«Ντράπηκα για τον εαυτό μου όταν συνειδητοποίησα ότι η ζωή είναι ένας χορός μεταμφιεσμένων και είχα πάει με το αληθινό μου πρόσωπο»
Φραντς Κάφκα
ζωγράφοι, ελληνική τέχνη, θαλασσογραφίες, τοπία, ζωγραφική, λογοτεχνία, Έλληνες ζωγράφοι, σύγχρονη σκέψη, καράβια, τέχνη, σύγχρονοι ζωγράφοι, ποίηση, πορτρέτα, πίνακες ζωγραφικής, έργα ζωγραφικής, ελληνικά τοπία
t
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες
Πέμπτη 2 Απριλίου 2026
χορός μεταμφιεσμένων...
Τρίτη 16 Σεπτεμβρίου 2025
πόλεμος...
«Σήμερα ζούμε στην πολυετή προσδοκία ενός πολέμου. Ο κίνδυνος μπορεί να είναι φανταστικός, αλλά το αίσθημα κινδύνου υπάρχει (..) H μόνη αντίδραση που έχει σημειωθεί είναι ο πανικός, (..) ο πανικός των ψυχών μπροστά στα προβλήματα που δημιουργεί αυτή η απειλή. (..) Ο κίνδυνος, αν δεν εμπλακούμε σε μια σοβαρή προσπάθεια ανάλυσης, είναι ότι μια μέρα ο πόλεμος θα μας εκπλήξει και θα είμαστε ανίκανοι όχι μόνο να δράσουμε, αλλά ακόμα και να κρίνουμε.» Simone Weil, 1933
Τρίτη 10 Δεκεμβρίου 2024
.. κοινωνία; – μια κόλαση από σωτήρες!
Και οι τρομοκράτες βαφτίζονται απελευθερωτές...
«Κοιτάξτε γύρω σας: παντού Μορμόνοι που κάνουν κήρυγμα· μεταφυσική προς χρήση από πιθήκους… Όλοι πασχίζουν να βελτιώσουν τη ζωή όλων: οι ζητιάνοι, ακόμα και οι ανίατοι, αυτό ποθούν: οι πάροδοι του κόσμου και τα άσυλα βρίθουν αναμορφωτών. Η λαχτάρα να προκαλεί γεγονότα επιδρά πάνω στον καθένα σαν μια διανοητική διαταραχή ή σαν μια ηθελημένη κατάρα. Τι είναι η κοινωνία; – μια κόλαση από σωτήρες!»
Εμίλ Σιοράν
Τετάρτη 4 Μαΐου 2022
Ανθρώπινη Κωμωδία...
Πέμπτη 23 Μαΐου 2019
κολακεύοντας το λαό...
μετ. Στρατής Τσίρκας
Τρίτη 19 Σεπτεμβρίου 2017
Μας εκπλήσσει...
Σατωβριάνδος
*
On s'étonne du succès de la médiocrité ; on a tort. La médiocrité n'est pas forte par ce qu'elle est en elle-même, mais par les médiocrités qu'elle représente; et dans ce sens sa puissance est formidable.
Chateaubriand
Φρανσίσκο Γκόγια, Ο μεγάλος τράγος
Σάββατο 22 Ιουλίου 2017
Πιο επίικαιρος από ποτέ, ο Π. Κονδύλης...
ΠΗΓΗ
ΛΟΓΙΚΗ ΕΛΛΑΔΑ
Τετάρτη 5 Ιουλίου 2017
Εμίλ Σιοράν: η επανάληψη των ψευδαισθήσεων...
Παρασκευή 13 Ιανουαρίου 2017
η γαλήνη των ανοήτων...
Flaubert
Έχει τύχει πότε να σκεφτείς τη γαλήνη των ανόητων; Η ηλιθιότητα είναι ένα πράγμα ακλόνητο. Έχει τη φύση του γρανίτη, σκληρός κι ανθεκτικός. Οι ηλίθιοι είναι τόσο πολλοί, είναι τόσο ευτυχισμένοι, επανέρχονται τόσο συχνά, έχουν τόσο καλή υγεία!
Φλωμπέρ
(η πρόχειρη μετάφραση δική μου)
Francisco Goya, Los Disparates (1864)
Τρίτη 9 Αυγούστου 2016
Το νεοελληνικόν κοινόν...
Φρανσίσκο Γκόγια, Οι Μοίρες (1819–23)
Εμμανουήλ Ροίδης
ΑΣΜΟΔΑΙΟΣ (14/12/1875)
Τον τίτλο Ασμοδαίος έφερε παλαιά εβδομαδιαία σατιρική και γελοιογραφική εφημερίδα που εξέδιδε στην Αθήνα ο Εμμανουήλ Ροΐδης, μαζί με τον Θέμο Άννινο (1875-1885)
Τετάρτη 15 Ιουνίου 2016
Οι βωμοί συντριμμένοι...
κακά στοιχειά· το μάγεμα τους λύσε...
Φρανσίσκο Γκόγια, Ο μεγάλος τράγος
Κωστής Παλαμάς
Σατυρικά Γυμνάσματα
*
Πολεμάς να στυλώσεις, κυβερνήτη,
με τα καράβια και με τα φουσάτα
της Πολιτείας το σαλεμένο σπίτι.
Του κάκου ιδρώνεις, έμπα σ’ άλλη στράτα,
το νου μας πρώτα στύλωσε και χτίσε,
και πρώτ’ απ’ όλα αλφαβητάρι κράτα.
Δάσκαλος γίνε, αλήθεια αν ήρωας είσαι.
Σε μια Βαβέλ δεμένους μάς κρατάνε
κακά στοιχειά· το μάγεμα τους λύσε.
και στα χείλια οι καρδιές μας πάλε ας πάνε.
Σύμμετρα υψώσου, πύργε της ζωής!
Τρανοί κι αν είναι οι τάφοι, τάφοι θα ’ναι.
Στον ήλιο τόπο θέλουμε κι εμείς.
*
Οι βωμοί συντριμμένοι, και σβησμένα
τα πολυκάντηλα όλα της λατρείας.
Ούτ’ η Αθηνά, πολεμική παρθένα,
και μήτε η ευλογία της Παναγιάς.
Σ’ αρχαία και νέα, παλάτια και ρημάδια
τ’ άδειο παντού· το κρύο της αθεΐας.
Σαν αγριμιών και σαν αρνιών κοπάδια,
ζουν οι ζωές, τρων, τρώγονται και πάνε.
Κι απάνου απ’ όλα των θεών τα βράδια
υπέρθεα ξωτικά φεγγοβολάνε
μακριά από μας Ιδέα και Επιστήμη.
Βάρβαροι σε ναούς τις προσκυνάνε.
Τ' άτι σου ακόμα μας πατά, Μπραΐμη!
Παρασκευή 4 Μαρτίου 2016
ο ψεύτης είδωλο είναι εδώ, το προσκυνά η πλεμπάγια...
ραγιάδες έχεις, μάνα γη, σκυφτούς για το χαράτσι
κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα
των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι...
Φρανσίσκο Γκόγια, Ο μεγάλος τράγος, λάδι σε καμβά
Κωστής Παλαμάς
Γύριζε
Γύριζε, μη σταθείς ποτέ, ρίξε μας πέτρα μαύρη
ο ψεύτης είδωλο είναι εδώ, το προσκυνά η πλεμπάγια
η Αλήθεια τόπο να σταθή για μια στιγμή δε θάβρη.
Αλάργα. Νέκρα της ψυχής της χώρας τα μουράγια.
Η Πολιτεία λωλάθηκε, κι απόπαιδα τα κάνει
το Νου, το Λόγο, την Καρδιά, τον Ψάλτη, τον Προφήτη
κάθε σπαθί κάθε φτερό, κάθε χλωρό στεφάνι
στη λάσπη. Σταύλος ο ναός, μπουντρούμι και το σπίτι.
Από θαμπούς δερβίσηδες και στέρφους μανταρίνους,
κι από τους χαλκοπράσινους η Πολιτεία πατιέται.
Χαρά στους χασομέρήδες! Χαρά στους Αρλεκίνους!
Σκλάβος ξανάσκυψε ο ρωμιός και δασκαλοκρατιέται
Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα
ραγιάδες έχεις, μάνα γη, σκυφτούς για το χαράτσι
κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα
των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι.
Και δημοκόποι Κλέωνες και λογοκόποι Ζωίλοι
και Μαμμωνάδες βάρβαροι και χαύνοι λεβαντίνοι
λύκοι, κοπάδια, οι πιστικοί και ψωριασμένοι οι σκύλοι
και οι χαροκόποι αδιάντροποι, και πόρνη η Ρωμιοσύνη!

Κωστής Παλαμάς (1859-1943)
(λεπτομέρεια από το έργο του Γεωργίου Ροϊλού
"Μεγάλοι ποιητές της γενιάς μου")
Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2015
το ναρκοτικό νανάρισμα των λαοπλάνων...
Francisco de Goya,“La romeria de San Isidro” (1820-1823)
Ανδρέας Λασκαράτος (1811-1901)
Στην υποκρισία
Σεπτή μου Υποκρισία, Δέσποινά μου,
με συντριβή μου σου φιλώ το χέρι,
και σου προσφέρω τα σεβάσματά μου.
Ποι’ άλλη αρετή καλύτερά σου ξέρει
να κερδίζει τς ανθρώπους εδώ χάμου;
Ο κόσμος σε λατρεύει, σε γεραίρει,
κι εγώ κλίνω σ’ εσέ τα γόνατά μου
και σε γυρεύω για οδηγό μου αστέρι.
Φτιάσε μου σοβαρό το πρόσωπό μου,
δώσ’ μου ύφος πειστικό και όψη οσία,
για να μπορώ κι εγώ σε ποίμνιό μου
να εξασκώ την τόση σου μαγεία.
Κι έτσι να ’ν’ και για με τον φτωχόν γέροντα,
του κόσμου τα καλά και τα συμφέροντα.
Τα μυστήρια της Κεφαλονιάς ή σκέψεις απάνου στην οικογένεια, στη θρησκεία και στην πολιτική εις την Κεφαλονιά
(απόσπασμα)
Εγώ δεν ημπορώ, εν συνειδήσει, να ναναρίσω την κοινωνία μας με το ναρκοτικό νανάρισμα των λαοπλάνων· ούτε μήτε να σιωπήσω τα ολέθρια αποτελέσματα μιας τέτοιας σατανικής κερδοσκοπίας. Εγώ εξεναντίας ξεσκεπάζω τα ελατόματά της με θάρρος και με εξουσίαν· με όλην εκείνην την εξουσίαν οπού μου δίνει η αλήθεια. Ανοίγω το σπήτι, και δείχνω την οικογένειαν, εις όλην της τη βαρβαρικήν ασχημάδα. Διαπλατόνω την εκκλησία, και δείχνω ότι αποκάτου στον τίτλον Χριστιανιακή Θρησκεία, δεν υπάρχει παρά ένα άθροισμα από Βάκχικα και άλλα ιδολατρικά έθημα! Εξετάζω την πολιτική της, και η πολιτική της ‘βγαλμένη μέσαθε από μίαν τέτοιαν οικογένεια, από μίαν τέτοια θρησκεία, δεν εμπόριε παρά να ήναι ανάλογη με την ψυχική κατάσταση τής κοινωνίας. Ο εγωισμός τω όντι, είναι η βάση της, η χαμέρπεια το μέσον της, η παράλυση το αποτέλεσμά της!
Δευτέρα 20 Ιουλίου 2015
φόβος, οργή, θριαμβολογία και ταπείνωση...
Francisco de Goya,“La romeria de San Isidro” (1820-1823)
Τζορτζ Όργουελ
(Απόσπασμα από το βιβλίο "1984")
Οι παλιοί πολιτισμοί ισχυρίζονταν πως βασίζονταν πάνω στην αγάπη και τη δικαιοσύνη. Ο δικός μας βασίζεται στο μίσος. Στο δικό μας κόσμο δε θα υπάρχουν άλλα συναισθήματα εκτός από το φόβο, την οργή, τη θριαμβολογία και την ταπείνωση. Όλα τα άλλα θα τα καταπνίξουμε - όλα!
Ήδη τώρα καταστρέφουμε τις συνήθειες της σκέψης που έχουν επιζήσει από την Προ-Επαναστατική εποχή. Σπάσαμε τα δεσμά που ένωναν τους γονείς με τα παιδιά, τους άνδρες με τους άνδρες και τον άνδρα με τη γυναίκα. ...Κανένας δεν τολμά πια να εμπιστευτεί τη γυναίκα του, το παιδί του ή το φίλο του....
Δε θα υπάρχει γέλιο παρά μόνο το γέλιο του θριάμβου για κάποιο νικημένο εχθρό.
Δε θα υπάρχει τέχνη, λογοτεχνία, επιστήμη. Όταν θα είμαστε παντοδύναμοι δε θα έχουμε πια ανάγκη την επιστήμη.
Δε θα υπάρχει διάκριση ανάμεσα στην ομορφιά και την ασχήμια.
Δε θα υπάρχει πια η περιέργεια ούτε η χαρά της ζωής.
Δε θα υπάρχει άμιλλα...
Τρίτη 14 Ιουλίου 2015
Η ώρα των ψυχιάτρων!
Ακόμη κι αν αύριο μας χαρίσουν όλο το χρέος, πολύ σύντομα θα βρεθούμε ως χώρα στο ίδιο χάλι. Αν για την οικονομική φτώχια υπάρχουν χίλια φάρμακα για την πνευματική δεν υπάρχει κανένα.
*
Το τελευταίο πεντάμηνο ακούσαμε άπειρους οικονομολόγους να εκφράζουν γνώμες για το ελληνικό πρόβλημα· ήρθε η ώρα των ψυχιάτρων πλέον!
Σάββατο 6 Ιουνίου 2015
στου κόλακα τα χέρια και στου ψεύτη...
κάθε λογής τζουτζέδων και πιερρότων...
Φρανσίσκο Γκόγια, Ο μεγάλος τράγος, λάδι σε καμβά
Κωστής Παλαμάς
Σατιρικά Γυμνάσματα
Ο κόλακας κι ο ψεύτης χαλασμοί σου,
της αμαρτίας πατρίδα, άμυαλη Μάνα ,
του κόσμου είσαι το σκύβαλο· απελπίσου!
Σε λιώσανε τα χάιδια τα λαοπλάνα
στου κόλακα τα χέρια και στου ψεύτη·
χτυπήστε τη νεκρώσιμη καμπάνα!
Η ψυχή μου με το θυμό παντρεύτη·
δε στρώνω στο κιβούρι σου πορφύρα
το δεκαπεντασύλλαβο του Κλέφτη.
Χορδή στη σιδερένια σου την λύρα,
σκληρή και λαμπερή σαν το διαμάντι,
ταίριασα κι άλλη μια· για σένα πήρα
το τρίστιχο απ’ την Κόλαση του Δάντη!
*
Σκύλος κοκαλογλείφτης φέρνει γύρα
κρακ! τακ! της γειτονιάς τους τενεκέδες.
Ο ποσαπαίρνης με το θεσιθήρα
για την πατρίς καυγά στους καφενέδες.
Οι γάτοι λυγεροί στα κεραμίδια
ταιριάζουν ερωτόπαθους γιαρέδες.
Φαγοπότι, ξαπλωταριό, τα ίδια.
Τα θέατρα, τις ταβέρνες, τα πορνεία,
φάμπρικες, μπάνκες, σπίτια αποκαΐδια,
τ’ ανταμώνει αττικότατη αρμονία.
Και κοιμισμένη στα όνειρά της βλέπει
μουρλή γλωσσοκοπάνα Πολιτεία
τον Περικλή. Μα ο Χασεκής τής πρέπει.
*
Τα κεφάλια του Γένους και του Κράτους.
Ο βουλευτής κι ο δάσκαλος. Τα πιάσαν
όλα τα πόστα! Νους, καρδιά, δικά τους.
Δέσαν το νου· την καρδιά τη ντροπιάσαν.
Νά το ρουσφέτι νά κι η ελληνικούρα,
τ’ άρματά τους. Με κείνα μας χαλάσαν.
Η σκέψη, νούλα. Η Τέχνη, πατσαβούρα.
Ο ψευτοαττικιστής κι ο ψηφοφόρος.
Τ’ άγιο κόνισμα, μια καλικατούρα.
Στη γη που πιάνει και προκόβει ο σπόρος
κάθε λογής τζουτζέδων και πιερρότων,
κι εγώ φυτρώνω ανάξιος ριμαδόρος
μαύρων θυμών και πορφυρών ερώτων.
Πέμπτη 28 Μαΐου 2015
Ω Ελλάς ηρώων χώρα τι γαϊδάρους βγάζεις τώρα...
κάτι μισόμαθε κι όλα τα ξέρει.
Κι από προσπάππου κι από παππού
συγχρόνως μπούφος και αλεπού...
Φρανσίσκο Γκόγια, Έτσι ήταν κι ο παππούς του, χαρακτικό
Γεώργιος Σουρής
Ποιος είδε κράτος λιγοστό
σ' όλη τη γη μοναδικό,
εκατό να εξοδεύει
και πενήντα να μαζεύει;
Να τρέφει όλους τους αργούς,
νά 'χει επτά Πρωθυπουργούς,
ταμείο δίχως χρήματα
και δόξης τόσα μνήματα;
Νά 'χει κλητήρες για φρουρά
και να σε κλέβουν φανερά,
κι ενώ αυτοί σε κλέβουνε
τον κλέφτη να γυρεύουνε;
*
Όλα σ' αυτή τη γη μασκαρευτήκαν
ονείρατα, ελπίδες και σκοποί,
οι μούρες μας μουτσούνες εγινήκαν
δεν ξέρομε τί λέγεται ντροπή.
*
Σπαθί αντίληψη, μυαλό ξεφτέρι,
κάτι μισόμαθε κι όλα τα ξέρει.
Κι από προσπάππου κι από παππού
συγχρόνως μπούφος και αλεπού.
Θέλει ακόμα -κι αυτό είναι ωραίο-
να παριστάνει τον ευρωπαίο.
Στα δυό φορώντας τα πόδια που 'χει
στο 'να λουστρίνι, στ' άλλο τσαρούχι.
*
Σουλούπι, μπόϊ, μικρομεσαίο,
ύφος του γόη, ψευτομοιραίο.
Λίγο κατσούφης, λίγο γκρινιάρης,
λίγο μαγκούφης, λίγο μουρντάρης.
Σπαθί αντίληψη, μυαλό ξεφτέρι,
κάτι μισόμαθε κι όλα τα ξέρει.
Κι από προσπάππου κι από παππού
συγχρόνως μπούφος και αλεπού.
*
Και ψωμοτύρι και για καφέ
το «δε βαρυέσαι» κι «ωχ αδερφέ».
Ωσάν πολίτης, σκυφτός ραγιάς
σαν πιάσει πόστο: δερβέναγάς.
Θέλει ακόμα -κι αυτό είναι ωραίο-
να παριστάνει τον ευρωπαίο.
Στα δυο φορώντας τα πόδια πού'χει
στό'να λουστρίνι, στ'άλλο τσαρούχι.
*
Δυστυχία σου, Ελλάς,
με τα τέκνα που γεννάς!
Ώ Ελλάς, ηρώων χώρα,
τί γαϊδάρους βγάζεις τώρα;
Παρασκευή 8 Μαΐου 2015
Από την μετριοκρατία στην ηλιθιοκρατία...
Χαιρετίζουμε το φοιτητικό άσυλο των νεοβανδάλων, τους αιώνιους φοιτητές των πανεπιστημιακών συμμοριών, τη δίκαιη αναξιοκρατία των απανταχού αγράμματων, την αριστερή κατάργηση των αριστείων και των πρότυπων σχολείων...
Επιτέλους, ήρθαμε στα ίσα μας ως νεοέλληνες. Προχωρούμε ακάθεκτοι από την μετριοκρατία στην ηλιθιοκρατία!
Φρανσίσκο Γκόγια, El tío Paquete, λάδι σε καμβά
Και όποιος έχει κουράγιο, ας διαβάσει ένα κείμενο του Ελύτη. Έτσι για να βαυκαλιζόμαστε ότι προς στιγμήν ζούμε κάπου αλλού...
Οδυσσέας Ελύτης
ΣΥΝ ΤΟΙΣ ΑΛΛΟΙΣ
Δέν μ᾿ ἐνδιαφέρει ὁ ἐπίσημος ὅρος τῆς δουλοπρέπειας. Μ᾿ ἐνδιαφέρει ἡ οὐσία. Κι ἐκεῖνο πού ξέρω εἶναι ὅτι μ᾿ αὐτά καί μ' αὐτά ἐφτάσαμε σέ κάτι πού θά μοῦ ἐπιτρέψετε νά ὀνομάσω «ψευδοφάνεια». Ἔχουμε, δηλαδή, τήν τάση νά παρουσιαζόμαστε διαρκῶς διαφορετικοί απ' ὅ,τι πραγματικά εἴμαστε. Καί δέν ὑπάρχει ἀσφαλέστερος δρόμος πρός τήν ἀποτυχία, εἴτε σάν ἄτομο σταδιοδρομεῖς εἴτε σάν σύνολο, ἀπό τήν ἔλλειψη τῆς γνησιότητας. Τό κακό πάει πολύ μακριά. Ὅλα τά διοικητικά μας συστήματα, οἱ κοινωνικοί μας θεσμοί, τά ἐκπαιδευτικά μας προγράμματα, ἀρχῆς γενομένης ἀπό τούς Βαυαρούς, πάρθηκαν μέ προχειρότατο τρόπο ἀπό ἔξω, καί κόπηκαν καί ράφτηκαν ὅπως ὅπως ἐπάνω σ᾿ ἕνα σῶμα μέ ἄλλες διαστάσεις καί ἄλλους ὅρους ἀναπνοῆς.
Καί δέν πρόκειται βέβαια γιά «προγονοπληξία». Τά λέω, ἄλλωστε, αὐτά ἐγώ πού, σ᾿ ἕναν τομέα ὅπως ὁ δικός μου, κήρυξα μέ φανατισμό τήν ἀνάγκη τῆς ἐπικοινωνίας μας μέ τό διεθνές πνεῦμα, καί πού σήμερα μέ ἐμπιστοσύνη ἀποβλέπω στή διαμόρφωση ἑνός ἑνιαίου εύρωπαϊκοῦ σχήματος, ὅπου νά ἔχει τή θέση της ἡ Ἑλλάδα. Μέ τή διαφορά ὅτι ὁ μηχανισμός τῆς ἀφομοιώσεως τῶν στοιχείων τῆς προόδου πρέπει νά λειτουργεῖ σωστά, καί νά βασίζεται σέ μιά γερή καί φυσιολογικά ἀναπτυγμένη παιδεία. Ἐνῶ σ' ἐμᾶς, ὄχι μόνον δέν λειτουργεῖ σωστά, ἀλλά δέν ὑπάρχει κἄν ὁ μηχανισμός αὐτός γιά νά λειτουργήσει! Καί μέ τή διαφορά ἀκόμη ὅτι, ἐκτός ἀπό ἐλάχιστες ἐξαιρέσεις, ἡ ἡγετική μας τάξη, στό κεφάλαιο τῆς ἑλληνικῆς παιδείας, ἔχει μαῦρα μεσάνυχτα! Κοιτάξετε μέ προσοχή τά ἔντυπα πού εκδίδει ἡ ἴδια, ἤ πού προτιμᾶ νά διαβάζει, τά διαμερίσματα ὅπου κατοικεῖ, τίς διασκεδάσεις πού κάνει, τή στάση της ἀπέναντι στή ζωή. Οὔτε μιά σταγόνα γνησιότητας! Πῶς θέλετε, λοιπόν, ν᾿ ἀναθρέψει σωστά τή νέα γενιά; Ἀπό τά πρῶτα διαβάσματα πού θά κάνει ἕνα παιδί ὥς τά διάφορα στοιχεῖα πού θά συναντήσει στό καθημερινό του περιβάλλον, καί πού θά διαμορφώσουν τό γοῦστο του, μιά συνεχής καί άδιάκοπη πλαστογραφία καί τίποτε ἄλλο!
Θά μοῦ πεῖτε: εἶσαι λογοτέχνης, καλαμαράς, καί βλέπεις τά πράγματα ἀπό τή μεριά πού σέ πονᾶνε. Ὄχι, καθόλου! Καί νά μοῦ έπιτρέψετε νά ἐπιμείνω. Ὅλα τά ἄλλα κακά πού θά μποροῦσα νά καταγγείλω –ἡ ἔλλειψη οὐσιαστικῆς ἀποκεντρώσεως καί αὐτοδιοικήσεως, ἡ ἔλλειψη προγραμματισμοῦ γιά τήν πλουτοπαραγωγική ἀνάπτυξη τῆς χώρας, ἀκόμη καί ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο ἀσκεῖται ἡ ἐξωτερική μας πολιτική– εἶναι ζητήματα βαθύτερης ἑλληνικῆς παιδείας! Ἀπό τήν ἄποψη ὅτι μόνον αυτή μπορεῖ νά προικίσει ἕναν ἡγέτη μέ τήν ἀπαραίτητη εὐαισθησία πού χρειάζεται γιά νά ἐνστερνιστεῖ, καί ἀντιστοίχως νά ἀποδώσει, τό ἦθος τοῦ λαοῦ. Γιατί αὐτός ὁ λαός, πού τήν ἔννοιά του τήν ἔχουμε παραμορφώσει σέ σημεῖο νά μήν τήν ἀναγνωρίζουμε, αὐτός ἔχει φτιάξει ὅ,τι καλό ὑπάρχει – ἄν ὑπάρχει κάτι καλό σ᾿ αὐτόν τόν τόπο! Καί αὐτός, στίς ὧρες τοῦ κινδύνου, καί στό πεῖσμα τῆς συστηματικῆς ἡττοπαθείας τῶν ἀρχηγῶν του, αἴρεται, χάρη σ᾿ ἕναν ἀόρατο, εὐλογημένο μηχανισμό, στά ὕψη πού ἀπαιτεῖ τό θαῦμα!
Ὅσο, λοιπόν, καί ἄν εἶναι λυπηρό, πρέπει νά τό πῶ: ὁ Ἑλληνισμός, γιά τήν ὥρα τουλάχιστον, ἐπέτυχε ὡς γένος, ἀλλ᾿ ἀπέτυχε ὡς κράτος! Καί παρακαλῶ νύχτα μέρα τόν Θεό, καί τό μέλλον, νά μέ διαψεύσουν.
ΠΗΓΗ:
ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ : ΣΥΝ ΤΟΙΣ ΑΛΛΟΙΣ
Δευτέρα 13 Απριλίου 2015
μόρτηδες, λούστροι, αργοί, λιμοκοντόροι...
Από τον καφενέ στην Πόλη μπαίνει,
του ναργελέ κρατώντας το μαρκούτσι...
Φρανσίσκο Γκόγια, Η αυλή των τρελών (1794)
Κωστής Παλαμάς
Σατυρικά Γυμνάσματα
Όχι λόγια χοντρά και λόγια κούφια
Όχι λόγια χοντρά και λόγια κούφια·
μ’ όλους και με κανέναν δεν ταιριάζουν.
Πούθε κρατεί του κάθε αχρείου η σκούφια
κράχ’ το με λόγια που να ξεσκεπάζουν·
πες τη ντροπή τού τάδε και τού δείνα·
τα λόγια πότε αέρας, πότε σφάζουν.
Όλα, πρόσωπα, τζάκια, τούτα, εκείνα,
τα δεφτέρια μας άνοιξε ολονών
και το στόμα σου διάπλατο, κι αρχίνα
και ψάλλε τα νεκρών και ζωντανών,
νοικοκυραίων και κατεργαραίων,
και των αρχόντων, και των πιο τρανών.
Στάσου προφήτης, ρίξου των Εβραίων!
*
Φασουλήδες, μακριά, κι εσείς, παλιάτσοι!
Φασουλήδες, μακριά, κι εσείς, παλιάτσοι!
Στην αστόχαστη πλέμπα μην πλερώνεις,
Σατιριστή, του σκλάβου το χαράτσι.
Σίδερο ο στίχος για να τον πυρώνεις.
Σημάδεψε και τρύπησε και δείρε,
τα νύχια σου, αϊτού νύχια· σκούξε, γκιόνης.
Και πόμπεψε και μες στη λάσπη σύρε
της αμαρτίας την πόρνη· και γοργά
και τ' όρνιο σαΐτεψέ το· αυτό μας πήρε
το νου, τη γνώμη, την παλικαριά.
Αλιά σας, ψεύτες, άμυαλοι, κιοτήδες!
Σατιριστή κι εκδικητή, καρδιά!
Μήτε οι παλιάτσοι, μήτε οι φασουλήδες.
*
Ζαγάρια και τσακάλια και κοκόροι
Ζαγάρια και τσακάλια και κοκόροι,
σηκωτοί κάθε τόσο στο ποδάρι,
μόρτηδες, λούστροι, αργοί, λιμοκοντόροι.
Στον αφέντη χαρά που τούς λανσάρει!
Και ποια είναι τα σωστά, ποια τα μεγάλα
που την ορμή τούς δίνουν και τη χάρη;
Προδότες οι Τρικούπηδες. Κρεμάλα!
Κι οι Ψυχάρηδες; Γιούχα! Πλερωμένοι.
Νά η Ελλάδα! Αρσακιώτισσα δασκάλα,
με λογιότατους παραγιομισμένη.
Κι ο Ρωμιός; Αφερίμ! Μυαλό; Κουκούτσι.
Από τον καφενέ στην Πόλη μπαίνει,
του ναργελέ κρατώντας το μαρκούτσι.
Κυριακή 29 Μαρτίου 2015
το μέγα πλήθος ήταν των αχρείων...
και τόσο ποταπή είναι η σκοτεινή ζωή τους,
που κάθε άλλη τύχη όποια κι αν είν’ ζηλεύουν...
Francisco Goya, Δύο γυναίκες κι ένας άντρας (1821)
Ντάντε Αλιγκιέρι
Θεία Κωμωδία
Κόλαση
Άσμα τρίτο
«Από εμένα περνούν στην πονεμένη χώρα,
από εμένα περνούν στη θλίψη την αιώνια,
από εμένα περνούν μέσ’ στον χαμένον κόσμο.
Δικαιοσύνη έχει τον Άφθαστο κινήσει
που μ’ εποίησε· η Δύναμη έστησέ με η θεία,
η ασύγκριτη Σοφία και η Αγάπη η πρώτη.
Πλάσμα πριν απ’ εμέ κανένα δεν εστάθη,
παρά μόνον αιώνια, κι εγώ αιώνια μένω.
Αφήστε κάθ’ ελπίδα σεις που μέσα πάτε!»
Τα λόγια ταύτα σκοτεινά χρωματισμένα
είδα εγώ χαραγμένα στην κορφή μιας πύλης,
και «Δάσκαλ’», είπα ευθύς, «το νόημα με βαραίνει».
Κι αυτός με λογισμούς ανθρώπου βαθυγνώμου·
«Να παραιτήσεις εδώ πρέπει κάθε φόβο,
κάθε δείλιασμα πρέπει εδώ να ’ναι σβησμένο.
Στον τόπο εφθάσαμε που εγώ σου ’χω προείπει,
όπου τα πλήθη θέλει ιδείς τα πονεμένα,
που το καλό του Λογισμού έχουν χαμένο».
Κι ως έβαλε το χέρι στο δικό μου χέρι,
μ’ όψη χαροποιά που εχάρισέ μου θάρρος
μ’ έμπασε στων νεκρών τους μυστικούς κρυψώνες.
Στεναγμοί μέσα εκεί και κλάματα και θρήνοι
ηχολογούσαν στον αέρα δίχως άστρα,
ώστ’ ευθύς στην αρχή μ’ εκάμαν να δακρύσω.
Πολυδιάφορες γλώσσες, φοβερές βλαστήμιες,
λόγια του πόνου, οργής κραυγές, αποσβησμένες
και μεγάλες φωνές, και χεριών χτύποι αντάμα,
μια χλαλοή σηκώναν π’ άκοπα γυρίζει
σ’ εκείνον τον αιώνια σκοτεινόν αέρα,
ωσάν τον άμμο ανεμοστρόφιλο αν φυσάει.
Κι εγώ που το κεφάλι μού ’ζωνεν η φρίκη,
έκραξα· «Δάσκαλέ μου, τι ’ναι αυτό που ακούω;
και τι κόσμος, που λες τον έσβησεν ο πόνος;»
Κι αυτός· «Στην άθλια αυτή κατάσταση διαμένουν
των αχρείων εκείνων οι ψυχές, που δίχως
ατιμία και δίχως έπαινον εζήσαν.
Σμιχτές στέκουν μ’ εκείνη την κακή χορεία
των αγγέλων που μήτε εχθροί του Υψίστου εβγήκαν
μήτε πιστοί, αλλά μόνον του εαυτού τους μείναν.
Τους διώχνουν οι Ουρανοί να μη τους ασχημίσουν,
ουδ’ ο τρίσβαθος Άδης στέργει να τους έχει
γιατί δόξα απ’ αυτούς οι ένοχοι δε θα ’χαν».
Κι εγώ· «Ω Δάσκαλε, τι τόσο τους βαραίνει,
οπού τόσο τους κάνει δυνατά να κλαίγουν;»
«Θα στο εξηγήσω πολύ σύντομα», αποκρίθη.
Ελπίδα μέσα τους δεν σώζεται θανάτου,
και τόσο ποταπή είναι η σκοτεινή ζωή τους,
που κάθε άλλη τύχη όποια κι αν είν’ ζηλεύουν.
Φήμη ο κόσμος γι’ αυτούς δεν στέργει ν’ απομένει·
Έλεος, Δικαιοσύνη μ’ όμοια οργή τους διώχνουν.
Μη μιλούμε γι’ αυτούς, μόν’ κοίταξε και πέρνα».
Κι εγώ κοιτάζοντάς τους είδα μια σημαία
που γυρίζοντας τόσο ορμητικά κινούσε
που ’λεγα στάση πως δεν έστεργε καμία.
Κι οπίσω της ερχόνταν ένα τέτοιο πλήθος
σε μάκρος που ποτέ δεν ήθελε πιστέψω
πώς να ’χε τόσον κόσμο θάνατος ξεκάμει.
Μόλις εκεί κάποιον εγνώρισα, τον ίσκιο
είδα και απείκασα εκεινού που για δειλία
από τ’ αξίωμα το μέγα επαραιτήθη.
Ένιωσα ευθύς κι εβεβαιώθηκα πως τούτο
το μέγα πλήθος ήταν των αχρείων, που ’ναι
στο Θεό μισητοί και στους εχθρούς του ακόμη.
Οι άθλιοι τούτοι που ποτέ τους δεν εζήσαν.
ολόγυμνοι ήταν και πολύ βασανισμένοι
από χοντρές μύγες που εκεί ήταν κι από σφήκες.
Χαρακώναν αυτές το πρόσωπο τους μ’ αίμα
που μέσ’ στα πόδια τους με δάκρυα συσμιγμένο
από σιχαμερά σκουλήκια εσυναζόνταν.
Κι ως άρχιζα να ρίχνω παρεμπρός το βλέμμα.
είδα σ’ ενός μεγάλου ποταμίου την άκρη
πλήθος πολύ και είπα· «Δάσκαλε, συ στέρξε
ποιοι είν’ αυτοί να μάθω, και ποιος νόμος κάνει
πρόθυμοι τόσο για το πέρασμα να δείχνουν,
ως με το φως εδώ τ’ αδύνατο ξανοίγω».
Κι αυτός, «θα το γνωρίσεις, όταν», μ’ αποκρίθη,
«θα ’χουμε σταματήσει τα πατήματά μας
στου Αχέροντα μπροστά το θλιβερό ποτάμι».
Τότε μ’ εντροπαλά και χαμηλά τα μάτια
από φόβο μην ίσως τον βαρύνει ο λόγος,
έμεινα σιωπηλός ώσπου ’ρθα στο ποτάμι.
Και ιδού βλέπω σ’ εμάς να ’ρχεται με καράβι
ένας γέροντας μ’ άσπρες τις παμπάλαιες τρίχες,
φωνάζοντας «Αλιά σ’ εσάς, ψυχές αχρείες!
Μην ελπίσετε ποτέ τον ουρανό να ιδείτε.
Έρχομαι εγώ στην άλλην όχθη να σας πάρω
στα σκοτάδια τα αιώνια, σε φωτιά και πάγο.
Κι εσύ που ζωντανή ψυχή δω μέσα εφάνης,
ξεμάκρυνε από τούτους που ’ναι πεθαμένοι».
Αλλ’ ως είδε που εγώ δεν έφευγα από κείθε,
είπεν· «Απ’ άλλο δρόμο, από λιμένες άλλους
σε γιαλό θά ’ρθεις, όχι εδώ, για να περάσεις·
αλαφρύτερο ξύλο πρέπει να σε πάρει».
Κι ο αρχηγός μου σ’ αυτόν· «Μην αγριεύεις, Χάρε·
αποφασίσαν έτσι εκεί, που αυτό που θέλουν
ημπορούν, και παρέκει μη γυρεύεις άλλο».
Τότε ησυχάσαν τα πολύμαλλα σαγόνια
του Πλωρίτη της μαύρης μολυβένιας λίμνης
που ’χε γύρω στα μάτια κύκλους από φλόγες.
Οι ψυχές όμως, που γυμνές και κουρασμένες
ήταν, άλλαξαν χρώμα και τα δόντια ετρίξαν
ευθύς μόλις ακούσαν τα σκληρά του λόγια.
Εβλασφημούσαν το Θεό και τους γονείς τους,
των ανθρώπων το γένος, τον καιρό, τον τόπο,
του σπέρματός τους και της γέννας τους το σπόρο.
Έπειτα ετραβηχτήκαν όλες όλες άμα,
δυνατά κλαίοντας, στην όχθη την αχρεία,
που περιμένει όποιον Θεού δεν έχει φόβο.
Ο Χάρος δαίμονας με μάτια σαν αθράκια
με νόημα κράζοντάς τες όλες τες συνάζει,
πλήττει με το κουπί κάθε ψυχή που οκνάει.
Όπως ξεπέφτουν το φθινόπωρο τα φύλλα
ένα κατόπι στ’ άλλο, ώσπου το κλωνάρι
βλέπει στη γη στρωτό όλο του τ’ αποφόρι,
με όμοιον τρόπο και του Αδάμ ο κακός σπόρος
ρίχνονταν απ’ τ’ ακρογιάλι εκείνο μία μία
στο νόημα του Χάρου, σαν πουλί στον κράχτη.
Έτσι στο μαύρο κύμα πλέοντας ξεμακραίνουν,
και πριν στην όχθην την αντίπερα κατέβουν
συμμαζώνεται εδώθε νέο πλήθος πάλι.
«Παιδί μου», είπε κατόπι ο δάσκαλος με χάρη,
«εκείνοι που πεθαίνουν στην οργή του Υψίστου,
κατασταλάζουν όλοι εδώ από κάθε τόπο,
και πρόθυμοι είναι να περάσουν το ποτάμι,
γιατί η δικαιοσύνη η θεία τούς κεντρίζει
τόσο που ο φόβος κατανταίνει επιθυμία.
Καλή ψυχή ποτέ δεν πέρασε από δώθε,
και λοιπόν αν για σε παραπονιέται ο Χάρος,
τι ο λόγος του νοεί μπορεί να ξέρεις τώρα».
Μόλις έσωσε τούτο, η σκοτεινή πεδιάδα
εσείσθη τόσο δυνατά, που από το φόβο
η ενθύμησή μου ακόμα μ’ ίδρωτα με βρέχει.
Η δακρυσμένη γης ανέδωσεν αέρα,
που εξάστραψε ένα φως με τέτοια κοκκινάδα,
ώστε κάθε αίσθησή μου μέσα μου ενικήθη,
κι έπεσα σαν αυτόν που βαρύς ύπνος πιάνει.
(μετ. Γεώργιος Καλοσγούρος)


















