t


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες

Πέμπτη, 30 Δεκεμβρίου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, ζωγραφική: μενεξεδένιο αἷμα γοργοστάζ᾿ ἡ Ἀθήνα...

Λεηλατήθηκε η πατρίδα μας...

Πριν την τελική αυλαία, ας θυμηθούμε τους στίχους του ποιητή...

μενεξεδένιο αἷμα γοργοστάζ᾿ ἡ Ἀθήνα
κάθε ποὺ τὴ χτυπᾶν τοῦ Δειλινοῦ τὰ βέλη...

Κωστής Παλαμάς

Πατρίδες

Ἐδῶ οὐρανὸς παντοῦ κι ὁλοῦθε ἥλιου ἀχτίνα,
καὶ κάτι ὁλόγυρα σὰν τοῦ Ὑμηττοῦ τὸ μέλι,
βγαίνουν ἀμάραντ᾿ ἀπὸ μάρμαρο τὰ κρίνα,
λάμπει γεννήτρα ἑνὸς Ὀλύμπου ἡ θεία Πεντέλη.

Στὴν ὀμορφιὰ σκοντάβει σκάφτοντας ἡ ἀξίνα,
στὰ σπλάχνα ἀντὶ θνητοὺς θεοὺς κρατᾶ ἡ Κυβέλη,
μενεξεδένιο αἷμα γοργοστάζ᾿ ἡ Ἀθήνα
κάθε ποὺ τὴ χτυπᾶν τοῦ Δειλινοῦ τὰ βέλη.

Τῆς ἱερῆς ἐλιᾶς ἐδῶ ναοὶ καὶ οἱ κάμποι
ἀνάμεσα στὸν ὄχλο ἐδῶ ποὺ ἀργοσαλεύει
καθὼς ἀπάνου σ᾿ ἀσπρολούλουδο μία κάμπη,

ὁ λαὸς τῶν λειψάνων ζῆ καὶ βασιλεύει
χιλιόψυχος, τὸ πνεῦμα καὶ στὸ χῶμα λάμπει,
τὸ νιώθω, μὲ σκοτάδια μέσα μου παλεύει

Ἐκεῖ ποὺ ἀκόμα ζοῦν οἱ Φαίακες τοῦ Ὁμήρου
καὶ σμίγ᾿ ἡ Ἀνατολὴ μ᾿ ἕνα φιλὶ τὴ Δύση,
κι ἀνθεῖ παντοῦ μὲ τὴν ἐλιὰ τὸ κυπαρίσσι,
βαθύχρωμη στολὴ στὸ γαλανὸ τοῦ Ἀπείρου

----
Πατρίδες! Ἀέρας, γῆ, νερό, φωτιά! Στοιχεῖα,
ἀχάλαστα καὶ ἀρχὴ καὶ τέλος τῶν πλασμάτων,
σὰ θὰ περάσω στὴ γαλήνη τῶν μνημάτων,
θὰ σᾶς ξανάβρω, πρώτη καὶ στερνὴ εὐτυχία!

Τετάρτη, 29 Δεκεμβρίου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, ζωγραφική: Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική...

Μας έχει μείνει η γλώσσα...
Κάτι είναι κι αυτό - για λίγους βέβαια...

Οδυσσέας Ελύτης
από Άξιον Εστί

Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική.
το σπίτι φτωχικό στις αμμουδιές του Ομήρου...

Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου στις αμμουδιές του Ομήρου...

Εκεί σπάροι και πέρκες
ανεμόδαρτα ρήματα
ρεύματα πράσινα μες στα γαλάζια
όσα είδα στα σπλάχνα μου ν' ανάβουνε
σφουγγάρια, μέδουσες
με τα πρώτα λόγια των Σειρήνων
όστρακα ρόδινα με τα πρώτα μαύρα ρίγη...

Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου, με τα πρώτα μαύρα ρίγη...

Εκεί ρόδια, κυδώνια
θεοί μελαχροινοί, θείοι κ' εξάδελφοι
το λάδι αδειάζοντας μες στα πελώρια κιούπια.
Και πνοές από τη ρεμματιά ευωδιάζοντας
λυγαριά και σχίνο
σπάρτο και πιπερόριζα
με τα πρώτα πιπίσματα των σπίνων
ψαλμωδίες γλυκές με τα πρώτα-πρώτα Δόξα Σοι...
Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου, με τα πρώτα-πρώτα Δόξα Σοι!..

Δευτέρα, 27 Δεκεμβρίου 2010

Σχόλια & ζωγραφική: για όσους επιμένουν να σκέφτονται...

Εποχή γιορτών...

Ανταλάσσουμε ευχές όλοι - έστω από συνήθεια. Ούτε εμείς ξεφεύγουμε, παρόλο που η εποχή δεν αφήνει περιθώρια αισιοδοξίας για τα μέλλοντα...

Απευθύνουμε λοιπόν την ευχή στους λίγους, τους ελάχιστους, που επιμένουν να σκέφτονται, να συνεχίσουν αυτόν το δρόμο. Είναι η μόνη πηγή δημιουργίας, έμπνευσης, αντίστασης...

Ο Σπύρος Κουτρούλης στην ιστοσελίδα του δημοσιεύει ένα απόσπασμα από συνέντευξη που του είχε παραχωρήσει ο Παναγιώτης Κονδύλης (Π. Κονδύλης, Το αόρατο χρονολόγιο της σκέψης - Εκδ. Νεφέλη). Ό,τι καλύτερο μπορείς να προσφέρεις αυτές τις μέρες στους φίλους της σκέψης...

Το αναδημοσιεύουμε και τον ευχαριστούμε...

* Με μια υποσημείωση για τον φίλο μαθητευόμενο στοχαστή: όχι μόνο δεν γνωρίζουν το έργο του Π. Κονδύλη στην Ελλάδα, αλλά και πολλοί από όσους διατείνονται ότι το γνωρίζουν κι έχουν τα βιβλία του, δυστυχώς, δεν τα έχουν ποτέ διαβάσει - προκύπτει εκ των συζητήσεων και συμπεριφορών, δυστυχώς...

ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ


Κυριακή, 26 Δεκεμβρίου 2010

Π. Κονδύλης: Για τον ορθολογισμό και τον ανορθολογισμό και την διάκριση Είναι και Δέοντος

«Για να εκφρασθώ με δογματική επιγραμματικότητα , θεωρώ αδύνατη μιαν επιστήμη πέραν του ορθολογισμού και θεωρώ αδύνατη μιαν αντίληψη περί Δέοντος , ήτοι θεμελίωση αξιών , εντός του επιστημονικού ορθολογισμού. Αυτό σημαίνει , μεταξύ άλλων , ότι ο ορθολογισμός της επιστημονικής γνώσης και ο ορθολογισμός των αξιών είναι δύο διαφορετικά πράγματα. Σημαίνει επίσης ότι , ενώ η επιστημονική γνώση δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο παρά ορθολογική , η θεμελίωση ή η υπεράσπιση των αξιών είναι δυνατή τόσο με ορθολογικά όσο και με ανορθολογικά μέσα (π.χ. επίκληση του «ηθικού αισθήματος» , της «συμπόνοιας» κ.λ.π. Ο επιστημονικός ορθολογισμός δεν έχει βέβαια καμμιά σχέση με μια νοησιαρχική άρθρωση εννοιών όπου το αποκλειστικό κριτήριο της αλήθειας είναι η λογική συνοχή. Τούτη η τελευταία είναι αυτονόητο αίτημα της επιστημονικής σκέψης, όμως έχει επιστημονική αξία μόνον εάν «σώζει τα φαινόμενα», εάν δηλαδή κρυσταλλώνει γενικεύσεις εμπειρικών παρατηρήσεων. Εδώ είναι αδιάφορο αν οι γενικεύσεις διατυπώνονται με αφετηρία τις εμπειρικές παρατηρήσεις ή αν εκφέρονται υποθετικά για να επαληθευθούν εμπειρικά εκ των υστέρων. Στην πραγματικότητα οι δύο τούτοι modi procedendi είναι αδιαχώριστοι στην επιστημονική πρακτική…..

Διαφορετικά τίθεται το πρόβλημα του ορθολογισμού και του ανορθολογισμού όταν περνάμε στο επίπεδο των κοσμοθεωρητικών αποφάσεων και των ηθικών – κανονιστικών προτιμήσεων. Εδώ η διαμάχη «ορθολογιστών» και «ανορθολογιστών» αφορά στην πραγματικότητα όχι τον αμοιβαίο έλεγχο θεωρίας και εμπειρίας , αλλά την επικράτηση αυτών ή εκείνων των συγκεκριμένων (και σιωπηρά ή όχι , προυποτιθέμενων ) θέσεων .Οι «ορθολογιστές » συνδέουν εξ ορισμού τις προσφιλείς τους ηθικές-κανονιστικές θέσεις με την «ορθή χρήση του Λόγου», για να βγάλουν κατόπιν το συμπέρασμα ότι όποιος αντιστρατεύεται τις θέσεις αυτές το κάνει μόνο και μόνο γιατί είναι ανίκανος να σκεφθεί λογικά. Όμως ανάμεσα σε μορφή και περιεχόμενο , δηλαδή ανάμεσα στην επιχειρηματολογία σύμφωνα με τους τρέχοντες λογικούς κανόνες και σε τοποθετήσεις έναντι ζητημάτων περιεχομένου , δεν υφίσταται καμμία αναγκαία σχέση .Η ίδια μορφή λογικής επιχειρηματολογίας μπορεί ως προς το περιεχόμενο να οδηγήσει σε εντελώς διαφορετικά συμπεράσματα όταν οι προκείμενες διαφέρουν. Υπό την ελέγξιμη μορφή των λογικών κανόνων ο ορθολογισμός είναι καθαρά τυπικός .Όταν πάει να ταυτίσει τον εαυτό του με ηθικά-κανονιστικά περιεχόμενα ,τότε ξεφεύγει από την επικράτεια του τέτοιου ελέγχου και αρθρώνεται ως κοσμοθεωρητική απόφαση υπό διπλή έννοια :ως απόφαση υπέρ του «ορθολογισμού» και εναντίον του «ανορθολογισμού » , και ως απόφαση υπέρ αυτών των περιεχομένων και κατά των άλλων ……

Όπως οι «ορθολογιστές» αρνούνται να δουν τον ορθολογισμό στην αντίπερα όχθη, έτσι και οι «ανορθολογιστές» σφάλλουν όταν νομίζουν ότι ο «ορθολογισμός» ξεραίνει με τις αφαιρέσεις του τις υπαρξιακές προυποθέσεις τις σκέψης. Καμμιά από τις δύο παρατάξεις δεν είναι σε θέση ούτε να πραγματώσει όσα επαγγέλεται η ίδια, ούτε καν να επαληθεύσει στο ακέραιο τους φόβους της άλλης. Η απόφαση υπέρ του «ορθολογισμού» παραμένει υπαρξιακή απόφαση και η υπεράσπιση του «ανορθολογισμού» γίνεται με ορθολογικά μέσα ……

Όπως ήδη συνεπάγεται η διαστολή ανάμεσα σε επιστημονικό και σε ηθικό-κανονιστικό ορθολογισμό, διόλου δεν συνάπτω τη θέση ότι οι ηθικές αξίες είναι σχετικές (δηλαδή προϊόντα συγκεκριμένων υποκειμένων σε συγκεκριμένες καταστάσεις ) με κάποιας μορφής γνωστικό σχετικισμό και σκεπτικισμό. Στο κρίσιμο αυτό σημείο η τοποθέτηση μου αντιτίθεται σε ολόκληρη την ίσαμε τώρα φιλοσοφική παράδοση, δηλαδή στις δύο βασικές, αν και αντίρροπες, κατευθύνσεις της. Ο σκεπτικισμός συνέδεε πάντοτε, τόσο στις αρχαίες (σοφιστική, πυρρωνισμός) όσο και στις νεώτερες εκδοχές του, την αδυνατότητα γνώσης των πραγμάτων με τη σχετικότητα και τη μεταβλητότητα του καλού και του κακού, ενώ ο πλατωνισμός και οι ιδεοκρατικές τάσεις γενικότερα έκαναν ακριβώς το αντίστροφο : η εδραιότητα της μεταφυσικής γνώσης στήριζε τη βεβαιότητα για το ες αεί αμετάβλητο καλό και κακό. Έτσι ο σκεπτικισμός ήταν πάντοτε αντεστραμμένος πλατωνισμός και ο πλατωνισμός αντεστραμμένος σκεπτικισμός. Κατά τη δική μου αντίληψη η γνώση των ανθρώπινων πραγμάτων είναι δυνατή, τουλάχιστον σε πρακτικώς επαρκή βαθμό – και ακριβώς η γνώση αυτή μας επιτρέπει τη διαπίστωση ότι οι αξίες είναι σχετικές με την έννοια που ανέφερα παραπάνω. Δεν υφίσταται καμμία λογικά αναγκαία συνάφεια ανάμεσα στον γνωσιοθεωρητικό σκεπτικισμό και στον ηθικό σχετικισμό»

(από Π.ΚΟΝΔΥΛΗΣ : «Το αόρατο χρονολόγιο της σκέψης , Εκδόσεις ΝΕΦΕΛΗ, ΑΘΗΝΑ 1998, σελ. 95, 97, 99, 100).

Παρασκευή, 24 Δεκεμβρίου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, σύγχρονοι έλληνες ζωγράφοι: παραμονή των Χριστουγέννων του έτους 186...

Ευχές με ζωγραφική, ζωγράφοι, έλληνες ζωγράφοι

Οὕτως εἶχον τὰ πράγματα μέχρι τῆς παραμονῆς τῶν Χριστουγέννων τοῦ ἔτους 186...

ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης


Το χριστόψωμο

Μεταξὺ τῶν πολλῶν δημωδῶν τύπων, τοὺς ὁποίους θὰ ἔχωσι νὰ ἐκμεταλλευθῶσιν οἱ μέλλοντες διηγηματογράφοι μας, διαπρεπῆ κατέχει θέσιν ἡ κακὴ πενθερά, ὡς καὶ ἡ κακὴ μητρυιά. Περὶ μητρυιᾶς ἄλλωστε θὰ ἀποπειραθῶ νὰ διαλάβω τινά, πρὸς ἐποικοδόμησιν τῶν ἀναγνωστῶν μου. Περὶ μιᾶς κακῆς πενθερᾶς σήμερον ὁ λόγος.

Εἰς τί ἔπταιεν ἡ ἀτυχὴς νέα Διαλεχτή, οὕτως ὠνομάζετο, θυγάτηρ τοῦ Κασσανδρέως μπάρμπα Μανώλη, μεταναστεύσαντος κατὰ τὴν Ἑλληνικὴν Ἐπανάστασιν εἰς μίαν τῶν νήσων τοῦ Αἰγαίου; Εἰς τί ἔπταιεν ἂν ἦτο στείρα καὶ ἄτεκνος; Εἶχε νυμφευθῆ πρὸ ἑπταετίας, ἔκτοτε δὶς μετέβη εἰς τὰ λουτρὰ τῆς Αἰδηψοῦ, πεντάκις τῆς ἔδωκαν νὰ πίη διάφορα τελεσιουργὰ βότανα, εἰς μάτην, ἡ γῆ ἔμενεν ἄγονος. Δυὸ ἢ τρεῖς γύφτισσαι τῆς ἔδωκαν νὰ φορέση περίαπτα θαυματουργὰ περὶ τὰς μασχάλας, εἰπούσαι αὐτῇ, ὅτι τοῦτο ἦτο τὸ μόνον μέσον, ὅπως γεννήσῃ, καὶ μάλιστα υἱόν. Τέλος καλόγηρός τις Σιναΐτης τῇ ἐδώρησεν ἡγιασμένον κομβολόγιον, εἰπῶν αὐτῇ νὰ τὸ βαπτίζῃ καὶ νὰ πίνῃ τὸ ὕδωρ. Τὰ πάντα μάταια.

Ἐπὶ τέλους μὲ τὴν ἀπελπισίαν ᾖλθε καὶ ἡ ἀνάπαυσις τῆς συνειδήσεως, καὶ δὲν ἐνόμιζεν ἐαυτὴν ἔνοχον. Τὸ αὐτὸ ὅμως δὲν ἐφρόνει καὶ ἡ γραῖα Καντάκαινα, ἡ πενθερά της, ἥτις ἐπέρριπτεν εἰς τὴν νύμφην αὐτῆς τὸ σφάλμα τῆς μὴ ἀποκτήσεως ἐγγόνου διὰ τὸ γῆρας της.

Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὁ σύζυγος τῆς Διαλεχτῆς ἦτο τὸ μόνον τέκνον τῆς γραίας ταύτης, καὶ οὖτος δὲ συνεμερίζετο τὴν πρόληψιν τῆς μητρός του ἐναντίον τῆς συμβίας αὐτοῦ. Ἂν δὲν τῷ ἐγέννᾳ ἡ σύζυγός του, ἡ γενεὰ ἐχάνετο. Περίεργον, δέ, ὅτι πᾶς Ἕλλην τῆς ἐποχῆς μας ἱερώτατον θεωρεῖ χρέος καὶ ὑπερτάτην ἀνάγκην τὴν διαιώνισιν τοῦ γένους του.

Ἑκάστοτε, ὁσάκις ὁ υἱός της ἐπέστρεφεν ἐκ τοῦ ταξιδίου του, διότι εἶχε βρατσέραν, καὶ ἦτο τολμηρότατος εἰς τὴν ἀκτοπλοΐαν, ἡ γραῖα Καντάκαινα ἤρχετο εἰς προϋπάντησιν αὐτοῦ, τὸν ὡδήγει εἰς τὸν οἰκίσκον της, τὸν ἐδιάβαζε, τὸν ἐκατήχει, τοῦ ἔβαζε μαναφούκια, καὶ οὕτω τὸν προέπεμπε παρὰ τῇ γυναικὶ αὐτοῦ. Καὶ δὲν ἔλεγε τὰ ἐλαττώματά της, ἀλλὰ τὰ αὐγάτιζε, δὲν ἦτο μόνο «μαρμάρα», τουτέστι στείρα ἡ νύμφη της, τοῦτο δὲν ἤρκει, ἀλλ᾿ ἦτο ἄπαστρη, ἀπασσάλωτη, ξετσίπωτη κλπ. Ὅλα τὰ εἶχεν, «ἡ ποίσα, ἡ δείξα, ἡ ἄκληρη».


Ὁ καπετὰν Καντάκης, φλομωμένος, θαλασσοπνιγμένος, τὰ ἤκουεν ὅλα αὐτά, ἡ φαντασία του ἐφούσκωνεν, ἐξερχόμενος εἶτα συνήντα τοὺς συναδέλφους του ναυτικούς, ἤρχιζαν τὰ καλῶς ὤρισες, καλῶς σᾶς ηὕρα, ἔπινεν ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ ρώμια, καὶ μὲ τριπλῆν σκοτοδίνην, τὴν ἐκ τῆς θαλάσσης, τὴν ἐκ τῆς γυναικείας διαβολῆς καὶ τὴν ἐκ τῶν ποτῶν, εἰσήρχετο οἴκαδε καὶ βάρβαροι σκηναὶ συνέβαινον τότε μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τῆς συζύγου του.

Οὕτως εἶχον τὰ πράγματα μέχρι τῆς παραμονῆς τῶν Χριστουγέννων τοῦ ἔτους 186... Ὁ καπετὰν Καντάκης πρὸ πέντε ἡμερῶν εἶχε πλεύσει μὲ τὴν βρατσέραν του εἰς τὴν ἀπέναντι νῆσον μὲ φορτίον ἀμνῶν καὶ ἐρίφων, καὶ ἤλπιζεν, ὅτι θὰ ἑώρταζε τὰ Χριστούγεννα εἰς τὴν οἰκίαν του. Ἀλλὰ τὸν λογαριασμὸν τὸν ἔκαμνεν ἄνευ τοῦ ξενοδόχου, δηλ. ἄνευ τοῦ Βορρᾶ, ὅστις ἐφύσησεν αἰφνιδίως ἄγριος καὶ ἔκλεισαν ὅλα τὰ πλοῖα εἰς τοὺς ὅρμους, ὅπου εὑρέθησαν. Εἴπομεν ὅμως, ὅτι ὁ καπετὰν Καντάκης ἦτο τολμηρὸς περὶ τὴν ἀκτοπλοΐαν. Περὶ τὴν ἑσπέραν τῆς παραμονῆς τῶν Χριστουγέννων ὁ ἄνεμος ἐμετριάσθη ὀλίγον, ἀλλ᾿ οὐχ ἧττον ἐξηκολούθει νὰ πνέῃ. Τὸ μεσονύκτιον πάλιν ἐδυνάμωσε.

Τινὲς ναυτικοὶ ἐν τῇ ἀγορᾷ ἐστοιχημάτιζον, ὅτι, ἀφοῦ κατέπεσεν ὁ Βορρᾶς, ὁ καπετὰν Καντάκης θὰ ἔφθανε περὶ τὸ μεσονύκτιον. Ἡ σύζυγός του ὅμως δὲν ἦτο ἐκεῖ νὰ τοὺς ἀκούση καὶ δὲν τὸν ἐπερίμενεν. Αὕτη ἐδέχθη μόνο περὶ τὴν ἑσπέραν τὴν ἐπίσκεψιν τῆς πενθερᾶς της, ἀσυνήθως φιλόφρονος καὶ μηδιώσης, ἥτις τῇ εὐχήθῃ τὸ ἀπαραίτητον «καλὸ δέξιμο», καὶ διὰ χιλιοστὴν φορὰ τὸ στερεότυπον «μ᾿ ἕναν καλὸ γυιό».

Καὶ οὐ μόνον, τοῦτο, ἀλλὰ τῇ προσέφερε καὶ ἓν χριστόψωμο.

- Τὸ ζύμωσα μοναχή μου, εἶπεν ἡ θειὰ Καντάκαινα, μὲ γειὰ νὰ τὸ φᾶς.

- Θὰ τὸ φυλάξω ὡς τὰ Φῶτα, διὰ ν᾿ ἁγιασθῇ, παρετήρησεν ἡ νύμφη.

- Ὄχι, ὄχι, εἶπε μετ᾿ ἀλλοκότου σπουδῆς ἡ γραῖα, τὸ δικό της φυλάει ἡ κάθε μιὰ νοικοκυρὰ διὰ τὰ Φῶτα, τὸ πεσκέσι τρώγεται.

- Καλά, ἀπήντησεν ἠρέμα ἡ Διαλεχτή, τοῦ λόγου σου ξέρεις καλλίτερα.

Ἡ Διαλεχτὴ ἦτο ἀγαθωτάτης ψυχῆς νέα, οὐδέποτε ἠδύνατο νὰ φαντασθῇ ἢ νὰ ὑποπτεύσῃ κακό τι.

«Πῶς τὤπαθε ἡ πεθερά μου καὶ μοῦ ἔφερε χριστόψωμο», εἶπε μόνον καθ᾿ ἐαυτήν, καὶ ἀφοῦ ἀπῆλθεν ἡ γραῖα ἐκλείσθη εἰς τὴν οἰκίαν της καὶ ἐκοιμήθη μετὰ τίνος δεκαετοῦς παιδίσκης γειτονοπούλας, ἥτις τῇ ἔκανε συντροφίαν, ὁσάκις ἔλειπεν ὁ σύζυγός της. Ἡ Διαλεχτὴ ἐκοιμήθη πολὺ ἐνωρίς, διότι σκοπὸν εἶχε νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν ἐκκλησίαν περὶ τὸ μεσονύκτιον. Ὁ ναὸς δὲ τοῦ Ἁγίου Νικολάου μόλις ἀπεῖχε πεντήκοντα βήματα ἀπὸ τῆς οἰκίας της.

Περὶ τὸ μεσονύκτιον ἐσήμαναν παρατεταμένως οἱ κώδωνες. Ἡ Διαλεχτὴ ἠγέρθη, ἐνεδύθη καὶ ἀπῆλθεν εἰς τὴν ἐκκλησίαν. Ἡ παρακοιμωμένη αὐτὴ κόρη ἦτο συμπεφωνημένον, ὅτι μόνον μέχρι οὗ σημάνη ὁ ὄρθρος θὰ ἔμενε μετ᾿ αὐτῆς, ὅθεν ἀφυπνίσασα αὐτὴν τὴν ὡδήγησε πλησίον τῶν ἀδελφῶν της. Αἱ δυὸ οἰκίαι ἐχωρίζοντο διὰ τοίχου κοινοῦ.

Ἡ Διαλεχτὴ ἀνῆλθεν εἰς τὸν γυναικωνίτην τοῦ ναοῦ, ἀλλὰ μόλις παρῆλθεν ἠμίσεια ὥρα καὶ γυνή τις πτωχὴ καὶ χωλὴ δυστυχής, ἥτις ὑπηρέτει ὡς νεωκόρος τῆς ἐκκλησίας, ἐλθοῦσα τῇ λέγει εἰς τὸ οὖς.

- Δόσε μου τὸ κλειδί, ἦλθε ὁ ἄντρας σου.

- Ὁ ἄντρας μου! ἀνεφώνησεν ἡ Διαλεχτὴ ἔκπληκτος.

Καὶ ἀντὶ νὰ δώσῃ τὸ κλειδὶ ἔσπευσε νὰ καταβῇ ἡ ἰδία.

Ἐλθοῦσα εἰς τὴν κλίμακα τῆς οἰκίας, βλέπει τὸν σύζυγόν της κατάβρεκτον, ἀποστάζοντα ὕδωρ καὶ ἀφρόν.

- Εἶμαι μισοπνιγμένος, εἶπε μορμυρίζων οὗτος, ἀλλὰ δὲν εἶναι τίποτε. Ἀντὶ νὰ τὸ ρίξωμε ἔξω, τὸ καθίσαμε στὰ ρηχά.

- Πέσατε ἔξω; ἀνέκραξεν ἡ Διαλεχτή.

- Ὄχι, δὲν εἶναι σοῦ λέω τίποτε. Ἡ βρατσέρα εἶναι σίγουρη, μὲ δυὸ ἄγκουρες ἀραγμένη καὶ καθισμένη.

- Θέλεις ν᾿ ἀνάψω φωτιά;

- Ἄναψε καὶ δόσε μου ν᾿ ἀλλάξω.

Ἡ Διαλεχτὴ ἐξήγαγε ἐκ τοῦ κιβωτίου ἐνδύματα διὰ τὸν σύζυγόν της καὶ ἤναψε πῦρ.

- Θέλεις κανένα ζεστό;

- Δὲν μ᾿ ὠφελεῖ ἐμένα τὸ ζεστό, εἶπεν ὁ καπετὰν Καντάκης. Κρασὶ νὰ βγάλῃς.

Ἡ Διαλεχτὴ ἐξήγαγεν ἐκ τοῦ βαρελίου οἶνον.

- Πῶς δὲν ἐφρόντισες νὰ μαγειρεύσῃς τίποτε; εἶπε γογγύζων ὁ ναυτικός.

- Δὲν σ᾿ ἐπερίμενα ἀπόψε, ἀπήντησε μετὰ ταπεινότητος ἡ Διαλεχτή. Κρέας ἐπῆρα. Θέλεις νὰ σοῦ ψήσω πριζόλα;

- Βάλε, στὰ κάρβουνα, καὶ πήγαινε σὺ στὴν ἐκκλησιά σου, εἶπεν ὁ καπετὰν Καντάκης. Θὰ ἔλθω κι ἐγὼ σὲ λίγο.

Ἡ Διαλεχτὴ ἔθεσε τὸ κρέας ἐπὶ τῆς ἀνθρακιᾶς, ἥτις ἐσχηματίσθη ἤδη, καὶ ἡτοιμάζετο νὰ ὑπακούσῃ εἰς τὴν διαταγὴν τοῦ συζύγου της, ἥτις ἦτο καὶ ἰδική της ἐπιθυμία, διότι ἤθελε νὰ κοινωνήσῃ. Σημειωτέον ὅτι τὴν φράσιν «πήγαινε σὺ στὴν ἐκκλησιά σου» ἔβαψεν ὁ Καντάκης διὰ στρυφνῆς χροιᾶς.

- Ἡ μάννα μου δὲ θὰ τὤμαθε βέβαια ὅτι ᾖλθα, παρετήρησεν αὖθις ὁ Καντάκης.

- Ἐκείνη εἶναι στὴν ἐνορία της, ἀπήντησεν ἡ Διαλεχτή. Θέλεις νὰ τῆς παραγγείλω;

- Παράγγειλέ της νὰ ἔλθῃ τὸ πρωί.

Ἡ Διαλεχτὴ ἐξῆλθεν. Ὁ Καντάκης τὴν ἀνεκάλεσεν αἴφνης.

- Μὰ τώρα εἶναι τρόπος νὰ πᾶς ἐσὺ στὴν ἐκκλησιά, καὶ νὰ μὲ ἀφήσεις μόνον;

- Νὰ μεταλάβω κι ἔρχομαι, ἀπήντησεν ἡ γυνή.

Ὁ Καντάκης δὲν ἐτόλμησε ν᾿ ἀντείπῃ τι, διότι ἡ ἀπάντησις θὰ ἦτο βλασφημία. Οὐχ ἧττον ὅμως τὴν βλασφημίαν ἐνδιαθέτως τὴν ἐπρόφερεν.

Ἡ Διαλεχτὴ ἐφρόντισε νὰ στείλη ἀγγελιοφόρον πρὸς τὴν πενθεράν της, ἕνα δωδεκαετῆ παῖδα τῆς αὐτῆς ἐκείνης γειτονικῆς οἰκογενείας, ἧς ἡ θυγάτηρ ἐκοιμήθη ἀφ᾿ ἑσπέρας πλησίον της, καὶ ἐπέστρεψεν εἰς τὸν ναόν.

Ὁ Καντάκης, ὅστις ἐπείνα τρομερά, ἤρχισε νὰ καταβροχθίζῃ τὴν πριζόλαν. Καθήμενος ὀκλαδὸν παρὰ τὴν ἑστίαν, ἐβαρύνετο νὰ σηκωθῆ καὶ ν᾿ ἀνοίξη τὸ ἑρμάρι διὰ νὰ λάβη ἄρτον, ἀλλ᾿ ἀριστερόθεν αὐτοῦ ὑπεράνω τῆς ἑστίας ἐπὶ μικροῦ σανιδώματος εὑρίσκετο τὸ Χριστόψωμον ἐκεῖνο, τὸ δῶρον τῆς μητρός του πρὸς τὴν νύμφην αὐτῆς. Τὸ ἔφθασε καὶ τὸ ἔφαγεν ὁλόκληρον σχεδὸν μετὰ τοῦ ὀπτοῦ κρέατος.


Περὶ τὴν αὐγήν, ἡ Διαλεχτὴ ἐπέστρεψεν ἐκ τοῦ ναοῦ, ἀλλ᾿ εὗρε τὴν πενθεράν της περιβάλλουσαν διὰ τῆς ὠλένης τὸ μέτωπον τοῦ υἱοῦ αὐτῆς καὶ γοερῶς θρηνοῦσαν.

Ἐλθοῦσα αὕτη πρὸ ὀλίγων στιγμῶν τὸν εὗρε κοκκαλωμένον καὶ ἄπνουν. Ἐπάρασα τοὺς ὀφθαλμούς, παρετήρησε τὴν ἀπουσίαν τοῦ Χριστοψώμου ἀπὸ τοῦ σανιδώματος τῆς ἑστίας, καὶ ἀμέσως ἐνόησε τὰ πάντα. Ὁ Καντάκης ἔφαγε τὸ φαρμακωμένο χριστόψωμο, τὸ ὁποῖον ἡ γραῖα στρίγλα εἶχε παρασκευάσει διὰ τὴν νύμφην της.

Ἰατροὶ ἐπιστήμονες δὲν ὑπῆρχον ἐν τῇ μικρᾷ νήσῳ· οὐδεμία νεκροψία ἐνεργήθη. Ἐνομίσθη, ὅτι ὁ θάνατος προῆλθεν ἐκ παγώματος συνεπείᾳ τοῦ ναυαγίου. Μόνη ἡ γραῖα Καντάκαινα ἤξευρε τὸ αἴτιον τοῦ θανάτου. Σημειωτέον, ὅτι ἡ γραῖα, συναισθανθεῖσα καὶ αὐτὴ τὸ ἔγκλημά της, δὲν ἐμέμφθη τὴν νύμφην της. Ἀλλὰ τοὐναντίον τὴν ὑπερήσπισε κατὰ τῆς κακολογίας ἄλλων.

Ἐὰν ἔζησε καὶ ἄλλα κατόπιν Χριστούγεννα, ἡ ἄστοργος πενθερὰ καὶ ἀκουσία παιδοκτόνος, δὲ θὰ ἦτο πολὺ εὐτυχὴς εἰς τὸ γῆρας της.

(«Ἐφημερίς», 26 Δεκεμβρίου 1887)

Πέμπτη, 23 Δεκεμβρίου 2010

Σχόλια & ζωγραφική, ζωγράφοι: οἱ ἐρωτευμένοι μὲ ἥλιο ἢ μὲ φεγγάρι...

βρές τους, Ποιητή!
κατάγραψέ τους προσεχτικὰ
γιατί ὅσο πᾶν καὶ λιγοστεύουν...

Μίλτος Σαχτούρης

Οι απομείνατες

Ὅμως ὑπάρχουν ἀκόμα
λίγοι ἄνθρωποι
ποὺ δὲν εἶναι κόλαση
ἡ ζωή τους

ὑπάρχει τὸ μικρὸ πουλὶ ὁ κιτρινολαίμης
ἡ Fraülein Ramser
καὶ πάντοτε τοῦ ἥλιου οἱ ἀπομείναντες
οἱ ἐρωτευμένοι μὲ ἥλιο ἢ μὲ φεγγάρι

ψάξε καλὰ
βρές τους, Ποιητή!
κατάγραψέ τους προσεχτικὰ
γιατί ὅσο πᾶν καὶ λιγοστεύουν

λιγοστεύουν

Τετάρτη, 22 Δεκεμβρίου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, ζωγραφική: καὶ τὸ φεγγάρι ταξιδεύει πάντα ἴδιο...

Νίκος Καρούζος, από τις τελευταίες μεγάλες ποιητικές φωνές...

"Έγραψα ποίηση· μ’ άλλα λόγια συνεργάστηκα με το μηδέν.

Αυτό που ονομάζουμε “χρόνο” είναι μια ανάγκη της σκέψης για να επιβάλει στα φαινόμενα μια οργάνωση. Είναι ένα μέσο. Τίποτ’ άλλο."

Νίκος Καρούζος

Έρημος σαν τη βροχή

Διαβαίνω ἀγιάτρευτος μέσ᾿ στ᾿ ὄνειρό μου
σὲ δίχτυ μόνος της πρώτης σιωπῆς
ἔδειξα τὰ πτηνὰ διχάζεται ὁ δρόμος
ἡ ἀλήθεια φαρδαίνει πάντα τὴν ὁρμή.
Κ᾿ ἡ μοῖρα τῶν ἄστρων
θὰ εἶναι τέφρα θὰ εἶναι μία μεγάλη πυρικὴ
τώρα μαθαίνω τὸ αἷμα μου
δίχως τοὺς δροσεροὺς ὑάκινθους
τώρα σὲ βλέπω δρόμε τοῦ καλoῦ σὰν εἰδοποίηση
μὲ κρίνους
ἔχοντας τὸ σακούλι τ᾿ ἀναστεναγμοῦ
κι ὅλο πηγαίνω
πηγαίνω
στὶς
πηγές.


Νίκος Καρούζος (1926-1990)

Νεότερος

Αἰσθάνομαι μόνος
ἀφοῦ δὲν ἔχει δεύτερη ζωὴ ν᾿ ἀλλάξουμε
καὶ τὸ φεγγάρι ταξιδεύει πάντα ἴδιο.
Σύντροφε οὐρανὲ
ἄλλοτε ἡ ἐλπίδα φεγγοβολοῦσε στὰ χέρια
κοιτάζω τὸ σῶμα βρίσκω τ᾿ ὄνειρο
πάει κ᾿ ἡ ἀγάπη
χάνεται
σὰν τὸ νερὸ στὴν πέτρα.
Τί εἶναι πιὰ ἕνα δέντρο τί εἶναι τ᾿ ἀσημένια φύλλα;
Μέσ᾿ στὴν ὁρμὴ τῆς ἐρημιᾶς γινόμαστε διάφανοι.

Κυριακή, 19 Δεκεμβρίου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, Έλληνες ζωγράφοι: για την ελληνική γλώσσα...

Αφιερωμένη στην Ελληνική γλώσσα...

...μια γυναίκα που αφιέρωσε όλη τη ζωή της στην ελληνική γλώσσα και τον ελληνικό πολιτισμό...

ΒΗΜΑ, 19-12-2010


Η μεγάλη ελληνίστρια και ακαδημαϊκός Ζακλίν ντε Ρομιγί, η οποία υπήρξε η πρώτη γυναίκα καθηγήτρια του College de France, πέθανε σε ηλικία 97 ετών.

Τον θάνατό της ανακοίνωσε την Κυριακή ο εκδότης της, Μπερνάρ ντε Φαλουά.

Η Ζακλίν ντε Ρομιγί, γνωστή για τις μελέτες της στο χώρο του αρχαιοελληνικού πολιτισμού, η οποία ενσάρκωνε μια ουμανιστική αντίληψη του πολιτισμού, έγραψε σε διάστημα άνω των 60 ετών, δεκάδες έργα.



Το 1988 έγινε η δεύτερη εκλεγμένη γυναίκα μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας, μετά την Μαργκερίτ Γιουρσενάρ. Μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, έλαβε την ελληνική υπηκοότητα το 1995 και ανακηρύχθηκε πρέσβειρα του ελληνισμού το 2000.

«Είναι μια μεγάλη απώλεια για τη χώρα μας. Ήταν μια γυναίκα που αφιέρωσε όλη τη ζωή της στην ελληνική γλώσσα και τον ελληνικό πολιτισμό γιατί θεωρούσε ότι ήταν μια εκπαίδευση στην κατανόηση της ελευθερίας του ατόμου, στην προσήλωση στη δημοκρατία» δήλωσε η Ελέν Καρέρ ντ' Ανκός, ισόβια γραμματέας της Γαλλικής Ακαδημίας.

«Υπέφερε πολύ εδώ και μερικές δεκάδες χρόνια από το γεγονός ότι έβλεπε να φθίνει η μελέτη της ελληνικής γλώσσας και αυτό τής προκαλούσε τεράστιο πόνο» πρόσθεσε η Ντ' Ανκός, η οποία πιστεύει ότι ο καλύτερος φόρος τιμής για την Ζακλίν ντε Ρομιγί «θα ήταν να δοθεί εφεξής μεγαλύτερη σημασία στην ελληνική γλώσσα, την οποία υποστήριξε περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον στη χώρα μας».

Παρασκευή, 17 Δεκεμβρίου 2010

Σχόλια & Έλληνες ζωγράφοι, ζωγραφική: νοσταλγία του Ελληνικού τοπίου...

Ελληνικό τοπίο, ερημοκλήσια στην Αττική...
Πόσο μας πληγώνει το Ελληνικό τοπίο...
Πόσο μας πληγώνει η νοσταλγία της Ελλάδας που χάσαμε...

ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

Γιώργος Σεφέρης

Μποτίλια στο πέλαγο

Τρεῖς βράχοι λίγα καμένα πεῦκα κι ἕνα ρημοκλῆσι
καὶ παραπάνω
τὸ ἴδιο τοπίο ἀντιγραμμένο ξαναρχίζει.
τρεῖς βράχοι σὲ σχῆμα πύλης, σκουριασμένοι
λίγα καμένα πεῦκα, μαῦρα καὶ κίτρινα
κι ἕνα τετράγωνο σπιτάκι θαμμένο στὸν ἀσβέστη.
καὶ παραπάνω ἀκόμη πολλὲς φορὲς
τὸ ἴδιο τοπίο ξαναρχίζει κλιμακωτὰ
ὡς τὸν ὁρίζοντα ὡς τὸν οὐρανὸ ποὺ βασιλεύει.
Ἐδῶ ἀράξαμε τὸ καράβι νὰ ματίσουμε τὰ σπασμένα κουπιά,
νὰ πιοῦμε νερὸ καὶ νὰ κοιμηθοῦμε.
Ἡ θάλασσα ποὺ μᾶς πίκρανε εἶναι βαθιὰ κι ἀνεξερεύνητη
καὶ ξεδιπλώνει μίαν ἀπέραντη γαλήνη.
Ἐδῶ μέσα στὰ βότσαλα βρήκαμε ἕνα νόμισμα
καὶ τὸ παίξαμε στὰ ζάρια.
Τὸ κέρδισε ὁ μικρότερος καὶ χάθηκε.
Ξαναμπαρκάραμε μὲ τὰ σπασμένα μας κουπιά.


Γιάννης Σταύρου, πορτρέτο του Γιώργου Σεφέρη,
μικτή τεχνική


Τελευταίος σταθμός

Κι αν σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές
είναι γιατί τ’ ακούς γλυκότερα, κι η φρίκη
δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή
γιατί είναι αμίλητη και προχωράει

Πέμπτη, 16 Δεκεμβρίου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, ζωγραφική: Ας υποθέσουμε πως δεν έχουμε φτάσει στα όρια της σιγής...

Ας υποθέσουμε πως δεν έχουμε φτάσει
από εκατό δρόμους, στα όρια της σιγής,
κι ας τραγουδήσουμε...

Κώστας Καρυωτάκης

Αισιοδοξία

Ας υποθέσουμε πως δεν έχουμε φτάσει
στο μαύρο αδιέξοδο, στην άβυσσο του νου.
Ας υποθέσουμε πως ήρθανε τα δάση
μ' αυτοκρατορικήν εξάρτηση πρωινού
θριάμβου, με πουλιά, με το φως τ' ουρανού,
και με τον ήλιο όπου θα τα διαπεράσει.

Ας υποθέσουμε πως είμαστε κει πέρα,
σε χώρες άγνωστες, της δύσης, του βορρά,
ενώ πετούμε το παλτό μας στον αέρα,
οι ξένοι βλέπουνε περίεργα, σοβαρά.
Για να μας δεχθεί κάποια λαίδη τρυφερά,
έδιωξε τους υπηρέτες της ολημέρα.

Ας υποθέσουμε πως του καπέλου ο γύρος
άξαφνα εφάρδυνε, μα εστένεψαν, κολλούν,
τα παντελόνια μας και, με του πτερνιστήρος
το πρόσταγμα, χιλιάδες άλογα κινούν.
Πηγαίνουμε -- σημαίες στον άνεμο χτυπούν --
ήρωες σταυροφόροι, σωτήρες του Σωτήρος.

Ας υποθέσουμε πως δεν έχουμε φτάσει
από εκατό δρόμους, στα όρια της σιγής,
κι ας τραγουδήσουμε, -- το τραγούδι να μοιάσει
νικητήριο σάλπισμα, ξέσπασμα κραυγής --
τους πυρρούς δαίμονες, στα έγκατα της γης,
και, ψηλά, τους ανθρώπους να διασκεδάσει.

Τετάρτη, 15 Δεκεμβρίου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, ζωγραφική: εκεί που μένουμε τώρα ανυπόστατοι λυγίζοντας...

ή μήπως όχι δεν απομένει τίποτα παρά μόνο το βάρος
η νοσταλγία του βάρους μιάς ύπαρξης ζωντανής
εκεί που μένουμε τώρα ανυπόστατοι λυγίζοντας...

Γιώργος Σεφέρης

Ο Βασιλιάς της Ασίνης
(απόσπασμα)

Κι ο ποιητής αργοπορεί κοιτάζοντας τις πέτρες κι' αναρωτιέται
υπάρχουν άραγε
ανάμεσα στις χαλασμένες τούτες γραμμές τις ακμές τις αιχμές
τα κοίλα και τις καμπύλες
υπάρχουν άραγε
εδώ που συναντιέται το πέρασμα της βροχής του αγέρα και της φθοράς
υπάρχουν, η κίνηση του προσώπου το σχήμα της στοργής
εκείνων που λιγόστεψαν τόσο παράξενα μες στη ζωή μας
αυτών που απόμειναν σκιές κυμάτων και στοχασμοί με την απεραντοσύνη του πελάγου
ή μήπως όχι δεν απομένει τίποτα παρά μόνο το βάρος
η νοσταλγία του βάρους μιάς ύπαρξης ζωντανής
εκεί που μένουμε τώρα ανυπόστατοι λυγίζοντας
σαν τα κλωνάρια της φριχτής ιτιάς σωριασμένα μέσα στη διάρκεια της απελπισίας
ενώ το ρέμα κίτρινο κατεβάζει αργά βούρλα ξεριζωμένα μές στο βούρκο
είκόνα μορφής που μαρμάρωσε με την απόφαση μιάς πίκρας παντοτινής.
Ο ποιητής ένα κενό.

Ασπιδοφόρος ο ήλιος ανέβαινε πολεμώντας

"Ασίνην τε Ασίνην τε...". Νά' ταν ο βασιλιάς της Ασίνης
που τον γυρεύουμε τόσο προσεχτικά σε τούτη την ακρόπολη
αγγίζοντας κάποτε με τα δάκτυλά μας την αφή του πάνω στις πέτρες.

Τρίτη, 14 Δεκεμβρίου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, Έλληνες ζωγράφοι: πελώρια σύμβολα τα νέφη στον αιθέρα...

όταν σε νύχτα αστερωμένη ατενίζω
πελώρια σύμβολα τα νέφη στον αιθέρα,
και συλλογίζομαι, ποτέ δεν θά ’ρθει η μέρα
με μάγο χέρι τις σκιές τους να ιστορήσω...

Τζον Κητς

Όταν φοβάμαι

Όταν φοβάμαι πιο πολύ πως θα πεθάνω
και θά ’ναι ασύναχτο στο νου το γέννημά μου,
τόμους δεν θά ’χω στοιβαγμένους ώς επάνω,
σιταποθήκες με την ώριμη σοδειά μου·

όταν σε νύχτα αστερωμένη ατενίζω
πελώρια σύμβολα τα νέφη στον αιθέρα,
και συλλογίζομαι, ποτέ δεν θά ’ρθει η μέρα
με μάγο χέρι τις σκιές τους να ιστορήσω·

κι όταν αισθάνομαι πως πια δεν θα σε βλέπω,
ωραίο πλάσμα της στιγμής, σαν παραμύθι
τον έρωτά σου απερίσκεπτα να δρέπω·

τότε, στου κόσμου τη μεγάλη παραλία,
σκέφτομαι μόνος, ώσπου χάνονται στα βύθη
και της αγάπης και της δόξας τα πρωτεία.

(μετάφραση Διονύσης Καψάλης)


John Keats (1795-1821)

John Keats

When I Have Fears


When I have fears that I may cease to be

Before my pen has glean'd my teeming brain,

Before high-piled books, in charactery,

Hold like rich garners the full ripen'd grain;

When I behold, upon the night's starr'd face,

Huge cloudy symbols of a high romance,

And think that I may never live to trace

Their shadows, with the magic hand of chance;

And when I feel, fair creature of an hour,

That I shall never look upon thee more,

Never have relish in the faery power

Of unreflecting love;--then on the shore

Of the wide world I stand alone, and think

Till love and fame to nothingness do sink.

Δευτέρα, 13 Δεκεμβρίου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, ζωγραφική: δεν τρέφουν καμμία αγάπη για την "παραίτηση" από το ένστικτο...

Η κρίση του Φρόιντ για τις μάζες...

...οι μάζες είναι οκνηρές και ανόητες, δεν τρέφουν καμμία αγάπη για την "παραίτηση" από το ένστικτο, και δεν πρόκειται να πεισθούν για το αναπόφευκτο τούου μ' επιχείρήματα. Τα άτομα αλληλοϋποστηρίζονται προκειμένου να δοθεί ελευθερία στην αχαλινωσία τους...
Σίγκμουντ Φρόιντ

Πέμπτη, 9 Δεκεμβρίου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, Έλληνες ζωγράφοι: ἔτσι νικήτρα πάντοτε, μοιάζει ἡ σκιὰ ἡ δική σου...

Ὁ ἥλιος ἐσκοτείνιασε τὴ φλόγα τῶν κεριῶν·
ἔτσι νικήτρα πάντοτε, μοιάζει ἡ σκιὰ ἡ δική σου
μὲ τὸν ἀθάνατο ἥλιον, ὦ ψυχή, ποὺ φῶς σκορπίζει!

Σαρλ Μπωντλαίρ

Η ψυχική αυγή

Ὅταν τὸ φῶς της ρίχνει ἡ αὐγὴ τὸ λευκορροδισμένο
στοὺς γλεντοκήπους καὶ γροικοῦν σὰν τύψη τὸ Ἰδεῶδες,
κάτι τὸ ἐκδικητικὸ καὶ τὸ μυστηριῶδες,
ἕν᾿ ἄγγελο στὸ κτῆνος τους, ξυπνᾷ, τὸ ναρκωμένο.

Τῶν ψυχικῶν τότε οὐρανῶν τ᾿ ἄφθαστο γαλανό,
γιὰ κεῖνον ποὺ ρεμβάζει ὠχρὸς καὶ ποὺ ὑποφέρει ἀκόμα,
ἀνοίγεται καὶ τὸν τραβᾷ καθὼς βαράθρου στόμα.
Ἔτσι, γλυκιὰ Θεά μου, ἁγνὸ Πλάσμα καὶ φωτεινό,

στὰ καπνισμένα ἐρείπια τῶν ἠλιθίων γλεντιῶν,
πιὸ φωτεινή, πιὸ ρόδινη, πιὸ ὡραία ἡ θυμησή σου,
ἀδιάκοπα στὰ ἐκστατικὰ μάτια μου φτερουγίζει.

Ὁ ἥλιος ἐσκοτείνιασε τὴ φλόγα τῶν κεριῶν·
ἔτσι νικήτρα πάντοτε, μοιάζει ἡ σκιὰ ἡ δική σου
μὲ τὸν ἀθάνατο ἥλιον, ὦ ψυχή, ποὺ φῶς σκορπίζει!

Charles Baudelaire

L'Aube spirituelle

Quand chez les débauchés l'aube blanche et vermeille
Entre en société de l'Idéal rongeur,
Par l'opération d'un mystère vengeur
Dans la brute assoupie un ange se réveille.

Des Cieux Spirituels l'inaccessible azur,
Pour l'homme terrassé qui rêve encore et souffre,
S'ouvre et s'enfonce avec l'attirance du gouffre.
Ainsi, chère Déesse, Etre lucide et pur,

Sur les débris fumeux des stupides orgies
Ton souvenir plus clair, plus rose, plus charmant,
À mes yeux agrandis voltige incessamment.

Le soleil a noirci la flamme des bougies;
Ainsi, toujours vainqueur, ton fantôme est pareil,
Ame resplendissante, à l'immortel soleil!

Τρίτη, 7 Δεκεμβρίου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, ζωγραφική: Και το μικρό πλοίο σηκωνόταν ψηλά, πετιότανε στα ύψη...

Και το μικρό πλοίο σηκωνόταν ψηλά, πετιότανε στα ύψη, κι άλλοτε γκρεμιζότανε στα βάθη, για να φανεί πάλι στις πλάτες των αφρισμένων κυμάτων...

Δημοσθένης Βουτυράς

Στη θάλασσα

Η θάλασσα τώρα κουνιόταν πιο ταραγμένη, πιο αφρισμένη, σαν η εμφάνιση των μαύρων συννέφων να την είχε εξαγριώσει περισσότερο. Και ο ουρανός σκεπαζόταν από μαύρα σύννεφα, που τρέχανε, απλωνόντανε γρήγορα, βιαστικά.

Κίτρινοι, φοβισμένοι ήταν όλοι. Κάποτε ρίχνανε μια άγρια ματιά στον παπά που μαζεμένος, κοντά σ΄ ένα γίγαντα ναυτικό, κοίταζε τα κύματα.

– Αμ΄ στόπα! έλεγε ένας επιβάτης ψηλός, κοκκαλιάρης, στόπα άμα τον είδα! Τι διάολο τον ήθελε ο Μιχαλιός μέσα! Δεν έπρεπε να τον πάρει, δεν έπρεπε! Νάμουν εγώ και νάβαζα αυτόν το διάολο μέσα!...

– Στο διάολο, έκανε ο άλλος, που τον άκουγε, δεν ξέρω τι θέλουνε και ταξιδεύουνε αυτοί οι σατανάδες! Αυτοί δεν έπρεπε να το κουνούν απ΄ τον τόπον τους.

– Είναι δαιμόνοι σωστοί!

Και η θάλασσα αγρίευε, ύψωνε τα κύματά της, άνοιγε μύρια στόματα ν΄ αρπάξει το μικρό πλοίο, που πετούσε ψηλά και φαινότανε να παίζει μ΄ αυτό πριν το καταπιεί. Και τα σύννεφα απλώνονταν, ξετυλίγονταν, κατέβαιναν.

Τους φαίνονταν ότι όλα, που πριν ήταν άψυχα, η θάλασσα, τα σύννεφα, ο άνεμος που περνούσε φωνάζοντας άγρια στ΄ αυτιά του, όλα τώρα νάχανε πάρει ζωή, τη ζωή τους και ζητούσανε ν΄ αρπάξουνε να δαγκώσουνε να καταστρέψουν το μικρό σκαφίδι με τους ανθρώπους πούχε μέσα.

Μια αστραπή έλαμψε στα σκοτεινά σύννεφα. Άλλη πάλι φάνηκε...

Φωνή τρόμου ξαφνικά :

– Πάει, πάει! χαθήκαμε! Δεν έχουμε σωμό!...

– Σκάσε βρε, τρελάθηκες; φώναξε, ένας γέρος ναύτης σ΄ αυτόν πούπε αυτά τα λόγια, βλέποντάς τον με άγρια μάτια.

– Τι έπαθες βρε, τρελάθηκες; του είπε και ο γίγαντας ναυτικός που καθόταν κοντά στον παπά.

– Όχι, μωρέ, έτσι σα νάδα το μακαρίτη τον πατέρα μου στην αστραπή!

Οι επιβάτες κοιταχτήκανε. Ο κοκκαλιάρης κούνησε το κεφάλι.

Σιωπηλοί μέναμε. Κάποτε ρίχνανε στον παπά καμμιά ματιά...

Αλλ΄ η θάλασσα ακόμα αγρίευε, αστραπές λάμπανε μια πάνω στην άλλη, και κάτι σύννεφα πέρα, κατέβαιναν χαμηλά, χαμηλά, κ΄ έτσι φαινόντανε να περιμένουν τη διάβαση του μικρού πλοίου.

Και το μικρό πλοίο σηκωνόταν ψηλά, πετιότανε στα ύψη, κι άλλοτε γκρεμιζότανε στα βάθη, για να φανεί πάλι στις πλάτες των αφρισμένων κυμάτων.

– Αυτός, αυτός φταίει! ακούστηκε ξαφνικά μια φωνή, η φωνή του κοκκαλιάρη· είχε σηκωθεί και έδειχνε τον παπά.

– Αυτός, ναι αυτός! φώναξαν και οι άλλοι μέσα στον πάταγο της τρικυμίας. Δε θα σωθούμε αν δε φύγει αυτός!

– Στη θάλασσα! Έξω ο τρισκατάρατος!

Ο παπάς έκανε να σηκωθεί, αλλ΄ ο γίγαντας ναυτικός τον άρπαξε, αυτό κάνανε και οι άλλοι που ήταν δίπλα του, απ΄ την άλλη μεριά του.

Έκανε ο παπάς να παλέψει, αλλ΄ αυτοί τον σήκωσαν ουρλιάζοντας όμοια με τα στοιχιά που τους κύκλωναν...

– Στη θάλασσα!

Ο παπάς σα νάταν από πούπουλο υψώθηκε στα δυνατά τους χέρια...

– Παιδιά ο Θεός... θέλησε να πει.

Αλλ΄ η φωνή του πνίγηκε μέσ’ στα ουρλιάσματα των άλλων και στις φωνές της τρικυμίας, που σα να υψώθηκαν πιο δυνατά, θριαμβευτικά έπειτα, στο πέταμα ενός θύματος.

Δευτέρα, 6 Δεκεμβρίου 2010

Σχόλια & Έλληνες ζωγράφοι, ζωγραφική: Αλλά, κατεστραμένος άνθρωπος, τι φταίω εγώ...

Έλληνες ποιητές & Έλληνες ζωγράφοι, ζωγραφική


Γιάννης Σταύρου, πορτρέτο του Κωνσταντίνου Καβάφη, σχέδιο

Αλλά, κατεστραμένος άνθρωπος, τι φταίω εγώ.
Ζητώ ο ταλαίπωρος να μπαλωθώ.
Ας φρόντιζαν οι κραταιοί θεοί
να δημιουργήσουν έναν τέταρτο, καλό.
Μετά χαράς θα πήγαινα μ’ αυτόν...

Κωνσταντίνος Καβάφης
Ας πρόσεχαν

Σ’ ό,τι δουλειά με βάλουν θα πασχίσω
να είμαι στην χώρα ωφέλιμος. Αυτή είν’ η πρόθεσίς μου.
Αν πάλι μ’ εμποδίσουνε με τα συστήματά τους―
τους ξέρουμε τους προκομένους: να τα λέμε τώρα;
αν μ’ εμποδίσουνε, τι φταίω εγώ.

Θ’ απευθυνθώ προς τον Ζαβίνα πρώτα,
κι αν ο μωρός αυτός δεν μ’ εκτιμήσει,
θα πάγω στον αντίπαλό του, τον Γρυπό.
Κι αν ο ηλίθιος κι αυτός δεν με προσλάβει,
πηγαίνω παραευθύς στον Υρκανό.
[...]
Κ’ είν’ η συνείδησίς μου ήσυχη
για το αψήφιστο της εκλογής.
Βλάπτουν κ’ οι τρεις τους την Συρία το ίδιο.

Αλλά, κατεστραμένος άνθρωπος, τι φταίω εγώ.
Ζητώ ο ταλαίπωρος να μπαλωθώ.
Ας φρόντιζαν οι κραταιοί θεοί
να δημιουργήσουν έναν τέταρτο, καλό.
Μετά χαράς θα πήγαινα μ’ αυτόν.

Κυριακή, 5 Δεκεμβρίου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, ζωγραφική: Από άλλες εποχές...

Το Γκέτεμποργκ δε θάναι ποτέ πια έτσι - ούτε η Σουηδία...

Η Σουηδία άλλαξε, η Ελλάδα επίσης - πολυ πιο δραματικά...

Αλλαγές που σάρωσαν τα πάντα στο πέρασμα τους. Σε ορισμένες περιπτώσεις διατηρήθηκαν κάποια ψήγματα, κάτι σαν καδρο, με την ουσία της εικόνας να έχει αποχωρήσει οριστικά κι αμετάκλητα. Στη χώρα μας, βέβαια, χάσαμε μαζί την εικόνα και το κάδρο. Δεν έμεινε τίποτα. Απομένουν κάποια λιγοστα φαντάσματα ν' αναζητουν λίγο χώρο - επί ματαίω. Τι κρίμα...

Αναμνήσεις της Λιλίκας Νάκου από τη Σουηδία μιας άλλης εποχής. Από δίπλα λίγες νύξεις από Ελλάδα. Ένα ελληνικό βαπόρι, μια χαριτωμένη δημοσιογράφος του χθες - με αγνότητα, άγνοιες και γνώσεις...

Λιλίκα Νάκου

Ταξίδι προς τα βόρεια

Ένα μεσημέρι με καλεί στο γραφείο του ο διευθυντής.
- Ακόμα εδώ είσαι; Πότε θα φέρεις τ' αρκουδάκι από τη Λαπωνία; Θέλω και ρεπορτάζ για τη Σουηδία, δεν είπαμε;
- Να φύγω, κύριε διευθυντά, αλλά με τι χρήματα; Θέλω να τακτοποιήσετε τις 2.800, τον τακτικό μου μισθό, που θα παίρνει εδώ ή μητέρα μου, και ξέχωρα το ταξίδι μου και τα έξοδα εκεί.
- Καλώς. Θέση τζάμπα σε βαπόρι θα σου εξασφαλίσω. Και κάτι θα πάρεις κι από δω. Τ' άλλα, όταν βγεις στο Γκότενμποργκ, στο λιμάνι, θα τα βρεις εκεί, σε τράπεζα. Σύμφωνοι;
- Σύμφωνοι, κύριε διεθυντά.

Καθώς έβγαινα από το γραφείο, συναντώ τον Νίτσο. Μου λέει:
- Βρε χαζή, έπρεπε να ζητήσεις προκαταβολή! Αν δεν σου στείλουν τα λεφτά εκεί που θα πάς, τι θα κάνεις;

Όπως φάνηκε ύστερα, είχε δίκιο όπως πάντα. Και μ' όλες τίς διαμαρτυρίες της μητέρας μου που δε συμφωνούσε γι' αυτό το ταξίδι, έφυγα. Ήταν, θυμάμαι, τέλη Μαΐου. Το βαπόρι που μου είχε βρεί θέση ο συνταγματάρχης, μετέφερε κάρβουνα κι ήταν του πνιγμού: παλιό, μικρό, βρώμικο. Η τουαλέτα ήταν αεροκρεμαστή στην άκρη του βαποριού, πάνω από τη θάλασσα. Έπρεπε να πιάνεσαι από δυο σίδερα, για να μη χάσεις την ισορροπία σου. Όχι για γυναίκες... Σωστό μαρτύριο. Το δεύτερο βάσανο ήταν ότι κουνούσε πολύ και μύριζε παστουρμά. Κατά τα άλλα ήταν περίφημα. Θαυμάσιος άνθρωπος ο καπετάνιος με τις φωτογραφίες των παιδιών του και της γυναίκας του ολόγυρα στην καμπίνα του:
- Γι' αυτά τα παιδιά και για τούτη τη γριούλα θαλασσοπνίγομαι, μου είπε και μου έδειξε τη φωτογραφία της μάνας του. Αμ, εσύ κοπέλα μου, γιατί ταξιδεύεις;
- Εμένα μ' αρέσει η δουλειά μου, το ελεύθερο ρεπορτάζ Υστερα κι εγώ έxω μάνα, σπιτικό και δεν είμαι πλούσια. Αν δεν εργαστώ, πώς θα ζήσουμε;
- Μπράβο, κοπέλα μου! Μόνο που θα κουνηθούμε στον Ατλαντικό. Παλιό και το καράβι! Και δεν μου λες, συνέχισε ο καπετάνιος, εκεί στο Γκότενμποργκ που θα σ' αφήσω, ξέρεις κανέναν, μήπως και σου συμβεί τίποτα;
- Τι να μου συμβεί, καπετάνιε; Δε θα μείνω εκεί. Θα πάω στον Βορρά, στη Λαπωνία. Ο συνταγματάρχης θέλει να του φέρω μιαν άσπρη αρκουδίτσα για τον ζωολογικό του κήπο.
Ο καπετάνιος γέλασε:
- Να του πεις να βάλει πρώτα εκεί μέσα τον εαυτό του! Τον ξέρω, δα, χρόνια τώρα τον συνταγματάρχη. Χρυσός άνθρωπος, αλλά λίγο βίδα! Άκου ιδέα να σε στείλει ταξίδι με τέτοιο βαπόρι! Έxεις περάσει ποτέ τον Βόρειο Ατλαντικό;

Δεν μου άρεσε καθόλου ο Ατλαντικός. Όλο θυμωμένος είναι και σκοτεινός. Πού η δικιά μας η Μεσόγειος! Όσο και να θυμώσει, μαύρη-μουτζούρα δεν γίνεται. Και να σε πνίξει, θα σε τυλίξει σε λιγάκι σε θαλασσιά ατλάζια. [....] Φτάσαμε τέλος πάντων στις θάλασσες του Βορρά. Κρύο, σκοτεινά τα νερά. Πλήθος θαλασσοπούλια ακολουθούσαν το καράβι που έμοιαζε σαν καρυδότσουφλο πάνω στον ωκεανό. Κοντεύαμε να φτάσουμε στο Γκότενμποργκ, το λιμάνι το ξακουστό της Σουηδίας με σπουδαίο Πανεπιστήμιο, με φάμπρικες μεγάλες, με 600.000 κατοίκους - απ' ό,τι μου είπε ο καπετάνιος. Λυπόμουν που θ' άφηνα τον καλό αυτό άνθρωπο. Είχαμε γίνει φίλοι. Και με το πλήρωμα είχα φιλίες. Παιδιά των νησιών μας τα περισσότερα, τα ένοιωθα σαν αδέρφια. Μου είχαν φερθεί πάντα με σεβασμό και συμπάθεια. Κανένα άτοπο αστείο, ούτε ένα πείραγμα πρόστυχο. Λυπήθηκα λοιπόν αφήνοντας το βαπόρι που μου φαίνονταν σαν ένα κομμάτι Ελλάδα.

Βρέθηκα ξαφνικά μοναχή στο Γκότενμποργκ. Γύρω μου κόσμος άγνωστος: ψηλοί, ξανθοί άνθρωποι άλλης ράτσας, μιλούσαν μια γλώσσα που μου φάνηκε πως συγγένευε με τα Γερμανικά. Με λύπη και κάποια αγωνία απομακρύνθηκα από το Ελληνικό καρβουνιάρικο βαπόρι. Ήταν μια σταλιά κι αυτό με την Ελληνική σημαιούλα του μπροστά στους άλλους γίγαντες του λιμανιού. Ο καπετάνιος μ' αποχαιρέτισε εγκάρδια και μου έδωσε γραπτές τις ημερομηνίες που θα ξαναπερνούσε από δω, για να γύριζα μαζί του πίσω στην Ελλάδα. Η πολιτεία του Γκότενμποργκ ήταν νοικοκυρεμένη, κατακάθαρη: πάρκα ωραιότατα ή μικρές πλατείες με λουλούδια, βρύσες, στέρνες και πάγκους. Παρατήρησα ότι οι άνθρωποι πού κάθονταν στα παγκάκια, νέοι-γέροι, διαβάζανε. Όλοι βάσταγαν ένα βιβλίο στο χέρι. Μου είχε συστήσει ο καπετάνιος μια μικρή πανσιόν, όχι μακριά από το λιμάνι. Την κρατούσε μια πρώην δασκάλα των Γερμανικών. Είχε ζήσει στην Αθήνα, κοντά σε κάποια οικογένεια, και γνώριζε Έλληνες. Η φράου Μπετίνα κουτσομιλούσε τα Ελληνικά. Μου έδωκε το φτηνότερο μοναχικό δωμάτιο που είχε. Ήταν καθαρότατο, όπως όλα στη Σουηδία. Ευθύς την άλλη μέρα, πέρασα από την τράπεζα να δω αν φτάσανε τα λεφτά, ώστε να εξακολουθήσω το ταξίδι. Ευγενέστατος ο υπάλληλος κυττά τα χαρτιά του, συμβουλεύεται τα τεφτέρια του, ρωτά έναν διπλανό του, με κυττάζει, ρωτά ξανά τ' όνομά μου μήπως γίνηκε κανένα λάθος, ρωτά τ' όνομα του αποστολέως. Η καρδιά μου πάει να σπάσει. Έxει xάζι να μη στείλανε τα λεφτά! Τι θα γινόμουν δίxως πεντάρα στο Γκότενμποργκ καi πώς θα συνέxιζα το ταξίδι μου στη Λαπωνία; Στo τέλος μου λέει στα Γερμανικά:
- Δυστυxώς τα λεφτά δεν ήρθαν ακόμα. Περάστε αύριο!

Λες καί καταλαβαίνει την αγωνία μου ό άνθρωπος καί μου ξαναλέει με μαλακότερο τρόπο:
- Ε, ασφαλώς θαρθούνε αύριο. Ξαναπεράστε!

Αυτό το «ξαναπεράστε» πόσες φορές δεν τ' άκουσα! Δεκαπέντε μέρες στο Γκότενμποργκ, κάθε μέρα πήγαινα και ρωτούσα στην τράπεζα. Στο τέλος λαβαίνω από τον εκλεκτό συνάδελφο Παπαγεωργίου ένα γράμμα που μου έλεγε τα εξής: «Ναι μεν ο συνταγματάρχης έδωσε τα λεπτά να σου τα στείλουν, εκείνος όμως που τα παρέλαβε, τα έπαιξε στον Ιππόδρομο, και τα έχασε. Ο διευθυντής έγινε έξω φρενών, όταν το έμαθε, δεν πρόκειται όμως να σου στείλει άλλα. Κανόνισε την πορεία σου και γύρισε πίσω».

Ο καλός ο Παπαγεωργίου! Είχε την έννοια μου! Αλλά τι πορεία να κανονίσω; Τα λεφτά μου δεν με φτάνανε ούτε να πληρώσω την πανσιόν όπου έμενα! Ύστερα τι θα έτρωγα ώσπου να περάσει το Ελληνικό καράβι; Ζαλισμένη από τις σκοτούρες, πήγα και κάθησα σ' έναν πάγκο, σε κάποιο μικρό πάρκο. Στη μέση υπήρχε μια τεχνητή λίμνη. Γύρω-γύρω την πλαισιώνανε κάτι δεντράκια, σαν κλαίουσες. Μα ούτε το τοπίο έβλεπα, ούτε πιο πέρα, έναν μικρό πίδακα που στόλιζε το πάρκο. [....] Εκεί-δα λοιπόν που καθόμουν και κύτταζα έναν σκίουρο να πηδά σε κάποιο δέντρο, η σωτηρία κι η περιπέτεια φανερώθηκαν αναπάντεχα μπροστά μου.

Μια παράξενη ρεπόρτερ
Η σωτηρία παίρνει πολλές απροσδόκητες μορφές στα μάτια των απελπισμένων. Για μένα ήρθε σαν ένα σκυλάκι μ' αφτιά μεγάλα, μισόστραβο ακόμα, που πήγε γραμμή κι έπεσε, εκεί μπροστά μου, στη στέρνα του μικρού πάρκου. Αυθόρμητα, δίχως να το καλοσκεφτώ, τρέχω, σκύβω πάνω από την πεζούλα κι απλώνω το χέρι να το πιάσω, μα γλυστρώ και πέφτω στο νερό. Η στέρνα ήταν αρκετά βαθιά. Κολυμπώ και κρατώντας το σκυλί βγαίνω έξω. Γύρω μου είχαν μαζευτεί καμπόσοι άνθρωποι και χαζεύανε.

Ξαφνικά μπροστά μου παρουσιάζεται μια πανύψηλη αντρογυναίκα ακαθορίστου ηλικίας. Φορούσε ταγέρ αντρικά ραμένο. Η φούστα της - πριν γίνει της μόδας - έφτανε ίσαμε το γόνατο. Κομένο το μαλλί, κασκέτο στο κεφάλι, πίπα στο στόμα και μπαστούνι στο χέρι. Αρπάζει το σκυλάκι έτσι, βρεγμένο καθώς ήταν, στην αγκαλιά της. Με τ' άλλο της χέρι παίρνει καί σφίγγει το δικό μου τόσο δυνατά, που έμπηξα μια φωνή: με σακάτεψε! Και μιλώντας χοντρά μού συσταίνεται:
- Μις Ρίντ, δημοσιογράφος του «Νταίηλυ Εξπρές».
- Μιλώ άσχημα Αγγλικά, της λέω. Δεν μιλάμε Γαλλικά καλύτερα;
- Ω, γιές! μου κάνει. Κι εγώ θέλω να εξασκηθώ στα Γαλλικά. Λογαριάζω να μείνω μόνιμα στη Γαλλία ως ανταποκρίτρια της εφημερίδας μου.

Ήθελε κουβέντα. Της λέω:
- Όπως βλέπετε, είμαι μούσκεμα από το νερό. Μένω δίπλα, να, σ' αυτό το δωμάτιο της μικρής πανσιόν. Να πάω ν' αλλάξω μια στιγμή και τα λέμε. Με περιμένετε;

Η μις Ρίντ με περίμενε κι άμα γύρισα, καθήσαμε στον πάγκο. Σκούπιζε με το κασκόλ το σκυλάκι της.
- Είναι σχεδόν τυφλό, μου λέει. Πάσxει από καταρράκτη. Θα του κάνω σύντομα εγxείρηση. Αγαπάτε τα ζώα; με ρώτησε.
Τη βεβαίωσα πώς ναι.
- Ε, τότε, η τύxη σάς έστειλε μπροστά μου!

Πριν όμως ανοίξουμε συζήτηση, της λέω ποια είμαι, βγάζω την ταυτότητα μου ως δημοσιογράφου και της διηγούμαι πώς βρέθηκα στο Γκότενμποργκ, να μη με πάρει για καμιά απατεώνισσα.
- Ολ ράιτ! λέει η μις Ρίντ. Τώρα θα σου πω κι εγώ ποια είμαι. Έχεις διαβάσει το βιβλίο του Ρίντ «Δέκα μέρες που συγκλόνισαν τον κόσμο», για την επανάσταση της Ρωσίας; Ε, λοιπόν, είμαι αδερφή του συγγραφέα. Κι εγώ δημοσιογράφος. Γυρίζω τον κόσμο κάνοντας μεγάλα ρεπορτάζ που πρώτα δημοσιεύονται στην εφημερίδα μου κι ύστερα βγαίνουν σε βιβλία. Έχω γυρίσει τα περισσότερα μέρη της Αφρικής, έχω πάει ως τα μοναστήρια του Θιβέτ, στην Ασία. Τα βιβλία μού αποφέρουν πολλά χρήματα. Ακόμα και στον πόλεμο με τους Μάου-Μάου μ' έστειλε η εφημερίδα μου.

Ένοιωσα σαν ψύλλος μπροστά της. Κάτι νόμιζα πως είχα κάνει κι εγώ γυρίζοντας Γαλλία, Ιταλία, Ελβετία... Και με τι στερήσεις! Η εφημερίδα της την πλήρωνε καλά. Ενώ οι δικές μας! Όλο μιζέρια κι ο τόπος μας κι οι εφημερίδες μας με τους αχόρταγους ιδιοκτήτες! Ας είναι! Όλοι το ξέρουμε: φτωχός τόπος, όλα φτωχά. Η μίς Ρίντ λοιπόν εξακολούθησε:
- Άκουσε! Εγώ τώρα έχω σκοπό να γράψω ένα βιβλίο για τους Λάπωνες, για τη ζωή τους, τα έθιμα τους, για τις μαγείες που γνωρίζουν. Ξέρεις πως από μακριά μπορούν να κάνουν να ψοφήσει το μισό κοπάδι τάρανδοι κάποιου εχθρού τους; Με τι τρόπο; Αυτό ήθελα να μάθω. Έχω λοιπόν σκοπό να πάω στη χώρα τους, να τραβήξω απάνω, προς τον Μεγάλο Βορρά. Στο μεταξύ θα ήθελα να εξασκηθώ στα Γαλλικά. Τα μιλώ άσχημα, όπως ακούς. Θέλεις να γίνεις γραμματικός μου κι ό,τι γράφω να το μεταφράζεις στα Γαλλικά;

Λιλίκα Νάκου (1904-1989), Το Χρονικό μιας Δημοσιογράφου

Παρασκευή, 3 Δεκεμβρίου 2010

Σχόλια & ζωγραφική: “Αισθητική και Ιδεολογίες του Νέου Ελληνισμού”, του Σπύρου Κουτρούλη

Ένα σημαντικό βιβλίο: “Αισθητική και Ιδεολογίες του Νέου Ελληνισμού”, του Σπύρου Κουτρούλη...

Προσφέρεται για γνήσιο προβληματισμό στην άνυδρη ελληνική πραγαμτικότητα...

Σπεύσατε στην βιβλιοπαρουσίαση / συζήτηση...

8 Δεκεμβρίου 2010 , ώρα 19.00 .“Αισθητική και Ιδεολογίες του Νέου Ελληνισμού” Συζήτηση με τους Γ. Καραμπελιά και Σ. Κουτρούλη, πάνω στο ομώνυμο βιβλίο του τελευταίου.

Στο Βιβλιοπωλείο «Χωρίς Όνομα», Φανερωμένης 8, Χολαργός (100 μέτρα από τον σταθμό μετρό Χολαργού.

Αναδημοσίευση από ΛΟΓΙΚΗ ΕΛΛΑΔΑ

Ακολουθεί απόσπασμα από το βιβλίο:


"Εξετάζοντας την πορεία του λαού μας, τις αξίες και τα μέτρα που αυτός διαμόρφωσε, τις ιδεολογίες που τον καθόρισαν, είτε ως «απεικόνιση της πραγματικότητας», είτε ως «ψευδή συνείδηση», αλλά και τις αισθητικές του προτάσεις, καταλήξαμε ότι στη σκέψη του Ν. Χατζηκυριάκου-Γκίκα και της Δόμνας Σαμίου «σημασία στη ζωή έχει να μπορεί από το τίποτα να γίνει το παν», όπως και στον στίχο του Ο. Ελύτη «ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας» συνοψίζονται, με προσφυή και εύστοχο τρόπο, η εξέλιξη, οι αγωνίες και τα πάθη του νεότερου ελληνισμού.

Στις σελίδες που ακολουθούν, δοκιμάζουμε να απαντήσουμε σε ερωτήματα όπως: Υπάρχει στον ελληνισμό μία αντίληψη διαφορετική από αυτή που συναντούμε αρχικά στη Δύση και κατόπιν σε όλο τον σύγχρονο κόσμο, όπου ο Άνθρωπος και ο Κόσμος, ο Άνθρωπος και η Φύση, είναι δύο μεγέθη διαφορετικά και ανταγωνιστικά; Η συνεργασία των βαλκανικών λαών για την απελευθέρωση από την οθωμανική κυριαρχία ήταν μια παροδική πολιτική συμμαχία, που επρόκειτο μοιραία να τη διαδεχθεί η διαμάχη των εθνικισμών; Υπάρχει μια πνευματική ατμόσφαιρα, που μαζί με γεωπολιτικούς παράγοντες ευνοεί τη βαλκανική συνεργασία, ώστε να τη θεωρήσουμε, εντέλει, ως ένα «Βυζάντιο μετά το Βυζάντιο»; Ο κοινοτισμός και ο συνεργατισμός, που με διάφορες μορφές αναπτύχθηκαν στην ορθόδοξη Ανατολή (από την Ελλάδα μέχρι τη Ρωσία) αποτελεί μια γεωοικονομική αποκλειστικά αναγκαιότητα ή ευνοήθηκε και από άλλους παράγοντες -όπως είναι η θρησκεία- που κομίζουν με έναν βαθύ, συνεχή, επίμονο και υποδόριο τρόπο, αξίες; Γιατί η Βαλκανική Συνεργασία ενδιέφερε ανθρώπους που είχαν τόσο διαφορετικές κατά τα άλλα κοσμοθεωρίες, όπως ο Π. Κανελλόπουλος, ο Γ. Κορδάτος και ο Ν. Ζαχαριάδης;

Με τέτοια ερωτήματα ξεκινήσαμε αυτό το νοερό, στοχαστικό ταξίδι, όπου οι προσωπικές αγωνίες και εμπειρίες προσπαθούν να συναντηθούν με τις αντίστοιχες της εθνικής και κοινωνικής μας συλλογικότητας. Είχαμε πλοηγούς κάποιους που, σαν τον Νίτσε, αποθεμελίωσαν τον εργαλειακό ορθολογισμό και τα κλειστά συστήματα σκέψης, αλλά και τον Κ. Καραβίδα, τον Ι. Δραγούμη, τον Γιάννη Ρίτσο, τον Νικηφόρο Βρεττάκο. Στις σελίδες που ακολουθούν, η θεματολογία μας δεν αποσκοπεί να εξαντλήσει το παλίμψηστο του νεότερου ελληνισμού, ούτε να χαρτογραφήσει εξαντλητικά όλα τα ιδεολογικά ρεύματα ή τις αισθητικές αντιλήψεις που έκαναν εμφανή την παρουσία τους, αλλά να επισημάνουμε ορισμένους ουσιώδεις κατά τεκμήριο όρους του.

Με αυτόν τον τρόπο θεωρούμε ότι η ρωμιοσύνη, ο ελληνισμός, ο «Άη Λαός», ο απροσκύνητος χαρακτήρας του, τα πάθη και οι αντιφάσεις του, απεικονίζονται εξίσου σε ένα ποίημα του Ρίτσου και σε έναν πίνακα του Τσαρούχη με θέμα το ζεϊμπέκικο. Ο Γ. Θεοτοκάς, ο Ν. Χατζηκυριάκος-Γκίκας, ο Τζούλιο Καΐμη, ο Μ. Καραγάτσης αποτελούν μέλη της εξαίσιας παρέας που ονομάστηκε «γενιά του ’30». Κινήθηκαν με άνεση ανάμεσα στην τζαζ και το ζεϊμπέκικο, τον Θεόφιλο και τον Ματίς, τον Ντοστογιέφσκι και τον Παπαδιαμάντη, τον Καραγκιόζη και τον Πικάσο, την αρχιτεκτονική του Αιγαίου και τον Λε Κορμπιζιέ, δηλαδή ανάμεσα στα γνήσια και αυθεντικά στοιχεία του νέου ελληνισμού και το άνοιγμα στις πιο προωθημένες αναζητήσεις του «μοντέρνου» κόσμου, όπως ήταν ο σουρεαλισμός. Η μελέτη της σκέψης τους είναι οδηγός και πολύτιμη μαρτυρία.

Ο Ι. Συκουτρής, ο εξαιρετικός φιλόλογος και στοχαστής, που δεν μπόρεσε να ανθέξει στα εμπόδια που του έθεσε η κυρίαρχη θλιβερή πανεπιστημιακή μετριότητα της εποχής του και το πλήρωσε στο τέλος με την ίδια τη ζωή του, μετεώρισε τη σκέψη του ανάμεσα στον πλατωνικό ιδεαλισμό και την «πολυθεΐα των αξιών».

Το ποίημα του Γ. Ρίτσου Αποχαιρετισμός, αποτελεί μια αναφορά στον μαρτυρικό θάνατο του Γρηγόρη Αυξεντίου, αλλά και έναν ύμνο στο «παλικάρι» που, αν και ερωτευμένο με τη ζωή, προτιμά τον αξιοπρεπή, τον αγέρωχο θάνατο, από μια ζωή χωρίς ντροπή, χωρίς σεβασμό.

Ο Μιχάλης Ράπτης (Πάμπλο), ο διεθνιστής επαναστάτης, ο γνήσιος πατριώτης, εναρμονίζει τα αιτήματα της άμεσης δημοκρατίας, του κοινοτισμού και του συνεργατισμού με το Ιερό.

Ο Σ. Ράμφος, ξεκινώντας από μια μαρξιστική νεότητα, όδευσε σε όλα τα πιθανά πνευματικά ρεύματα για να καταλήξει, στα ύστερά του, ενθουσιώδης υμνητής του αμερικανισμού και του δυτικού παραδείγματος. Από αυτή την πλευρά θυμίζει τον Τ. Νέγκρι που από την αυτονομία, τον εργατισμό και μια ριζοσπαστική επανερμηνεία του μαρξισμού, εμφανίζεται στα τελευταία του κείμενα θαυμαστής της Αυτοκρατορίας.

Ο Ν. Δήμου, ένας ευπώλητος συγγραφέας, που επιτίθεται κατά του λεγόμενου νεοελληνικού ανορθολογισμού, εγκλωβίζεται τελικά στις αντιφάσεις της σκέψης του και στις έντεχνες αποσιωπήσεις του. Θαυμαστής του Ελύτη και του Π. Γιαννόπουλου, αποδεικνύεται ότι σε πολλά θεμελιώδη και κρίσιμα θέματα, όπως η πολιτιστική θέση του νεότερου ελληνισμού, έχει παρεμφερείς απόψεις με εκείνους που θεωρεί αντιπάλους του, δηλαδή τους «νεο-ορθόδοξους».

Η σφριγηλότητα, η πολυμέρεια, η λογική συνέπεια και η ευρύτητα του στοχασμού του Παναγιώτη Κονδύλη, όπως και η ακρίβεια και η τελειότητα της γλώσσας του, αποτελούν μία εξαίρεση και μια ηχηρή αντίθεση στην κυρίαρχη στη χώρα μας σκέψη. Έχοντας αφομοιώσει με κριτικό και γόνιμο τρόπο όλο τον ευρωπαϊκό πολιτισμό (και μάλιστα στην πρωτότυπη μορφή του, αφού γνώριζε άριστα παραπάνω από πέντε ευρωπαϊκές γλώσσες), παρήγαγε, στη σύντομη ζωή του, μίας τέτοιας ποιότητας και έκτασης έργο που στη χώρα μας έχει πολύ λίγο αποτιμηθεί, ενώ στην υπόλοιπη Ευρώπη είναι αντικείμενο συνεχούς και προσεκτικής μελέτης. Όση βαθιά πολιτική και θεωρητική σκέψη δεν μπόρεσαν να παράξουν οι διάφοροι πανεπιστημιακοί, που τράφηκαν πλουσιοπάροχα στο πρυτανείο των Ευρωπαϊκών Προγραμμάτων και τα βαρύγδουπα ιδρύματα διαμόρφωσης της αμυντικής και εξωτερικής πολιτικής, που χρηματοδοτούνται αφειδώς από το ελληνικό κράτος και από μη κυβερνητικές οργανώσεις του εξωτερικού, τη δημιούργησε ο Π. Κονδύλης, αυτός ο «επαΐων του περιθωρίου», όπως αποκαλούσε τον εαυτό του. Εδώ εξετάζουμε μόνο μια επιμέρους αλλά κρίσιμη πλευρά της σκέψης του: Η Ευρώπη, διατείνεται, θα πρέπει να μετακινηθεί αναγκαστικά, από τον Ευρωαντλαντισμό στην Ευρασία.

Όπως και όλο το υπόλοιπο έργο του χαρακτηρίζεται από αξιολογική ουδετερότητα, σαφή διάκριση του Είναι και του Δέοντος, ρεαλισμό, ορθολογική περιγραφή του πραγματικού. Ο Θουκυδίδης είναι ένας τόσο παλιός, αλλά και τόσο σύγχρονος στοχαστής μας. Έδειξε, πολύ νωρίτερα και πολύ πληρέστερα από άλλους μεταγενέστερους στοχαστές, ότι ο άνθρωπος, όσο κι αν περνούν τα χρόνια και αλλάζουν οι εποχές, διατηρεί ως αναλλοίωτη ανθρωπολογική σταθερά την επιθυμία για Ισχύ. Με στόχο την επαύξησή της δημιουργεί συμμαχίες και αντιπαλότητες, φιλίες και εχθρότητες, δηλαδή μετέχει της πολιτικής. Με αυτή την οπτική οι αξίες, οι ιδέες, οι θρησκείες υπάρχουν και παίζουν έναν διόλου ευκαταφρόνητο ρόλο, που όμως δεσμεύεται από άλλες υπέρτερες στοχοθεσίες ώστε: Για έναν τύραννο ή για μια πολιτεία που ασκεί ηγεμονία τίποτε δεν είναι παράλογο αν είναι συμφέρον, τίποτε δεν είναι οικείο αν δεν εμπνέει εμπιστοσύνη. Ανάλογα με τις περιστάσεις, πρέπει να συμπεριφέρεται σαν φίλος ή σαν εχθρός. Και εκείνο που μας συμφέρει εδώ δεν είναι να βλάψουμε τους φίλους μας, είναι να γίνουν ανίσχυροι οι εχθροί μας, επειδή οι φίλοι μας θα είναι δυνατοί"

Σπύρος Κουτρούλης

Τετάρτη, 1 Δεκεμβρίου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, ζωγραφική: Εδώ ας σταθώ. Κι ας γελασθώ πως βλέπω αυτά...

Θάλασσας του πρωιού κι ανέφελου ουρανού
λαμπρά μαβιά, και κίτρινη όχθη όλα
ωραία και μεγάλα φωτισμένα...

Κωνσταντίνος Καβάφης


Θάλασσα του πρωιού

Εδώ ας σταθώ. Κι ας δω κ’ εγώ την φύσι λίγο.
Θάλασσας του πρωιού κι ανέφελου ουρανού
λαμπρά μαβιά, και κίτρινη όχθη όλα
ωραία και μεγάλα φωτισμένα.

Εδώ ας σταθώ. Κι ας γελασθώ πως βλέπω αυτά
(τα είδ’ αλήθεια μια στιγμή σαν πρωτοστάθηκα)
κι όχι κ’ εδώ τες φαντασίες μου,
τες αναμνήσεις μου, τα ινδάλματα της ηδονής

Δευτέρα, 29 Νοεμβρίου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, ζωγραφική: ένα καράβι ρωτάει ακόμα που θα βρει στεριά...

Τώρα το δάκρυ κυλάει στο χώμα,
και πέρα απ' το βοριά
ένα καράβι ρωτάει ακόμα
που θα βρει στεριά...

Νίκος Γκάτσος

Πάει καιρός

Πάει ο καιρός,
πάει ο καιρός
που ήταν ο κόσμος δροσερός
και κάθ' αυγή
ξεκινούσε μια πηγή
για να ποτίσει όλη τη γη
Ήρθανε νύχτες και βροχές
και χειμωνιάσαν οι ψυχές
και στο βαθύ το σκοτάδι έχει σταθεί
ένα παιδί να ζεσταθεί
Τώρα το δάκρυ κυλάει στο χώμα,
και πέρα απ' το βοριά
ένα καράβι ρωτάει ακόμα
που θα βρει στεριά

Το πρακτορείο

Το πρακτορείο
θολό και κρύο
κάποιοι μιλάνε για παράξενες βροχές
και το ταξίδι
σαν άγριο φίδι
γεμίζει φόβο τις αδύνατες ψυχές
Απόψε μοιάζουμε κι οι δύο
πιο πίσω 'γω κι εσύ μπροστά
σα βραδινό λεωφορείο
που 'χει τα φώτα του σβηστά
για μας ο κόσμος δε τελειώνει
για μας ο κόσμος αρχινά
μα της καρδιάς το μαύρο χιόνι
δε θα μας βγάλει πουθενά
'Αντρα και γείτονα και φίλε
στη φτώχεια και στη προσφυγιά
μια παγωμένη σπίθα στείλε
να σου τη κάνω πυρκαγιά
Κι αν δεν καείς έλα κατόπι
που δε θα μείνει πια κανείς
για να γενούμε πάλι ανθρώποι
στο κήπο της Γεθσημανής

Κυριακή, 28 Νοεμβρίου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, Έλληνες ζωγράφοι: Βγαίνει το φεγγάρι...

Ουμπέρτο Σάμπα
Βράδυ του Φλέβάρη

Βγαίνει το φεγγάρι.

Στη λεωφόρο είναι ακόμα

μέρα, ένα βράδυ που πέφτει γοργά.

Αδιάφορη νεολαία αγκαλιάζεται σφιχτά·

εκτρέπεται σε ευτελείς στόχους.

Κι είναι η σκέψη

του θανάτου που, στο τέλος, σε βοηθάει να ζήσεις.


Umberto Saba (1883-1957)

Παλιά πόλη

Συχνά, για να γυρίσω σπίτι μου
παίρνω ένα σκοτεινό δρόμο της παλιάς πόλης.
Κίτρινο, σε κάποια λακκούβα με νερό, καθρεφτίζεται
ένα φανάρι και ο δρόμος είναι κατάμεστος.

Εδώ, ανάμεσα στον κόσμο που πάει κι έρχεται
απ’ την ταβέρνα στο σπίτι ή στο μπουρδέλο,
όπου εμπορεύματα κι άνθρωποι είναι τα υπολείμματα
ενός μεγάλου θαλασσινού λιμανιού,
ξαναβρίσκω διαβαίνοντας, το άπειρο
στην ταπεινότητα μέσα.
Εδώ πόρνη και ναύτης, ο γέρος
που βλαστημάει, η γυναίκα που τσακώνεται,
ο δραγόνος που κάθεται στην πιτσερία,
η αναστατωμένη κοπέλα ξετρελαμένη
απ’ τον έρωτα,
είναι όλοι τους πλάσματα της ζωής
και του πόνου –
σαλεύει μέσα τους, όπως σε μένα, ο Κύριος.

Εδώ, με συντροφιά τους ταπεινούς, νιώθω
να γίνεται η σκέψη μου
τόσο αγνότερη, όσο πιο άθλιος είναι ο δρόμος.


Παρασκευή, 26 Νοεμβρίου 2010

Εκδήλωση για τη Θράκη

omiliathraki3c.jpg
Ημερομηνία:
29/11/2010 19:00 - 21:00
Τη Δευτέρα 29 Νοεμβρίου στις 19:00 στην Παλαιά Βουλή, Σταδίου 13 θα πραγματοποιηθεί εκδήλωση του Άρδην και της Ρήξης με θέμα «Νεοθωμανισμός και ελληνική Θράκη».
Ομιλητές:

Κώστας Καραϊσκος, εκδότης Αντιφωνητή
Γιώργος Καραμπελιάς, συγγραφέας - εκδότης
Χαρά Νικοπούλου, δασκάλα
και Παναγιώτης Σγουρίδης, πρώην αντιπρόεδρος της Βουλής

Συντονιστής:

Δημήτρης Αλευρομάγειρος, Αντιστράτηγος, Επίτιμος Γενικός Επιθεωρητής Στρατού

Σχόλια & ζωγράφοι, Έλληνες ζωγράφοι: Σαν τον ναύτη που ανυψώνει το σινιάλο στο κατάρτι...

Σαν τον ναύτη που ανυψώνει το σινιάλο στο κατάρτι
Μόνος
Σαν μια σημαδούρα στο πέλαγος
Μόνος
Σαν ένα κουρέλι μέσα στη θύελλα
Μόνος...

Τάκης Βαρβιτσιώτης

Μυστική γραφή

Μόνος
Ανακάλυψα μια νέα
Μυστική γραφή
Iδια σκιά που ξετυλίγεται
Δαντελλωτή
Μες στη ραγισματιά της μέρας
Ιδεόγραμμα χαραγμένο
Με το δάχτυλο της Περσεφόνης
Υπόγεια φλέβα
Που όμως αχτινοβολεί
Σκιά πλατύφυλλη
Σωρευτική
Θεσκότεινο άνθος
Σφραγισμένο
Με τη σιωπή Μόνος
Σαν τον ναύτη που ανυψώνει το σινιάλο στο κατάρτι
Μόνος
Σαν μια σημαδούρα στο πέλαγος
Μόνος
Σαν ένα κουρέλι μέσα στη θύελλα
Μόνος
Σαν τον ανεμοδείχτη πάνω στο λόφο
Μόνος
Σαν ένα μάτι ανοιγμένο μέσα στα σύννεφα
Μόνος
Σαν ένα πουλί στην ερειπωμένη στέγη
Μόνος
Σαν τη βροχή στους έρημους δρόμους το φθινόπωρο

Πέμπτη, 25 Νοεμβρίου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, Έλληνες ζωγράφοι: Ταξίδι στην Πάτρα...

Το ΠΟΛΥΕΔΡΟ συνεχίζει τις σπάνιες, ποιοτικές εκδηλώσεις του σε πείσμα των βάρβαρων καιρών...

Πολυχώρος ΠΟΛΥΕΔΡΟ, Πάτρα
γράμματα-τέχνες

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ
Όψεις της ελληνικής πεζογραφίας τον 19ο αιώνα


Ο κύκλος εκδηλώσεων : Όψεις της ελληνικής πεζογραφίας τον 19ο αιώνα
συνεχίζεται με αφιέρωμα στο μεταφρασμένο μυθιστόρημα τον 19ο αιώνα.
το Σάββατο 27.11.2010 , ώρα 1μ.μ. στο χώρο του Πολύεδρου.

Μιλάει: η Στέση Αθήνη, λέκτωρ στο Τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Πατρών

Τα τελευταία χρόνια η εικόνα που είχαμε για την πεζογραφία των πρώτων πενήντα χρόνων (1830-1880 ρομαντική περίοδος) του ελληνικού κράτους έχει αλλάξει.
Η ανακάλυψη λησμονημένων ή άγνωστων έργων και η προσεκτικότερη μελέτη τών γνωστών πεζογραφημάτων έδειξαν ότι η περιγραφή και ο χαρακτηρισμός της πεζογραφικής παραγωγής της περιόδου, λίγο ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα. Ο αριθμός των έργων δεν ήταν ισχνός, όπως πιστευόταν, αλλά πολύ μεγαλύτερος.

Και σε αυτό το μεγαλύτερο σύνολο έργων περιλαμβάνονται και έργα αξιόλογα, τα οποία, προφανώς επειδή ήταν γραμμένα στην καθαρεύουσα, περιέπεσαν κατά τη διάρκεια του δημοτικιστικού αγώνα σε λήθη και παρέμειναν ξεχασμένα.

Αλλά και ορισμένα από τα έργα αυτής της περιόδου που δεν είχαν ξεχαστεί, είναι σημαντικότερα απ’ ότι τα παρουσίαζε η δημοτικιστικών προκαταλήψεων κριτική.
Τα πλέον αξιόλογα έργα της περιόδου είχαν διαμορφώσει για τους αναγνώστες της εποχής μια πεζογραφική παράδοση, την οποία θα πρέπει να μελετήσουμε, αν θέλουμε να καταλάβουμε καλύτερα τη λογοτεχνία εκείνης της εποχής.

Ο κύκλος των ομιλιών αυτών θα μας βοηθήσει να κατανοήσουμε καλύτερα την πεζογραφία των δύο τελευταίων δεκαετιών του 19ου αιώνα (Γ. Βιζυηνός , Μιχ. Μητσάκης, Αλεξ. Παπαδιαμάντης, Εμμ. Ροΐδης κλπ)· διότι αν και μετά το 1880, με την εμφάνιση νέων συγγραφέων, η πεζογραφία μας πορεύεται σε νέες κατευθύνσεις, θα ήταν λάθος να πιστεύουμε ότι δε συνδέεται με την προηγούμενη πεζογραφική παραγωγή. Οι ομιλητές –αυτού του κύκλου εκδηλώσεων- είναι όλοι μελετητές της πεζογραφίας του 19ου αιώνα και οι ομιλίες τους στηρίζονται σε ερευνητικά δεδομένα.

Η μεταφραστική ορμή που χαρακτηρίζει τα χρόνια 1830-1880 φέρνει σε επαφή το ελληνικό κοινό με μυθιστορήματα που κυριαρχούν στον ευρωπαϊκό χώρο.
Με τη γαλλική μυθιστορηματική παραγωγή να κυριαρχεί, τα ηχηρά ονόματα του Victor Hugo, του Alexandre Dumas, αλλά και του Eugene Sue σημειώνουν μια επίμονη παρουσία. Οι μεταφράσεις του σκωτσέζου Walter Scott θα σταθούν γόνιμες για το ελληνικό ιστορικό μυθιστόρημα. Η άλλη πλευρά του Ατλαντικού θα δώσει το μεταφραστικό παρών με το διάσημο έργο του J.F. Cooper ο τελευταίος των Μοϊκανών και τη δημοφιλή Καλύβην του Θωμά της H.B.Stowe.


ΠΟΛΥΕΔΡΟ Κανακάρη 147 26221 Πάτρα τηλ. 2610 277342 e-mail: polyedro1@hol.gr

Τετάρτη, 24 Νοεμβρίου 2010

Σχόλια & ζωγραφική, ζωγράφοι: Εδώ η αρετή συκοφαντείται, εδώ η αθωότητα πουλιέται...

Η ανθρώπινη φύση, ή η "ανθρώπινη κωμωδία", όπως θα την αποκαλούσε ο Μπαλζακ, παραμένει ίδια σε όλες τις εποχές, σε όλους τους τόπους...

Λες και η ανάλυση αφορά επακριβώς την κοινωνία της εποχής μας - κι όμως πρόκειται για την απράμιλλη περιγραφή της ζωής στο Παρίσι του 19ου αιώνα από τον μέγιστο κλασικό Ονορέ ντε Μπαλζάκ...

Ονορέ ντε Μπαλζάκ
από την Ανθρώπινη Κωμωδία

[Στο Παρίσι] τα γνήσια αισθήματα αποτελούν εξαίρεση - συντρίβονται από το παιγνίδι των συμφερόντων, συνθλίβονται κάτω από τους τροχούς αυτού του μηχανικού κόσμου. Εδώ η αρετή συκοφαντείται, εδώ η αθωότητα πουλιέται. Τα πάθη παραδίδονται σε ολέθρια γούστα και διαστροφές. Το κάθε τι εξαϋλώνεται, αναλύεται, πουλιέτα κι αγοράζεται. Είναι ένα παζάρι όπου όλα έχουν την τιμή τους, και οι λογαριασμοί γίνονται στο άπλετο φως της μέρας χωρίς ντροπή.

Ο άνθρωπος έχει δύο και μόνο μορφές, του απατεώνα και του απατημένου...Ο θάνατος των προπατόρων εμπνέει ελπίδες. Ο τίμιος άνθρωπος είναι ανόητος. Οι ευγενείς ιδέες αποτελούν μέσα για κάποιο σκοπό. Η θρησκεία εμφανίζεται μονάχα ως αναγκαιότητα της διακυβέρνησης. Η εντιμότητα μεταστρέφεται σε πόζα. Το κάθε τι γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης και εμπόρευμα. Ο εμπαιγμός είναι μέσον αυτοδιαφήμισης και τρόπος για να ξεπεραστούν τα εμπόδια. Οι νεαροί γίνανε κιόλας παντογνώστες και προσβάλλουν τους γέροντες.

Τρίτη, 23 Νοεμβρίου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, σύγχρονοι ζωγράφοι: Το ξερό σάπιο δένδρο δεν πρέπει να στέκεται στη θέση του...

Οι ήρωες χάσανε τη δόξα τους, οι σοφοί τους μαθητές τους. Μεγάλες πράξεις, αν δεν τις ακούει ένας ευγενικός λαός, δεν είναιν παρά ένα γερό χτύπημα σε αναίσθητο μέτωπο. Και μεγάλα λόγια αν δεν αντηχούν σε μεγάλες καρδιές δεν είναι παρά νεκρά φύλλα που πέφτουν στη λάσπη...

Φρίντριχ Χέλντερλιν
Αποφθέγματα

Αυτό που πάντοτε κάνει τη γη μια κόλαση είναι ότι ο άνθρωπος προσπαθεί να την κάνει τον παράδεισό του.

Είμαστε ένα τίποτα - κι αυτό που ψάχνουμε είναι τα πάντα.

Ο άνθρωπος είναι θεός όταν ονειρεύεται και ζητιάνος όταν σκέφτεται.

Οι ήρωες χάσανε τη δόξα τους, οι σοφοί τους μαθητές τους. Μεγάλες πράξεις, αν δεν τις ακούει ένας ευγενικός λαός, δεν είναιν παρά ένα γερό χτύπημα σε αναίσθητο μέτωπο. Και μεγάλα λόγια αν δεν αντηχούν σε μεγάλες καρδιές δεν είναι παρά νεκρά φύλλα που πέφτουν στη λάσπη.

Για την άγρια καρδιά του ανθρώπου δεν υπάρχει πατρίδα.

Υπέροχη ευχαρίστηση απλώνεται μέσα μας, όταν ο εσωτερικός μας κόσμος ενδυναμώνεται με το υλικό του, διακρίνει τον εαυτό του και αρμολογείται πιό πιστά και το πνεύμα μας γίνεται σιγά σιγά μάχιμο.

Το ξερό σάπιο δένδρο δεν πρέπει να στέκεται στη θέση του, κλέβει το φώς και τον αέρα απ'τη νέα ζωή που ωριμάζει για τον καινούριο κόσμο.

'Οποιος δεν αμφιβάλλει δεν πείθεται.

Κοιτούσα ήσυχα και μοναχός μπροστά μου και δεν περιπλανιόταν στο παρελθόν και στο μέλλον το βλέμμα μου. Έδινα πιστά όπως η ηχώ σε κάθε πράγμα το όνομά του.

Οι λύκοι φεύγουν όταν ανάψεις φωτιά.

Αστειεύεται ο ένας, κορδώνεται ο άλλος και κάνει κηρύγματα. Άλλος παρίστανε τον φωτισμένο.

Κουράστηκα πιά να εξευτελίζομαι, να ψάχνω σταφύλια στη έρημο και λουλούδια στον πάγο.

Θεικό πλάσμα είναι το παιδί, όσο δεν έχει βουτηχθεί στο χαμαιλεόντιο χρώμα του ανθρώπου.

Κυριακή, 21 Νοεμβρίου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, ζωγραφική: Και υπέγραφα τις λέξεις αυτές με ένα ουράνιο τόξο στον ορίζοντα...

Έγραφα πάνω σε μια πλάκα από σχιστόλιθο
Και πάνω στα ξεθωριασμένα φτερά μιας βεντάλιας,
Και πάνω στην άμμο των ποταμών και των θαλασσών,
Πάνω στον πάγο με πατίνια και πάνω στο γυαλί μ' ένα δαχτυλίδι...

Μαρίνα Τσβετάγιεβα

Όλα όσα κανείς δεν χρειάζεται, φέρτε τα σε μένα

Όλα όσα κανείς δεν χρειάζεται, φέρτε τα σε μένα,
Όλα πρέπει να καούν στη φωτιά μου,
Τραβάω σαν μαγνήτης τη ζωή και το θάνατο
Για να τα προσφέρω, μικρό δώρο, στη φωτιά μου.
Στη φλόγα αρέσουν τα πράγματα που δεν έχουν βάρος'
Τα κλαδιά του περασμένου χρόνου, οι κορόνες, οι χαμένες λέξεις,
Η φλόγα ξεπετάγεται όταν τροφοδοτείται από τέτοια πράγματα
Και θα ξαναγεννηθείτε πιο καθαροί από τη στάχτη.
Τραγουδώ μόνο μέσα στη φωτιά, όπως και ο Φοίνικας.
Στηρίξτε γερά τη ζωή μου,
Καίγομαι στα σίγουρα, καίγομαι μέχρι να γίνω στάχτη.
Έτσι, η νύχτα θα είναι διάφανη για σας.
Φωτιά από πάγο, πηγή από φωτιά,
Υψώνω ψηλά τη σιλουέτα μου,
Κρατώ ψηλά την αξιοπρέπειά μου
Με την υπόσταση της συνομιλήτριας και της κληρονόμου!
(Verstes II)


Marina Tsvetaeva (1892-1941)

Κάποια μέρα, αξιολάτρευτο πλάσμα


Κάποια μέρα, αξιολάτρευτο πλάσμα,
Δεν θα είμαι πια για σένα παρά μόνο ανάμνηση,
Χαμένη μέσα στην γαλανομάτα μνήμη σου,
Χαμένη, θαμμένη, τόσο μακριά, τόσο μακριά!
Θα ξεχάσεις το προφίλ μου με τη γαμψή μύτη,
Το στεφανωμένο από τον καπνό των τσιγάρων μετωπό μου,
Το συνεχές γέλιο μου που εκνευρίζει τους ανθρώπους,
Και τα άπειρα ασημένια δαχτυλίδια πάνω στο φιλόπονο χέρι μου,
Και τη σοφίτα μας, που μοιάζει με καμπίνα πλοίου,
Και την ακαταστασία των χαρτιών μου.
Θα ξεχάσεις την τρομερή χρονιά, που την εξαΰλωσε η Δυστυχία.
Ήσουν τόσο μικρή κι εγώ τόσο νέα ακόμα!

Έγραφα πάνω σε μια πλάκα από σχιστόλιθο

Έγραφα πάνω σε μια πλάκα από σχιστόλιθο
Και πάνω στα ξεθωριασμένα φτερά μιας βεντάλιας,
Και πάνω στην άμμο των ποταμών και των θαλασσών,
Πάνω στον πάγο με πατίνια και πάνω στο γυαλί μ' ένα δαχτυλίδι,

Και πάνω στο φλοιό των αιωνόβιων δέντρων,
Και στο τέλος, για να το μάθουν όλοι,
Ότι αγαπήθηκες, αγαπήθηκες, αγαπήθηκες, αγαπήθηκες!
Και υπέγραφα τις λέξεις αυτές με ένα ουράνιο τόξο στον ορίζοντα.

(μετάφραση Μαριλένα Καρρά)

Παρασκευή, 19 Νοεμβρίου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, έλληνες ζωγράφοι: φθινόπωρο, που πνέεις από τα φώτα της πολιτείας...

Φθινοπωρινά τοπία & ζωγραφική, ζωγράφοι , Έλληνες ζωγράφοι


Γιάννης Σταύρου, Φθινοπωρινό, λάδι σε καμβά

Ενοσταλγούσα, ριγηλό φθινόπωρο, τις ώρες,
τα δέντρα αυτά του δάσους, την έρημη προτομή...

Κώστας Καρυωτάκης

Τί να σου πω, φθινόπωρο

Τί να σου πω, φθινόπωρο, που πνέεις από τα φώτα
της πολιτείας και φτάνεις ως τα νέφη τ' ουρανού;
Ύμνοι, σύμβολα, ποιητικές, όλα γνωστά από πρώτα,
φυλλορροούν στην κόμη σου τα ψυχρά άνθη του νου.

Γίγας, αυτοκρατορικό φάσμα, καθώς προβαίνεις
στο δρόμο της πικρίας και της περισυλλογής,
αστέρια με το μέτωπο, με της χρυσής σου χλαίνης
το κράσπεδο σαρώνοντας τα φύλλα καταγής,

είσαι ο άγγελος της φθοράς, ο κύριος του θανάτου,
ο ίσκιος που, σε μεγάλα βήματα· φανταστικά,
χτυπώντας αργά κάποτε στους ώμους τα φτερά του,
γράφει προς τους ορίζοντες ερωτηματικά...

Ενοσταλγούσα, ριγηλό φθινόπωρο, τις ώρες,
τα δέντρα αυτά του δάσους, την έρημη προτομή.
Κι όπως πέφτουνε τα κλαδιά στο υγρό χώμα, οι οπώρες,
ήρθα να εγκαταλειφθώ στην ιερή σου ορμή.

Πέμπτη, 18 Νοεμβρίου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, ζωγραφική: Το κάλεσμα του καλλιτέχνη...

Για την τέχνη, τη λογοτεχνία, τη ζωγραφική, τους καλλιτέχνες


Γιάννης Σταύρου, Στο κύμα, λάδι σε καμβά


Τέχνη και αλήθεια. Τέχνη κι ανθρώπινη φύση. Τέχνη και αίσθηση...

Το κάλεσμα του καλλιτέχνη...


Τζόζεφ Κόνραντ

Για το καλλιτεχνικό έργο
αποσπάσματα από τον πρόλογο στον "Αράπη του Νάρκισσου"
η απαράμιλλη μετάφραση είναι του Ξενοφώντα Κομνηνού


Ένα έργο που προσδοκά, όσο και ταπεινά, να σταθεί στο ύψος της τέχνης οφείλει να δικαιώνεται μέσα από κάθε του γραμμή. Και η ίδια η τέχνη μπορεί να οριστεί ως μια προσπάθεια, προσηλωμένη σ' ένα και μόνο στόχο, ν' αποδοθεί το ύψιστο είδος δικαιοσύνης στο ορατό σύμπαν με την φανέρωση της πολύπτυχης και μίας αλήθειας που υφέρπει σε κάθε του όψη.

Είναι μια προσπάθεια να βρεθεί σε κάθε μορφή του, στα χρώματά του, στο φως του, στις σκιές του, στις όψεις της ύλης και στα γεγονότα της ζωής αυτό που είναι θεμελιακό, ενδελεχές και ουσιώδες - η εννιαία, αυγάζουσα και πειστική ποιότητά τους - η βαθειά αλήθεια της της ύπαρξής τους...


Joseph Conrad (1857-1924)

Ο καλλιτέχνης καταδύεται στον εαυτό του και στη μοναχική αυτή περιοχή της έντασης και του αγώνα, αν σταθεί άξιος και καλότυχος, βρίσκει τους τρόπους να εκφράσει το κάλεσμα του. Το κάλεσμά του απευθύνται προς τις λιγότερο εμφανείς ικανότητές μας: προς εκείνο το κομμάτι της φύσης μας το οποίο εξαιτίας των πολεμικών συνθηκών της ύπαρξης παραμένει αναγκαστικά αφανές μέσα στις περισσότερο ανθεκτικές και σκληρές ιδιότητες - όπως το τρωτό σώμα μέσα σε μια ατσάλινη πανοπλία...

Ο καλλιτέχνης επικαλείται το κομμάτι εκείνο του είναι μας που δεν εξαρτάται από τη σοφία. αυτό που μέσα μας είνα δωρεά και όχι απόκτημα - και συνεπώς αντέχει περισσότερο. Μιλάει στην ικανότητά μας για τέρψη και θαυμασμό, στην αίσθηση του μυστηρίου που περιβάλλει τις ζωές μας. Στο αίσθημα της συμπόνιας, της ομορφιάς και του πόνου...

Η μυθοπλασία - αν προσδοκά καθόλου να είναι τέχνη - επικαλείται την ψυχοσύνθεση. Και όπως η ζωγραφική, η μουσική, όπως κάθε τέχνη, πρέπει πράγματι να είναι το κάλεσμα μιας ψυχοσύνθεσης προς όλες τις άλλες αναρίθμητες ψυχοσυνθέσεις των οποίων η αδιόρατη και ακαταμάχητη δύναμη προικίζει τα περαστικά γεγονότα με την αληθινή σημασία τους και δημιουργεί την ηθική, την συγκινησιακή ατμόσφαιρα του χώρου και του χρόνου. Για να είναι ένα τέτοιο κάλεσμα κάλεσμα τελεσφόρο θα πρέπει ν' αποτελεί μια εντύπωση που μετοχετεύεται μέσω των αισθήσεων. Και πράγματι δεν μπορεί να γίνει αλλιώς, γιατί η ψυχοσύνθεση . είτε ατομική είτε συλλογική, δεν είναι επιδεκτική στην πειθώ...

Τετάρτη, 17 Νοεμβρίου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, Έλληνες ζωγράφοι: Στη νύχτα που έρχεται...

Ἀργότερα
πλακώνουν οἱ βαριὲς συννεφιὲς
μᾶς τυραννοῦν οἱ χειμῶνες κι οἱ καταιγίδες...

Μελισσάνθη

Στη νύχτα που έρχεται

Ξεκινᾶμε ἀνάλαφροι καθὼς ἡ γύρη
ποὺ ταξιδεύει στὸν ἄνεμο
Γρήγορα πέφτουμε στὸ χῶμα
ρίχνουμε ρίζες, ρίχνουμε κλαδιὰ
γινόμαστε δέντρα ποὺ διψοῦν οὐρανὸ
κι ὅλο ἁρπαζόμαστε μὲ δύναμη ἀπ᾿ τὴ γῆ
Μᾶς βρίσκουν τ᾿ ἀτέλειωτα καλοκαίρια
τὰ μεγάλα κάματα.
Οἱ ἄνεμοι, τὰ νερὰ
παίρνουν τὰ φύλλα μας.

Ἀργότερα
πλακώνουν οἱ βαριὲς συννεφιὲς
μᾶς τυραννοῦν οἱ χειμῶνες κι οἱ καταιγίδες
Μὰ πάντα ἀντιστεκόμαστε,
ὀρθωνόμαστε
πάντα ντυνόμαστε μὲ νέο φύλλωμα
Ὡσότου, φτάνει ἕνας ἄνεμος παράξενος
-κανεὶς δὲ ξέρει πότε κι ἀπὸ ποὺ ξεκινᾶ-
μᾶς ρίχνει κάτω
μ᾿ ὅλες μας τὶς ρίζες στὸν ἀέρα.
Γιὰ λίγο ἀκόμα μὲς στὴ φυλλωσιά μας
κάθεται κρυμμένο
-νὰ πεῖ μία τρίλια του στὴ νύχτα ποὺ ἔρχεται-
ἕνα πουλί.

Ας...

Σὲ τοῦτο τὸ μεταξύ,
ἂς παίζουμε μὲ τὶς λέξεις,
ἂς παίζουμε τῆς ὁμιλίας τὸ θεῖο παιγνίδι
ἀνύποπτοι ποιητὲς
ποὺ κλέψανε τὸ μυστικὸ
νὰ βλέπουνε καὶ ν᾿ ἀκοῦνε,
ν᾿ ἀγγίζουνε καὶ νὰ γνωρίζουνε τὰ πράγματα,
τὴν εἰκόνα τοῦ Κόσμου ξαναπλάθοντας
μ᾿ ἀστραφτερὲς λέξεις ἂς παίζουμε
καθὼς παιδιὰ μ᾿ ἀθώα χοχλάδια
ποῦ ξεβράστηκαν στ᾿ ἀκροθαλάσσι
μόλις ἀγγίζοντας τὴ μυστικὴ φωτιὰ
μόλις μαντεύοντας
τὸν κρύφιο κεραυνό,
μὲ χῶμα ἂς σκεπάζουμε καὶ στάχτη
τὴ φλόγα ποὺ οἱ θνητοὶ ν᾿ ἀγγίσουν δὲν τολμοῦν
δέσμιοι στὸ θάνατο
ἂς ξανοίγουμε τὶς χάρτινες βαρκοῦλες μας
μὲς στὸν ἀστραποβόλο ὠκεανό...

Παρασκευή, 12 Νοεμβρίου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, έλληνες ζωγράφοι: Να πιάσεις από τα λουριά του Αχιλλέα τ' άλογα...

Να βρείς μιαν άλλη θάλασσα μιαν άλλη απαλοσύνη
Να πιάσεις από τα λουριά του Αχιλλέα τ' άλογα
Αντί να κάθεσαι βουβή τον ποταμό να μαλώνεις...

Νίκος Γκάτσος
Αμοργός
(απόσπασμα)

Τι να μου κάμει η σταλαγματιά που λάμπει στο μέτωπο σου;
Το ξέρω πάνω στα χείλια σου έγραψε ο κεραυνός τ' όνομα του
Το ξέρω μέσα στα μάτια σου έχτισε ένας αητός τη φωλιά του
Μα εδώ στην όχτη την υγρή μόνο ένας δρόμος υπάρχει
Μόνο ένας δρόμος απατηλός και πρέπει να τον περάσεις
Πρέπει στο αίμα να βουτηχτείς πριν ο καιρός σε προφτάσει
Και να διαβείς αντίπερα να ξαναβρείς τους συντρόφους σου
Άνθη πουλιά ελάφια
Να βρείς μιαν άλλη θάλασσα μιαν άλλη απαλοσύνη
Να πιάσεις από τα λουριά του Αχιλλέα τ' άλογα
Αντί να κάθεσαι βουβή τον ποταμό να μαλώνεις
Τον ποταμό να λιθοβολείς όπως η μάνα του Κίτσου.
Γιατί κι εσύ θα' χεις χαθεί κι η ομορφιά σου θα' χει γεράσει.
Μέσα στους κλώνους μιας λυγαριάς βλέπω το παιδικό σου πουκάμισο να στεγνώνει
Πάρ' το σημαία της ζωής να σαβανώσεις τον θάνατο

Πέμπτη, 11 Νοεμβρίου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, Έλληνες ζωγράφοι: Η στάθμη του σώματος ποικίλλει από άνθρωπο σε άνθρωπο...

Μια μέρα ένα αεράκι κάθισε στον ώμο σου
Κάτι σου είπε κι έφυγες μαζί του
βάφοντας κατακόκκινες τις νεραντζιές του δρόμου

Γιάννης Κοντός
Η στάθμη του σώματος
(αποσπάσματα)

Στα αγκάθια μιας τριανταφυλλιάς
σκάλωσε το πουκάμισό σου
και σκίστηκε. Φαίνεται η τριανταφυλλιά
γνώριζε την ομορφιά σου

Υστερόγραφο

Η στάθμη του σώματος ποικίλλει
από άνθρωπο σε άνθρωπο.
Είναι όπως λέμε: να το φεγγάρι
και αυτό ουσιαστικά είναι ένα
ψάρι στη λίμνη
σιγά σιγά αποξηραίνεται και σε φωνάζω
με το μικρό σου όνομα.
- Μια τρύπια δεκάρα όλα
στον πάτο της λίμνης
μέσα στη λάσπη και στο όραμα.

Τετάρτη, 10 Νοεμβρίου 2010

Σχόλια & ζωγραφική, ζωγράφοι, έλληνες ζωγράφοι: προχωρώ βαθύτερα στο ακίνητο φθινόπωρο...

Όσο περνά ο καιρός και προχωρώ βαθύτερα
στο ακίνητο φθινόπωρο που μαλακώνει πλένοντας
με φως τα πεζοδρόμια...

Νίκος Ασλάνογλου

Ερείπια της Παλμύρας

Όσο περνά ο καιρός και κάνω ένα προχώρημα
βαθύτερο μες στην παραδοχή, τόσο καταλαβαίνω
γιατί βαραίνεις κι αποχτάς τη σημασία
που δίνουν στα ερείπια οι άνθρωποι. Εδώ που όλα
σκουπίζονται, τα μάρμαρα κι οι πέτρες κι η ιστορία
μένεις εσύ με την πυρακτωμένη σου πνοή για να θυμίζεις
το πέρασμα ανάμεσα στην ομορφιά, τη μνήμη
εκείνου που εσίγησε ανεπαίσθητα εντός μου
σφαδάζοντας στην ίδια του κατάρρευση κι ακόμα
τους άλλους που ανύποπτοι μες σε βαθύν ύπνο διαρρέουν.

Όσο περνά ο καιρός και προχωρώ βαθύτερα
στο ακίνητο φθινόπωρο που μαλακώνει πλένοντας
με φως τα πεζοδρόμια, τόσο βλέπω
στη χρυσωμένη δωρεά του ήλιου μια εγκατάλειψη
για όσα περιμένω και δεν πήρα, για όσα
μου ζήτησαν κι αρνήθηκα μη έχοντας, για όσα
μοιράστηκα απερίσκεπτα και μένω
ξένος και κουρελιάρης τώρα
Μα όταν μες στη θρυμματισμένη θύμηση αναδεύω
ερείπια, βρίσκω απόκριση βαθιά γιατί τα μάρμαρα
κι οι πέτρες κι η ιστορία μένουν για να θυμίζουν
το πέρασμά σου ανάμεσα στην ομορφιά - απόκριση
για όσα περιμένω και δεν πήρα.

Τρίτη, 9 Νοεμβρίου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, Έλληνες ζωγράφοι: καταχνιά ενός χειμωνιάτικου μεσημεριού...

Ανύπαρχτη Πολιτεία
Μέσα στην καστανή καταχνιά ενός χειμωνιάτικου μεσημεριού...

Τ. Σ. Έλιοτ
Έρημη Χώρα
στον Έζρα Πάουντ, "Il miglior fabbro"

Γ΄. Το κήρυγμα της φωτιάς
(απόσπασμα)

Του ποταμού η σκεπή σωριάστηκε· τα στερνά δάχτυλα των φύλλων
Γαντζώνουν και βουλιάζουνε στην όχθη την υγρή. Ο αγέρας
Στην καστανόχρωμη τη γης διαβαίνει, ανάκουστος. Φύγανε οι νύμφες.
Γλυκέ μου Τάμεση, κύλα απαλά, το τραγούδι μου για να πω.
Ο ποταμός δεν κατεβάζει άδειες μποτίλιες, χαρτιά από σάντουιτς,
Μεταξωτά μαντίλια, χαρτονένια κουτιά, αποτσίγαρα
Κι άλλα τεκμήρια θερινών νυχτών. Φύγανε οι νύμφες.
Κι οι φίλοι τους, οι χασομέρηδες κληρονόμοι των διευθυντών του Σίτυ·
Φύγανε, δεν άφησαν διεύθυνση.
Επί των υδάτων Λεμάν κάθισα κι έκλαψα
Γλυκέ μου Τάμεση, κύλα απαλά, το τραγούδι μου για να πω,
Γλυκέ μου Τάμεση, κύλα απαλά, ’τι δε φωνάζω ούτε φλυαρώ.
Αλλά πίσω απ’ τη ράχη μου ακούω σε μια παγωμένη ριπή
Το κροτάλισμα των κοκάλων, και το πνιγμένο γέλιο ν’ απλώνεται. στην ακοή.
Ένα ποντίκι γλίστρησε απαλά μέσα στη βλάστηση
Τη λασπερή του σέρνοντας κοιλιά στην όχθη
Εκεί που ψάρευα στο μουντό κανάλι
Ένα χειμωνιάτικο δειλινό πίσω απ’ το Γκάζι
Ρεμβάζοντας πάνω στου βασιλιά αδελφού μου το ναυάγιο,
Πάνω στου βασιλιά πατέρα μου το θάνατο, πριν από εκείνον.
Λευκά κορμιά γυμνά στο έδαφος το χαμηλό το νοτισμένο
Ριγμένα κόκαλα σε χαμηλή μικρή ξερή σοφίτα,
Κροταλισμένα από του ποντικού το πόδι μόνο, χρόνο με χρόνο.
Αλλά πίσω απ’ τη ράχη μου φορές-φορές ακούω
Ήχους σαλπίγγων κι αυτοκινήτων, που θα φέρουν
Τον Σουήνη στην Κυρία Πόρτερ την άνοιξη.
Ω φεγγαράκι μου λαμπρό φέξε της Κυρα-Πόρτερ
Φέξε της κόρης της
Νίβουν τα πόδια τους σε νερό με σόδα
Et O ces voix d’ enfants, chantant dans la coupole !

Tιοτ τιοτ τιοτ
Γιακ γιακ γιακ γιακ γιακ γιακ
Τόσο βάναυσα χαλασμένη.
Τηρεό


T. S. Eliot (1888-1965)

Ανύπαρχτη Πολιτεία
Μέσα στην καστανή καταχνιά ενός χειμωνιάτικου μεσημεριού
Ο Σμυρνιός έμπορας, κύριος Ευγενίδης
Αξούριστος, με την τσέπη γεμάτη σταφίδες
Τσιφ Λόντρα: φορτωτικές εν όψει,
Με κάλεσε με τα πρόστυχά του γαλλικά
Για πρόγευμα στο Κάννον Στρήτ Ότέλ
Κι έπειτα το Σαββατοκύριακο στο Μετροπόλ.

Την ώρα τη μενεξεδιά, που τα μάτια κι η ράχη
Ανασηκώνουνται απ’ το γραφείο, που η μηχανή
του ανθρώπου περιμένει
Σαν το ταξί που σφύζει περιμένοντας,
Εγώ ο Τειρεσίας, μολονότι τυφλός, σφύζοντας ανάμεσα σε δυο ζωές,
Γέροντας με γυναίκειο στήθος ρυτιδωμένο, μπορώ να ιδώ,
Την ώρα τη μενεξεδιά, την ώρα τη δειλινή που μάχεται
Κατά το γυρισμό, και φέρνει το ναύτη στο λιμάνι από το πέλαγο,
Σπίτι της τη δακτυλογράφο την ώρα του τσαγιού· μαζεύει τ’ απομεινάρια του πρωινού της
Ανάβει τη θερμάστρα, κι αραδιάζει τρόφιμα από κονσέρβες.
Έξω από το παράθυρο απλωμένα ριψοκίνδυνα
Στεγνώνουνε τα σώρουχά της στου ήλιου τις τελευταίες αχτίνες,
Στοιβαγμένα στο ντιβάνι (τη νύχτα κρεβάτι της)
Κάλτσες, παντούφλες, μεσοφόρια, κορσέδες.
Εγώ ο Τειρεσίας, γέροντας με ρυτιδωμένα βυζιά
Διάκρινα τη σκηνή, και προφήτεψα τα επίλοιπα –
Κι εγώ περίμενα τον αναμενόμενο ξένο.
Εκείνος, νέος όλο σπυριά, καταφτάνει,
Υπάλληλος πρακτορείου μικροεταιρίας,
Με βλέμμα θαρραλέο, κάποιος απ’ τους μικρούς
Όπου η αυτοπεποίθηση είναι καθισμένη
Σαν το ψηλό μπραντφορδιανού ’κατομμυριούχου.
Τώρα η στιγμή είναι πρόσφορη, καθώς εικάζει,
Απόφαγε, βαριέται κι είναι κουρασμένη,
Κάνει μια απόπειρα να την μπλέξει σε χάδια
Που εκείνη δεν ποθεί, μήτε αποδοκιμάζει.
Πυρός κι αποφασιστικός, ρίχνεται αμέσως·
Χέρια ερευνητικά δε συναντούν αντίσταση·
Η ματαιοδοξία του δεν απαιτεί ανταπόκριση,
Και παίρνει για παραδοχή την αδιαφορία.
(Κι εγώ ο Τειρεσίας υπόφερα απ’ τα πριν όλα
Που εγίναν στο ίδιο τούτο ντιβάνι είτε κρεβάτι·
Εγώ που κάθισα στη Θήβα κάτω απ’ τα τείχη
Και περπάτησα ανάμεσα στους χαμηλότερους νεκρούς.)
Δίνει ένα στερνό προστατευτικό φιλί,
Και βγαίνει ψάχνοντας τη σκάλα τη σβηστή...
Eκείνη ρίχνει στον καθρέφτη μια ματιά,
Πως o εραστής της έφυγε το νιώθει μόλις·
Από το νου της μια άμορφη σκέψη περνά:
«Λοιπόν έγινε ό,τι έγινε: καλά που έχει τελειώσει»
Όταν στην τρέλα αφήνεται η ομορφονιά
Και πάλι, μόνη, βηματίζει απάνω-κάτω,
Μ’ αυτόματο χέρι διορθώνει τα μαλλιά
Κι έπειτα βάζει μια πλάκα στο φωνογράφο.

«Σύρθηκε προς εμένα πάνω στα νερά τούτη η μουσική»
Και στο μάκρος του Στραν ως το Κουήν Βικτώρια Στρητ.
Ω Πολιτεία Πολιτεία, μπορώ κάποτε κι ακούω
Πίσω από ένα μπαρ στο Λόουερ Ταίμς Στρητ,
Το απαλό γκρίνιασμα ενός μαντολίνου
Και τη βουή και τους θορύβους εκεί μέσα
Που τεμπελεύουν οι ψαράδες το μεσημέρι:
Εκεί που οι τοίχοι του Μάγνου του Μάρτυρα κρατούν
Μια ανεξήγητη λαμπράδα Ιωνικού λευκού και χρυσαφιού.

Ο ποταμός ιδρώνει
Πετρέλαιο και κατράμι
Τις μαούνες τις παίρνει
Το ρέμα που αλλάζει
Κόκκινα πανιά
Σταβέντο ανοιγμένα
Παίζουνε στη βαριά τους αντένα.
Οι μαούνες σπρώχνουν
Ξύλα στον αφρό
Στου Γκρήνιδζ τον κάβο
Πέρα απ’ το Σκυλονήσι.

Βεγιαλαλά λεγιά
Βάλλαλα λεγιαλαλά

Ο Λέστερ κι η Ελισάβετ
Χτυπώντας τα κουπιά
Η πρύμη σμιλεμένη
Κοχύλι χρυσωμένο
Κόκκινο και χρυσό
Το ρέμα φουσκωμένο
Κυμάτιζε στις άκρες
Φυσώντας ο γαρμπής
Έφερνε με το ρέμα
Ήχους από καμπάνες
Άσπροι πύργοι

Βεγιαλαλά λεγιά
Βάλλαλα λεγιαλαλά

(μτφ Γιώργος Σεφέρης)

Δευτέρα, 8 Νοεμβρίου 2010

Σχόλια & ζωγραφική, ζωγράφοι: Καταλαβαίναμε την ατομική καταστροφή, την προσωπική ζημιά, τη γενική μιζέρια...

Πώς, πώς θα μπορέσω να γυρίσω ποτέ
στις απαλές γαλήνιες εποχές...

Τ. Σ. Έλιοτ


Δύο χορικά


Λαγάρισε τον αέρα!
Καθάρισε τον ουρανό!
Πλύνε τον άνεμο!
Χώρισε την πέτρα από την πέτρα
και πλύνε τις.
Βρώμικη η γης, βρώμικο το νερό,
τα ζωντανά μας κι εμάς,
μας μόλεψε το αίμα.
Το αίμα βροχή μου τύφλωσε τα μάτια.
Που είναι η Αγγλία ; Που είναι το Κέντ ;
Πού είναι η Καντερβουρία ;
Ω! μακριά.. μακριά.. μακριά..
μακριά στα περασμένα
και πλανιέμαι σε τόπο γεμάτο ξερά κλαδιά:
αν τα τσακίσω, ματώνουν
πλανιέμαι σε τόπο γεμάτο πέτρες ξερές:
αν τις αγγίξω, ματώνουν.
Πώς, πώς θα μπορέσω να γυρίσω ποτέ
στις απαλές γαλήνιες εποχές;
Νύχτα μείνε μαζί μας, σταμάτησε Ήλιε,
κρατήσου εποχή, να μην έρθει η μέρα,
να μην έρθει η άνοιξη.
Πώς να κοιτάξω τη μέρα
και τα κοινά της αντικείμενα,
και να τα ιδώ βαμμένα στο αίμα,
πίσω από το αίμα
που πέφτει σαν παραπέτασμα;
Τίποτε δε γυρέψαμε να γίνει.
Καταλαβαίναμε την ατομική καταστροφή,
την προσωπική ζημιά, τη γενική μιζέρια,
ζώντας και ψευτοζώντας τον τρόμο τη νύχτα
που τελείωνε στην πράξη την καθημερινή,
τον τρόμο τη μέρα που τελειώνει στον ύπνο,
αλλά η κουβέντα στης αγοράς,
το χέρι στη σκούπα,
το νυχτερινό σώριασμα της στάχτης,
το ξύλο στη φωτιά την αυγή,
σ' αυτές τις πράξεις
σταματούσαν τα βάσανα μας.
Είχε το σύνορο της κάθε φρίκη,
είχε ένα κάποιο τέλος κάθε λύπη:
δε μένει καιρός στη ζωή να θλίβεσαι πολύ.
Μα τούτο, τούτο είναι Έξω απ' τη ζωή,
έξω από τον καιρό,
παρούσα αιωνιότητα της αδικίας
και του κακού.
Μας βρώμισε μια λέρα
που δε μπορούμε να καθαρίσουμε,
μέσα στο υπερφυσικό σκουλήκιασμα,
δεν είμαστε μόνο εμείς, δεν είναι το σπίτι,
δεν είναι η πολιτεία μολεμένη,
ο κόσμος ολάκερος είναι βρωμερός.

Λαγάρισε τον αέρα!
Καθάρισε τον ουρανό!
Πλύνε τον άνεμο!
Χώρισε την πέτρα από την πέτρα,
χώρισε το δέρμα από το χέρι,
χώρισε το μυώνα από το κόκαλο,
και πλύνε τα,
Πλύνε την πέτρα, Πλύνε το κόκαλο,
Πλύνε το μυαλό, Πλύνε την ψυχή,
Πλύνε τα Πλύνε τα!

(μτφ Γιώργος Σεφέρης)

T. S. Eliot

Murder in the Cathedral

Chorus

Clean the air! clean the sky! wash the wind! take stone from stone and wash them.
The land is foul, the water is foul, our beasts and outselves are defiled with blood.
A rain of blood has blinded my eyes. Where is England?
where is Kent? where is Canterbury?
O far far far far in the past; and I wander in a land of barren boughs:
if I break them, they bleed; I wander in a land of dry stones:
if I touch them they bleed.
How how can I ever return, to the soft quiet seasons?
Night stay with us, stop sun, hold season, let the day not come,
let the spring not come.
Can I look at the day and its common things, and see them all smeared with blood,
through a curtain of falling blood?
We did not wish anything to happen.
We understood the private catastrophe,
The personal loss, the general misery,
Living and partly living;
The terror by night that ends in daily action,
The terror by day that ends in sleep;
But the talk in the market-place, the hand on the broom,
The night-time heaping of the ashes,
The fuel laid on the fire at daybreak,
These acts marked a limit to our suffering.
Every horror had its definition,
Every sorrow had a kind of end:
In life there is not time to grieve long.
But this, this is out of life, this is out of time,
An instant eternity of evil and wrong.
We are soiled by a filth that we cannot clean, united to
supernatural vermin,
It is not we alone, it is not the house, it is not the city that is
defiled,
But the world that is wholly foul.
Clean the air! clean the sky! wash the wind! take the stone
from the stone, take the skin from the arm, take the
muscle from the bone, and wash them. Wash the stone,
wash the bone, wash the brain, wash the soul, wash
them wash them!