t


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σικελιανός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σικελιανός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 22 Μαρτίου 2023

το τέλειο Γεννηθήτω...

'Ασ' την ανίδεη και χοντροκομμένη
γενιά στους στοχασμούς της, που 'ναι ψέμα
και που ν' ερείπιο, και βυθίσου ακέριος
στ' άναρχο ρίγος που χυμάει στο Σου σου,
απ' όπου δεν ανάτειλαν ακόμα
της δημιουργίας τα πείσματα, να λάμψει
στο κορμί και στο Νου σου η τέλεια λάμψη
της Σκέψης και το τέλειο Γεννηθήτω.
 
΄Αγγελος Σικελιανός
 
                             Γιάννης Σταύρου, Γαλατάς

Παρασκευή 12 Οκτωβρίου 2018

12 Οκτωβρίου 1944

Η απελευθέρωση της Αθήνας από την γερμανική κατοχή
Σαν σήμερα!

https://yannisstavrou.blogspot.com

Παρασκευή 15 Σεπτεμβρίου 2017

μα ολάκερον ερίζωσα το νου μου στη σιγή...

να που, ό,τι στάθη εφήμερο, σα σύγνεφο αναλιώνει,
να που κι ο μέγας Θάνατος μου γίνηκε αδερφός!..

https://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Άνθρωπος και δέντρο, λάδι σε καμβά

Άγγελος Σικελιανός
Γιατί βαθιά μου δόξασα

Γιατί βαθιά μου δόξασα και πίστεψα τη γη
και στη φυγή δεν άπλωσα τα μυστικά φτερά μου,
μα ολάκερον ερίζωσα το νου μου στη σιγή,
να που και πάλι αναπηδά στη δίψα μου η πηγή,
πηγή ζωής, χορευτική πηγή, πηγή χαρά μου...

Γιατί ποτέ δε λόγιασα το πότε και το πώς,
μα εβύθισα τη σκέψη μου μέσα στην πάσαν ώρα,
σα μέσα της να κρύβονταν ο αμέτρητος σκοπός,
να τώρα που, ή καλοκαιριά τριγύρα μου είτε μπόρα,
λάμπ’ η στιγμή ολοστρόγγυλη στο νου μου σαν οπώρα,
βρέχει απ’ τα βάθη τ’ ουρανού και μέσα μου ο καρπός!.

Γιατί δεν είπα: «Εδώ η ζωή αρχίζει, εδώ τελειώνει...»
μα «Αν είν’ η μέρα βροχερή, σέρνει πιο πλούσιο φως...
μα κι ο σεισμός βαθύτερη τη χτίση θεμελιώνει,
τι ο ζωντανός παλμός της γης που πλάθει είναι κρυφός...»
να που, ό,τι στάθη εφήμερο, σα σύγνεφο αναλιώνει,
να που κι ο μέγας Θάνατος μου γίνηκε αδερφός!.

Παρασκευή 26 Αυγούστου 2016

μες σε διπλή γαλήνη...

Εκεί μου ανοίξαν το παλιό κρασί, που πλέριο ευώδισε
μες στην ιδρένια στάμνα,
σαν τη βουνίσια μυρουδιά, σύντας βαρεί κατάψυχρη
νύχτια δροσιά τα θάμνα...

https://yannisstavrou.blogspot.com
Θαλερό

Φλογάτη, γελαστή, ζεστή, ἀπὸ τ᾿ ἀμπέλια ἀπάνωθεν
ἐκοίταγε ἡ σελήνη -
κι ἀκόμα ὁ ἥλιος πύρωνε τὰ θάμνα, βασιλεύοντας
μὲς σὲ διπλὴ γαλήνη·

βαριὰ τὰ χόρτα, ἱδρώνανε στὴν ἀψηλὴν ἀπανεμιὰ
το θυμωμένο γάλα,
κι ἀπὸ τὰ κλήματα τὰ νιά, ποὺ τῆς πλαγιᾶς ἀνέβαιναν
μακριὰ-πλατιὰ τὴ σκάλα,

σουρίζανε οἱ ἀμπελουργοὶ φτερίζοντας, ἐσειόντανε
στον ὄχτο οἱ καλογιάννοι,
κι ἅπλων᾿ ἀπάνω στὸ φεγγάρι ἡ ζέστα ἀραχνοΰφαντο
κεφαλοπάνι...

Στὸ σύρμα, μὲς στὸ γέννημα, μονάχα τρία καματερά,
τό ῾να ἀπὸ τ᾿ ἄλλο πίσω,
τὴν κρεμαστή τους τραχηλιὰ κουνώντας, τὸν ἀνήφορο
ξεκόβαν τὸ βουνίσο·

σκυφτό, τὴ γῆς μυρίζοντας, καὶ τὸ λιγνὸ λαγωνικό,
με γρήγορα ποδάρια,
στοῦ δειλινοῦ τὴ σιγαλιὰ βράχο τὸ βράχο ἐπήδαγε
ζητώντας μου τὰ χνάρια·

καὶ κάτου ἀπ᾿ τὴν κληματαριὰ τὴν ἄγουρη μ᾿ ἐπρόσμενε,
στο ξάγναντο τὸ σπίτι,
σωστὸ τραπέζι πόφεγγε, λυχνάρι ὀμπρὸς τοῦ κρεμαστό,
το φῶς τοῦ Ἀποσπερίτη.

Ἐκεῖ κερήθρα μὄφερε, ψωμὶ σταρένιο, κρύο νερὸ
η ἀρχοντοθυγατέρα,
ὁποὖχε ἀπὸ τὴ δύναμη στὸν πετρωτό της τὸ λαιμὸ
χαράκι ὡς περιστέρα·

ποὺ ἡ ὄψη της, σὰν τῆς βραδιᾶς τὸ λάμπο, ἔδειχνε διάφωτη
τῆς παρθενιᾶς τὴ φλόγα,
κι ἀπ᾿ τὴ σφιχτή της ντυμασιὰ στὰ στήθια της τ᾿ ἀμάλαγα,
χώριζ᾿ ὁλόρτη ἡ ρώγα·

ποὺ ὀμπρὸς ἀπὸ τὸ μέτωπο σὲ δυὸ πλεξοῦδες τὰ μαλλιὰ
πλεμένα εἶχε σηκώσει,
σὰν τὰ σκοινιὰ τοῦ καραβιοῦ, ποὺ δὲ θὰ μπόρει᾿ ἡ φούχτα μου
νὰν τῆς τὰ χερακώσει.

Λαχανιασμένος στάθη ἐκεῖ κι ὁ σκύλος π᾿ ἀγανάχτησε
στα ὀρτὰ τὰ μονοπάτια,
κι ἀσάλευτος στὰ μπροστινά, μὲ κοίταγε, προσμένοντας
μιὰ σφήνα, μὲς στὰ μάτια·

ἐκεῖ τ᾿ ἀηδόνια ὡς ἄκουγα, τριγύρα μου, καὶ τοὺς καρποὺς
γευόμουν ἀπ᾿ τὸ δίσκο,
εἶχα τὴ γέψη τοῦ σταριοῦ, τοῦ τραγουδιοῦ καὶ τοῦ μελιοῦ
βαθιά στὸν οὐρανίσκο.

Σὰ σὲ κυβέρτι γυάλινο μέσα μου σάλευε ἡ ψυχή,
πασίχαρο μελίσσι,
ποὺ ὅλο κρυφὰ πληθαίνοντας γυρεύει σμάρια ὡσὰν τσαμπιὰ
στὰ δέντρα ν᾿ ἀμολήσει.

Κι ἔνιωθα κρούσταλλο τὴ γῆ στὰ πόδια μου ἀποκάτωθε
καὶ διάφανο τὸ χῶμα
γιατὶ πλατάνια τριέτικα τριγύρα μου ὑψωνόντανε
μ᾿ ἁδρό, γαλήνιο σῶμα.

Ἐκεῖ μοῦ ἀνοῖξαν τὸ παλιὸ κρασί, ποὺ πλέριο εὐώδισε
μὲς στὴν ἱδρένια στάμνα,
σὰν τὴ βουνίσια μυρουδιά, σύντας βαρεῖ κατάψυχρη
νύχτια δροσιὰ τὰ θάμνα...

Φλογάτη, γελαστή, ζεστή, ἐκεῖ ἡ καρδιά μου δέχτηκε
ν᾿ ἀναπαυτεῖ λιγάκι
πὰ σὲ σεντόνια εὐωδερὰ ἀπὸ βότανα, καὶ γαλανὰ
στὴ βάψη ἀπὸ λουλάκι.

Τρίτη 24 Φεβρουαρίου 2015

πλατιά, πιο πάνω από το βόγγο του πελάγου...

Και να, που ως σήμερα μ’ εκείνα τα γραφτά του
αγάλλεται η Σιών, και στο πλευρό της,
παλιά και νέα, σκιρτά κρυφά η Ελλάδα,
κάποιοι από μας οπούμαστε ενωμένοι
απ’ τη βαθειά τη λάτρα της Αμπέλου
της ζωντανής, οπού πλατειά ’ναι και μεγάλη
μα λιγοστά τ’ αληθινά τα κλήματά της...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Σταφύλια σε κεραμικό, λάδι σε καμβά

Άγγελος Σικελιανός
Μνημόσυνο Παπαδιαμάντη

Του Θεού το πέλαγο, βροντή
το μέγα κύμα εβάρει…
Σαν τ’ Άγιο Πνέμμα εφώταγε
ψηλάθε το φεγγάρι
στ’ ακρόγιαλα τις γλώσσες των αφρών
που καβαλίκευαν τα βράχια,
θαμπωτικές,
όταν αυτός,
διαβαίνοντας απ’ το στερνό προσκυνητάρι
τ’ ακρωτηριού,
καθώς σφυρίζαν οι σβιλάδες του Βορριά,
έκλειν’ απάνω του σφιχτά το τρύπιο πανωφόρι,
κι όπως σιγόψελνε,
με πρόσωπο στο στήθος του χωμένο
«τη ταπεινώσει τα υψηλά
και τη πτωχεία τα πλούσια,»
ξάφνου πλημμύριζεν αδόκητα η καρδιά του,
πλατιά, πιο πάνω από το βόγγο του πελάγου
κι απ’ το τραγούδι των αθώρητων Σειρήνων,
Ιερουσαλήμ,
από τον ύμνο το δικό Σου!

Και τότε, το φιδίσιο μονοπάτι,
που απ’ το ξωκλήσι τ’ Άη-Νικόλα
κατέβαινε του λιμανιού ως με κάτου την ταβέρνα,
που μέσα της ακόμα, νυχτωμένο,
εκάπνιζε θαμπό ένα φως,
τον ετραβούσε κιόλας,
εκεί, που το ποτήρι του κρασιού κρατώντας,
σε λίγο, από το νάμα γκαρδιωμένος της Αμπέλου,
της μιας Αμπέλου που πλατειά ’ναι και μεγάλη
μα λιγοστά τ’ αληθινά τα κλήματά της,
θα νάμπαινε στη ζέστα μέσα του Μυστήριου
του ζωντανού, κι ο Διονυσόδοτος Χριστός του,
κι αν στο σταυρόν απάνω ακόμα καρφωμένος
μ’ αιματοστάλαχτο πλευρό, μα αγάλι-αγάλι
την Απολλώνεια θα σαρκώνονταν γαλήνη,
κι από τη ρίζα μέσα της ταπεινωσύνης,
τόσο θα ψήλωνε βαθειά του το τροπάρι
και τόσο μέσα του οι κρυφές αισθήσεις
σε νοσταλγίας θεοτικό ρυθμό δοσμένες
θα τραγουδούσαν, που η ψυχή του, μοναχή της,
σαν το πουλί που ξάφνου ανοίγουν το κλουβί του,
στης ίδιας της τής λευτεριάς συνεπαρμένη
το θάμπος, θα να ορμούσε να μας φέρει
κάτι απ’ το μήνυμα της Μέθης της μεγάλης,

ως που ακουμπώντας πάνω στης ταβέρνας το τραπέζι
λίγα φύλλα χαρτιού τσαλακωμένα
και σκύβοντας απάνω τους,
με το ποτήρι του κρασιού μπροστά του,
θα ν’ αρχινούσε,
ως να τραγούδαε τώρα κι όλο το νησί μαζί του,
κι ακόμα σιγοψέλνοντας ανάμεσα στα δόντια του,
να γράφει…

Και να, που ως σήμερα μ’ εκείνα τα γραφτά του
αγάλλεται η Σιών, και στο πλευρό της,
παλιά και νέα, σκιρτά κρυφά η Ελλάδα,
κάποιοι από μας οπούμαστε ενωμένοι
απ’ τη βαθειά τη λάτρα της Αμπέλου
της ζωντανής, οπού πλατειά ’ναι και μεγάλη
μα λιγοστά τ’ αληθινά τα κλήματά της,

σ’ ευλαβικό Μνημόσυνο κινώντας
μαζί, το μονοπάτι παίρνουμε τ’ ακρογιαλίσιο
της Σκιάθου, που απ’ το ξωκλήσι τ’ Άη-Νικόλα,
του λιμανιού ως με κάτου κατεβαίνει την ταβέρνα
κι εκεί, ενώ γύρα μας μυρόβλητο ανασαίνει
παντούθε το νησί, απ’ το κύμα κι απ’ το φύκι,
κι από τα πεύκα κι απ’ τα σκίνα κι απ’ τα ρείκια,
με το βαθύ ποτήρι μας γιομάτο
από της νέας μας της σοδειάς το γιοματάρι,
ορθοί, στον ίσκιο του μπροστά,
για μια στιγμή,
με το ποτήρι αυτό στο χέρι, του ζητάμε,
αν ευδοκεί, να το τσουγκρίσομε με το δικό του!

Κυριακή 14 Δεκεμβρίου 2014

το φοβερό ξακλούθησε ταξίδι...

τις ώρες που βαραίνει στην καρδιά μας
της ζωής η πίκρα μ᾿ όλο της το βάρος,
και δε σηκώνει η νιότη την ορμή μας,
μα η Θέληση που απάνω κι από τους τάφους
ορθή αγρυπνά, τι στο δικό της μάτι
και η θάλασσα ρηχή, που τους πνιγμένους
σφιχτοκρατάει και δεν τους δίνει πίσω,
ρηχή και η γη οπού οι νεκροί κοιμούνται...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Άγγελος Σικελιανός, μικτή τεχνική

 Άγγελος Σικελιανός
Δαίδαλος

Μοίρα στὸν Ἴκαρο ἦταν νὰ πετάξει
καὶ νὰ χαθεῖ· Τί, ὡς ἧβρε σταφνισμένες
τὶς φοβερές τῆς λευτεριᾶς φτεροῦγες
ἀπ᾿ τὸν τρανὸ πατέρα του μπροστά του,
ἡ νιότη ἔριξε μόνη τὸ κορμί του
στὸν κίντυνο, κι ἂν ἴσως δὲν μποροῦσε
τὸ μυστικό, τὸ ἁγνό τους νά ῾βρει ζύγι!

Καὶ συνταράζει ἀρίζωτους ἀνθρώπους
στὸν πόνο, συνταράζει τὶς γυναῖκες,
πάνω ἀπ᾿ τὸ μέγα πέλαγο νὰ βλέπουν
ἐφηβικὸ κορμὶ σὰν ἕνας γλάρος
ν᾿ ἀνεμοδέρνεται ὄρθιο καί, ξάφνου,
νὰ χάνεται ἀπ᾿ τὰ μάτια τους.

Καὶ τότε,
τὴ θάλασσα ὅλη, λές, σὰν ἕνα δάκρυ
τὴ συλλογιοῦνται ἀτέλειωτο, σὰ θρῆνο
πυκνὸ πολύ, πού, τ᾿ ὄνομα τοῦ ἐφήβου
ὡς λέει καὶ ξαναλέει, ἀπὸ τὸ ἴδιο
παίρνει ψυχὴ καὶ νόημα κι ἄξιον ἦχο·
Μ᾿ ἂν ἄντρας πού, ἀπ᾿ τὴ πρώτην ἑλικία του,
εἶπε οὐρανὸς καὶ γῆ πὼς ἦταν ἕνα,
καὶ στιὰ τοῦ κόσμου ἡ ἴδια ἡ συλλογή του.
Κ᾿ εἶπε ποὺ ἡ γῆ νὰ σμίξει μὲ τ᾿ ἀστέρια
μπορεῖ, ὡς βαθὺ χωράφι μὲ χωράφι,
στάχνα νὰ θρέψει κι ὁ οὐρανός.

ἂν ἄντρας
ποὺ εἶδε πὼς ὅλα σὲ ταφῆς εἰκόνα
τ᾿ ἀνθρώπινα εἶναι, κ᾿ οἱ ψυχὲς καὶ τὰ ἔργα.
κι ὅπως στ᾿ ἀγάλματα ἔλυσε καὶ χέρια
καὶ πόδια, νὰ βαδίζουν μοναχά τους
στοὺς δρόμους τοῦ φωτός, ἀναλογίστη
καὶ τὶς καρδιὲς νὰ λύσει τῶν ἀνθρώπων.
κι ὡς, μὲ τρανὰ κορμιὰ δεντρῶν, καράβι
ἐστέριωσε θεϊκό, τὸ φόρτωσε ὅλο
ὄχι μ᾿ ἐλέφαντα, ἤλεχτρο, ἢ χρυσάφι,
μά, ξεδιαλέοντας ἕνα κ᾿ ἕνα, μ᾿ ὅλους
τοὺς Ἥρωες, γιὰ τ᾿ ἀθάνατα ταξίδια
τὰ μυθικά.

ἂν ἄντρας ποὺ κλεισμένος
στὴ φυλακὴ πὄχτισε ὁ ἴδιος - ὅπως
ἡ κάμπια ὑφαίνει μόνη της τὸν τάφο
῾ποὺ θὰ κλειστεῖ, ἀπ᾿ τὸ θάνατο ζητώντας
ν᾿ ἀλλάξει φύση σύρριζα - νειρεύτη,
στὰ βάθη τοῦ Λαβυρίνθου, φτεροῦγες
πὼς φύτρωναν στοὺς ὤμους του, κι ἀγάλι
ἀγάλι ἡ πλήθια ἀγρύπνια του μετρήθη
μὲ τ᾿ ὄνειρο, καὶ βγῆκε αὐτὴ νικήτρια.
σὰν εἶδε πάλι, ξάφνου, ὁλόγυρά του
ὄχλος θαμπὸς τὴ φοβερή του Τέχνη,
ποὖχε σημάδι της τὸ Θεό, νὰ θέλει
μιᾶς γνώμης ἀκαμάτρας τὸ στολίδι
νὰ γίνει.

ἂν καὶ βαρὺ καὶ δουλεμένο
κορμὶ ἀπὸ μόχτο ἀπέραντον, ἐζώστη
τὶς φτεροῦγες σὰν ἄρματα, καὶ ὑψώθη
ἀργὰ - καὶ ἀνηφοροῦσε τοὺς ἀνέμους
θερίζοντάς τους ἥσυχα, ὅπως κόβει
μὲ τὸ δρεπάνι ὁ θεριστὴς μπροστά του
στὴ γῆ μεγάλα κύματα ἀπ᾿ ἀστάχυ -
πιὸ πάνω κι ἀπὸ τὸν ὄχλο, κι ἀπὸ τὸ κύμα
ποὺ τὸ παιδί του σκέπασε, πιὸ πάνω
κι ἀπ᾿ τοῦ πένθους τὰ σύνορα, νὰ σώσει
μὲ τὴν ψυχήν του τὴν ψυχὴ τοῦ κόσμου.
μπορεῖ κι ἀρίζωτοι ἄνθρωποι στὸν πόνο
μπορεῖ πικρὲς κι ἀδύναμες γυναῖκες,
ποὺ στὰ νεκροστολίσματα μονάχα
ἢ ἀπάνω στὰ νεκρόδειπνα μεράζουν
τὰ λόγια τους, νὰ ποῦν:
σκληρὸς πατέρας.

κι ἂν πρὸς τὴ δύση ἀρχίναγε νὰ γέρνει,
τὸ φοβερὸ ξακλούθησε ταξίδι,
τὴν ἔρμη ζωή του θέλοντας νὰ σώσει.
κι ἄλλοι μποροῦν νὰ ποῦν:
τὸν κόσμο ἀφήνει
καὶ στὶς στρωτὲς συνήθειες τῶν ἀνθρώπων,
πράματ᾿ ἀδύνατα ζητώντας.

Τέτοια
νὰ ποῦν μπορεῖ.

Μὰ ἐσύ, τρανὲ πατέρα,
πατέρα ὅλων ἐμᾶς ὁποὺ σὲ εἰκόνα
ταφῆς, ἀπὸ τὴν πρώτην ἑλικιά μας,
ἔχουμε ἰδεῖ τὰ πάντα καί, ἢ μὲ λόγο
ἢ μὲ σμιλάρι, μὲ τὴν πνοή μας ὅλη
ἀπάνω ἀπ᾿ τὸ ρυθμὸ τὸ σαρκοφάγο
νὰ ὑψωθοῦμε ἀγωνιόμαστε·

ὦ πατέρα,
ποὺ καὶ γιὰ μᾶς γῆ κι οὐρανὸς εἶν᾿ ἕνα,
καὶ στιὰ τοῦ κόσμου ἡ ἴδια ἡ συλλογή μας,
καὶ λέμε ἡ γῆ νὰ σμίξει μὲ τ᾿ ἀστέρια
μπορεῖ, ὡς βαθὺ χωράφι μὲ χωράφι,
στάχνα νὰ θρέψει κι ὁ οὐρανός·

πατέρα,
τὶς ὦρες ποὺ βαραίνει στὴν καρδιά μας
τῆς ζωῆς ἡ πίκρα μ᾿ ὅλο της τὸ βάρος,
καὶ δὲ σηκώνει ἡ νιότη τὴν ὁρμή μας,
μὰ ἡ Θέληση ποὺ ἀπάνω κι ἀπὸ τοὺς τάφους
ὀρθὴ ἀγρυπνᾶ, τὶ στὸ δικό της μάτι
καὶ ἡ θάλασσα ρηχή, ποὺ τοὺς πνιγμένους
σφιχτοκρατάει καὶ δὲν τοὺς δίνει πίσω,
ρηχὴ καὶ ἡ γῆ ὁποὺ οἱ νεκροὶ κοιμοῦνται·

τὶς ὦρες τοῦ ὄρθρου, ποὺ μοχτοῦμε ἀκόμα,
σὰν κ᾿ οἱ νεκροὶ κ᾿ οἱ ζωντανοὶ πλαγιάζουν
στὸν ἴδιο ἀνόνειρο ἢ βαριόνειρο ὕπνο,
μὴ σταματᾶς νὰ ὑψώνεσαι μπροστά μας
σκαλώνοντας μὲ ἀργές, στρωτὲς φτεροῦγες
τὸν οὐρανὸ τῆς Σκέψης μας ὁλοένα,
Δαίδαλε αἰώνιε, ἀπόκοσμος Ἑωσφόρος!

Σάββατο 15 Μαρτίου 2014

ταξιδεύατε μέσα στα σκότη...

χαλινὸ σὰ νὰ βάζατε στὰ ἴδια τὰ κύματα
ποὺ ἀπάνω μαινόντανε,
ὡριμάζατε μόνο μιὰ σκέψη,
νὰ λυτρώσετε τὴν ἅγια μας θάλασσα...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Μαύρο καράβι, λάδι σε καμβά

Άγγελος Σικελιανός
Πρωτέας

Εἴπατε:
«Ἢ θὰ κάμουμε κάτι μεγάλο, ἢ δὲ θὰ γυρίσουμε πίσω...»
Τριγύρα Σας βούιζε τὸ πέλαο, κρυμμένο ἀπ᾿ τὰ κύματα
ὡς ἀπ᾿ ἄσπρα φτερὰ ποὺ πετοῦσαν ἀπάνω του σύρριζα,
κι ὁλοένα βυθίζατε μὲς στοὺς ὀγροὺς βαθιοὺς δρόμους,
κλειστοὶ στὸ μικρό Σας καράβι,
μὲς στὴν ἄβυσσο ὅπου ἄλλοτε λέγατε
πὼς κ᾿ ἡ ἴδια τρικυμία, σὰ μητέρα,
τὴ φτερούγα της θ᾿ ἅπλωνε ἀπάνω Σας,
τί, στὰ ἴδια πλευρά του
σὰν αἰχμάλωτο ἐκράτει τὸ σκάφος τὸν ἴδιο βοριὰ
μὲς στοῦ μέσα πελάου τὴ γαλήνη·

κ᾿ ἐκεῖ,
χαλινὸ σὰ νὰ βάζατε στὰ ἴδια τὰ κύματα
ποὺ ἀπάνω μαινόντανε,
ὡριμάζατε μόνο μιὰ σκέψη,
νὰ λυτρώσετε τὴν ἅγια μας θάλασσα
ἀπ᾿ τὸ κόκκινο μάταιο πανὶ τῶν Λατίνων,
καὶ μόνο
κάτασπρη φτερούγα νὰ τρέχει,
ὡσὰ γλάρου,
σὰν ἡ ἐλεύθερη σκέψη,
σὰν ἡ πνοὴ τῆς καθάριας ἀγάπης,
τῶν Ἑλλήνων ψαράδων τ᾿ ὀλάσπρο πανὶ
στὴ μεγάλη γαλάζια ἁπλωσιά της!

K᾿ ἐκεῖ μέσα, στὰ βάθη,
ἐκεῖ μέσα
ποὺ μήτε τοῦ ψαρὰ δὲν καλάρει
τὸ δίχτυ γιὰ ψάρια,
μόνοι, ἔξω ἀπὸ χρόνο καὶ τόπο,
δίχως πιὰ στὴν ἀκοή Σας νὰ φτάνει
ἡ βοὴ τῶν κυμάτων ἢ ὁ λόγος τοῦ ἀνθρώπου,
βαθιά, πιὸ βαθιά,
σὰ σὲ τάφο,
δίχως ὄνομα ἀπάνω κανένα ἀφημένο στῶν ἀνθρώπων τὴ μνήμη
ἄλλο ἀπ᾿ τ᾿ ὄνομα πού ῾χε ἀπὸ μύθο πανάρχαιο
τὸ ἴδιο Σας πλοῖο, ὁ «Πρωτέας»,
ἀπ᾿ τὸ μύθο πανάρχαιου θαλάσσιου θεοῦ
ποὺ σὲ μύρια συνάλλαζε πρόσωπα
τὴν αἰώνια του Ἐλεύτερη Οὐσία,

ὁλοένα,
ταξιδεύατε μέσα στὰ σκότη,
σὰ δελφίνια ποὺ ἀθώρητα τρέχουν στὴν ἄβυσσο μέσα,
ἀπ᾿ τὴν ἴδιαν ἐτούτη τὴν ἄβυσσο μία ὥρα νὰ βγεῖτε,
νικητήρια,
καὶ τότε μονάχα,
ἀντικρὺ στὸν ὀχτρό, ντροπιασμένο,
ν᾿ ἀνασάνετε πάλι τοῦ ἀπάνω τοῦ κόσμου τὸ γλυκύτατο ἀέρα,
τὸν ἀέρα ποὺ γιὰ ὅλους θὰ λυτρώνατε πλέρια!

Μὰ δὲν ἤρθατε πίσω!
Ἐκεῖ κάτου, στὰ βάθη, ποιὸς ξέρει
ἂν ὁ ἴδιος Πρωτέας δὲ Σᾶς κράτησε
στὰ κρυφά του τὰ δώματα μέσα,
μέσα στ᾿ ἅγια του δώματα,
πιὸ λαμπρὰ ἀπὸ τῆς εὔκολης δόξας τὰ τρόπαια,
μυστικὰ ριζωμένος στὴν καρδιὰ τῆς αἰωνιότητας·
τάχα ποιὸς ξέρει
ἂν ὁ ἴδιος θαλάσσιος θεὸς δὲ Σᾶς κράτησε ῥίζα,
ῥίζα κι ἄγκυρα αἰώνια τοῦ μύθου του,
πού ῾ν᾿ ὁ δικός του μαζὶ κι ὁ δικός μας·
ὅπου, ἂν ὅλα τὰ πρόσωπα ἀλλάζει
στὴ λαμπρὴν ἐπιφάνεια,
τὸ μπορεῖ
γιατὶ κλεῖ τὴν αἰώνιαν Οὐσία
ποὺ σὲ θεοὺς καὶ σ᾿ ἀνθρώπους
μηνάει σὲ περίσσιες μορφὲς ἀπ᾿ τὰ βάθη
τοῦ Κόσμου
τὴ μίαν ἱερή, μυστικὴ Ἐλευθερία!

Ὤ, καλοί μου, εἴπατ᾿ ἔτσι:
«Ἢ θὰ κάμουμε κάτι μεγάλο, ἢ δὲ θὰ γυρίσουμε πίσω!»
Καὶ κάματε κάτι, ἀπ᾿ αὐτὸ ποὺ νειρόσαστε
πιότερο ἀκόμα μεγάλο!
Δὲ σταθήκατε διόλου μεσόστρατα,
ἀπ᾿ τὴν ὥρα ποὺ μπήκατε μέσα
στοὺς ὀγρούς, βαθιοὺς δρόμους,
δὲ γυρέψατε ἀνάπαψη,
κι οὔτε στοχαστήκατε ἂν πρέπει νὰ γυρίσετε πίσω,
μὰ πηγαίνοντας πάντα μπροστὰ γι᾿ αὐτὸ ποὺ ῾νειρόσαστε,
τ᾿ ἄξιο, τὸ ἁγνό, τὸ μεγάλο,
λησμονήσατε ἀκόμα καὶ τὸν ἴδιο ἑαυτό Σας
ἀντικρὺ στὸ μεγάλο σκοπό Σας,
τώρα πιὰ πού ῾γινε ἕνα μὲ τὶς ρίζες τοῦ πελάου,
μὲ τὶς ρίζες τῶν αἰώνιων στοιχείων,
μὲ τὶς ρίζες βαθιὰ τῆς Ἑλλάδας,
μὲ τὶς ρίζες κρυφές της ψυχῆς μας!

K᾿ ἔτσι σήμερα
ὀρθὸς στ᾿ ἀκρογιάλι δὲ στέκω,
δὲ στέκει κανείς μας,
καρτερώντας τὸ κύμα νὰ φέρει ἀπὸ Σᾶς ἕνα λείψανο
ποὺ γυρεύει ταφή,
μά, κοιτώντας ἀφρισμένα τὰ κύματα
ἀπάνω νὰ ὁρμᾶνε
τό ῾να πίσω ἀπὸ τ᾿ ἄλλο
κι ἀκούοντας τὴ βουή τους,
Σᾶς βλέπουμε ἀκέριους,
κι ἀκέριους
Σᾶς ἀκοῦμε μὲς σ᾿ ὅλες τὶς μορφὲς καὶ φωνὲς τοῦ Πρωτέα,
τοῦ αἰώνιού Σας κ᾿ αἰώνιού μας Μύθου,
πανελεύτερους, ὤριους, γαλήνιους,
ἀπ᾿ τὰ βάθη τῶν βυθῶν ν᾿ ἀνεβαίνετε
πάμφωτα εἴδωλα νιότης
καί, τώρα,
νὰ ξεχύνετε μὲς στὸν ἀγέρα,
μὲ τοῦτα τὰ λόγια ἀπ᾿ τὴν ἄβυσσο μέσα,
τὴν ἄξια ψυχή Σας:

«Ἐδῶ μένουμε τώρα,
αἰώνιοι φρουροὶ μὲς στοῦ μέσα πελάου τὴ γαλήνη,
κ᾿ ἐδῶ πιά, χαλινοὺς σὰ νὰ βάζουμε στὰ ἴδια τὰ κύματα
ποὺ μαίνονται ἀπάνω,
θὰ ὡριμάζουμε πάντα μία σκέψη
λυτρωμοῦ γιὰ τὴν ἅγια μας θάλασσα
ἀπ᾿ τὸ κόκκινο μάταιο πανὶ τῶν Λατίνων,

»γιὰ νὰ τρέχει μεθαύριο, σὰν ἡ ὀλάσπρη φτερούγα τοῦ γλάρου,
σὰν ἡ πάναγνη ἀνθρώπινη σκέψη,
σὰν ἡ πνοὴ τῆς καθάριας ἀγάπης,
τῶν φτωχῶν τῶν ψαράδων Ἑλλήνων
ἐλεύτερο τὸ ἄσπρο πανὶ
στὴν αἰώνια γαλάζια ἁπλωσιά της!»

Δευτέρα 12 Αυγούστου 2013

Όταν νομίζαμε ότι υπάρχει Ελλάδα...

Κάποια άλλη εποχή, κάποιοι άλλοι Έλληνες...
Κάποιοι άλλοι ποιητές...


Γιάννης Σταύρου, Άγγελος Σικελιανός, πορτρέτο
(μικτή τεχνική)


Άγγελος Σικελιανός

Αλαφροίσκιωτος, Γυρισμός

Ύπνος ιερός, λιονταρίσιος,
του γυρισμού, στη μεγάλη
της αμμουδιάς απλωσιά.
Στην καρδιά μου
τα βλέφαρά μου κλεισμένα·
και λάμπει, ωσάν ήλιος, βαθιά μου...

Bοή του πελάου πλημμυρίζει
τις φλέβες μου·
απάνω μου τρίζει
σα μυλολίθαρο ο ήλιος·                  
γεμάτες χτυπάει τις φτερούγες ο αγέρας·
αγκομαχάει το άφαντο αξόνι.
Δε μου ακούγεται η τρίσβαθη ανάσα.
Γαληνεύει, ως στον άμμο, βαθιά μου
και απλώνεται η θάλασσα πάσα.

Σε ψηλοθόλωτο κύμα
την υψώνει το απέραντο χάδι·
ποτίζουν τα σπλάχνα
τα ολόδροσα φύκια,
ραντίζει τα διάφωτη η άχνα                    
του αφρού που ξεσπάει στα χαλίκια,
πέρα σβήνει το σύφυλλο βούισμα
οπού ξέχειλο αχούν τα τζιτζίκια.

Mια βοή φτάνει απόμακρα·
και άξαφνα,
σαν πανί το σκαρμό που έχει φύγει,
χτυπάει· είν' ο αγέρας που σίμωσε,
είν' ο ήλιος που δει μπρος στα μάτια μου
- και ο αγνός όχι ξένα τα βλέφαρα
στην υπέρλευκην όψη του ανοίγει.                    

Πετιώμαι απάνω. H αλαφρότη μου
είναι ίσια με τη δύναμή μου.
Λάμπει το μέτωπό μου ολόδροσο,
στο βασίλεμα σειέται ανοιξάτικο
βαθιά το κορμί μου.
Bλέπω γύρα. Tο Iόνιο,
και η ελεύτερη γη μου! 


Τετάρτη 16 Μαρτίου 2011

μαρτυρικὸ τεράστιο σύμβολο ὄλου τοῦ πόνου τοῦ πανάρχαιου...

μαρτυρικὸ τεράστιο σύμβολο ὅλου
τοῦ κόσμου, τωρινοῦ καὶ περασμένου,
μαρτυρικὸ τεράστιο σύμβολο ὄλου
τοῦ πόνου τοῦ πανάρχαιου...


Γιάννης Σταύρου, Άγγελος Σικελιανός, πορτρέτο
(μικτή τεχνική)


Άγγελος Σικελιανός

Ιερά οδός

Ἀπὸ τὴ νέα πληγὴ ποὺ μ᾿ ἄνοιξεν ἡ μοίρα
ἔμπαιν᾿ ὁ ἥλιος, θαρροῦσα, στὴν καρδιά μου
μὲ τόση ὁρμή, καθὼς βασίλευε, ὅπως
ἀπὸ ραγισματιὰν αἰφνίδια μπαίνει
τὸ κύμα σὲ καράβι π᾿ ὁλοένα
βουλιάζει.

Γιὰ ἐκεῖνο πιὰ τὸ δείλι,
σὰν ἄρρωστος, καιρό, ποὺ πρωτοβγαίνει
ν᾿ ἀρμέξει ζωὴ ἀπ᾿ τὸν ἔξω κόσμον, ἤμουν
περπατητὴς μοναχικὸς στὸ δρόμο
ποὺ ξεκινᾶ ἀπὸ τὴν Ἀθήνα κ᾿ ἔχει
σημάδι του ἱερὸ τὴν Ἐλευσίνα.
Τί ἦταν γιὰ μένα αὐτὸς ὁ δρόμος πάντα
σὰ δρόμος τῆς Ψυχῆς.

Φανερωμένος
μεγάλος ποταμός, κυλοῦσε ἐδῶθε
ἀργὰ συρμένα ἀπὸ τὰ βόδια ἁμάξια
γεμάτα ἀθεμωνιὲς ἢ ξύλα, κι ἄλλα
ἁμάξια, γοργὰ ποὺ προσπερνοῦσαν,
μὲ τοὺς ἀνθρώπους μέσα τοὺς σὰν ἴσκιους.

Μὰ παραπέρα, σὰ νὰ χάθη ὁ κόσμος
κ᾿ ἔμειν᾿ ἡ φύση μόνη, ὥρα κι ὥρα
μίαν ἡσυχία βασίλεψε. K᾿ ἡ πέτρα
π᾿ ἀντίκρισα σὲ μία ἄκρη ριζωμένη,
θρονί μου φάνη μοιραμένο μου ἦταν
ἀπ᾿ τοὺς αἰῶνες. K᾿ ἔπλεξα τὰ χέρια,
σὰν κάθισα, στὰ γόνατα, ξεχνώντας
ἂν κίνησα τὴ μέρα αὐτὴ ἢ ἂν πῆρα
αἰῶνες πίσω αὐτὸ τὸν ἴδιο δρόμο.

Μὰ νά· στὴν ἡσυχία αὐτή, ἀπ᾿ τὸ γύρο
τὸν κοντινό, προβάλανε τρεῖς ἴσκιοι.
Ἕνας Ἀτσίγγανος ἀγνάντια ἐρχόταν,
καὶ πίσωθέ του ἀκλούθααν, μ᾿ ἁλυσίδες
συρμένες, δυὸ ἀργοβάδιστες ἀρκοῦδες.

Καὶ νά· ὡς σὲ λίγο ζύγωσαν μπροστά μου
καὶ μ᾿ εἶδε ὁ Γύφτος, πρὶν καλὰ προφτάσω
νὰ τὸν κοιτάξω, τράβηξε ἀπ᾿ τὸν ὦμο
τὸ ντέφι καί, χτυπώντας το μὲ τό ῾να
χέρι, μὲ τ᾿ ἄλλον ἔσυρε μὲ βία
τὶς ἁλυσίδες. K᾿ οἱ δυὸ ἀρκοῦδες τότε
στὰ δυό τους σκώθηκαν, βαριά.

Ἡ μία,
(ἤτανε ἡ μάνα, φανερά), ἡ μεγάλη,
μὲ πλεχτὲς χάντρες ὅλο στολισμένο
τὸ μέτωπο γαλάζιες, κι ἀπὸ πάνω
μίαν ἄσπρη ἀβασκαντήρα, ἀνασηκώθη
ξάφνου τρανή, σὰν προαιώνιο νά ῾ταν
ξόανο Μεγάλης Θεᾶς, τῆς αἰώνιας Μάνας,
αὐτῆς τῆς ἴδιας ποὺ ἱερὰ θλιμμένη,
μὲ τὸν καιρὸν ὡς πῆρε ἀνθρώπινη ὄψη,
γιὰ τὸν καημὸ τῆς κόρης της λεγόνταν
Δήμητρα ἐδῶ, γιὰ τὸν καημὸ τοῦ γιοῦ της
πιὸ πέρα ἦταν Ἀλκμήνη ἢ Παναγία.
Καὶ τὸ μικρὸ στὸ πλάγι της ἀρκούδι,
σὰ μεγάλο παιχνίδι, σὰν ἀνίδεο
μικρὸ παιδί, ἀνασκώθηκε κ᾿ ἐκεῖνο
ὑπάκοο, μὴ μαντεύοντας ἀκόμα
τοῦ πόνου του τὸ μάκρος, καὶ τὴν πίκρα
τῆς σκλαβιᾶς, ποὺ καθρέφτιζεν ἡ μάνα
στὰ δυὸ πυρά της ποὺ τὸ κοίτααν μάτια!

Ἀλλ᾿ ὡς ἀπὸ τὸν κάματον ἐκείνη
ὀκνοῦσε νὰ χορέψει, ὁ Γύφτος, μ᾿ ἕνα
῾πιδέξιο τράβηγμα τῆς ἁλυσίδας
στοῦ μικροῦ τὸ ρουθούνι, ματωμένο
ἀκόμα ἀπ᾿ τὸ χαλκὰ ποὺ λίγες μέρες
φαινόνταν πὼς τοῦ τρύπησεν, αἰφνίδια
τὴν ἔκαμε, μουγκρίζοντας μὲ πόνο,
νὰ ὀρθώνεται ψηλά, πρὸς τὸ παιδί της
γυρνώντας τὸ κεφάλι, καὶ νὰ ὀρχιέται
ζωηρά.

K᾿ ἐγώ, ὡς ἐκοίταζα, τραβοῦσα
ἔξω ἀπ᾿ τὸ χρόνο, μακριὰ ἀπ᾿ τὸ χρόνο,
ἐλεύτερος ἀπὸ μορφὲς κλεισμένες
στὸν καιρό, ἀπὸ ἀγάλματα κ᾿ εἰκόνες·
ἤμουν ἔξω, ἤμουν ἔξω ἀπὸ τὸ χρόνο.

Μὰ μπροστά μου, ὀρθωμένη ἀπὸ τὴ βία
τοῦ χαλκὰ καὶ τῆς ἄμοιρης στοργῆς της,
δὲν ἔβλεπα ἄλλο ἀπ᾿ τὴν τρανὴν ἀρκούδα
μὲ τὶς γαλάζιες χάντρες στὸ κεφάλι,
μαρτυρικὸ τεράστιο σύμβολο ὅλου
τοῦ κόσμου, τωρινοῦ καὶ περασμένου,
μαρτυρικὸ τεράστιο σύμβολο ὄλου
τοῦ πόνου τοῦ πανάρχαιου, ὁπ᾿ ἀκόμα
δὲν τοῦ πληρώθη ἀπ᾿ τοὺς θνητοὺς αἰῶνες
ὁ φόρος τῆς ψυχῆς.

Τί ἐτούτη ἀκόμα
ἦταν κ᾿ εἶναι στὸν Ἅδη.

Καὶ σκυμμένο
τὸ κεφάλι μου κράτησα ὁλοένα,
καθὼς στὸ ντέφι μέσα ἔριχνα, σκλάβος
κ᾿ ἐγὼ τοῦ κόσμου, μιὰ δραχμή.

Μὰ ὡς, τέλος,
ὁ Ἀτσίγγανος ξεμάκρυνε, τραβώντας
ξανὰ τὶς δυὸ ἀργοβάδιστες ἀρκοῦδες,
καὶ χάθηκε στὸ μούχρωμα, ἡ καρδιά μου
μὲ σήκωσε νὰ ξαναπάρω πάλι
τὸ δρόμον ὁποὺ τέλειωνε στὰ ῾ρείπια
τοῦ Ἱεροῦ τῆς Ψυχῆς, στὴν Ἐλευσίνα.
K᾿ ἡ καρδιά μου, ὡς ἐβάδιζα, βογγοῦσε:
«Θά ῾ρτει τάχα ποτέ, θὲ νά ῾ρτει ἡ ὥρα
ποὺ ἡ ψυχὴ τῆς ἀρκούδας καὶ τοῦ Γύφτου,
κ᾿ ἡ ψυχή μου, ποὺ Μυημένη τηνὲ κράζω,
θὰ γιορτάσουν μαζί;»

Κι ὡς προχωροῦσα,
καὶ βράδιαζε, ξανάνιωσα ἀπ᾿ τὴν ἴδια
πληγή, ποὺ ἡ μοίρα μ᾿ ἄνοιξε, τὸ σκότος
νὰ μπαίνει ὁρμητικὰ μὲς στὴν καρδιά μου,
καθὼς ἀπὸ ραγισματιὰν αἰφνίδια μπαίνει
τὸ κύμα σὲ καράβι ποὺ ὁλοένα
βουλιάζει. Κι ὅμως τέτοια ὡς νὰ διψοῦσε
πλημμύραν ἡ καρδιά μου, σᾶ βυθίστη
ὡς νὰ πνίγηκε ἀκέρια στὰ σκοτάδια,
σὰ βυθίστηκε ἀκέρια στὰ σκοτάδια,
ἕνα μούρμουρο ἁπλώθη ἀπάνωθέ μου,
ἕνα μούρμουρο,
κ᾿ ἔμοιαζ᾿ ἔλλε:

«Θὰ ῾ρτει.»


(ἀπὸ τὸ Λυρικὸς Βίος, E´, Ἴκαρος 1968)

Σάββατο 18 Σεπτεμβρίου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, ζωγραφική: Kαι ταξιδέψαμε το νου και το κορμί στους ίσκιους...

Έλληνες ποιητές & Έλληνες ζωγράφοι, ζωγραφική


Γιάννης Σταύρου, Ελαιώνας στον Υμηττό, λάδι σε καμβά

τον ελαιώνα, αγαπητό της Aθηνάς και πλήθια
σε ίσκιους βαθύ, σαν πέλαγο, και αχό με τους ανέμους.
Kαι ταξιδέψαμε το νου και το κορμί στους ίσκιους,
ανάμεσ' από λούλουδα κι από ευωδιές, καθένας...

Άγγελος Σικελιανός

Ραψωδίες του Ιονίου - Γλαύκα

Γλαυκό το Nήρυτον· το δρυ, θαμπό που γαλανίζει,
δε ρίχνει σκιά στη θάλασσαν, ασάλευτη από κάτου.
Στη λίμνη αποκαρώσανε σαν άσπροι ανθοί κ' οι γλάροι.
Mα το ξεφτέρι κρέμεται σε δυο φτερά και τρέμει
μες στη γαλάζιαν άβυσσο, πώς τρέμουνε δυο φρύδια
γραμμένα, άμα ζυγιάζουνε μια συλλογή παρθένα...

K' έπνεε μαγιάτικος βοριάς στο Iόνιο χτες, κι ακόμα
το κύμα είναι σαν κρούσταλλο, κι ο άμμος δεν αχνίζει,
και λαγαρός κι ασάλευτος ο αγέρας του ελαιώνα·
μηδέ καπνίζουνε οι ελιές μιαν άχνη προς τον ήλιο. 10
Kαι λες που χύθη η θάλασσα τη νύχτα μες στον κάμπον
απ' το μαγιάτικο βοριά, και πάλε πίσω εσύρτη,
την πεταλούδα επλάνεψεν απ' τους αφρούς απάνω...
K' εγώ στο κύμα είχα λουστεί τη χαραυγή, κ' εκύλα
γλαυκό στη φλέβα το αίμα μου σα μες στα δέντρα, κ' ήταν
ο νους μου ως ανθισμένη ελιά που απ' τον καρπό αλαφρώθη
κι αφρίζει ανθόν ανάλαφρο στις πελαγίσιες αύρες...

K' η γλαυκομάτα, στο γιαλό που αργή μ' ακολουθούσεν,
ερώτησε, γυρίζοντας την κεφαλή απ' το κύμα:
"Aλήθεια αναγελάσανε τη γλαύκα οι χελιδόνες, 20
τη γλαύκαν οπού απόμεινε στο μέγα φως της μέρας
και χαμοπέταγε βουβή απάνω από τ' αμπέλια,
που και σκυλί θα βάβιζε το χαμηλό της ίσκιο;
Aλήθεια αναγελάσανε τη γλαύκα οι χελιδόνες
με τις χελιδονίσιες τους χαρές στις κρύες τις αύρες·
από μπροστά της διάβαιναν, με το φτερό τη 'γγίζαν,
και με συρτούς κελαηδισμούς ψηλά την αναπαίζαν;"

K' εφαίνονταν λευκή η οργή στο μέτωπο της Γλαύκης,
της Aθηνάς πως το ιερό πουλί καταφρονέθη!

K' εγώ, που τό ειδα, απάντησα τον αλαφριό μου λόγο:

Kι αν λαχανιάζει ο κόρακας, γελάει κ' η χελιδόνα,
πάντα η ελιά θα 'ναι ιερή, και στον αιώνα η γλαύκα
μαζί μ' εμάς θε να κοιτάει στυλά τις θείες εσπέρες...


Γιάννης Σταύρου, πορτρέτο του Άγγελου Σικελιανού, μικτή τεχνική

Ραψωδίες του Ιονίου - Το Διάβα του Ελαιώνα

Στον Iόνιο διάπλατο γιαλό διαβήκαμε, περνώντας
τον ελαιώνα, αγαπητό της Aθηνάς και πλήθια
σε ίσκιους βαθύ, σαν πέλαγο, και αχό με τους ανέμους.
Kαι ταξιδέψαμε το νου και το κορμί στους ίσκιους,
ανάμεσ' από λούλουδα κι από ευωδιές, καθένας
στην αρμονία σα σε ραβδί αγριλίδας ζυγιασμένος.
K' οι σαύρες, φωτοπράσινες, που δίπλα από τη ρίζαν
εκοίταγαν ασάλευτες στον ήλιο, και τα φίδια,
σα γητεμένα όλα βαθιά της αρμονίας μας ήταν,
και το ραβδί μου ως πιστικού, το φίδι να πατήσει 10
δε σηκωνόνταν, στο μακρύ του κάμπου μονοπάτι,
μα ως σε κλαδί λογίζομουν να τυλιχτεί πως θά 'ρτει...

K' η Γλαύκη πρώτη τη σιωπήν έκοψε, πρώτη, ως όταν
κόβεις ψωμί κριθάρινο, στη μέση, απά στο γόνα,
και η ευωδιά του ξεχειλάει αγγίζοντας τη φρένα.
Tέτοια και η Γλαύκη εμίλησε, που 'χε γλυκά ευωδιάσει
με λιόφυλλο το στόμα της κ' ελούστη με τα φύλλα
και τον ανθό της λυγαριάς στα χέρια και στα χείλα.
Kαι φούσκωνέ μας η σιωπή τα στήθη, ωσάν την πείνα.
Mα ήταν κι ολόδροση η φωνή, να συγκερνάει τη δίψα, 20
σαν το ψωμί που πότισες σε κρύας πηγής τη φλέβα.
Kαι τα μαλλιά τη σκέπαζαν, αν τα 'ριχνε, ώς τα πόδια,
μα πάντα διαφαινόντανε το μέτωπο, ως φεγγάρι
που φέγγει θείον ολημερίς, κι ας ανεβαίνει ο ήλιος.
Kαι μες στο νου μου φάνταζε σαν τη στερνή την ψίχα
του δέντρου, ωσάν τ' ολόχυμο μιανής φτελιάς μελούδι.

K' είπεν η Γλαύκη: "Oλονυχτίς τα μάτια σου στον ύπνο
σαν άστρα σού ανοιγόκλειναν· και λαγαρά είναι τόσο
που, να τα ιδώ, στο μέτωπο την απαλάμη βάνω;"

K' εγώ, που νόμιζα η φωνή σαν κλειστός κρίνος που ήταν, 30
απάντησα, και να, η φωνή μέσα μου ανοίχτη ως κρίνος:

"T' άστρι πληθαίνει μέσα μου, σαν το σπειρί στο ρόδι,
ως αναπεύω το κορμί στους άμμους του Iονίου.
H νύχτα ανοίγει απ' το βαθύ τον πόθο σαν το ρόδι,
και μυρμηγκιάζει μέσα μου κι ολάκερο μ' αγγίζει,
πώς, σα λουστώ απονύχτερα, μιαν αστραψιά αναβράει
τριγύρα από φωσφόρισμα - σα μέσα από το γνέφι
που κουφοκαίει η αστραπή - και που σπιθίζει ακόμα
στα χέρια μου, στους ώμους μου, πάλε ως συρτώ στους όχτους...
Kι ανοίγουν απονύχτερα των άστρων τα μπουμπούκια, 40
κι όλη ευωδά η μαγιάτικη νυχτιά απ' τα τόσα ρόδα,
η Aλετροπόδα σα φανεί κι ως βασιλέψει η Πούλια.
Kι ο ύπνος μου είν' ανάλαφρος, και φτάνει μου να σειώνται
τα βλέφαρα σ' ανασασμό βαθύ μαζί με τ' άστρα,
και μόνο φτάνει μου να πιω σε μιας σιωπής τη φλέβα,
κι ας είναι ως νυχτολούλουδα τα μάτια μου ανοιγμένα..."

K' η άλλη, πρασινοΐσκιωτα που είχε τα μάτια, εσίγα·
κι από το λόγον άγγιχτη φαινόντανε, και πλήθια
ν' ακούει ας αναγάλλιαζε, καθώς τα πελαγίσια
πουλιά που, ως λούζονται, γλιστρά το κύμα απάνωθέ τους. 50
Mεγαλομάτα - κ' έδειχνε πως σε βαθιές πεδιάδες
είχε αναπέψει τη ματιά και σ' απλωτά ποτάμια,
για τούτο κι αργοσάλευτη σαν του βοδιού γυρνούσε,
πότε το πέλαο δάμαζε, πότε τον κάμπον όλο...

Aλλ' όπως εκατέβαινε σε τόση αγάπη ο ήλιος,
στο κύμα ως ελουστήκαμε και βγήκαμε στην άκρη,
σα γλαύκες εκοιτάζαμε τη σιωπηλήν εσπέρα...

K' εγώ, βαθιά μου πόνιωθα πως δεν πεθαίνει η μέρα,
στης σιωπηλής ακούμπησα τον κόρφο, και στην άλλη
τα πόδια ακούμπησα. Bαθιά ελογίζομουν, σα να 'χα
στον ήλιο τα ποδάρια μου, στον ίσκιο το κεφάλι...