"Η αξία των πραγμάτων δεν εξαρτάται από την διάρκεια
αλλά από την ένταση της άφιξής τους
γι' αυτό και υπάρχει
στις αξέχαστες στιγμές
στα ανεξήγητα πράγματα
και στα ασύγκριτα πρόσωπα"
Φερνάντο Πεσσόα
ζωγράφοι, ελληνική τέχνη, θαλασσογραφίες, τοπία, ζωγραφική, λογοτεχνία, Έλληνες ζωγράφοι, σύγχρονη σκέψη, καράβια, τέχνη, σύγχρονοι ζωγράφοι, ποίηση, πορτρέτα, πίνακες ζωγραφικής, έργα ζωγραφικής, ελληνικά τοπία
t
Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...
Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πεσσόα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πεσσόα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Τετάρτη 19 Οκτωβρίου 2022
αξία των πραγμάτων
Κυριακή 14 Αυγούστου 2022
Αυγουστιάτικο φεγγάρι...
"Σ' ευχαριστώ, Θεέ, που μέσα μου
Δεν ξέρω τι συμβαίνει!"
Φερνάντο Πεσσόα
Τρίτη 25 Μαΐου 2021
ώρα για το πέρασμα...
"Υπάρχει μια στιγμή που πρέπει να αφήσουμε τα ρούχα μας, εκείνα που έχουν ήδη το συνηθισμένο σχήμα του σώματος μας, και να ξεχάσουμε το γνωστό μονοπάτι, που πάντα μας ταξιδεύει στα ίδια μέρη. Είναι ώρα για το πέρασμα: και αν δεν τολμήσουμε να το κάνουμε, θα μένουμε πάντα μακριά από τον εαυτό μας." Fernando Pessoa
![]() | |
| Γιάννης Σταύρου, Δύση |
Κυριακή 28 Μαρτίου 2021
πόλη των παιδικών μου χρόνων φοβερά χαμένη...
.. πόλη θλιμμένη και εύθυμη, πάλι ονειρεύομαι εδώ ...
Εγώ; Είμαι άραγε ο ίδιος εγώ που εδώ έζησα, κι εδώ γύρισα,
κι εδώ ξαναγύρισα και ξαναγύρισα;..
Φερνάντο Πεσσόα
Λισαβόνα
Πάλι σε ξαναβλέπω,
πόλη των παιδικών μου χρόνων φοβερά χαμένη ...
πόλη θλιμμένη και εύθυμη, πάλι ονειρεύομαι εδώ ...
Εγώ; Είμαι άραγε ο ίδιος εγώ που εδώ έζησα, κι εδώ γύρισα,
κι εδώ ξαναγύρισα και ξαναγύρισα;
Κι εδώ πάλι ξαναγύρισα;
Ή είμαστε, όλα τα Εγώ που υπήρξα εδώ ή υπήρξαν,
μια σειρά από χάντρες - όντα δεμένα μ' ένα νήμα-μνήμη,
μια σειρά ονείρων του εαυτού μου που τα ονειρεύτηκε
κάποιος άλλος πέρα από μένα;
Τρίτη 17 Δεκεμβρίου 2019
με τη φαντασία ζούμε...
Με τη λογική και την αιτιοκρατία πεθαίνουμε κάθε ώρα· με τη φαντασία ζούμε
William Butler Yeats
*
Ζούμε, στο σούρουπο της συνείδησης· ποτέ δεν είμαστε σίγουροι για το τι είμαστε ή τι υποτίθεται ότι είμαστε.
Fernando Pessoa...
Γιάννης Σταύρου, Νύχτα στο λιμάνι
William Butler Yeats
*
Ζούμε, στο σούρουπο της συνείδησης· ποτέ δεν είμαστε σίγουροι για το τι είμαστε ή τι υποτίθεται ότι είμαστε.
Fernando Pessoa...
Γιάννης Σταύρου, Νύχτα στο λιμάνι
Τρίτη 24 Σεπτεμβρίου 2019
όλα είναι ξένα στο πεπρωμένο μου...
".. Όλα περνούν και τίποτα απ' όλα αυτά δεν μου λέει τίποτα, όλα είναι ξένα στο πεπρωμένο μου, ξένα στο ίδιo τους το πεπρωμένο -ανεμελιά, βρισιές απρόβλεπτες, όταν η μοίρα πετάει πέτρες, αντίλαλοι αγνώστων φωνών-, συλλoγική σαλάτα της ζωής..."
Φερνάντο Πεσσόα
Γιάννης Σταύρου, Πεπρωμένο
Φερνάντο Πεσσόα
Γιάννης Σταύρου, Πεπρωμένο
Κυριακή 6 Ιανουαρίου 2019
όπου κανείς δεν πάει...
Γιατί η τέχνη είναι όμορφη, γιατί είναι άχρηστη.
Γιατί η ζωή είναι τόσο άσχημη;
Επειδή είναι ένα ύφασμα από στόχους, σχέδια και προθέσεις;
Όλα τα μονοπάτια του έχουν σχεδιαστεί για να πάνε από το ένα σημείο στο άλλο.
Θα έδινα πολλά για ένα μονοπάτι που ξεκινά από ένα μέρος όπου κανείς δεν έρχεται και καταλήγει σε ένα μέρος όπου κανείς δεν πάει...
Φερνάντο Πεσσόα
Γιατί η ζωή είναι τόσο άσχημη;
Επειδή είναι ένα ύφασμα από στόχους, σχέδια και προθέσεις;
Όλα τα μονοπάτια του έχουν σχεδιαστεί για να πάνε από το ένα σημείο στο άλλο.
Θα έδινα πολλά για ένα μονοπάτι που ξεκινά από ένα μέρος όπου κανείς δεν έρχεται και καταλήγει σε ένα μέρος όπου κανείς δεν πάει...
Φερνάντο Πεσσόα
Δευτέρα 13 Αυγούστου 2018
Θέλω να φύγω μαζί σας...
Στη θάλασσα, στη θάλασσα, στη θάλασσα, στη θάλασσα,
Αχ! Στη θάλασσα, στον άνεμο, στα κύματα, τη ζωή μου
Να πετάξω!
Γιάννης Σταύρου, Μεσοπέλαγα
Φερνάντο Πεσσόα
Θαλασσινή ωδή
(απόσπασμα)
Θέλω να φύγω μαζί σας, θέλω να φύγω μαζί σας,
Με όλους εσάς μαζί,
Παντού όπου πηγαίνετε!
Τους κινδύνους σας θέλω μπροστά μου να βρω,
Στο πρόσωπό μου, τους ανέμους να νιώσω,
Αυτούς, που το δικό σας γέμισαν ρυτίδες,
Το αλάτι της θάλασσας, που τα χείλη σας φίλησε, να φιλήσω
Στη δουλειά σας το χέρι μου να βάλω,
Τις καταιγίδες σας να μοιραστώ,
Και σαν κι εσάς, σε πανέμορφα λιμάνια να φτάσω!
Τον πολιτισμό, όπως κι εσείς, πίσω μου να αφήσω!
Μαζί σας κάθε ίχνος ηθικής να χάσω!
Στ' ανοιχτά να νιώσω την ανθρωπιά μου ν' αλλάζει!
Τις θάλασσες του Νότου μαζί σας να πιω,
Άγρια πράγματα νέα, νέες της ψυχής επαναστάσεις,
Νέες φωτιές πυρηνικές στο ηφαιστειακό μου πνεύμα!
Να φύγω μαζί σας, ν' απογυμνωθώ-εμπρός, ουστ!-
Απ' τα πολιτισμένα ρούχα μου, τα ήθη τα χρηστά,
Τον έμφυτό μου φόβο για τις φυλακές,
Την ήσυχη ζωή μου,
Την καθιστική, τη στατική, την προσεγμένη, την κανονική!
Στη θάλασσα, στη θάλασσα, στη θάλασσα, στη θάλασσα,
Αχ!Στη θάλασσα, στον άνεμο, στα κύματα, τη ζωή μου
Να πετάξω!
Αχ! Στη θάλασσα, στον άνεμο, στα κύματα, τη ζωή μου
Να πετάξω!
Γιάννης Σταύρου, Μεσοπέλαγα
Φερνάντο Πεσσόα
Θαλασσινή ωδή
(απόσπασμα)
Θέλω να φύγω μαζί σας, θέλω να φύγω μαζί σας,
Με όλους εσάς μαζί,
Παντού όπου πηγαίνετε!
Τους κινδύνους σας θέλω μπροστά μου να βρω,
Στο πρόσωπό μου, τους ανέμους να νιώσω,
Αυτούς, που το δικό σας γέμισαν ρυτίδες,
Το αλάτι της θάλασσας, που τα χείλη σας φίλησε, να φιλήσω
Στη δουλειά σας το χέρι μου να βάλω,
Τις καταιγίδες σας να μοιραστώ,
Και σαν κι εσάς, σε πανέμορφα λιμάνια να φτάσω!
Τον πολιτισμό, όπως κι εσείς, πίσω μου να αφήσω!
Μαζί σας κάθε ίχνος ηθικής να χάσω!
Στ' ανοιχτά να νιώσω την ανθρωπιά μου ν' αλλάζει!
Τις θάλασσες του Νότου μαζί σας να πιω,
Άγρια πράγματα νέα, νέες της ψυχής επαναστάσεις,
Νέες φωτιές πυρηνικές στο ηφαιστειακό μου πνεύμα!
Να φύγω μαζί σας, ν' απογυμνωθώ-εμπρός, ουστ!-
Απ' τα πολιτισμένα ρούχα μου, τα ήθη τα χρηστά,
Τον έμφυτό μου φόβο για τις φυλακές,
Την ήσυχη ζωή μου,
Την καθιστική, τη στατική, την προσεγμένη, την κανονική!
Στη θάλασσα, στη θάλασσα, στη θάλασσα, στη θάλασσα,
Αχ!Στη θάλασσα, στον άνεμο, στα κύματα, τη ζωή μου
Να πετάξω!
Τετάρτη 1 Αυγούστου 2018
Η ζωή είναι αυτό που κάνουμε...
Η ζωή είναι αυτό που κάνουμε. Τα ταξίδια είναι οι ίδιοι οι ταξιδιώτες.
Αυτό που βλέπουμε δεν είναι φτιαγμένο από αυτό που βλέπουμε, αλλά από αυτό που είμαστε.
Αυτό που βλέπουμε δεν είναι φτιαγμένο από αυτό που βλέπουμε, αλλά από αυτό που είμαστε.
Φερνάντο Πεσσόα
Κυριακή 22 Ιουλίου 2018
Για όλους μας θα πέσει η νύχτα...
Κάθομαι στην πόρτα και μεθώ τα μάτια μου και τ' αυτιά μου με τα χρώματα
και τους ήχους του τοπίου, και τραγουδώ αργά, μόνο για μένα, αόριστες
μελωδίες που συνθέτω ενόσω περιμένω...
Γιάννης Σταύρου, Λιμάνι Θεσσαλονίκης, λάδι σε καμβά
Φερνάντο Πεσσόα
Το βιβλιο της ανησυχίας
(απόσπασμα)
Θεωρώ τη ζωή ένα πανδοχείο όπου πρέπει να μείνω μέχρι να έρθει η άμαξα της αβύσσου. Δεν ξέρω που θα με παέι γιατί δεν ξέρω τίποτα. Θα μπορούσα να θεωρήσω αυτό το πανδοχείο φυλακή γιατί είμαι υποχρεωμένος να περιμένω εκεί μέσα. Θα μπορούσα να το θεωρήσω ένα χώρο συναναστροφών γιατί εκεί συναντιέμαι με άλλους ανθρώπους.
Ωστόσο δεν είμαι ούτε ανυπόμονος ούτε κοινός άνθρωπος. Τα αφήνω αυτά σε όσους κλείνονται στο δωμάτιό τους και ξαπλώνουν άβουλοι στο κρεβάτι τους, όπου περιμένουν χωρίς ύπνο, τα αφήνω σε όσους συζητούν στα σαλόνια απ' όπου οι μουσικές και οι φωνές φτάνουν ευχάριστες ως εμένα. Κάθομαι στην πόρτα και μεθώ τα μάτια μου και τ' αυτιά μου με τα χρώματα και τους ήχους του τοπίου, και τραγουδώ αργά, μόνο για μένα, αόριστες μελωδίες που συνθέτω ενόσω περιμένω.
Για όλους μας θα πέσει η νύχτα και θα φθάσει η άμαξα. Απολαμβάνω την αύρα που μου δίνεται και την ψυχή που μου δόθηκε για να την απολαμβάνω, και δεν ρωτάω αλλά ούτε και ψάχνω. Αν αυτό που αφήνω γραμμένο στο βιβλίο των ταξιδιωτών θα μπορούσε, αν διαβαστεί κάποτε από άλλους, να τους κρατήσει συντροφιά στη διάρκεια του ταξιδιού τους, θα ήταν καλά. Αν δεν το διαβάσουν ή δεν τους διασκεδάσει, πάλι καλά θα είναι.
Γιάννης Σταύρου, Λιμάνι Θεσσαλονίκης, λάδι σε καμβά
Φερνάντο Πεσσόα
Το βιβλιο της ανησυχίας
(απόσπασμα)
Θεωρώ τη ζωή ένα πανδοχείο όπου πρέπει να μείνω μέχρι να έρθει η άμαξα της αβύσσου. Δεν ξέρω που θα με παέι γιατί δεν ξέρω τίποτα. Θα μπορούσα να θεωρήσω αυτό το πανδοχείο φυλακή γιατί είμαι υποχρεωμένος να περιμένω εκεί μέσα. Θα μπορούσα να το θεωρήσω ένα χώρο συναναστροφών γιατί εκεί συναντιέμαι με άλλους ανθρώπους.
Ωστόσο δεν είμαι ούτε ανυπόμονος ούτε κοινός άνθρωπος. Τα αφήνω αυτά σε όσους κλείνονται στο δωμάτιό τους και ξαπλώνουν άβουλοι στο κρεβάτι τους, όπου περιμένουν χωρίς ύπνο, τα αφήνω σε όσους συζητούν στα σαλόνια απ' όπου οι μουσικές και οι φωνές φτάνουν ευχάριστες ως εμένα. Κάθομαι στην πόρτα και μεθώ τα μάτια μου και τ' αυτιά μου με τα χρώματα και τους ήχους του τοπίου, και τραγουδώ αργά, μόνο για μένα, αόριστες μελωδίες που συνθέτω ενόσω περιμένω.
Για όλους μας θα πέσει η νύχτα και θα φθάσει η άμαξα. Απολαμβάνω την αύρα που μου δίνεται και την ψυχή που μου δόθηκε για να την απολαμβάνω, και δεν ρωτάω αλλά ούτε και ψάχνω. Αν αυτό που αφήνω γραμμένο στο βιβλίο των ταξιδιωτών θα μπορούσε, αν διαβαστεί κάποτε από άλλους, να τους κρατήσει συντροφιά στη διάρκεια του ταξιδιού τους, θα ήταν καλά. Αν δεν το διαβάσουν ή δεν τους διασκεδάσει, πάλι καλά θα είναι.
Κυριακή 1 Ιουλίου 2018
την παραμονή της καμίας αναχώρησης...
Μεγάλη χαρά να μην έχεις ανάγκη να 'σαι χαρούμενος,
σαν μια ευκαιρία απ' την ανάποδη...
Γιάννης Σταύρου, Αναμονή στο λιμάνι, λάδι σε χαρτί
Φερντάντο Πεσσόα
Την παραμονή της καμιάς αναχώρησης
Την παραμονή της καμιάς αναχώρησης
τουλάχιστον δεν έχεις να φτιάξεις τις βαλίτσες σου
ούτε να κάνεις σχέδια σε χαρτί,
με την ακούσια συνοδεία πραγμάτων που ξεχνάμε,
για το ακόμη ελεύθερο μέρος της επόμενης μέρας.
Δεν έχεις να κάνεις τίποτα
την παραμονή της καμίας αναχώρησης.
Μεγάλη γαλήνη να μην έχεις τίποτ' άλλο
παρά γαλήνη!
Μεγάλη γαλήνη που δεν ξέρει καν να σηκώνει τους ώμους
γιατί, καημένη πλήξη, έχει περάσει την πλήξη
κι έχει φτάσει εκουσίως στο τίποτα.
Μεγάλη χαρά να μην έχεις ανάγκη να 'σαι χαρούμενος,
σαν μια ευκαιρία απ' την ανάποδη.
σαν μια ευκαιρία απ' την ανάποδη...
Γιάννης Σταύρου, Αναμονή στο λιμάνι, λάδι σε χαρτί
Φερντάντο Πεσσόα
Την παραμονή της καμιάς αναχώρησης
Την παραμονή της καμιάς αναχώρησης
τουλάχιστον δεν έχεις να φτιάξεις τις βαλίτσες σου
ούτε να κάνεις σχέδια σε χαρτί,
με την ακούσια συνοδεία πραγμάτων που ξεχνάμε,
για το ακόμη ελεύθερο μέρος της επόμενης μέρας.
Δεν έχεις να κάνεις τίποτα
την παραμονή της καμίας αναχώρησης.
Μεγάλη γαλήνη να μην έχεις τίποτ' άλλο
παρά γαλήνη!
Μεγάλη γαλήνη που δεν ξέρει καν να σηκώνει τους ώμους
γιατί, καημένη πλήξη, έχει περάσει την πλήξη
κι έχει φτάσει εκουσίως στο τίποτα.
Μεγάλη χαρά να μην έχεις ανάγκη να 'σαι χαρούμενος,
σαν μια ευκαιρία απ' την ανάποδη.
Σάββατο 9 Σεπτεμβρίου 2017
Βλέπω τα μαγαζιά, τους διαβάτες, τις άμαξες που περνούν...
Τουλάχιστον μένει από τη νοσταλγία αυτού που ποτέ δεν θα είμαι,
Η βιαστική καλλιγραφία αυτών των στίχων,
Ένα μπαλκόνι που αγναντεύει το Αδύνατο.
Τουλάχιστον μού μένει για μένα μια περιφρόνηση δίχως δάκρυα...
Γιάννης Σταύρου, Διαγώνιος 1955, Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά
Φερνάντο Πεσσόα
Το καπνοπωλείο
Δεν είμαι τίποτα.
Ποτέ δεν θα’ μαι τίποτα.
Δεν μπορώ να θέλω να’ μαι τίποτα.
Πέρα απ’ αυτό, έχω μέσα μου τα όνειρα του κόσμου όλου.
Παράθυρα της κάμαράς μου,
Μιας κάμαρας, στα εκατομμύρια του κόσμου, που κανείς δεν γνωρίζει ποιά είναι,
(Κι αν την ήξεραν, τι θα ήξεραν;),
που βλέπει στο μύστηριο ενός δρόμου γεμάτου περαστικούς.
Σ’ ένα δρόμο απροσπέλαστο για όλες μου τις σκέψεις.
Πραγματικό, απίθανα πραγματικό, βέβαια, αβέβαια βέβαιο.
Με το μυστήριο των πραγμάτων κάτω από τις πέτρες και τα όντα,
Με τον θάνατο που υγραίνει τους τοίχους και ασπρίζει τα μαλλιά των ανθρώπων.
Με το Πεπρωμένο που σέρνει την άμαξα των πάντων, μέσα από το δρόμο του τίποτα.
Σήμερα είμαι ηττημένος, λες και γνώρισα την αλήθεια.
Σήμερα είμαι διαυγής, λες και πρόκειται να πεθάνω.
Λες και η επαφή μου με τα πράγματα δεν ήταν μεγαλύτερη
απ’το να πω ένα αντίο, αυτό το σπίτι κι αυτή η γωνιά του δρόμου να γίνονται
μια σειρά από βαγόνια, που αναχωρούν στο άκουσμα μιας σφυρίχτρας
που αντηχεί μέσα απ’ το κεφάλι μου,
και ένα τίναγμα των νέυρων κι ένα ράγισμα των οστών καθώς πηγαίνουν.
Σήμερα είμαι συγχυσμένος, σαν κάποιος που αναρωτήθηκε, ανακάλυψε και ξέχασε.
Σήμερα είμαι διχασμένος ανάμεσα στην πίστη μου,
στην εξωτερική πραγματικότητα του Καπνοπωλείου στην άλλη άκρη του δρόμου
και στην εσωτερική αλήθεια του αισθήματός μου, πως όλα δεν είναι παρά ένα όνειρο.
Απέτυχα σε όλα.
Μη έχοντας κανέναν σκοπό, ίσως πράγματι όλα να ήταν ένα τίποτα.
Γνωρίζοντας τι έχω,
γλίστρησα από το παράθυρο στο πίσω μέρος του σπιτιού,
κι ύστερα ξεχύθηκα στον κάμπο με προσδοκίες μεγάλες,
αλλά δεν βρήκα παρά δέντρα και χόρτα,
κι όταν υπήρχαν άνθρωποι δεν ήταν παρά ίδιοι μ’ όλους τους άλλους.
Απομακρύνομαι μ’ ένα βήμα απ’ το παράθυρο και κάθομαι στην καρέκλα. Τι πρέπει να σκεφτώ τώρα;
Πώς να ξέρω ποιός θα γίνω, εγώ που δεν γνωρίζω ποιός είμαι;
Να γίνω αυτός που πιστεύω πως είμαι; Αλλά πιστεύω τόσα πράγματα!
Κι υπάρχουν τόσοι που νομίζουν πως είναι το ίδιο ακριβώς πράγμα – δεν γίνεται!
Ιδιοφυής; Αυτή τη στιγμή,
Εκατό χιλιάδες εγκέφαλοι ονειρεύονται πως είναι ιδιοφυείς, όπως κι εγώ,
Κι η ιστορία δεν θα καταγράψει, ποιός ξέρει; ούτε έναν,
και τίποτα παρά κοπριά δεν θα απομείνει από τις μελλοντικές τους επιτυχίες.
Όχι, δεν πιστεύω σ’ εμένα.
Σε κάθε τρελοκομείο, υπάρχουν διαταραγμένοι τρελοί με τόσες πολλές βεβαιότητες!
Εγώ, που δεν έχω καμία βεβαιότητα, είμαι περισσότερο ή λιγότερο εχέφρων;
Όχι, ούτε καν σ’ εμένα.
Σε πόσες σοφίτες και μη-σοφίτες στον κόσμο,
δεν υπάρχουν αιθεροβάμονες της ευφυίας;
Πόσες εμπνεύσεις υψηλές και ευγενείς και διαυγείς –
– ναι, αληθινά υψηλές, ευγενείς και διαυγείς –
Και, ποιός ξέρει, ίσως εφικτές,
δεν θα αντικρίσουν ποτέ το φως του αληθινού ήλιου, μήτε θα ακουστούν από ανθρώπινα αυτιά;
Ο κόσμος είναι γι’ αυτούς που γεννήθηκαν να τον κατακτήσουν,
κι όχι γι’ αυτούς που ονειρεύονται πως το μπορούν – ακόμη κι αν έχουν δίκιο.
Ονειρεύτηκα περίσσοτερο απ’ όσο κατόρθωσε ο Ναπολέων,
Άνοιξα την καρδιά μου στην ανθρωπότητα περισσότερο απ’ τον Χριστό.
Συνέγραψα κρυφά φιλοσοφίες που κανένας Καντ δεν κατάφερε να γράψει.
Αλλα είμαι, κι ίσως να είμαι και για πάντα, αυτός που βρίσκεται στη σοφίτα,
ακόμα κι αν δεν ζω σε μιά.
Θα είμαι πάντα εκείνος που δεν γεννήθηκε γι’ αυτό.
Θα είμαι πάντα εκείνος που είχε προσόντα.
Θα είμαι πάντα εκείνος που περίμενε ν’ ανοίξει μια πόρτα σ’ έναν τοίχο δίχως πόρτες.
Και τραγούδησε το τραγούδι του απείρου σ’ ένα κοτέτσι.
Κι άκουσε τη φωνή του Θεού σ’ ένα κλεισμένο πηγάδι.
Να πιστέψω σ’ εμένα; Όχι, κι ούτε σε τίποτε άλλο.
Ας έλθει η Φύση να χύσει πάνω από το ζεστό μου κεφάλι,
τον ήλιο της, τη βροχή της, τον άνεμο που μου χαιδεύει τα μαλλιά.
Και τα υπόλοιπα που ίσως έρθουν, αν έρθουν, αν πρέπει να έρθουν, ή αν δεν πρέπει,
ας τα κάνει σκλάβους των αστεριών.
Κατακτούμε τον κόσμο, πριν ακόμα σηκωθούμε απ’ το κρεββάτι,
Αλλά ξυπνάμε και είναι αδιαφανής,
Σηκωνόμαστε και είναι ξένος,
Βγαίνουμε από το σπίτι και είναι ολόκληρη η Γη,
κι ακόμα το ηλιακό σύστημα, ο Γαλαξίας και το Άπειρο.
(Φάε σοκολάτες, μικρή
Φάε σοκολάτες! Πίστεψέ με, πέρα απ’ τις σοκολάτες, δεν υπάρχει άλλη μεταφυσική στον κόσμο.
Πίστεψέ με, όλες οι θρησκείες μαζί δεν σε διδάσκουν περισσότερα από ένα ζαχαροπλαστείο.
Φάε, βρώμικη μικρή, φάε!
Μακάρι να μπορούσα να φάω κι εγώ σοκολάτες με τόση ειλικρίνεια όση κι εσύ!
Αλλά σκέφτομαι, ξετυλίγοντας το ασημένιο περιτύλιγμα καμωμένο από κασσίτερο,
Το πετάω στο έδαφος, όπως έκανα και με τη ζωή μου.)
Τουλάχιστον μένει από τη νοσταλγία αυτού που ποτέ δεν θα είμαι,
Η βιαστική καλλιγραφία αυτών των στίχων,
Ένα μπαλκόνι που αγναντεύει το Αδύνατο.
Τουλάχιστον μού μένει για μένα μια περιφρόνηση δίχως δάκρυα,
Ευγενής τουλάχιστον στην μεγαλειώδη χειρονομία μου,
πετάω τα άπλυτα που είμαι εγώ στο πλυντήριο, και στην πορεία των πραγμάτων,
μένω στο σπίτι χωρίς πουκάμισο.
(Εσύ που εφησυχάζεις, που δεν υπάρχεις και γι’ αυτό εφησυχάζεις,
Είτε ελληνίδα θέα, που τη μορφή σου συνέλαβαν σαν ζωντανό άγαλμα,
Ή αλλιώς ρωμαίε πατρίκιε, αδύνατα ευγενή και επιβλαβή,
Ή πριγκήπισσα που σε τραγούδουν οι τροβαδούροι, η πιο πολύχρωμη και γοητευτική,
Ή μαρκησία του 18ου, ψηλομύτα και απόμακρη,
Ή διάσημη κοκότα των χρόνων των γονιών μας,
Ή σύγχρονη – ειλικρινά δεν ξέρω τι –
Όλο αυτό, ό,τι κι αν είναι, δώσε την έμπνευσή σου!
Η καρδιά μου είναι ένας αναποδογυρισμένος κάδος.
Όπως αυτοί που καλούν πνεύματα, καλούν πνεύματα – καλώ
εμένα και δεν βρίσκω τίποτα.
Πηγαίνω στο παράθυρο και παρατηρώ τον δρόμο με απόλυτη ακρίβεια.
Βλέπω τα μαγαζιά, τους διαβάτες, τις άμαξες που περνούν,
Βλέπωτα ενδεδυμένα έμβια όντα να διασταυρώνονται
Βλέπω τα σκυλιά που υπάρχουν εξίσου
Και όλο αυτό με βαραίνει σαν μια καταδίκη στην εξορία,
Και όλο αυτό είναι ξένο, όπως και όλα.)
Έζησα, σπούδασα, αγάπησα κι ακόμα πίστεψα,
Και σήμερα, δεν υπάρχει ζητιάνος που να μην τον ζηλεύω, απλά και μόνο γιατί δεν είναι εγώ.
Στον καθέναν διακρίνω τα κουρέλια του, τις πληγές του, το ψέμα,
Και σκέφτομαι : ίσως ποτέ δεν έζησες, ούτε σπούδασες, ούτε αγάπησες, ούτε πίστεψες.
(Γιατί είναι δυνατό να πλάσεις όλων αυτών την πραγματικότητα, δίχως να κάνεις τίποτα εξ’ αυτών)
Ίσως έχεις μόλις και μετά βίας υπάρξει, σαν μια σαύρα που τής έκοψαν την ουρά,
κι η ουρά της, αυτονομείται από τη σαύρα, σαλεύοντας με φρενίτιδα.
Αυτό που έκανα στον εαυτό μου, δεν το ήξερα.
Κι ό,τι μπορούσα να τον κάνω, δεν το έκανα.
Το ντόμινο που φόρεσα ήταν ολότελα λάθος,
Με πέρασαν από μακρυά για κάποιον άλλον, δεν το αρνήθηκα και χάθηκα.
Σαν θέλησα να βγάλω τη μάσκα,
είχε κολλήσει στο πρόσωπό μου.
Κι όταν την έβγαλα και κοίταξα τον εαυτό μου στον καθρέφτη,
Είχα ήδη γεράσει.
Ήμουν μεθυσμένος, και δεν ήξερα πια πώς να φορέσω το κοστούμι το οποίο ποτέ μου δεν είχα βγάλει.
Πέταξα μακρυά τη μάσκα και κοιμήθηκα στο βεστιάριο.
Σαν ένα σκυλί που το ανέχεται η διεύθυνση
Γιατί είναι άκακο.
Και θα γράψω αυτήν εδώ την ιστορία για ν’ αποδείξω πως είμαι υπέροχος.
Μουσική των άχρηστων στίχων μου,
Μόνο να μπορούσα να σε δω σαν κάτι που είχα φτιάξει,
αντι να συνεχίσω ν’ αντικρίζω το Καπνοπωλείο στην άλλη μεριά του δρόμου,
Η συνείδηση της ύπαρξής μου που κουρνιάζει στα πόδια μου,
Σαν ένας τάπητας καμωμένος από μεθύστακες,
Ή ένα χαλάκι που έκλεψαν τσιγγάνοι και δεν αξίζει τίποτα.
Αλλά ο Ιδιοκτήτης του Καπνοπωλείου ήρθε στην πόρτα και στέκεται εκεί.
Τον κοιτάζω με την δυσφορία ενός μισογυρισμένου κεφαλιού,
Συνδυασμένη με τη δυσφορία μιας μισο-κενης ψυχής.
Θα πεθάνει και θα πεθάνω.
Θ’αφήσει το σημειωματάριό του, θ’αφήσω τους στίχους μου.
Η επιγραφή του στο τέλος θα πεθάνει, όπως και τα ποιήματά μου.
Και στο τέλος θα πεθάνει κι ο δρόμος όπου βρισκόταν αυτή η επιγραφή,
Όπως κι η γλώσσα στην οποία γράφτηκαν τα ποιήματα.
Κι ύστερα θα πεθάνει κι ο στροβιλιζόμενος αυτός πλανήτης στον οποίον συνέβησαν όλα αυτά.
Σε άλλους δορυφόρους άλλων συστημάτων , κάτι σαν άνθρωποι,
Θα συνεχίσουν να φτιάχνουν κάτι-σαν-ποιήματα, και να ζούν κάτω από κάτι-σαν-επιγραφές.
Πάντα το ένα πράγμα αντίκρυ στο άλλο,
Πάντα το ένα πράγμα εξίσου άχρηστο με το άλλο,
Πάντα το αδύνατο τόσο ηλίθιο όσο η πραγματικότητα,
Πάντα το μυστήριο του βάθους, τόσο αληθινό όσο η σκιά του μυστηρίου στην επιφάνεια.
Πάντα αυτό ή πάντα το άλλο, ή ούτε το ένα, ούτε το άλλο.
Αλλά κάποιος μπήκε στο Καπνοπωλείο (για ν’αγοράσει καπνό;)
Κι η υπαρκτή πραγματικότητα ξαφνικα με κατακεραυνώνει.
Μισοσηκώνομαι στα πόδια μου – μ’ ενέργεια, βέβαιος για τον εαυτό μου, ανθρώπινος –
Και θα προσπαθήσω να γράψω αυτούς τους στίχους για να ισχυριστώ το αντίθετο.
Ανάβω ένα τσιγάρο, καθώς σκέφτομαι να τούς γράψω.
Και σ’ αυτό το τσιγάρο γεύομαι την απελευθέρωσή μου από κάθε σκέψη.
Ακολουθώ τον καπνό σαν να ήταν το δικό μου ίχνος.
Και απολαμβάνω για μια ευαίσθητη και επαρκή στιγμή,
Την απελευθέρωσή μου από κάθε εικασία
Και την επίγνωση ότι οι μεταφυσικές είναι η παρενέργεια του να μην αισθάνομαι καλά.
Έπειτα, αφήνομαι πίσω στην καρέκλα
Και συνεχίζω να καπνίζω.
Όσο μού το επιτρέπει το πεπρωμένο θα συνεχίζω να καπνίζω.
(Αν παντρευόμουν την κόρης της πλύστρας μου,
θα μπορούσα να είμαι εφικτά ευτυχισμένος.)
Δεδομένου αυτού, σηκώνομαι και πηγαίνω προς το παράθυρο.
Ο άντρας βγήκε απ’ το καπνοπωλείο (βάζει τα ρέστα στην τσέπη του;)
Α, τον γνωρίζω : είναι ο Εστέβες, δίχως μεταφυσικές.
(Ο Καπνοπώλης ήρθε στην πόρτα.)
Ορμώμενος θαρρείς από κάποιο θείο ένστικτο, ο Εστέβες γύρισε και με είδε.
Με χαιρέτησε, και φώναξα κι εγώ από μακρυά "Γειά σου, Εστέβες!" και το σύμπαν
ανασυγκροτήθηκε μέσα μου, χωρίς ιδανικά ή ελπίδα, και ο Καπνοπώλης χαμογέλασε.
Η βιαστική καλλιγραφία αυτών των στίχων,
Ένα μπαλκόνι που αγναντεύει το Αδύνατο.
Τουλάχιστον μού μένει για μένα μια περιφρόνηση δίχως δάκρυα...
Γιάννης Σταύρου, Διαγώνιος 1955, Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά
Φερνάντο Πεσσόα
Το καπνοπωλείο
Δεν είμαι τίποτα.
Ποτέ δεν θα’ μαι τίποτα.
Δεν μπορώ να θέλω να’ μαι τίποτα.
Πέρα απ’ αυτό, έχω μέσα μου τα όνειρα του κόσμου όλου.
Παράθυρα της κάμαράς μου,
Μιας κάμαρας, στα εκατομμύρια του κόσμου, που κανείς δεν γνωρίζει ποιά είναι,
(Κι αν την ήξεραν, τι θα ήξεραν;),
που βλέπει στο μύστηριο ενός δρόμου γεμάτου περαστικούς.
Σ’ ένα δρόμο απροσπέλαστο για όλες μου τις σκέψεις.
Πραγματικό, απίθανα πραγματικό, βέβαια, αβέβαια βέβαιο.
Με το μυστήριο των πραγμάτων κάτω από τις πέτρες και τα όντα,
Με τον θάνατο που υγραίνει τους τοίχους και ασπρίζει τα μαλλιά των ανθρώπων.
Με το Πεπρωμένο που σέρνει την άμαξα των πάντων, μέσα από το δρόμο του τίποτα.
Σήμερα είμαι ηττημένος, λες και γνώρισα την αλήθεια.
Σήμερα είμαι διαυγής, λες και πρόκειται να πεθάνω.
Λες και η επαφή μου με τα πράγματα δεν ήταν μεγαλύτερη
απ’το να πω ένα αντίο, αυτό το σπίτι κι αυτή η γωνιά του δρόμου να γίνονται
μια σειρά από βαγόνια, που αναχωρούν στο άκουσμα μιας σφυρίχτρας
που αντηχεί μέσα απ’ το κεφάλι μου,
και ένα τίναγμα των νέυρων κι ένα ράγισμα των οστών καθώς πηγαίνουν.
Σήμερα είμαι συγχυσμένος, σαν κάποιος που αναρωτήθηκε, ανακάλυψε και ξέχασε.
Σήμερα είμαι διχασμένος ανάμεσα στην πίστη μου,
στην εξωτερική πραγματικότητα του Καπνοπωλείου στην άλλη άκρη του δρόμου
και στην εσωτερική αλήθεια του αισθήματός μου, πως όλα δεν είναι παρά ένα όνειρο.
Απέτυχα σε όλα.
Μη έχοντας κανέναν σκοπό, ίσως πράγματι όλα να ήταν ένα τίποτα.
Γνωρίζοντας τι έχω,
γλίστρησα από το παράθυρο στο πίσω μέρος του σπιτιού,
κι ύστερα ξεχύθηκα στον κάμπο με προσδοκίες μεγάλες,
αλλά δεν βρήκα παρά δέντρα και χόρτα,
κι όταν υπήρχαν άνθρωποι δεν ήταν παρά ίδιοι μ’ όλους τους άλλους.
Απομακρύνομαι μ’ ένα βήμα απ’ το παράθυρο και κάθομαι στην καρέκλα. Τι πρέπει να σκεφτώ τώρα;
Πώς να ξέρω ποιός θα γίνω, εγώ που δεν γνωρίζω ποιός είμαι;
Να γίνω αυτός που πιστεύω πως είμαι; Αλλά πιστεύω τόσα πράγματα!
Κι υπάρχουν τόσοι που νομίζουν πως είναι το ίδιο ακριβώς πράγμα – δεν γίνεται!
Ιδιοφυής; Αυτή τη στιγμή,
Εκατό χιλιάδες εγκέφαλοι ονειρεύονται πως είναι ιδιοφυείς, όπως κι εγώ,
Κι η ιστορία δεν θα καταγράψει, ποιός ξέρει; ούτε έναν,
και τίποτα παρά κοπριά δεν θα απομείνει από τις μελλοντικές τους επιτυχίες.
Όχι, δεν πιστεύω σ’ εμένα.
Σε κάθε τρελοκομείο, υπάρχουν διαταραγμένοι τρελοί με τόσες πολλές βεβαιότητες!
Εγώ, που δεν έχω καμία βεβαιότητα, είμαι περισσότερο ή λιγότερο εχέφρων;
Όχι, ούτε καν σ’ εμένα.
Σε πόσες σοφίτες και μη-σοφίτες στον κόσμο,
δεν υπάρχουν αιθεροβάμονες της ευφυίας;
Πόσες εμπνεύσεις υψηλές και ευγενείς και διαυγείς –
– ναι, αληθινά υψηλές, ευγενείς και διαυγείς –
Και, ποιός ξέρει, ίσως εφικτές,
δεν θα αντικρίσουν ποτέ το φως του αληθινού ήλιου, μήτε θα ακουστούν από ανθρώπινα αυτιά;
Ο κόσμος είναι γι’ αυτούς που γεννήθηκαν να τον κατακτήσουν,
κι όχι γι’ αυτούς που ονειρεύονται πως το μπορούν – ακόμη κι αν έχουν δίκιο.
Ονειρεύτηκα περίσσοτερο απ’ όσο κατόρθωσε ο Ναπολέων,
Άνοιξα την καρδιά μου στην ανθρωπότητα περισσότερο απ’ τον Χριστό.
Συνέγραψα κρυφά φιλοσοφίες που κανένας Καντ δεν κατάφερε να γράψει.
Αλλα είμαι, κι ίσως να είμαι και για πάντα, αυτός που βρίσκεται στη σοφίτα,
ακόμα κι αν δεν ζω σε μιά.
Θα είμαι πάντα εκείνος που δεν γεννήθηκε γι’ αυτό.
Θα είμαι πάντα εκείνος που είχε προσόντα.
Θα είμαι πάντα εκείνος που περίμενε ν’ ανοίξει μια πόρτα σ’ έναν τοίχο δίχως πόρτες.
Και τραγούδησε το τραγούδι του απείρου σ’ ένα κοτέτσι.
Κι άκουσε τη φωνή του Θεού σ’ ένα κλεισμένο πηγάδι.
Να πιστέψω σ’ εμένα; Όχι, κι ούτε σε τίποτε άλλο.
Ας έλθει η Φύση να χύσει πάνω από το ζεστό μου κεφάλι,
τον ήλιο της, τη βροχή της, τον άνεμο που μου χαιδεύει τα μαλλιά.
Και τα υπόλοιπα που ίσως έρθουν, αν έρθουν, αν πρέπει να έρθουν, ή αν δεν πρέπει,
ας τα κάνει σκλάβους των αστεριών.
Κατακτούμε τον κόσμο, πριν ακόμα σηκωθούμε απ’ το κρεββάτι,
Αλλά ξυπνάμε και είναι αδιαφανής,
Σηκωνόμαστε και είναι ξένος,
Βγαίνουμε από το σπίτι και είναι ολόκληρη η Γη,
κι ακόμα το ηλιακό σύστημα, ο Γαλαξίας και το Άπειρο.
(Φάε σοκολάτες, μικρή
Φάε σοκολάτες! Πίστεψέ με, πέρα απ’ τις σοκολάτες, δεν υπάρχει άλλη μεταφυσική στον κόσμο.
Πίστεψέ με, όλες οι θρησκείες μαζί δεν σε διδάσκουν περισσότερα από ένα ζαχαροπλαστείο.
Φάε, βρώμικη μικρή, φάε!
Μακάρι να μπορούσα να φάω κι εγώ σοκολάτες με τόση ειλικρίνεια όση κι εσύ!
Αλλά σκέφτομαι, ξετυλίγοντας το ασημένιο περιτύλιγμα καμωμένο από κασσίτερο,
Το πετάω στο έδαφος, όπως έκανα και με τη ζωή μου.)
Τουλάχιστον μένει από τη νοσταλγία αυτού που ποτέ δεν θα είμαι,
Η βιαστική καλλιγραφία αυτών των στίχων,
Ένα μπαλκόνι που αγναντεύει το Αδύνατο.
Τουλάχιστον μού μένει για μένα μια περιφρόνηση δίχως δάκρυα,
Ευγενής τουλάχιστον στην μεγαλειώδη χειρονομία μου,
πετάω τα άπλυτα που είμαι εγώ στο πλυντήριο, και στην πορεία των πραγμάτων,
μένω στο σπίτι χωρίς πουκάμισο.
(Εσύ που εφησυχάζεις, που δεν υπάρχεις και γι’ αυτό εφησυχάζεις,
Είτε ελληνίδα θέα, που τη μορφή σου συνέλαβαν σαν ζωντανό άγαλμα,
Ή αλλιώς ρωμαίε πατρίκιε, αδύνατα ευγενή και επιβλαβή,
Ή πριγκήπισσα που σε τραγούδουν οι τροβαδούροι, η πιο πολύχρωμη και γοητευτική,
Ή μαρκησία του 18ου, ψηλομύτα και απόμακρη,
Ή διάσημη κοκότα των χρόνων των γονιών μας,
Ή σύγχρονη – ειλικρινά δεν ξέρω τι –
Όλο αυτό, ό,τι κι αν είναι, δώσε την έμπνευσή σου!
Η καρδιά μου είναι ένας αναποδογυρισμένος κάδος.
Όπως αυτοί που καλούν πνεύματα, καλούν πνεύματα – καλώ
εμένα και δεν βρίσκω τίποτα.
Πηγαίνω στο παράθυρο και παρατηρώ τον δρόμο με απόλυτη ακρίβεια.
Βλέπω τα μαγαζιά, τους διαβάτες, τις άμαξες που περνούν,
Βλέπωτα ενδεδυμένα έμβια όντα να διασταυρώνονται
Βλέπω τα σκυλιά που υπάρχουν εξίσου
Και όλο αυτό με βαραίνει σαν μια καταδίκη στην εξορία,
Και όλο αυτό είναι ξένο, όπως και όλα.)
Έζησα, σπούδασα, αγάπησα κι ακόμα πίστεψα,
Και σήμερα, δεν υπάρχει ζητιάνος που να μην τον ζηλεύω, απλά και μόνο γιατί δεν είναι εγώ.
Στον καθέναν διακρίνω τα κουρέλια του, τις πληγές του, το ψέμα,
Και σκέφτομαι : ίσως ποτέ δεν έζησες, ούτε σπούδασες, ούτε αγάπησες, ούτε πίστεψες.
(Γιατί είναι δυνατό να πλάσεις όλων αυτών την πραγματικότητα, δίχως να κάνεις τίποτα εξ’ αυτών)
Ίσως έχεις μόλις και μετά βίας υπάρξει, σαν μια σαύρα που τής έκοψαν την ουρά,
κι η ουρά της, αυτονομείται από τη σαύρα, σαλεύοντας με φρενίτιδα.
Αυτό που έκανα στον εαυτό μου, δεν το ήξερα.
Κι ό,τι μπορούσα να τον κάνω, δεν το έκανα.
Το ντόμινο που φόρεσα ήταν ολότελα λάθος,
Με πέρασαν από μακρυά για κάποιον άλλον, δεν το αρνήθηκα και χάθηκα.
Σαν θέλησα να βγάλω τη μάσκα,
είχε κολλήσει στο πρόσωπό μου.
Κι όταν την έβγαλα και κοίταξα τον εαυτό μου στον καθρέφτη,
Είχα ήδη γεράσει.
Ήμουν μεθυσμένος, και δεν ήξερα πια πώς να φορέσω το κοστούμι το οποίο ποτέ μου δεν είχα βγάλει.
Πέταξα μακρυά τη μάσκα και κοιμήθηκα στο βεστιάριο.
Σαν ένα σκυλί που το ανέχεται η διεύθυνση
Γιατί είναι άκακο.
Και θα γράψω αυτήν εδώ την ιστορία για ν’ αποδείξω πως είμαι υπέροχος.
Μουσική των άχρηστων στίχων μου,
Μόνο να μπορούσα να σε δω σαν κάτι που είχα φτιάξει,
αντι να συνεχίσω ν’ αντικρίζω το Καπνοπωλείο στην άλλη μεριά του δρόμου,
Η συνείδηση της ύπαρξής μου που κουρνιάζει στα πόδια μου,
Σαν ένας τάπητας καμωμένος από μεθύστακες,
Ή ένα χαλάκι που έκλεψαν τσιγγάνοι και δεν αξίζει τίποτα.
Αλλά ο Ιδιοκτήτης του Καπνοπωλείου ήρθε στην πόρτα και στέκεται εκεί.
Τον κοιτάζω με την δυσφορία ενός μισογυρισμένου κεφαλιού,
Συνδυασμένη με τη δυσφορία μιας μισο-κενης ψυχής.
Θα πεθάνει και θα πεθάνω.
Θ’αφήσει το σημειωματάριό του, θ’αφήσω τους στίχους μου.
Η επιγραφή του στο τέλος θα πεθάνει, όπως και τα ποιήματά μου.
Και στο τέλος θα πεθάνει κι ο δρόμος όπου βρισκόταν αυτή η επιγραφή,
Όπως κι η γλώσσα στην οποία γράφτηκαν τα ποιήματα.
Κι ύστερα θα πεθάνει κι ο στροβιλιζόμενος αυτός πλανήτης στον οποίον συνέβησαν όλα αυτά.
Σε άλλους δορυφόρους άλλων συστημάτων , κάτι σαν άνθρωποι,
Θα συνεχίσουν να φτιάχνουν κάτι-σαν-ποιήματα, και να ζούν κάτω από κάτι-σαν-επιγραφές.
Πάντα το ένα πράγμα αντίκρυ στο άλλο,
Πάντα το ένα πράγμα εξίσου άχρηστο με το άλλο,
Πάντα το αδύνατο τόσο ηλίθιο όσο η πραγματικότητα,
Πάντα το μυστήριο του βάθους, τόσο αληθινό όσο η σκιά του μυστηρίου στην επιφάνεια.
Πάντα αυτό ή πάντα το άλλο, ή ούτε το ένα, ούτε το άλλο.
Αλλά κάποιος μπήκε στο Καπνοπωλείο (για ν’αγοράσει καπνό;)
Κι η υπαρκτή πραγματικότητα ξαφνικα με κατακεραυνώνει.
Μισοσηκώνομαι στα πόδια μου – μ’ ενέργεια, βέβαιος για τον εαυτό μου, ανθρώπινος –
Και θα προσπαθήσω να γράψω αυτούς τους στίχους για να ισχυριστώ το αντίθετο.
Ανάβω ένα τσιγάρο, καθώς σκέφτομαι να τούς γράψω.
Και σ’ αυτό το τσιγάρο γεύομαι την απελευθέρωσή μου από κάθε σκέψη.
Ακολουθώ τον καπνό σαν να ήταν το δικό μου ίχνος.
Και απολαμβάνω για μια ευαίσθητη και επαρκή στιγμή,
Την απελευθέρωσή μου από κάθε εικασία
Και την επίγνωση ότι οι μεταφυσικές είναι η παρενέργεια του να μην αισθάνομαι καλά.
Έπειτα, αφήνομαι πίσω στην καρέκλα
Και συνεχίζω να καπνίζω.
Όσο μού το επιτρέπει το πεπρωμένο θα συνεχίζω να καπνίζω.
(Αν παντρευόμουν την κόρης της πλύστρας μου,
θα μπορούσα να είμαι εφικτά ευτυχισμένος.)
Δεδομένου αυτού, σηκώνομαι και πηγαίνω προς το παράθυρο.
Ο άντρας βγήκε απ’ το καπνοπωλείο (βάζει τα ρέστα στην τσέπη του;)
Α, τον γνωρίζω : είναι ο Εστέβες, δίχως μεταφυσικές.
(Ο Καπνοπώλης ήρθε στην πόρτα.)
Ορμώμενος θαρρείς από κάποιο θείο ένστικτο, ο Εστέβες γύρισε και με είδε.
Με χαιρέτησε, και φώναξα κι εγώ από μακρυά "Γειά σου, Εστέβες!" και το σύμπαν
ανασυγκροτήθηκε μέσα μου, χωρίς ιδανικά ή ελπίδα, και ο Καπνοπώλης χαμογέλασε.
Δευτέρα 10 Ιουλίου 2017
Και καθώς συνεχίζουμε ζώντας...
Και η μόνη ζωή που έχουμε
Μοιράζεται ανάμεσα
Φερνάντο Πεσσόα
Όλοι εμείς οι ζωντανοί
Όλοι εμείς οι ζωντανοί ξοδεύουμε
Μία ζωή, στο να τη ζούμε,
Μια άλλη, στο να την σκεφτόμαστε.
Και η μόνη ζωή που έχουμε
Μοιράζεται ανάμεσα
Στην αληθινή και την ψεύτικη.
Αλλά ποια είναι η αληθινή
Και ποια είναι η ψεύτικη
Κανένας δεν μπορεί να εξηγήσει.
Και καθώς συνεχίζουμε ζώντας
Η ζωή που σπαταλάμε είναι αυτή
Που είναι καταδικασμένη σε σκέψη.
Πέμπτη 17 Νοεμβρίου 2016
Μόνο στα όνειρά μας είμαστε αληθινοί...
Θεωρώ την ανάγνωση τον απλούστερο τρόπο να κάνω ευχάριστο αυτό το
ταξίδι, όπως και κάθε άλλο˙ πού και πού σηκώνω το βλέμμα μου από το
βιβλίο όπου οι αισθήσεις μου λειτουργούν πραγματικά, και βλέπω σαν ξένος
το τοπίο να φεύγει -κάμποι, πόλεις, άνδρες και γυναίκες, σχέσεις και
νοσταλγίες...
Γιάννης Σταύρου, Καφές και βιβλία, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)
Φερνάντο Πεσσόα
Το βιβλίο της Ανησυχίας του Μπερνάρντο Σουάρες
Το ιδανικό θα ‘ταν να τα ζω όλα αυτά μέσα από ένα μυθιστόρημα, και στη ζωή μου να αναπαύομαι- να διαβάζω τα συναισθήματά μου και να ζω μόνο την περιφρόνησή μου γι’ αυτά. Για όποιον διαθέτει μια φαντασία υπερευαίσθητη, οι περιπέτειες κάποιου ήρωα ενός μυθιστορήματος εμπνέουν μια προσωπική συναισθηματική κατάσταση επαρκή, αν όχι παραπάνω, γιατί πρόκειται για συναισθήματα που ανήκουν εξίσου στον ήρωα και στον αναγνώστη. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη περιπέτεια από το να έχεις αγαπήσει τη λαίδη Μάκβεθ, με μια αγάπη αληθινή και άμεση˙ όποιος έχει έτσι αγαπήσει, δεν μπορεί να βρει ανάπαυση, αν δεν παραιτηθεί από κάθε άλλη αγάπη σε τούτη τη ζωή.
Δεν ξέρω τι νόημα έχει τούτο το ταξίδι που με αναγκάσανε να κάνω ανάμεσα σε μία νύχτα και μία άλλη νύχτα, συντροφευμένος από το σύμπαν ολόκληρο. Ξέρω πως μπορώ να διαβάζω για να διασκεδάζω το χρόνο μου. Θεωρώ την ανάγνωση τον απλούστερο τρόπο να κάνω ευχάριστο αυτό το ταξίδι, όπως και κάθε άλλο˙ πού και πού σηκώνω το βλέμμα μου από το βιβλίο όπου οι αισθήσεις μου λειτουργούν πραγματικά, και βλέπω σαν ξένος το τοπίο να φεύγει -κάμποι, πόλεις, άνδρες και γυναίκες, σχέσεις και νοσταλγίες- κι όλα αυτά δεν είναι για μένα παρά ένα επεισόδιο στην ανάπαυσή μου, μια αδρανής ψυχαγωγία καθώς ξεκουράζω τα μάτια μου από τις πολυδιαβασμένες σελίδες.
Μόνο στα όνειρά μας είμαστε αληθινοί, γιατί όλα τα άλλα, από τη στιγμή που πραγματοποιούνται, ανήκουν στον κόσμο και σ’ όλους τους ανθρώπους. Αν κάποιο όνειρό μου έπαιρνε σάρκα και οστά, θα το ζήλευα, γιατί θα με είχε απατήσει επιτρέποντας στον εαυτό του να πραγματοποιηθεί. «Έκανα τις επιθυμίες μου πραγματικότητα», λέει ο αδύναμος και ψεύδεται˙ η αλήθεια είναι πως ονειρεύτηκε προφητικά ό,τι πραγματοποίησε η ζωή γι’ αυτόν. Τίποτα δεν πραγματοποιούμε εμείς. Η ζωή μας πετάει στον αέρα σαν πετραδάκια, κι εμείς φωνάζουμε από κει πάνω: «Κοιτάτε πώς κουνιέμαι».
(μετ. Άννυ Σπυράκου)
Γιάννης Σταύρου, Καφές και βιβλία, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)
Φερνάντο Πεσσόα
Το βιβλίο της Ανησυχίας του Μπερνάρντο Σουάρες
Το ιδανικό θα ‘ταν να τα ζω όλα αυτά μέσα από ένα μυθιστόρημα, και στη ζωή μου να αναπαύομαι- να διαβάζω τα συναισθήματά μου και να ζω μόνο την περιφρόνησή μου γι’ αυτά. Για όποιον διαθέτει μια φαντασία υπερευαίσθητη, οι περιπέτειες κάποιου ήρωα ενός μυθιστορήματος εμπνέουν μια προσωπική συναισθηματική κατάσταση επαρκή, αν όχι παραπάνω, γιατί πρόκειται για συναισθήματα που ανήκουν εξίσου στον ήρωα και στον αναγνώστη. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη περιπέτεια από το να έχεις αγαπήσει τη λαίδη Μάκβεθ, με μια αγάπη αληθινή και άμεση˙ όποιος έχει έτσι αγαπήσει, δεν μπορεί να βρει ανάπαυση, αν δεν παραιτηθεί από κάθε άλλη αγάπη σε τούτη τη ζωή.
Δεν ξέρω τι νόημα έχει τούτο το ταξίδι που με αναγκάσανε να κάνω ανάμεσα σε μία νύχτα και μία άλλη νύχτα, συντροφευμένος από το σύμπαν ολόκληρο. Ξέρω πως μπορώ να διαβάζω για να διασκεδάζω το χρόνο μου. Θεωρώ την ανάγνωση τον απλούστερο τρόπο να κάνω ευχάριστο αυτό το ταξίδι, όπως και κάθε άλλο˙ πού και πού σηκώνω το βλέμμα μου από το βιβλίο όπου οι αισθήσεις μου λειτουργούν πραγματικά, και βλέπω σαν ξένος το τοπίο να φεύγει -κάμποι, πόλεις, άνδρες και γυναίκες, σχέσεις και νοσταλγίες- κι όλα αυτά δεν είναι για μένα παρά ένα επεισόδιο στην ανάπαυσή μου, μια αδρανής ψυχαγωγία καθώς ξεκουράζω τα μάτια μου από τις πολυδιαβασμένες σελίδες.
Μόνο στα όνειρά μας είμαστε αληθινοί, γιατί όλα τα άλλα, από τη στιγμή που πραγματοποιούνται, ανήκουν στον κόσμο και σ’ όλους τους ανθρώπους. Αν κάποιο όνειρό μου έπαιρνε σάρκα και οστά, θα το ζήλευα, γιατί θα με είχε απατήσει επιτρέποντας στον εαυτό του να πραγματοποιηθεί. «Έκανα τις επιθυμίες μου πραγματικότητα», λέει ο αδύναμος και ψεύδεται˙ η αλήθεια είναι πως ονειρεύτηκε προφητικά ό,τι πραγματοποίησε η ζωή γι’ αυτόν. Τίποτα δεν πραγματοποιούμε εμείς. Η ζωή μας πετάει στον αέρα σαν πετραδάκια, κι εμείς φωνάζουμε από κει πάνω: «Κοιτάτε πώς κουνιέμαι».
(μετ. Άννυ Σπυράκου)
Σάββατο 16 Ιουλίου 2016
Ανάμεσα στη βέβαιη και την περιπλανώμενη...
Και ζούμε κατά τρόπο
Που η ζωή που κάποιος έχει
Είναι εκείνη που έχει να σκέπτεται...
Γιάννης Σταύρου, Αναγνώστρια, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)
Φερνάντο Πεσσόα
Η περιπλανώμενη το όνομα αρμόζει
Έχω τόσα αισθήματα
Που συχνά πείθω τον εαυτό μου
Ότι είμαι αισθηματίας,
Αλλά αναγνωρίζω, μετρώντας τον
Ότι όλο αυτό είναι σκέψη
Πού εγώ δεν ένιωσα τελικά.
Έχουμε, όσοι ζούμε,
Μια ζωή πού είναι ζωντανή
Και μιαν άλλη πού σκεπτόμαστε,
Και η μόνη οπού ζούμε
Είναι εκείνη που είναι μοιρασμένη
Ανάμεσα στη βέβαιη και την περιπλανώμενη.
Στην οποία περισσότερο από πραγματική
Η περιπλανώμενη το όνομα αρμόζει
Κανείς δε θα το ξέρει να το εξηγήσει,
Και ζούμε κατά τρόπο
Που η ζωή που κάποιος έχει
Είναι εκείνη που έχει να σκέπτεται.
Που η ζωή που κάποιος έχει
Είναι εκείνη που έχει να σκέπτεται...
Γιάννης Σταύρου, Αναγνώστρια, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)
Φερνάντο Πεσσόα
Η περιπλανώμενη το όνομα αρμόζει
Έχω τόσα αισθήματα
Που συχνά πείθω τον εαυτό μου
Ότι είμαι αισθηματίας,
Αλλά αναγνωρίζω, μετρώντας τον
Ότι όλο αυτό είναι σκέψη
Πού εγώ δεν ένιωσα τελικά.
Έχουμε, όσοι ζούμε,
Μια ζωή πού είναι ζωντανή
Και μιαν άλλη πού σκεπτόμαστε,
Και η μόνη οπού ζούμε
Είναι εκείνη που είναι μοιρασμένη
Ανάμεσα στη βέβαιη και την περιπλανώμενη.
Στην οποία περισσότερο από πραγματική
Η περιπλανώμενη το όνομα αρμόζει
Κανείς δε θα το ξέρει να το εξηγήσει,
Και ζούμε κατά τρόπο
Που η ζωή που κάποιος έχει
Είναι εκείνη που έχει να σκέπτεται.
Τετάρτη 1 Ιουνίου 2016
Όταν έρθει η Άνοιξη...
Ούτε τα λουλούδια, ούτε τα πράσινα φύλλα επιστρέφουν
Υπάρχουν νέα φύλλα, νέα λουλούδια
Υπάρχουν νέες, μυρωδάτες μέρες.
Τίποτα δεν γυρίζει, δεν επαναλαμβάνεται
Επειδή είναι πραγματικό το κάθε τι...
Γιάννης Σταύρου, Στο δάσος με τις κουτσουπιές, Λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)
Φερνάντο Πεσσόα
Το μπερδεμένο κουβάρι
Ποιήματα & Αποφθέγματα
*
Έχω τόσα αισθήματα
Που συχνά πείθω τον εαυτό μου
Ότι είμαι αισθηματίας,
Αλλά αναγνωρίζω, μετρώντας τον
Ότι όλο αυτό είναι σκέψη
Πού εγώ δεν ένιωσα τελικά.
Έχουμε, όσοι ζούμε,
Μια ζωή πού είναι ζωντανή
Και μιαν άλλη πού σκεπτόμαστε,
Και η μόνη οπού ζούμε
Είναι εκείνη που είναι μοιρασμένη
Ανάμεσα στη βέβαιη και την περιπλανώμενη.
Στην οποία περισσότερο από πραγματική
Η περιπλανώμενη το όνομα αρμόζει
Κανείς δε θα το ξέρει να το εξηγήσει,
Και ζούμε κατά τρόπο
Που η ζωή που κάποιος έχει
Είναι εκείνη που έχει να σκέπτεται.
*
Όταν έρθει η Άνοιξη
Ίσως πια να μη βρίσκομαι στον κόσμο.
Σήμερα, να μπορούσα θα’ θελα
Την Άνοιξη σαν πρόσωπο να την σκεφτώ.
Θα μπορούσα έτσι να φανταστώ πως κλαίει για μένα
Βλέποντας πως το φίλο το μοναδικό της έχει χάσει.
Μα η Άνοιξη δεν είναι ούτε πράγμα,
ούτε ένας τρόπος να μιλάς.
Ούτε τα λουλούδια, ούτε τα πράσινα φύλλα επιστρέφουν
Υπάρχουν νέα φύλλα, νέα λουλούδια
Υπάρχουν νέες, μυρωδάτες μέρες.
Τίποτα δεν γυρίζει, δεν επαναλαμβάνεται
Επειδή είναι πραγματικό το κάθε τι.
(Μετ. Γιάννης Σουλιώτης)
Υπάρχουν νέα φύλλα, νέα λουλούδια
Υπάρχουν νέες, μυρωδάτες μέρες.
Τίποτα δεν γυρίζει, δεν επαναλαμβάνεται
Επειδή είναι πραγματικό το κάθε τι...
Γιάννης Σταύρου, Στο δάσος με τις κουτσουπιές, Λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)
Φερνάντο Πεσσόα
Το μπερδεμένο κουβάρι
Ποιήματα & Αποφθέγματα
*
Έχω τόσα αισθήματα
Που συχνά πείθω τον εαυτό μου
Ότι είμαι αισθηματίας,
Αλλά αναγνωρίζω, μετρώντας τον
Ότι όλο αυτό είναι σκέψη
Πού εγώ δεν ένιωσα τελικά.
Έχουμε, όσοι ζούμε,
Μια ζωή πού είναι ζωντανή
Και μιαν άλλη πού σκεπτόμαστε,
Και η μόνη οπού ζούμε
Είναι εκείνη που είναι μοιρασμένη
Ανάμεσα στη βέβαιη και την περιπλανώμενη.
Στην οποία περισσότερο από πραγματική
Η περιπλανώμενη το όνομα αρμόζει
Κανείς δε θα το ξέρει να το εξηγήσει,
Και ζούμε κατά τρόπο
Που η ζωή που κάποιος έχει
Είναι εκείνη που έχει να σκέπτεται.
*
Όταν έρθει η Άνοιξη
Ίσως πια να μη βρίσκομαι στον κόσμο.
Σήμερα, να μπορούσα θα’ θελα
Την Άνοιξη σαν πρόσωπο να την σκεφτώ.
Θα μπορούσα έτσι να φανταστώ πως κλαίει για μένα
Βλέποντας πως το φίλο το μοναδικό της έχει χάσει.
Μα η Άνοιξη δεν είναι ούτε πράγμα,
ούτε ένας τρόπος να μιλάς.
Ούτε τα λουλούδια, ούτε τα πράσινα φύλλα επιστρέφουν
Υπάρχουν νέα φύλλα, νέα λουλούδια
Υπάρχουν νέες, μυρωδάτες μέρες.
Τίποτα δεν γυρίζει, δεν επαναλαμβάνεται
Επειδή είναι πραγματικό το κάθε τι.
(Μετ. Γιάννης Σουλιώτης)
Τρίτη 17 Νοεμβρίου 2015
όταν η μοίρα πετάει πέτρες...
όλα είναι ξένα στο πεπρωμένο μου, ξένα στο ίδιo τους το πεπρωμένο
-ανεμελιά, βρισιές απρόβλεπτες, όταν η μοίρα πετάει πέτρες, αντίλαλοι
αγνώστων φωνών-, συλλoγική σαλάτα της ζωής...
Γιάννης Σταύρου, Αραγμένα στο λιμάνι, Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά
Φερνάντο Πεσσόα
Ποιήματα
Πότε θα περάσει αυτή η εσωτερική νύχτα, το σύμπαν,
κι εγώ, η ψυχή μου, θα 'χω τη μέρα μου;
Πότε θα ξυπνήσω απ' το ξύπνημά μου;
Δεν ξέρω. Ο ήλιος λάμπει ψηλά,
αδύνατον να τ' αριθμήσεις.
Η καρδιά χτυπά ξένη,
αδύνατον να την ακούσεις.
Πότε θα τελειώσει αυτό το δράμα χωρίς θέατρο,
ή αυτό το θέατρο χωρίς δράμα,
και θα γυρίσω σπίτι;
Πού; Πώς; Πότε;
Γάτα που με κοιτάς με τα μάτια της ζωής
ποιον έχεις στο βάθος τους;
Είναι αυτός! Είναι αυτός!
Αυτός θα διατάξει σαν τον Ιησού του Ναυή στήθι
ήλιε κι εγώ θα ξυπνήσω.
Και θα 'ναι μέρα.
Χαμογέλασε, μες στον ύπνο σου, ψυχή μου!
Χαμογέλασε, ψυχή μου: θα 'ναι μέρα!
*
Όλα περνούν και τίποτα απ' όλα αυτά δεν μου λέει τίποτα, όλα είναι ξένα στο πεπρωμένο μου, ξένα στο ίδιo τους το πεπρωμένο -ανεμελιά, βρισιές απρόβλεπτες, όταν η μοίρα πετάει πέτρες, αντίλαλοι αγνώστων φωνών-, συλλoγική σαλάτα της ζωής.
*
Τη μέρα είναι γεμάτοι από φασαρία που δεν σημαίνει τίποτα. Τη νύχτα είναι γεμάτοι από έλλειψη φασαρίας, που πάλι δεν σημαίνει τίποτα. Εγώ τη μέρα είμαι ένα τίποτα, αλλά τη νύχτα είμαι εγώ. Δεν υπάρχει καμιά διαφορά ανάμεσα σε μένα και τους δρόμους από την πλευρά της Αλφάντεγκα, εκτός από το ότι αυτοί είναι δρόμοι και εγώ ψυχή, το οποίο μπορεί να μην έχει καμιά σημασία μπροστά στην ουσία των πραγμάτων. Υπάρχει ένα κοινό πεπρωμένο, καθότι αφηρημένο, για τους ανθρώπους και τα πράγματα - ένας εξίσου αδιάφορος ορισμός στην άλγεβρα του μυστηρίου
(μετ. Μαρία Παπαδήμα)
Γιάννης Σταύρου, Αραγμένα στο λιμάνι, Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά
Φερνάντο Πεσσόα
Ποιήματα
Πότε θα περάσει αυτή η εσωτερική νύχτα, το σύμπαν,
κι εγώ, η ψυχή μου, θα 'χω τη μέρα μου;
Πότε θα ξυπνήσω απ' το ξύπνημά μου;
Δεν ξέρω. Ο ήλιος λάμπει ψηλά,
αδύνατον να τ' αριθμήσεις.
Η καρδιά χτυπά ξένη,
αδύνατον να την ακούσεις.
Πότε θα τελειώσει αυτό το δράμα χωρίς θέατρο,
ή αυτό το θέατρο χωρίς δράμα,
και θα γυρίσω σπίτι;
Πού; Πώς; Πότε;
Γάτα που με κοιτάς με τα μάτια της ζωής
ποιον έχεις στο βάθος τους;
Είναι αυτός! Είναι αυτός!
Αυτός θα διατάξει σαν τον Ιησού του Ναυή στήθι
ήλιε κι εγώ θα ξυπνήσω.
Και θα 'ναι μέρα.
Χαμογέλασε, μες στον ύπνο σου, ψυχή μου!
Χαμογέλασε, ψυχή μου: θα 'ναι μέρα!
*
Όλα περνούν και τίποτα απ' όλα αυτά δεν μου λέει τίποτα, όλα είναι ξένα στο πεπρωμένο μου, ξένα στο ίδιo τους το πεπρωμένο -ανεμελιά, βρισιές απρόβλεπτες, όταν η μοίρα πετάει πέτρες, αντίλαλοι αγνώστων φωνών-, συλλoγική σαλάτα της ζωής.
*
Τη μέρα είναι γεμάτοι από φασαρία που δεν σημαίνει τίποτα. Τη νύχτα είναι γεμάτοι από έλλειψη φασαρίας, που πάλι δεν σημαίνει τίποτα. Εγώ τη μέρα είμαι ένα τίποτα, αλλά τη νύχτα είμαι εγώ. Δεν υπάρχει καμιά διαφορά ανάμεσα σε μένα και τους δρόμους από την πλευρά της Αλφάντεγκα, εκτός από το ότι αυτοί είναι δρόμοι και εγώ ψυχή, το οποίο μπορεί να μην έχει καμιά σημασία μπροστά στην ουσία των πραγμάτων. Υπάρχει ένα κοινό πεπρωμένο, καθότι αφηρημένο, για τους ανθρώπους και τα πράγματα - ένας εξίσου αδιάφορος ορισμός στην άλγεβρα του μυστηρίου
(μετ. Μαρία Παπαδήμα)
Δευτέρα 13 Ιουλίου 2015
στην οδό του τίποτα...
Μια μέρα ίσως θα καταλάβουν ότι επιτέλεσα όσο κανείς άλλος το εγγενές καθήκον μου να γίνω ο ερμηνευτής ενός μεγάλου μέρους του αιώνα μας. Κι όταν θα το καταλάβουν, θα πρέπει να γράψουν ότι στην εποχή μου δεν με κατάλαβαν, ότι, δυστυχώς, έζησα ανάμεσα στην αδιαφορία και την ψυχρότητα, και ότι ήταν πολύ κρίμα που μου έλαχε αυτό. Κι αυτός που θα το γράψει, θα είναι, την εποχή που θα το γράψει, αυτός που δεν θα καταλάβει, όπως αυτοί που με περιβάλλουν σήμερα, τον αντίστοιχό μου εκείνη τη μελλοντική εποχή. Γιατί οι άνθρωποι μαθαίνουν μόνο για να χρησιμεύσει η γνώση στους προπάππους τους που έχουν ήδη πεθάνει. Μόνο στους νεκρούς ξέρουμε να διδάσκουμε τους αληθινούς κανόνες της ζωής.
Φερνάντο Πεσσόα
Λισαβόνα
Πάλι σε ξαναβλέπω ,
πόλη των παιδικών μου χρόνων φοβερά χαμένη ...
πόλη θλιμμένη και εύθυμη , πάλι ονειρεύομαι εδώ ...
Εγώ; Είμαι άραγε ο ίδιος εγώ που εδώ έζησα, κι εδώ γύρισα,
κι εδώ ξαναγύρισα και ξαναγύρισα;
Κι εδώ πάλι ξαναγύρισα;
Ή είμαστε, όλα τα Εγώ που υπήρξα εδώ ή υπήρξαν,
μια σειρά από χάντρες - όντα δεμένα μ' ένα νήμα-μνήμη,
μια σειρά ονείρων του εαυτού μου που τα ονειρεύτηκε
κάποιος άλλος πέρα από μένα;
Κατάστημα ψιλικών
Δεν είμαι τίποτα.
Ποτέ δεν θα είμαι τίποτα.
Δεν μπορώ να θέλω να είμαι τίποτα .
Πέραν αυτού, έχω μέσα μου όλα τα όνειρα του κόσμου.
Παράθυρα της κάμαρής μου,
της κάμαρής μου, μιας από τις χιλιάδες του κόσμου που κανείς δεν γνωρίζει ποια είναι
(και να 'ξεραν ποια είναι , τι θα 'ξεραν;)
βλέπετε στο μυστήριο ενός δρόμου όπου περνούν ασταμάτητα άνθρωποι,
σ' ένα δρόμο απρόσιτο σ' όλες τις σκέψεις,
πραγματικό , συγκεκριμένο , αγνώστως συγκεκριμένο ,
με το μυστήριο των πραγμάτων κάτω από τις πέτρες και τα όντα ,
με το θάνατο να προσθέτει υγρασία στους τοίχους και άσπρα μαλλιά στους ανθρώπους,
με το πεπρωμένο να οδηγεί την άμαξα του παντός στην οδό του τίποτα.
Αλλά ο μαγαζάτορας φάνηκε στην πόρτα και στάθηκε στο κατώφλι .
Τον κοιτάζω με τη δυσφορία του κεφαλιού που δυσκολεύεται να γυρίσει
και τη δυσφορία της ψυχής που δυσκολεύεται να καταλάβει.
Θα πεθάνει και θα πεθάνω .
Θ' αφήσει πίσω την ταμπέλα του , κι εγώ τους στίχους μου.
Κάποτε θα πεθάνει κι η ταμπέλα , θα πεθάνουν κι οι στίχοι.
Μετά θα πεθάνει ο δρόμος όπου υπήρξε η ταμπέλα ,
και η γλώσσα όπου γράφτηκαν οι στίχοι.
Έπειτα θα πεθάνει ο περιστρεφόμενος πλανήτης όπου συνέβησαν όλα αυτά.
Σ' άλλους δορυφόρους άλλων ηλιακών συστημάτων κάτι
που θα μοιάζει με ανθρώπους
θα εξακολουθεί να κάνει πράγματα που μοιάζουν με στίχους
και να ζει κάτω από πράγματα που μοιάζουν με ταμπέλες,
πάντα ένα πράγμα απέναντι από ένα άλλο,
πάντα ένα πράγμα τόσο ανώφελο όσο και το άλλο,
πάντα το αδύνατο τόσο ανόητο όσο και το πραγματικό,
πάντα το μυστήριο του βάθους τόσο βέβαιο
όσο και ο ύπνος του μυστηρίου της επιφανείας,
πάντα αυτό ή πάντα κάτι άλλο ή μήτε το ένα μήτε το άλλο.
Φερνάντο Πεσσόα
Γιάννης Σταύρου, Π. Μελά, Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβάΦερνάντο Πεσσόα
Λισαβόνα
Πάλι σε ξαναβλέπω ,
πόλη των παιδικών μου χρόνων φοβερά χαμένη ...
πόλη θλιμμένη και εύθυμη , πάλι ονειρεύομαι εδώ ...
Εγώ; Είμαι άραγε ο ίδιος εγώ που εδώ έζησα, κι εδώ γύρισα,
κι εδώ ξαναγύρισα και ξαναγύρισα;
Κι εδώ πάλι ξαναγύρισα;
Ή είμαστε, όλα τα Εγώ που υπήρξα εδώ ή υπήρξαν,
μια σειρά από χάντρες - όντα δεμένα μ' ένα νήμα-μνήμη,
μια σειρά ονείρων του εαυτού μου που τα ονειρεύτηκε
κάποιος άλλος πέρα από μένα;
Κατάστημα ψιλικών
Δεν είμαι τίποτα.
Ποτέ δεν θα είμαι τίποτα.
Δεν μπορώ να θέλω να είμαι τίποτα .
Πέραν αυτού, έχω μέσα μου όλα τα όνειρα του κόσμου.
Παράθυρα της κάμαρής μου,
της κάμαρής μου, μιας από τις χιλιάδες του κόσμου που κανείς δεν γνωρίζει ποια είναι
(και να 'ξεραν ποια είναι , τι θα 'ξεραν;)
βλέπετε στο μυστήριο ενός δρόμου όπου περνούν ασταμάτητα άνθρωποι,
σ' ένα δρόμο απρόσιτο σ' όλες τις σκέψεις,
πραγματικό , συγκεκριμένο , αγνώστως συγκεκριμένο ,
με το μυστήριο των πραγμάτων κάτω από τις πέτρες και τα όντα ,
με το θάνατο να προσθέτει υγρασία στους τοίχους και άσπρα μαλλιά στους ανθρώπους,
με το πεπρωμένο να οδηγεί την άμαξα του παντός στην οδό του τίποτα.
Αλλά ο μαγαζάτορας φάνηκε στην πόρτα και στάθηκε στο κατώφλι .
Τον κοιτάζω με τη δυσφορία του κεφαλιού που δυσκολεύεται να γυρίσει
και τη δυσφορία της ψυχής που δυσκολεύεται να καταλάβει.
Θα πεθάνει και θα πεθάνω .
Θ' αφήσει πίσω την ταμπέλα του , κι εγώ τους στίχους μου.
Κάποτε θα πεθάνει κι η ταμπέλα , θα πεθάνουν κι οι στίχοι.
Μετά θα πεθάνει ο δρόμος όπου υπήρξε η ταμπέλα ,
και η γλώσσα όπου γράφτηκαν οι στίχοι.
Έπειτα θα πεθάνει ο περιστρεφόμενος πλανήτης όπου συνέβησαν όλα αυτά.
Σ' άλλους δορυφόρους άλλων ηλιακών συστημάτων κάτι
που θα μοιάζει με ανθρώπους
θα εξακολουθεί να κάνει πράγματα που μοιάζουν με στίχους
και να ζει κάτω από πράγματα που μοιάζουν με ταμπέλες,
πάντα ένα πράγμα απέναντι από ένα άλλο,
πάντα ένα πράγμα τόσο ανώφελο όσο και το άλλο,
πάντα το αδύνατο τόσο ανόητο όσο και το πραγματικό,
πάντα το μυστήριο του βάθους τόσο βέβαιο
όσο και ο ύπνος του μυστηρίου της επιφανείας,
πάντα αυτό ή πάντα κάτι άλλο ή μήτε το ένα μήτε το άλλο.
Σάββατο 20 Ιουνίου 2015
Δεν αφαιρούμε και δεν προσθέτουμε τίποτα...
Πότε θα τελειώσει η εσωτερική αυτή νύχτα,
το σύμπαν,
Κι εγώ, ψυχή μου, πότε θα δω τη μέρα μου;
Πότε θα ξυπνήσω απο τον ξύπνο μου;
Γιάννης Σταύρου, Νυχτερινή Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά
Φερνάντο Πεσσόα
Ποιήματα
*
Καρδιακοί σκλάβοι των άστρων,
Κατακτουμε τον κόσμο πριν βγούμε απ' το κρεβάτι
Ξυπνούμε όμως, είναι σκιερός,
Σηκωνόμαστε, μας είναι ξένος,
Βγαίνουμε απ' το σπίτι μας, είναι ολόκληρη η γη,
Συν το ηλιακό σύστημα, ο Γαλαξίας, το 'Απειρο.
*
Η άμαξα πέρασε από το δρόμο κι έφυγε
Κι ο δρόμος δεν έγινε ούτε πιο άσχημος ούτε πιο όμορφος.
Έτσι και με των ανθρώπων τη δράση, σε όλο τον κόσμο.
Δεν αφαιρούμε και δεν προσθέτουμε τίποτα.
Περνάμε και ξεχνιόμαστε.
Κι ο ήλιος έρχεται κάθε μέρα στην ώρα του
*
Όταν έρθει η Άνοιξη
Ίσως πια να μη βρίσκομαι στον κόσμο.
Σήμερα, να μπορούσα θα’ θελα
Την Άνοιξη σαν πρόσωπο να την σκεφτώ.
Θα μπορούσα έτσι να φανταστώ πως κλαίει για μένα
Βλέποντας πως το φίλο το μοναδικό της έχει χάσει.
Μα η Άνοιξη δεν είναι ούτε πράγμα,
ούτε ένας τρόπος να μιλάς.
Ούτε τα λουλούδια, ούτε τα πράσινα φύλλα επιστρέφουν
Υπάρχουν νέα φύλλα, νέα λουλούδια
Υπάρχουν νέες, μυρωδάτες μέρες.
Τίποτα δεν γυρίζει, δεν επαναλαμβάνεται
Επειδή είναι πραγματικό το κάθε τι.
*
Ίσως αυτή να είναι
Η τελευταία μέρα της ζωής μου.
Το χέρι το δεξί μου σήκωσα τον ήλιο χαιρετώντας.
Μα δεν τον χαιρετούσα για αντίο.
Ήμουν χαρούμενος
Που να τον δω ακόμα μια φορά μπορούσα.
–Αυτό ήταν όλο.
το σύμπαν,
Κι εγώ, ψυχή μου, πότε θα δω τη μέρα μου;
Πότε θα ξυπνήσω απο τον ξύπνο μου;
Γιάννης Σταύρου, Νυχτερινή Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά
Φερνάντο Πεσσόα
Ποιήματα
*
Καρδιακοί σκλάβοι των άστρων,
Κατακτουμε τον κόσμο πριν βγούμε απ' το κρεβάτι
Ξυπνούμε όμως, είναι σκιερός,
Σηκωνόμαστε, μας είναι ξένος,
Βγαίνουμε απ' το σπίτι μας, είναι ολόκληρη η γη,
Συν το ηλιακό σύστημα, ο Γαλαξίας, το 'Απειρο.
*
Η άμαξα πέρασε από το δρόμο κι έφυγε
Κι ο δρόμος δεν έγινε ούτε πιο άσχημος ούτε πιο όμορφος.
Έτσι και με των ανθρώπων τη δράση, σε όλο τον κόσμο.
Δεν αφαιρούμε και δεν προσθέτουμε τίποτα.
Περνάμε και ξεχνιόμαστε.
Κι ο ήλιος έρχεται κάθε μέρα στην ώρα του
*
Όταν έρθει η Άνοιξη
Ίσως πια να μη βρίσκομαι στον κόσμο.
Σήμερα, να μπορούσα θα’ θελα
Την Άνοιξη σαν πρόσωπο να την σκεφτώ.
Θα μπορούσα έτσι να φανταστώ πως κλαίει για μένα
Βλέποντας πως το φίλο το μοναδικό της έχει χάσει.
Μα η Άνοιξη δεν είναι ούτε πράγμα,
ούτε ένας τρόπος να μιλάς.
Ούτε τα λουλούδια, ούτε τα πράσινα φύλλα επιστρέφουν
Υπάρχουν νέα φύλλα, νέα λουλούδια
Υπάρχουν νέες, μυρωδάτες μέρες.
Τίποτα δεν γυρίζει, δεν επαναλαμβάνεται
Επειδή είναι πραγματικό το κάθε τι.
*
Ίσως αυτή να είναι
Η τελευταία μέρα της ζωής μου.
Το χέρι το δεξί μου σήκωσα τον ήλιο χαιρετώντας.
Μα δεν τον χαιρετούσα για αντίο.
Ήμουν χαρούμενος
Που να τον δω ακόμα μια φορά μπορούσα.
–Αυτό ήταν όλο.
Δευτέρα 1 Δεκεμβρίου 2014
ο αρχαιότερος φόρος της διάνοιας...
Μόνο εικόνες των παιδικών μας χρόνων:
Μεγάλα βιβλία χρωματιστά, για να δεις κι όχι για να διαβάσεις
Μεγάλες σελίδες χρωματιστές, για να θυμάσαι αργότερα...
Γιάννης Σταύρου, Καφές & βιβλία, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)
Φερνάντο Πεσσόα
Δακτυλογραφία
(απόσπασμα)
Έχουμε όλοι δυο ζωές:
Την πραγματική, αυτή που ονειρευόμαστε
Στην παιδική μας ηλικία, αυτή
Που συνεχίζουμε να ονειρευόμαστε, μεγάλοι,
Στο βάθος της ομίχλης
Και την ψεύτικη, αυτή που ζούμε
Στις συναλλαγές μας με τους άλλους.
Που είναι η πρακτική, η χρήσιμη,
Αυτή που την τελειώνουμε στο φέρετρο.
Στην άλλη δεν υπάρχουν φέρετρα, θάνατοι,
Μόνο εικόνες των παιδικών μας χρόνων:
Μεγάλα βιβλία χρωματιστά, για να δεις κι όχι για να διαβάσεις
Μεγάλες σελίδες χρωματιστές, για να θυμάσαι αργότερα.
Στην άλλη είμαστε εμείς,
Στην άλλη ζούμε.
Σ’ αυτή πεθαίνουμε, και ζωή σημαίνει αυτό ακριβώς.
Αυτή τη στιγμή, λόγω αηδίας, ζω στην άλλη…
(μετ. Γιάννης Σουλιώτης)
Αποφθέγματα
Απαλλαγείτε από το παιδαριώδες σφάλμα της αναζήτησης του νοήματος των πραγμάτων και των λέξεων. Τίποτα δεν έχει νόημα.
Ότι είναι αγωνία το βλέπω. Κι ότι είναι χαρά δεν το νιώθω.
Ζω πάντα στο παρόν. Το μέλλον δε το γνωρίζω. Το παρελθόν δεν το έχω πια.
Ποτέ δεν αγαπάμε κανέναν. Αγαπάμε αποκλειστικά την εικόνα που διαμορφώνουμε για κάποιον. Αυτό που αγαπάμε είναι μια δική μας κατασκευή, στην ουσία δεν αγαπάμε παρά τον εαυτό μας.
Οι περισσότεροι άνθρωποι υποφέρουν από την ασθένεια του να μην ξέρουν να πουν αυτό που βλέπουν ή αυτό που σκέφτονται.
Πλήξη είναι, να σε βαραίνει η ανία του κόσμου, η στεναχώρια του να ζεις, η κούραση του να έχεις ζήσει. Η πλήξη είναι, στην ουσία, η σαρκική συνείδηση της εκτεταμένης κενότητας των πραγμάτων. Αυτός όμως που βρίσκεται στο έλεος της πλήξης είναι καταδικασμένος σ ένα κελί δίχως όρια.
Είναι εύκολο να απομακρύνεις τους ανθρώπους. Αρκεί να μην τους πλησιάζεις.
Η ζωή μου φέρνει μια ακαθόριστη ναυτία κι η μετακίνηση μου την επιδεινώνει.
Η μοναδική τραγωδία είναι η αδυναμία μας να συλλάβουμε τον εαυτό μας στην τραγικότητά του.
Δεν υπάρχουν κανόνες, όλοι οι άνθρωποι είναι εξαιρέσεις σε έναν κανόνα που δεν υπάρχει.
Οι ψυχίατροι γνωρίζουν (ενιότε) πώς δουλέυει το άρρωστο πνεύμα,αλλά όχι πως δουλεύει το υγιές πνέυμα.
Είναι η εξομολόγηση μου, κι αν δε λέω τίποτα, είναι που δεν έχω τίποτα να πω. Τι μπορεί δηλαδή να εξομολογηθεί κανείς που να αξίζει τον κόπο ή που να είναι χρήσιμο; Αυτό που μας έχει συμβεί, είτε συνέβη σ' όλον τον κόσμο είτε μόνο σ' εμάς. Στην πρώτη περίπτωση δεν έχουμε τίποτα το καινούριο να πούμε, στη δεύτερη κανείς δεν μπορεί να το καταλάβει.
Η συνείδηση της μη συνείδησης της ζωής είναι ο αρχαιότερος φόρος της διάνοιας.
Η λαμπρότητα ενός ωραίου ηλιοβασιλέματος, με καταθλίβει μ' όλη του την ομορφιά. Μπροστά σ' ένα τέτοιο θέαμα πάντα λέω : πόσο ευχαριστημένος πρέπει να νιώθει ένας ευτιχισμένος άνθρωπος αντικρίζοντας αυτόν τον ήλιο.
Ειμαι ένας άνθρωπος ανίκανος για δράση, αμήχανος μπροστά σε κάθε πρωτοβουλία ή κίνηση, αδέξιος στις κουβέντες μου με τους άλλους.
Η πραγματικότητα με αναστατώνει. Τα λόγια των άλλων με βυθίζουν σ' ένα τεράστιο άγχος.
Αν η καρδιά μπορούσε να σκεφτεί, θα σταματούσε.'
Πίστη δεν αποκτάς με το νου.
Η ζωή για μένα είναι ένα πανδοχείο όπου πρέπει να σταθώ ότου έρθει η ταχυδρομική άμαξα για την άβυσσο. Δεν ξέρω που θα με πάει γιατί δεν ξέρω τίποτα. Θα μπορούσα να δω αυτό το πανδοχείο σαν μια φυλακή, γιατί είμαι υποχρεωμένος να περιμένω εκεί μέσα' θα μπορούσα και να το θεωρήσω σαν ένα χώρο ευχάριστης κοινωνικής συναναστροφής γιατί εκεί συναντιέμαι με άλλους ανθρώπους.
Η πρόστυχή μου ύπαρξη υποκρίνεται μπρος στη ζωή.
Μεγάλα βιβλία χρωματιστά, για να δεις κι όχι για να διαβάσεις
Μεγάλες σελίδες χρωματιστές, για να θυμάσαι αργότερα...
Γιάννης Σταύρου, Καφές & βιβλία, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)
Φερνάντο Πεσσόα
Δακτυλογραφία
(απόσπασμα)
Έχουμε όλοι δυο ζωές:
Την πραγματική, αυτή που ονειρευόμαστε
Στην παιδική μας ηλικία, αυτή
Που συνεχίζουμε να ονειρευόμαστε, μεγάλοι,
Στο βάθος της ομίχλης
Και την ψεύτικη, αυτή που ζούμε
Στις συναλλαγές μας με τους άλλους.
Που είναι η πρακτική, η χρήσιμη,
Αυτή που την τελειώνουμε στο φέρετρο.
Στην άλλη δεν υπάρχουν φέρετρα, θάνατοι,
Μόνο εικόνες των παιδικών μας χρόνων:
Μεγάλα βιβλία χρωματιστά, για να δεις κι όχι για να διαβάσεις
Μεγάλες σελίδες χρωματιστές, για να θυμάσαι αργότερα.
Στην άλλη είμαστε εμείς,
Στην άλλη ζούμε.
Σ’ αυτή πεθαίνουμε, και ζωή σημαίνει αυτό ακριβώς.
Αυτή τη στιγμή, λόγω αηδίας, ζω στην άλλη…
(μετ. Γιάννης Σουλιώτης)
Αποφθέγματα
Απαλλαγείτε από το παιδαριώδες σφάλμα της αναζήτησης του νοήματος των πραγμάτων και των λέξεων. Τίποτα δεν έχει νόημα.
Ότι είναι αγωνία το βλέπω. Κι ότι είναι χαρά δεν το νιώθω.
Ζω πάντα στο παρόν. Το μέλλον δε το γνωρίζω. Το παρελθόν δεν το έχω πια.
Ποτέ δεν αγαπάμε κανέναν. Αγαπάμε αποκλειστικά την εικόνα που διαμορφώνουμε για κάποιον. Αυτό που αγαπάμε είναι μια δική μας κατασκευή, στην ουσία δεν αγαπάμε παρά τον εαυτό μας.
Οι περισσότεροι άνθρωποι υποφέρουν από την ασθένεια του να μην ξέρουν να πουν αυτό που βλέπουν ή αυτό που σκέφτονται.
Πλήξη είναι, να σε βαραίνει η ανία του κόσμου, η στεναχώρια του να ζεις, η κούραση του να έχεις ζήσει. Η πλήξη είναι, στην ουσία, η σαρκική συνείδηση της εκτεταμένης κενότητας των πραγμάτων. Αυτός όμως που βρίσκεται στο έλεος της πλήξης είναι καταδικασμένος σ ένα κελί δίχως όρια.
Είναι εύκολο να απομακρύνεις τους ανθρώπους. Αρκεί να μην τους πλησιάζεις.
Η ζωή μου φέρνει μια ακαθόριστη ναυτία κι η μετακίνηση μου την επιδεινώνει.
Η μοναδική τραγωδία είναι η αδυναμία μας να συλλάβουμε τον εαυτό μας στην τραγικότητά του.
Δεν υπάρχουν κανόνες, όλοι οι άνθρωποι είναι εξαιρέσεις σε έναν κανόνα που δεν υπάρχει.
Οι ψυχίατροι γνωρίζουν (ενιότε) πώς δουλέυει το άρρωστο πνεύμα,αλλά όχι πως δουλεύει το υγιές πνέυμα.
Είναι η εξομολόγηση μου, κι αν δε λέω τίποτα, είναι που δεν έχω τίποτα να πω. Τι μπορεί δηλαδή να εξομολογηθεί κανείς που να αξίζει τον κόπο ή που να είναι χρήσιμο; Αυτό που μας έχει συμβεί, είτε συνέβη σ' όλον τον κόσμο είτε μόνο σ' εμάς. Στην πρώτη περίπτωση δεν έχουμε τίποτα το καινούριο να πούμε, στη δεύτερη κανείς δεν μπορεί να το καταλάβει.
Η συνείδηση της μη συνείδησης της ζωής είναι ο αρχαιότερος φόρος της διάνοιας.
Η λαμπρότητα ενός ωραίου ηλιοβασιλέματος, με καταθλίβει μ' όλη του την ομορφιά. Μπροστά σ' ένα τέτοιο θέαμα πάντα λέω : πόσο ευχαριστημένος πρέπει να νιώθει ένας ευτιχισμένος άνθρωπος αντικρίζοντας αυτόν τον ήλιο.
Ειμαι ένας άνθρωπος ανίκανος για δράση, αμήχανος μπροστά σε κάθε πρωτοβουλία ή κίνηση, αδέξιος στις κουβέντες μου με τους άλλους.
Η πραγματικότητα με αναστατώνει. Τα λόγια των άλλων με βυθίζουν σ' ένα τεράστιο άγχος.
Αν η καρδιά μπορούσε να σκεφτεί, θα σταματούσε.'
Πίστη δεν αποκτάς με το νου.
Η ζωή για μένα είναι ένα πανδοχείο όπου πρέπει να σταθώ ότου έρθει η ταχυδρομική άμαξα για την άβυσσο. Δεν ξέρω που θα με πάει γιατί δεν ξέρω τίποτα. Θα μπορούσα να δω αυτό το πανδοχείο σαν μια φυλακή, γιατί είμαι υποχρεωμένος να περιμένω εκεί μέσα' θα μπορούσα και να το θεωρήσω σαν ένα χώρο ευχάριστης κοινωνικής συναναστροφής γιατί εκεί συναντιέμαι με άλλους ανθρώπους.
Η πρόστυχή μου ύπαρξη υποκρίνεται μπρος στη ζωή.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)





















