως κίνηση˙

Εκείνοι που διέσχισαν
Με το βλέμμα ευθύ, στου θανάτου την άλλη Βασιλεία
Μας θυμούνται —όπως ήμασταν— όχι σαν χαμένες
λυσσαλέες ψυχές, αλλά μοναχά
Σαν τους κούφιους ανθρώπους
Τους παραφουσκωμένους ανθρώπους.

ΙΙ
Βλέμματα που δεν τολμώ στο όνειρο να αντικρίσω
Στου θανάτου το ονειρικό βασίλειο
Αυτά δεν εμφανίζονται:
Εκεί, τα βλέμματα είναι
Ηλιόφως σε έναν σπασμένο κίονα
Εκεί, είναι ένα δέντρο που ταλαντεύεται
Και υπάρχουν φωνές
Στου ανέμου το τραγούδι
Πιότερο μακρινές και ακόμα πιο ιερές
Απ’ ότι ένα αστέρι που σβήνει.

Ας μη βρεθώ πιο κοντά
Στου θανάτου το ονειρικό βασίλειο
Κι ακόμα ας ντυθώ
Με μια τέτοια προμελετημένη μεταμφίεση
Τη δορά του ποντικού, το πετσί του κορακιού,  σανίδια σταυρωτά  Σε ένα λιβάδι
Και όπως φυσάει ο άνεμος τα πάει
Όχι πιο κοντά—

Όχι αυτή η τελική συνάντηση
Στο βασίλειο του λυκόφωτος.

ΙΙΙ
Αυτή είναι η νεκρή χώρα
Αυτή είναι  του κάκτου η χώρα
Εδώ τα λίθινα ειδώλια
Υψώνονται, εδώ δέχονται
Την ικεσία από το χέρι ενός νεκρού ανθρώπου
Κάτω από την μαρμαρυγή ενός αστεριού που σβήνει.

Κάπως έτσι είναι
Στου θανάτου την άλλη βασιλεία
Ξυπνάς μοναχός
Εκείνη την ώρα που εμείς
τρέμουμε με τρυφερότητα
Χείλη που θα φιλούσαν
Πλάθουν προσευχές για τη σπασμένη πέτρα.

IV
Τα βλέμματα δεν είναι εδώ
Εδώ δεν υπάρχουν βλέμματα
Σ’ αυτή την κοιλάδα των άστρων που πεθαίνουν
Σ’ αυτή την κούφια κοιλάδα
Το σπασμένο αυτό σαγόνι των χαμένων βασιλείων μας
Σε αυτόν τον ύστατο τόπο συνάντησης

Μαζί ψαχουλεύουμε
Και αποφεύγουμε τα λόγια
Συγκεντρωμένοι  στην αμμούδα του ξεχειλισμένου ποταμού
Τυφλοί, εκτός κι αν

Τα μάτια επανέλθουν
Όπως το αιώνιο άστρο
Ρόδο εκατόφυλλο
Της λυκόφωτης του θανάτου βασιλείας
Η ελπίδα μόνο
Των κενών ανθρώπων.

(Μετ. Γιάννης Αντιόχου)

T.S Eliot
The Hollow Men
(extract)

I
We are the hollow men
We are the stuffed men
Leaning together
Headpiece filled with straw. Alas!
Our dried voices, when
We whisper together
Are quiet and meaningless
As wind in dry grass
Or rats' feet over broken glass
In our dry cellar

Shape without form, shade without colour,
Paralysed force, gesture without motion;

Those who have crossed
With direct eyes, to death's other Kingdom
Remember us—if at all—not as lost
Violent souls, but only
As the hollow men
The stuffed men.

II
Eyes I dare not meet in dreams
In death's dream kingdom
These do not appear:
There, the eyes are
Sunlight on a broken column
There, is a tree swinging
And voices are
In the wind's singing
More distant and more solemn
Than a fading star.

Let me be no nearer
In death's dream kingdom
Let me also wear
Such deliberate disguises
Rat's coat, crowskin, crossed staves
In a field
Behaving as the wind behaves
No nearer—

Not that final meeting
In the twilight kingdom

III
This is the dead land
This is cactus land
Here the stone images
Are raised, here they receive
The supplication of a dead man's hand
Under the twinkle of a fading star.

Is it like this
In death's other kingdom
Waking alone
At the hour when we are
Trembling with tenderness
Lips that would kiss
Form prayers to broken stone.

IV
The eyes are not here
There are no eyes here
In this valley of dying stars
In this hollow valley
This broken jaw of our lost kingdoms

In this last of meeting places
We grope together
And avoid speech
Gathered on this beach of the tumid river

Sightless, unless
The eyes reappear
As the perpetual star
Multifoliate rose
Of death's twilight kingdom
The hope only

Παρασκευή, 25 Σεπτεμβρίου 2015

της ζωής της άχαρης...

το ζήτησα τόσο πολύ
στη στέρνα με τους ευκαλύπτους
την άνοιξη και το φθινόπωρο
σ' όλα τα δάση γυμνά...

(το φύλλο της λεύκας)

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Λεύκες στον Λαγκαδά, λάδι σε καμβά

Γιώργος Σεφέρης

ΑΓΙΑΝΑΠΑ Β

Άνοιξη 1156

Στίχοι για μουσική

Κάτω ἀπ᾿ τὴ γέρικη συκομουριὰ
τρελὸς ὁ ἀγέρας ἔπαιζε
μὲ τὰ πουλιὰ μὲ τὰ κλωνιὰ
καὶ δὲ μᾶς ἔκραινε.

Ὥρα καλή σου ἀγέρα τῆς ψυχῆς
ἀνοίξαμε τὸν κόρφο μας
ἔλα νὰ μπεῖς ἔλα νὰ πιεῖς
ἀπὸ τὸν πόθο μας.
Κάτω ἀπ᾿ τὴ γέρικη συκομουριὰ
ὁ ἀγέρας σηκώθη κι ἔφυγε
κατὰ τὰ κάστρα τοῦ βοριὰ
καὶ δὲ μᾶς ἄγγιξε.

Θυμάρι μου καὶ δεντρολιβανιά,
δέσε γερὰ τὸ στῆθος σου
καὶ βρὲς σπηλιὰ καὶ βρὲς μονιὰ
κρύψε τὸ λύχνο σου.

Δὲν εἶναι ἀγέρας τοῦτος τοῦ Βαγιοῦ
δὲν εἶναι τῆς Ἀνάστασης
μὰ εἶναι τῆς φωτιᾶς καὶ τοῦ καπνοῦ
τῆς ζωῆς τῆς ἄχαρης.
Κάτω ἀπ᾿ τὴ γέρικη συκομουριὰ
στεγνὸς ὁ ἀγέρας γύρισε
ὀσμίζουνταν παντοῦ φλουριὰ
καὶ μᾶς ἐπούλησε.

Το φύλλο της λεύκας

Ἔτρεμε τόσο ποὺ τὸ πῆρε ὁ ἄνεμος
ἔτρεμε τόσο πῶς νὰ μὴν τὸ πάρει ὁ ἄνεμος
πέρα μακριὰ
μιὰ θάλασσα
πέρα μακριὰ
ἕνα νησὶ στὸν ἥλιο
καὶ τὰ χέρια σφίγγοντας τὰ κουπιὰ
πεθαίνοντας τὴν ὥρα ποὺ φάνηκε τὸ λιμάνι
καὶ τὰ μάτια κλειστὰ
σὰ θαλασσινὲς ἀνεμῶνες.

Ἔτρεμε τόσο πολὺ
τὸ ζήτησα τόσο πολὺ
στὴ στέρνα μὲ τοὺς εὐκαλύπτους
τὴν ἄνοιξη καὶ τὸ φθινόπωρο
σ᾿ ὅλα τὰ δάση γυμνὰ
θεέ μου τὸ ζήτησα.

Πέμπτη, 24 Σεπτεμβρίου 2015

Τι κι αν η νύχτα γέρν' αργά, μέσ' τα πυκνά ερέβη...

Πέρα μακριά, κάποιο στερνό σινιάλο
του καραβιού που φεύγει -τίποτ' άλλο...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Δύση στον Θερμαϊκό, λάδι σε καμβά

Ναπολέων Λαπαθιώτης
Εκάτης πάθη

...Je suis sure qu' elle est vierge.
Elle a la beaute d' un vierge...
Qui, elle est vierge. Elle ne s' est
jamais souillee.
OSCAR WILDE - "SALOME"

...Ἀπόψε πρόβαλε γυμνή, σὰ τέρας, ἡ Σελήνη
κι ἄβυσσος πόθου τὴ δονεῖ:
τὴν εἶδαν ὅλοι ἀπὸ νωρίς, τὶς πόρπες της νὰ λύνει,
σὰ νὰ διψοῦσεν ἡδονή...

Τί νά ῾δε ξάφνου ῾δῶ στὴ γῆ καὶ τόσο τὸ λυμπίστη
πού ῾χουν μὲ πάθος κρεμαστεῖ,
σὰ νά ῾θελαν νὰ λυτρωθοῦν, ἀπ᾿ τὴ παλιὰ τὴν πίστη
κι οἱ δυό της οἱ νεκροὶ μαστοί;

Παρθένα, στείρα καὶ βουβή, ὅμοια μὲ σαλαμάντρα,
στὰ βάθια βράδυα τ᾿ ἀττικά.
πῶς ἔτσι, ἀπόψε, φρένιασε νὰ σμίξει τρελὰ μ᾿ ἄντρα
καὶ φλογερὰ κι ἐκστατικά;

...Τί κι ἂν ἡ νύχτα γέρν᾿ ἀργά, μέσ᾿ τὰ πυκνὰ ἐρέβη
κι ἀλλόκοτα μεθοῦν οἱ ἀνθοί;
Στὴ δύση, ῾κείνη μοναχή, ποὺ κείτεται καὶ ρεύει,
ζητεῖ τοῦ κάκου νὰ εὐφρανθεῖ...

Νυχτερινό

Ἕνα φεγγάρι πράσινο, μεγάλο,
ποὺ λάμπει μέσ᾿ τὴ νύχτα -τίποτ᾿ ἄλλο.

Μιὰ φωνὴ γρικιέται μέσ᾿ τὸ σάλο
καὶ ποὺ σὲ λίγο παύει -τίποτ᾿ ἄλλο.

Πέρα μακριά, κάποιο στερνὸ σινιάλο
τοῦ καραβιοῦ ποὺ φεύγει -τίποτ᾿ ἄλλο.

Καὶ μόνον ἓν παράπονο μεγάλο
στὰ βάθη τοῦ μυαλοῦ μου. -Τίποτ᾿ ἄλλο.

Τετάρτη, 23 Σεπτεμβρίου 2015

κάποιοι αρχαίοι πολιτισμοί αφανισμένοι...

Εκεί, στον ουρανό ή στο βουνό
τώρα ατενίζουν όλη την τραγική σκηνή.
Κάποιος ζητά ν' ακούσει μελωδίες λυπητερές.
παίζουν μια μουσική τα μαθημένα δάχτυλα...

*
There, on the mountain and the sky,
On all the tragic scene they stare.
One asks for mournful melodies;
Accomplished fingers begin to play...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Φθινόπωρο στον Υμηττό, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Ουίλιαμ Μπάτλερ Γέητς
Lapis Lazuli

(στον Harry Clifton)

Έχω ακούσει πως οι υστερικές γυναίκες λεν
πως κουράστηκαν απ' τα δοξάρια ή τις παλέτες,
βαρέθηκαν τους ποιητές που πάντα είν' εύθυμοι,
γιατί ασφαλώς όλοι το ξέρουν, ειδάλλως πρέπει να το μάθουν,
ότι αν δεν ληφθούν μέτρα σωστά και δραστικά
θα βγουν τ' αεροπλάνα και τα Ζέππελιν
κι όπως ο Βασιλέας Μπίλλυ θα μας μπομπαρδίσουν
κι η πόλη μας θα γίνει, λένε, σαν ταψί.

Όλοι στο τραγικό τους έργο παίζουν.
να τος ο Άμλετ που περνάει κορδωμένος, να και ο Ληρ,
να κι η Οφήλια κι η Κορντήλια.
όμως αυτοί, σα φτάσει η τελευταία σκηνή
και πλησιάσει η ώρα της αυλαίας,
αν το μεγάλο ρόλο τους αξίζουν
δε θα ξεσπάσουν σε λυγμούς. Ξέρουν αυτοί:
Ο Άμλετ και ο Ληρ είν' εύθυμοι
κι ευθυμία τους μεταμορφώνει όλο τον τρόμο.
Όλοι γύρεψαν όλοι βρήκαν, όλοι χάσαν.
κενό. και μες στο νου φλέγεται ο ουρανός:
η πιο μεγάλη στιγμή της τραγωδίας.
Κι αν περιφέρεται ο Άμλετ και μαίνεται ο Ληρ,
κι αν πέσουν όλες οι αυλαίες μονομιάς,
κι αν πέσουν σ' εκατό χιλιάδες θέατρα,
δε μεγαλώνει η τραγωδία μια ίντσα ή μια ουγγιά.

Ήρθανε με τα πόδια, ήρθανε με καράβια,
ήρθανε με καμήλες, μ' άλογα, και με γαϊδούρια ήρθανε και με
μουλάρια
κάποιοι αρχαίοι πολιτισμοί αφανισμένοι.
Χαθήκανε κι αυτοί και η σοφία τους:
Κανένα έργο του Καλλίμαχου δε βρίσκεται,
αυτού που δούλευε το μάρμαρο λες κι ήτανε χαλκός
και λάξευε πτυχές, λες υφασμάτινες, που 'μοιαζαν ν' ανεμίζουν
όταν περνούσαν άνεμοι θαλασσινοί.
κι η μακριά του λάμπα, στο σχήμα του κορμού
ενός φοίνικα λιγνού, στάθηκε μόνο για μια μέρα.
Όλα γκρεμίζονται κι όλα ξαναχτίζονται,
κι όσοι τα ξαναχτίζουν είν' εύθυμοι και πάλι.

Δυο κινέζοι, ξοπίσω ένας τρίτος,
σκαλισμένοι σε λαμπερή γαλάζια πέτρα
και πάνω απ' αυτούς πετάει μακρύποδο πουλί,
σύμβολο της μακροζωΐας.
Ο τρίτος, το δίχως άλλο υπηρέτης,
έχει μαζί του όργανο μουσικό.

Κάθε λεκιά της πέτρας,
κάθε τυχαία ραγισματιά, κάθε βαθούλωμα,
μοιάζει με ρέμα ή με χιονοστιβάδα
ή με αγέρωχη βουνοπλαγιά όπου ακόμη πέφτει χιόνι,
αν κι είναι σίγουρο ότι κλαδί δαμασκηνιά ή κερασιάς
γλυκαίνει το σπιτάκι στα μισά του δρόμου
προς τα εκεί που ανηφορίζουν οι κινέζοι. κι εγώ
ευφραίνομαι σαν τους φαντάζομαι να κάθονται εκεί πέρα.
Εκεί, στον ουρανό ή στο βουνό
τώρα ατενίζουν όλη την τραγική σκηνή.
Κάποιος ζητά ν' ακούσει μελωδίες λυπητερές.
παίζουν μια μουσική τα μαθημένα δάχτυλα.
Τα μάτια τους, μες στις πολλές ρυτίδες, τα μάτια τους,
τ' αρχαία λαμπερά τους μάτια, τα μάτια τους είν' εύθυμα.

(μετ. Σπύρος Ηλιόπουλος)

William Butler Yeats
Lapis Lazuli

(for Harry Clifton)

I have heard that hysterical women say
They are sick of the palette and fiddle-bow,
Of poets that are always gay,
For everybody knows or else should know
That if nothing drastic is done
Aeroplane and Zeppelin will come out,
Pitch like King Billy bomb-balls in
Until the town lie beaten flat.

All perform their tragic play,
There struts Hamlet, there is Lear,
That's Ophelia, that Cordelia;
Yet they, should the last scene be there,
The great stage curtain about to drop,
If worthy their prominent part in the play,
Do not break up their lines to weep.
They know that Hamlet and Lear are gay;
Gaiety transfiguring all that dread.
All men have aimed at, found and lost;
Black out; Heaven blazing into the head:
Tragedy wrought to its uttermost.
Though Hamlet rambles and Lear rages,
And all the drop scenes drop at once
Upon a hundred thousand stages,
It cannot grow by an inch or an ounce.

On their own feet they came, or on shipboard,
Camel-back, horse-back, ass-back, mule-back,
Old civilisations put to the sword.
Then they and their wisdom went to rack:
No handiwork of Callimachus
Who handled marble as if it were bronze,
Made draperies that seemed to rise
When sea-wind swept the corner, stands;
His long lamp chimney shaped like the stem
Of a slender palm, stood but a day;
All things fall and are built again
And those that build them again are gay.

Two Chinamen, behind them a third,
Are carved in Lapis Lazuli,
Over them flies a long-legged bird
A symbol of longevity;
The third, doubtless a serving-man,
Carries a musical instrument.

Every discolouration of the stone,
Every accidental crack or dent
Seems a water-course or an avalanche,
Or lofty slope where it still snows
Though doubtless plum or cherry-branch
Sweetens the little half-way house
Those Chinamen climb towards, and I
Delight to imagine them seated there;
There, on the mountain and the sky,
On all the tragic scene they stare.
One asks for mournful melodies;
Accomplished fingers begin to play.
Their eyes mid many wrinkles, their eyes,
Their ancient, glittering eyes, are gay.

Τρίτη, 22 Σεπτεμβρίου 2015

κανείς δεν δίνει φάρμακα στον δηλητηριαστή...

Όταν φυσούν οι άνεμοι, έρχονται από κάπου
και σίγουρα υπάρχει λόγος που τα φύλλα μαραίνονται.
Ο χρόνος θα δείξει ή δε θα δείξει, αλλά κι αυτό σ’ το είπα...

*
The winds must come from somewhere when they blow,
There must be reason why the leaves decay;
Time will say nothing but I told you so...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Θύελλα στο Νιμποριό, λάδι σε καμβά

Ουίσταν Χιου Ώντεν
Οι προετοιμασίες

Εβδομάδες πριν από την έναρξη, όλα είχαν παραγγελθεί
στις καλύτερες του είδους– εταιρίες. Όργανα
που όλα τ’ αλλόκοτα φαινόμενα μετρούν
και προκαλούν κενώσεις, στα έντερα ή στην καρδιά.

Ένα ρολόι, ασφαλώς, το πέταγμα της ανυπόμονης ψυχής
να παρακολουθεί,
λάμπες για το σκοτάδι, σκίαστρα για τον ήλιο.
Επίσης, το προαίσθημα επέμεινε για  ένα όπλο
και για τις χάντρες τις πολύχρωμες, που μαλακώνουν
το μάτι των αγρίων.

Θεωρητικώς, η Πρόβλεψή τους ήτανε ορθή,
εάν, βεβαίως, προέκυπτε η κατάλληλη κατάσταση.
Ατυχώς, η κατάσταση αυτή ήταν ετούτων των ιδίων.

Διότι κανείς δεν δίνει φάρμακα στον δηλητηριαστή,
στον θαυματοποιό τα καλά σύνεργα, ή ένα τουφέκι
στον μελαγχολικό που πλήττει.

(Απόδοση Σπύρος  Ηλιόπουλος)

Αν ήξερα να σου πω

Ο χρόνος δε θα δείξει τίποτα, αλλά αυτό σ’ το είπα,
ο χρόνος γνωρίζει μόνο το τίμημα που πρέπει να πληρώσουμε.
Αν μπορούσα να σου πω, αν ήξερα, θα σ’ το έλεγα.

Αν είναι να κλάψουμε όταν οι κλόουν κάνουν παράσταση,
αν είναι να σκουντουφλάμε όταν παίζουν οι μουσικοί,
ο χρόνος θα το δείξει, αλλά κι αυτό σ’ το είπα.

Δεν έχω να σου πω κάτι περισπούδαστο, αν και
καθώς σ’ αγαπώ περισσότερο απ’ όσο μπορώ να πω,
αν μπορούσα να σου πω τι θα γίνει, θα σ’ το έλεγα.

Όταν φυσούν οι άνεμοι, έρχονται από κάπου
και σίγουρα υπάρχει λόγος που τα φύλλα μαραίνονται.
Ο χρόνος θα δείξει ή δε θα δείξει, αλλά κι αυτό σ’ το είπα.

Ίσως τα τριαντάφυλλα να θέλουν στ’ αλήθεια ν’ ανθίσουν
και το όνειρο να θέλει στα σοβαρά να μείνει μαζί μας.
Κι αν ήξερα τι να πω, θα σ’ το έλεγα.

Φαντάσου να έφευγαν όλα τα λιοντάρια,
να στέρευαν τα ποτάμια, να το έσκαγαν οι φαντάροι.
Ο χρόνος θα έλεγε: σας το είπα ότι θα γίνει.
Κι εγώ, αν ήξερα, θα σ’ το έλεγα.

(μετ. Belica-Antonia Kubareli)

W. H. Auden
The Preparations

All had been ordered weeks before the start
From the best firms at such work: instruments
To take the measure of all queer events,
And drugs to move the bowels or the heart.

A watch, of course, to watch impatience fly,
Lamps for the dark and shades against the sun;
Foreboding, too, insisted on a gun,
And coloured beads to soothe a savage eye.

In theory they were sound on Expectation,
Had there been situations to be in;
Unluckily they were their situation:

One should not give a poisoner medicine,
A conjurer fine apparatus, nor
A rifle to a melancholic bore.

If I Could Tell You

Time will say nothing but I told you so
Time only knows the price we have to pay;
If I could tell you I would let you know.

If we should weep when clowns put on their show,
If we should stumble when musicians play,
Time will say nothing but I told you so.

There are no fortunes to be told, although,
Because I love you more than I can say,
If I could tell you I would let you know.

The winds must come from somewhere when they blow,
There must be reason why the leaves decay;
Time will say nothing but I told you so.

Perhaps the roses really want to grow,
The vision seriously intends to stay;
If I could tell you I would let you know.

Suppose the lions all get up and go,
And the brooks and soldiers run away;
Will Time say nothing but I told you so?
If I could tell you I would let you know.

Δευτέρα, 21 Σεπτεμβρίου 2015

να μ’ αφήσουν ήσυχο...

Σήμερα το μόνο που ζητώ
Είναι να μ’ αφήσουν ήσυχο
Στον άνεμο
Στη λάμψη του ήλιου,
Με το μέλι στις πασχαλιές...
*
Today all I ask
is to be left alone
in the wind
in the sunshine,

with the honey on lilacs...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Άνοιξη στον Υμηττό. λάδι σε καμβά

Ρέυμοντ Σούστερ
Όλο αυτό το αργό απόγευμα

Όλο αυτό το αργό απόγευμα
Οι άνεμοι του Μάη φυσώντας
Παίρνουν το μέλι απ’ τις πασχαλιές,
Οι ήχοι των κυμάτων ξεπλένουν
Μες απ’ τα ψηλότερα κλαδιά
Τη λεύκα μου.

Τέτοιες ώρες ειν’ αρκετό
Να είσαι απλά ζωντανός•
Θα δεχτώ τον θάνατο αύριο
Χωρίς πικρία.

Σήμερα το μόνο που ζητώ
Είναι να μ’ αφήσουν ήσυχο
Στον άνεμο
Στη λάμψη του ήλιου,
Με το μέλι στις πασχαλιές
Κάτω στον κήπο•
Ν’ αποκοιμηθώ μεθυσμένος
Απ’ το κουβεντολόι των μικρών πουλιών,
Απ’ την τόσο άφθονη πρασινάδα
Που ᾽ναι μαζεμένη πίσω απ’ τα μάτια μου.

(Μετ. Kώστας Λιννός)

Raymond Souster
All This Slow Afternoon

All this slow afternoon
the May winds blowing
honey of the lilacs,
sounds of waves washing
through the highest branches
of my poplar tree.

Enough in such hours
to be simple alive;
I will take death tomorrow
without bitterness.

Today all I ask
is to be left alone
in the wind
in the sunshine,
with the honey on lilacs
down the garden;

to fall asleep tired
of small birds’ gossip,
of so much greenness
pushed behind my eyes.

Κυριακή, 20 Σεπτεμβρίου 2015

Π. Κονδύλης: Όσα ωφελούν τους ιδιοτελείς προπαγανδίζουν οι αφελείς

Ο όχλος νομίζει πως προχωρά καλύτερα προς την ελευθερία, όταν κατακτά την ελευθερία των άλλων.
Antoine Rivarol

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Η γάτα και τα βιβλία, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Περί όχλου ο λόγος...
Αποφθέγματα

Σκαιοίσι πολλοίς είς σοφός διόλλυται.
Σοφοκλής
(Ανάμεσα σε πολλούς αγροίκους, ένας σοφός χάνεται)

Ισχυρόν όχλος εστίν, ουκ έχει δε νουν.
Μένανδρος

Πας όχλος φοβερός.
Ξενοφών

Συν όχλω αμαθία πλείστον κακόν.
Ευριπίδης
(Αμάθεια και όχλος είναι πολύ μεγάλη συμφορά)

Είς ουδείς, δύο πολλοί, τρεις όχλος, τέσσαρες πανήγυρις.
Αίσωπος

Δεινόν οι πολλοί, κακούργους όταν έχωσι προστάτας.
Πλούταρχος

Όσα ωφελούν τους ιδιοτελείς προπαγανδίζουν οι αφελείς.
Παναγιώτης Κονδύλης


Το IQ του όχλου, ισούται με το IQ του πιο ηλίθιου που είναι μέσα σ’ αυτόν, διαιρεμένο δια του πλήθους του.
Terry Pratchett

Το πλήθος έχει πολλά κεφάλια, αλλά καθόλου μυαλό.
Thomas Fuller

Εγώ δεν συμφωνώ με τα μαθηματικά. Το άθροισμα πολλών μηδενικών είναι ένας επικίνδυνος αριθμός.
Stanislaw Jerzy Lec

Ο συλλογικός φόβος ερεθίζει το αγελαίο ένστικτο και τείνει να προκαλεί το μένος εναντίον αυτών που δεν θεωρούνται μέρος της αγέλης.
Bertrand Russell

Ο αριθμός των εχθρών μας αυξάνεται σε ευθεία αναλογία με τη σπουδαιότητά μας. Το ίδιο συμβαίνει και με τον αριθμό των φίλων μας.
Paul Valery

Πώς γίνεται να είστε τόσο λίγοι και εγώ να είμαι τόσο πολλοί;
Orson Welles

Όποιος προσπαθεί να βγει απ’ το μεγάλο κοπάδι που λέγεται «κοινωνία», προκαλεί τη δυσαρέσκεια του κοπαδιού.
Πετράρχης

Ο καλύτερος τρόπος για να πετύχεις στην πολιτική, είναι να βρεις ένα πλήθος που πηγαίνει κάπου και να μπεις μπροστά του.
Ανώνυμος

Ποτέ δεν προβληματίζει το λύκο πόσο πολλά μπορεί να είναι τα πρόβατα.
Βιργίλιος

Όταν μαζεύονται πολλοί μαζί, οι άνθρωποι γίνονται μικροί. Είναι σαν τους διαβόλους του Milton που αναγκάζονται να γίνουν πυγμαίοι για να μπουν στο Πανδαιμόνιον.
Nicolas Chamfort
   
Όταν πρέπει να διαλέξει ποιος θα σταυρωθεί, ο όχλος θα διαλέξει πάντα να σώσει τον Βαραββά.
Jean Cocteau

Ο όχλος είναι κάπως σαν τη Σφίγγα του αρχαίου μύθου. Είναι ανάγκη να φτάσουμε σε μια λύση που να δέχεται η ψυχολογία του αλλιώς θα πρέπει να αφεθούμε να μας κατασπαράξει.
Gustave Le Bon

Ο όχλος νομίζει πως προχωρά καλύτερα προς την ελευθερία, όταν κατακτά την ελευθερία των άλλων.
Antoine Rivarol

Τόσα πολλά βόδια, τόσες πολλές κουράδες...
Παροιμία των αρχαίων Σουμερίων

Σάββατο, 19 Σεπτεμβρίου 2015

Στις ολοκληρωτικές, μαζικές κοινωνίες οι άνθρωποι είναι μόνοι ή εναντίον άλλων ανθρώπων...

Η αντίδραση των μαζών στον ρεαλισμό, στον κοινό νου, ήταν το αποτέλεσμα της ατομικοποίησής τους, της απώλειας  της κοινωνικής θέσης τους και της συνακόλουθης απώλειας ολόκληρου τμήματος των κοινοτικών σχέσεων στα πλαίσια των οποίων ο κοινός νους έβγαζε νόημα...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Χειμώνας στον Υμηττό, λάδι σε καμβά

Χάνα Άρεντ
Αποφθέγματα

Οι άνθρωποι έχουν μεταβληθεί πέρα για πέρα σε ιδιώτες, δηλαδή έχουν στερηθεί το να βλέπουν και να ακούνε τους άλλους ή το να τους βλέπουν και να τους ακούνε οι άλλοι. Βρίσκονται όλοι έγκλειστοι στην υποκειμενικότητα της δικής τους ατομικής εμπειρίας, η οποία δεν παύει να είναι ατομική έστω κι αν πολλαπλασιάζεται απειράριθμες φορές. Το τέλος του κοινού κόσμου έχει επέλθει όταν αυτός αντικρύζεται από μια μόνο πλευρά κι όταν έχει την δυνατότητα να παρουσιάζεται σε μια μόνο προοπτική.

Η επιθυμία για δύναμη και εξουσία δεν είναι χαρακτηριστικό των δυνατών, αλλά -όπως ο φθόνος και η πλεονεξία- είναι ελάττωμα των αδύναμων ψυχών και, συχνά, πολύ επικίνδυνο.

Ο πιο φλογερός επαναστάτης θα γίνει συντηρητικός την επόμενη μέρα μετά την επανάσταση.

Δεν υπάρχουν επικίνδυνες σκέψεις. Το να σκέφτεσαι αυτό καθεαυτό είναι επικίνδυνο.

Το πρόβλημα με τα ψέματα και την εξαπάτηση είναι ότι η αποτελεσματικότητά τους βασίζεται εξ ολοκλήρου σε μια σαφή αντίληψη της αλήθειας την οποία ο ψεύτης και απατεώνας επιθυμεί να κρύψει.

Ο μεγαλύτερος κίνδυνος στο να αναγνωρίσουμε τον ολοκληρωτισμό ως την κατάρα του αιώνα θα ήταν μια τέτοια εμμονή με αυτόν που θα μας εμπόδιζε να δούμε τα πολλά εκείνα μικρά και όχι τόσο μικρά κακά με τα οποία είναι στρωμένος ο δρόμος προς την κόλαση.


Ο Χίτλερ και ο Στάλιν ανακάλυψαν ότι η εξάλειψη της μη προβλεψιμότητας των ανθρώπινων πραγμάτων αλλά και της ίδιας της φύσης του ανθρώπου είναι δυνατή στα πλαίσια μιας κεντρικής καθιέρωσης μιας ολοκληρωτικά οργανωμένης εξουσίας.

Η συλλογικότητα των μαζών κατέστη αποδεκτή από εκείνους που ήλπιζαν ότι η εμφάνιση των φυσικών νόμων και της ιστορικής εξέλιξης θα μειώσει την μη προβλεψιμότητα των πράξεων  και της συμπεριφοράς του ατόμου.

Φόβος είναι η επιθυμία κάποιου να υποτάξει ή να υποταχθεί.

Στις ολοκληρωτικές ιδεολογίες η λογική εκμεταλλεύεται συγκεκριμένες ιδέες και τις διαστρεβλώνει μετατρέποντας αυτές σε συλλογιστικές βάσεις.

Ο ολοκληρωτισμός δεν σέβεται ούτε την ισότητα ούτε τη διαφορά μεταξύ των ατόμων. Τότε οι άνθρωποι είναι μόνοι ή εναντίον άλλων ανθρώπων.  

Η αντίδραση των μαζών στον ρεαλισμό, στον κοινό νου, ήταν το αποτέλεσμα της ατομικοποίησής τους, της απώλειας  της κοινωνικής θέσης τους και της συνακόλουθης απώλειας ολόκληρου τμήματος των κοινοτικών σχέσεων στα πλαίσια των οποίων ο κοινός νους έβγαζε νόημα.

Η συμπεριφορά αντικατέστησε τη πράξη στις σύγχρονες κοινωνίες για τούτο και η ισότητα βασίζεται στον κομφορμισμό.

Η μαζική κοινωνία καταβροχθίζει όλα τα στρώματα του έθνους και η κοινωνική συμπεριφορά γίνεται υπόδειγμα για κάθε τομέα της ζωής.

Μόνο στην πολλότητα εμφανίζεται αληθινά η εγκόσμια πραγματικότητα. Η υποκειμενικότητα της ιδιωτικότητας δεν μπορεί να αντικαταστήσει τη πραγματικότητα της πολλότητας.

Παρασκευή, 18 Σεπτεμβρίου 2015

κι εσείς, των προλετάριων οι λαμπάδες - των «όλα αλλάζουν» οι διαλαλητάδες...

υπέρθεα ξωτικά φεγγοβολάνε
μακριά από μας Ιδέα και Επιστήμη...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Βιομηχανικό τοπίο, Πειραιάς, λάδι σε καμβα

Κωστής Παλαμάς
Σατιρικά

Ιδεολόγοι και νιτερεσολόγοι,
κι όσους μεθάνε της ζωής οι χάρες,
κι εσείς με του ασκητή το κομπολόγι,

κι εσείς, τραγουδιστές με τις κιθάρες,
κι εσείς που τη ζωή κατάρα κλαίτε,
κι εσείς με των παθών τις λιγωμάρες,

κι εσείς που σε νερά γαλήνης πλέτε,
των «όλα αλλάζουν» οι διαλαλητάδες,
κι όσοι στο γυρισμό των ίδιων καίτε

λιβάνι, κι όσοι καταφρονητάδες
των όχλων, κι εσείς οι άθεοι κι όσοι θρήσκοι,
κι εσείς, των προλετάριων οι λαμπάδες,

κι όλοι, υπεράνθρωποι, άνθρωποι, ανθρωπίσκοι!
*
Οι βωμοί συντριμμένοι, και σβησμένα
τα πολυκάντηλα όλα της λατρείας.
Ούτ’ η Αθηνά, πολεμική παρθένα,

και μήτε η ευλογία της Παναγιάς.
Σ’ αρχαία και νέα, παλάτια και ρημάδια
τ’ άδειο παντού· το κρύο της αθεΐας.

Σαν αγριμιών και σαν αρνιών κοπάδια,
ζουν οι ζωές, τρων, τρώγονται και πάνε.
Κι απάνου απ’ όλα των θεών τα βράδια

υπέρθεα ξωτικά φεγγοβολάνε
μακριά από μας Ιδέα και Επιστήμη.
Βάρβαροι σε ναούς τις προσκυνάνε.

Τ' άτι σου ακόμα μας πατά, Μπραΐμη!

Πέμπτη, 17 Σεπτεμβρίου 2015

στο ξεχείλισμα της χαράς της, η Σελήνη...

Και γι΄αυτό , καταραμένο αγαπητό χαϊδεμένο παιδί, βρίσκομαι τώρα ξαπλωμένος στα πόδια σου, αναζητώντας σ΄όλη την ύπαρξή σου την ανταύγεια της τρομερής Θεότητας, της μοιραίας αναδόχου, της φαρμακεύτρας τροφού όλων των σεληνιακών...
*
Et c'est pour cela, maudite chère enfant gâtée, que je suis maintenant couché à tes pieds, cherchant dans toute ta personne le reflet de la redoutable Divinité, de la fatidique marraine, de la nourrice empoisonneuse de tous les lunatiques... 

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Στο φως της Σελήνης, Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά

Σαρλ Μπωντλαίρ
Τα δώρα της Σελήνης

Η Σελήνη, που είναι η ίδια η ιδιοτροπία, κοίταξε ανάμεσ' απ' το παράθυρο, ενώ κοιμόσουνα στο λίκνο σου, και είπε μέσα της: "Αυτό το παιδί μ' αρέσει". Και κατέβηκε μαλθακά τη σκάλα της απο σύννεφα, και πέρασε αθόρυβα μεσ΄απ΄τα τζάμια. Έπειτα ξαπλώθηκε πάνω σου με την ευλύγιστη τρυφερότητα μιας μητέρας, κι εναπόθεσε τα χρώματά της στο πρόσωπό σου. Έτσι οι κόρες των ματιών σου απόμειναν πράσινες και τα μάγουλά σου εξαιρετικά χλωμά. Απο την ενατένιση αυτής της επισκέπτριας τα μάτια σου μεγάλωσαν τόσο παράξενα• και σ΄έσφιξε τόσο τρυφερά στο λαιμό που διατήρησες έτσι για πάντα την επιθυμία να κλαις.
Ωστόσο, μες στο ξεχείλισμα της χαράς της, η Σελήνη πλημμύριζε ολόκληρο το δωμάτιο, σα μια ατμόσφαιρα φωσφορική, σαν ένα φεγγοβόλο δηλητήρια• και όλο το ζωντανό τούτο φως στοχάζονταν κι έλεγε: "θα υφίστασαι αιώνια την επήρεια του φιλιού μου• Θα ΄σαι όμορφη με τον τρόπο μου• Θ΄αγαπάς ότι αγαπώ κι ότι μ΄αγαπά• το νερό, τα σύννεφα, τη σιωπή και τη νύχτα• την απέραντη και πράσινη θάλασσα• το άμορφο και πολύμορφο νερό, το μέρος όπου δε θα βρίσκεσαι• τον εραστή που δε θα γνωρίσεις• τα τερατώδη άνθη• τ΄αρώματα που φέρνουν παραλήρημα• τις γάτες που λιγοθυμούν πάνω στα πιάνα και που θρηνούν σαν τις γυναίκες με μια φωνή βραχνή και γλυκιά!

"Και θα σ΄αγαπούν οι εραστές μου και θα ερωτοτροπούν μαζί σου οι φίλοι μου. Θα ΄σαι η βασίλισσα των ανθρώπων με τα πράσινα μάτια, που έχω σφίξει κι εγώ τον λαιμό της στα νυχτερινά μου χάδια• εκείνων που αγαπούν τη θάλασσα, την απέραντη θάλασσα, την πολυτάραχη και πράσινη , το άμορφο και πολύμορφο νερό, το μέρος όπου δεν βρίσκονται, τη γυναίκα που δεν γνωρίζουν, τ΄απαίσια άνθη που μοιάζουν με τα θυμιατήρια μιας άγνωστης θρησκείας, τ΄αρώματα που συγχύζουν τη θέληση και τ΄άγρια και φιλήδονα ζώα που είναι τα εμβλήματα της παραφροσύνης τους".

Και γι΄αυτό , καταραμένο αγαπητό χαϊδεμένο παιδί, βρίσκομαι τώρα ξαπλωμένος στα πόδια σου, αναζητώντας σ΄όλη την ύπαρξή σου την ανταύγεια της τρομερής Θεότητας, της μοιραίας αναδόχου, της φαρμακεύτρας τροφού όλων των σεληνιακών.

(Μετ. Τάκης Βαρβιτσιώτης)

Charles Baudelaire
Les Bienfaits de la Lune

La Lune, qui est le caprice même, regarda par la fenêtre pendant que tu dormais dans ton berceau, et se dit: "Cette enfant me plaît."

Et elle descendit moelleusement son escalier de nuages et passa sans bruit à travers les vitres. Puis elle s'étendit sur toi avec la tendresse souple d'une mère, et elle déposa ses couleurs sur ta face. Tes prunelles en sont restées vertes, et tes joues extraordinairement pâles. C'est en contemplant cette visiteuse que tes yeux se sont si bizarrement agrandis; et elle t'a si tendrement serrée à la gorge que tu en as gardé pour toujours l'envie de pleurer.

Cependant, dans l'expansion de sa joie, la Lune remplissait toute la chambre comme une atmosphère phosphorique, comme un poison lumineux; et toute cette lumière vivante pensait et disait: "Tu subiras éternellement l'influence de mon baiser. Tu seras belle à ma manière. Tu aimeras ce que j'aime et ce qui m'aime: l'eau, les nuages, le silence et la nuit; la mer immense et verte; l'eau uniforme et multiforme; le lieu où tu ne seras pas; l'amant que tu ne connaîtras pas; les fleurs monstrueuses; les parfums qui font délirer; les chats qui se pâment sur les pianos et qui gémissent comme les femmes, d'une voix rauque et douce!

"Et tu seras aimée de mes amants, courtisée par mes courtisans. Tu seras la reine des hommes aux yeux verts dont j'ai serré aussi la gorge dans mes caresses nocturnes; de ceux-là qui aiment la mer, la mer immense, tumultueuse et verte, l'eau informe et multiforme, le lieu où ils ne sont pas, la femme qu'ils ne connaissent pas, les fleurs sinistres qui ressemblent aux encensoirs d'une religion inconnue, les parfums qui troublent la volonté, et les animaux sauvages et voluptueux qui sont les emblèmes de leur folie."

Et c'est pour cela, maudite chère enfant gâtée, que je suis maintenant couché à tes pieds, cherchant dans toute ta personne le reflet de la redoutable Divinité, de la fatidique marraine, de la nourrice empoisonneuse de tous les lunatiques.

Τετάρτη, 16 Σεπτεμβρίου 2015

ομορφιά που θα πεθάνει αύριο...

Ζούμε στην εποχή της ξεδιάντροπης απάτης, όπου πάντα πιστοποιείται με βεβαιότητα πως το άσπρο είναι μαύρο. Οι άνθρωποι απρόσεκτοι, αποκτηνωμένοι και αμαθέστατοι, τελικά το πιστεύουν. Σε όλους τους τομείς: στον πολιτικό, στον κοινωνικό, στον καλλιτεχνικό, στον λογοτεχνικό...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Βιομηχανικό τοπίο με φεγγάρι, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Ανρί ντε Μοντερλάν
Εσπερινός

Στάδιο, απέραντη σιωπή και μοναξιά. Οι προβολείς αργοσβήνουν
ένας ένας.
Τα παράθυρα στ' αποδυτήρια σκοτεινιάζουν με μιας. Κάτι τι
σβήνει, χάνεται.
Εκεί κάτω, μονάχο του ένα αγόρι, ρίχνει το δίσκο στο σκοτάδι.
Το φεγγάρι ανεβαίνει, Το αγόρι είναι μόνο. Μοναδικό φωτεινό
σημείο στο γήπεδο.
Είναι ολομόναχο. Παίζει για τον εαυτό του την αγνή και χαμένη
μουσική του,
τη μάταια προσπάθειά του, την ομορφιά που θα πεθάνει αύριο,
Ρίχνει το δίσκο στ' ολοστρόγγυλο φεγγάρι, σαν για μια κάποια πανάρχαια ιεροτελεστία, λειτουργός της Θεάς Μητέρας, νεωκόρος
του απείρου.
Μόνος - τόσο μόνος, - κει κάτω. Λέει την αγνή και χαμένη προσευχή του.

(μετ. Καίτη Κάστρο)
*
Αποφθέγματα

Ζούμε στην εποχή της ξεδιάντροπης απάτης, όπου πάντα πιστοποιείται με βεβαιότητα πως το άσπρο είναι μαύρο. Οι άνθρωποι απρόσεκτοι, αποκτηνωμένοι και αμαθέστατοι, τελικά το πιστεύουν. Σε όλους τους τομείς: στον πολιτικό, στον κοινωνικό, στον καλλιτεχνικό, στον λογοτεχνικό.
(μετ. Δημ. Σ. Αθανασόπουλος)
*
Η τέχνη για να επιβιώνετε στην κοινωνία είναι η τέχνη να δίνετε στους ανθρώπους την αίσθηση ότι υπάρχουν για σας ή απλώς ότι υπάρχουν.

Λείπουν πολλά πράγματα από τον σύγχρονο κόσμο. Αλλά πριν απ' όλα, η ευφυΐα - η αληθινή, όχι εκείνη των διανοουμένων, - και η ευσπλαχνία, - η αληθινή, όχι εκείνη των ανθρώπων που κάνουν καρριέρα μες στον αλτρουισμό.
(μετ. Γιώργος Κ. Καραβασίλης)
*
Έχω την εντύπωση πως έγινα για να στηρίζομαι στις θάλασσες του μηδενός... Ξεχύνομαι σαν τον άνεμο στην έρημο, που αφού πρώτα σαρώσει κύματα άμμου, σαν ολάκερα φορτία, στο τέλος σκορπιέται και χάνεται... δίχως τίποτα ν' απομένει...

Δε μπορώ να βγω από τη φυλακή που είμαι για τον ίδιο μου τον εαυτό' όλο το κακό που γίνεται στη Γη, γίνεται από τους "πιστεύοντας" και τους φιλόδοξους... Είναι πλάνη να νομίζει κανείς πως ο άνθρωπος έχει κάποιον προορισμό εδώ κάτου... Καθε τι που ζει, φθείρεται... Μονάχα η ευφυΐα έχει την ικανότητα να σε κάνει ν' απέχεις...
(μετ. Μαρία Αρκαδίου)

Τρίτη, 15 Σεπτεμβρίου 2015

δίχως να ξέρουν καν πως έχουμε υπάρξει...

Κοιτάζω τώρα το στερνό ηλιοβασίλεμα.
Ακούω το στερνό πουλί.
Κληροδοτώ το τίποτα σε κανέναν...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Ηλιοβασίλεμα στον Θερμαϊκό, λάδι σε καμβά

Χόρχε Λουίς Μπόρχες
Πράγματα

Το μπαστούνι, μια αρμαθιά κλειδιά, κάτι κέρματα,
η απαλή κλειδαριά, κάτι τελευταίες
σημειώσεις που δε θα ξαναδιαβαστούν
τις λίγες μέρες που μου απομένουν, η τράπουλα,
η σκακιέρα, ένα βιβλίο και κάπου στα φύλλα του
η ξεραμένη βιολέτα, ενθύμιο κάποιας βραδιάς
αξέχαστης ασφαλώς αλλά κιόλας ξεχασμένης,
στη δύση ο κόκκινος καθρέφτης πυρπολώντας
ένα δειλινό της φαντασίας. Τόσα και τόσα πράγματα,
ομπρέλες, πίπες, άτλαντες, φλιτζάνια, μπιχλιμπίδια
που δουλεύουν για χάρη μας σαν αμίλητοι σκλάβοι,
τυφλά, και απολύτως βουβά!
Θα επιζήσουν πέρ’ από τη λήθη μας·
δίχως να ξέρουν καν πως έχουμε υπάρξει.

(Μετ. Δημήτρης Καλοκύρης)

Ο αυτόχειρας

Δε θα μείνει στη νύχτα ούτ’ ένα αστέρι.
Δε θα μείνει η νύχτα.
Θα πεθάνω και μαζί μου όλο
τ’ ανυπόφορο σύμπαν.
Θα σβήσω τις πυραμίδες, τα μετάλλια,
τις ηπείρους και τα πρόσωπα.
Θα σβήσω το θησαύρισμα του παρελθόντος.
Θα κάνω σκόνη την ιστορία, σκόνη τη σκόνη.
Κοιτάζω τώρα το στερνό ηλιοβασίλεμα.
Ακούω το στερνό πουλί.
Κληροδοτώ το τίποτα σε κανέναν.

(μετ. Αργύρης Χιόνης)

Δευτέρα, 14 Σεπτεμβρίου 2015

Εγέμισες αηδίας τας ψυχάς ημών...

...κληρονόμον χαμαλίκας, των βαστάζων αρχηγόν, αλλακτήν του Ανανία, αηδέστατον μωρόν· φωστήρα της Καλκούτας διαλάμποντα, χαμάλην των παπάδων προεξάρχοντα, των αχθοφόρων συνόμιλον· χαμάλμπασην απαράμιλλον. Εγέμισες αηδίας τας ψυχάς ημών...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Φρανσίσκο Γκόγια, Ο μεγάλος τράγος, λάδι σε καμβά

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Αποφθέγματα

Μ'εκάλεσεν ονομαστί, και είπε: -Πως ήλθες εδώ, τέκνον; -Έχασα το δρόμο, απήντησα εγώ. Ο γέρων έσεισε την κεφαλήν. -Έτσι χάνουν τον δρόμον τους, είπεν, όσοι δεν ηξεύρουν πόθεν έρχονται και που πηγαίνουν.
“Τα Δαιμόνια στο ρέμα”

Ο ουρανός και η απελπισία λαλούσι με αποσιωπητικά...
“Οι Έμποροι των Εθνών”

Αλλά το πλείστον κακόν οφείλεται αναντιρρήτως εις την ανικανότητα της ελληνικής διοικήσεως. Θα έλεγέ τις, ότι η χώρα αύτη ελευθερώθη επίτηδες, δια να αποδειχθή, ότι δεν ήτο ικανή προς αυτοδιοίκησιν. (Περί της επιδημίας χολέρας του 1865).»
“Βαρδιάνος στα σπόρκα”

Η ηθική δεν είναι επάγγελμα και όστις ως επάγγελμα θέλει να την μετέλθη, πλανάται οικτρώς και γίνεται γελοίος.
“Οι Χαλασωχώρηδες”

Μη φθόνει, ω θνητέ... Τούτο είναι θείον. Όταν δύναταί τις να είναι εκτός φθόνου, τότε αληθώς είναι υπεράνθρωπος, τότε εξαίρεται, τότε θεούται...
“Η γυφτοπούλα”

Υπάρχει, νομίζω, απόφθεγμά τι καθ' ο ο όχλος έχει δύο ώτα, δια να εισέρχωνται αι νουθεσίαι δια του ενός και να εξέρχωνται δια του άλλου.»
“Βαρδιάνος στα σπόρκα”

Τίς ημύνθη περί πάτρης; Και τί πταίει η γλαυξ, η θρηνούσα επί ερειπίων; Πταίουν οι πλάσαντες τα ερείπια. Και τα ερείπια τα έπλασαν οι ανίκανοι κυβερνήται της Ελλάδος.
“Οιωνός”

Εις την ελληνικήν γλώσσαν, άλλως νοούμεν, άλλως ομιλούμεν, και άλλως γράφομεν...
“Μελετήματα και άρθρα”

Και με την γλώσσαν την ελυπούντο - ω, η λύπη, ο οίκτος αυτός, ο υβριστικότερος πάσης ύβρεως !...
“Η πιτρόπισσα”

Είναι παρατηρημένο ότι κανένας περισσότερο από ένα μισόστραβο δεν ημπορεί να πη με τί ομοιάζει ένα πράμα που δεν είναι εκείνο που φαίνεται... Καθως κι ένας στραβομούρης ημπορεί να κάμη καλύτερα από κάθε άλλον μορφασμούς και παντομίμες... κι ένας που δεν ειναι πολύ καθαρόγλωσσος ημπορεί να μιμηθή καλύτερα έναν τραυλόν και ψευδόν... κι ένας μισοαγράμματος ημπορεί να διαβάσει καλύτερα ένα κακογραμμένο γράμμα...
“Βαρδιάνος στα σπόρκα”
*
Σατιρικά
Ήχος πλάγιος δ'

Τί σε Κωνσταντῖνε καλέσωμεν; κληρονόμον χαμαλίκας, τῶν βαστάζων ἀρχηγόν, ἀλλακτὴν τοῦ Ἀνανία, ἀηδέστατον μωρόν· φωστῆρα τῆς Καλκούτας διαλάμποντα, χαμάλην τῶν παπάδων προεξάρχοντα, τῶν ἀχθοφόρων συνόμιλον· χαμάλμπασην ἀπαράμιλλον. Ἐγέμισες ἀηδίας τὰς ψυχὰς ἡμῶν.
Τί σε νῦν Ἀνδρέα καλέσωμεν; τῶν παιδίων χαϊδευτὴν ἢ ἀτσαλόγλωσσον αἰσχρόν, τῆς μποτίλιας ἐραστὴν ἢ ῥᾳδιοῦργον φοβερόν· μαντήλαν κεφαλήν σου ἀμπεχόμενον, τσαντίλαν διαρρέουσαν ὡς κόσκινον· εὐφυολόγον ἀνάλατον καὶ βωμολόχον ξετσίπωτον. Ἀλλοίμονον, θὰ κολάσῃς τὰς ψυχὰς ἡμῶν.
Τί σε ὀνομάσω Γρηγόριε; προβατίνες ἐμπολοῦντα μὲ κομμένες τὲς οὐρές, γαϊδουράκια καβαλοῦντα κότες φέροντα πεσκές, σοφράδες καὶ σκαφίδες ἐμπορεύοντα, βδομάδες, μέρες, νύκτες ταξιδεύοντα· ρεκλαματζὴν ἀξιέραστον καὶ χαμπαρτζὴν προθυμότατον. Ἡσύχασε, μὴ ταράσσῃς τὰς ψυχὰς ἡμῶν.
Τί σε Δημητράκη καλέσωμεν; μουσικὸν τῆς καραβάνας, ψάλτην τοῦ γλυκοῦ νεροῦ, ποὺ κοιτάζεις στὸ βιβλίο καὶ τὰ λὲς στὰ κουτουρού· ἰμάμην τῶν Χοτζάδων προεξάρχοντα, χαχάμην τῶν Μποχώρηδων ἐξάρχοντα· ἀμανετζὴν ἠχηρότατον καὶ μπατακτσὴν ὀχληρότατον. Μᾶς λίγωσες ἀπ᾿ τὴ γλύκα τὰς ψυχὰς ἡμῶν.
Τί σε Παναγιώτη καλέσωμεν; κακολόγον τῶν παπάδων, κλειδωτὴν τοῦ παγκαριοῦ, ἀνδραγάτην τῶν ψαλτάδων, κακὴ γλῶσσα τοῦ χωριοῦ· ζητοῦντα τὰ καλὰ καὶ τὰ συμφέροντα, τὰς λέξεις ποὺ δὲν ἔχουν ρῶ προφέροντα...

Κυριακή, 13 Σεπτεμβρίου 2015

το ναρκοτικό νανάρισμα των λαοπλάνων...

...ανάλογη με την ψυχική κατάσταση τής κοινωνίας. Ο εγωισμός τω όντι, είναι η βάση της, η χαμέρπεια το μέσον της, η παράλυση το αποτέλεσμά της!.. 

http://yannisstavrou.blogspot.com
Francisco de Goya,“La romeria de San Isidro” (1820-1823)

Ανδρέας Λασκαράτος (1811-1901)
Στην υποκρισία

Σεπτή μου Υποκρισία, Δέσποινά μου,
με συντριβή μου σου φιλώ το χέρι,
και σου προσφέρω τα σεβάσματά μου.
Ποι’ άλλη αρετή καλύτερά σου ξέρει

να κερδίζει τς ανθρώπους εδώ χάμου;
Ο κόσμος σε λατρεύει, σε γεραίρει,
κι εγώ κλίνω σ’ εσέ τα γόνατά μου
και σε γυρεύω για οδηγό μου αστέρι.

Φτιάσε μου σοβαρό το πρόσωπό μου,
δώσ’ μου ύφος πειστικό και όψη οσία,
για να μπορώ κι εγώ σε ποίμνιό μου

να εξασκώ την τόση σου μαγεία.
Κι έτσι να ’ν’ και για με τον φτωχόν γέροντα,
του κόσμου τα καλά και τα συμφέροντα.

Τα μυστήρια της Κεφαλονιάς ή σκέψεις απάνου στην οικογένεια, στη θρησκεία και στην πολιτική εις την Κεφαλονιά
(απόσπασμα)

Εγώ δεν ημπορώ, εν συνειδήσει, να ναναρίσω την κοινωνία μας με το ναρκοτικό νανάρισμα των λαοπλάνων· ούτε μήτε να σιωπήσω τα ολέθρια αποτελέσματα μιας τέτοιας σατανικής κερδοσκοπίας. Εγώ εξεναντίας ξεσκεπάζω τα ελατόματά της με θάρρος και με εξουσίαν· με όλην εκείνην την εξουσίαν οπού μου δίνει η αλήθεια. Ανοίγω το σπήτι, και δείχνω την οικογένειαν, εις όλην της τη βαρβαρικήν ασχημάδα. Διαπλατόνω την εκκλησία, και δείχνω ότι αποκάτου στον τίτλον Χριστιανιακή Θρησκεία, δεν υπάρχει παρά ένα άθροισμα από Βάκχικα και άλλα ιδολατρικά έθημα! Εξετάζω την πολιτική της, και η πολιτική της ‘βγαλμένη μέσαθε από μίαν τέτοιαν οικογένεια, από μίαν τέτοια θρησκεία, δεν εμπόριε παρά να ήναι ανάλογη με την ψυχική κατάσταση τής κοινωνίας. Ο εγωισμός τω όντι, είναι η βάση της, η χαμέρπεια το μέσον της, η παράλυση το αποτέλεσμά της!

Σάββατο, 12 Σεπτεμβρίου 2015

Όταν βραδιάζει...

μήτ’ ένα μικρό φως δεν είχε φανεί!
Και τότε, θλιμμένοι, και σαν ορφανοί,
ζητώντας τον ήλιο, χαθήκαμε πάλι…

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Γαλατάς, λάδι σε καμβά

Ναπολέων Λαπαθιώτης
Όταν βραδιάζει

Όταν βραδιάζει, μέσα μου, ξυπνούν τα περασμένα·
ξυπνούν αργά, σα μουσικές νεκρές από καιρό,
– σα μουσικές που χάθηκαν, και που τις λαχταρώ,
κι έρχονται πάλι, μαγικά κι ανέλπιδα, σε μένα·

πόθοι, παράπονα παλιά, νοσταλγικές φωνές,
λόγια βαθιά κι αξέχαστα, κι ωστόσο ξεχασμένα,
παράξενα, χιμαιρικές αγάπες μακρινές,
όπως η φλόγα μιας αυγής, υψώνονται σε μένα!

Μια βρύση, τότε, μαγική, μου λύνεται ξανά,
και το τραγούδι ρυθμικό στα χείλη μου ανεβαίνει,
– ένα τραγούδι καθαρό, καθώς τα δειλινά
που μέσα του λυτρώνονται, και ζουν οι πεθαμένοι...

Πόθος

Βαθύ χινόπωρο γοερό, πόσον καιρό σε καρτερώ,
με τις πλατιές, βαριές σου στάλες·
των φύλλων άραχλοι χαμοί, των δειλινών αργοί καημοί,
που με μεθούσατε τις προάλλες…

Τα καλοκαίρια μ’ έψησαν, και τα λιοπύρια τα βαριά,
κι οι ξάστεροι ουρανοί οι γαλάζιοι:
απόψε μου ποθεί η καρδιά, πότε να ρθει, μες στα κλαριά,
ο θείος βοριάς και το χαλάζι!

Τότε, γερτός κι εγώ, ξανά, μες στα μουγγά τα δειλινά,
θ’ αναπολώ γλυκά, ―ποιος ξέρει,
και θα με σφάζει πιο πολύ, σαν ένα μακρινό βιολί,
το περασμένο καλοκαίρι…

Ζωές

Την πρώτη φορά, γεννηθήκαμε μέρα:
μας είχε θαμπώσει τ’ απέραντο φως·
Κανένας πόθος δεν ήταν κρυφός.
Του κάκου έναν ίσκιο γυρεύαμε πέρα…

Σιγή και σκοτάδι, βαστούσε, την άλλη:
μήτ’ ένα μικρό φως δεν είχε φανεί!
Και τότε, θλιμμένοι, και σαν ορφανοί,
ζητώντας τον ήλιο, χαθήκαμε πάλι…

Παρασκευή, 11 Σεπτεμβρίου 2015

έαρ συντετριμμένο...

Αγγίζοντας αληθινά πουλιά στο έρεβος
αγγίζει νέους ουρανούς
η προσευχή του μάχη.
Έαρ μικρό, έαρ βαθύ, έαρ συντετριμμένο...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Πειραιάς στο φεγγαρόφωτο, λάδι σε καμβά

Νίκος Καρούζος
Άσμα μικρό

Χάθηκε αυτός ο οδοιπόρος.
Είχε συνάξει λίγα φύλλα
ένα κλαδί γεμάτο φως
είχε πονέσει.
Και τώρα χάθηκε...
Αγγίζοντας αληθινά πουλιά στο έρεβος
αγγίζει νέους ουρανούς
η προσευχή του μάχη.
Έαρ μικρό, έαρ βαθύ, έαρ συντετριμμένο.
*
Ο δωδεκάλογος του Νίκου Καρούζου
(Στoν Hλία Πετρόπουλο)

1. Να μην ειρηνεύεις ανώφελα.

2. Να μην πολεμάς επίσης ανώφελα.

3. Ν' αγαπάς τον ήλιο, μα όχι σαν θεότητα.

4. Ν’ αποστρέφεσαι τη σελήνη σαν έδαφος.

5. Να πηγαίνεις καμιά φορά στην εκκλησία, δε χάνεις τίποτα.

6. Να θυμάσαι λιγάκι το θάνατο, μα όχι σα θάνατο.

7. Να βλέπεις τη ματαιότητα και της ιδέας της ματαιότητας.

8. Να λες έλληνας και να νιώθεις άλλην ομορφιά, να μη νιώθεις ελληνικότητα.

9. Να γράφεις αγαπώντας το άγραφο.

10. Να στοχάζεσαι πέρ’ απ' τους στοχασμούς σου.

11. Να μην ξεχνάς την ύπαρξη του ανύπαρχτου.

12. Νάν τα διαβάζεις κάθε μέρα τούτα.

(21.12.71)
*
Από το βιβλίο «Συνεντεύξεις του Νίκου Καρούζου» εκδόσεις Ίκαρος 2002

Του Νίκου Καρούζου
Σκέφτομαι ότι θα μπορούσαμε ν’ αντιμετωπίζουμε το περιεχόμενο της ζωής απαλλαγμένο από κάθε πεποίθηση ή προκαταβολική αντίληψη. Έτσι, μπαίνουμε περισσότερο, και πιο ήρεμα, στην πραγματικότητα. Συνεπώς , το μόνο που έχω να πω είναι ότι η σύγχρονη ποίηση είναι αυτή που είναι.
Πραγματικά, η ποίηση μετέχει στις αξίες του κόσμου. Εκφράζει βαθύτερες αρχετυπικές νοσταλγίες του ανθρώπου, και είναι το σπουδαιότερο σχολείο ελευθερίας. Δείχνει στον άνθρωπο τους δεσμούς του με κάτι απόλυτο, με κάτι ανεπίδεκτο ερμηνείας. Η γνώμη μου είναι ότι η ποίηση προχωρεί σε πιο πολύπλοκες από άλλοτε συνειδητοποιήσεις της υπάρξεως και σε πιο εσωτερικές “θέες”…
Δίνονται κάθε τόσο διάφοροι ορισμοί (για την ποίηση). Προσωπικά, δεν συμπαθώ καθόλου τους ορισμούς, γιατί σκεπάζουν αντί να ξεσκεπάζουν τα ζητήματα. Ειδικά στο θέμα της ποιητικής λειτουργίας και κατ’ επέκταση της ποιήσεως, οι δυσκολίες να την ορίσουμε αυξάνουν, επειδή κάθε ποιητής είναι και ένα είδος ορισμού της ποιήσεως…
Η μοναξιά, φίλε, είναι τρομερή στις μέρες μας. Το κακό το έκανε η περίφημη «καταναλωτική κοινωνία», στην οποία ζούμε. Πολλαπλασιάζουμε ολοένα τις επιθυμίες και τις ανάγκες μας, με αποτέλεσμα να μην έχουμε ούτε λεπτό της ώρας για ανθρώπινη επαφή, για γνησιότητα επικοινωνίας. Η μοναξιά μας γίνεται έτσι το σκληρό τίμημα της παγερής ομαδικότητας, που καθορίζεται από δυο θεότητες: την ταχύτητα και τη διαφήμιση.

"Και πώς εξηγείται το γεγονός ότι το είδος (η ποίηση) στη χώρα μας δεν έχει μεγάλο αναγνωστικό κοινό; Μήπως αυτό οφείλεται στην «ερμητικότητα» της μοντέρνας ποιήσεως;"

Οφείλεται και στην «ερμητικότητα». Βασικά, όμως, προέρχεται από το χαμηλό πνευματικό επίπεδο του μεγάλου αναγνωστικού κοινού. Βλέπετε την κυκλοφορία που έχουν τα φτηνά σε περιεχόμενο έντυπα, βλέπετε τη λύσσα που έχει πιάσει τον κόσμο για εύκολη απόλαυση… Πώς να υπάρξει, λοιπόν, αναγνωστικό κοινό της ποιήσεως; Υπάρχει μόνο η αδυναμία των περισσοτέρων ανθρώπων να ξεπεράσουν την τυπική λογική τους.
Η ποίηση δεν πιστεύω πως θα χαθεί ποτέ από τον κόσμο. Γι’ αυτό το πράγμα είμαι βέβαιος, επειδή δεν θα λείψουν ποτέ οι ποιητές. Άλλο τόσο βέβαιος είμαι, ωστόσο, για το γεγονός ότι δεν έχει στο ιλιγγιώδες τεχνολογικό μέλλον σπουδαίες πιθανότητες να παίξει, [...] λυτρωτικό ρόλο. Χωρίς να κινδυνεύει σαν δημιουργική ανάγκη, θα τοποθετηθεί στην άκρη της Ιστορίας. Όλα, όμως, είναι μακροχρονίως προσωρινά!
Ο ποιητής, ο καλλιτέχνης γενικά, είναι ένα «πρόσωπο», με τη φιλοσοφική διάσταση που παίρνει η λέξη. Αλλά με την ίδια διάσταση είναι και μια απρόσωπη δύναμη. Μάχεται με την έκφραση για τον αυτοκαθορισμό του, που περιέχει τη λαχτάρα της ταυτίσεως με τη ζωή.

Πέμπτη, 10 Σεπτεμβρίου 2015

Δύσκολη νύχτα!

Φθινόπωρο. Κι η βάρκα μας  απάνου σε ακίνητες ομίχλες, πισωγυρίζει στης δυστυχίας το λιμάνι, στη θεόρατη πόλη μ’ ουρανό βαμμένο λάσπη και φωτιά...
*
L'automne. Notre barque élevée dans les brumes immobiles tourne vers le port de la misère, la cité énorme au ciel taché de feu et de boue...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Καράβι σε κίτρινο φόντο, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Αρθούρος Ρεμπώ
Μια εποχή στην κόλαση
Αποχαιρετισμός


Φθινόπωρο κιόλας! – Μα γιατί η λύπη για τον ήλιο τον αιώνιο, όταν με την αναζήτηση της θεϊκής διαύγειας καταγινόμαστε – πολύ μακρύτερα απ΄ όλους αυτούς που παρέρχονται με τις εποχές.

Φθινόπωρο. Κι η βάρκα μας  απάνου σε ακίνητες ομίχλες, πισωγυρίζει στης δυστυχίας το λιμάνι, στη θεόρατη πόλη μ’ ουρανό βαμμένο λάσπη και φωτιά. Α! τα δυσώδη κουρέλια, το μουλιασμένο με βροχή ψωμί, το μεθύσι, οι χίλιοι έρωτες που με σταύρωσαν! Πότε επιτέλους θα αποκάμει τούτη η αιματορουφίχτρα, των μυριάδων ψυχών και πτωμάτων, βασίλισσα, που θα κριθούν! Βλέπω ξανά τον εαυτό μου, η σάρκα μου διαβρωμένη απ’ τη λάσπη και την πανούκλα, σκουλήκια γεμάτα τα μαλλιά κι οι μασχάλες μου κι ακόμα μεγαλύτερα σκουλήκια στην καρδιά μου, ξαπλωμένα μεταξύ αγνώστων δίχως ηλικία, δίχως αίσθημα…Θα μπορούσα να είχα πεθάνει εκεί…Φρικτή μνήμη! Απεχθάνομαι την μιζέρια.

Και τρέμω το χειμώνα, επειδή της άνεσης χαρακτηρίζεται εποχή!

-Μερικές φορές βλέπω στον ουρανό ατέλειωτες ακτές καλυμμένες λευκών εθνών. Απάνω μου, ένα μεγαλοπρεπές χρυσό πλεούμενο, ανεμίζει τις πολύχρωμες σημαίες του στου πρωινού την αύρα. Δημιούργησα κάθε ξεφάντωμα, κάθε θρίαμβο, κάθε δράμα. Προσπάθησα ν’ ανακαλύψω νέα άνθη, νέα αστέρια, νέα σάρκα, νέες διαλέκτους. Πίστεψα πως υπερφυσικές δυνάμεις θα αποκτούσα. Α, καλά! Θα πρέπει να θάψω την φαντασία και τις αναμνήσεις μου! Η ωραία δόξα του καλλιτέχνη και του παραμυθά πάει περίπατο!

Εγώ! Εγώ που ονόμασα τον εαυτό μου μάγο ή άγγελο, χωρίς ηθικούς φραγμούς, επέστρεψα στο χώμα αποζητώντας μια σθεναρή πραγματικότητα να υιοθετήσω! Χωριάτη!

Εξαπατήθηκα; Μπορεί η φιλανθρωπία να είναι η αδελφή του θανάτου για με;

Εν τάχη θα ζητήσω συγχώρεση επειδή ανατράφηκα με ψέματα. Και τώρα ας πηγαίνουμε.

Μα ούτε ένα χέρι φιλικό. Και που να ψάξω βοήθεια;

Αλήθεια, η νέα ώρα είναι το λιγότερο άτεγκτη.

Για αυτό μπορώ να πω ότι η νίκη κερδίσθηκε: ο τριγμός των οδόντων, το σύριγμα της φωτιάς, οι στεναγμοί της μόλυνσης  μετριάζονται. Κάθε ανόητη μνήμη μου εξασθενίζει. Οι τελευταίες μου απογοητεύσεις απομακρύνονται – ζήλια των ζητιάνων, των ληστών, των νεκρόφιλων, του κάθε είδους υπανάπτυκτων – καταραμένοι, εάν επρόκειτο να πάρω εκδίκηση!

Κάποιος οφείλει να είναι απόλυτα σύγχρονος.

Κανένα άσμα ασμάτων: κράτησε το κερδισμένο έδαφος. Δύσκολη νύχτα! Το ξεραμένο αίμα καπνίζει στο πρόσωπο μου, και τίποτα δεν άφησα πίσω μου παρ’ εκτός του φριχτού τούτου χαμόδεντρου!… Οι πνευματικές μάχες είναι τόσο βάναυσες όσο και των ανθρώπων ο πόλεμος: αλλά το όραμα της δικαιοσύνης  είναι μόνο θέλημα Θεού.

Και στο μεταξύ, τούτη είναι η παραμονή. Ας καλωσορίσουμε κάθε εισροή ζωτικότητας και αληθινής ευαισθησίας. Και την αυγή, οπλισμένοι με φλογερή υπομονή σε μεγαλοπρεπείς πόλεις θα εισέλθουμε.

Γιατί μίλησα για ένα χέρι φιλικό; Ένα μεγάλο μου πλεονέκτημα είναι ότι τώρα μπορώ να γελώ με τους παλιούς ψευδείς μου έρωτες, και να ντροπιάζω εκείνα τ’ άτιμα ζευγάρια – εκεί πίσω αντίκρισα την κόλαση κάθε γυναίκας- και θα’ ναι θεμιτό τώρα να κατέχω την αλήθεια μέσα σ’ ένα σώμα και μια ψυχή.

(Μετ. Γιάννης Αντιόχου)
*
Arthur Rimbaud
Une saison en enfer
Adieu


L'automne déjà ! — Mais pourquoi regretter un éternel soleil, si nous sommes engagés à la découverte de la clarté divine, — loin des gens qui meurent sur les saisons.

L'automne. Notre barque élevée dans les brumes immobiles tourne vers le port de la misère, la cité énorme au ciel taché de feu et de boue. Ah ! les haillons pourris, le pain trempé de pluie, l'ivresse, les mille amours qui m'ont crucifié ! Elle ne finira donc point cette goule reine de millions d'âmes et de corps morts et qui seront jugés ! Je me revois la peau rongée par la boue et la peste, des vers plein les cheveux et les aisselles et encore de plus gros vers dans le cœur, étendu parmi les inconnus sans âge, sans sentiment... J'aurais pu y mourir... L'affreuse évocation ! J'exècre la misère.

Et je redoute l'hiver parce que c'est la saison du comfort !

— Quelquefois je vois au ciel des plages sans fin couvertes de blanches nations en joie. Un grand vaisseau d'or, au-dessus de moi, agite ses pavillons multicolores sous les brises du matin. J'ai créé toutes les fêtes, tous les triomphes, tous les drames. J'ai essayé d'inventer de nouvelles fleurs, de nouveaux astres, de nouvelles chairs, de nouvelles langues. J'ai cru acquérir des pouvoirs surnaturels. Eh bien ! je dois enterrer mon imagination et mes souvenirs ! Une belle gloire d'artiste et de conteur emportée !

Moi ! moi qui me suis dit mage ou ange, dispensé de toute morale, je suis rendu au sol, avec un devoir à chercher, et la réalité rugueuse à étreindre ! Paysan !
Suis-je trompé, la charité serait-elle sœur de la mort, pour moi ?
Enfin, je demanderai pardon pour m'être nourri de mensonge. Et allons.
Mais pas une main amie ! et où puiser le secours ?

Oui, l'heure nouvelle est au moins très sévère.
Car je puis dire que la victoire m'est acquise : les grincements de dents, les sifflements de feu, les soupirs empestés se modèrent. Tous les souvenirs immondes s'effacent. Mes derniers regrets détalent, — des jalousies pour les mendiants, les brigands, les amis de la mort, les arriérés de toutes sortes. — Damnés, si je me vengeais !

Il faut être absolument moderne.

Point de cantiques : tenir le pas gagné. Dure nuit ! le sang séché fume sur ma face, et je n'ai rien derrière moi, que cet horrible arbrisseau !... Le combat spirituel est aussi brutal que la bataille d'hommes ; mais la vision de la justice est le plaisir de Dieu seul.

Cependant c'est la veille. Recevons tous les influx de vigueur et de tendresse réelle. Et à l'aurore, armés d'une ardente patience, nous entrerons aux splendides villes.

Que parlais-je de main amie ! un bel avantage, c'est que je puis rire des vieilles amours mensongères, et frapper de honte ces couples menteurs, — j'ai vu l'enfer des femmes là-bas ; — et il me sera loisible de posséder la vérité dans une âme et un corps.

Τετάρτη, 9 Σεπτεμβρίου 2015

οι κουκουβάγιες ουρλιάζουνε...

Απόψε φθινοπώριασε
και τ’ όνειρο ξεθώριασε...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Πεύκα του φθινοπώρου, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Νίκος Γκάτσος
Τραγούδια

Eίναι λημέρι των Oύγγρων

Eίναι λημέρι των Oύγγρων
που το χινόπωρο οι φουντουκιές
πάνε κρυφά κι ανταμώνουνται.

Bλέπουν τους φρόνιμους πελαργούς
να βάφουν μαύρα τ’ αυγά τους
και τόνε κλαίνε κι αυτές.

Kαίνε τα νυχτικά τους
και φορούν το μισοφόρι της πάπιας.
Στρώνουν αστέρια καταγής
για να πατήσουν οι βασιλιάδες
με τ’ ασημένια τους χαϊμαλιά
με την κορώνα και την πορφύρα.

Σκορπάνε δεντρολίβανο στις βραγιές
για να περάσουν οι ποντικοί
να πάνε σ’ άλλο κελάρι.

Nα μπούνε σ’ άλλες εκκλησιές
να φαν τις Άγιες Tράπεζες
κι οι κουκουβάγιες παιδιά μου,
οι κουκουβάγιες ουρλιάζουνε.

Απόψε φθινοπώριασε

Απόψε πέφτει παγωνιά
στο δρόμο και στη γειτονιά
και μες στο βράδυ το θολό
θυμάμαι και μελαγχολώ.

Απόψε φθινοπώριασε
και τ’ όνειρο ξεθώριασε
καρδιά μου κάνε υπομονή
κι ο ήλιος θα ξαναφανεί.

Απόψε μύρισε βροχή
χειμώνας μπαίνει στην ψυχή
και στο δρομάκι το στενό
με πιάνει το παράπονο.

Αχερουσία

Καράβια ταξιδεύουν
στην Κίνα, την Ασία
κι ένα μικρό πλεούμενο
για την Αχερουσία

Κόσμος το βλέπει στο γυαλό
κι εκείνο προχωράει
χιλιάδες οι αμαρτωλοί
κι ο Αδης δε χωράει

Τρέχει παλεύει ο άνθρωπος
και χάνει το μυαλό του
για το σκυλί τον Κέρβερο
να βρει τον οβολό του

Δόξα και πλούτη κι ομορφιά
και της ζωής το ψέμα
όλα βουλιάζουν κάποτε
στου Αχέροντα το ρέμα

Τρίτη, 8 Σεπτεμβρίου 2015

ο ουρανός υπόσχεται βροχή...

Αυτό το βράδυ στάθηκε το πιο γλυφό. Το ήπια
σταλαματιά σταλαματιά καθώς σκεφτόμουνα
πως ό,τι δόθηκε δεν παίζει με τ' αποσιωπητικά
δε μιλά τη γλώσσα της επιστροφής θα ξανάρθω με τα πρωτοβρόχια...


http://yannisstavrou.blogspot.com 

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου
Μονάχος μου νυχτώνω

Βλέπω τη θάλασσα ν' ανοίγεται για σένα
τρυφερέ περιηγητή του ουρανού
μες στις ακρογιαλιές μου που κουρνιάζεις

Βλέπω στον ουρανό μια κατασκήνωση για σένα
οργανοπαίχτη μιας σβησμένης εποχής
που ζωντανεύεις πάνω στην οθόνη
τη μνήμη μου ανάμεσα στα παιδικά σου χρόνια

Μονάχος μου νυχτώνω εδωπέρα

Ερημικό

Απόψε χιόνισε πολύ
στην πολιτεία

Αγάπες και κρύσταλλα
χυμούν μες στη νύχτα

Πού να γείρω το κεφάλι
ν' ατενίσω τη σιωπή των δέντρων
ν' αγαπήσω

Πού να γείρω το κεφάλι

Τελευταίος σταθμός

Αυτό το βράδυ στάθηκε το πιο γλυφό. Το ήπια
σταλαματιά σταλαματιά καθώς σκεφτόμουνα
πως ό,τι δόθηκε δεν παίζει με τ' αποσιωπητικά
δε μιλά τη γλώσσα της επιστροφής θα ξανάρθω με τα πρωτοβρόχια

Αυτό το βράδυ έφυγε ακόμα ένας. Χάθηκε
εκεί που σβήνεις ένα ένα τα φώτα σου στον ουρανό
και τίποτα δεν είναι πια να ξαναρχίσει

Κι εγώ να σκέφτομαι το βράδυ αυτό, να μη μπορώ να μιλήσω
τα μάτια υγρά, το στόμα υγρό, τα μαλλιά μουσκεμένα
σαν τα παράθυρα σ' ένα βαγόνι τρίτης θέσης
και βλέπεις αόριστα πως τίποτε πια δεν ωφελεί
μες στα χαλαρωμένα χέρια και στα πεσμένα μαλλιά σου

Νυχτερινό

Ακόμα μια νύχτα σπαταλημένη. Ακόμα μια νύχτα
κάτω από τους ίδιους αστερισμούς

Ακόμα μια νύχτα θα σφίξω τα χέρια σου∙
τα μάτια σου είναι γατίσια σα μια ταράτσα φθινοπωρινού ξενοδοχείου
ο ουρανός υπόσχεται βροχή και ξέρεις
πόσο χλομιάζουν οι ώρες, τα τρένα αρχίζουν χειμερινά δρομολόγια
κι ύστερα δεν ξέρω αν θ' ακούω για πάντα
εκείνη τη ραγισματιά στη φωνή, εσένα μονάχα ή ένα γράμμα
δίχως καν σκέψη ανταπόκρισης

Ακόμα μια νύχτα σπαταλημένη, χαμένος σε παιδικές χορωδίες
θυμάμαι ένα κλάμα παιδιού όταν οι δρόμοι χαμηλώνουν τα φώτα

Δευτέρα, 7 Σεπτεμβρίου 2015

Στ’ άδειο κεφάλι την αράζει ο αέρας...

Του αδειάζει ο σπόρος το κεφάλι
Το κάνει ποντικότρυπα
Τρώνε τον σπόρο οι ποντικοί
Μένουν νεκροί στον τόπο
Στ’ άδειο κεφάλι την αράζει ο αέρας
Και παρδαλά αερόπουλα γεννοβολάει...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Αέρας στον Υμηττό. λάδι σε καμβά

Βάσκο Πόπα (1922-1991)
Μετά το παιχνίδι

Τέλος τα χέρια κάνουν να πιάσουν το στομάχι
Μη σκάσει το στομάχι από τα γέλια
Όπου άφαντο το στομάχι
Το ’να το χέρι υψώνεται με χίλια ζόρια
Από το μέτωπο τον κρύο ιδρώτα να σκουπίσει
Πάει και το μέτωπο

Το άλλο το χέρι τραβάει για την καρδιά
Να μην ξετιναχτεί η καρδιά απ’ τα στήθια
Πάει κι η καρδιά

Πέφτουν τα χέρια και τα δύο
Πέφτουνε ράθυμα στα γόνατα
Παν και τα γόνατα
Πάνω στη μια παλάμη τώρα βρέχει
Από τη δεύτερη χορτάρι μεγαλώνει
Μην τα ρωτάς

Του ιχνευτή

Κάποιος μπαίνει δίχως να χτυπήσει
Μπαίνει σε κάποιου το ’να αυτί
Και του βγαίνει απ’ τ’ άλλο
Μπαίνει με βήμα σπίρτου
Βήμα αναμμένου σπίρτου
Μες στο κεφάλι γυρνοβολάει
    
Είν’ ο μάγκας

Κάποιος μπαίνει δίχως να χτυπήσει
Μπαίνει σε κάποιου το ’να αυτί
Και δεν του βγαίνει απ’ τ’ άλλο

Αυτός κάηκε

Κρυφτό

Κάποιος κρύβεται από κάποιον
Του κρύβεται κάτω απ΄ τη γλώσσα
Αυτός κάτω απ΄ τη γη τον ψάχνει.

Του κρύβεται στο κούτελο
Αυτός στον ουρανό τον ψάχνει

Του κρύβεται στη λησμονιά
Αυτός τον ψάχνει στο χορτάρι

Το ψάχνει τον ψάχνει
Και πού δεν τον ψάχνει
Και με το ψάξε χάνει τον εαυτό του

Του σπόρου

Κάποιος σπέρνει κάποιον
Τον σπέρνει στο κεφάλι του
Γερά το χώμα πατικώνει

Παραφυλάει τον σπόρο να φυτρώσει

Του αδειάζει ο σπόρος το κεφάλι
Το κάνει ποντικότρυπα
Τρώνε τον σπόρο οι ποντικοί

Μένουν νεκροί στον τόπο

Στ’ άδειο κεφάλι την αράζει ο αέρας
Και παρδαλά αερόπουλα γεννοβολάει

Κυνηγητό

Κάποιοι δαγκώνουν κάποιους
Τους κόβουν χέρι ή πόδι ή οτιδήποτε

Στα δόντια το κρατάνε
Τρέχουνε έξαλλοι
Το θάβουνε στη γη

Ξεχύνονται οι άλλοι παντού
Οσφραίνονται ψάχνουν οσφραίνονται ψάχνουν
Όλη τη γη ξεσκάβουν

Αν βρουν οι τυχεροί το χέρι τους
Είτε το πόδι τους είτε το οτιδήποτε
Είναι η σειρά τους να δαγκώσουν

Το παιχνίδι συνεχίζεται ζωηρά

Όσο υπάρχουν χέρια
Όσο υπάρχουν πόδια
Όσο υπάρχει οτιδήποτε

(Μετ. Έλλη Σκοπετέα)

Κυριακή, 6 Σεπτεμβρίου 2015

Φθόνον δε και αμαθίαν νοσείς...

Πάσχεις από φθόνο και άγνοια, δυο κακά εντελώς αντίθετα το ένα στο άλλο· και ενώ ο φθόνος σε κάνει να αποζητάς τα όμορφα πράγματα, η άγνοια σε απομακρύνει από αυτά. Σου έχει συμβεί κάτι που είναι ανθρώπινο: επειδή είσαι ισχυρός, νομίζεις ότι είσαι και γενναίος, και δεν ξέρεις ότι στον πόλεμο η σοφία και η γενναιότητα δεν ταυτίζονται με τη δύναμη, κι ότι η άγνοια είναι το μεγαλύτερο κακό για όσους την έχουν...

http://yannisstavvrou.blogspot.com 

Φθόνον δὲ καὶ ἀμαθίαν νοσεῖς, κακῶν ἐναντιώτατα αὑτοῖς· καὶ ὁ μέν σε ἐπιθυμεῖν ποιεῖ τῶν καλῶν, ἡ δὲ ἀποτρέπει. ἀνθρώπινον μὲν οὖν τι πέπονθας· διότι γὰρ ἰσχυρός, οἴει καὶ ἀνδρεῖος εἶναι, καὶ οὐκ οἶσθα ὅτι σοφίᾳ περὶ πόλεμον καὶ ἀνδρείᾳ οὐ ταὐτόν ἐστιν ἰσχῦσαι, ἀμαθία δὲ κακὸν μέγιστον τοῖς ἔχουσιν...

Αντισθένης ( 445-360 π.Χ.)
Οδυσσεύς ή Οδυσσέως λόγος (1-14)

[1] Δεν απευθύνεται μόνο σ' εσένα ο λόγος που σηκώθηκα να πω αλλά και σ' όλους τους άλλους· γιατί έχω κάνει περισσότερα καλά στο στράτευμα εγώ απ' όσα όλοι εσείς. Κι αυτά τα λόγια θα τα έλεγα και αν ζούσε ο Αχιλλέας, και τώρα πάλι, που έχει πεθάνει, τα λέω σε σας. Γιατί εσείς δεν έχετε δώσει καμιάν άλλη μάχη που να μη την έχω δώσει κι εγώ μαζί σας· για τα δικά μου ωστόσο παράτολμα εγχειρήματα κανένας σας δεν ξέρει τίποτα. [2] Κι όμως, στις μάχες που δώσαμε μαζί, ακόμη κι αν πολεμούσατε καλά, δεν θα 'βγαινε τίποτε παραπάνω, με τα δικά μου όμως παράτολμα εγχειρήματα, στα οποία ριχνόμουν μόνος μου, θα κατορθώνονταν, αν πετύχαινα, όλ᾽ αυτά για τα οποία έχουμε έλθει στην Τροία, ενώ, αν αποτύγχανα, απλώς θα χάνατε εμένα — όλο κι όλο έναν άνθρωπο. Γιατί δεν έχουμε έλθει εδώ για να πολεμήσουμε τους Τρώες αλλά για να πάρουμε πίσω την Ελένη και να κυριέψουμε την Τροία. [3] Αυτά όμως όλα υπήρχαν μέσα στα εγχειρήματά μου. Γιατί υπήρχε χρησμός ότι η Τροία δεν κυριεύεται, αν προηγουμένως δεν πάρουμε πίσω το άγαλμα της θεάς που μας το 'κλεψαν — και ποιός άλλος παρά εγώ είναι αυτός που έφερε εδώ το άγαλμα; Και τον άνθρωπο αυτόν εσύ τον κατηγορείς για ιεροσυλία. Τίποτα δεν ξέρεις εσύ, ο οποίος χαρακτηρίζεις ιερόσυλο τον άνθρωπο που ξανάφερε το άγαλμα της θεάς κι όχι τον Αλέξανδρο που μας το είχε πάρει κρυφά. [4] Κι ενώ όλοι σας εύχεσθε να κυριευθεί η Τροία, στιγματίζεις ως ιερόσυλον εμένα, ο οποίος βρήκα με ποιόν τρόπο θα γίνει αυτό;

Αλλά αν ήταν ωραίο πράγμα να κυριευθεί η Τροία, εξίσου ωραίο είναι να βρεθεί και πώς θα γίνει αυτό. Κι ενώ οι άλλοι με ευγνωμονούν, εσύ με χλευάζεις κιόλας· γιατί από την άγνοια, δεν ξέρεις τίποτα για το καλό που σου 'χει γίνει. [5] Κι όσο για μένα, δεν σε κατακρίνω για την άγνοια —χωρίς τη θέλησή σου συμβαίνει αυτό, και σε σένα και στους άλλους— σε κατακρίνω όμως που δεν μπορείς να παραδεχτείς ότι έχεις σωθεί με τη δική μου καταισχύνη, και που απειλείς κι από πάνω ότι θα κάνεις κακό σ' αυτούς τους ανθρώπους, αν αποφασίσουν με την ψήφο τους ότι τα όπλα πρέπει να δοθούν σ᾽ εμένα. Θα απειλήσεις πολλές φορές και πολλά πράγματα προτού κάνεις έστω το παραμικρό. Αν πάντως πρέπει να συμπεράνω με βάση το τί είναι πιθανό, νομίζω ότι με το μάνιασμά σου θα προξενήσεις κακό στον ίδιο σου τον εαυτό. [6] Και καταλογίζεις σ' εμένα δειλία, επειδή έκανα κακό στους εχθρούς στα κρυφά· εσύ ωστόσο ήσουν ανόητος, γιατί του κάκου πάσχιζες μπροστά σε όλους. Ή μήπως φαντάζεσαι πως είσαι πιο άξιος επειδή το έκανες αυτό μαζί με όλους τους άλλους; Και μιλάς έπειτα σ' εμένα για αρετή; Εσύ που πρώτα'πρώτα δεν ξέρεις πώς θα 'πρεπε να πολεμάει κανείς, αλλά που ορμώντας μανιασμένα σαν αγριογούρουνο θα σκοτωθείς καμιά φορά μόνος σου με κακό τρόπο, πέφτοντας επάνω στο σπαθί σου. Δεν ξέρεις ότι ο άξιος άνδρας τίποτα δεν μπορεί να πάθει, ούτε από τον εαυτό του, ούτε από το φίλο του, ούτε από τους εχθρούς του; [7] Κι εσύ χαίρεσαι σαν τα παιδιά, επειδή τούτοι εδώ σε λένε γενναίο· εγώ, αντίθετα, λέω πως είσαι ο πιο δειλός απ' όλους κι αυτός που φοβάται περισσότερο το θάνατο. Καταρχάς έχεις όπλα άθραυστα και άτρωτα, χάρη στα οποία, λένε, είναι αδύνατο να τραυματιστείς. Τί θα 'κανες όμως, αν ορμούσε επάνω σου κάποιος από τους εχθρούς κρατώντας τέτοια όπλα; Αλήθεια, όμορφο πράγμα θα 'ταν και θαυμάσιο, αν κανένας από τους δυο σας δεν μπορούσε να κάνει τίποτα! Κι έπειτα, πάλι, νομίζεις πως διαφέρει σε κάτι το να έχει κανείς τέτοια όπλα από το να κάθεται προστατευμένος μέσα σ᾽ ένα τείχος; Κι όπως λες, μόνον εσύ δεν έχεις ένα τείχος· ε, λοιπόν: μόνον εσύ περιφέρεσαι κρατώντας μπροστά σου ένα τείχος από εφτά δέρματα βοδιού. [8]

Ενώ εγώ, όχι μόνο προχωρώ άοπλος προς τα τείχη των εχθρών αλλά περνάω μεσ' από αυτά και συλλαμβάνω τους άγρυπνους φρουρούς με τα όπλα τους, κι είμαι συνάμα αρχηγός και φρουρός, και δικός σου και όλων των άλλων, και ξέρω τί συμβαίνει εδώ και τί στους εχθρούς, όχι στέλνοντας κάποιον άλλο για να κατασκοπεύσει, αλλά πηγαίνοντας ο ίδιος, σαν τους καραβοκύρηδες που προσέχουν νύχτα'μέρα πώς να διαφυλάξουν τους ναύτες, έτσι κι εγώ φυλάω και εσένανε και τους άλλους όλους. [9] Δεν υπάρχει επικίνδυνο εγχείρημα με το οποίο θα μπορούσα να προξενήσω κάποιο κακό στους εχθρούς που να το απέφυγα· ούτε πάλι, από σφοδρή επιθυμία να φανώ γενναίος, θα έδειχνα θάρρος, όταν επρόκειτο να με δουν κάποιοι· αλλά αν υπήρχε η δυνατότητα να κάνω κάτι κακό στους εχθρούς, είτε δούλος ήμουν είτε ελεεινός και άθλιος που τον μαστιγώνουν, θα το επιχειρούσα, ακόμη κι αν δεν θα το έβλεπε κανένας. Γιατί ο πόλεμος δεν ζητάει επίφαση, αλλά να πράττεις — πάντοτε, και την ημέρα και τη νύχτα. Ούτε έχω κάποια ορισμένα όπλα, στα οποία προκαλώ τους εχθρούς να αναμετρηθούμε, αλλά είμαι πάντοτε έτοιμος να τα βάλω και με έναν και με πολλούς, με όποιον τρόπο θέλουν. [10] Κι ούτε πάλι, άμα αποκάμω στη μάχη, δίνω το όπλο σε κάποιον άλλο, αλλά ρίχνομαι στους εχθρούς τη νύχτα, την ώρα που αναπαύονται, με όπλα τέτοια που να τους προξενήσουν την πιο μεγάλη ζημιά. Ούτε έχει συμβεί ποτέ ώς τώρα να με κρατήσει η νύχτα μακριά από τη μάχη, όπως εσέναν, που πολλές φορές σε σταμάτησε, προς μεγάλη σου χαρά. Αλλά την ώρα που εσύ ροχαλίζεις, εγώ φυλάω τη ζωή σου και προξενώ πάντοτε κάποιο κακό στους εχθρούς, κρατώντας αυτά τα όπλα, που ταιριάζουν σε δούλο, με τα κουρέλια και με τα λουριά των μαστιγίων, χάρη στα οποία εσύ κοιμάσαι ήσυχος. [11]

Νομίζεις πως, επειδή πήρες κι έφερες τον νεκρό, είσαι γενναίος; Αν δεν μπορούσες να τον φέρεις εσύ, θα τον έφερναν δύο άνδρες, κι ίσως έπειτα να φιλονικούσαν κι εκείνοι μ᾽ εμάς για την αρετή. Κι εγώ μεν θα έλεγα και σ' αυτούς τα ίδια πράγματα, εσύ όμως τί θα τους έλεγες; Ή μήπως δεν θα νοιαζόσουν για τους δύο, ενώ, αν επρόκειτο για έναν, θα ντρεπόσουν να παραδεχτείς πως είσαι πιο δειλός από αυτόν; [12] Δεν ξέρεις ότι τους Τρώες δεν τους ενδιέφερε ο νεκρός αλλά πώς θα έπαιρναν πίσω τα όπλα; Τον νεκρό θα τον παρέδιδαν, τα όπλα όμως μπορούσαν να τα αφιερώσουν στους θεούς, στα ιερά. Γιατί σε ό, τι αφορά στους νεκρούς, απρέπεια δεν είναι το να μη τους σηκώνεις για να τους θάψεις, αλλά να μη τους παραδίδεις για ταφή. Εσύ λοιπόν έφερες κάτι που έτσι κι αλλιώς ήταν σίγουρο, ενώ εγώ τους αφαίρεσα ό, τι θα μπορούσε να μας καταντροπιάσει. [13]

Πάσχεις από φθόνο και άγνοια, δυο κακά εντελώς αντίθετα το ένα στο άλλο· και ενώ ο φθόνος σε κάνει να αποζητάς τα όμορφα πράγματα, η άγνοια σε απομακρύνει από αυτά. Σου έχει συμβεί κάτι που είναι ανθρώπινο: επειδή είσαι ισχυρός, νομίζεις ότι είσαι και γενναίος, και δεν ξέρεις ότι στον πόλεμο η σοφία και η γενναιότητα δεν ταυτίζονται με τη δύναμη, κι ότι η άγνοια είναι το μεγαλύτερο κακό για όσους την έχουν. [14] Πιστεύω ότι αν ποτέ φανεί ένας ποιητής που να ξέρει από αρετή, εμένα θα με παρουσιάσει να έχω πολύ κακοπαθήσει, πολλά σκεφτεί, πολλά σοφιστεί — έναν πορθητή που μόνος του κυρίεψε την Τροία· ενώ εσένα, καθώς πιστεύω, θα σε παραστήσει μ' ένα φυσικό όμοιο με τα τεμπέλικα γαϊδούρια και τα βόδια που βόσκουν και που αφήνουν τους άλλους να τα δένουν και να τα ζεύουν.

(ΑΝΤΙΣΘΕΝΗΣ - Οδυσσεύς ή Οδυσσέως λόγος
Μετ. Ν.Μ. Σκουτερόπουλος.

Οι Αρχαίοι Κυνικοί. Αποσπάσματα και μαρτυρίες. Επιμέλεια κειμένων, μετάφραση, σχολιασμός. Αθήνα: Εκδόσεις «Γνώση». © 1998 Εκδόσεις «Γνώση»)

ΠΗΓΗ: 
Αρχαία Ελληνική Γλώσσα και Γραμματεία

Σάββατο, 5 Σεπτεμβρίου 2015

προς τα πίσω οδεύοντας...

Μακραίνουν, μικραίνουν οι ενθυμήσεις, οι διηγήσεις,
η πραγματικότητα έχει αλλάξει
και σου εμποδίζει τη φαντασία...


Γιάννης Σταύρου, Καμάρα, Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά

Ζωή Καρέλλη
Η στενή πύλη

(Αψίς Γαλερίου, Θεσσαλονίκη 1959)

Ονομασία της οδού Εγνατία,
από Βασιλευούσης μέχρι Δυρραχίου
δόξα του Βυζαντίου
                          στην πατρίδα, τότε,
«περικλεεστάτη, λογία, πρεσβυτάτη»
αυτή έχει μείνει, τώρα,
απομεινάρι της απέραντης κυριαρχίας,
της αχανούς επικράτειας.
Καθώς έχει διανοιχτεί, κοινή,
πόλης αρκετά μεγάλης, βέβαια∙
με τις καινούργιες πολυκατοικίες,
τα φαρδιά πεζοδρόμια, δε στερείται
σημασίας τούτη της πολιτείας η αρτηρία.
Άλλη όμως η δική μου αφετηρία,
απ' όπου προσπαθώ να ξεκινήσω,
προς τα πίσω οδεύοντας.

Γνώση της ιστορίας, της μοίρας
του Ελληνισμού φιλοδοξίες
και κάποιες ευτυχισμένες του έθνους στιγμές.
Είσοδος του Ελληνικού στρατού,
ελευθερία τη μέρα της γιορτής του Πολιούχου.
Παρελάσεις, ζητωκραυγές,
ύστερα, οδομαχίες, φωτιές...

Μακραίνουν, μικραίνουν οι ενθυμήσεις, οι διηγήσεις,
η πραγματικότητα έχει αλλάξει
και σου εμποδίζει τη φαντασία
ο δρόμος ευρύς, καλοστρωμένος
προκαλεί νόμιμη αδιαφορία.

Μνήμη αχνή, παιδική,
όταν η αψίδα του Γαλερίου
με τα τριμμένα, γεμάτα σκόνη ανάγλυφα,
κατείχε το χώρο, επιβλητική
και σ' αυτή γύρω, συγκεντρωμένα
τα μικρομάγαζα και τα πιο μεγάλα
καταστήματα, κάπως καινούργια, τότε -
τα μεγάλα σπίτια με τις κλεισμένες,
αρχοντικές αυλές και τα μικρότερα,
όλα τριγύρω στην Καμάρα.
Εκεί γύρω, πυκνώνονταν οι συνοικίες μας,
ημών των υποτελών μαζί κι' οι εκκλησιές μας.

Νοσταλγία. Πώς αισθανόσουν, τότε,
τον εαυτό σου, μέσα στην πόλη σου !
Βεβαιότητα για τα γνωστά, στέρεα πλαίσια.
– Σχεδόν τίποτα, δεν έχει απομείνει
απ' την παλιά Θεσσαλονίκη
με τους αυστηρούς της αστούς.
Παρατηρώ την παραμερισμένην αψίδα
του Γαλερίου, αυτοκράτορος των Ρωμαίων,
έτος 300 περίπου μ.Χ.
                              Προς το δείλι,
σκιές κυανές και οι ρόδινες
προσέρχονται απ' τα γύρω στενορύμια,
αυτές προσθέτουν τη μουσική
ασύλληπτων ήχων στο αρχαίο μνημείο.
Ανάβουν ύστερα, ηλεκτρικοί γλόμποι,
μάλλον φτωχικοί.
                       Ώσπου,
πάνω απ' τα σπίτια της πόλης,
να υψωθεί η σελήνη μαγεύουσα.
Αυτή αφήνει να φανερωθεί η σιωπηλή κουστωδία:
στρατιές, οι αρχοντικές παραστάσεις,
οι μάχες, δηώσεις, σφαγές.
Πού να περάσουν όλες αυτές
οι μεγάλες ιστορικές ώρες, να χωρέσουν
φοβερές και ογκώδεις, οι τρομερές κραυγές
θριάμβου και πόνου, τώρα φανταστικές,
κάτω απ' το χαμηλό τόξο, που βαστά
τη μεγαλοπρέπεια τόσου βίου,
με μικρή πια την επιβολή !

Εγνατία Οδός
κι εσύ της Αψίδας πύλη στενή,
προς το μέλλον της μνήμης πορεία,
της ψυχής οδηγία διαρκής.

Πηγή: TRANSLATUM

Παρασκευή, 4 Σεπτεμβρίου 2015

αλλά δεν έβρεξε...

Πού και πού πεταγόμαστε από τον λήθαργο
νομίζοντας ότι ακούμε σφυρίγματα, μουσικές κι ιαχές.
Τρέχουμε στη μισάνοιχτη πόρτα. Τίποτα...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Κυριακάτικος περίπατος, Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά

Γιάννης Κοντός
Κενή ώρα

Κρύβομαι πίσω από το λοφάκι
του χρόνου και μένω στάσιμος
στις εξελίξεις και στον πολιτισμό.
Μένω πίσω και ησυχάζω
από τις διακυμάνσεις του φωτός
και τις επίμονες ματιές σου.
Έρχεται ένα άσπρο,
ένας ασβέστης, ένα ουδέτερο.
Ήτανε απογευματάκι,
και πώς νύχτωσε απότομα.
Όπως λέμε: "Καλό δρόμο".
Κάτι σύννεφα πήγαν
να βελάξουν, αλλά δεν έβρεξε.
Στο σχολείο, εκείνη την ώρα,
παίζαμε. Τώρα μας παίζουν άλλοι.

Πώς να σε πάρει ο ύπνος 

Πώς να σε πάρει ο ύπνος με τέτοιες μυρουδιές
ένα γύρο σου;
Θαμμένοι σ’ ένα σπίτι αποστειρωμένο,
μέσα σε γάζες και στο οινόπνευμα.
Ακουμπισμένοι στο γραμμόφωνο που παίζει
τα τραγούδια που μας έκαναν άντρες.
Περνούμε κάτι βδομάδες
όλο αργές
και επικίνδυνα σιωπηλές
Κυριακές.
Πού και πού πεταγόμαστε από τον λήθαργο
νομίζοντας ότι ακούμε σφυρίγματα, μουσικές κι ιαχές.
Τρέχουμε στη μισάνοιχτη πόρτα. Τίποτα.

Μόνο ο κρεμασμένος μένει στη θέση του
– στον στύλο του ηλεκτρικού –
Και Δευτέρα δεν έρχεται ποτέ.