Τότε θα μάθει να κατανοεί τη λέξη «ήταν», εκείνη τη συνθηματική λέξη, με
την οποία ο αγώνας, ο πόνος και η βαρεμάρα πλησιάζουν τον άνθρωπο, για
να του θυμίζουν, τι είναι κατά βάθος η ύπαρξή του –ένας παρατατικός που
ποτέ δεν πρόκειται να ολοκληρωθεί...
Γιάννης Σταύρου, Αρόδο, λάδι σε καμβά
Φρήντριχ Νίτσε
Το Επωφελές και το Επιβλαβές της Ιστορίας για τη ζωή
(αποσπάσματα)
... Κοίτα την αγέλη που βόσκει περνώντας μπροστά σου: δεν γνωρίζει τι είναι χθες ή σήμερα· αναπηδά εδώ και εκεί, τρώει, ξαπλώνει, χωνεύει, αναπηδά και πάλι, και το ίδιο από το πρωί ως το βράδυ κι από μέρα σε μέρα, στενά δεμένη με τις ευχαριστήσεις και τις δυσαρεστήσεις της, προσδεμένη δηλαδή στον πάσαλο της στιγμής και γι’ αυτό δεν είναι ούτε βαρύθυμη ούτε μπουχτισμένη. Είναι σκληρό για τον άνθρωπο να βλέπει αυτό, γιατί μπορεί να υπερηφανεύεται για τον εαυτό του ότι είναι άνθρωπος και όχι ζώο, ωστόσο ατενίζει ζηλόφθονα την ευτυχία του ζώου –γιατί αυτός δεν θέλει τίποτε άλλο παρά να ζει όπως το ζώο: ούτε να μπουχτίζει ούτε να πονάει· κι όμως μάταια το θέλει, γιατί δεν το επιθυμεί όπως κάνει το ζώο. Ο άνθρωπος, πράγματι, ρωτάει καμιά φορά το ζώο: γιατί δεν μου μιλάς για την ευτυχία σου, αλλά με κοιτάζεις μονάχα; Το ζώο θέλει κι αυτό να απαντήσει και να πει: «τούτο συμβαίνει, επειδή πάντοτε ξεχνώ αμέσως ό,τι ήθελα να πω» –μα έλα που το ζώο τότε ξέχασε ήδη αυτή την απάντηση και παρέμεινε σιωπηλό, έτσι ώστε ο άνθρωπος να μείνει μόνο με την απορία.
*
... Ο άνθρωπος λέει τότε «θυμάμαι» και ζηλεύει το ζώο που αμέσως ξεχνάει και το οποίο βλέπει την κάθε στιγμή πραγματικά να πεθαίνει, να βυθίζεται πίσω στην ομίχλη και στη νύχτα και να σβήνει για πάντα. Κατ’ αυτό τον τρόπο, το ζώο ζει ανιστορικά: γιατί απορροφάται μέσα στο παρόν, όπως ένας αριθμός, χωρίς να αφήνει ως υπόλοιπο ούτε ένα αλλόκοτο κλάσμα· δεν ξέρει να προσποιείται, δεν κρύβει τίποτα και σε κάθε στιγμή εμφανίζεται έτσι όπως ακριβώς είναι· δεν μπορεί συνεπώς να είναι τίποτε άλλο παρά τίμιο. Ο άνθρωπος, απεναντίας, εναντιώνεται στο μεγάλο και ολοένα μεγαλύτερο βάρος του παρελθόντος: αυτό τον συνθλίβει και τον κάνει να κάμπτεται, καθιστά τον δρόμο του δύσκολο, σαν ένα αόρατο και σκοτεινό φορτίο, που μπορεί για το θεαθήναι να το αρνείται καμιά φορά και που στη συναναστροφή του με τους ομοίους του ευχαριστιέται να το απαρνιέται: για να τους αφυπνίζει τη ζήλεια τους. Γι’ αυτό συγκινείται, σαν να θυμόταν έναν χαμένο παράδεισο, όταν βλέπει την αγέλη που βόσκει ή, με πιο οικεία εγγύτητα, το παιδί, που δεν έχει κανένα ακόμη παρελθόν να απαρνηθεί και ανάμεσα στους φράχτες του παρελθόντος και του μέλλοντος παίζει μέσα σε μια κατάσταση τρισευτυχισμένης τυφλότητας. Και όμως το παιγνίδι του πρέπει να διαταραχθεί: θα κληθεί πάρα πολύ γρήγορα να αφήσει πίσω του τη λησμοσύνη. Τότε θα μάθει να κατανοεί τη λέξη «ήταν», εκείνη τη συνθηματική λέξη, με την οποία ο αγώνας, ο πόνος και η βαρεμάρα πλησιάζουν τον άνθρωπο, για να του θυμίζουν, τι είναι κατά βάθος η ύπαρξή του –ένας παρατατικός που ποτέ δεν πρόκειται να ολοκληρωθεί.
*
... Φανταστείτε το πιο ακραίο παράδειγμα: έναν άνθρωπο, που δεν θα διέθετε καθόλου τη δύναμη να ξεχνά, που θα ήταν καταδικασμένος να βλέπει παντού ένα γίγνεσθαι: ένας Τέτοιος δεν πιστεύει πλέον στο δικό του Είναι, δεν πιστεύει πλέον στον εαυτό του, βλέπει τα πάντα να ρέουν χωριστά το ένα από το άλλο σε κινούμενα σημεία και χάνεται μέσα σε τούτο το ρεύμα του γίγνεσθαι: τελικά, όπως ο αφοσιωμένος μαθητής του Ηράκλειτου, μόλις και μετά βίας θα τολμά πια να σηκώνει το δάκτυλο. Η λήθη ανήκει σε κάθε πράξη: ακριβώς όπως στη ζωή των οργανικών όντων δεν ανήκει μόνο το φως, αλλά και το σκοτάδι. Ένας άνθρωπος, που θα ήθελε να αισθάνεται εντελώς και μόνο ιστορικά, θα έμοιαζε με εκείνον που θα αναγκαζόταν να απέχει από τον ύπνο ή με το ζώο, που θα έπρεπε να ζει μόνο με μηρυκασμό και διαρκώς επαναλαμβανόμενο μηρυκασμό. Άρα: είναι δυνατόν να ζει κανείς σχεδόν χωρίς αναμνήσεις, και μάλιστα να ζει ευτυχισμένος, όπως δείχνει το ζώο· είναι όμως εντελώς και απόλυτα αδύνατο, να ζει χωρίς να ξεχνά. Ή για να εκφραστώ ακόμα πιο απλά για το θέμα μου: υπάρχει ένας βαθμός αϋπνίας, μηρυκασμού, ιστορικής αίσθησης, που προκαλεί βλάβη στο ζωντανό ον και τελικά το καταστρέφει είτε αυτό είναι ένας άνθρωπος είτε ένας λαός είτε ένας πολιτισμός»
Φρίντριχ Νίτσε: Το Επωφελές και το Επιβλαβές της Ιστορίας για τη ζωή
Εκδόσεις Ηριδανός 2015
ζωγράφοι, ελληνική τέχνη, θαλασσογραφίες, τοπία, ζωγραφική, λογοτεχνία, Έλληνες ζωγράφοι, σύγχρονη σκέψη, καράβια, τέχνη, σύγχρονοι ζωγράφοι, ποίηση, πορτρέτα, πίνακες ζωγραφικής, έργα ζωγραφικής, ελληνικά τοπία
t
Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...
Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λιμάνια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λιμάνια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Δευτέρα 8 Αυγούστου 2016
Πέμπτη 14 Ιουλίου 2016
Ας ήτανε το τρυφερό κλωνάρι μόνο να 'χα...
Να ακούω χρώματα λαμπρά ήχους μαλαματένιους
Πάνω στα πέλαα να πατώ χωρίς να τα σουφρώνω
Σε βράχια πάνω να πετώ χωρίς να τα ματώνω...
Γιάννης Σταύρου, Αποθήκες στον Θερμαϊκό, λάδι σε καμβά
Γιάννης Πατίλης
Η τελευταία φορά. Απολογία Διονυσίου Σολωμού ενώπιον εισαγγελέως
Μόνο το στήθος ζούσε ακόμη κάτω από τη στάχτη
Ένα κρυφό μυστήριο που αρνιόταν να πεθάνει κι οδηγούσε
Εδώ που τώρα λάμπαν άλλοι ουρανοί
Με το φιλάκι μοναχά τη φλόγα μου να σβήνω
Όταν δεν έχω τίποτα για να 'χω και να δίνω
Σε μέρες που 'χαν σαν παρθενικό τριαντάφυλλο το στόμα
Και μου ανάβαν την ψυχή και μού 'σβηναν το χώμα
Τον ύπνο μου ευωδιάζοντας μες στο ξερό χορτάρι
Που με τον άσπρο του καπνό νιο ουρανό σε κάνει
Κι ανοίγει μου στα αυτιά αυτιά και μέσ' στα μάτια μάτια
Να ακούω χρώματα λαμπρά ήχους μαλαματένιους
Πάνω στα πέλαα να πατώ χωρίς να τα σουφρώνω
Σε βράχια πάνω να πετώ χωρίς να τα ματώνω
Ας ήτανε το τρυφερό κλωνάρι μόνο να 'χα
Κι ούτε έχω γράψει άλλους στίχους ούτε πια
Θα ξαναγράψω
Ζεστό μεσημέρι
Υπάρχω για να ληστεύω την ανυπαρξία.
Από κει κουβαλάω με κόπο
Υπέροχα ποιήματα.
Είναι διάφανα, φωτεινά κι ανέκφραστα.
Αλλά στο δρόμο μου πέφτουνε, σπάνε.
Τα μπαλώνω, τα κολλάω με λέξεις.
Με λέξεις που οι άνθρωποι λένε.
Μ’ αυτά που ξέρω, που βλέπω κι ακούω.
Και τα χαλάω μ’ αυτό που υπάρχει.
Πάνω στα πέλαα να πατώ χωρίς να τα σουφρώνω
Σε βράχια πάνω να πετώ χωρίς να τα ματώνω...
Γιάννης Σταύρου, Αποθήκες στον Θερμαϊκό, λάδι σε καμβά
Γιάννης Πατίλης
Η τελευταία φορά. Απολογία Διονυσίου Σολωμού ενώπιον εισαγγελέως
Μόνο το στήθος ζούσε ακόμη κάτω από τη στάχτη
Ένα κρυφό μυστήριο που αρνιόταν να πεθάνει κι οδηγούσε
Εδώ που τώρα λάμπαν άλλοι ουρανοί
Με το φιλάκι μοναχά τη φλόγα μου να σβήνω
Όταν δεν έχω τίποτα για να 'χω και να δίνω
Σε μέρες που 'χαν σαν παρθενικό τριαντάφυλλο το στόμα
Και μου ανάβαν την ψυχή και μού 'σβηναν το χώμα
Τον ύπνο μου ευωδιάζοντας μες στο ξερό χορτάρι
Που με τον άσπρο του καπνό νιο ουρανό σε κάνει
Κι ανοίγει μου στα αυτιά αυτιά και μέσ' στα μάτια μάτια
Να ακούω χρώματα λαμπρά ήχους μαλαματένιους
Πάνω στα πέλαα να πατώ χωρίς να τα σουφρώνω
Σε βράχια πάνω να πετώ χωρίς να τα ματώνω
Ας ήτανε το τρυφερό κλωνάρι μόνο να 'χα
Κι ούτε έχω γράψει άλλους στίχους ούτε πια
Θα ξαναγράψω
Ζεστό μεσημέρι
Υπάρχω για να ληστεύω την ανυπαρξία.
Από κει κουβαλάω με κόπο
Υπέροχα ποιήματα.
Είναι διάφανα, φωτεινά κι ανέκφραστα.
Αλλά στο δρόμο μου πέφτουνε, σπάνε.
Τα μπαλώνω, τα κολλάω με λέξεις.
Με λέξεις που οι άνθρωποι λένε.
Μ’ αυτά που ξέρω, που βλέπω κι ακούω.
Και τα χαλάω μ’ αυτό που υπάρχει.
Κυριακή 15 Μαΐου 2016
Ειδυλλιακές οι νύχτες σας σκεπάζουν...
Ολούθε πνέει, σα λίβας, των ανθρώπων
η τόση μοχθηρία και σας μαραίνει,
ανθάκια μου χλωμά, που σας επήραν...
Γιάννης Σταύρου, Νυχτερινό, Πειραιάς, λάδι σε καμβά
Κώστας Καρυωτάκης
Ποιητές
Πῶς σβήνετε, πικροὶ ξενιτεμένοι!
Ἀνθάκια μου χλωμά, ποὺ σᾶς ἐπῆραν
σὲ κήπους μακρινοὺς νὰ σᾶς φυτέψουν...
Βιολέτες κι ἀνεμῶνες, ξεχασμένες
στὰ ξένα ποὺ πεθαίνετε παρτέρια,
κρατώντας, ἀργυρὴ δροσοσταλίδα,
βαθιά σας τὴν ἐλπίδα τῆς πατρίδας...
Χτυπιοῦνται, πληγωμένες πεταλοῦδες,
στὸ χῶμα σας οἱ θύμησες κι οἱ πόθοι.
Τὸ φῶς, ποὺ κατεβαίνει, τῆς ἡμέρας,
κι ἁπλώνεται γλυκύτατο καὶ παίζει
μ᾿ ὅλα τριγύρω τ᾿ ἄλλα λουλουδάκια,
περνάει ἀπὸ κοντά σας καὶ δὲ βλέπει
τὸν πόνο σας ὡραῖο, γιὰ νὰ χαϊδέψει
τὰ πορφυρὰ θρηνητικὰ μαλλιά σας.
Εἰδυλλιακὲς οἱ νύχτες σᾶς σκεπάζουν,
κι ἢ καλωσύνη ἂν χύνεται τῶν ἄστρων,
ταπεινοὶ καθὼς εἶστε, δὲ σᾶς φτάνει.
Ὁλοῦθε πνέει, σὰ λίβας, τῶν ἀνθρώπων
ἡ τόση μοχθηρία καὶ σᾶς μαραίνει,
ἀνθάκια μου χλωμά, ποὺ σᾶς ἐπῆραν
σὲ κήπους μακρινοὺς νὰ σᾶς φυτέψουν.
η τόση μοχθηρία και σας μαραίνει,
ανθάκια μου χλωμά, που σας επήραν...
Γιάννης Σταύρου, Νυχτερινό, Πειραιάς, λάδι σε καμβά
Κώστας Καρυωτάκης
Ποιητές
Πῶς σβήνετε, πικροὶ ξενιτεμένοι!
Ἀνθάκια μου χλωμά, ποὺ σᾶς ἐπῆραν
σὲ κήπους μακρινοὺς νὰ σᾶς φυτέψουν...
Βιολέτες κι ἀνεμῶνες, ξεχασμένες
στὰ ξένα ποὺ πεθαίνετε παρτέρια,
κρατώντας, ἀργυρὴ δροσοσταλίδα,
βαθιά σας τὴν ἐλπίδα τῆς πατρίδας...
Χτυπιοῦνται, πληγωμένες πεταλοῦδες,
στὸ χῶμα σας οἱ θύμησες κι οἱ πόθοι.
Τὸ φῶς, ποὺ κατεβαίνει, τῆς ἡμέρας,
κι ἁπλώνεται γλυκύτατο καὶ παίζει
μ᾿ ὅλα τριγύρω τ᾿ ἄλλα λουλουδάκια,
περνάει ἀπὸ κοντά σας καὶ δὲ βλέπει
τὸν πόνο σας ὡραῖο, γιὰ νὰ χαϊδέψει
τὰ πορφυρὰ θρηνητικὰ μαλλιά σας.
Εἰδυλλιακὲς οἱ νύχτες σᾶς σκεπάζουν,
κι ἢ καλωσύνη ἂν χύνεται τῶν ἄστρων,
ταπεινοὶ καθὼς εἶστε, δὲ σᾶς φτάνει.
Ὁλοῦθε πνέει, σὰ λίβας, τῶν ἀνθρώπων
ἡ τόση μοχθηρία καὶ σᾶς μαραίνει,
ἀνθάκια μου χλωμά, ποὺ σᾶς ἐπῆραν
σὲ κήπους μακρινοὺς νὰ σᾶς φυτέψουν.
Πέμπτη 21 Απριλίου 2016
Η δύση άφηνε τις ύστατες αχτίδες...
σέρνοντας την πληγή μου, και των ίσκιων ήρθε
το άφεγγο σάβανο, τις ύστατες να πνίγει
της δύσης αντήλιες μες στα χλωμά νερά του...
*
Promenant ma plaie ; et l'épais linceul
Des ténèbres vint noyer les suprêmes
Rayons du couchant dans ses ondes blêmes...
Πωλ Βερλαίν
Αισθηματικός περίπατος
Η δύση άφηνε τις ύστατες αχτίδες
κι ο άνεμος τα χλωμά τα νούφαρα κινούσε,
τ' ανοιχτά νούφαρα, μέσα από τα καλάμια
θλιβερά γυάλιζαν στο άτρεμο κύμα απάνω.
Μόνος πλανιόμουνα, σέρνοντας την πληγή μου
μέσα από τις ιτιές, μπρος στων νερών το μάκρος,
που η πάχνη η άπλαστη όμοιαζε μεγάλο
φάντασμα άσπρο σαν το χιόνι, απελπισμένο,
με τις άγριες πάπιες μαζί θρηνώντας,
που τα φτερά χτυπάν κι η μια την άλλη κράζουν,
μέσα από τις ιτιές, που ολόμονος πλανιόμουν
σέρνοντας την πληγή μου, και των ίσκιων ήρθε
το άφεγγο σάβανο, τις ύστατες να πνίγει
της δύσης αντήλιες μες στα χλωμά νερά του
και τα νούφαρα, μεσ' από τα καλάμια,
τ' ανοιχτά νούφαρα στο άτρεμο κύμα απάνω.
(Μετ. Τέλλος Άγρας)
Paul Verlaine
Promenade sentimentale
Le couchant dardait ses rayons suprêmes
Et le vent berçait les nénuphars blêmes ;
Les grands nénuphars entre les roseaux
Tristement luisaient sur les calmes eaux.
Moi j'errais tout seul, promenant ma plaie
Au long de l'étang, parmi la saulaie
Où la brume vague évoquait un grand
Fantôme laiteux se désespérant
Et pleurant avec la voix des sarcelles
Qui se rappelaient en battant des ailes
Parmi la saulaie où j'errais tout seul
Promenant ma plaie ; et l'épais linceul
Des ténèbres vint noyer les suprêmes
Rayons du couchant dans ses ondes blêmes
Et les nénuphars, parmi les roseaux,
Les grands nénuphars sur les calmes eaux.
το άφεγγο σάβανο, τις ύστατες να πνίγει
της δύσης αντήλιες μες στα χλωμά νερά του...
*
Promenant ma plaie ; et l'épais linceul
Des ténèbres vint noyer les suprêmes
Rayons du couchant dans ses ondes blêmes...
Πωλ Βερλαίν
Αισθηματικός περίπατος
Η δύση άφηνε τις ύστατες αχτίδες
κι ο άνεμος τα χλωμά τα νούφαρα κινούσε,
τ' ανοιχτά νούφαρα, μέσα από τα καλάμια
θλιβερά γυάλιζαν στο άτρεμο κύμα απάνω.
Μόνος πλανιόμουνα, σέρνοντας την πληγή μου
μέσα από τις ιτιές, μπρος στων νερών το μάκρος,
που η πάχνη η άπλαστη όμοιαζε μεγάλο
φάντασμα άσπρο σαν το χιόνι, απελπισμένο,
με τις άγριες πάπιες μαζί θρηνώντας,
που τα φτερά χτυπάν κι η μια την άλλη κράζουν,
μέσα από τις ιτιές, που ολόμονος πλανιόμουν
σέρνοντας την πληγή μου, και των ίσκιων ήρθε
το άφεγγο σάβανο, τις ύστατες να πνίγει
της δύσης αντήλιες μες στα χλωμά νερά του
και τα νούφαρα, μεσ' από τα καλάμια,
τ' ανοιχτά νούφαρα στο άτρεμο κύμα απάνω.
(Μετ. Τέλλος Άγρας)
Paul Verlaine
Promenade sentimentale
Le couchant dardait ses rayons suprêmes
Et le vent berçait les nénuphars blêmes ;
Les grands nénuphars entre les roseaux
Tristement luisaient sur les calmes eaux.
Moi j'errais tout seul, promenant ma plaie
Au long de l'étang, parmi la saulaie
Où la brume vague évoquait un grand
Fantôme laiteux se désespérant
Et pleurant avec la voix des sarcelles
Qui se rappelaient en battant des ailes
Parmi la saulaie où j'errais tout seul
Promenant ma plaie ; et l'épais linceul
Des ténèbres vint noyer les suprêmes
Rayons du couchant dans ses ondes blêmes
Et les nénuphars, parmi les roseaux,
Les grands nénuphars sur les calmes eaux.
Κυριακή 6 Μαρτίου 2016
Σας γράφω απο την άκρη του κόσμου...
Φευγεις χωρίς εμένανε ζωή μου .
Κυλάς.
Κι εγώ δεν έχω κάνει ακόμη ένα βήμα .
Μεταφέρεις αλλού τη μάχη.
Μ' εγκαταλείπεις έτσι...
Γιάννης Σταύρου, Καράβια στην ομίχλη, λάδι σε καμβά
Ανρί Μισώ
Οταν οι άγγελοι περπατούν
(αποσπάσματα)
Σας γράφω απο την άκρη του κόσμου. Πρέπει να το ξέρετε. Συχνά τα δέντρα τρέμουν. Μαζεύουμε τα φύλλα. ¨Εχουν ένα αφάνταστο πλήθος νεύρα. Αλλά τί μ' αυτό; Τίποτε πια δεν υπάρχει ανάμεσα στα φύλλα και στο δέντρο, και σκορπιζομαστε στεναχωρεμένες.
Άραγε δε θα μπορούσε να εξακολουθήσει η ζωή επι της γης χωρίς αγέρα; Ή μήπως όλα πρέπει να τρέμουν ολοένα, ολοένα.
Υπάρχουν ακόμη υπόγειοι κλονισμοί, και, μέσα στο σπίτι, θα 'λεγες θυμοί που έρχουνται να σε συναπαντήσουν ή όντα αυστηρά που θα 'θελαν να σου αποσπάσουν εξομολογήσεις.
Δε βλέπεις τίποτε, παρά μόνο όσα έχουν τόσο λίγη σημασία να τα ιδείς.
Τίποτε κι όμως τρέμεις. Γιατί;
*
Είναι καιρός, πολύς καιρός, του εμπιστεύεται, που μαλώνουμε με τη θάλασσα.
Πολύ σπάνια γαλανή, απαλή, θα πίστευε κανείς πως είναι ευχαριστημένη. Αλλά τούτο δεν μπορεί να βαστάξει. 'Αλλωστε το λέει η μυρωδιά της, μια μυρωδιά σαπίλας (αν δεν ήταν η πίκρα της).
Εδώ θα 'πρεπε να εξηγήσω την υπόθεση των κυμάτων. Είναι αφάνταστα περίπλοκη, και η θάλασσα... Σας παρακαλώ έχετε εμπιστοσύνη σε μένα. Μήπως θέλω να σας γελάσω; Η θάλασσα δεν είναι μόνο μια λέξη. Είναι περισσότερο απο ένα φόβο. Υπάρχει, σας τ' ορκίζομαι· τη βλέπει κανείς ολοένα.
— Ποιός;
Εμείς· τη βλέπουμε. 'Ερχεται απο πολύ μακριά για να μας κοροϊδέψει και να μας τρομάξει.
Σαν έρθετε, θα τη δείτε και σεις ο ίδιος, θα μείνετε κατάπληκτος. "Μπα!" θα πείτε. Γιατί αποσβολώνει τον άνθρωπο.
Θα την κοιτάξουμε μαζί. Είμαι σίγουρη πως δε θα τη φοβούμαι πια. Πέστε μου αυτο δε θα γίνει ποτέ;
(Μετ. Γιώργος Σεφέρης)
*
Ζωή μου
Φευγεις χωρίς εμένανε ζωή μου .
Κυλάς.
Κι εγώ δεν έχω κάνει ακόμη ένα βήμα .
Μεταφέρεις αλλού τη μάχη.
Μ' εγκαταλείπεις έτσι.
Δε σ' ακολούθησα ποτέ.
Οι προσφορές σου είναι σκοτεινές.
Το ελάχιστο που θέλω, ποτέ δε μου το φέρνεις.
Φταίει αυτή η έλλειψη που πάντα επιθυμώ.
Τόσο πολλά , σχεδόν τα πάντα...
Φταίει αυτό το ελάχιστο που λείπει και που ποτέ δε φέρνεις.
(Μετ. Αργύρης Χιόνης)
Κυλάς.
Κι εγώ δεν έχω κάνει ακόμη ένα βήμα .
Μεταφέρεις αλλού τη μάχη.
Μ' εγκαταλείπεις έτσι...
Γιάννης Σταύρου, Καράβια στην ομίχλη, λάδι σε καμβά
Ανρί Μισώ
Οταν οι άγγελοι περπατούν
(αποσπάσματα)
Σας γράφω απο την άκρη του κόσμου. Πρέπει να το ξέρετε. Συχνά τα δέντρα τρέμουν. Μαζεύουμε τα φύλλα. ¨Εχουν ένα αφάνταστο πλήθος νεύρα. Αλλά τί μ' αυτό; Τίποτε πια δεν υπάρχει ανάμεσα στα φύλλα και στο δέντρο, και σκορπιζομαστε στεναχωρεμένες.
Άραγε δε θα μπορούσε να εξακολουθήσει η ζωή επι της γης χωρίς αγέρα; Ή μήπως όλα πρέπει να τρέμουν ολοένα, ολοένα.
Υπάρχουν ακόμη υπόγειοι κλονισμοί, και, μέσα στο σπίτι, θα 'λεγες θυμοί που έρχουνται να σε συναπαντήσουν ή όντα αυστηρά που θα 'θελαν να σου αποσπάσουν εξομολογήσεις.
Δε βλέπεις τίποτε, παρά μόνο όσα έχουν τόσο λίγη σημασία να τα ιδείς.
Τίποτε κι όμως τρέμεις. Γιατί;
*
Είναι καιρός, πολύς καιρός, του εμπιστεύεται, που μαλώνουμε με τη θάλασσα.
Πολύ σπάνια γαλανή, απαλή, θα πίστευε κανείς πως είναι ευχαριστημένη. Αλλά τούτο δεν μπορεί να βαστάξει. 'Αλλωστε το λέει η μυρωδιά της, μια μυρωδιά σαπίλας (αν δεν ήταν η πίκρα της).
Εδώ θα 'πρεπε να εξηγήσω την υπόθεση των κυμάτων. Είναι αφάνταστα περίπλοκη, και η θάλασσα... Σας παρακαλώ έχετε εμπιστοσύνη σε μένα. Μήπως θέλω να σας γελάσω; Η θάλασσα δεν είναι μόνο μια λέξη. Είναι περισσότερο απο ένα φόβο. Υπάρχει, σας τ' ορκίζομαι· τη βλέπει κανείς ολοένα.
— Ποιός;
Εμείς· τη βλέπουμε. 'Ερχεται απο πολύ μακριά για να μας κοροϊδέψει και να μας τρομάξει.
Σαν έρθετε, θα τη δείτε και σεις ο ίδιος, θα μείνετε κατάπληκτος. "Μπα!" θα πείτε. Γιατί αποσβολώνει τον άνθρωπο.
Θα την κοιτάξουμε μαζί. Είμαι σίγουρη πως δε θα τη φοβούμαι πια. Πέστε μου αυτο δε θα γίνει ποτέ;
(Μετ. Γιώργος Σεφέρης)
*
Ζωή μου
Φευγεις χωρίς εμένανε ζωή μου .
Κυλάς.
Κι εγώ δεν έχω κάνει ακόμη ένα βήμα .
Μεταφέρεις αλλού τη μάχη.
Μ' εγκαταλείπεις έτσι.
Δε σ' ακολούθησα ποτέ.
Οι προσφορές σου είναι σκοτεινές.
Το ελάχιστο που θέλω, ποτέ δε μου το φέρνεις.
Φταίει αυτή η έλλειψη που πάντα επιθυμώ.
Τόσο πολλά , σχεδόν τα πάντα...
Φταίει αυτό το ελάχιστο που λείπει και που ποτέ δε φέρνεις.
(Μετ. Αργύρης Χιόνης)
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)






