t


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αχμάτοβα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αχμάτοβα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 11 Ιανουαρίου 2018

Και πάλι, σίμωσε της θύμησης η ώρα...

Αλλά εδώ, εδώ που στάθηκα τριακόσιες ώρες
Μα δεν ξεκλείδωσαν για μένα ποτέ οι βαριές οι πόρτες.
Γιατί ακόμα και στον μακάριο θάνατο θέλω για πάντα να μείνει
Ο ορυμαγδός από τις κλούβες της αστυνομίας μες στη μνήμη
Απ’ το σφράγισμα της πόρτας, ο κρότος, το μπουμπουνητό...


https://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Μαύρο καράβι, λάδι σε καμβά

Άννα Αχμάτοβα
Ποιήματα
(εκδ. Μικρή Άρκτος)

Επίλογος
Ι

Κι έμαθα πώς συρρικνώνονται τα πρόσωπα
Πώς ο τρόμος ελλοχεύει κάτω από τις βλεφαρίδες
Και πώς η οδύνη γράφει με σφηνοειδείς χαρακτήρες
Τραχιές γραμμές τα μάγουλα,
Πώς κατάμαυρα ή ξανθά δαχτυλίδια τα μαλλιά
Μονομιάς καλύπτονται απ’ ασημένια σκόνη,
Και σβήνει το χαμόγελό μου στα πειθήνιά μου χείλη
Κι ο φόβος, είναι νεκρικός, θροΐζει στο σβησμένο μου γελάκι.
Και για μένα δεν προσεύχομαι μοναχά,
Αλλά για όλους, αυτούς που στάθηκαν μαζί μου στη σειρά
Στη ζέστα του Ιούλη, στο ψύχος του χειμώνα
Κάτω από τον τόσο κόκκινο, τον τοίχο, κι αθώρητο ακόμα.

II
Και πάλι, σίμωσε της θύμησης η ώρα
Σας βλέπω, σας αισθάνομαι και σας ακούω τώρα:
Κι εκείνη που σχεδόν στο τέλος είχαν σύρει,
Κι εκείνη που ποτέ ξανά τη γη της θα πατήσει,
Κι εκείνη που είπε σείοντας τ’ ωραίο της κεφάλι:
«Το να επιστρέφω πάλι εδώ, σπίτι επιστρέφω πάλι».
Να τις φωνάξω ήθελα με τα ονόματά τους
Μα οι λίστες έχουνε χαθεί με τ’ αναφορικά τους.
Και έχω υφάνει για όλες τους μαντήλι που είν’ φαρδύ
Απ’ τις φτωχές τις λέξεις τους, που άκουσα εκεί.
Πάντα και οπουδήποτε θα τις αναθυμούμαι
Δεν πρόκειται απ’ τη μνήμη μου αυτές να ξεχαστούνε
Και αν το εξαντλημένο μου μού το φιμώσουν στόμα
Μ’ αυτό που ξεφωνίζουν εκατό λαού εκατομμύρια ακόμα
Τότε στη μνήμη τους εμέ
Παραμονή επετείου μου ίσως με θυμηθούνε
Κι αν κάποιοι αποφασίσουνε για εμένα να στήσουν
Στη χώρα αυτή μια προτομή τιμή για να μου δείξουν
Σε τέτοιο πανηγύρι συναινώ
Μα βάζω όρο αυτόν εδώ - να στέκει
Όχι στη Μαύρη Θάλασσα π’ αντίκρισα το φως-
Γι’ αυτή κάθε συναίσθημα χαμένο εντελώς,
Ούτε στους κήπους του τσάρου, στην απόμακρη γωνιά
Εκεί που με γυρεύει μια πένθιμη σκιά,
Αλλά εδώ, εδώ που στάθηκα τριακόσιες ώρες
Μα δεν ξεκλείδωσαν για μένα ποτέ οι βαριές οι πόρτες.
Γιατί ακόμα και στον μακάριο θάνατο θέλω για πάντα να μείνει
Ο ορυμαγδός από τις κλούβες της αστυνομίας μες στη μνήμη
Απ’ το σφράγισμα της πόρτας, ο κρότος, το μπουμπουνητό
Και το σαν πληγωμένου ζώου της γριάς γυναίκας, το ουρλιαχτό.
Κι από τ’ ασάλευτα, τα χάλκινα, τα τσίνορα μου,
Ας κυλούν σαν χιόνι που λιώνει τα δάκρυα μου
Κι ας γουργουρίζει ένα περιστέρι της φυλακής πέρα μακριά,
Και ας ταξιδεύουν τα πλοία στον Νέβα βουβά.

Μάρτιος 1940

(απόδοση: Γιάννης Αντιόχου)

Σάββατο 4 Νοεμβρίου 2017

Κι έμαθα πώς συρρικνώνονται τα πρόσωπα...

Και σβήνει το χαμόγελό μου στα πειθήνιά μου χείλη
Κι ο φόβος, είναι νεκρικός, θροΐζει στο σβησμένο μου γελάκι...


https://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Αγκυροβολημένα, λάδι σε καμβά

Άννα Αχμάτοβα
Επίλογος

Ι

Κι έμαθα πώς συρρικνώνονται τα πρόσωπα
Πώς ο τρόμος ελλοχεύει κάτω από τις βλεφαρίδες
Και πώς η οδύνη γράφει με σφηνοειδείς χαρακτήρες
Τραχιές γραμμές τα μάγουλα,
Πώς κατάμαυρα ή ξανθά δαχτυλίδια τα μαλλιά
Μονομιάς καλύπτονται απ’ ασημένια σκόνη,
Και σβήνει το χαμόγελό μου στα πειθήνιά μου χείλη
Κι ο φόβος, είναι νεκρικός, θροΐζει στο σβησμένο μου γελάκι.
Και για μένα δεν προσεύχομαι μοναχά,
Αλλά για όλους, αυτούς που στάθηκαν μαζί μου στη σειρά
Στη ζέστα του Ιούλη, στο ψύχος του χειμώνα
Κάτω από τον τόσο κόκκινο, τον τοίχο, κι αθώρητο ακόμα.

(μετ. Γιάννης Αντιόχου)

Πέμπτη 5 Οκτωβρίου 2017

από τον καιρό προετοιμαζόμουν...

Γιατί αλλιώς... Θροΐζει, να, ζεστά το θέρος,
στο παράθυρό μου στέκω κι είναι σαν γιορτή.
Το 'λεγε η καρδιά μου από καιρό, τα ξέρω
τούτο εδώ το φως και τ' άδειο σπίτι στη σιωπή...



https://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Εκδρομή, λάδι σε καμβά

Άννα Αχμάτοβα
Η Καταδικαστική Απόφαση

Καλοκαίρι 1939

Κι έπεσεν η λέξη η πέτρινη του νόμου
πα στο στήθος μου το ακόμα ζωντανό.
Τι να γίνει, από τον καιρό προετοιμαζόμουν,
όπως όπως θα τα βγάλω πέρα και μ' αυτό.

Έχω σήμερα πολλές δουλειές. Για μέτρα :
Πρέπει κάθε μνήμη ευθύς να σκοτωθεί,
πρέπει την καρδιά να κάνω πέτρα,
πρέπει πάλι τη ζωή να μάθω απ'την αρχή.

Γιατί αλλιώς... Θροΐζει, να, ζεστά το θέρος,
στο παράθυρό μου στέκω κι είναι σαν γιορτή.
Το 'λεγε η καρδιά μου από καιρό, τα ξέρω
τούτο εδώ το φως και τ' άδειο σπίτι στη σιωπή.

(μετ. Άρης Αλεξάνδρου)

Παρασκευή 7 Ιουλίου 2017

Πρέπει κάθε μνήμη ευθύς να σκοτωθεί...

Το 'λεγε η καρδιά μου από καιρό, τα ξέρω
τούτο εδώ το φως και τ' άδειο σπίτι στη σιωπή...


https://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Γαλατάς, λάδι σε καμβά

Άννα Αχμάτοβα
Καλοκαίρι 1939

Κι έπεσεν η λέξη η πέτρινη του νόμου
πα στο στήθος μου το ακόμα ζωντανό.
Τι να γίνει, από τον καιρό προετοιαζόμουν,
όπως όπως θα τα βγάλω πέρα και μ' αυτό.

Έχω σήμερα πολλές δουλειές. Για μέτρα :
Πρέπει κάθε μνήμη ευθύς να σκοτωθεί,
πρέπει την καρδιά να κάνω πέτρα,
πρέπει πάλι τη ζωή να μάθω απ'την αρχή.

Γιατί αλλιώς... Θροΐζει, να, ζεστά το θέρος,
στο παράθυρό μου στέκω κι είναι σαν γιορτή.
Το 'λεγε η καρδιά μου από καιρό, τα ξέρω
τούτο εδώ το φως και τ' άδειο σπίτι στη σιωπή.

(Από το θρηνητικό «Ρέκβιεμ», αφιερωμένο στο γιο της και στα δεινά του ρωσικού λαού από τη σταλινική τρομοκρατία, Εκδ. Άγρα)

Κυριακή 21 Μαΐου 2017

οι μπερδεμένες λέξεις σου...

Δεν άκουγα τα καμπανάκια του χαμού,
που μοιρολόγια τραδουδούν στο γαλανό ποτάμι,
Μα μόνο –εφτά μέρες– άκουγα το γέλιο του χαλκού
Ή μήπως έκλαιγε, σαν να κελάριζε λιωμένο ασήμι...


https://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Αναγνώστρια, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Άννα Αχμάτοβα
Η απάντηση

Για τον V. A. Komarovsky, 1914

Ω, τι αυτές οι μπερδεμένες λέξεις σου
τις τελευταίες τ' Απρίλη μέρες εδώ μου φέραν .
Το ήξερες πως η καρδιά κι οι σκέψεις μου,
έρμες Μεγάλη Εβδομάδα του φόβου παραδέρναν .

Δεν άκουγα τα καμπανάκια του χαμού,
που μοιρολόγια τραδουδούν στο γαλανό ποτάμι,
Μα μόνο –εφτά μέρες– άκουγα το γέλιο του χαλκού
Ή μήπως έκλαιγε, σαν να κελάριζε λιωμένο ασήμι.

Και, δυστυχώς, αν και κρυφό να το κρατήσω προσπαθώ
Όπως και πριν από το μοιραίο μας χωρισμό,
Τον περιμένω πάντα σ' έντονο βαθμό
τον πόνο το μαρτυρικό απ΄το δικό σου το σταυρό.

(μετ. Χρύσα Βελησσαρίου)

Παρασκευή 6 Ιανουαρίου 2017

τον πόνο το μαρτυρικό...

Δεν άκουγα τα καμπανάκια του χαμού,
που μοιρολόγια τραγουδούν στο γαλανό ποτάμι...


https://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Πλαγιά στον Υμηττό, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Άννα Αχμάτοβα
H απάντηση

Για τον V. A. Komarovsky

Ω, τι αυτές οι μπερδεμένες λέξεις σου
τις τελευταίες τ' Απρίλη μέρες εδώ μου φέραν .
Το ήξερες πως η καρδιά κι οι σκέψεις μου,
έρμες  Μεγάλη Εβδομάδα του φόβου παραδέρναν .

Δεν άκουγα τα καμπανάκια του χαμού,
που μοιρολόγια τραγουδούν στο γαλανό ποτάμι,
Μα μόνο –εφτά μέρες– άκουγα το γέλιο του χαλκού
Ή μήπως έκλαιγε, σαν να κελάριζε λιωμένο ασήμι.

Και, δυστυχώς, αν και κρυφό να το κρατήσω προσπαθώ
Όπως και πριν από το μοιραίο μας χωρισμό,
Τον περιμένω πάντα σ' έντονο βαθμό
τον πόνο το μαρτυρικό απ΄το δικό σου το σταυρό.

(μετ. Χρύσα Βελησσαρίου)

Κυριακή 20 Νοεμβρίου 2016

Όχι, δεν είμαι εγώ μα κάποιος άλλος αυτός που υποφέρει...

Εγώ δεν θα το άντεχα αυτό που έχει συμβεί
Πάρτε πανιά, μαύρα πανιά, καλύψτε το
Φανάρια ας το πάρουν μακριά…
Νύχτα...


https://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Τελευταίο δρομολόγιο, λάδι σε καμβά

Άννα Αχμάτοβα
Ρέκβιεμ
(απoσπάσματα)

Προοίμιο

Συνέβη όταν χαμογελούσε ο νεκρός
Που γαλήνη βρήκε μόνο αυτός.
Νεκρό το Λένινγκραντ μπροστά στις φυλακές του
Αργοσαλεύει.
Κι απ’ τα μαρτύρια τρελές
Των κρατουμένων οι στρατιές
Βάδιζαν στα χαμένα.
Τραγούδια αποχαιρετισμού
Μέσα σε τρένα που σφυρίζουν.
Κι από ψηλά στον ουρανό τ’ αστέρια του θανάτου
Την Ρούς ακίνητη κατάχαμα κρατούν
Ματοβαμμένες μπότες την πατούν
Κι από την κλούβα οι μαύρες ρόδες.

1.

Το χάραμα σε πήρανε
Κι έτρεξα πίσω σου στο ξόδι
Στην κάμαρα τη σκοτεινή κλαίγαν παιδιά
Και στο εικόνισμα μπροστά στάζαν κεριά.
Έμεινε η ψύχρα της εικόνας πάνω στα χείλη σου
Στάλες ιδρώτας που κυλούν στο μέτωπό σου
Τον θάνατο θυμίζουν... Δεν ξεχνώ!
Σαν τις γυναίκες των Στρελτσί
Σιμά στους πύργους του Κρεμλίνου
Ουρλιάζοντας θα σε θρηνώ.

3.

Όχι, δεν είμαι εγώ μα κάποιος άλλος αυτός που υποφέρει.

Εγώ δεν θα το άντεχα αυτό που έχει συμβεί
Πάρτε πανιά, μαύρα πανιά, καλύψτε το
Φανάρια ας το πάρουν μακριά…
Νύχτα

(Μετ. Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης)

Τρίτη 24 Μαΐου 2016

Συνοδεία σε πήραν...

Στο προαύλιο μια λεύκα κουνάει τα κλαδιά λυπημένη
κι ούτε θρόισμα ακούγεται – κι όμως κει στα κελιά
πόσοι αθώοι πεθαίνουν και πάνε χαμένοι...


https://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Λεύκες στον Λαγκαδά, λάδι σε καμβά

Άννα Αχμάτοβα
Ρέκβιεμ (αποσπάσματα)
1

Συνοδεία σε πήραν καθώς χάραζε η μέρα,
από πίσω σου βάδιζα σαν σ’ εκφορά,
τα παιδιά στο σκοτάδι της κάμαρας κλαίγαν
και στο εικόνισμα στάζαν εμπρός τα κεριά.
Πα στα χείλη σου η ψύχρα της άγιας εικόνας.
Τον ιδρώ του θανάτου στο μέτωπο δεν τον ξεχνώ.
Σαν των δόλιων στρελτσύ (*1) τις γυναίκες, πεσμένη στο χώμα,
δίπλα εκεί στου Κρεμλίνου τους πύργους θα ουρλιάζω κι εγώ.

1935

4

Ποιος να σ’ το ’λεγε τότε που οι φίλοι σου
φιλενάδα τους σ’ έλεγαν κι έτοιμο το ’χες το σκώμμα
κι αμαρτάνοντας πρόσφερες τ’ άλικα χείλη σου,
στη ζωή σου να πάθεις τι σου ’μελλε ακόμα.
Στη ουρά τριακοστή με το δέμα σου
να σταθείς στα Κρεστύ (*2) και μπροστά να κοιτάς
και με δάκρυα καυτά, με το αίμα σου,
του χειμώνα τον πάγο να καις, να τρυπάς.
Στο προαύλιο μια λεύκα κουνάει τα κλαδιά λυπημένη
κι ούτε θρόισμα ακούγεται – κι όμως κει στα κελιά
πόσοι αθώοι πεθαίνουν και πάνε χαμένοι…

6

Οι βδομάδες σαν πουλιά πετάνε
τι συνέβη ποιος θα μου το πει;
Πώς σε κοίταζαν στη φυλακή
οι λευκές οι νύχτες, που καταραμένες να ’ναι,
πώς και τώρα σε ξανακοιτούν
με αετίσιο μάτι φλογερό
και για τον ψηλό σου τον σταυρό
και για θάνατο μιλούν.

1939

8

ΠΡΟΣ ΘΑΝΑΤΟΝ

Έτσι κι αλλιώς θα ’ρθεις, γιατί όχι τούτη τη στιγμή:
Σε περιμένω, αδύνατο να επουλωθεί το τραύμα.
Όλα τα φώτα τα ’σβησα κι η πόρτα μου ανοιχτή,
να μπεις εσύ καθημερνός και σπάνιος ως θαύμα.
Όποια μορφή σ’ αρέσει πάρε για να ’ρθεις,
σαν βλήμα εισόρμησε και σκότωσέ με
ή μ’ ένα ζύγι ζύγωσε σαν έμπειρος ληστής
ή με του τύφου τον καπνό φαρμάκωσέ με.
Ή ως μύθος που ’χεις σοφιστεί και λες από καιρό
κι όλοι τον μάθαν πια μέχρι ναυτίας, μέχρι κόρου,
ώστε το μπλε πηλήκιο (*3) στην αυλή να δω
κι από τον τρόμο του χλωμό τον θυρωρό μου.
Το ίδιο πια μου κάνει. Ο Γιενισέι κυλάει μες στον αφρό,
το πολικό τ’ αστέρι φέγγει μες στην αμφιλύκη
και την γαλάζια λάμψη των αγαπημένων μου ματιών
η τελευταία την καλύπτει φρίκη.

19 Αυγούστου 1939, σπίτι της Φοντάνκα

(Από τη συλλογή «ΡΕΚΒΙΕΜ», εκδ. ΑΓΡΑ 2011, Μετ. Άρης Αλεξάνδρου)

* Σημειώσεις
1. Τάγμα του Ιβάν του Τρομερού, προσωπική φρουρά του τσάρου που εκκαθαρίστηκε.
2. Φυλακές του Λένινγκραντ.
3. Στολή των υπαλλήλων της NKVD (Λαϊκό Κομισαριάτο Εσωτερικών Υποθέσεων), η διαβόητη μυστική αστυνομία της Ε.Σ.Σ.Δ. της εποχής του Στάλιν.

Παρασκευή 20 Μαΐου 2016

Στο σκοτάδι της αβάσταχτης δίνης...

Για το χάρισμα μου ανθοφόρο,
ότι σαν ποιήτρια ήμουν σπουδαία,
αλλά ήρθε η δεκατη τρίτη μου ώρα...


https://yannisstavrou.blogspot.com 

Άννα Αχμάτοβα
Τα Θρύψαλα
(απόσπασμα)

Στερημένη ύδωρ και γη,
χωρισμένη απ’ τον μοναχογιό μου,
στο ικρίωμα, στη σιγή,
στέκομαι όπως στην αίθουσα του θρόνου.

Εφτά χιλιάδες χιλιόμετρα και τρία...
Που ν’ ακουστεί η φωνή
Στο σκοτάδι της αβάσταχτης δίνης
στου πολικού αγέρα βοή.
Αγρίεψες εκεί, στον Άδη,
Πρώτος μου, τελευταίος, μονάκριβος.
Και πάνω απ’ τον τάφο μου,
Στο Λενινγκράδι,
Αδιάφορη στέκει η Άνοιξη.
Να που σ’ έφτασε η φιλονικία,
Στου Ενισέι τις όχθες,
Για σας είναι κίνδυνος και αλητεία
Για μενά – μονάχα γιος μου.

Και κάποιοι με διέταξαν:
«Μίλα!Θυμήσου τα πάντα!»
Λέον Φιλίπε. Ανάκριση.
Σε πόσους μίλησες άραγε,
Και σε ποιον τα είπες, πικρή,
Ότι σαπίζει ο γιος σου στα κάτεργα,
Ότι η Μούσα σου είναι νεκρή;
Από όλους πιο ένοχη είμαι
Από επιζώντες και μη
Και στο τρελάδικο να κυλιέμαι
Για μενα μεγάλη τιμή.
Και σε γάντζο ζεστό, ματωμένο
Το τομάρι μου θα κρεμαστεί,
Για να βλέπουν οι άπιστοι ξένοι,
Και να γελούν οι αστοί.
Θα γράψουν οι εφημερίδες
Για το χάρισμα μου ανθοφόρο,
ότι σαν ποιήτρια ήμουν σπουδαία,
αλλά ήρθε η δεκατη τρίτη μου ώρα...

Τρίτη 3 Μαΐου 2016

πιο κοντά…

Φυσά ένα αεράκι γνώριμο…
Μην είναι η θάλασσα;
Όχι, πάνω στους τάφους μόνο τα φύλλα
Δέντρων κωνοφόρων είναι και η σαπίλα των ριζών
Ολοένα και πιο κοντά, πιο κοντά… 

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Πεύκα στον Υμηττό,λάδι σε καμβά 

Άννα Αχμάτοβα
Πρέπει να ΄ναι ασυνήθιστο

Πρέπει να ΄ναι ασυνήθιστο...
Καθόλου δε με συγκινεί ο στόμφος της ωδής
Και δε με γοητεύει η έξαρση της ελεγείας.
Κατά τη γνώμη μου το παν στους στίχους πρέπει να ΄ναι ασυνήθιστο,
Σαν αρμονία της κακοφωνίας.

Θα εκπλαγείτε σα΄ γνωρίσετε μες από ποια σκουπίδια
Οι στίχοι μεγαλώνουν δίχως συστολή.
Όπως ραδίκι κίτρινο κάτ΄ απ΄ το φράχτη,
Σαν κολλιτσίδα στρογγυλή που ενοχλεί.

Κραυγή οργής και δυνατή οσμή της πίσσας,
Μούχλα είτε ξερόφυλλο που πέφτει χάμου...
Και να ο στίχος αντηχεί και σφριγηλός, και στοργικός,
Για ευχαρίστηση δικιά σας και δικιά μου.

(Μετ. Γ. Σοϊλεμεζίδης)

Αφιέρωση
27 Δεκεμβρίου 1940 

... κι αφού είχα έλλειψη χαρτιού
Στο πρόχειρο τετράδιό σου γράφω.
Μια λέξη ξένη φαίνεται,
Σαν κάποτε μια του χιονιού νιφάδα,
Και λιώνει αθώα και γλυκά πάνω στο χέρι.
Κι οι μαύρες τ’ Αντίνοου βλεφαρίδες
άξαφνα σηκωθήκαν – κι’ εκεί
ένας πράσινος καπνός,
Φυσά ένα αεράκι γνώριμο…
Μην είναι η θάλασσα;
Όχι, πάνω στους τάφους μόνο τα φύλλα
Δέντρων κωνοφόρων είναι και η σαπίλα των ριζών
Ολοένα και πιο κοντά, πιο κοντά…
Marche funebre ...
Σοπέν…
Νύχτα. Σπίτι στη Φοντάνα

(Μετ. Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης)

Παρασκευή 22 Ιανουαρίου 2016

Και στη θάλασσα ανοιγόμουν...

Κι ήμουνα τολμηρή και χαρούμενη, ήμουν αγρίμι,
Και διόλου δεν ήξερα πως αυτό είναι ευτυχία.
Το κίτρινο φουστάνι μου έθαβα στην άμμο,
Μην το πάρει ο αέρας, μην το κλέψει ο αλήτης,
Και στη θάλασσα ανοιγόμουν και ξάπλωνα
Στα ζεστά σκοτεινά κύματά της...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Ελαιώνας δίπλα στη θάλασσα, λάδι σε καμβά

Άννα Αχμάτοβα
Στη άκρη της θάλασσας

Χαμηλά την ακτή ψαλιδίσαν οι κόλποι,
Πανιά πολλά στ' ανοιχτά αρμενίζαν,
Κι εγώ στέγνωνα τ' αλμυρά μου μαλλιά
Σε βράχο πλατύ, από τη στεριά ένα μίλι.
Ένα πράσινο ψάρι γλιστρούσε σε μένα,
Ένας άσπρος γλάρος σε μένα πετούσε,
Κι ήμουνα τολμηρή και χαρούμενη, ήμουν αγρίμι,
Και διόλου δεν ήξερα πως αυτό είναι ευτυχία.
Το κίτρινο φουστάνι μου έθαβα στην άμμο,
Μην το πάρει ο αέρας, μην το κλέψει ο αλήτης,
Και στη θάλασσα ανοιγόμουν και ξάπλωνα
Στα ζεστά σκοτεινά κύματά της.
Όταν γύριζα αναβόσβηνε κιόλας
Από τα ανατολικά το φως του φάρου,
Κι ο καλόγερος στης Χερσονήσου την πύλη
Με ρωτούσε: «Πού γυρνάς μες στη νύχτα;».

Ένιωθα το νερό κι οι γείτονες το ξέραν,
Κι όταν άνοιγαν καινούργιο πηγάδι
Με καλούσαν να βρω το μέρος
Και δεν πήγαινε ο κόπος τους χαμένος.
Όπως άλλοι μαζεύουν μανιτάρια ή μούρα,
Μάζευα εγώ σφαίρες των Γάλλων,
Κι έφερνα σπίτι μες στην ποδιά μου
Θραύσματα σκουριασμένα από βαριές οβίδες.
Κι έλεγα με θυμό στην αδερφή μου:
«Όταν θα γίνω τσαρίνα,
Έξι θωρηκτά θα φτιάξω
Κι έξι κανονιοφόρους,
Για να φρουρούν τις ακτές μου
Από δω ως τ' ακρωτήρι».
Και τη νύχτα μπροστά στο κρεβάτι
Στη σκοτεινή προσευχόμουν εικόνα
Τις κερασιές να μην χτυπήσει χαλάζι,
Ένα ψάρι μεγάλο να πέσει στα δίχτυα,
Κι ο πονηρός αλήτης να μην προσέξει
Το κίτρινό μου φουστάνι.

(μετ. Α. Λαμπρινίδου)

Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2015

Λύση καμιά δεν βλέπω...

Ηχος γλυκός σαλεύει μες στα δέντρα
και το φθινόπωρο μου λέει “Πέθανε μαζί μου'.
Η τύχη μου παντοτινά ασταθής
άχαρη, σαν εσένα. Είμαι απελπισμένη...


http://yannisstavrou.blospot.com 

Άννα Αχμάτοβα
Στην άκρη της θάλασσας

Χαμηλά την ακτή ψαλιδίσαν οι κόλποι,
Πανιά πολλά στ' ανοιχτά αρμενίζαν,
Κι εγώ στέγνωνα τ' αλμυρά μου μαλλιά
Σε βράχο πλατύ, από τη στεριά ένα μίλι.
Ενα πράσινο ψάρι γλιστρούσε σε μένα,
Ενας άσπρος γλάρος σε μένα πετούσε,
Κι ήμουνα τολμηρή και χαρούμενη, ήμουν αγρίμι,
Και διόλου δεν ήξερα πως αυτό είναι ευτυχία.
Το κίτρινο φουστάνι μου έθαβα στην άμμο,
Μην το πάρει ο αέρας, μην το κλέψει ο αλήτης,
Και στη θάλασσα ανοιγόμουν και ξάπλωνα
Στα ζεστά σκοτεινά κύματά της.
Οταν γύριζα αναβόσβηνε κιόλας
Από τα ανατολικά το φως του φάρου,
Κι ο καλόγερος στης Χερσονήσου την πύλη
Με ρωτούσε: «Πού γυρνάς μες στη νύχτα;».
Ενιωθα το νερό κι οι γείτονες το ξέραν,
Κι όταν άνοιγαν καινούργιο πηγάδι
Με καλούσαν να βρω το μέρος
Και δεν πήγαινε ο κόπος τους χαμένος.
Οπως άλλοι μαζεύουν μανιτάρια ή μούρα,
Μάζευα εγώ σφαίρες των Γάλλων,
Κι έφερνα σπίτι μες στην ποδιά μου
Θραύσματα σκουριασμένα από βαριές οβίδες.
Κι έλεγα με θυμό στην αδερφή μου:
«Οταν θα γίνω τσαρίνα,
Εξι θωρηκτά θα φτιάξω
Κι έξι κανονιοφόρους,
Για να φρουρούν τις ακτές μου
Από δω ώς τ' ακρωτήρι».
Και τη νύχτα μπροστά στο κρεβάτι
Στη σκοτεινή προσευχόμουν εικόνα
Τις κερασιές να μην χτυπήσει χαλάζι,
Ενα ψάρι μεγάλο να πέσει στα δίχτυα,
Κι ο πονηρός αλήτης να μην προσέξει
Το κίτρινό μου φουστάνι.

(μετ. Ασπασία Λαμπρινίδου)

To τραγούδι της τελευταίας συνάντησης

Στο στήθος ένα σφίξιμο
το βήμα χάνω, πάω βιαστική
από την αγωνία, την λαχτάρα, φόρεσα
το γάντι το αριστερό, στο χέρι το δεξί.
Τόσα σκαλιά ν’ ανέβω, αδύνατον.
Μα, είναι τρία, χρυσή μου.
Ηχος γλυκός σαλεύει μες στα δέντρα
και το φθινόπωρο μου λέει “Πέθανε μαζί μου'.
Η τύχη μου παντοτινά ασταθής
άχαρη, σαν εσένα. Είμαι απελπισμένη.
Λύση καμιά δεν βλέπω, ω! ακριβέ.
Πεθαίνω εγκαταλειμμένη.
Tο βλέμμα στρέφω, να το σπίτι μας κι η κάμαρα
κεχριμπαρένια καίνε τα κεριά
της τελευταίας μας συνάντησης το σμίξιμο
και η φωνή σου μες στ΄ αυτιά μου ακόμα τραγουδά».

(μετ. Άρης Αλεξάνδρου)

Πέμπτη 23 Ιουλίου 2015

Και ονειρεύομαι τη νιότη μας...

Φυσά ένα αεράκι γνώριμο…
Μην είναι η θάλασσα;
Όχι, πάνω στους τάφους μόνο τα φύλλα
Δέντρων κωνοφόρων είναι και η σαπίλα των ριζών
Ολοένα και πιο κοντά, πιο κοντά…  


Αφιερωμένο στους αντιφρονούντες των κομμουνιστικών καθεστώτων

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Φθινοπωρινό πευκοδάσος, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Άννα Αχμάτοβα
Αφιέρωση
27 Δεκεμβρίου 1940
Βσ. Κ.


…κι αφού είχα έλλειψη χαρτιού
Στο πρόχειρο τετράδιό σου γράφω.
Μια λέξη ξένη φαίνεται,
Σαν κάποτε μια του χιονιού νιφάδα,
Και λιώνει αθώα και γλυκά πάνω στο χέρι.
Κι οι μαύρες τ’ Αντίνοου βλεφαρίδες
άξαφνα σηκωθήκαν – κι’ εκεί
ένας πράσινος καπνός,
Φυσά ένα αεράκι γνώριμο…
Μην είναι η θάλασσα;
Όχι, πάνω στους τάφους μόνο τα φύλλα
Δέντρων κωνοφόρων είναι και η σαπίλα των ριζών
Ολοένα και πιο κοντά, πιο κοντά…
Marche funebre … Σοπέν…

Νύχτα. Σπίτι στη Φοντάνα

Αφιέρωση δεύτερη
Ο.Σ.

Εσύ είσαι Αράχνη –
Ψυχή Που με ασπρόμαυρη βεντάλια
Αέρα μου κάνεις σκυμμένη πάνω μου.

Μυστικά θέλεις να μου πεις
Πως πέρασε το Καλοκαίρι
και περιμένεις την επόμενη Άνοιξη.

Μην μου υπαγορεύεις, τ’ ακούω κι εγώ:
Μια βροχή ζεστή χτυπάει τη στέγη,
Ψίθυρους ακούω από τον κισσό.

Κάποιος μικρός αποφάσισε να ζήσει
Πρασίνισε, φούντωσε, προσπάθησε
Αύριο σε νέο αστραφτερό αντίσκηνο
Θα κοιμηθώ –
μόνη, μονάχη με τον εαυτό μου.
Εκείνο που οι άνθρωποι άνοιξη ονομάζουν,
Εγώ το λέω μοναξιά. Κοιμάμαι –
Και ονειρεύομαι τη νιότη μας,
Εκείνη, τη στιγμή που έφυγε
Στον ξύπνιο μου,
Αν θέλεις, στην δίνω να θυμάσαι,
Σα να ’ναι φλόγα καθαρή μέσα στη λάσπη,
σα γαλανθός στου μνήματος την άκρη.

25 Μαΐου 1945, Σπίτι στη Φοντάνα

Από το «Ποίημα χωρίς ήρωα»
(Μετ. Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης)

Τετάρτη 13 Μαΐου 2015

Καταδίκη...

Δροσερό φυσάει το αγέρι, γι’ άλλους, ξένους
γι’ άλλους γλυκοφέγγει αχνά το δειλινό
ίδιοι εμείς παντού, δεν παίρνουμε είδηση κανένας
τα κλειδιά μονάχα ακούμε σιχαμένα
και τα βήματα βαριά των στρατιωτών...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Δειλινό στη Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά

Άννα Αχμάτοβα
Ρέκβιεμ

Έτσι κι αλλιώς θα ‘ρθείς, γιατί οχι τούτη τη στιγμή:
Σε περιμένω, αδύνατο να επουλωθεί το τραύμα.
Όλα τα φώτα τα ‘σβησα κ’ η πόρτα μου ανοιχτή
να μπεις εσύ καθημερνός και σπάνιος ως θαύμα.
Όποια μορφή σ’ αρέσει πάρε για να ‘ρθείς
σαν βλήμα εισόρμησε και σκότωσέ με
ή μ’ ένα ζύγι ζύγωσε σαν έμπειρος ληστής
ή με του τύφου τον καπνό φαρμάκωσέ με.
Ή ως μύθος πού ‘χεις σοφιστεί και λες από καιρό
κι όλοι τον μάθαν πια μέχρι ναυτίας, μέχρι κόρου
ώστε το μπλε πηλίκιο στην αυλή να δω
κι από τον τρόμο του χλωμό τον θυρωρό μου.
Το ίδιο πια μου κάνει. Ο Γιενισέι κυλάει μες στον αφρό
το πολικό τ’ αστέρι φέγγει μες στην αμφιλύκη
και την γαλάζια λάμψη των αγαπημένων μου ματιών
η τελευταία την καλύπτει φρίκη.

(19 Αυγούστου 1939, σπίτι Φοντάνκα, μετ. Άρης Αλεξάνδρου)

Αφιέρωση

Τα βουνά λυγίζουν μπρος σ’ αυτή τη συμφορά
δεν κυλάει ο μέγας ποταμός
μα της φυλακής τα σίδερα γερά
κι από πίσω τους του κάτεργου η «μονιά»
κι ο θανατερός καημός.
Δροσερό φυσάει το αγέρι, γι’ άλλους, ξένους
γι’ άλλους γλυκοφέγγει αχνά το δειλινό
ίδιοι εμείς παντού, δεν παίρνουμε είδηση κανένας
τα κλειδιά μονάχα ακούμε σιχαμένα
και τα βήματα βαριά των στρατιωτών.
Σηκωνόμασταν, λες κ’ ήτανε για τους εωθινούς
μες στην αποθηριωμένη πόλη οδεύοντας ξανά,
συναντιόμασταν πιο ξέπνοοι κι από τους νεκρούς
χαμηλότερος ο ήλιος και στο πούσι ο Νέβας, στους καπνούς,
κι όμως τραγουδάει η ελπίδα πέρα μακριά.
Καταδίκη… και τα δάκρυα ευθύς, μα τί να σώσουν
έχει απ’ όλους ήδη αποκοπεί
λες και τη ζωή με πόνο απ’ την καρδιά θα ξεριζώσουν
λες και βάναυσα τ’ ανάσκελα θα την ξαπλώσουν
μα βαδίζει… και τρικλίζει… μοναχή.
Τάχατες οι αθέλητές μου φίλες πού είναι τώρα εκείνες
των σατανικών μου δύο ετών;
Τί στης Σιβηρίας τις θύελλες βλέπουν, στου χιονιού τη δίνη
τί φαντάζονται στον κύκλο γύρω απ’ τη σελήνη
Στέλνω σ’ όλες τους τον ύστατο χαιρετισμό.

(Μάρτιος 1940, μετ. Άρης Αλεξάνδρου)

Δευτέρα 6 Απριλίου 2015

Με τέτοια θλίψη λυγίζουν τα βουνά...

Πού να' ναι οι φίλες μου άραγε οι τυχαίες
Από τα διαβολικά, τα χρόνια εκεί τα δυο;
Στης Σιβηρίας τις θύελλες άραγε τι βλέπουν
Τι να τους φανερώνεται στον δίσκο της σελήνης τον λευκό;
Τον ύστατο, σε όλες τους, στέλνω χαιρετισμό... 

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Στο φως της σελήνης, λάδι σε καμβά

Άννα Αχμάτοβα
Το τραγούδι της τελευταίας συνάντησης

Κρύα πέτρα μου πλάκωνε τα στήθη
μα ήταν ανάλαφρα τα βήματά μου.
Έβαλα το ζερβί στην ταραχή μου
γάντι, στο χέρι το δεξί μου.

Πολλά φαινόντανε τα σκαλοπάτια
κι ας ήξερα πως ήταν μόνο τρία!
Μέσα απ’ τα σφεντάμια ο Νοέμβρης μού λέει:
‘‘Έλα να πεθάνουμε μαζί!’’ και κλαίει.

‘‘Γελάστηκα – ακούς; – από μια μοίρα
άπιστη, μοχθηρή, δίχως καρδιά.’’
‘‘Κι εγώ, γλυκέ, γλυκέ μου – κάνω –
θα ’ρθώ μαζί σου να πεθάνω’’.

Του στερνού ραντεβού είναι το τραγούδι.
Στρέφω, το σκοτεινό σπίτι κοιτάζω.
Στην κάμαρα κεριά ανάβαν μόνο
με αδιάφορη κίτρινη φλόγα. Κρυώνω.

Καθώς με καλαμάκι την ψυχή μου ήπια.
Ξέρω τη γεύση της: φαρμάκι που μεθάει·
μα το μαρτύριο δεν χαλάω με ικεσίες·
γαλήνη τόσων ημερών, που πήες;

Όταν τελειώσεις, πές το. Δε λυπάμαι
κι αν λείψει από τη γην αυτή η ψυχή μου.
Θα πάρω σβάρνα δρόμους και σοκάκια
πως παίζουνε να βλέπω τα παιδάκια.

Ανθεί τ’ αγκαθοστάφυλο στους βάτους,
πίσω απ’ το φράχτη τούβλα κουβαλούνε.
Ποιος είσαι; Εραστής μου, αδερφός; Δεν ξέρω.
Να μάθω δε χρειάζεται, δε θέλω.

Πώς φέγγει εδώ δα και δίχως σκέπη·
το κουρασμένο ξεκουράζεται κορμί μου…
Κι οι διαβάτες με λυπούνται: η κακομοίρα,
σκέφτονται, χτεσινή φαίνεται χήρα.

(μετ. Ρίτα Μπούμη-Παπά)

Αφιέρωση

Με τέτοια θλίψη λυγίζουν τα βουνά
Και το ποτάμι ορμητικό πια δεν κυλά
Της φυλακής τα σίδερα κλειστά
Πίσω απ' αυτά, των «αιχμαλώτων τρύπες τα κελιά»
Θανατερή απλώνεται η συμφορά.
Για άλλον φυσάει αέρας δροσερός,
Για άλλον ο ήλιος που δύει είναι τερπνός-
Δεν ξέρουμε, οι ίδιοι είμαστε πάντα εδώ
Μόνο ακούμε τον ήχο του κλειδιού τραχύ
Και των φρουρών το βήμα το βαρύ.
Σάμπως και σηκωνόμασταν για Θεία Λειτουργία
Την άγρια πόλη σχίζαμε, μακριά πεζοπορία
Και συναντιόμασταν εκεί,  ξεψυχισμένοι σα νεκροί.
Ο ήλιος είναι χαμηλά και ο Νέβας φαίνεται θαμπά
Μα η ελπίδα τραγουδά, ακούγεται από μακριά.
Δάκρυα χύνει στη στιγμή... Καταδικασμένη
Κι ήδη απ' όλους πια, ξεχωρισμένη
Σαν την καρδιά της να ρημάξουν, ύστερα να την πετάξουν
Σαν κτήνη να τη σπρώξουν, φαρδιά πλατιά να την ξαπλώσουν,
Μα εκείνη όμως συνεχίζει... μόνη... τρεκλίζοντας βαδίζει...
Πού να' ναι οι φίλες μου άραγε οι τυχαίες
Από τα διαβολικά, τα χρόνια εκεί τα δυο;
Στης Σιβηρίας τις θύελλες άραγε τι βλέπουν
Τι να τους φανερώνεται στον δίσκο της σελήνης τον λευκό;
Τον ύστατο, σε όλες τους, στέλνω χαιρετισμό.

(απόδοση, Γιάννης Αντιόχου)

Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2015

«Μπορείς να περιγράψεις αυτό;»

Ο γαλήνιος Ντον κυλάει ήσυχα  
το κίτρινο φεγγάρι μπαίνει στο σπίτι
Μπαίνει με το καπέλο του στραβά 
το κίτρινο φεγγάρι βλέπει τη σκιά 


http://yannisstavrou.blospot.com
Γιάννης Σταύρου, Γαλατάς, λάδι σε καμβά

Άννα Αχμάτοβα
Ποιήματα

Εισαγωγή
                                                                                                   
Ήταν μια εποχή που μόνο οι νεκροί
χαμογελούσαν, ευτυχισμένοι στην ησυχία τους.                             
Το Λένινγκράντ κρέμονταν σαν ένα άχρηστο                                           
κόσμημα στην πλευρά των φυλακών                                                         
Μια εποχή όταν τρελαμένοι απ’ τα βασανιστήρια                          
οι κατάδικοι σε φάλαγγες περπατούσαν                                                    
και τα σφυρίγματα των μηχανών                                                                
το σύντομο τραγούδι του αποχωρισμού έλεγαν                             
Αστέρια θανάτου πάνω μας στέκονταν                                                      
κι η αθώα Ρωσία κουλουριάζονταν                                                            
κάτω από τις ματωμένες μπότες                                                                 
κάτω από τους τροχούς της κλούβας.

1 Απριλίου 1957  
Λένινγκραντ                                  
Αντί  προλόγου

                                 
Στα φοβερά χρόνια της Γιεζοφτσίνα*, πέρασα 17 μήνες
περιμένοντας στην ουρά μπροστά στις φυλακές του
Λένινγκραντ.
Μια μέρα κάποια με γνώρισε. Τότε μια γυναίκα
που στεκόταν πίσω μου και δεν είχε ακούσει μάλλον ποτέ το
 όνομά μου βγήκε από τη νάρκη πού όλοι ήμασταν και ρώτησε
με τα παγωμένα χείλη της κοντά στο αυτί μου ( όλοι μιλούσαμε
 ψιθυριστά εκεί).                                                                               
«Μπορείς να περιγράψεις αυτό;»                                                                       
«Μπορώ», είπα.                                                                                   
Τότε ένα αδιόρατο χαμόγελο απλώθηκε πάνω σ’ αυτό που
κάποτε ήταν το πρόσωπό της.                                                      

*Γιεζοφτσίνα: Ο Γιεζόφ ήταν αρχηγός της μυστικής αστυνομίας του Στάλιν
κατά τα τέλη του 1930 και καθαιρέθηκε αργότερα και ο ίδιος.


1                                                                                 

1935
     
Σε πήραν μακριά την αυγή                                                              
περπατούσα πίσω σου σαν σε κηδεία                                                        
Τα παιδιά έκλαιγαν στο σκοτεινό δωμάτιο,                                     
Τα κεριά έσταζαν κοντά στην εικόνα                                                          
Η παγερότητα της εικόνας στα χείλη σου.                                      
Ιδρώτας θανάτου στο μέτωπό σου…Μη ξεχνάς!                           
Θα ουρλιάζω κοντά στους πύργους του Κρεμλίνου                                  
σαν τις γυναίκες των Στρέλτσι*
                                                                                                                                    
(Το ποίημα αναφέρεται στη σύλληψη του Ν.Ν.Πούνιν)                                                                                                                  
* Οι Στρέλτσι, ήταν σώμα στρατιωτικό που οργανώθηκε γύρω
στα 1550 από τον Ιβάν τον Τρομερό. Στα 1698 ο Πέτρος τους
νίκησε έξω από την Μόσχα και τους διέλυσε.   
            

2                                                        

Ο γαλήνιος Ντον κυλάει ήσυχα                                                      
το κίτρινο φεγγάρι μπαίνει στο σπίτι                                              
Μπαίνει με το καπέλο του στραβά                                                  
το κίτρινο φεγγάρι βλέπει τη σκιά                                                 
Αυτή η γυναίκα είναι άρρωστη                                                      
αυτή η γυναίκα είναι μόνη                                                         
Ο άντρας στον τάφο, ο γιός στη φυλακή                                        
κάνετε για μένα την προσευχή

5
     
Δέκα εφτά μήνες ουρλιάζω                                                          
και σε καλώ να γυρίσεις σπίτι                                                     
Στου δήμιου έπεφτα τα πόδια                                                       
γιέ μου εσύ και φρίκη μου                                                         
όλα μπερδεμένα είναι εδώ                                                          
Ποιός είναι άνθρωπος                                                              
και ποιός θεριό                                                                   
Για την εκτέλεση θ’ αργήσει                                                       
Και μόνο σκονισμένα άνθη                                                          
και θυμιατήρι κουδουνίζει                                                         
Πατήματα πηγαίνουν πουθενά                                                        
Ίσια στα μάτια με κοιτά                                                           
Με γρήγορο χαμό απειλεί                                                           
πελώριο αστέρι από ψηλά 

(Μετ. Μαρία Καρδάτου)

Σάββατο 13 Δεκεμβρίου 2014

Σε λάθος μέρος φτάσαμε...

Αλλάζουν τα ονόματα των πόλεων,
Και μάρτυρες των γεγονότων δεν υπάρχουν,
Με ποιον να κλάψεις και με ποιον να θυμηθείς.
Και ξεμακραίνουν από μας οι σκιές αργά,
Αυτές οι σκιές που πια δεν τις καλούμε,
Που θα 'ταν τρομερός για μας ο γυρισμός τους...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Δειλινό στην Ακρόπολη, λάδι σε καμβά

Άννα Αχμάτοβα
Έκτη ελεγεία

Έχουν τρεις εποχές οι αναμνήσεις.
Κι η πρώτη μοιάζει σαν ημέρα χθεσινή.
Κάτω από τον ευλογημένο θόλο τους είναι η ψυχή
Κι ευφραίνεται το σώμα στη σκιά τους.
Δεν έσβησε το γέλιο ακόμη, τα δάκρυα κυλούν,
Η μελανιά στο τραπέζι δεν ξεθώριασε
Και σαν σφραγίδα στην καρδιά είναι το φιλί,
Μοναδικό, του αποχαιρετισμού, αλησμόνητο...
Μα αυτό όλο δεν βαστά πολύ...
Πια θόλος δεν υπάρχει πάνωθέ μας
Μα κάπου απόκεντρα ένα σπίτι μονάχο
Όπου είναι κρύοι οι χειμώνες και καυτά τα καλοκαίρια,
Όπου έχει αράχνες και παντού κάθεται σκόνη,
Όπου σαπίζουν γράμματα όλο φλόγα,
Αθόρυβα αλλάζουν τα πορτρέτα,
Κι οι άνθρωποι εκεί πηγαίνουν σαν σε μνήμα,
Κι όταν γυρίζουν πλένουνε τα χέρια με σαπούνι
Κι αποτινάζουν ένα δάκρυ βιαστικό
Από τα κουρασμένα βλέφαρα - κι αναστενάζουν...
Μα ο χρόνος τρέχει, η μια άνοιξη
Την άλλη ακολουθεί, ο ουρανός ροδίζει,
Αλλάζουν τα ονόματα των πόλεων,
Και μάρτυρες των γεγονότων δεν υπάρχουν,
Με ποιον να κλάψεις και με ποιον να θυμηθείς.
Και ξεμακραίνουν από μας οι σκιές αργά,
Αυτές οι σκιές που πια δεν τις καλούμε,
Που θα 'ταν τρομερός για μας ο γυρισμός τους.
Και κάποτε ξυπνώντας βλέπουμε πως έχουμε ξεχάσει
Ακόμη και τον δρόμο για το έρημο εκείνο σπίτι,
Κι από ντροπή πνιγμένοι και θυμό
Τρέχουμε προς τα κει, μα (όπως στα όνειρα συμβαίνει)
Όλα είναι αλλιώτικα: Οι άνθρωποι, τα πράγματα, οι τοίχοι,
Κι εμάς κανείς δεν μας γνωρίζει - είμαστε ξένοι.
Σε λάθος μέρος φτάσαμε... Θεέ μου!
Και φτάνει τότε η πιο πικρή στιγμή:
Νιώθουμε πως δεν θα γινόταν να χωρέσουμε
Τούτο το παρελθόν στα όρια της ζωής μας,
Και πως για μας είναι σχεδόν το ίδιο ξένο
Όσο και για τον γείτονα στο διπλανό μας σπίτι,
Πως κείνους που πεθάναν δεν θα τους αναγνωρίζαμε,
Κι εκείνοι που ο Θεός τους χώρισε από μας,
Δίχως μας μια χαρά τα καταφέραν - κι ακόμη
Πως όλα πήγαν στο καλύτερο...

(μετ. Ασπασία Λαμπρινίδου)

Κυριακή 26 Οκτωβρίου 2014

Μα ο χρόνος τρέχει...

Όλα είναι αλλιώτικα: Οι άνθρωποι, τα πράγματα, οι τοίχοι,
Κι εμάς κανείς δεν μας γνωρίζει - είμαστε ξένοι.
Σε λάθος μέρος φτάσαμε... Θεέ μου!.. 


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Παλιό οινοποιείο, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Άννα Αχμάτοβα
Έκτη ελεγεία

Εχουν τρεις εποχές οι αναμνήσεις.
Κι η πρώτη μοιάζει σαν ημέρα χθεσινή.
Κάτω από τον ευλογημένο θόλο τους είναι η ψυχή
Κι ευφραίνεται το σώμα στη σκιά τους.
Δεν έσβησε το γέλιο ακόμη, τα δάκρυα κυλούν,
Η μελανιά στο τραπέζι δεν ξεθώριασε
Και σαν σφραγίδα στην καρδιά είναι το φιλί,
Μοναδικό, του αποχαιρετισμού, αλησμόνητο...
Μα αυτό όλο δεν βαστά πολύ...
Πια θόλος δεν υπάρχει πάνωθέ μας
Μα κάπου απόκεντρα ένα σπίτι μονάχο
Οπου είναι κρύοι οι χειμώνες και καυτά τα καλοκαίρια,
Οπου έχει αράχνες και παντού κάθεται σκόνη,
Οπου σαπίζουν γράμματα όλο φλόγα,
Αθόρυβα αλλάζουν τα πορτρέτα,
Κι οι άνθρωποι εκεί πηγαίνουν σαν σε μνήμα,
Κι όταν γυρίζουν πλένουνε τα χέρια με σαπούνι
Κι αποτινάζουν ένα δάκρυ βιαστικό
Από τα κουρασμένα βλέφαρα - κι αναστενάζουν...
Μα ο χρόνος τρέχει, η μια άνοιξη
Την άλλη ακολουθεί, ο ουρανός ροδίζει,
Αλλάζουν τα ονόματα των πόλεων,
Και μάρτυρες των γεγονότων δεν υπάρχουν,
Με ποιον να κλάψεις και με ποιον να θυμηθείς.
Και ξεμακραίνουν από μας οι σκιές αργά,
Αυτές οι σκιές που πια δεν τις καλούμε,
Που θα 'ταν τρομερός για μας ο γυρισμός τους.
Και κάποτε ξυπνώντας βλέπουμε πως έχουμε ξεχάσει
Ακόμη και τον δρόμο για το έρημο εκείνο σπίτι,
Κι από ντροπή πνιγμένοι και θυμό
Τρέχουμε προς τα κει, μα (όπως στα όνειρα συμβαίνει)
Ολα είναι αλλιώτικα: Οι άνθρωποι, τα πράγματα, οι τοίχοι,
Κι εμάς κανείς δεν μας γνωρίζει - είμαστε ξένοι.
Σε λάθος μέρος φτάσαμε... Θεέ μου!
Και φτάνει τότε η πιο πικρή στιγμή:
Νιώθουμε πως δεν θα γινόταν να χωρέσουμε
Τούτο το παρελθόν στα όρια της ζωής μας,
Και πως για μας είναι σχεδόν το ίδιο ξένο
Οσο και για τον γείτονα στο διπλανό μας σπίτι,
Πως κείνους που πεθάναν δεν θα τους αναγνωρίζαμε,
Κι εκείνοι που ο Θεός τους χώρισε από μας,
Δίχως μας μια χαρά τα καταφέραν - κι ακόμη
Πως όλα πήγαν στο καλύτερο...

(Μετ. Ασπασία Λαμπρινίδου)

Σάββατο 17 Μαΐου 2014

Κι έμαθα πώς συρρικνώνονται τα πρόσωπα...

«Στα φοβερά χρόνια του τρόμου της Γιεζόφ, δεκαεπτά μήνες πέρασα στις ουρές των φυλακών του Λένινγκραντ. Μια μέρα, κάποιος με “αναγνώρισε'. Μια γυναίκα με μελανιασμένα χείλη που έστεκε πίσω μου, η οποία ποτέ δεν είχε ακούσει το όνομά μου, ξύπνησε από τον λήθαργο, τυπικός για όλους εμάς εκεί, και με ρώτησε, ψιθυρίζοντας στο αυτί μου (καθένας μιλούσε ψιθυριστά εκεί): “Κι εσείς μπορείτε να περιγράφετε αυτό; 'Κι εγώ απάντησα: “Ναι, μπορώ.'

Έπειτα κάτι που θύμιζε χαμόγελο γλίστρησε πάνω σε αυτό που κάποτε ήταν το πρόσωπό της.
Άννα Αχμάτοβα, 1η Απριλίου 1957, Λένινγκραντ

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Τελευταίο δρομολόγιο, λάδι σε καμβά

Άννα Αχμάτοβα

Επίλογος

Ι

Κι έμαθα πώς συρρικνώνονται τα πρόσωπα
Πώς ο τρόμος ελλοχεύει κάτω από τις βλεφαρίδες
Και πώς η οδύνη γράφει με σφηνοειδείς χαρακτήρες
Τραχιές γραμμές τα μάγουλα,

Πώς κατάμαυρα ή ξανθά δαχτυλίδια τα μαλλιά
Μονομιάς καλύπτονται απ’ ασημένια σκόνη,
Και σβήνει το χαμόγελό μου στα πειθήνιά μου χείλη
Κι ο φόβος, είναι νεκρικός, θροΐζει στο σβησμένο μου γελάκι.

Και για μένα δεν προσεύχομαι μοναχά,
Αλλά για όλους, αυτούς που στάθηκαν μαζί μου στη σειρά
Στη ζέστα του Ιούλη, στο ψύχος του χειμώνα
Κάτω από τον τόσο κόκκινο, τον τοίχο, κι αθώρητο ακόμα.

ΙΙ

Και πάλι, σίμωσε της θύμησης η ώρα
Σας βλέπω, σας αισθάνομαι και σας ακούω τώρα:

Κι εκείνη που σχεδόν στο τέλος είχαν σύρει,
Κι εκείνη που ποτέ ξανά τη γη της θα πατήσει,

Κι εκείνη που είπε σείοντας τ’ ωραίο της κεφάλι:
«Το να επιστρέφω πάλι εδώ, σπίτι επιστρέφω πάλι».

Να τις φωνάξω ήθελα με τα ονόματά τους
Μα οι λίστες έχουνε χαθεί με τ’ αναφορικά τους.

Και έχω υφάνει για όλες τους μαντήλι που είν’ φαρδύ
Απ’ τις φτωχές τις λέξεις τους, που άκουσα εκεί.

Πάντα και οπουδήποτε θα τις αναθυμούμαι
Δεν πρόκειται απ’ τη μνήμη μου αυτές να ξεχαστούνε

Και αν το εξαντλημένο μου μού το φιμώσουν στόμα
Μ’ αυτό που ξεφωνίζουν εκατό λαού εκατομμύρια ακόμα

Τότε στη μνήμη τους εμέ
Παραμονή επετείου μου ίσως με θυμηθούνε

Κι αν κάποιοι αποφασίσουνε για εμένα να στήσουν
Στη χώρα αυτή μια προτομή τιμή για να μου δείξουν

Σε τέτοιο πανηγύρι συναινώ
Μα βάζω όρο αυτόν εδώ - να στέκει

Οχι στη Μαύρη Θάλασσα π’ αντίκρισα το φως-
Γι’ αυτή κάθε συναίσθημα χαμένο εντελώς,

Ούτε στους κήπους του τσάρου, στην απόμακρη γωνιά
Εκεί που με γυρεύει μια πένθιμη σκιά,

Αλλά εδώ, εδώ που στάθηκα τριακόσιες ώρες
Μα δεν ξεκλείδωσαν για μένα ποτέ οι βαριές οι πόρτες.

Γιατί ακόμα και στον μακάριο θάνατο θέλω για πάντα να μείνει
Ο ορυμαγδός από τις κλούβες της αστυνομίας μες στη μνήμη

Απ’ το σφράγισμα της πόρτας, ο κρότος, το μπουμπουνητό
Και το σαν πληγωμένου ζώου της γριάς γυναίκας, το ουρλιαχτό.

Κι από τ’ ασάλευτα, τα χάλκινα, τα τσίνορα μου,
Ας κυλούν σαν χιόνι που λιώνει τα δάκρυα μου

Κι ας γουργουρίζει ένα περιστέρι της φυλακής πέρα μακριά,
Και ας ταξιδεύουν τα πλοία στον Νέβα βουβά.

Μάρτιος 1940

(Άννα Αχμάτοβα, Ποιήματα, απόδοση: Γιάννης Αντιόχου, εκδ. Μικρή Άρκτος)

Τετάρτη 4 Δεκεμβρίου 2013

όλοι τη νοιώσαμε, βουβοί τη συμφορά...

Πάνω απ’ τη λίμνη στάθηκε η σελήνη
και μοιάζει με παράθυρο ανοιχτό
σε φωτισμένο σπίτι, σιωπηλό,
όπου κάτι κακό λες κι έχει γίνει...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Ανατολή σελήνης, λάδι σε καμβά

Άννα Αχμάτοβα

Πάνω απ' τη λίμνη στάθηκε η σελήνη...

Πάνω απ’ τη λίμνη στάθηκε η σελήνη
και μοιάζει με παράθυρο ανοιχτό
σε φωτισμένο σπίτι, σιωπηλό,
όπου κάτι κακό λες κι έχει γίνει.

Μη φέραν τον αφέντη πεθαμένο,
μη φύγανε η κυρά κι ο εραστής,
ή το παπούτσι βρήκαν της μικρής
που χάθηκε, στην όχθη σκαλωμένο.

Από τη γη δε φαίνεται. Όμως όλοι
τη νοιώσαμε, βουβοί τη συμφορά.
Σκούζαν τα νυχτοπούλια σιγαλά,
βαρύς τάραξε αέρας το περβόλι.

(Μετ, Κάρολος Τσίζεκ)


Το τραγούδι της τελευταίας συνάντησης

Κρύα πέτρα μου πλάκωνε τα στήθη
μα ήταν ανάλαφρα τα βήματά μου.
Έβαλα το ζερβί στην ταραχή μου
γάντι, στο χέρι το δεξί μου.

Πολλά φαινόντανε τα σκαλοπάτια
κι ας ήξερα πως ήταν μόνο τρία!
Μέσα απ’ τα σφεντάμια ο Νοέμβρης μού λέει:
‘‘Έλα να πεθάνουμε μαζί!’’ και κλαίει.

‘‘Γελάστηκα – ακούς; – από μια μοίρα
άπιστη, μοχθηρή, δίχως καρδιά.’’
‘‘Κι εγώ, γλυκέ, γλυκέ μου – κάνω –
θα ’ρθώ μαζί σου να πεθάνω’’.

Του στερνού ραντεβού είναι το τραγούδι.
Στρέφω, το σκοτεινό σπίτι κοιτάζω.
Στην κάμαρα κεριά ανάβαν μόνο
με αδιάφορη κίτρινη φλόγα. Κρυώνω.

Καθώς με καλαμάκι την ψυχή μου ήπια.
Ξέρω τη γεύση της: φαρμάκι που μεθάει·
μα το μαρτύριο δεν χαλάω με ικεσίες·
γαλήνη τόσων ημερών, που πήες;

Όταν τελειώσεις, πές το. Δε λυπάμαι
κι αν λείψει από τη γην αυτή η ψυχή μου.
Θα πάρω σβάρνα δρόμους και σοκάκια
πως παίζουνε να βλέπω τα παιδάκια.

Ανθεί τ’ αγκαθοστάφυλο στους βάτους,
πίσω απ’ το φράχτη τούβλα κουβαλούνε.
Ποιος είσαι; Εραστής μου, αδερφός; Δεν ξέρω.
Να μάθω δε χρειάζεται, δε θέλω.

Πώς φέγγει εδώ δα και δίχως σκέπη·
το κουρασμένο ξεκουράζεται κορμί μου…
Κι οι διαβάτες με λυπούνται: η κακομοίρα,
σκέφτονται, χτεσινή φαίνεται χήρα.

(Μετ, Ρίτα Μπούμη-Παπά)