"Ο Θεμιστοκλής, μ' ένα διάταγμα που όλοι, επιδοκίμασαν, καταδίκασε σε θάνατο τον διερμηνέα των απεσταλμένων του Ξέρξη, ο οποίος ζήτησε "γην και ύδωρ" από τους Αθηναίους, "διότι τόλμησε να χρησιμοποιήσει την ελληνική γλώσσα για να μεταφέρει τις διαταγές ενός βαρβάρου". Ένας λαός δεν προβαίνει σε παρόμοια κίνηση παρά στην κορυφή της διαδρομής του. Βρίσκεται σε πλήρη παρακμή, βρίσκεται εκτός Ιστορίας από τη στιγμή που δεν πιστεύει πλέον στη γλώσσα του, από τη στιγμή που παύει να την θεωρεί υπέρτατη μορφή έκφρασης, ως τη γλώσσα καθ' εαυτήν."
Εμίλ Σιοράν
Επιλογή από το έργο του "De l'inconvénient d'être né" (μετ. Αντώνης Καραβασίλης, Εκδ. ΣΤΙΓΜΗ)
ζωγράφοι, ελληνική τέχνη, θαλασσογραφίες, τοπία, ζωγραφική, λογοτεχνία, Έλληνες ζωγράφοι, σύγχρονη σκέψη, καράβια, τέχνη, σύγχρονοι ζωγράφοι, ποίηση, πορτρέτα, πίνακες ζωγραφικής, έργα ζωγραφικής, ελληνικά τοπία
t
Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...
Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ελληνική γλώσσα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ελληνική γλώσσα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Σάββατο 15 Ιουλίου 2023
σε πλήρη παρακμή...
Δευτέρα 16 Δεκεμβρίου 2013
Ενός λεπτού σιγή για τις ρίζες μου...
Ενός λεπτού σιγή για τις ρίζες μου και για τον τόπο που με γέννησε, με ανέθρεψε και με διαμόρφωσε. Την Ελλάδα...
Γιάννης Σταύρου, Θεσσαλονίκη, Σειρά Ελλάδα των χρωμάτων, λάδι σε καμβά
"...ένας λυγμός για τα δεινά της χώρας μου, για τα όσα μεγάλα και ουσιαστικά πετάξαμε στον κάλαθο των αχρήστων, για τα όσα ρηχά και καταστροφικά υιοθετήσαμε και υπηρετήσαμε. Τόσες χιλιάδες ώρες ομιλίας κατά τις διδασκαλίες μου που δεν ήταν, στην πραγματικότητα, τίποτα άλλο παρά ενός λεπτού σιγή για την ελληνική γλώσσα, την σπουδαία γλώσσα μου, που υποβαθμίζεται, τσαλακώνεται και πετιέται/ για την ομορφιά των ασβεστωμένων τοίχων με το γιασεμί που έχουν, πια, μετατραπεί σε χώρους ρύπων και μουτζούρας/ για την μέχρι προ τριακονταετίας κραταιή ελληνική Δημόσια Εκπαίδευση που καταρρέει αυτοβυθιζόμενη στην βία και την αυθαιρεσία, οι οποίες έχουν, από πολλού, καταστεί κανονικότητες της καθημερινότητάς της.
Ενός λεπτού σιγή για τις ρίζες μου και για τον τόπο που με γέννησε, με ανέθρεψε και με διαμόρφωσε. Την Ελλάδα."
Μαρία Δ. Ευθυμίου, Αναπλ. Καθηγήτρια Ιστορίας
(απόσπασμα από ομιλία της)
"...ένας λυγμός για τα δεινά της χώρας μου, για τα όσα μεγάλα και ουσιαστικά πετάξαμε στον κάλαθο των αχρήστων, για τα όσα ρηχά και καταστροφικά υιοθετήσαμε και υπηρετήσαμε. Τόσες χιλιάδες ώρες ομιλίας κατά τις διδασκαλίες μου που δεν ήταν, στην πραγματικότητα, τίποτα άλλο παρά ενός λεπτού σιγή για την ελληνική γλώσσα, την σπουδαία γλώσσα μου, που υποβαθμίζεται, τσαλακώνεται και πετιέται/ για την ομορφιά των ασβεστωμένων τοίχων με το γιασεμί που έχουν, πια, μετατραπεί σε χώρους ρύπων και μουτζούρας/ για την μέχρι προ τριακονταετίας κραταιή ελληνική Δημόσια Εκπαίδευση που καταρρέει αυτοβυθιζόμενη στην βία και την αυθαιρεσία, οι οποίες έχουν, από πολλού, καταστεί κανονικότητες της καθημερινότητάς της.
Ενός λεπτού σιγή για τις ρίζες μου και για τον τόπο που με γέννησε, με ανέθρεψε και με διαμόρφωσε. Την Ελλάδα."
Μαρία Δ. Ευθυμίου, Αναπλ. Καθηγήτρια Ιστορίας
(απόσπασμα από ομιλία της)
Πέμπτη 26 Ιουλίου 2012
Για την πολυσυζητημένη γραμματική της 5ης & 6ης δημοτικού...
Αναδημοσίευση απο την ιστοσελίδα του ΑΡΔΗΝ
Η πανουργία της επιστήμης
Ὁ κ. Γ. Μπαμπινιώτης, μέ τό ἄρθρο του «Έγερση ανύπαρκτων προβλημάτων» (Το Βήμα της Κυριακής, 22-7-᾿12), ἔθεσε τό τεράστιο κῦρος του στήν ὑπηρεσία τῆς μιᾶς ἀποκλειστικά πλευρᾶς, μέ ἐπιχειρήματα τῶν ὁποίων τήν ὀρθότητα –εἶναι ἀλήθεια- δύσκολα μπορεῖ κανείς νά ἀρνηθῇ.
Η πανουργία της επιστήμης
του Χρίστου Δάλκου
Ὁ κ. Γ. Μπαμπινιώτης, μέ τό ἄρθρο του «Έγερση ανύπαρκτων προβλημάτων» (Το Βήμα της Κυριακής, 22-7-᾿12), ἔθεσε τό τεράστιο κῦρος του στήν ὑπηρεσία τῆς μιᾶς ἀποκλειστικά πλευρᾶς, μέ ἐπιχειρήματα τῶν ὁποίων τήν ὀρθότητα –εἶναι ἀλήθεια- δύσκολα μπορεῖ κανείς νά ἀρνηθῇ.
Ἄς μᾶς ἐπιτραπῇ, ὡστόσο, μιά «ἀσήμαντη», ἐκ πρώτης ὄψεως, ἔνσταση. Γράφει ὁ κ. Μπαμπινιώτης:
«Το ψευδοπρόβλημα που προέκυψε με τα
φωνήεντα και η απίστευτη προέκταση που τού δόθηκε (ότι υπονομεύει την
ελληνική γλώσσα, ότι αφαιρεί στοιχεία τής γλώσσας μας, ότι την
αλλοιώνει, ότι την φτωχαίνει, ότι εισάγει το λατινικό αλφάβητο κ.λπ.)
είναι προϊόντα πολλαπλής σύγχυσης: α) σύγχυσης φθόγγων και γραμμάτων άρα
και σύγχυσης προφοράς και γραφής, β) σύγχυσης φθόγγων τής αρχαίας και
τής νέας Ελληνικής και γ) σύγχυσης προφοράς (φωνητικής) με τη λοιπή δομή
τής γλώσσας (γραμματική, σύνταξη και λεξιλόγιο).»
Κοντά σ᾿ αὐτές τίς «συγχύσεις», ἄς
προσθέσουμε καί μιά ἄλλη σύγχυση γιά τήν ὁποία εὐθύνονται οἱ συγγραφεῖς
τῆς Γραμματικῆς: σύγχυση τοῦ ἑλληνικοῦ μέ τό τουρκικό ἀλφάβητο. Δέν
εἶναι μιά ἀπό τίς συνήθεις καί εὔκολα καταγγελλόμενες «ὑπερεθνικόφρονες»
ὑπερβολές. Προκειμένου οἱ συγγραφεῖς νά ἀποδώσουν τά φωνήεντα (τούς
φθόγγους) τῆς νέας ἑλληνικῆς, καί ἐπειδή δέν θέλουν –σωστά κατά τήν
ἄποψή μου- νά χρησιμοποιήσουν τό διεθνές φωνητικό ἀλφάβητο, ἐφευρίσκουν
μιά φραγκολεβαντίνικη πατέντα, πού ἀποδίδει τόν φθόγγο [i] μέ τό
ἀποκλειστικῶς δικῆς τους ἐμπνεύσεως σύμβολο [ı] (λατινικό γιῶτα χωρίς
τήν τελεία). Ὅμως τό σύμβολο αὐτό εἶναι ὑπαρκτό, καί χρησιμοποιεῖται στό
τουρκικό ἀλφάβητο γιά νά ὑποδηλωθῇ ὁ φθόγγος τῆς τουρκικῆς –πού δέν
ὑπάρχει στήν ἑλληνική- μεταξύ τοῦ [e] καί τοῦ [u] (ὅπως περίπου προφέρεται τό i τοῦ ἀγγλικοῦ girl, πρβλ. τουρκ. bıktım, ἀόρ. τοῦ bıkmak (= ἀηδιάζω) – ν.ἑλλ. μπουχτίζω, τουρκ. kırbaç (= μαστίγιο), ν.ἑλλ. κουρμπάτσι).
Ἄς μή βιαστοῦμε νά καταγγείλουμε
«ὀθωμανικό δάκτυλο», γιατί πιθανώτατα ἡ «πατέντα» εἶναι καρπός
ἀσυγχώρητης ἐπιπολαιότητας μέ τήν ὁποία ἀντιμετωπίζεται ἡ γλῶσσα ἀπό
ἀνθρώπους πού δέν χάνουν εὐκαιρία νά κραδαίνουν urbi et orbi τά
διαπιστευτήρια τῆς ἐπιστημοσύνης τους. Ἀλλά βέβαια τήν ἐπιλογή τοῦ
ἑρμαφρόδιτου συμβόλου δέν τήν ἔκαναν τυχαῖα (χρειάζεται κόπος γιά νά
βρῇς τό σύμβολο αὐτό καί νά ἀντικαταστήσῃς τά πολύ πιό πρόχειρα ι ἤ i). Ἡ
λογική τῆς «εὑρηματικῆς» (!) λύσης εἶναι νά ἔχουμε καί τήν φωνητική
πίττα ἕτοιμη καί τόν φωνολογικό σκύλο χορτάτο, εὐελπιστῶντας ὅτι οἱ
ἀφελεῖς ἰθαγενεῖς δέν θά προσέξουν τήν διαφορά, θά ἐθισθοῦν μιθριδατικῷ
τῷ τρόπῳ στήν ἡμιλατινοποίηση τῶν συμβόλων (ἡ πλήρης τουρκοποίηση μᾶλλον
δέν τούς εἶχε περάσει ἀπ᾿ τό μυαλό), ἔτσι ὥστε στό μέλλον νά γίνῃ
πραγματικότητα τό ὄνειρο τοῦ Γληνοῦ, τοῦ Φιλήντα κ.λπ.
Ἡ ἴδια ἑρμαφρόδιτη λογική ἐνυπάρχει καί
στήν ἀπόδοση τοῦ φθόγγου [e] μέ τό ἑλληνικό ε μιᾶς ἰδιόρρυθμης
γραμματοσειρᾶς, ἔτσι ὥστε νά δίνεται στό μάτι ἡ ἐντύπωση ὅτι μπορεῖ νά
πρόκηται καί γιά τό λατινικό [e] (ἐγώ ὁμολογῶ ὅτι τήν «πάτησα», καί
εὐχαριστῶ τόν Ν. Σαραντάκο πού μοῦ ὑπέδειξε τό σφᾶλμα μου, ἄν καί ἡ
ἐπιλογή τῆς ἰδιόρρυθμης γραμματοσειρᾶς εἶναι, νομίζω, καί πάλι
ἐσκεμμένη).
Θά μοῦ πῆτε: Εἶναι δυνατόν ἐπιστήμονες
γλωσσολόγοι νά προβαίνουν (στίς δύο αὐτές περιπτώσεις) σέ λαθραία
ἐξαπάτηση τῶν ἀφελῶν γηγενῶν, παίζοντας μέ ἐντυπώσεις πού ξεγελοῦν τό
μάτι; Ἡ ἀπάντηση, ἁπτόμενη τοῦ εὐρύτερου προβλήματος τῆς ἐπιστήμης τῆς
χωριζομένης ἀρετῆς, πού κατά τήν πλατωνική διατύπωση «πανουργία, οὐ
σοφία φαίνεται», εἶναι ὅτι ναί, κάτι τέτοιο εἶναι δυνατόν, καί μάλιστα ἡ
πρακτική αὐτή ἔχει υἱοθετηθῆ ἀπό τά golden boys and girls τῆς νέας
γλωσσολογίας γιά νά ὑπονομευθῇ μιά καθ᾿ ὅλα ὀρθή ἄποψη, ποιοῦ νομίζετε;
τοῦ ἴδιου τοῦ κ. Γ. Μπαμπινιώτη!
Κινδυνεύει ἡ γλῶσσα μας;
Στό ἐγχειρίδιο Νεοελληνική Γλώσσα τῆς
Γ΄ Γυμνασίου (συγγραφεῖς Ελ. Κατσαρού, Αν. Μαγγανά, Αικ. Σκιά, Β.
Τσέλιου), σ. 42, παρατίθεται ἀπόσπασμα ἀπό τό ἔργο τοῦ Γ. Μπαμπινιώτη Ελληνική Γλώσσα, Παρελθόν-Παρόν-Μέλλον, εκδ.
Gutenberg, 1994, ὑπό τόν ψευδότιτλο [Χωρίς γλωσσική αντίσταση]: «Από
τις χειρότερες μορφές εξαρτήσεως αυτού του τόπου –μακροπρόθεσμα η πιο
επικίνδυνη, νομίζω- είναι η γλωσσική μας εξάρτηση από ξένες γλώσσες,
ιδίως δε σήμερα από την αγγλική. [...]
Αυτούσιες, παραλλαγμένες ή
μεταφρασμένες, σμήνη ξένων λέξεων και φράσεων έχουν εισαχθεί τα
τελευταία χρόνια, κι εξακολουθούν να εισάγονται καθημερινώς, με
αυξανόμενο ρυθμό, από τα ποτάμια της τεχνολογίας και της διαφήμισης, που
κατακλύζουν τη ζωή μας με έννοιες, εργαλεία και καταναλωτικά αγαθά, και
φυσικά και με τις λέξεις που τα δηλώνουν. Έτσι, αφύλακτο το κάστρο της
γλωσσικής μας ρωμιοσύνης, χωρίς δική μας γλωσσική αντίσταση ή βοήθεια
και με πρόθυμο και δραστήριο Εφιάλτη την ξενομανία μας, παραδίδεται από
μας τους ίδιους στο γλωσσικό οδοστρωτήρα των ξένων γλωσσών. Γιατί, όταν ο
Έλληνας ράφτης και η Ελληνίδα κομμώτρια της συνοικίας μας
αυτοαποκαλούνται «Tailor Μιχάλης» και «Coiffures Λίτσα», απευθυνόμενοι
προφανώς σε μας τους Έλληνες συμπολίτες και πελάτες τους, κι όταν
διασχίζοντας πολλούς δρόμους πόλεων, κωμοπόλεων και χωριών ακόμη έχεις
συχνά την υποψία πως κατοικείς σε χώρα με άλλη γλώσσα, τότε δεν μπορεί
παρά να είσαι «ώριμος» να δεχτείς αδιαμαρτύρητα κάθε ξένη λέξη που σου
«σερβίρεται», και μάλιστα σε «δέσμες»:
σε –μαν μπίζνεζμαν σπόρτσμαν ρέκορντμαν
σόουμαν λάισμαν κάμεραμαν
μπάρμαν μπούμαν σούπερμαν
ή σε –άζ μασάζ τονάζ φιξάζ
μοντάζ σπικάζ μιράζ
ρεπορτάζ κολάζ μιξάζ
[...] Ήδη χρησιμοποιήσαμε προθέσεις σε επιρρηματική χρήση: είσαι «ιν», είσαι «άουτ»· και σύνθετα ακόμη, του «στιλ»: σινεμάδες, drive in, σταρ-σίστεμ και φαστ-φουντ –ή, επί το ελληνικότερο, φαστφουντάδικο.»
Σέ κάποιον πού θά βιαζόταν νά χαρῇ,
γιατί ἐπί τέλους ἕνα σχολικό ἐγχειρίδιο βάζει τόν δάκτυλον ἐπί τόν τύπον
τῶν ἥλων, ἐπισημαίνοντας ἕνα ὑπαρκτό πρόβλημα καί ἐνσταλάζοντας στήν
ψυχή τῶν Ἑλληνόπουλων τό πνεῦμα τῆς γλωσσικῆς ἀντίστασης, θά συνιστοῦσα
νά μή βιάζεται.
Ἀκολουθεῖ ἕνα δεύτερο κείμενο, τοῦ Μάριου Πλωρίτη αὐτή τή φορά (ἀπό τό Τέχνη, γλώσσα και εξουσία, εκδ.
Καστανιώτη, 1997), ὑπό τόν ψευδότιτλο [Η αφομοιωτική δύναμη της
ελληνικής] πού ἀντιπροσωπεύει –κι αὐτό ἐκ πρώτης ὄψεως μοιάζει θεμιτό-
τήν ἄποψη τῆς «ἄλλης πλευρᾶς»:
«Κι ωστόσο… ας μην ξεχνάμε πως πάμπολλες
λέξεις της άλλοτε «αγνής και άφθαρτης» ελληνικής γλώσσας δεν είναι καν…
ελληνικές. Ας μην ξεχνάμε πως η «από τριών χιλιάδων ετών» γλώσσα μας
έχει υιοθετήσει κατά καιρούς χιλιάδες λέξεις απ᾿ όλες τις γλώσσες του
γύρω κόσμου- απ᾿ τα περσικά, τα φοινικικά, τα εβραϊκά, τα λατινικά, τα
σλάβικα, τα αρβανίτικα, τα ιταλικά, τα τουρκικά, τα αραβικά και, τους
τελευταίους δύο αιώνες, απ᾿ τα γαλλικά, τ᾿ αγγλικά, τα γερμανικά… Ὀλες
αυτές τις λέξεις η γλώσσα μας τις αφομοίωσε, τις εξελλήνισε, τις έκανε
σάρκα της σάρκας της. Τόσο που, σήμερα, δύσκολα θα πίστευε κανένας πως ο
περιπόθητος «παράδεισος» λ.χ. είναι περσικός, η αγνή «περιστερά» σημιτική, ο καταχθόνιος «σατανάς» εβραϊκός ή η «κούνια» που μας κούνησε λατινική…
Αυτές οι στρατιές λέξεων, παλιών και
νέων, αλλοίωσαν ως ένα σημείο την ελληνική γλώσσα, αλλά δεν την
έφθειραν. Θόλωσαν την «αττική καθαρότητά» της, αλλά και την πλούτισαν
λεξιλογικά κι εκφραστικά, επειδή ανταποκρίνονταν στις συνθήκες και στις
ανάγκες κάθε εποχής. Η γλώσσα μας δεν έχασε ούτε την «προσωπικότητά»
της, ούτε την «αρμονία» της.»
Δέν ξέρω βέβαια ἄν ὁ μακαρίτης πιά
Πλωρίτης θά ἐξακολουθοῦσε νά ἔχῃ καί σήμερα τήν ἴδια βεβαιότητα γιά τήν
ἀφομοιωτική δύναμη τῆς ἑλληνικῆς, ὅταν ίδιωτικοί καί κρατικοί φορεῖς
ἐπιδίδονται πλέον σέ συστηματική ἀντικατάσταση ἑλληνικῶν μέ ἀγγλικούς
ὅρους, χωρίς νά ὑπάρχῃ καμμιά ἀνάγκη πέραν αὐτῆς τῆς ὑποταγῆς στίς
ἐπιταγές τοῦ παγκοσμιοποιούμενου πολιτισμικοῦ ἰμπεριαλισμοῦ (βλ. π.χ.
τίς ἐπισημάνσεις τοῦ Κ. Κουτσουρέλη στό «Ξενοζηλία καὶ ὑποτέλεια», νέος Ἑρμῆς ὁ Λόγιος, τ.
3: «Ὅ,τι καινούργιο φτιάχνεται, ξενίζει ὑποχρεωτικά, ἤ, ἔστω,
λατινογραφεῖται. [...] Στὸν χῶρο τῆς καθαυτὸ οἰκονομίας ἡ κατάρρευση τῆς
ἑλληνικῆς εἶναι πλήρης» κ.λπ.).
Ἐν τούτοις, θά μποροῦσε νά πῇ κανείς ὅτι
τό βιβλίο τηρεῖ ἴσες ἀποστάσεις μεταξύ τῶν δύο θέσεων καί καλεῖ τούς
μαθητές σέ προβληματισμό καί άνταλλαγή ἀπόψεων. Τηρεῖ ὅμως ὄντως; Μιά
πρώτη ἐπιφύλαξη γιά πρόθεση ὑπονόμευσης τῆς μιᾶς πλευρᾶς, δημιουργεῖ ἡ
ἐρώτηση τῆς σ. 43: «Ο Γιώργος Μπαμπινιώτης στο κείμενο 10 χρησιμοποιεί
τη μεταφορική έκφραση το κάστρο της γλωσσικής μας ρωμιοσύνης. Τι
υποδηλώνει ο παραλληλισμός της γλώσσας μας με ένα κάστρο; Εσείς
συμφωνείτε ή διαφωνείτε με αυτό τον παραλληλισμό; Διατυπώστε την άποψή
σας αιτιολογημένα.»
Πόσο ἀθῶα καί δημοκρατικά μοιάζουν ὅλ᾿
αὐτά! Μέ τήν μόνη διαφορά ὅτι ἡ ὑπονόμευση τῆς ἔκφρασης στήν ὁποία
ἑστιάζει -ὄχι τυχαῖα- τήν προσοχή του τό ἐγχειρίδιο, γίνεται ἀπό ἕνα
«ἐξωκειμενικό» στοιχεῖο, τήν εἰκόνα πού κοσμεῖ τό κείμενο τοῦ Γ.
Μπαμπινιώτη στήν σ. 42: Φουριόζα ἐναντίον τοῦ «κάστρου της γλωσσικής μας ρωμιοσύνης»
ἐφορμᾷ μιά κομμώτρια, κραδαίνουσα ἕνα λάβαρο πού ἔχει ὡς κοντάρι του
μιά ὑπερμεγέθη τσατσάρα καί φέρει τήν ἐπιγραφή: Coiffures ΛΙΤΣΑ. Τό
ἀκίνδυνον τῆς ἐφορμήσεως τῆς κομμώτριας ὑποδηλώνεται καί ἀπό τό γεγονός
ὅτι στό δεξί της χέρι κρατάει ἕνα πιστολάκι γιά τά μαλλιά. Στά δεξιά τῆς
εἰκόνας ὀρθώνεται τό κάστρο τῆς γλωσσικῆς μας ρωμιοσύνης. Πρόκειται γιά
ἕνα γελοῖο κάστρο (πού ἔχει ὡς κατώφλι του καί σημαία του μιά ἀνθρώπινη
γλῶσσα), στίς δέ ἐπάλξεις του ἕνας μοναχικός ὑπερασπιστής του (τό
ἀντίστοιχο προφανῶς τοῦ κ. Μπαμπινιώτη) ἀντιμετωπίζει περιδεής τήν
ἐφόρμηση τῆς ὑποτίθεται ἐπικίνδυνης κομμώτριας. Εἶναι σάν ἡ εἰκόνα νά
λέῃ: Μήν ἀνησυχεῖτε, δέν ὑπάρχει κανένας ἀπολύτως κίνδυνος γιά τήν
γλῶσσα μας, κι ὅσοι ἀφελεῖς ἤ φαιδροί κινδυνολογοῦν προβαίνουν –πῶς τό
εἴπαμε;- σέ «έγερση ανύπαρκτων προβλημάτων»!
Ἔχουμε, βέβαια, νά κάνουμε μέ ἕνα
«χτύπημα κάτω ἀπό τήν μέση» πού γελοιοποιεῖ ἀπόψεις καί φορεῖς ἀπόψεων
μέ βάση τήν ὑποβλητική δύναμη τῆς εἰκόνας καί χωρίς ἴχνος λογικοῦ
ἐπιχειρήματος. Αὐτό τό στοιχεῖο, ὅτι ἀπόψεις ὑποβάλλονται ἐμμέσως καί
ὑπογείως, χωρίς ὁ μαθητής –πιθανόν καί ὁ καθηγητής- νά ἔχῃ συνείδηση τοῦ
τί τοῦ ὑποβάλλεται, ἀποτελεῖ καί τήν πιό ἐπικίνδυνη πλευρά αὐτῆς τῆς
ἀθέμιτης πρακτικῆς. Δέν ξέρω τί ἀντιδράσεις θά προκαλοῦσε μιά ὑποθετική
ἀντίστοιχη πρωτοβουλία τῆς «ἄλλης πλευρᾶς» νά δασκάλευε τόν
εἰκονογράφο-σκιτσογράφο ὥστε νά φτειάξῃ ἕναν ἄλλο πίνακα: τό ἀντίστοιχο
τοῦ Μ. Πλωρίτη νά πίνῃ τήν Coca Cola του ξαπλωμένος στίς «ammoudies tou
Omirou», περιτριγυρισμένος ἀπό κάθε εἴδους ξενόγλωσσες ἐπιγραφές καί
σκουπίδια, ὁ ὁποῖος μάλιστα νά δηλώνῃ ἀμέριμνος πώς δέν πρέπει νά
ἀνησυχοῦμε, δέν ὑπάρχει κίνδυνος μόλυνσης τῶν ἀκτῶν.
Ἐμεῖς ὅμως νομίζουμε πώς ὑπάρχει. Καί
προέρχεται ὄχι μόνο ἀπό τούς ἐκτός τῶν τειχῶν, ἀλλά, δυστυχῶς, σήμερα,
καί ἀπό αὐτούς ἀκριβῶς πού εἶναι ἐντεταλμένοι νά φυλᾶνε –καί δέν ἐννοῶ
ἐδῶ, βέβαια, τόν κ. Γ. Μπαμπινιώτη- τό κάστρο τῆς γλωσσικῆς μας
ρωμιοσύνης.
Ολόκληρο το βιβλίο της Νεοελληνικής Γλώσσας Γ΄ Γυμνασίου μπορείτε να το διαβάσετε από εδώ
Δευτέρα 5 Δεκεμβρίου 2011
«Η ελληνική γλώσσα στην Ευρώπη»: Θεσσαλονίκη, 9 Δεκεμβρίου
Η Γενική Διεύθυνση Μετάφρασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, το Κέντρο Ευρωπαϊκής Πληροφόρησης Europe Direct Κεντρικής Μακεδονίας και το Τμήμα Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου διοργανώνουν την 9η Δεκεμβρίου στη Θεσσαλονίκη ημερίδα - συζήτηση με τίτλο «Η ελληνική γλώσσα στην Ευρώπη».

Η εκδήλωση διοργανώνεται στο πλαίσιο της συμπλήρωσης 30 χρόνων από την ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ - ΕΕ και στον απόηχο των εορτασμού της Ευρωπαϊκής Ημέρας Γλωσσών.
Η ημερίδα περιλαμβάνει τρεις ενότητες:
Στην πρώτη ενότητα, «η ελληνική λογοτεχνία στην Ευρώπη», ο πολυμεταφρασμένος συγγραφέας Βαγγέλης Ραπτόπουλος εξετάζει τους λόγους για τους οποίους η νεοελληνική λογοτεχνία δεν είναι τόσο διαδεδομένη στην Ευρώπη ενώ μεταφραστές νεοελληνικής λογοτεχνίας παρουσιάζουν την υποδοχή της νεοελληνικής λογοτεχνίας σε συγκεκριμένες ευρωπαϊκές χώρες.
Στη δεύτερη ενότητα, «η ελληνική μετάφραση στις υπηρεσίες της ΕΕ», πανεπιστημιακοί στον τομέα της μετάφρασης και στελέχη γλωσσικών υπηρεσιών της ΕΕ συζητούν ζητήματα απόδοσης κοινοτικών κειμένων στα ελληνικά, με έμφαση, μεταξύ άλλων, στη νομική μετάφραση.
Στην τρίτη ενότητα, «η ελληνόγλωσση εκπαίδευση στην Ευρώπη», θίγονται ζητήματα εκπαίδευσης στην ελληνική ομογένεια της Ευρώπης.
Πληροφορίες για την Ευρωπαϊκή Ημέρα Γλωσσών
Η Ευρωπαϊκή Ημέρα Γλωσσών είναι ένας θεσμός που φέτος κλείνει 10 χρόνια. Καθιερώθηκε το 2001 από το Συμβούλιο της Ευρώπης με την υποστήριξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και επιδιώκει να αναδείξει τη σημασία της εκμάθησης γλωσσών και να προωθήσει τη γλωσσική και πολιτιστική ποικιλία της Ευρώπης.
Με την ευκαιρία της ημέρας γλωσσών (26.09) οργανώνονται εκδηλώσεις ανά την Ευρώπη, τόσο στις 26 Σεπτεμβρίου, όσο και κατά τους αμέσως προσεχείς μήνες.
Μεταξύ των εκδηλώσεων που έχει διοργανώσει το 2011 το Παράρτημα Αθηνών της Γενικής Διεύθυνσης Μετάφρασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής περιλαμβάνεται:
η προβολή του ντοκιμαντέρ των Ε.Λαλουδάκη και M. Pizzocaro για την τσακωνική διάλεκτο (Αθήνα, 13 Οκτωβρίου) και η δημόσια συζήτηση για τις γλωσσικές πτυχές του έργου του φιλοσόφου Π. Κονδύλη (Αθήνα, 21 Νοεμβρίου, συνδιοργάνωση με το Ινστιτούτο Γκαίτε)
Πρακτικές λεπτομέρειες για την εκδήλωση
Χώρος: Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης, αίθουσα Μ. Ανδρόνικος
Ημερομηνία: Παρασκευή 9 Δεκεμβρίου, 10.30 – 18.30
Γλώσσες: ελληνικά
Είσοδος: ελεύθερη
Πρόγραμμα
Κάθε ενότητα περιλαμβάνει σύντομες εισηγήσεις των ομιλητών και συζήτηση με το κοινό.
10.30 – 11.00: Χαιρετισμοί, παρουσίαση της ημερίδας
11.00 – 13.00: Η ελληνική λογοτεχνία στην Ευρώπη.
Συμμετέχουν: Τιτίκα Δημητρούλια, David Connolly, Maurizio De Rosa, Βαγγέλης Ραπτόπουλος, Andrea Schellinger Συντονισμός: Τιτίκα Δημητρούλια
13.30 – 15.00: Η ελληνική μετάφραση στις υπηρεσίες της ΕΕ.
Συμμετέχουν: Βασίλης Κουτσιβίτης, Ελπίδα Λουπάκη, Μιχάλης Πολίτης, Βασίλης Χριστιανός. Συντονισμός: Σίμος Γραμμενίδης
16.00 – 18.00: Η ελληνόγλωσση εκπαίδευση στην Ευρώπη.
Συμμετέχουν: Μιχάλης Καναβάκης, Ανδρέας Κοντοδημόπουλος, Χρήστος Τσολάκης, Τάσος Χατζηαναστασίου. Συντονισμός: Χρήστος Τσολάκης
Περισσότερες πληροφορίες
Ευρωπαϊκή Επιτροπή: Σ. Μεϊντανόπουλος Efstratios.Meintanopoulos@ec.europa.eu τηλ. 210 7272123
Κέντρο Ευρωπαϊκής Πληροφόρησης Κ. Μακεδονίας: Κ. Ρουμελιώτη kroume@afs.edu.gr τηλ. 2310 492853
Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης: Σίμος Γραμμενίδης simgram@frl.auth.gr τηλ. 2310 997512

Η εκδήλωση διοργανώνεται στο πλαίσιο της συμπλήρωσης 30 χρόνων από την ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ - ΕΕ και στον απόηχο των εορτασμού της Ευρωπαϊκής Ημέρας Γλωσσών.
Η ημερίδα περιλαμβάνει τρεις ενότητες:
Στην πρώτη ενότητα, «η ελληνική λογοτεχνία στην Ευρώπη», ο πολυμεταφρασμένος συγγραφέας Βαγγέλης Ραπτόπουλος εξετάζει τους λόγους για τους οποίους η νεοελληνική λογοτεχνία δεν είναι τόσο διαδεδομένη στην Ευρώπη ενώ μεταφραστές νεοελληνικής λογοτεχνίας παρουσιάζουν την υποδοχή της νεοελληνικής λογοτεχνίας σε συγκεκριμένες ευρωπαϊκές χώρες.
Στη δεύτερη ενότητα, «η ελληνική μετάφραση στις υπηρεσίες της ΕΕ», πανεπιστημιακοί στον τομέα της μετάφρασης και στελέχη γλωσσικών υπηρεσιών της ΕΕ συζητούν ζητήματα απόδοσης κοινοτικών κειμένων στα ελληνικά, με έμφαση, μεταξύ άλλων, στη νομική μετάφραση.
Στην τρίτη ενότητα, «η ελληνόγλωσση εκπαίδευση στην Ευρώπη», θίγονται ζητήματα εκπαίδευσης στην ελληνική ομογένεια της Ευρώπης.
Πληροφορίες για την Ευρωπαϊκή Ημέρα Γλωσσών
Η Ευρωπαϊκή Ημέρα Γλωσσών είναι ένας θεσμός που φέτος κλείνει 10 χρόνια. Καθιερώθηκε το 2001 από το Συμβούλιο της Ευρώπης με την υποστήριξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και επιδιώκει να αναδείξει τη σημασία της εκμάθησης γλωσσών και να προωθήσει τη γλωσσική και πολιτιστική ποικιλία της Ευρώπης.
Με την ευκαιρία της ημέρας γλωσσών (26.09) οργανώνονται εκδηλώσεις ανά την Ευρώπη, τόσο στις 26 Σεπτεμβρίου, όσο και κατά τους αμέσως προσεχείς μήνες.
Μεταξύ των εκδηλώσεων που έχει διοργανώσει το 2011 το Παράρτημα Αθηνών της Γενικής Διεύθυνσης Μετάφρασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής περιλαμβάνεται:
η προβολή του ντοκιμαντέρ των Ε.Λαλουδάκη και M. Pizzocaro για την τσακωνική διάλεκτο (Αθήνα, 13 Οκτωβρίου) και η δημόσια συζήτηση για τις γλωσσικές πτυχές του έργου του φιλοσόφου Π. Κονδύλη (Αθήνα, 21 Νοεμβρίου, συνδιοργάνωση με το Ινστιτούτο Γκαίτε)
Πρακτικές λεπτομέρειες για την εκδήλωση
Χώρος: Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης, αίθουσα Μ. Ανδρόνικος
Ημερομηνία: Παρασκευή 9 Δεκεμβρίου, 10.30 – 18.30
Γλώσσες: ελληνικά
Είσοδος: ελεύθερη
Πρόγραμμα
Κάθε ενότητα περιλαμβάνει σύντομες εισηγήσεις των ομιλητών και συζήτηση με το κοινό.
10.30 – 11.00: Χαιρετισμοί, παρουσίαση της ημερίδας
11.00 – 13.00: Η ελληνική λογοτεχνία στην Ευρώπη.
Συμμετέχουν: Τιτίκα Δημητρούλια, David Connolly, Maurizio De Rosa, Βαγγέλης Ραπτόπουλος, Andrea Schellinger Συντονισμός: Τιτίκα Δημητρούλια
13.30 – 15.00: Η ελληνική μετάφραση στις υπηρεσίες της ΕΕ.
Συμμετέχουν: Βασίλης Κουτσιβίτης, Ελπίδα Λουπάκη, Μιχάλης Πολίτης, Βασίλης Χριστιανός. Συντονισμός: Σίμος Γραμμενίδης
16.00 – 18.00: Η ελληνόγλωσση εκπαίδευση στην Ευρώπη.
Συμμετέχουν: Μιχάλης Καναβάκης, Ανδρέας Κοντοδημόπουλος, Χρήστος Τσολάκης, Τάσος Χατζηαναστασίου. Συντονισμός: Χρήστος Τσολάκης
Περισσότερες πληροφορίες
Ευρωπαϊκή Επιτροπή: Σ. Μεϊντανόπουλος Efstratios.Meintanopoulos@ec.europa.eu τηλ. 210 7272123
Κέντρο Ευρωπαϊκής Πληροφόρησης Κ. Μακεδονίας: Κ. Ρουμελιώτη kroume@afs.edu.gr τηλ. 2310 492853
Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης: Σίμος Γραμμενίδης simgram@frl.auth.gr τηλ. 2310 997512
Τετάρτη 2 Μαρτίου 2011
Ταξιδεύοντας...

Για ένα γοητευτικό ταξίδι στην ελληνική γλώσσα...
Ποτέ δεν είναι αργά...
Η εποχή προσφέρεται...
- ΕΛΛΗΝΙΚΟΝ ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΩΝ LIDDELL & SCOTT A GREEK-ENGLISH LEXICON
- ΕΤΥΜΑ GRAECA
- ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΟΝ ΚΑΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΟΝ - ΓΟΥΔΙΑΝΟΝ
- ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΟΝ ΤΟΥ HOFMANN
- ΛΕΞΙΚΟΝ ΗΣΥΧΙΟΥ ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΩΣ
- ΛΕΞΙΚΟΝ ΗΣΥΧΙΟΥ ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΩΣ Λ - Ρ
- ΛΕΞΙΚΟΝ ΗΣΥΧΙΟΥ ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΩΣ Σ - Ω
- ΛΕΞΙΚΟΝ ΚΑΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΟΝ ΙΛΙΑΔΟΣ ΚΑΙ ΟΔΥΣΣΕΙΑΣ ΤΟΥ ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΥ ΣΟΦΙΣΤΟΥ
- ΛΕΞΙΚΟΝ ΣΟΥΔΑ
- ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΝΕΩΤΕΡΑΝ
- ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑΣ
- ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΚΑΘ'ΗΜΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΙΑΛΕΚΤΟΥ -ΣΚΑΡΛΑΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ
- ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΟΥ ΑΝΘΙΜΟΥ ΓΑΖΗ
- ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΖΩΝΑΡΑ
- ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΩΝ ΗΡΟΔΟΤΟΥ ΛΕΞΕΩΝ
- ΛΕΞΙΚΟΝ ΥΠΟΜΝΗΜΑΤΩΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΙΛΙΑΔΑ ΚΑΙ ΟΔΥΣΣΕΙΑΝ ΤΟΥ ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
- ΜΕΓΑ ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΟΝ
Δευτέρα 31 Ιανουαρίου 2011
Η διαφθορά της ελληνικής γλώσσας...
Η γλώσσα μας δεν εξελίσσεται - μόνο διαφθείρεται...
Εδώ και χρόνια η ελληνική γλώσσα καταστρέφεται ακολουθώντας τα βήματα της συνολικής πολιτιστικής μας εικόνας. Η σταδιακή της εξαφάνιση δεν αναπληρώνεται με κάποιο άλλο εργαλείο. Το αντίθετο. Δημιουργείται ένα αβυσσαλέο τίποτα που καταλαμβάνει όλο και περισσότερους εγκεφάλους...
Άλλωστε καταστροφή της γλώσσας σημαίνει καταστροφή της σκέψης...
Αυτή είναι η εποχή της νέας τάξης που καλούμαστε να ζήσουμε. Η εποχή της απόλυτης βαρβαρότητας, η εποχή της μαζικής δημοκρατίας των καθυστερημένων...
Ο Γεώργιος Βιζυηνός για το γλωσσικό ζήτημα...

Γεώργιος Βιζυηνός (1849-1896)
"Δια τούτο το περί ελληνικής γλώσσης είναι, κατ’ εμέ, ως είπον, ουσιωδέστερον παρά το ανατολικόν ζήτημα."
Γεώργιος Βιζυηνός
ΔΙΑΤΙ Η ΜΗΛΙΑ ΔΕΝ ΕΓΙΝΕ ΜΗΛΕΑ
Αγαθή τύχη, ανεκινήθη εσχάτως το περί νεοελληνικής γλώσσης ζήτημα, το ουσιωδέστερον, κατ’ εμέ, των όσα έπρεπε να επασχολούν το ημέτερον έθνος, ουσιωδέστερον ίσως και αυτού ακόμη του ανατολικού ζητήματος.
Πλην, αναγνώσται και αναγνώστριαι, όσοι υπολείπεσθε ακόμη της Μεγάλης ημών Ιδέας θιασώται, μη εκπλαγείτε δια την άμεσον ταύτην συσχέτισιν του ζωτικοτέρου των ζητημάτων με την γραμματικήν των σχολαστικών της Ελλάδος. Το γνωρίζω:
Οι καλόγηροι φρονούν ότι θα υπάγομεν όλοι εις τον διάβολον, όσοι δεν αποκληρούμεν τους υιούς και τας θυγατέρας ημών, δια ν’ αφιερώσομεν τα κτήματά μας εις τα μοναστήρια, προς ψυχικήν σωτηρίαν. Οι συγγραφείς πρεσβεύουν, ως άρθρο πίστεως ιδίας, ότι πρόοδος εθνική δεν είναι δυνατό να γίνει, ενόσω έκαστος των Ελλήνων δεν σπεύδει να εγγραφεί συνδρομητής εις τα βιβλία των, προπληρώνων, εννοείται, την συνδρομήν του. Και εγώ λοιπόν ημπορώ να φανώ υποθέτων ότι η Ελλάς δεν θα λύσει το ανατολικόν ζήτημα υπέρ εαυτής, ειμή δια των απολύτων γενικών και των απαρεμφάτων. Και έρχομαι επομένως ενταύθα να παραστήσω το σύνθημα του μέλλοντος μεγαλείου της πατρίδος ως συνιστάμενον εις ουδέν άλλο, ει μη εις λέξεις, λέξεις, λέξεις!
«Όχι! Ο λόγος, δια τον οποίον συνδέω το γλωσσικόν της Ελλάδος ζήτημα με το άλλο, το αποβλέπον τουτ’ αυτό την ύπαρξίν της, είναι… Αλλά καλύτερα να τον μαντεύσητε μόνοι σας εν τω μεταξύ αναγινώσκοντες. Το ανάγνωσμα όμως, όπερ σας προσφέρω, δεν είναι παρά μία ιστορία. Μία ιστορία τόσον απλή και συνήθης, ώστε απορώ πως δεν την έχει καμμία εκ των μεγάλων επιφυλλίδων, κανένα από τα ογκώδη βιβλία, όσα εγράφησαν εσχάτως περί του οποία πρέπει να είναι η γλώσσα των σημερινών Ελλήνων! Ιδού η ιστορία.
Όταν ήμουν μαθητής του αλληλοδιδακτικού σχολείου της πατρίδος μου, είχον ιδιαιτέραν αδυναμίαν εις την μηλιά. Δεν εννοώ την Μηλιά την θυγατέρα του γείτονός μου, αλλά την γλυκομηλιά, το δένδρον, το οποίον εστόλιζε τον κήπο μας. Ήτο πολύ περίεργον δένδρον αυτή η μηλιά: Έκαμνεν άνθη και καρπούς, όπως πάσα εξαδέλφη της, κατά το θέρος και πάλιν άνθη και καρπούς κατά το φθινόπωρον. Επειδή δε ήτο η πρώτη μηλιά, την οποίαν εγνώρισα εις την ζωήν μου, και η μόνη, ήτις με ήρεσκε πλέον των άλλων, έμαθον να ονομάζω και όλα τα δένδρα μηλιές, όσα είχον τα αυτά χαρακτηριστικά και έκαμνον μήλα όπως τα της ιδικής μας, αν και δεν εκαρποφόρουν εκείναι, όπως αυτή, δύο φοράς το έτος. Εν τούτοις, με όλην την μεταξύ εμού και της μηλιάς παλαιάν φιλίαν και συμπάθειαν, δεν ημπορώ να είπω ότι εγνώριζε καλά- καλά ο είς τον άλλον. Δεν ηξεύρω αν και η μηλιά προσεπάθησε ποτέ να εννοήσει τι πράγμα ημήν εγώ, όστις έπαιζον τόσον συχνά υπό την σκιάν της ή εκαθήμην ιππαστί επί των κλάδων της. Ενθυμούμαι όμως πολύ καλά ότι εγώ, προ πάντων κατά τον καιρόν της ανθήσεώς της, εσυνήθιζον να ίσταμαι εν τινί απ’ αυτής αποστάσει, με τας χείρας εστηριγμένας επί των λαγόνων, τους οφθαλμούς ατενείς προς τον θαυμάσιον, τον ερυρθρόλευκον αυτής στολισμόν, απορών κατ’ εμαυτόν επί πολλήν ώραν τι πράγμα να είναι άραγε αυτό το δένδρον! Τι πράγμα να είναι. Αλλ’ όσω και αν ηπόρουν, όσο και αν ηρώτων τους περί εμέ, η απόκρισις ήτο πάντοτε η αυτή, ότι δηλαδή το δένδρον εκείνο ήτο μηλιά. Καλά! Αλλά η μηλιά τι πράγμα είναι;…
Όταν έφερον εις το χωρίον μας νέον διδάσκαλον ήλπισα ενδομύχως ότι θα εμάνθανον πλέον τι πράγμα είναι η μηλιά, διότι πριν φτάσει ο φραγκοφορεμένος εκείνος κύριος εις το χωρίον μας διεδόθη μεταξύ των παιδίων ότι ήτο πολύ καλύτερος από τον παλαιόν και τα ήξευρε όλα περιγραμμάτου. Η φήμη δεν διεψεύσθη. Διότι, μόλις ελθών ο καχεκτικός εκείνος νεανίσκος, ανέγνωσε τα ονόματά μας εκ του καταλόγου και αμέσως εύρεν ότι ήσαν όλα εσφαλμένα και ότι ο πρώην ημών διδάσκαλος ήτο χαϊβάνι. Και επήρε λοιπόν το κονδύλι και ήρχισε να μας διορθώνει τα ονόματά μας.
― Πως σε λέγουν εσένα;
― Θεόδωρο Μπεράτογλου.
― Όχι, βρε χαϊβάνι! Θουκυδίδη σε λέγουν. Θουκυδίδη Μπεράτογλου. Εσένα, πως σε λέν;
― Δημήτρη Ντεμιρτζόγλου.
― Όχι, βρε χαϊβάνι! Δημοσθένη Ντεμιρτζόγλου.
Και ούτω καθ’ εξής εν μια ημέρα μετέβαλεν, ο αθεόφοβος, όλα τα βαπτιστικά μας ονόματα, αρσενικά και θηλυκά, τοιουτοτρόπως ώστε, αν συνέβαινε να έλθει κατ’ εκείνη την εποχήν εις το χωρίον μας ξένος τις εκ των αγαθών φιλελλήνων, θα επίστευεν αναμφιβόλως ότι ανεκάλυψεν αίφνης την αρχαίαν Ελλάδα ολοζώντανον, με όλους αυτής τους θεούς, τας θεάς, τους ημιθέους και τους ήρωας, του ποιητάς και τους σοφούς της φοιτώντας εις το αλληλοδιδακτικόν σχολείον, γυμνούς μεν τους πόδας και ασκεπείς την κεφαλήν, όπως άλλοτε, αλλά βρακοφορούντας και γελεκοφορούντας και αντεροφορούντας!
Όπως δήποτε, όταν ο ασυνείδητος εκείνος άνθρωπος, έπεισε τον κόσμον ότι εγώ δεν είμαι του Γεωργή του χωρίου μου, αλλά ο Γοργίας, το πράγμα δεν μου ήγγισε τόσον δα την καρδία μου? το επήρα δι’ αστείον. Άλλωστε εγώ δεν ωνόμαζον ποτέ τον εαυτόν μου και η μεταβολή απέβλεπε τους όσοι έμελλον να με καλώσι με το νέον μου όνομα.
Αλλά τα περιγραμμάτου του διδασκάλου μας δεν περιωρίσθησαν εις τα ονόματά μας μόνον. Δις η τρις της εβδομάδος ηγγάρευέ τινας εξ ημών δια να ξεβοτανίζομεν τον κήπο της μητροπόλεως. Εγώ δεν έβλεπον την ώραν να έλθη η σειρά μου. Εν τω κήπω υπήρχεν έν δένδρον ανθισμένον ως το ιδικόν μας. Χωρίς άλλο θα εμάνθανον τι πράγμα είναι αυτό το δένδρον. Όταν, τέλος, αγγαρευθείς και εγώ, ευρέθην μετά του διδασκάλου ενώπιον της μηλιάς:
― Τι πράγμα εν’ αυτό το δένδρον, δάσκαλε, τον ηρώτησα, δείξας προς αυτόν δια του δακτύλου.
― Μηλέα, απεκρίθη εκείνος.
― Όχι! απήντησα εγώ, δεν το ξέρεις! Αυτό ν’ μηλιά!
Ήτο η κακή ώρα που το είπα, διότι από τότε ήρχισαν τα βάσανά μου με αυτόν τον διδάσκαλον. Θεούς και ανθρώπους μαρτύρομαι, ότι εγώ ηρώτησα ουχί περί του ονόματος ―το όνομα το ήξευρον ― αλλά περί του πράγματος: τι πράγμα είναι το δένδρον ήθελον να μάθω, τίποτε άλλο. Ο διδάσκαλος μου όμως, δεν ηξεύρω τι παθών, απεφάσισεν απ’ εκείνης της στιγμής να με μάθη και καλά ότι η μηλιά δεν είναι μηλιά, αλλά μηλέα!
― Πες πως το λένε μηλέα! εκραύγαζεν έξαλλος ο ισχνός και χλωμός νεανίσκος, κρατών με από το ωτίον και δεικνύων το δένδρον.
― Μπα, π’ ανάθεμά τον! εσκεπτόμην εγώ ηγανακτισμένος, πως ημπορεί αυτό ποτέ να γίνει η μηλιά μηλέγα! Αυτό είναι το ίδιο δένδρο που έχουμεν εις τον κήπον μας, κάμνει τα αυτά άνθη, τα αυτά φύλλα, τους αυτούς καρπούς, δεν ημπορεί παρά να είναι και αυτό μηλιά, όπως η εδική μας. Το ξέυρω από μιας αρχής, με το έμαθεν η μητέρα μου. Το λέγει όλος ο κόσμος! Εγώ ποίον να πιστεύσω περισσότερον, την μητέρα μου και τους χωριανούς μου ή αυτόν τον ξένον, που ήλθε να μας αλλάξει τα ονόματά μας!
― Όχι δάσκαλε, δεν το ξέρεις! απεκρινόμην οσάκις με ηρώτα? αυτό ν’ μηλιά!
― Μπα; Έτσι θες εσύ, χαϊβάνι; Τώρα να σε δείξω εγώ πώς το λέν.
Και -αυτού σε τρώγει, αυτού σε πονεί- μου έδωκεν ο αθεόφοβος τεσσαράκοντα παρά μίαν, οξύτατα κραυγάζων εν τω μεταξύ να ειπώ ότι η μηλιά δεν είναι μηλιά, αλλά μηλέα!
Τώρα πρέπει να ηξεύρετε ότι εις το χωρίον μου επικρατεί μια φυσική κατά της χασμωδίας αντιπάθεια, συνεπεία δε ταύτης αι πλείσται των λέξεών μας υπόκεινται εις εκθλίψεις πολλάς και συνιζήσεις, ενώ άλλαι τινές λαμβάνουν το γ μεταξύ των φωνηέντων, ως τα θεγός, νέγος, ωραίγα, αντί θεός, νέος, ωραία κτλ. Είχον λοιπόν εγώ ο δυστυχής όχι μόνο να θυσιάσω την μηλιά εις τη μηλέαν, αλλά και να υπερνικήσω την αντιπάθειαν ταύτην, να προφέρω δηλαδή μηλέα αντί μηλέγα. Κατόρθωμα, προς το οποίον δεν με εβοήθουν τότε τα φωνητικά μου όργανα. Φαντάζεσθε λοιπόν τι υπέφερα από τον μονομανή εκείνον διδάσκαλον, έως ότου κατορθώσω και το εν και το άλλον, και να ειπώ επί τέλους ότι η μηλιά είναι μηλέα!
Εν τούτοις, όταν μετ’ ολίγον, μεταβάς εις τον οίκον μας, είδον το ωραίον μας δένδρον ανθοβολούν και μυροβόλον εν τω κήπω, κολακευτικώς περιβομβούμενον υπό των επ’ αυτού πετομένων μελισσών, ησθάνθην τόσην εντροπήν, τόσην εντροπήν! Ενόμιζον ότι έκαστος των πρασίνων οφθαλμών του με έβλεπε θυμωμένος? έκαστον των ανθέων του ήνοιγε τα χείλη να με είπει ότι τα επρόδωσα… Και μοι εφάνη ότι ο γενικός εκείνος βόμβος ήτο πικρός της ανοησίας μου έλεγχος! Και πώς να μη με ειπούν ανόητον και πώς να μη μ’ ελέγξουν, αφού το δένδρον, το οποίο έβλεπα ενώπιόν μου, ήτο όλως διόλου το αυτό με το δένδρον της μητροπόλεως και όμως εγώ το αρνήθηκα και είπα ότι δεν είναι μηλιά, αλλά μηλέα!
Ενθυμούμαι ότι όλην εκείνην την νύκτα έβλεπον εις τον ύπνον μου τα άνθη της μηλιάς ως άπειρον πληθύν μικροσκοπικών ωραίων λευκοφόρων κορασίων, τα οποία με περιεβόμβουν παραπονούμενα, επιπλήττοντα, ελέγχοντά με δια την ανοησίαν μου.
Όταν την επιούσαν εισήλθον εις το σχολείον, έρριψα επί το διδασκάλου περιφρονητικόν, προκλητικόν βλέμμα.
― Πως το λέγουν το δένδρο που σε είπα, βρε χαϊβάνι; με ηρώτησεν εκείνος χαιρεκάκως.
― Μηλιά, δάσκαλε, απάντησα εγώ μετά πείσματος και προέβην εις την θέσιν μου.
Αλλά δεν επρόφθασα να καθήσω και με συνέλαβεν ο σκληρός από του ωτίου και ήρχισεν πάλιν να με βασανίζει. Δεν είναι πολύ τιμητικόν δια το γένος των δασκάλων να σας διηγηθώ ποσάκις ετιμωρήθην δια να ειπώ και καλά ότι η μηλιά είναι μηλέα? διότι εννοείται ότι έπρεπεν επί τέλους να ενδώσω και να το ειπώ, άλλως εκινδύνευεν η ζωή μου. Εν τούτοις -το λέγω προς ικανοποίησιν της ιδικής μας της μηλιάς- αυτήν δεν την επρόδωσα. Και ιδού πώς:
Αφού είδον ότι δεν ηδυνάμην ν’ ανθέξω πλέον εις την σκληρότητα του απανθρωπαρίου εκείνου, έκαμα τον εξής λογαριασμόν με την συνείδησίν μου και είπον: αυτή η μηλιά, που είναι μέσα εις το κήπον της μητροπόλεως, ημπορεί να είναι μηλέα? και είναι μηλέα όχι δι’ άλλον λόγον, παρά διότι ο διδάσκαλος δέρνει! Η μηλιά όμως, όπου είναι μέσα εις τον κήπο μας, είναι μηλιά, διότι είναι μηλιά! Τοιουτοτρόπως συνεβιβάσθημεν με τον διδάσκαλον.
Αλλά έλα τώρα όπου ήρχισε μια τρομερά διαμάχη μεταξύ της μηλιάς και της μηλέας εντός της κεφαλής μου! Το πράγμα ημπορεί να φαίνεται παράξενον, να φαίνεται αστείον, αλλ’ εγώ δεν χωρατεύω.
Η μηλιά -δηλαδή, καθώς λέγουν οι ψυχολόγοι, η παράστασις της λέξεως μηλιά- εμβήκεν εις την ψυχήν μου συγχρόνως με την παράστασιν του δένδρου και εις έναν καιρόν, κατά τον οποίον όλαι αι αισθήσεις μου είχον αναπεπταμένας τας θύρας και εδέχοντο ευχαρίστως κάθε τι, το οποίον ήρχετο συστημένον ή από την μητέρα μου ή από τους οικείους μου να κατοικήσει εντός της κεφαλής μου. Επειδή δε τότε ήτο πολύς τόπος διαθέσιμος, εκάστη παράστασις, η οποία εισήρχετο, έστηνε τον θρόνον της και εκάθιζεν όσον και όπως της ήρεσκε καλύτερα και ήτο ωσάν οικοκυρά μέσα εις το σπίτι της. Έτσι το έκαμον τόσαι άλλαι, έτσι το έκαμε και η μηλιά. Αλλά αυτή η τελευταία, εκεί όπου εκάθητο τόσα χρόνια εις την ησυχία της και είχε πλέον το σπιτικόν της και τους φίλους της -παραστάσεις, με τας οποίας συνέζησε τόσον καιρόν εις την ψυχήν μου και συνέδεσε τόσας σχέσεις προς αυτάς και συγγενείας- βλέπει μίαν ημέρα την κυρά την μηλέα, που εμβαίνει μέσα στο κεφάλι μου έξαφνα - έξαφνα, τόσον μονάχη και όμως τόσο ξιππασμένη, να της λέγει της μηλιάς «σήκω συ να κάτσω εγώ!». Μπα! είπεν η μηλιά, και πώς γίνετ’ αυτό! Εγώ είμαι εδώ τόσα χρόνια, τον τόπο που κρατώ τον ηύρα αδέσποτο και έκαμα κατοχήν δικαιώματι προτεραιότητος. Και ποια είσαι συ, που έρχεσαι να μου τον πάρεις; Και φώναξε τας σχετικάς της και φίλας της και τας ηρώτησε: Ποιά είναι, παρακαλώ, του λόγου της; Την γνωρίζετε; Όχι, όχι! απάντησαν όλαι ομοφώνως και συνεμάχησαν με την μηλιάν και ήρχισαν να εκδιώκουν την μηλέαν κακήν κακώς έξω! Έξω, ξένη. Δεν ταιριάζεις μαζί μας! Δεν σε γνωρίζομεν! Δεν σε θέλομεν! Τότε η παράστασις της μηλέας ελάμβανεν εις επικουρίαν της την παράστασιν του διδασκάλου, τας παραστάσεις των τιμωριών και εισέρχεται εκ νέου εις την συνείδησίν μου, ως άνθρωπος, όστις θέλει να παρέμβει εις την ιδιοκτησίαν των άλλων διά της αδίκου υποστηρίξεως αστυνομικών οργάνων. Αλλά καταλαμβάνετε ότι ο διδάσκαλος τιμωρεί, όχι όμως και η παράστασίς του? ότι οι ραβδισμοί προξενούν πόνον, όχι όμως και η ανάμνησις των ραβδισμών. Και λοιπόν εξανέστη αφόβως πλέον κατά της τοιαύτης παρεμβάσεως ολόκληρος η ψυχή μου και:
― Έξω! Έξω! έστειλα τους εισβολείς κατά διαβόλου.
Μόνο οσάκις με ηρώτα ο αληθινός διδάσκαλος πώς το λέγουν το δένδρον απεκρινόμην ότι το λέγουν μηλέαν, αφού δα δεν επρόκειτο περί του δένδρου του κήπου μας. Αλλά και τούτο έπαυσε μετ’ ολίγον? διότι και ο αληθινός διδάσκαλος εδιώχθη κακήν κακώς όχι μόνον από του περιεχομένου της ψυχής μου, αλλά και από του χωρίου μας. Ότι μετ’ αυτού έφυγαν και πάντες εκείνοι οι ονομαστικοί θεοί και ήρωες, δι’ ων επλημμύρισε το χωρίον μας, είναι περιττόν να σας το είπω. Εκείνο, το οποίον μας ενδιέφερεν ενταύθα, είναι ότι η μηλιά δεν έγινε μηλέα και ότι εγώ, με όλους εκείνους τους δαρμούς και τα μαλώματα, έμεινα χωρίς να μάθω εν τω σχολείω τι πράγμα είναι η μηλιά!
Όσοι των αναγνωστών της Εβδομάδος ανήκουσιν εις τους αναγινώσκοντας παν οιονδήποτε άρθρον απ’ αρχής μέχρι τέλους δύνανται να διακόψουν ενταύθα την ανάγνωσιν, διότι η ιστορία μου ετελείωσεν. Όσοι όμως έχουσι την κακήν συνήθειαν ν’ αναγινώσκωσι μόνον τους επιλόγους, ας μάθωσι τουλάχιστον εντεύθεν ότι η μανία των θελόντων να διδάσκωσιν ουχί την φύσιν των πραγμάτων, εισάγοντες τα τελευταία υπό τα γνωστά αυτών ονόματα, αλλά αγνώστους λέξεις, δι’ ων απαιτούσι να ονομάζονται άγνωστα πράγματα, καθιστά την ελληνικήν μόρφωσιν σισύφειον μόχθον και καταδικάζει το έθνος εις τον δια πνευματικής ασιτίας χείριστον θάνατον! Δια τούτο το περί ελληνικής γλώσσης είναι, κατ’ εμέ, ως είπον, ουσιωδέστερον παρά το ανατολικόν ζήτημα.
Εδώ και χρόνια η ελληνική γλώσσα καταστρέφεται ακολουθώντας τα βήματα της συνολικής πολιτιστικής μας εικόνας. Η σταδιακή της εξαφάνιση δεν αναπληρώνεται με κάποιο άλλο εργαλείο. Το αντίθετο. Δημιουργείται ένα αβυσσαλέο τίποτα που καταλαμβάνει όλο και περισσότερους εγκεφάλους...
Άλλωστε καταστροφή της γλώσσας σημαίνει καταστροφή της σκέψης...
Αυτή είναι η εποχή της νέας τάξης που καλούμαστε να ζήσουμε. Η εποχή της απόλυτης βαρβαρότητας, η εποχή της μαζικής δημοκρατίας των καθυστερημένων...
Ο Γεώργιος Βιζυηνός για το γλωσσικό ζήτημα...

Γεώργιος Βιζυηνός (1849-1896)
"Δια τούτο το περί ελληνικής γλώσσης είναι, κατ’ εμέ, ως είπον, ουσιωδέστερον παρά το ανατολικόν ζήτημα."
Γεώργιος Βιζυηνός
ΔΙΑΤΙ Η ΜΗΛΙΑ ΔΕΝ ΕΓΙΝΕ ΜΗΛΕΑ
Αγαθή τύχη, ανεκινήθη εσχάτως το περί νεοελληνικής γλώσσης ζήτημα, το ουσιωδέστερον, κατ’ εμέ, των όσα έπρεπε να επασχολούν το ημέτερον έθνος, ουσιωδέστερον ίσως και αυτού ακόμη του ανατολικού ζητήματος.
Πλην, αναγνώσται και αναγνώστριαι, όσοι υπολείπεσθε ακόμη της Μεγάλης ημών Ιδέας θιασώται, μη εκπλαγείτε δια την άμεσον ταύτην συσχέτισιν του ζωτικοτέρου των ζητημάτων με την γραμματικήν των σχολαστικών της Ελλάδος. Το γνωρίζω:
Οι καλόγηροι φρονούν ότι θα υπάγομεν όλοι εις τον διάβολον, όσοι δεν αποκληρούμεν τους υιούς και τας θυγατέρας ημών, δια ν’ αφιερώσομεν τα κτήματά μας εις τα μοναστήρια, προς ψυχικήν σωτηρίαν. Οι συγγραφείς πρεσβεύουν, ως άρθρο πίστεως ιδίας, ότι πρόοδος εθνική δεν είναι δυνατό να γίνει, ενόσω έκαστος των Ελλήνων δεν σπεύδει να εγγραφεί συνδρομητής εις τα βιβλία των, προπληρώνων, εννοείται, την συνδρομήν του. Και εγώ λοιπόν ημπορώ να φανώ υποθέτων ότι η Ελλάς δεν θα λύσει το ανατολικόν ζήτημα υπέρ εαυτής, ειμή δια των απολύτων γενικών και των απαρεμφάτων. Και έρχομαι επομένως ενταύθα να παραστήσω το σύνθημα του μέλλοντος μεγαλείου της πατρίδος ως συνιστάμενον εις ουδέν άλλο, ει μη εις λέξεις, λέξεις, λέξεις!
«Όχι! Ο λόγος, δια τον οποίον συνδέω το γλωσσικόν της Ελλάδος ζήτημα με το άλλο, το αποβλέπον τουτ’ αυτό την ύπαρξίν της, είναι… Αλλά καλύτερα να τον μαντεύσητε μόνοι σας εν τω μεταξύ αναγινώσκοντες. Το ανάγνωσμα όμως, όπερ σας προσφέρω, δεν είναι παρά μία ιστορία. Μία ιστορία τόσον απλή και συνήθης, ώστε απορώ πως δεν την έχει καμμία εκ των μεγάλων επιφυλλίδων, κανένα από τα ογκώδη βιβλία, όσα εγράφησαν εσχάτως περί του οποία πρέπει να είναι η γλώσσα των σημερινών Ελλήνων! Ιδού η ιστορία.
Όταν ήμουν μαθητής του αλληλοδιδακτικού σχολείου της πατρίδος μου, είχον ιδιαιτέραν αδυναμίαν εις την μηλιά. Δεν εννοώ την Μηλιά την θυγατέρα του γείτονός μου, αλλά την γλυκομηλιά, το δένδρον, το οποίον εστόλιζε τον κήπο μας. Ήτο πολύ περίεργον δένδρον αυτή η μηλιά: Έκαμνεν άνθη και καρπούς, όπως πάσα εξαδέλφη της, κατά το θέρος και πάλιν άνθη και καρπούς κατά το φθινόπωρον. Επειδή δε ήτο η πρώτη μηλιά, την οποίαν εγνώρισα εις την ζωήν μου, και η μόνη, ήτις με ήρεσκε πλέον των άλλων, έμαθον να ονομάζω και όλα τα δένδρα μηλιές, όσα είχον τα αυτά χαρακτηριστικά και έκαμνον μήλα όπως τα της ιδικής μας, αν και δεν εκαρποφόρουν εκείναι, όπως αυτή, δύο φοράς το έτος. Εν τούτοις, με όλην την μεταξύ εμού και της μηλιάς παλαιάν φιλίαν και συμπάθειαν, δεν ημπορώ να είπω ότι εγνώριζε καλά- καλά ο είς τον άλλον. Δεν ηξεύρω αν και η μηλιά προσεπάθησε ποτέ να εννοήσει τι πράγμα ημήν εγώ, όστις έπαιζον τόσον συχνά υπό την σκιάν της ή εκαθήμην ιππαστί επί των κλάδων της. Ενθυμούμαι όμως πολύ καλά ότι εγώ, προ πάντων κατά τον καιρόν της ανθήσεώς της, εσυνήθιζον να ίσταμαι εν τινί απ’ αυτής αποστάσει, με τας χείρας εστηριγμένας επί των λαγόνων, τους οφθαλμούς ατενείς προς τον θαυμάσιον, τον ερυρθρόλευκον αυτής στολισμόν, απορών κατ’ εμαυτόν επί πολλήν ώραν τι πράγμα να είναι άραγε αυτό το δένδρον! Τι πράγμα να είναι. Αλλ’ όσω και αν ηπόρουν, όσο και αν ηρώτων τους περί εμέ, η απόκρισις ήτο πάντοτε η αυτή, ότι δηλαδή το δένδρον εκείνο ήτο μηλιά. Καλά! Αλλά η μηλιά τι πράγμα είναι;…
Όταν έφερον εις το χωρίον μας νέον διδάσκαλον ήλπισα ενδομύχως ότι θα εμάνθανον πλέον τι πράγμα είναι η μηλιά, διότι πριν φτάσει ο φραγκοφορεμένος εκείνος κύριος εις το χωρίον μας διεδόθη μεταξύ των παιδίων ότι ήτο πολύ καλύτερος από τον παλαιόν και τα ήξευρε όλα περιγραμμάτου. Η φήμη δεν διεψεύσθη. Διότι, μόλις ελθών ο καχεκτικός εκείνος νεανίσκος, ανέγνωσε τα ονόματά μας εκ του καταλόγου και αμέσως εύρεν ότι ήσαν όλα εσφαλμένα και ότι ο πρώην ημών διδάσκαλος ήτο χαϊβάνι. Και επήρε λοιπόν το κονδύλι και ήρχισε να μας διορθώνει τα ονόματά μας.
― Πως σε λέγουν εσένα;
― Θεόδωρο Μπεράτογλου.
― Όχι, βρε χαϊβάνι! Θουκυδίδη σε λέγουν. Θουκυδίδη Μπεράτογλου. Εσένα, πως σε λέν;
― Δημήτρη Ντεμιρτζόγλου.
― Όχι, βρε χαϊβάνι! Δημοσθένη Ντεμιρτζόγλου.
Και ούτω καθ’ εξής εν μια ημέρα μετέβαλεν, ο αθεόφοβος, όλα τα βαπτιστικά μας ονόματα, αρσενικά και θηλυκά, τοιουτοτρόπως ώστε, αν συνέβαινε να έλθει κατ’ εκείνη την εποχήν εις το χωρίον μας ξένος τις εκ των αγαθών φιλελλήνων, θα επίστευεν αναμφιβόλως ότι ανεκάλυψεν αίφνης την αρχαίαν Ελλάδα ολοζώντανον, με όλους αυτής τους θεούς, τας θεάς, τους ημιθέους και τους ήρωας, του ποιητάς και τους σοφούς της φοιτώντας εις το αλληλοδιδακτικόν σχολείον, γυμνούς μεν τους πόδας και ασκεπείς την κεφαλήν, όπως άλλοτε, αλλά βρακοφορούντας και γελεκοφορούντας και αντεροφορούντας!
Όπως δήποτε, όταν ο ασυνείδητος εκείνος άνθρωπος, έπεισε τον κόσμον ότι εγώ δεν είμαι του Γεωργή του χωρίου μου, αλλά ο Γοργίας, το πράγμα δεν μου ήγγισε τόσον δα την καρδία μου? το επήρα δι’ αστείον. Άλλωστε εγώ δεν ωνόμαζον ποτέ τον εαυτόν μου και η μεταβολή απέβλεπε τους όσοι έμελλον να με καλώσι με το νέον μου όνομα.
Αλλά τα περιγραμμάτου του διδασκάλου μας δεν περιωρίσθησαν εις τα ονόματά μας μόνον. Δις η τρις της εβδομάδος ηγγάρευέ τινας εξ ημών δια να ξεβοτανίζομεν τον κήπο της μητροπόλεως. Εγώ δεν έβλεπον την ώραν να έλθη η σειρά μου. Εν τω κήπω υπήρχεν έν δένδρον ανθισμένον ως το ιδικόν μας. Χωρίς άλλο θα εμάνθανον τι πράγμα είναι αυτό το δένδρον. Όταν, τέλος, αγγαρευθείς και εγώ, ευρέθην μετά του διδασκάλου ενώπιον της μηλιάς:
― Τι πράγμα εν’ αυτό το δένδρον, δάσκαλε, τον ηρώτησα, δείξας προς αυτόν δια του δακτύλου.
― Μηλέα, απεκρίθη εκείνος.
― Όχι! απήντησα εγώ, δεν το ξέρεις! Αυτό ν’ μηλιά!
Ήτο η κακή ώρα που το είπα, διότι από τότε ήρχισαν τα βάσανά μου με αυτόν τον διδάσκαλον. Θεούς και ανθρώπους μαρτύρομαι, ότι εγώ ηρώτησα ουχί περί του ονόματος ―το όνομα το ήξευρον ― αλλά περί του πράγματος: τι πράγμα είναι το δένδρον ήθελον να μάθω, τίποτε άλλο. Ο διδάσκαλος μου όμως, δεν ηξεύρω τι παθών, απεφάσισεν απ’ εκείνης της στιγμής να με μάθη και καλά ότι η μηλιά δεν είναι μηλιά, αλλά μηλέα!
― Πες πως το λένε μηλέα! εκραύγαζεν έξαλλος ο ισχνός και χλωμός νεανίσκος, κρατών με από το ωτίον και δεικνύων το δένδρον.
― Μπα, π’ ανάθεμά τον! εσκεπτόμην εγώ ηγανακτισμένος, πως ημπορεί αυτό ποτέ να γίνει η μηλιά μηλέγα! Αυτό είναι το ίδιο δένδρο που έχουμεν εις τον κήπον μας, κάμνει τα αυτά άνθη, τα αυτά φύλλα, τους αυτούς καρπούς, δεν ημπορεί παρά να είναι και αυτό μηλιά, όπως η εδική μας. Το ξέυρω από μιας αρχής, με το έμαθεν η μητέρα μου. Το λέγει όλος ο κόσμος! Εγώ ποίον να πιστεύσω περισσότερον, την μητέρα μου και τους χωριανούς μου ή αυτόν τον ξένον, που ήλθε να μας αλλάξει τα ονόματά μας!
― Όχι δάσκαλε, δεν το ξέρεις! απεκρινόμην οσάκις με ηρώτα? αυτό ν’ μηλιά!
― Μπα; Έτσι θες εσύ, χαϊβάνι; Τώρα να σε δείξω εγώ πώς το λέν.
Και -αυτού σε τρώγει, αυτού σε πονεί- μου έδωκεν ο αθεόφοβος τεσσαράκοντα παρά μίαν, οξύτατα κραυγάζων εν τω μεταξύ να ειπώ ότι η μηλιά δεν είναι μηλιά, αλλά μηλέα!
Τώρα πρέπει να ηξεύρετε ότι εις το χωρίον μου επικρατεί μια φυσική κατά της χασμωδίας αντιπάθεια, συνεπεία δε ταύτης αι πλείσται των λέξεών μας υπόκεινται εις εκθλίψεις πολλάς και συνιζήσεις, ενώ άλλαι τινές λαμβάνουν το γ μεταξύ των φωνηέντων, ως τα θεγός, νέγος, ωραίγα, αντί θεός, νέος, ωραία κτλ. Είχον λοιπόν εγώ ο δυστυχής όχι μόνο να θυσιάσω την μηλιά εις τη μηλέαν, αλλά και να υπερνικήσω την αντιπάθειαν ταύτην, να προφέρω δηλαδή μηλέα αντί μηλέγα. Κατόρθωμα, προς το οποίον δεν με εβοήθουν τότε τα φωνητικά μου όργανα. Φαντάζεσθε λοιπόν τι υπέφερα από τον μονομανή εκείνον διδάσκαλον, έως ότου κατορθώσω και το εν και το άλλον, και να ειπώ επί τέλους ότι η μηλιά είναι μηλέα!
Εν τούτοις, όταν μετ’ ολίγον, μεταβάς εις τον οίκον μας, είδον το ωραίον μας δένδρον ανθοβολούν και μυροβόλον εν τω κήπω, κολακευτικώς περιβομβούμενον υπό των επ’ αυτού πετομένων μελισσών, ησθάνθην τόσην εντροπήν, τόσην εντροπήν! Ενόμιζον ότι έκαστος των πρασίνων οφθαλμών του με έβλεπε θυμωμένος? έκαστον των ανθέων του ήνοιγε τα χείλη να με είπει ότι τα επρόδωσα… Και μοι εφάνη ότι ο γενικός εκείνος βόμβος ήτο πικρός της ανοησίας μου έλεγχος! Και πώς να μη με ειπούν ανόητον και πώς να μη μ’ ελέγξουν, αφού το δένδρον, το οποίο έβλεπα ενώπιόν μου, ήτο όλως διόλου το αυτό με το δένδρον της μητροπόλεως και όμως εγώ το αρνήθηκα και είπα ότι δεν είναι μηλιά, αλλά μηλέα!
Ενθυμούμαι ότι όλην εκείνην την νύκτα έβλεπον εις τον ύπνον μου τα άνθη της μηλιάς ως άπειρον πληθύν μικροσκοπικών ωραίων λευκοφόρων κορασίων, τα οποία με περιεβόμβουν παραπονούμενα, επιπλήττοντα, ελέγχοντά με δια την ανοησίαν μου.
Όταν την επιούσαν εισήλθον εις το σχολείον, έρριψα επί το διδασκάλου περιφρονητικόν, προκλητικόν βλέμμα.
― Πως το λέγουν το δένδρο που σε είπα, βρε χαϊβάνι; με ηρώτησεν εκείνος χαιρεκάκως.
― Μηλιά, δάσκαλε, απάντησα εγώ μετά πείσματος και προέβην εις την θέσιν μου.
Αλλά δεν επρόφθασα να καθήσω και με συνέλαβεν ο σκληρός από του ωτίου και ήρχισεν πάλιν να με βασανίζει. Δεν είναι πολύ τιμητικόν δια το γένος των δασκάλων να σας διηγηθώ ποσάκις ετιμωρήθην δια να ειπώ και καλά ότι η μηλιά είναι μηλέα? διότι εννοείται ότι έπρεπεν επί τέλους να ενδώσω και να το ειπώ, άλλως εκινδύνευεν η ζωή μου. Εν τούτοις -το λέγω προς ικανοποίησιν της ιδικής μας της μηλιάς- αυτήν δεν την επρόδωσα. Και ιδού πώς:
Αφού είδον ότι δεν ηδυνάμην ν’ ανθέξω πλέον εις την σκληρότητα του απανθρωπαρίου εκείνου, έκαμα τον εξής λογαριασμόν με την συνείδησίν μου και είπον: αυτή η μηλιά, που είναι μέσα εις το κήπον της μητροπόλεως, ημπορεί να είναι μηλέα? και είναι μηλέα όχι δι’ άλλον λόγον, παρά διότι ο διδάσκαλος δέρνει! Η μηλιά όμως, όπου είναι μέσα εις τον κήπο μας, είναι μηλιά, διότι είναι μηλιά! Τοιουτοτρόπως συνεβιβάσθημεν με τον διδάσκαλον.
Αλλά έλα τώρα όπου ήρχισε μια τρομερά διαμάχη μεταξύ της μηλιάς και της μηλέας εντός της κεφαλής μου! Το πράγμα ημπορεί να φαίνεται παράξενον, να φαίνεται αστείον, αλλ’ εγώ δεν χωρατεύω.
Η μηλιά -δηλαδή, καθώς λέγουν οι ψυχολόγοι, η παράστασις της λέξεως μηλιά- εμβήκεν εις την ψυχήν μου συγχρόνως με την παράστασιν του δένδρου και εις έναν καιρόν, κατά τον οποίον όλαι αι αισθήσεις μου είχον αναπεπταμένας τας θύρας και εδέχοντο ευχαρίστως κάθε τι, το οποίον ήρχετο συστημένον ή από την μητέρα μου ή από τους οικείους μου να κατοικήσει εντός της κεφαλής μου. Επειδή δε τότε ήτο πολύς τόπος διαθέσιμος, εκάστη παράστασις, η οποία εισήρχετο, έστηνε τον θρόνον της και εκάθιζεν όσον και όπως της ήρεσκε καλύτερα και ήτο ωσάν οικοκυρά μέσα εις το σπίτι της. Έτσι το έκαμον τόσαι άλλαι, έτσι το έκαμε και η μηλιά. Αλλά αυτή η τελευταία, εκεί όπου εκάθητο τόσα χρόνια εις την ησυχία της και είχε πλέον το σπιτικόν της και τους φίλους της -παραστάσεις, με τας οποίας συνέζησε τόσον καιρόν εις την ψυχήν μου και συνέδεσε τόσας σχέσεις προς αυτάς και συγγενείας- βλέπει μίαν ημέρα την κυρά την μηλέα, που εμβαίνει μέσα στο κεφάλι μου έξαφνα - έξαφνα, τόσον μονάχη και όμως τόσο ξιππασμένη, να της λέγει της μηλιάς «σήκω συ να κάτσω εγώ!». Μπα! είπεν η μηλιά, και πώς γίνετ’ αυτό! Εγώ είμαι εδώ τόσα χρόνια, τον τόπο που κρατώ τον ηύρα αδέσποτο και έκαμα κατοχήν δικαιώματι προτεραιότητος. Και ποια είσαι συ, που έρχεσαι να μου τον πάρεις; Και φώναξε τας σχετικάς της και φίλας της και τας ηρώτησε: Ποιά είναι, παρακαλώ, του λόγου της; Την γνωρίζετε; Όχι, όχι! απάντησαν όλαι ομοφώνως και συνεμάχησαν με την μηλιάν και ήρχισαν να εκδιώκουν την μηλέαν κακήν κακώς έξω! Έξω, ξένη. Δεν ταιριάζεις μαζί μας! Δεν σε γνωρίζομεν! Δεν σε θέλομεν! Τότε η παράστασις της μηλέας ελάμβανεν εις επικουρίαν της την παράστασιν του διδασκάλου, τας παραστάσεις των τιμωριών και εισέρχεται εκ νέου εις την συνείδησίν μου, ως άνθρωπος, όστις θέλει να παρέμβει εις την ιδιοκτησίαν των άλλων διά της αδίκου υποστηρίξεως αστυνομικών οργάνων. Αλλά καταλαμβάνετε ότι ο διδάσκαλος τιμωρεί, όχι όμως και η παράστασίς του? ότι οι ραβδισμοί προξενούν πόνον, όχι όμως και η ανάμνησις των ραβδισμών. Και λοιπόν εξανέστη αφόβως πλέον κατά της τοιαύτης παρεμβάσεως ολόκληρος η ψυχή μου και:
― Έξω! Έξω! έστειλα τους εισβολείς κατά διαβόλου.
Μόνο οσάκις με ηρώτα ο αληθινός διδάσκαλος πώς το λέγουν το δένδρον απεκρινόμην ότι το λέγουν μηλέαν, αφού δα δεν επρόκειτο περί του δένδρου του κήπου μας. Αλλά και τούτο έπαυσε μετ’ ολίγον? διότι και ο αληθινός διδάσκαλος εδιώχθη κακήν κακώς όχι μόνον από του περιεχομένου της ψυχής μου, αλλά και από του χωρίου μας. Ότι μετ’ αυτού έφυγαν και πάντες εκείνοι οι ονομαστικοί θεοί και ήρωες, δι’ ων επλημμύρισε το χωρίον μας, είναι περιττόν να σας το είπω. Εκείνο, το οποίον μας ενδιέφερεν ενταύθα, είναι ότι η μηλιά δεν έγινε μηλέα και ότι εγώ, με όλους εκείνους τους δαρμούς και τα μαλώματα, έμεινα χωρίς να μάθω εν τω σχολείω τι πράγμα είναι η μηλιά!
Όσοι των αναγνωστών της Εβδομάδος ανήκουσιν εις τους αναγινώσκοντας παν οιονδήποτε άρθρον απ’ αρχής μέχρι τέλους δύνανται να διακόψουν ενταύθα την ανάγνωσιν, διότι η ιστορία μου ετελείωσεν. Όσοι όμως έχουσι την κακήν συνήθειαν ν’ αναγινώσκωσι μόνον τους επιλόγους, ας μάθωσι τουλάχιστον εντεύθεν ότι η μανία των θελόντων να διδάσκωσιν ουχί την φύσιν των πραγμάτων, εισάγοντες τα τελευταία υπό τα γνωστά αυτών ονόματα, αλλά αγνώστους λέξεις, δι’ ων απαιτούσι να ονομάζονται άγνωστα πράγματα, καθιστά την ελληνικήν μόρφωσιν σισύφειον μόχθον και καταδικάζει το έθνος εις τον δια πνευματικής ασιτίας χείριστον θάνατον! Δια τούτο το περί ελληνικής γλώσσης είναι, κατ’ εμέ, ως είπον, ουσιωδέστερον παρά το ανατολικόν ζήτημα.
Κυριακή 30 Ιανουαρίου 2011
Για την ελληνική γλώσσα...

Οι απαρχές του «γλωσσικού ζητήματος»
Ως ελληνιστική ή αλεξανδρινή κοινή ορίζεται η απλοποιημένη αττική
κυρίως διάλεκτος, η οποία από τους χρόνους του Μεγάλου Αλεξάνδρου
και μέχρι περίπου τον 6ο αιώνα μ.Χ. γίνεται η επίσημη γραπτή και
προφορική γλώσσα στις περιοχές της ανατολικής Μεσογείου.
Η χρησιμοποίησή της από γλωσσικά ανομοιογενείς πληθυσμούς είχε ως
αποτέλεσμα πολλά δομικά στοιχεία της να υποστούν απλοποιήσεις και
γενικεύσεις, προκειμένου να διευκολυνθούν οι επικοινωνιακές ανάγκες των
νέων φορέων της.
Σε φωνολογικό επίπεδο καταργήθηκε η διάκριση μεταξύ μακρών και βραχέων
φωνηέντων, τα οποία έγιναν πλέον ισόχρονα.
Οι δίφθογγοι μονοφθογγίστηκαν και συχνά ιωτακίστηκαν (π.χ. οι δίφθογγοι
οι, ει δεν προφέρονται πλέον οϊ, εϊ αλλά ι). Η δασεία έπαψε να
προφέρεται και ο τονισμός των λέξεων από μουσικός μετατράπηκε σε
δυναμικό, η τονισμένη δηλαδή συλλαβή δεν προφερόταν πια σε μουσικά
υψηλότερο τόνο αλλά πιο δυνατά από τις υπόλοιπες συλλαβές.
Σε μορφοσυντακτικό επίπεδο εμφανίστηκαν έντονες τάσεις για περιφραστική
δήλωση έναντι της μονολεκτικής -που χαρακτήριζε τις διαλέκτους των
κλασικών χρόνων- καθώς και για ένταξη σε γενικότερα δομικά σχήματα, όπως
είναι για παράδειγμα η δημιουργία κοινών καταλήξεων.
Σε λεκτικό επίπεδο παρατηρήθηκε η σημασιολογική διαφοροποίηση κάποιων
λέξεων, ενώ υιοθετήθηκαν και αρκετές ξένες, κυρίως εβραϊκές και λατινικές.
Οι βασικότερες πηγές από όπου αντλούμε πληροφορίες για την ελληνιστική
κοινή είναι οι επιγραφές, οι πάπυροι και τα κείμενα της Παλαιάς και της
Καινής Διαθήκης. Η περίοδος της ελληνιστικής κοινής είναι ιδιαίτερα
σημαντική για την εξέλιξη της ελληνικής γλώσσας, καθώς σε όλα τα
γλωσσικά επίπεδα διαμορφώθηκαν οι δομές εκείνες που θα επηρεάσουν
καθοριστικά τη μεταγενέστερη νέα ελληνική.
Το κίνημα του Αττικισμού αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα γλωσσικά
φαινόμενα της Ελληνιστικής περιόδου. Οι εκπρόσωποι του ρεύματος αυτού,
το οποίο έκανε την εμφάνισή του τον 1ο αιώνα π.Χ., θεωρούσαν ότι η
αναγέννηση των ελληνικών γραμμάτων μπορούσε να επιτευχθεί μόνο με τη
χρησιμοποίηση της αττικής διαλέκτου του 5ου αιώνα π.Χ.
Αποτέλεσμα των επιρροών που άσκησαν οι αττικιστές στους σύγχρονούς τους
πνευματικούς κύκλους υπήρξε η έντονη διαφοροποίηση ανάμεσα στον
προφορικό λόγο της εποχής τους -στην ελληνιστική κοινή- και στο γραπτό,
ο οποίος προσπάθησε να μιμηθεί την κλασική αττική διάλεκτο.
Αυτή ακριβώς η διαφοροποίηση συνιστά και την απαρχή του γλωσσικού
ζητήματος, που εξακολούθησε να υφίσταται μέχρι και τους νεότερους
χρόνους της ελληνικής ιστορίας. Οι προτροπές στα συγγράμματα των
αττικιστών για χρήση γλωσσικών στοιχείων που προέρχονταν από την κλασική
αττική διάλεκτο και όχι από τη σύγχρονη ελληνιστική κοινή, αποτελούν μία
επιπλέον μαρτυρία για την προφορική γλώσσα εκείνης της εποχής.
Ενδεικτικά αναφέρεται ένα παράδειγμα από το έργο Eκλογή ρημάτων και
ονομάτων αττικών 230, του Φρύνιχου: "Πάντοτε μη λέγε αλλ' εκάστοτε και
διαπαντός".
copyright IME,
Από το έργο του ΙΜΕ "Ελληνική ιστορία στο διαδίκτυο": www.e-history.gr
Τετάρτη 26 Ιανουαρίου 2011
Δρόμοι παλιοί...

Οδός Σταδίου, κάποτε...
Μανώλης Αναγνωστάκης
Δρόμοι παλιοί
Δρόμοι παλιοὶ ποὺ ἀγάπησα καὶ μίσησα ἀτέλειωτα
κάτω ἀπ᾿ τοὺς ἴσκιους τῶν σπιτιῶν νὰ περπατῶ
νύχτες τῶν γυρισμῶν ἀναπότρεπτες κι ἡ πόλη νεκρὴ
Τὴν ἀσήμαντη παρουσία μου βρίσκω σὲ κάθε γωνιὰ
κᾶμε νὰ σ᾿ ἀνταμώσω κάποτε φάσμα χαμένο τοῦ τόπου μου κι ἐγὼ
Ξεχασμένος κι ἀτίθασος νὰ περπατῶ
κρατώντας μία σπίθα τρεμόσβηστη στὶς ὑγρές μου παλάμες
Καὶ προχωροῦσα μέσα στὴ νύχτα χωρὶς νὰ γνωρίζω κανένα
κι οὔτε κανένας μὲ γνώριζε
Τετάρτη 29 Δεκεμβρίου 2010
Σχόλια & ζωγράφοι, ζωγραφική: Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική...
Μας έχει μείνει η γλώσσα...
Κάτι είναι κι αυτό - για λίγους βέβαια...
Οδυσσέας Ελύτης
από Άξιον Εστί
Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική.
το σπίτι φτωχικό στις αμμουδιές του Ομήρου...
Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου στις αμμουδιές του Ομήρου...
Εκεί σπάροι και πέρκες
ανεμόδαρτα ρήματα
ρεύματα πράσινα μες στα γαλάζια
όσα είδα στα σπλάχνα μου ν' ανάβουνε
σφουγγάρια, μέδουσες
με τα πρώτα λόγια των Σειρήνων
όστρακα ρόδινα με τα πρώτα μαύρα ρίγη...
Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου, με τα πρώτα μαύρα ρίγη...
Εκεί ρόδια, κυδώνια
θεοί μελαχροινοί, θείοι κ' εξάδελφοι
το λάδι αδειάζοντας μες στα πελώρια κιούπια.
Και πνοές από τη ρεμματιά ευωδιάζοντας
λυγαριά και σχίνο
σπάρτο και πιπερόριζα
με τα πρώτα πιπίσματα των σπίνων
ψαλμωδίες γλυκές με τα πρώτα-πρώτα Δόξα Σοι...
Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου, με τα πρώτα-πρώτα Δόξα Σοι!..
Κάτι είναι κι αυτό - για λίγους βέβαια...
Οδυσσέας Ελύτης
από Άξιον Εστί
Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική.
το σπίτι φτωχικό στις αμμουδιές του Ομήρου...
Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου στις αμμουδιές του Ομήρου...
Εκεί σπάροι και πέρκες
ανεμόδαρτα ρήματα
ρεύματα πράσινα μες στα γαλάζια
όσα είδα στα σπλάχνα μου ν' ανάβουνε
σφουγγάρια, μέδουσες
με τα πρώτα λόγια των Σειρήνων
όστρακα ρόδινα με τα πρώτα μαύρα ρίγη...
Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου, με τα πρώτα μαύρα ρίγη...
Εκεί ρόδια, κυδώνια
θεοί μελαχροινοί, θείοι κ' εξάδελφοι
το λάδι αδειάζοντας μες στα πελώρια κιούπια.
Και πνοές από τη ρεμματιά ευωδιάζοντας
λυγαριά και σχίνο
σπάρτο και πιπερόριζα
με τα πρώτα πιπίσματα των σπίνων
ψαλμωδίες γλυκές με τα πρώτα-πρώτα Δόξα Σοι...
Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου, με τα πρώτα-πρώτα Δόξα Σοι!..
Κυριακή 19 Δεκεμβρίου 2010
Σχόλια & ζωγράφοι, Έλληνες ζωγράφοι: για την ελληνική γλώσσα...
Αφιερωμένη στην Ελληνική γλώσσα...
...μια γυναίκα που αφιέρωσε όλη τη ζωή της στην ελληνική γλώσσα και τον ελληνικό πολιτισμό...
ΒΗΜΑ, 19-12-2010
...μια γυναίκα που αφιέρωσε όλη τη ζωή της στην ελληνική γλώσσα και τον ελληνικό πολιτισμό...
ΒΗΜΑ, 19-12-2010
Η μεγάλη ελληνίστρια και ακαδημαϊκός Ζακλίν ντε Ρομιγί, η οποία υπήρξε η πρώτη γυναίκα καθηγήτρια του College de France, πέθανε σε ηλικία 97 ετών.
Τον θάνατό της ανακοίνωσε την Κυριακή ο εκδότης της, Μπερνάρ ντε Φαλουά.
Η Ζακλίν ντε Ρομιγί, γνωστή για τις μελέτες της στο χώρο του αρχαιοελληνικού πολιτισμού, η οποία ενσάρκωνε μια ουμανιστική αντίληψη του πολιτισμού, έγραψε σε διάστημα άνω των 60 ετών, δεκάδες έργα.

Το 1988 έγινε η δεύτερη εκλεγμένη γυναίκα μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας, μετά την Μαργκερίτ Γιουρσενάρ. Μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, έλαβε την ελληνική υπηκοότητα το 1995 και ανακηρύχθηκε πρέσβειρα του ελληνισμού το 2000.
«Είναι μια μεγάλη απώλεια για τη χώρα μας. Ήταν μια γυναίκα που αφιέρωσε όλη τη ζωή της στην ελληνική γλώσσα και τον ελληνικό πολιτισμό γιατί θεωρούσε ότι ήταν μια εκπαίδευση στην κατανόηση της ελευθερίας του ατόμου, στην προσήλωση στη δημοκρατία» δήλωσε η Ελέν Καρέρ ντ' Ανκός, ισόβια γραμματέας της Γαλλικής Ακαδημίας.
«Υπέφερε πολύ εδώ και μερικές δεκάδες χρόνια από το γεγονός ότι έβλεπε να φθίνει η μελέτη της ελληνικής γλώσσας και αυτό τής προκαλούσε τεράστιο πόνο» πρόσθεσε η Ντ' Ανκός, η οποία πιστεύει ότι ο καλύτερος φόρος τιμής για την Ζακλίν ντε Ρομιγί «θα ήταν να δοθεί εφεξής μεγαλύτερη σημασία στην ελληνική γλώσσα, την οποία υποστήριξε περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον στη χώρα μας».
Τον θάνατό της ανακοίνωσε την Κυριακή ο εκδότης της, Μπερνάρ ντε Φαλουά.
Η Ζακλίν ντε Ρομιγί, γνωστή για τις μελέτες της στο χώρο του αρχαιοελληνικού πολιτισμού, η οποία ενσάρκωνε μια ουμανιστική αντίληψη του πολιτισμού, έγραψε σε διάστημα άνω των 60 ετών, δεκάδες έργα.

Το 1988 έγινε η δεύτερη εκλεγμένη γυναίκα μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας, μετά την Μαργκερίτ Γιουρσενάρ. Μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, έλαβε την ελληνική υπηκοότητα το 1995 και ανακηρύχθηκε πρέσβειρα του ελληνισμού το 2000.
«Είναι μια μεγάλη απώλεια για τη χώρα μας. Ήταν μια γυναίκα που αφιέρωσε όλη τη ζωή της στην ελληνική γλώσσα και τον ελληνικό πολιτισμό γιατί θεωρούσε ότι ήταν μια εκπαίδευση στην κατανόηση της ελευθερίας του ατόμου, στην προσήλωση στη δημοκρατία» δήλωσε η Ελέν Καρέρ ντ' Ανκός, ισόβια γραμματέας της Γαλλικής Ακαδημίας.
«Υπέφερε πολύ εδώ και μερικές δεκάδες χρόνια από το γεγονός ότι έβλεπε να φθίνει η μελέτη της ελληνικής γλώσσας και αυτό τής προκαλούσε τεράστιο πόνο» πρόσθεσε η Ντ' Ανκός, η οποία πιστεύει ότι ο καλύτερος φόρος τιμής για την Ζακλίν ντε Ρομιγί «θα ήταν να δοθεί εφεξής μεγαλύτερη σημασία στην ελληνική γλώσσα, την οποία υποστήριξε περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον στη χώρα μας».
Ετικέτες
Ακρόπολη,
έλληνες ζωγράφοι,
ελληνικά τοπία,
ελληνική γλώσσα,
ζωγραφική,
ζωγράφοι
Τετάρτη 2 Δεκεμβρίου 2009
Αυτόφωτη, ιστορική. Ελληνικη γλώσσα, συνέχεια...

Γιάννης Σταύρου, Εκκλησάκι στα Μεσόγεια, λάδι σε καμβά
Συνεχίζουμε το εξαιρετικό άρθρο του Αλέξανδρου Αγγελή "Μαγεία της ελληνικής γλώσσας":
ΑΥΤΟΦΩΤΗ ΓΛΩΣΣΑ
Όλοι γνωρίζουμε ότι οι Ευρωπαϊκές γλώσσες έχουν τις ρίζες τους στα Λατινικά. Αυτό που ίσως μερικοί να αγνοούν είναι ότι τα ίδια τα Λατινικά έχουν βασιστεί πάνω στα Ελληνικά. Από το ίδιο το αλφάβητο (οι Ρωμαίοι πήραν αυτούσιο και απαράλλακτο το Χαλκιδικό αλφάβητο) μέχρι και την πλειοψηφία του λεξιλογίου.
Πρίν ο Κικέρων, ο δημιουργός ουσιαστικά της Λατινικής γλώσσας, έρθει στην Ελλάδα για να σπουδάσει, οι Ρωμαίοι είχαν μερικές εκατοντάδες μόνο λέξεις με αγροτικό, οικογενειακό και στρατιωτικό περιεχόμενο. Όταν επέστρεψε στην Ρώμη, πήρε μαζί του κάποιες χιλιάδες Ελληνικές λέξεις δηλωτικές πολιτισμού και ένα «κλειδί» με το οποίο πολλαπλασίασε την αξία και την σημασία τους. Το «κλειδί» αυτό ήταν οι προθέσεις.
Για του λόγου το αληθές, να αναφέρουμε ότι το ιστορικό αυτό γεγονός το έχει τονίσει και ο διάσημος Γάλλος γλωσσολόγος Meillet «Τα Λατινικά ως λόγια γλώσσα, είναι ανάτυπο των Ελληνικών. Ο Κικέρων μεταφέρει στην Λατινική, την Ελληνική ρητορική και φιλοσοφία. Ο Χριστιανισμός ακολούθως συνετέλεσε και αυτός στην επίδραση των Ελληνικών επί των Λατινικών. Το Λατινικό λεξιλόγιο είναι μετάφραση του αντιστοίχου Ελληνικού, και για αυτό τα Λατινικά δεν παραμέρισαν τα Ελληνικά στην Ανατολή. Διότι η μίμηση δεν είχε αρκετό γόητρο ώστε να αντικαταστήσει το πρωτότυπο.».
Μόνο και μόνο όσον αφορά τους επιστημονικούς όρους, όπου η συντριπτική πλειοψηφία των λέξεων είναι Ελληνικές, οι ξένες γλώσσες στην κυριολεξία θα κατέρρεαν χωρίς την Ελληνική. Η Ελληνική είναι η μοναδική γλώσσα η οποία είναι πραγματικά αυτόφωτη χωρίς να εξαρτάται από καμία άλλη. Δύο εκ του πλήθους ξένων επιστημόνων που το έχουν διαπιστώσει αυτό είναι οι Jean Bouffartigue και Anne-Marie Delrieu. Στο βιβλίο τους «Οι Ελληνικές ρίζες στην Γαλλική γλώσσα» διαβάζουμε «Η κατανόηση της δικής μας γλώσσης, η εκ νέου ανακάλυψη της ουσίας της – να ποιά είναι η χρησιμότητα του να γνωρίζει κανείς τις Ελληνικές ρίζες. Οι Ελληνικές ρίζες δίνουν στην Γαλλική το πιο βαθύ στήριγμά της και συγχρόνως της παρέχουν την πιο υψηλή δυνατότητα για αφαίρεση. Μακρινή πηγή του πολιτισμού μας, η Ελλάδα βρίσκεται ζωντανή μέσα στις λέξεις που λέμε. Σχηματίζει κάθε μέρα την γλώσσα μας.»
Υπάρχουν ακόμα σοβαρές απόψεις έγκριτων ξένων επιστημόνων, που υποστηρίζουν ότι μέχρι και τα Σανσκριτικά (αρχαία Ινδικά) προέρχονται από τα Ελληνικά. «Ο πρώτος ο οποίος παρετήρησε αυτήν την ομοιότητα των ριζών είναι ο Φ. Μπάγιερ (1690-1738), καθηγητής γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο της Αγ. Πετρουπόλεως, καταλήγοντας στα συμπέρασμα ότι τα σανσκριτικά προέρχονται από τα Ελληνικά.» συμπέρασμα στο οποίο είχε καταλήξει στα τέλη του περασμένου αιώνος και ο Γερμανός Βορρ. Η συντακτική ομάδα του περιοδικού «Halcon – Ιέραξ» μας λέει «Συγκρίνοντας καλά την Σανσκριτική με την αρχαία Ελληνική, εύκολα αντιλαμβανόμεθα ότι η Ελληνική όχι μόνο είναι πιο αρχαία, αλλά και ότι επί πλέον όλοι οι συντακτικοί και γραμματικοί τύποι της είναι ανώτεροι και μεγαλυτέρας γλωσσικής αξίας. Η δε σύνταξις καθ’υπόταξιν είναι καθαρά Ελληνική.».
Ας μην ξεχνάμε ότι ο Μέγας Αλέξανδρος προσπάθησε με την εκστρατεία του, εκτός όλων των άλλων, και να «συναγωνιστεί» τους Έλληνες που είχαν εκστρατεύσει στην Ανατολή πρίν από αυτόν, τον Ηρακλή και τον Διόνυσο δηλαδή. Τα «Διονυσιακά» του Νόννου, έπος το οποίο περιγράφει την εκστρατεία του Διονύσου στις Ινδίες (αντίστοιχο με αυτά του Ομήρου), σώζεται μέχρι σήμερα. Ακόμα και κατά την διάρκεια της εκστρατείας του Μεγάλου Αλεξανδρου στην Ινδία, διασώζονται απο του ιστορικούς της εποχής στοιχεία που επαληθεύουν την πανάρχαια παρουσία των Ελλήνων στις Ινδίες (Παράρτημα Ε).
Επειδή μπορεί κάποιος να σκεφτεί σε αυτό το σημείο ότι το Ελληνικό αλφάβητο είναι Φοινικικής προελεύσεως, να αναφέρουμε απλά ότι τέτοιες αντιεπιστημονικές θεωρίες είναι προ πολλού ξεπερασμένες καθώς η αξιοπιστία τους έχει κλονιστεί σοβαρά από διάφορα αρχαιολογικά ευρήματα. Απορίας άξιον είναι το γεγονός ότι η ύπαρξη των ευρημάτων αυτών δεν αναφέρεται πουθενά στα Ελληνικά (;) σχολεία, όπου προβάλλεται ως δεδομένη και αδιαμφισβήτητη η θεωρία της Φοινικικής προελεύσεως.
Ένα από τα καρφιά στο φέρετρο της θεωρίας αυτής είναι και το κεραμικό θραύσμα που βρέθηκε στην νησίδα «Γιούρα» των Βορείων Σποράδων από τον Αρχαιολόγο Α. Σαμψών. Χρονολογήθηκε το 5.500-6.000 π.Χ. και φέρει καθαρά πάνω του εγχάρακτα τα γράμματα Α, Δ και Υ. Να σημειώσουμε εδώ ότι οι Φοίνικες προτοεμφανίστηκαν στην ιστορία το 1.300 π.Χ. Και αυτό το εύρημα δεν είναι «μόνο» του. Τα γράμματα Μ, Ν, Κ, Χ, Ξ, Π, Ο, και Ε διακρίνουμε σε πρωτοκυκλαδικά αγγεία της Μήλου τα οποία είναι της 3 π.Χ. χιλιετίας. Επιπλέον υπάρχει και η λίθινη σφραγίδα των Γιαννιτσών που ανακαλύφθηκε από τον αρχαιολόγο Π. Χρυσοστόμου η οποία χρονολογείται την 5 π.Χ. χιλιετία. Ακόμη η επιγραφή του Δισπηλιού που ανεσύρθη από τον καθηγητή Γ. Χουρμουζιάδη χαρακτηρίστηκε ως η πρώτη γραφή του κόσμου, αφού χρονολογήθηκε από τον «Δημόκριτο» βάσει της μεθόδου του «άνθρακα 14» με απόλυτη ακρίβεια στο 5.250 π.Χ. Τέλος να αναφέρουμε τον δίσκο της Φαιστού ο οποίος χρονολογείται (με τις πιο συντηρητικές απόψεις) στο 1.700 π.Χ. και φέρει σύμβολα τα οποία όμως είναι τυπωμένα με κινητά στοιχεία (σφραγίδες), και για αυτόν τον λόγο το εύρημα αυτό αποτελεί το αρχαιότερο δείγμα τυπογραφίας του κόσμου. Για την κατασκευή του χρησιμοποιήθηκε πηλός εξαιρετικής ποιότητος είς τον οποίον αφού απετυπώθησαν οι χαρακτήρες ο δίσκος εψήθη.
Το 1989, στο υπ αρίθμ. 16 τεύχος του αρχαιολογικού περιοδικού «NESTOR», το οποίο εκδίδει το πανεπιστήμιο της Ινδιάνας, ο καθηγητής Πώλ Φώρ ανακοινώνει ότι στην Ιθάκη του 2.700 π.Χ. μιλούσαν και έγραφαν Ελληνικά. Με την βοήθεια χαραγμένης εικόνας πλοίου επάνω στο όστρακο και σε σύγκριση με την ήδη αποκρυπτογραφημένη Γραμμική Γραφή Β’ ο καθηγητής Φώρ κατώρθωσε να διαβάσει «Νύμφη με έσωσε». Εδιάβασε ακόμα, αναγνωρίζοντας αριθμητικά και συλλαβές «Ιδού εγώ ο Αρεάδης δίδω είς την άνασσα Θεά Ρέα 100 αίγες, 10 πρόβατα...». [6] Σημειωτέον ότι ακόμα και σήμερα διδάσκεται στα Ελληνικά σχολεία η άποψη ότι τα χρόνια του Ομήρου δεν υπήρχε γραφή και συνεπώς τα δύο έπη (Ιλιάδα και Οδύσσεια) μεταφέρονταν από γενεά σε γενεά προφορικώς (κάτι το οποίο ούτως ή άλλως μόνο και μόνο βάσει της κοινής λογικής είναι αδύνατον).
Είς την Ελληνικήν γλώσσα τέλος παρατηρούνται όλα τα γλωσσολογικά φαινόμενα, πχ. αφομοίωση (είς φθόγγος γίνεται όμοιος με άλλον), εναλλαγή (χρησιμοποίηση άλλου φθόγγου αντ’άλλου), συγχώνευση (ενοποίηση πολλών φθόγγων), ανομοίωση (αποβολή του ενός εκ των δύο ομοίων φθόγγων της ιδίας λέξεως), ανταλλαγή (αμοιβαία αλλαγή φθόγγων) κλπ κλπ.
Ορισμένοι μάλιστα ήχοι όπως το Γ το Δ το Θ το Χ και το Ψ αποτελούν πολύ μεταγενέστερη και αποκλειστικά Ελληνική επινόηση, αφού δεν τους συναντάμε σε άλλη γλώσσα έστω και αν περιέχονται στις δανεισμένες Ελληνικές λέξεις.
ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ
Τα Ελληνικά είναι η μόνη γλώσσα στον κόσμο που ομιλείται και γράφεται συνεχώς επί 4.000 τουλάχιστον συναπτά έτη, καθώς ο Arthur Evans διέκρινε τρείς φάσεις στην ιστορία της Μηνωικής γραφής, εκ των οποίων η πρώτη απο το 2000 π.Χ. ώς το 1650 π.Χ. [13]. Μπορεί κάποιος να διαφωνήσει και να πεί ότι τα Αρχαία και τα Νέα Ελληνικά είναι διαφορετικές γλώσσες, αλλά κάτι τέτοιο φυσικά και είναι τελείως αναληθές.
Ο ίδιος ο Οδυσσέας Ελύτης είπε «Εγώ δεν ξέρω να υπάρχει παρά μία γλώσσα, η ενιαία Ελληνική γλώσσα. Το να λέει ο Έλληνας ποιητής, ακόμα και σήμερα, ο ουρανός, η θάλασσα, ο ήλιος, η σελήνη, ο άνεμος, όπως το έλεγαν η Σαπφώ και ο Αρχίλοχος, δεν είναι μικρό πράγμα. Είναι πολύ σπουδαίο. Επικοινωνούμε κάθε στιγμή μιλώντας με τις ρίζες που βρίσκονται εκεί. Στα Αρχαία.». Ο μεγάλος διδάσκαλος του γένους Αδαμάντιος Κοραής είχε πεί «Όποιος χωρίς την γνώση της Αρχαίας επιχειρεί να μελετήσει και να ερμηνεύση την Νέαν, ή απατάται ή απατά.». Ενώ ο Γιώργος Σεφέρης γράφει «Από την εποχή που μίλησε ο Όμηρος ως τα σήμερα, μιλούμε, ανασαίνουμε και τραγουδούμε την ίδια γλώσσα.».
Παρόλο που πέρασαν χιλιάδες χρόνια, όλες οι Ομηρικές λέξεις έχουν διασωθεί μέχρι σήμερα. Μπορεί να μην διατηρήθηκαν ατόφιες, άλλα έχουν μείνει στην γλώσσα μας μέσω των παραγώγων τους. Μπορεί να λέμε νερό αντί για ύδωρ αλλά λέμε υδροφόρα, υδραγωγείο και αφυδάτωση. Μπορεί να μην χρησιμοποιούμε το ρήμα δέρκομαι (βλέπω) αλλά χρησιμοποιούμε την λέξη οξυδερκής. Μπορεί να μην χρησιμοποιούμε την λέξη αυδή (φωνή) αλλά παρόλα αυτά λέμε άναυδος και απήυδησα. Τα παραδείγματα που θα μπορούσαμε να αναφέρουμε εδώ είναι πραγματικά αμέτρητα.
Η Γραμμική Β’ είναι και αυτή καθαρά Ελληνική, γνήσιος πρόγονος της Αρχαίας Ελληνικής. Ο Άγγλος αρχιτέκτονας Μάικλ Βέντρις αποκρυπτογράφησε βάση κάποιων ευρημάτων την γραφή αυτή και απέδειξε την Ελληνικότητά της. Μέχρι τότε φυσικά όλοι αγνοούσαν πεισματικά έστω και το ενδεχόμενο να ήταν Ελληνική... Το γεγονός αυτό έχει τεράστια σημασία καθώς πάει τα Ελληνικά αρκετούς αιώνες ακόμα πιο πίσω στα βάθη της ιστορίας. Αυτή η γραφή σίγουρα ξενίζει, καθώς τα σύμβολα που χρησιμοποιεί είναι πολύ διαφορετικά από το σημερινό Αλφάβητο. Παρόλα αυτά η προφορά είναι παραπλήσια, ακόμα και με τα Νέα Ελληνικά. Για παράδειγμα η λέξη «TOKOSOTA» σημαίνει «Τοξότα» (κλητική). Είναι γνωστό ότι «κ» και «σ» στα Ελληνικά μας κάνει «ξ» και με μια απλή επιμεριστική ιδιότητα όπως κάνουμε και στα μαθηματικά βλέπουμε ότι η λέξη αυτή εδώ και τόσες χιλιετίες δεν άλλαξε καθόλου. Ακόμα πιο κοντά στην Νεοελληνική, ο «άνεμος», που στην Γραμμική Β’ γράφεται «ANEMO», καθώς και «ράπτης», «έρημος» και «τέμενος» που είναι αντίστοιχα στην Γραμμική Β’ «RAPTE», «EREMO», «TEMENO», και πολλά άλλα παραδείγματα.
Ένα μικρό πείραμα
Ο Διονύσης Σαββόπουλος έχει διαπιστώσει ότι η προφορά των μακρών και των βραχέων φωνηέντων είναι εγγενής και αυθύπαρκτη στην Ελληνική γλώσσα, παρά την κακοποίηση που έχει υποστεί αυτή με την κατάργηση των τόνων και των πνευμάτων. Όπως περιγράφει και ο ίδιος:
«Έδωσα σε έναν ανύποπτο νέο που παρευρίσκετο στο στούντιο να διαβάσει λίγες φράσεις. Εκεί μέσα είχα βάλει σκοπίμως την ίδια λέξη ως επίθετο και ώς επίρρημα, διότι είχα πάντα την περιέργεια να διαπιστώσω αν προφέρουμε διαφορετικά το ωμέγα από το όμικρον. Μαγνητοφωνήσαμε τις φράσεις 1. Είναι ακριβός αυτός ο αναπτήρας και 2. Ναί, ακριβώς αυτό ήθελα να πώ. Ελάχιστη διαφορά στο αυτί, ο ηχολήπτης μόνο επέμενε ότι το δεύτερο ήταν κάπως πιο φαρδύ. Τότε συνδέσαμε τον παλμογράφο. Το διάγραμμα του επιρρήματος που γράφεται με ωμέγα είναι πολύ πλουσιότερο. Καταπληκτικό! Ο παλμογράφος μου φάνηκε σαν μια σκαπάνη που κάτω από το έδαφος της καθημερινής ομιλίας ανακαλύπτει αυτό που δεν έπαψε ποτέ να υπάρχει, έστω μέσα σε χειμερία νάρκη, αυτό που συνειδητοποίησαν και προσπάθησαν να μνημειώσουν οι Αλεξανδρινοί 2.300 χρόνια πριν. Τίποτε δεν χάθηκε. Όλα υπάρχουν.»
Άλλωστε η ίδια η γλώσσα είναι ξεκάθαρη. Το «όμικρον» είναι «ο» αλλά μικρό, ενώ το «ωμέγα» είναι και αυτό μεν «ο», είναι μέγα όμως, σαν δύο όμικρον μαζί, και ακόμα και το σύμβολό του είναι πραγματικά σαν δύο όμικρον κολλημένα. Μέγα και σε διάρκεια λοιπόν. Για αυτό όταν θέλουμε να γράψουμε το επιφώνημα θαυμασμού «πω πω» χρησιμοποιούμε ενστικτωδώς το ωμέγα και όχι το όμικρον. Γραμμένο με όμικρον φαίνεται γελοίο.
Πολλοί ίσως να μην καταλαβαίνουν την τεράστια σημασία του πειράματος αυτού. Είναι εκτός όλων των άλλων και μια τρανταχτή απόδειξη για την συνέχεια της Ελληνικής φυλής, καθώς κάτι τέτοιο θα μπορούσε να παραμείνει στην γλώσσα μόνο περνώντας την γλώσσα από τον γονέα στο παιδί, σε αντίθετη περίπτωση θα είχε χαθεί.
Υπολογίζοντας όμως έστω και με τις συμβατικές χρονολογίες, οι οποίες τοποθετούν τον Όμηρο γύρω στο 1.000 π.Χ., έχουμε το δικαίωμα να ρωτήσουμε: Πόσες χιλιετίες χρειάστηκε η γλώσσα μας από την εποχή που οι άνθρωποι των σπηλαίων του Ελληνικού χώρου την πρωτοάρθρωσαν με μονοσύλλαβους φθόγγους μέχρι να φτάσει στην εκπληκτική τελειότητα της Ομηρικής επικής διαλέκτου, με λέξεις όπως «ροδοδάκτυλος», «λευκώλενος», «ωκύμορος», κτλ; Ο Πλούταρχος στο «Περί Σωκράτους δαιμονίου» μας πληροφορεί ότι ο Αγησίλαος ανεκάλυψε στην Αλίαρτο τον τάφο της Αλκμήνης, της μητέρας του Ηρακλέους, ο οποίος τάφος είχε ως αφιέρωμα «πίνακα χαλκούν έχοντα γράμματα πολλά θαυμαστά, παμπάλαια...». Φανταστείτε περί πόσο παλαιάς γραφής πρόκειται, αφού οι ίδιοι οι αρχαίοι Έλληνες την χαρακτηρίζουν «αρχαία»...
Φυσικά δεν γίνεται ξαφνικά, «από το πουθενά» να εμφανιστεί ένας Όμηρος και να γράψει δύο λογοτεχνικά αριστουργήματα, είναι προφανές ότι από πολύ πιο πρίν πρέπει να υπήρχε γλώσσα (και γραφή) υψηλού επιπέδου. Πράγματι, απο την αρχαία Ελληνική Γραμματεία γνωρίζουμε ότι ο Όμηρος δεν υπήρξε ο πρώτος, αλλά ο τελευταίος και διασημότερος μιάς μεγάλης σειράς επικών ποιητών, των οποίων τα ονόματα έχουν διασωθεί (Κρεώφυλος, Πρόδικος, Αρκτίνος, Αντίμαχος, Κιναίθων, Καλλίμαχος) καθώς και τα ονόματα των έργων τους (Φορωνίς, Φωκαϊς, Δαναϊς, Αιθιοπίς, Επίγονοι, Οιδιπόδεια, Θήβαις...) δεν έχουν όμως διασωθεί τα ίδια τα έργα τους.
Τρίτη 1 Δεκεμβρίου 2009
Ελληνική γλώσσα - συνέχεια. Κυριολεξία, σοφία...

Γιάννης Σταύρου, Άνοιξη στην Αττική, λάδι σε
καμβά
Συνεχίζουμε το εξαιρετικό άρθρο του Αλέξανδρου Αγγελή "Μαγεία της ελληνικής γλώσσας":
Η ΑΚΡΙΒΟΛΟΓΙΑ
Στα Αγγλικά το ρήμα και το ουσιαστικό συχνά χρησιμοποιούν ακριβώς την ίδια λέξη π.χ. «drink» που σημαίνει και «ποτό» και «πίνω». Επιπλέον τα ονόματα δεν έχουν κλίσεις, για παράδειγμα στα Ελληνικά λέμε «Ο Θεός, του Θεού, τω Θεώ, τον Θεό, ω Θεέ» ενώ στα Αγγλικά έχουμε μια μόνο λέξη για όλες αυτές τις έννοιες, το «God». Είναι προφανές λοιπόν, ότι τουλάχιστον όσον αφορά την ακριβολογία, γλώσσες όπως τα Ελληνικά υπερτερούν σαφώς σε σχέση με γλώσσες σαν τα Αγγλικά. Είναι λογικό άλλωστε αν κάτσει να το σκεφτεί κανείς, ότι μπορεί πολύ πιο εύκολα να καθιερωθεί μια γλώσσα διεθνής όταν είναι πιο εύκολη στην εκμάθηση, από τη άλλη όμως μια τέτοια γλώσσα εκ των πραγμάτων δεν μπορεί να είναι τόσο ποιοτική.
Συνέπεια των παραπάνω είναι ότι η Αγγλική γλώσσα δεν μπορεί να είναι λακωνική όπως είναι η Ελληνική, καθώς για να μην είναι διφορούμενο το νόημα της εκάστοτε φράσης, πρέπει να χρησιμοποιηθούν επιπλέον λέξεις. Για παράδειγμα η λέξη «drink» σαν αυτοτελής φράση δεν υφίσταται στα Αγγλικά, καθώς μπορεί να σημαίνει «ποτό», «πίνω», «πιές» κτλ. Αντιθέτως στα Ελληνικά η φράση «πιές» βγάζει νόημα, χωρίς να χρειάζεται να βασιστείς στα συμφραζόμενα για να καταλάβεις το νόημά της.
Παρένθεση: Να θυμίσουμε εδώ ότι στα Αρχαία Ελληνικά εκτός από Ενικός και Πληθυντικός αριθμός, υπήρχε και Δυϊκός αριθμός. Υπάρχει στα Ελληνικά και η Δοτική πτώση εκτός από τις υπόλοιπες 4 πτώσεις ονομαστική, γενική, αιτιατική και κλιτική. Η Δοτική χρησιμοποιείται συνεχώς στον καθημερινό μας λόγο (π.χ. Βάσει των μετρήσεων, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι...) και είναι πραγματικά άξιον λόγου το γιατί εκδιώχθηκε βίαια από την νεοελληνική γλώσσα. Ακόμα παλαιότερα, εκτός από την εξορισμένη αλλά ζωντανή Δοτική υπήρχαν και άλλες τρείς επιπλέον πτώσεις οι οποίες όμως χάθηκαν.
Το ίδιο πρόβλημα, σε πολύ πιο έντονο φυσικά βαθμό, έχει και η Κινεζική γλώσσα. Όπως μας λέει και ο Κρητικός δημοσιογράφος Α. Κρασανάκης «Επειδή οι απλές λέξεις είναι λίγες, έχουν αποκτήσει πάρα πολλές έννοιες, για να καλύψουν τις ανάγκες της έκφρασης, πρβλ π.χ.: “σι” = γνωρίζω, είμαι, ισχύς, κόσμος, όρκος, αφήνω, θέτω, αγαπώ, βλέπω, φροντίζω, περπατώ, σπίτι κ.τ.λ., «πα» = μπαλέτο, οκτώ, κλέφτης, κλέβω... «πάϊ» = άσπρο, εκατό, εκατοστό, χάνω....» [1]. Ίσως να υπάρχει ελαφρά διαφορά στον τονισμό, αλλά δύσκολα μπορώ να φανταστώ πως θα μπορούσαν να υπάρχουν δεκάδες διαφορετικοί τονισμοί για μία μονοσύλλαβη λέξη, ώστε να διαχωρίσουν φωνητικά όλες οι πιθανές της έννοιες. Αλλά ακόμα και να υπάρχει, πως είναι δυνατόν να καταστήσεις ένα σημαντικό κείμενο (π.χ. συμβόλαιο) ξεκάθαρο;
Η ΚΥΡΙΟΛΕΞΙΑ
Στην Ελληνική γλώσσα ουσιαστικά δεν υπάρχουν συνώνυμα, καθώς όλες οι λέξεις έχουν λεπτές εννοιολογικές διαφορές μεταξύ τους. Για παράδειγμα η λέξη «λωποδύτης» χρησιμοποιείται για αυτόν που βυθίζει το χέρι του στο ρούχο (=λωπή) μας και μας κλέβει, κρυφά δηλαδή, ενώ ο «ληστής» είναι αυτός που μας κλέβει φανερά, μπροστά στα μάτια μας. Επίσης το «άγειν» και το «φέρειν» έχουν την ίδια έννοια. Όμως το πρώτο χρησιμοποιείται για έμψυχα όντα, ενώ το δεύτερο για τα άψυχα.
Στα Ελληνικά έχουμε τις λέξεις «κεράννυμι», «μίγνυμι» και «φύρω» που όλες έχουν το νόημα του «ανακατεύω». Όταν ανακατεύουμε δύο στερεά ή δύο υγρά μεταξύ τους αλλά χωρίς να συνεπάγεται νέα ένωση (π.χ. λάδι με νερό), τότε χρησιμοποιούμε την λέξη «μειγνύω» ενώ όταν ανακατεύουμε υγρό με στερεό τότε λέμε «φύρω». Εξ’ού και η λέξη «αιμόφυρτος» που όλοι γνωρίζουμε αλλά δεν συνειδητοποιούμε τι σημαίνει. Όταν οι Αρχαίοι Έλληνες πληγωνόντουσαν στην μάχη, έτρεχε τότε το αίμα και ανακατευόταν με την σκόνη και το χώμα. Το κεράννυμι σημαίνει ανακατεύω δύο υγρά και φτιάχνω ένα νέο, όπως για παράδειγμα ο οίνος και το νερό. Εξ’ού και ο «άκρατος» (δηλαδή καθαρός) οίνος που λέγαν οι Αρχαίοι όταν δεν ήταν ανακατεμένος (κεκραμμένος) με νερό.
Τέλος η λέξη «παντρεμένος» έχει διαφορετικό νόημα από την λέξη «νυμφευμένος», διαφορά που περιγράφουν οι ίδιες οι λέξεις για όποιον τους δώσει λίγη σημασία. Η λέξη παντρεμένος προέρχεται από το ρήμα υπανδρεύομαι και σημαίνει τίθεμαι υπό την εξουσία του ανδρός ενώ ο άνδρας νυμφεύεται, δηλαδή παίρνει νύφη. Γνωρίζοντας τέτοιου είδους λεπτές εννοιολογικές διαφορές, είναι πραγματικά πολύ αστεία μερικά από τα πράγματα που ακούμε στην καθημερινή – συχνά λαθεμένη – ομιλία (π.χ. «ο Χ παντρεύτηκε»).
Η Ελληνική γλώσσα έχει λέξεις για έννοιες οι οποίες παραμένουν χωρίς απόδοση στις υπόλοιπες γλώσσες, όπως άμιλλα, θαλπωρή και φιλότιμο. Μόνον η Ελληνική γλώσσα ξεχωρίζει την ζωή από τον βίο, την αγάπη από τον έρωτα. Μόνον αυτή διαχωρίζει, διατηρώντας το ίδιο ριζικό θέμα, το ατύχημα από το δυστύχημα, το συμφέρον από το ενδιαφέρον.
ΓΛΩΣΣΑ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΣ
Το εκπληκτικό είναι ότι η ίδια η Ελληνική γλώσσα μας διδάσκει συνεχώς πως να γράφουμε σωστά. Μέσω της ετυμολογίας, μπορούμε να καταλάβουμε ποιός είναι ο σωστός τρόπος γραφής ακόμα και λέξεων που ποτέ δεν έχουμε δεί ή γράψει.
Το «πειρούνι» για παράδειγμα, για κάποιον που έχει βασικές γνώσεις Αρχαίων Ελληνικών, είναι προφανές ότι γράφεται με «ει» και όχι με «ι» όπως πολύ άστοχα το γράφουμε σήμερα. Ο λόγος είναι πολύ απλός, το «πειρούνι» προέρχεται από το ρήμα «πείρω» που σημαίνει τρυπώ-διαπερνώ, ακριβώς επειδή τρυπάμε με αυτό το φαγητό για να το πιάσουμε. Επίσης η λέξη «συγκεκριμένος» φυσικά και δεν μπορεί να γραφτεί «συγκεκρυμμένος», καθώς προέρχεται από το «κριμένος» (αυτός που έχει δηλαδή κριθεί) και όχι βέβαια από το «κρυμμένος» (αυτός που έχει κρυφτεί). Άπειρα παραδείγματα τέτοιου είδους υπάρχουν, σχεδόν ολόκληρο το λεξικό της Ελληνικής.
Άρα το να υπάρχουν πολλά γράμματα για τον ίδιο ήχο (π.χ. η, ι, υ, ει, οι κτλ) όχι μόνο δεν θα έπρεπε να μας δυσκολεύει, αλλά αντιθέτως να μας βοηθάει στο να γράφουμε πιο σωστά, εφόσον βέβαια έχουμε μια βασική κατανόηση της γλώσσας μας. Επιπλέον η ορθογραφία με την σειρά της μας βοηθάει αντίστροφα στην ετυμολογία αλλά και στην ανίχνευση της ιστορική πορείας της κάθε μίας λέξης.
Η ΣΟΦΙΑ
Στην γλώσσα έχουμε το σημαίνον (την λέξη) και το σημαινόμενο (την έννοια). Στην Ελληνική γλώσσα αυτά τα δύο έχουν πρωτογενή σχέση, καθώς αντίθετα με τις άλλες γλώσσες το σημαίνον δεν είναι μια τυχαία σειρά από γράμματα. Σε μια συνηθισμένη γλώσσα όπως τα Αγγλικά μπορούμε να συμφωνήσουμε όλοι να λέμε το σύννεφο car και το αυτοκίνητο cloud, και από την στιγμή που το συμφωνήσουμε και εμπρός να είναι έτσι. Στα Ελληνικά κάτι τέτοιο είναι αδύνατον. Για αυτόν τον λόγο πολλοί διαχωρίζουν τα Ελληνικά σαν «εννοιολογική» γλώσσα από τις υπόλοιπες «σημειολογικές» γλώσσες.
Μάλιστα ο μεγάλος φιλόσοφος και μαθηματικός Βένερ Χάιζενμπεργκ είχε παρατηρήσει αυτή την σημαντική ιδιότητα για την οποία είχε πεί «Η θητεία μου στην αρχαία Ελληνική γλώσσα υπήρξε η σπουδαιότερη πνευματική μου άσκηση. Στην γλώσσα αυτή υπάρχει η πληρέστερη αντιστοιχία ανάμεσα στην λέξη και στο εννοιολογικό της περιεχόμενο.»
Όπως μας έλεγε και ο Αντισθένης, «Αρχή σοφίας, η των ονομάτων επίσκεψις». Για παράδειγμα ο «άρχων» είναι αυτός που έχει δική του γή (άρα=γή + έχων). Και πραγματικά, ακόμα και στις μέρες μας είναι πολύ σημαντικό να έχει κανείς δική του γή / δικό του σπίτι. Ο «βοηθός» σημαίνει αυτός που στο κάλεσμα τρέχει. Βοή=φωνή + θέω=τρέχω. Ο Αστήρ είναι το αστέρι, αλλά η ίδια η λέξη μας λέει ότι κινείται, δεν μένει ακίνητο στον ουρανό (α + στήρ από το ίστημι που σημαίνει στέκομαι).
Αυτό που είναι πραγματικά ενδιαφέρον, είναι ότι πολλές φορές η λέξη περιγράφει ιδιότητες της έννοιας την οποίαν εκφράζει, αλλά με τέτοιο τρόπο που εντυπωσιάζει και δίνει τροφή για την σκέψη. Για παράδειγμα ο «φθόνος» ετυμολογείται από το ρήμα «φθίνω» που σημαίνει μειώνομαι. Και πραγματικά ο φθόνος σαν συναίσθημα, σιγά σιγά μας φθίνει και μας καταστρέφει. Μας «φθίνει» - ελαττώνει σαν ανθρώπους – και μας φθίνει μέχρι και τη υγεία μας. Και φυσικά όταν θέλουμε να χαρακτηρίσουμε κάτι που είναι τόσο πολύ ώστε να μην τελειώνει πως το λέμε; Μα φυσικά «άφθονο».
Έχουμε την λέξη «ωραίος» που προέρχεται από την «ώρα». Διότι για να είναι κάτι ωραίο, πρέπει να έρθει και στην ώρα του. Ωραίο δεν είναι ένα φρούτο ούτε άγουρο ούτε σαπισμένο, και ωραία γυναίκα δεν είναι κάποια ούτε στα 70 της άλλα ούτε φυσικά και στα 10 της. Ούτε το καλύτερο φαγητό είναι ωραίο όταν είμαστε χορτάτοι, επειδή δεν μπορούμε να το απολαύσουμε. Ακόμα έχουμε την λέξη «ελευθερία» για την οποία το «Ετυμολογικόν Μέγα» διατείνεται «παρά το ελεύθειν όπου ερά» = το να πηγαίνει κανείς όπου αγαπά. Άρα βάσει της ίδιας της λέξης, ελεύθερος είσαι όταν έχεις την δυνατότητα να πάς όπου αγαπάς. Πόσο ενδιαφέρουσα ερμηνεία...
Το άγαλμα ετυμολογείται από το αγάλλομαι (ευχαριστιέμαι) επειδή όταν βλέπουμε ένα όμορφο αρχαιοελληνικό άγαλμα η ψυχή μας αγάλλεται. Και από το θέαμα αυτό επέρχεται η αγαλλίαση. Αν κάνουμε όμως την ανάλυση της λέξης αυτής θα δούμε ότι είναι σύνθετη από αγάλλομαι + ίαση(=γιατρειά). Άρα για να συνοψίσουμε, όταν βλέπουμε ένα όμορφο άγαλμα (ή οτιδήποτε όμορφο), η ψυχή μας αγάλλεται και ιατρευόμαστε. Και πραγματικά, γνωρίζουμε όλοι ότι η ψυχική μας κατάσταση συνδέεται άμεσα με την σωματική μας υγεία. Παρένθεση: και μια και το έφερε η «κουβέντα», η Ελληνική γλώσσα μας λέει και τι είναι άσχημο. Από το στερητικό «α» και την λέξη σχήμα μπορούμε εύκολα να καταλάβουμε τι. Για σκεφτείτε το λίγο...
Σε αυτό το σημείο, δεν μπορούμε παρά να σταθούμε στην αντίστοιχη Λατινική λέξη για το άγαλμα (που άλλο από Λατινική δεν είναι). Οι Λατίνοι ονόμασαν το άγαλμα, statua από το Ελληνικό «ίστημι» που ήδη αναφέραμε σαν λέξη, και το ονόμασαν έτσι επειδή στέκει ακίνητο. Προσέξτε την τεράστια διαφορά σε φιλοσοφία μεταξύ των δύο γλωσσών, αυτό που σημαίνει στα Ελληνικά κάτι τόσο βαθύ εννοιολογικά, για τους Λατίνους είναι απλά ένα ακίνητο πράγμα.
Μια και αναφέραμε τα Λατινικά, ας κάνουμε άλλη μια σύγκριση. Ο άνθρωπος στα Ελληνικά ετυμολογείται ώς το όν που κυττάει προς τα πάνω (άνω + θρώσκω). Πόσο σημαντική και συναρπαστική ετυμολογία που μπορεί να αποτελέσει βάση ατελείωτων φιλοσοφικών συζητήσεων. Αντίθετα στα Λατινικά ο άνθρωπος είναι «Homo» που ετυμολογείται από το χώμα. Το όν που κυττάει ψηλά στον ουρανό λοιπόν για τους Έλληνες, σκέτο χώμα για τους Λατίνους... Υπάρχουν και άλλα παρόμοια παραδείγματα που θα μπορούσαν να αναφερθούν εδώ. Είναι λογικό στο κάτω κάτω ότι μια γλώσσα που βασίστηκε στην Ελληνική αντιγράφοντάς την, εκ των πραγμάτων δεν μπορεί να έχει τα ίδια υψηλά νοήματα.
Είναι προφανής η σχέση που έχει η γλώσσα με την σκέψη του ανθρώπου. Όπως λέει και ο George Orwell στο αθάνατο έργο του «1984», απλή γλώσσα σημαίνει και απλή σκέψη. Εκεί το καθεστώς προσπαθούσε να περιορίσει την γλώσσα για να περιορίσει την σκέψη των ανθρώπων, καταργώντας συνεχώς λέξεις. «Η γλώσσα και οι κανόνες αυτής αναπτύσσουν την κρίση» έγραφε ο Μιχάι Εμινέσκου, εθνικός ποιητής των Ρουμάνων. [16] Μια πολύπλοκη γλώσσα αποτελεί μαρτυρία ενός προηγμένου πνευματικά πολιτισμού. Το να μιλάς σωστά σημαίνει να σκέφτεσαι σωστά, να γεννάς διαρκώς λόγο και όχι να παπαγαλίζεις λέξεις και φράσεις.
Όπως σημειώνει και ο «δικός μας» Κωνσταντίνος Τσάτσος, πρώην Υπουργός, πρώην Πρόεδρος Δημοκρατίας και συγγραφέας, «Όσο πιό προηγμένος είναι ο πολιτισμός ενός έθνους, τόσο πιό πλούσιες σε προϊστορία, και συνεπώς και σε ουσία, είναι οι λέξεις της γλώσσας... Με την γλώσσα μεταδίδομε λογικούς συνειρμούς και διεγείρομε συναισθήματα... Κάθε λαός έχει την γλώσσα που του αξίζει. Στην γλώσσα, όπως και στα τραγούδια του, εναποθηκεύεται ο πολιτισμός του... είναι ο πιό αδιάψευστος μάρτυρας της ιστορικής του συνείδησης και της ιστορικής του συνέχειας.»
Ετικέτες
Γιάννης Σταύρου,
έλληνες ζωγράφοι,
ελληνική γλώσσα,
έργα ζωγραφικής,
ζωγραφική,
ζωγράφοι,
τοπία
Δευτέρα 30 Νοεμβρίου 2009
Η μαγεία της Ελληνικής γλώσσας. Πλούτος...

Γιάννης Σταύρου, Αττικό τοπίο, λάδι σε καμβά
Φίλη μας θύμισε ένα εξαιρετικό άρθρο που δημοσιεύτηκε στο antibaro.gr σχετικά με την Ελληνική γλώσσα...
Το δημοσιεύουμε σε συνέχειες:
Η μαγεία της Ελληνικής γλώσσας
Αλέξανδρος Αγγελής
Αντίβαρο, Δεκέμβριος 2007
Η ΜΑΓΕΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ
ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ
Στις μέρες μας όπου αμφισβητούνται ακόμα και τα αυτονόητα, έχει αρχίσει να ακούγεται η άποψη ότι δεν υπάρχουν ανώτερες και κατώτερες γλώσσες, αλλά ότι όλες έχουν την ίδια αξία. Αυτό είναι τόσο παράλογο να το πιστεύει κανείς, όσο το να πιστεύει ότι μπορούν σε έναν αγώνα δρόμου όλοι οι δρομείς να τερματίσουν ταυτόχρονα. Κάτι τέτοιο είναι απλά αδύνατον. Το συγκεκριμένο παράδειγμα είναι κάτι πολύ απλό, πόσο μάλλον όταν έχουμε να κάνουμε με κάτι τόσο πολύπλοκο όσο η γλώσσα. Δηλαδή μπορεί μια γλώσσα πρωτόγονου επιπέδου με 10 διαφορετικές λέξεις να έχει την ίδια αξία με μια γλώσσα τόσο σύνθετη όσο οι σημερινές; Ποιός λογικός άνθρωπος μπορεί να το δεχτεί αυτό; Ενδεικτικά να αναφέρουμε ότι οι χιμπατζήδες χρησιμοποιούν μια «γλώσσα» με ένα λεξιλόγιο από τριάντα λέξεις-κραυγές.
Σκοπός αυτού του κειμένου δεν είναι να υποβαθμίσει κάποιες γλώσσες, αλλά να αποδείξει με αντικειμενικά κριτήρια ότι δεν έχουν όλες οι γλώσσες την ίδια αξία (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η κάθε γλώσσα δεν έχει την αξία της). Υπάρχουν σήμερα περίπου 3.000 διαφορετικές γλώσσες (η πλειοψηφία των οποίων δεν έχει σύστημα γραφής). Είναι σίγουρο ότι κάθε γλώσσα έχει την δική της αξία και πρέπει να αγωνιζόμαστε όλοι ώστε όλες οι γλώσσες να επιβιώσουν. Δυστυχώς πολλές γλώσσες έχουν ήδη εκλείψει και θα εκλείψουν και στο μέλλον, και αυτό είναι πραγματικά μια αμαρτία. Όσο αμαρτία είναι όταν εξαφανίζεται ένα είδος ζώου διότι και η γλώσσα κάτι τέτοιο είναι, ένας «ζωντανός» οργανισμός που εξελίσσεται και είτε επιβιώνει είτε χάνεται. Πρακτική δυστυχώς συνέπεια αυτού είναι να χάνονται σημαντικά κομμάτια της εξέλιξης της ανθρώπινης πορείας, για την οποία δεν έχουμε ιδιαίτερα πολλές γνώσεις.
Για πολλούς μη-Έλληνες γλωσσολόγους και ανθρώπους του πνεύματος, είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η Ελληνική γλώσσα (ιδιαιτέρως τα Αρχαία Ελληνικά) είναι η ανώτερη μορφή γλώσσας που έχει επινοήσει ποτέ το ανθρώπινο πνεύμα. Οι απόψεις αυτές δεν είναι αυθαίρετες, αλλά βασίζονται σε κριτήρια αντικειμενικά σχετικά με την αξιολόγηση μιας γλώσσας. Παρακάτω θα περιγράψουμε μία σειρά από ιδιότητες τις Ελληνικής γλώσσας και θα αντιπαραβάλουμε κάποιες ξένες γλώσσες (συνήθως την Αγγλική, καθώς αυτή είναι η πιό διαδεδομένη) πρός σύγκριση.
ΠΛΟΥΤΟΣ ΛΕΞΙΛΟΓΙΟΥ
Είναι γνωστή η έκφραση που χρησιμοποιούν οι Άγγλοαμερικάνοι όταν ψάχνουν να βρούν την κατάλληλη λέξη για κάποια έννοια «Οι Έλληνες θα έχουν μια λέξη για αυτό». Φράση την οποίαν πρώτος είχε γράψει ο καθηγητής Όλιβερ Τάπλιν στο βιβλίο του «Ελληνικό πυρ». [10]
Ενώ η Αγγλική γλώσσα έχει, βάση του μεγάλου Αμερικανικού λεξικού Merriam-Webster, περίπου 166.724 λεξίτυπους (σύμφωνα με το ίδιο λεξικό 41.214 από αυτές τις λέξεις είναι αμιγώς Ελληνικές, χωρίς να υπολογίζουμε τις σύνθετες και τις Ελληνογενείς) [10], η Ελληνική γλώσσα περιλαμβάνει ήδη, στην καταγραφή μέχρι λίγο πριν από την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, 1.200.000 λεξίτυπους. Το εντυπωσιακό αυτό νούμερο προκύπτει από το έγκριτο TLG (Θησαυρός Ελληνικής Γλώσσης) το οποίο ακόμα δεν έχει τελειώσει την καταγραφή όλων των Ελληνικών κειμένων. Εκτιμάται μάλιστα από την διευθύντρια του TLG, κα Μαρία Παντελιά, ότι μόλις τελειώσει η καταγραφή θα έχουν αποθησαυριστεί ίσως μέχρι και 2.000.000 λεξίτυποι.
Επιπλέον, σύμφωνα με τον κ Α. Κωσταντινίδη συγγραφέα των βιβλίων «Οι Ελληνικές λέξεις στην Αγγλική γλώσσα» και «Η οικουμενική διάσταση της Ελληνικής γλώσσης», πολλά λεξικά σταματούν την ετυμολογία της λέξης στην Λατινική ρίζα αγνοώντας το γεγονός ότι η πλειονότης των ίδιων των Λατινικών λέξεων έχουν Ελληνική ρίζα.
Πολλές Ομηρικές λέξεις σώζονται ακόμα και σήμερα στις Ευρωπαϊκές γλώσσες, και αυτές οι πάμπολλες λέξεις φυσικά δεν εμπίπτουν στην κατηγορία των «αμιγώς Ελληνικών» που αναφέραμε νωρίτερα. Μία από αυτές τις λέξεις είναι το γνωστό «kiss». Ακούγεται αστεία σαν δήλωση ότι είναι στην ουσία Ελληνική λέξη ε; Και όμως, στα Αρχαία Ελληνικά, το «φιλώ» είναι «κυνέω / κυνώ», εξ’ού και το προσκυνώ (σημαίνει κάνω ένα βήμα μπροστά και δίνω ένα φιλί). Στην προστακτική το ρήμα γίνεται «κύσον με», δηλαδή «φίλησε με», όπως θα είπε και η Πηνελόπη στον Οδυσσέα όταν τον είδε να επιστρέφει στην Ιθάκη. Στα Αγγλικά θα λέγαμε «kiss me». Ο βαθμός ομοιότητας των δύο φράσεων δεν αφήνει χώρο για αμφιβολίες. Και αυτό είναι μόνο ένα από τα πολλά παραδείγματα.
ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ ΝΕΩΝ ΛΕΞΕΩΝ
Η δύναμη της Ελληνικής γλώσσας βρίσκεται στην ικανότητά της να πλάθεται όχι μόνο προθεματικά ή καταληκτικά, αλλά διαφοροποιώντας σε μερικές περιπτώσεις μέχρι και την ρίζα της λέξης (π.χ. «τρέχω» και «τροχός» παρόλο που είναι από την ίδια οικογένεια αποκλίνουν ελαφρώς στην ρίζα). Η Ελληνική γλώσσα είναι ειδική στο να δημιουργεί σύνθετες λέξεις με απίστευτων δυνατοτήτων χρήσεις, πολλαπλασιάζοντας το λεξιλόγιο.
Το διεθνές λεξικό Webster’s (Webster’s New International Dictionary) αναφέρει «Η Λατινική και η Ελληνική, ιδίως η Ελληνική, αποτελούν ανεξάντλητη πηγή υλικών για την δημιουργία επιστημονικών όρων.» [12] ενώ οι Γάλλοι λεξικογράφοι Jean Bouffartigue και Anne-Marie Delrieu τονίζουν «Η επιστήμη βρίσκει ασταμάτητα νέα αντικείμενα ή έννοιες. Πρέπει να τα ονομάσει. Ο θησαυρός των Ελληνικών ριζών βρίσκεται μπροστά της, αρκεί να αντλήσει από εκεί. Θα ήταν πολύ περίεργο να μην βρεί αυτές που χρειάζεται.».
Ο Γάλλος συγγραφέας Ζακ Λακαρριέρ, έκθαμβος μπροστά στο μεγαλείο της Ελληνικής, είχε δηλώσει σχετικώς «Η Ελληνική γλώσσα έχει το χαρακτηριστικό να προσφέρεται θαυμάσια για την έκφραση όλων των ιεραρχιών με μια απλή εναλλαγή του πρώτου συνθετικού. Αρκεί κανείς να βάλει ένα παν- πρώτο- αρχί- υπέρ- ή μια οποιαδήποτε άλλη πρόθεση μπροστά σε ένα θέμα. Κι αν συνδυάσει κανείς μεταξύ τους αυτά τα προθέματα, παίρνει μια ατελείωτη ποικιλία διαβαθμίσεων. Τα προθέματα εγκλείονται τα μεν στα δε σαν μια σημασιολογική κλίμακα, η οποία ορθώνεται πρός τον ουρανό των λέξεων.»
Είναι αλήθεια ότι μπορούμε να βάλουμε και παραπάνω από μια πρόθεση μπροστά απο μία λέξη, ακριβώς όπως περιγράφει ο Γάλλος φίλος μας. Παραδείγματα συνδυασμών πολλαπλών προθέσεων με λέξεις που να δημιουργούν νέες λέξεις υπάρχουν άπειρα. Αντικαταβάλλω, επαναδιατυπώνω, αντιπαρέρχομαι, ανακατασκευάζω κτλ.
Στην Ιλιάδα του Ομήρου η Θέτις θρηνεί για ότι θα πάθει ο υιός της σκοτώνοντας τον Έκτωρα «διό και δυσαριστοτοκείαν αυτήν ονομάζει». Η λέξη αυτή από μόνη της είναι ένα μοιρολόι, δυς + άριστος + τίκτω (=γεννώ) και σημαίνει όπως αναλύει το Ετυμολογικόν το Μέγα «που για κακό γέννησα τον άριστο». [7] Ποιά άλλη γλώσσα στον κόσμο θα μπορούσε να αποδώσει σε μία μόνο λέξη τόσα πολλά και υψηλά νοήματα; Και όπως έλεγαν και οι Αρχαίοι, «το Λακωνίζειν εστί φιλοσοφείν».
Προ ολίγων ετών κυκλοφόρησε στην Ελβετία το λεξικό ανύπαρκτων λέξεων (Dictionnaire Des Mots Inexistants) όπου προτείνεται να αντικατασταθούν Γαλλικές περιφράσεις με μονολεκτικούς όρους από τα Ελληνικά. Π.χ. androprere, biopaleste, dysparegorete, ecogeniarche, elpidophore, glossoctonie, philomatheem tachymathie, theopempte κλπ, περίπου 2.000 λήμματα με προοπτική περαιτέρω εμπλουτισμού.
Ο Godefroi Herman, ο Γάλλος μεταφραστής των Διονυσιακών του Νόννου, ομολογεί «Πόσες φορές μεταφράζοντας δεν ανέκραξα όπως ο Ρονσάρ: Πόσο είμαι περίλυπος που η γλώσσα η Γαλλική δεν δημιουργεί λέξεις όπως η Ελληνική... ωκύμορος, δύσποτμος, ολιγοφρονείν...».
Πέμπτη 26 Νοεμβρίου 2009
Ο Σεφέρης, ο Μακρυγιάννης και η ελληνική γλώσσα...

Γιάννης Σταύρου, Ελαιώνας στην Αττική, λάδι σε καμβά
Κι όταν κάποιοι εισηγούνται την οριστική κατάργηση της ελληνικής γλώσσας με προτάσεις "εκσυγχρονισμού", εμείς προτείνουμε Σεφέρη και Μακρυγιάννη:
Γιώργου Σεφέρη, «Δοκιμές», εκδ. Ίκαρος, Αθήναι 1981 (4).
ΤΗΝ ΠΑΛΙΑ συνοικία του Μακρυγιάννη την ξέρουν όλοι οι Αθηναίοι. Τη δράση του αγωνιστή του '21, του πρωτεργάτη της Γ' Σεπτεμβρίου και του κατάδικου των στρατοδικείων του Όθωνα, την ξέρουν όσοι μελέτησαν τα χρονικά της Επανάστασης και της βαυαροκρατίας. Είναι όμως λιγοστοί εκείνοι που πρόσεξαν πως ο Μακρυγιάννης μας άφησε ένα πολύ σημαντικό βιβλίο -την ιστορία της ζωής του- ίσως επειδή ήταν ένας αγράμματος.
Τον Μακρυγιάννη των Απομνημονευμάτων τον αγάπησαν πραγματικά μερικοί νέοι που άρχισαν να δημοσιεύουν ύστερα από τη μικρασιατική καταστροφή. Δε νομίζω πως θα γελαστώ πολύ αν προσθέσω πως η φωνή του μπαίνει δειλά και ψιθυριστά στην ελληνική ζωή ανάμεσα στα 1925 και στα 1935. Κι αυτό δεν μπορούσε να φανεί στο πλατύ κοινό. Οι νέοι που μεγάλωσαν στον περασμένο παγκόσμιο πόλεμο και ήταν ακόμη στην ακμή της ηλικίας τους όταν άρχισε η σημερινή κρίση, δεν πρόφτασαν ούτε το έργο τους να ωριμάσουν ούτε να αποκαταστήσουν τη δική τους ιεραρχία πνευματικών αξιών όπως την ήθελαν. Και όμως είναι γνωστό σε όσους ενδιαφέρθηκαν να παρακολουθήσουν τα ελληνικά ρεύματα στα μεσοπολεμικά εκείνα χρόνια, πως με τη μικρασιατική καταστροφή αρχίζει στον τόπο μας μια περίοδος ιδεολογικών ισολογισμών και μετατροπών που μπορεί να παραβληθεί με την περίοδο, της αναμόρφωσης που ακολούθησε τον πόλεμο του '97. Τις προσπάθειες αυτές τις σκέπασε ή τις ετοιμάζει οξύτερες ο σημερινός αγώνας. Γι’ αυτό και ο Μακρυγιάννης, που βρήκε μια φορά το δρόμο της καρδιάς των νέων, θα πρέπει να περιμένει να καθαρίσει πάλι ο ουρανός για να πάρει τη θέση που του αξίζει.
Αισθάνομαι -και πιστεύω πως το αισθανόσαστε και σεις -ότι με τέτοιες συνθήκες μου είναι δύσκολο, μέσα στο διάστημα μιας σύντομης ομιλίας, να σας πείσω για τη σημασία του βιβλίου του Μακρυγιάννη, ή τουλάχιστο να σας δείξω το μονοπάτι που ακολούθησα για να νιώσω ένα τόσο αγνοημένο έργο. Είμαι, με κάποιον τρόπον, ο πρώτος μάρτυρας που ακούτε για μιαν άγνωστη υπόθεση. Έτσι θα ήθελα να σας παρακαλέσω να προσέξετε χωρίς προκατάληψη τις λίγες περικοπές που θα σας διαβάσω από το κείμενο του Μακρυγιάννη και να μου δώσετε την καλή σας προαίρεση.
Ωστόσο υπάρχει κάτι που μου αλαφραίνει την καρδιά, τώρα που καταπιάνομαι να διατυπώσω την ιδέα μου για αυτή την ιδιότυπη συγγραφή. Εσείς που είχατε το ενδιαφέρον να 'ρθείτε να μ’ακούσετε, μου δίνετε την ευκαιρία να ξεπληρώσω ένα παλιό χρέος που με βαραίνει από χρόνια. Από τα '26, που έπεσαν στα χέρια μου τα Απομνημονεύματα, ως τα σήμερα, δεν πέρασε μήνας χωρίς να ξαναδιαβάσω λίγες σελίδες τους, δεν πέρασε εβδομάδα χωρίς να συλλογιστώ αυτή την τόσο ζωντανή έκφραση. Μέ συντρόφεψαν σε ταξίδια και σε περιπλανήσεις, με φώτισαν ή με παρηγόρησαν σε χαρούμενες και σε πικρές στιγμές. Στον τόπο μας, όπου είμαστε τόσο σκληρά κάποτε αυτοδίδακτοι, ο Μακρυγιάννης στάθηκε ο πιο ταπεινός αλλά και ο πιο σταθερός διδάσκαλός μου.
Πίστευα πάντα πως θα βρισκότανε κάποια ευκαιρία να του δώσω ένα μικρό δείγμα της ευγνωμοσύνης μου. Κατά παράξενη σύμπτωση, την ευκαιρία μου τη δίνετε σεις· μου τη δίνει το ελληνικό στρατόπεδο της Μέσης Ανατολής· μου τη δίνουν οι Έλληνες της Αιγύπτου. Σε μια στιγμή που κοιτάζουμε και συλλογιζόμαστε και προσπαθούμε να διακρίνουμε το πεπρωμένο του ελληνισμού μέσα από την καταιγίδα και πέρα από την πλατιά στροφή που κάνει στα χρόνια μας η ιστορία του κόσμου -ποιος ξέρει, μπορεί να υπάρχει ένα κρυφό νόημα σ’αυτή τη σύμπτωση. Στους καιρούς μας όπου ο αγώνας, το αίμα, ο πόνος και η δίψα της δικαιοσύνης απογυμνώνει τις ψυχές από τα πρόσκαιρα ναρκωτικά και τις φρεναπάτες· όπου ο άνθρωπος γυρεύει από τον άνθρωπο το καθαρό, το στέρεο και τη συμπάθεια -είναι σωστό να μιλούμε για τέτοιους ανθρώπους όπως ο Μακρυγιάννης. Ακούστε τον:
«Κι όσα σημειώνω τα σημειώνω γιατί δεν υποφέρνω να βλέπω το άδικο να πνίγει το δίκιο. Για κείνο έμαθα γράμματα στα γεράματα και κάνω αυτό το γράψιμο το απελέκητο, ότι δεν είχα τον τρόπον όντας παιδί να σπουδάξω: ήμουν φτωχός κι έκανα τον υπηρέτη και τιμάρευα άλογα, κι άλλες πλήθος δουλειές έκανα, να βγάλω το πατρικό μου χρέος που μας χρέωσαν oι χαραμήδες, και να ζήσω κι εγώ σε τούτη την κοινωνία, όσο έχω τ’αμανέτι του Θεού στο σώμα μου. Κι αφού ο Θεός θέλησε να κάμει νεκρανάσταση στην Πατρίδα μου, να τη λευτερώσει από την τυραγνία των Τούρκων, αξίωσε κι εμένα να δουλέψω κατά δύναμη, λιγότερον από τον χερότερο πατριώτη μου Έλληνα. Γράφουν σοφοί άντρες πολλοί, γράφουν τυπογράφοι ντόπιοι, και ξένοι διαβασμένοι για την Ελλάδα. Ένα πράμα μόνο με παρακίνησε κι εμένα να γράψω: ότι τούτη την πατρίδα την έχομεν όλοι μαζί, και σοφοί κι αμαθείς, και πλούσιοι και φτωχοί, και πολιτικοί και στρατιωτικοί, και οι πλέον μικρότεροι άνθρωποι. Όσοι αγωνιστήκαμεν, αναλόγως ο καθείς, έχομεν να ζήσομεν εδώ. Το λοιπόν δουλέψαμεν όλοι μαζί να τη φυλάμε κι όλοι μαζί, και να μη λέγει ούτε ο δυνατός «εγώ», ούτε ο αδύνατος. Ξέρετε πότε να λέγει ο καθείς «εγώ»; όταν αγωνιστεί μόνος του και φκιάσει ή χαλάσει, να λέγει «εγώ»· όταν όμως αγωνίζονται πολλοί και φκιάνουν, τότε να λένε «εμείς». Είμαστε στο «εμείς» κι όχι στο «εγώ». Και στο εξής να μάθομε γνώση, αν θέλομε να φκιάσομε χωριό να ζήσομε όλοι μαζί. Έγραψα γυμνή την αλήθεια, να ιδούνε όλοι οι Έλληνες ν’ αγωνίζονται για την πατρίδα τους, για τη θρησκεία τους· να ιδούνε και τα παιδιά μου και να λένε: «Έχομε αγώνες πατρικούς, έχομε θυσίες -αν είναι αγώνες και θυσίες. Και να μπαίνουν σε φιλοτιμία και να εργάζονται στο καλό της πατρίδας τους, της θρησκείας τους και της κοινωνίας- ότι θα είναι καλά δικά τους. Όχι όμως να φαντάζονται για τα κατορθώματα τα πατρικά, όχι να πορνεύουν την αρετή και να καταπατούν το νόμο, και να 'χονν την επιρροή για ικανότη» (Β' 463).
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)



