ζωγράφοι, ελληνική τέχνη, θαλασσογραφίες, τοπία, ζωγραφική, λογοτεχνία, Έλληνες ζωγράφοι, σύγχρονη σκέψη, καράβια, τέχνη, σύγχρονοι ζωγράφοι, ποίηση, πορτρέτα, πίνακες ζωγραφικής, έργα ζωγραφικής, ελληνικά τοπία
t
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες
Κυριακή 11 Αυγούστου 2013
Μέσα στον φόβο και στες υποψίες...
εξαφνική, ραγδαία πέφτει επάνω μας,
κι ανέτοιμους — πού πια καιρός — μας συνεπαίρνει...
Γιάννης Σταύρου, Καφές και βιβλία, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)
Κωνσταντίνος Καβάφης
Τελειωμένα
Μέσα στον φόβο και στες υποψίες,
με ταραγμένο νου και τρομαγμένα μάτια,
λυώνουμε και σχεδιάζουμε το πώς να κάμουμε
για ν’ αποφύγουμε τον βέβαιο
τον κίνδυνο που έτσι φρικτά μας απειλεί.
Κι όμως λανθάνουμε, δεν είν’ αυτός στον δρόμο·
ψεύτικα ήσαν τα μηνύματα
(ή δεν τ’ ακούσαμε, ή δεν τα νοιώσαμε καλά).
Άλλη καταστροφή, που δεν την φανταζόμεθαν,
εξαφνική, ραγδαία πέφτει επάνω μας,
κι ανέτοιμους — πού πια καιρός — μας συνεπαίρνει.
Τετάρτη 3 Ιουλίου 2013
Περί δημοκρατίας αποφθέγματα...
Δημοκρατία: Η καταπίεση του λαού από το λαό για το λαό
Η δημοκρατία επιτάσσει την ανάληψη δημοσίων αξιωμάτων από έναν μικρό αριθμό διεφθαρμένων, βάσει της ψήφου ενός πλήθους ανικάνων.
Ο εκπλεπτυσμένος άνθρωπος σέβεται πολύ τη δημοκρατία για να διακινδυνεύσει να την απορρυθμίσει ψηφίζοντας.
Τετάρτη 19 Ιουνίου 2013
Στον τόπο μου ενώ ζω, είμαι τέλεια ξένος...
Να σχολιάσει τα ασχολίαστα των ημερών μας...
Φρανσίσκο Γκόγια, Το Σάββατο των Μαγισσών (1789)
Φρανσουά Βιγιόν
Μπαλάντα του Μπλουά
Πλάι στην βρύση παθαίνω διψασμένος
Καίω σα φωτιά και τρεμοτουρτουρώ
Στον τόπο μου ενώ ζω, είμαι τέλεια ξένος
Κοντά στη στιά τα δόντια κουρταλώ.
Σα σκούληκας γυμνός στολή φορώ
Γελώντας κλαίω χωρίς ελπίδα πια
κουράγιο παίρνω απ’ την απελπισιά
Χαίρουμαι, κι όμως δεν έχω χαρές ·
Θεριό είμαι δίχως δύναμη καμιά·
Καλόδεχτος, διωγμένος με κλοτσιές.
Στ’ αβέβαιο πάντα βρίσκω τ’ ορισμένως ·
Το ξάστερο το βλέπω σκοτεινό·
Διστάζω για ό,τι πλέρια είμαι πεισμένος ·
Για κάθε ξαφνικό φιλοσοφώ.
Κερδίζω, και χαμένος θε να βγω ·
Όταν χαράζει, λέω «Καλή νυχτιά!»
Ξαπλώνω, λέω: «θα φάω καμιά βροντιά!»
Είμαι πλούσιος κι όλο έχω αδεκαριές ·
Μαγκούφης, καρτερώ κληρονομιά ·
Καλόδεχτος, διωγμένος με κλοτσιές.
Έγνοιες δεν έχω, κι είμαι ιδεασμένος
Πλούτια να βρω, μα δεν επιθυμώ.
Απ’ όσους με παινάνε προσβαλμένος,
Και κοροϊδεύω ό,τι είναι σοβαρό.
Φίλο έχω όποιον με πείσει πως γλυκό
Κελάηδημα είν’ της κάργιας η σκουξιά ·
Για όποιον με βλάφτει λέω πως μ’ αγαπά ·
Το ίδιο μου είναι κι οι αλήθειες κι οι ψευτιές ·
Τα ξέρω όλα, δε νιώθω τόσο δα ·
Καλόδεχτος, διωγμένος με κλοτσιές.
Πρίγκιπα μου μαρκόθυμε, καμιά
Γνώση δεν έχω και μυαλό σταλιά,
Μα υπακούω στους νόμους. Τι άλλο θες;
Πώς; Τους μιστούς να πάρω, είπες, ξανά ·
Καλόδεχτος, διωγμένος με κλοτσιές.
Μετ. Σπύρος Σκιαδαρέσης
Δευτέρα 17 Ιουνίου 2013
διαταραγμένοι τρελοί με τόσες πολλές βεβαιότητες...
Φερνάντο Πεσσόα
Το καπνοπωλείο
Ποτέ δεν θα’ μαι τίποτα.
Δεν μπορώ να θέλω να’ μαι τίποτα.
Πέρα απ’ αυτό, έχω μέσα μου τα όνειρα του κόσμου όλου. Παράθυρα της κάμαράς μου,
Μιας κάμαρας, στα εκατομμύρια του κόσμου, που κανείς δεν γνωρίζει ποιά είναι,
(Κι αν την ήξεραν, τι θα ήξεραν?),
που βλέπει στο μύστηριο ενός δρόμου γεμάτου περαστικούς.
Σ’ ένα δρόμο απροσπέλαστο για όλες μου τις σκέψεις.
Πραγματικό, απίθανα πραγματικό, βέβαια, αβέβαια βέβαιο.
Με το μυστήριο των πραγμάτων κάτω από τις πέτρες και τα όντα,
Με τον θάνατο που υγραίνει τους τοίχους και ασπρίζει τα μαλλιά των ανθρώπων.
Με το Πεπρωμένο που σέρνει την άμαξα των πάντων, μέσα από το δρόμο του τίποτα. Σήμερα είμαι ηττημένος, λες και γνώρισα την αλήθεια.
Σήμερα είμαι διαυγής, λες και πρόκειται να πεθάνω.
Λες και η επαφή μου με τα πράγματα δεν ήταν μεγαλύτερη
απ’το να πω ένα αντίο, αυτό το σπίτι κι αυτή η γωνιά του δρόμου να γίνονται
μια σειρά από βαγόνια, που αναχωρούν στο άκουσμα μιας σφυρίχτρας
που αντηχεί μέσα απ’ το κεφάλι μου,
και ένα τίναγμα των νέυρων κι ένα ράγισμα των οστών καθώς πηγαίνουν. Σήμερα είμαι συγχυσμένος, σαν κάποιος που αναρωτήθηκε, ανακάλυψε και ξέχασε.
Σήμερα είμαι διχασμένος ανάμεσα στην πίστη μου,
στην εξωτερική πραγματικότητα του Καπνοπωλείου στην άλλη άκρη του δρόμου
και στην εσωτερική αλήθεια του αισθήματός μου, πως όλα δεν είναι παρά ένα όνειρο.
Απέτυχα σε όλα.Μη έχοντας κανέναν σκοπό, ίσως πράγματι όλα να ήταν ένα τίποτα.
Γνωρίζοντας τι έχω,
γλίστρησα από το παράθυρο στο πίσω μέρος του σπιτιού,
κι ύστερα ξεχύθηκα στον κάμπο με προσδοκίες μεγάλες,
αλλά δεν βρήκα παρά δέντρα και χόρτα,
κι όταν υπήρχαν άνθρωποι δεν ήταν παρά ίδιοι μ’ όλους τους άλλους.
Απομακρύνομαι μ’ ένα βήμα απ’ το παράθυρο και κάθομαι στην καρέκλα. Τι πρέπει να σκεφτώ τώρα?
Πώς να ξέρω ποιός θα γίνω, εγώ που δεν γνωρίζω ποιός είμαι?
Να γίνω αυτός που πιστεύω πως είμαι? Αλλά πιστεύω τόσα πράγματα!
Κι υπάρχουν τόσοι που νομίζουν πως είναι το ίδιο ακριβώς πράγμα – δεν γίνεται!
Ιδιοφυής? Αυτή τη στιγμή,
Εκατό χιλιάδες εγκέφαλοι ονειρεύονται πως είναι ιδιοφυείς, όπως κι εγώ,
Κι η ιστορία δεν θα καταγράψει, ποιός ξέρει?, ούτε έναν,
και τίποτα παρά κοπριά δεν θα απομείνει από τις μελλοντικές τους επιτυχίες.
Όχι, δεν πιστεύω σ’ εμένα.
Σε κάθε τρελοκομείο, υπάρχουν διαταραγμένοι τρελοί με τόσες πολλές βεβαιότητες!
Εγώ, που δεν έχω καμία βεβαιότητα, είμαι περισσότερο ή λιγότερο εχέφρων?
Όχι, ούτε καν σ’ εμένα.
Σε πόσες σοφίτες και μη-σοφίτες στον κόσμο,
δεν υπάρχουν αιθεροβάμονες της ευφυίας?
Πόσες εμπνεύσεις υψηλές και ευγενείς και διαυγείς –
- ναι, αληθινά υψηλές, ευγενείς και διαυγείς –
Και, ποιός ξέρει, ίσως εφικτές,
δεν θα αντικρίσουν ποτέ το φως του αληθινού ήλιου, μήτε θα ακουστούν από ανθρώπινα αυτιά?
Ο κόσμος είναι γι’ αυτούς που γεννήθηκαν να τον κατακτήσουν,
κι όχι γι’ αυτούς που ονειρεύονται πως το μπορούν – ακόμη κι αν έχουν δίκιο.
Ονειρεύτηκα περίσσοτερο απ’ όσο κατόρθωσε ο Ναπολέων,
Άνοιξα την καρδιά μου στην ανθρωπότητα περισσότερο απ’ τον Χριστό.
Συνέγραψα κρυφά φιλοσοφίες που κανένας Καντ δεν κατάφερε να γράψει.
Αλλα είμαι, κι ίσως να είμαι και για πάντα, αυτός που βρίσκεται στη σοφίτα,
ακόμα κι αν δεν ζω σε μιά.
Θα είμαι πάντα εκείνος που δεν γεννήθηκε γι’ αυτό.
Θα είμαι πάντα εκείνος που είχε προσόντα.
Θα είμαι πάντα εκείνος που περίμενε ν’ ανοίξει μια πόρτα σ’ έναν τοίχο δίχως πόρτες.
Και τραγούδησε το τραγούδι του απείρου σ’ ένα κοτέτσι.
Κι άκουσε τη φωνή του Θεού σ’ ένα κλεισμένο πηγάδι.
Να πιστέψω σ’ εμένα? Όχι, κι ούτε σε τίποτε άλλο.
Ας έλθει η Φύση να χύσει πάνω από το ζεστό μου κεφάλι,
τον ήλιο της, τη βροχή της, τον άνεμο που μου χαιδεύει τα μαλλιά.
Και τα υπόλοιπα που ίσως έρθουν, αν έρθουν, αν πρέπει να έρθουν, ή αν δεν πρέπει,
ας τα κάνει σκλάβους των αστεριών.
Κατακτούμε τον κόσμο, πριν ακόμα σηκωθούμε απ’ το κρεββάτι,
Αλλά ξυπνάμε και είναι αδιαφανής,
Σηκωνόμαστε και είναι ξένος,
Βγαίνουμε από το σπίτι και είναι ολόκληρη η Γη,
κι ακόμα το ηλιακό σύστημα, ο Γαλαξίας και το Άπειρο.
(Φάε σοκολάτες, μικρή
Φάε σοκολάτες! Πίστεψέ με, πέρα απ’ τις σοκολάτες, δεν υπάρχει άλλη μεταφυσική στον κόσμο.
Πίστεψέ με, όλες οι θρησκείες μαζί δεν σε διδάσκουν περισσότερα από ένα ζαχαροπλαστείο.
Φάε, βρώμικη μικρή, φάε!
Μακάρι να μπορούσα να φάω κι εγώ σοκολάτες με τόση ειλικρίνεια όση κι εσύ!
Αλλά σκέφτομαι, ξετυλίγοντας το ασημένιο περιτύλιγμα καμωμένο από κασσίτερο,
Το πετάω στο έδαφος, όπως έκανα και με τη ζωή μου.)
Τουλάχιστον μένει από τη νοσταλγία αυτού που ποτέ δεν θα είμαι,
Η βιαστική καλλιγραφία αυτών των στίχων,
Ένα μπαλκόνι που αγναντεύει το Αδύνατο.
Τουλάχιστον μού μένει για μένα μια περιφρόνηση δίχως δάκρυα,
Ευγενής τουλάχιστον στην μεγαλειώδη χειρονομία μου,
πετάω τα άπλυτα που είμαι εγώ στο πλυντήριο, και στην πορεία των πραγμάτων,
μένω στο σπίτι χωρίς πουκάμισο.
(Εσύ που εφησυχάζεις, που δεν υπάρχεις και γι’ αυτό εφησυχάζεις,
Είτε ελληνίδα θέα, που τη μορφή σου συνέλαβαν σαν ζωντανό άγαλμα,
Ή αλλιώς ρωμαίε πατρίκιε, αδύνατα ευγενή και επιβλαβή,
Ή πριγκήπισσα που σε τραγούδουν οι τροβαδούροι, η πιο πολύχρωμη και γοητευτική,
Ή μαρκησία του 18ου, ψηλομύτα και απόμακρη,
Ή διάσημη κοκότα των χρόνων των γονιών μας,
Ή σύγχρονη – ειλικρινά δεν ξέρω τι –
Όλο αυτό, ό,τι κι αν είναι, δώσε την έμπνευσή σου!
Η καρδιά μου είναι ένας αναποδογυρισμένος κάδος.
Όπως αυτοί που καλούν πνεύματα, καλούν πνεύματα – καλώ
εμένα και δεν βρίσκω τίποτα.
Πηγαίνω στο παράθυρο και παρατηρώ τον δρόμο με απόλυτη ακρίβεια.
Βλέπω τα μαγαζιά, τους διαβάτες, τις άμαξες που περνούν,
Βλέπωτα ενδεδυμένα έμβια όντα να διασταυρώνονται
Βλέπω τα σκυλιά που υπάρχουν εξίσου
Και όλο αυτό με βαραίνει σαν μια καταδίκη στην εξορία,
Και όλο αυτό είναι ξένο, όπως και όλα.)
Έζησα, σπούδασα, αγάπησα κι ακόμα πίστεψα,
Και σήμερα, δεν υπάρχει ζητιάνος που να μην τον ζηλεύω, απλά και μόνο γιατί δεν είναι εγώ.
Στον καθέναν διακρίνω τα κουρέλια του, τις πληγές του, το ψέμα,
Και σκέφτομαι : ίσως ποτέ δεν έζησες, ούτε σπούδασες, ούτε αγάπησες, ούτε πίστεψες.
(Γιατί είναι δυνατό να πλάσεις όλων αυτών την πραγματικότητα, δίχως να κάνεις τίποτα εξ’ αυτών)
Ίσως έχεις μόλις και μετά βίας υπάρξει, σαν μια σαύρα που τής έκοψαν την ουρά,
κι η ουρά της, αυτονομείται από τη σαύρα, σαλεύοντας με φρενίτιδα.
Αυτό που έκανα στον εαυτό μου, δεν το ήξερα.
Κι ό,τι μπορούσα να τον κάνω, δεν το έκανα.
Το ντόμινο που φόρεσα ήταν ολότελα λάθος,
Με πέρασαν από μακρυά για κάποιον άλλον, δεν το αρνήθηκα και χάθηκα.
Σαν θέλησα να βγάλω τη μάσκα,
είχε κολλήσει στο πρόσωπό μου.
Κι όταν την έβγαλα και κοίταξα τον εαυτό μου στον καθρέφτη,
Είχα ήδη γεράσει.
Ήμουν μεθυσμένος, και δεν ήξερα πια πώς να φορέσω το κοστούμι το οποίο ποτέ μου δεν είχα βγάλει.
Πέταξα μακρυά τη μάσκα και κοιμήθηκα στο βεστιάριο.
Σαν ένα σκυλί που το ανέχεται η διεύθυνση
Γιατί είναι άκακο.
Και θα γράψω αυτήν εδώ την ιστορία για ν’ αποδείξω πως είμαι υπέροχος.
Μουσική των άχρηστων στίχων μου,
Μόνο να μπορούσα να σε δω σαν κάτι που είχα φτιάξει,
αντι να συνεχίσω ν’ αντικρίζω το Καπνοπωλείο στην άλλη μεριά του δρόμου,
Η συνείδηση της ύπαρξής μου που κουρνιάζει στα πόδια μου,
Σαν ένας τάπητας καμωμένος από μεθύστακες,
Ή ένα χαλάκι που έκλεψαν τσιγγάνοι και δεν αξίζει τίποτα.
Αλλά ο Ιδιοκτήτης του Καπνοπωλείου ήρθε στην πόρτα και στέκεται εκεί.
Τον κοιτάζω με την δυσφορία ενός μισογυρισμένου κεφαλιού,
Συνδυασμένη με τη δυσφορία μιας μισο-κενης ψυχής.
Θα πεθάνει και θα πεθάνω.
Θ’αφήσει το σημειωματάριό του, θ’αφήσω τους στίχους μου.
Η επιγραφή του στο τέλος θα πεθάνει, όπως και τα ποιήματά μου.
Και στο τέλος θα πεθάνει κι ο δρόμος όπου βρισκόταν αυτή η επιγραφή,
Όπως κι η γλώσσα στην οποία γράφτηκαν τα ποιήματα.
Κι ύστερα θα πεθάνει κι ο στροβιλιζόμενος αυτός πλανήτης στον οποίον συνέβησαν όλα αυτά.
Σε άλλους δορυφόρους άλλων συστημάτων , κάτι σαν άνθρωποι,
Θα συνεχίσουν να φτιάχνουν κάτι-σαν-ποιήματα, και να ζούν κάτω από κάτι-σαν-επιγραφές.
Πάντα το ένα πράγμα αντίκρυ στο άλλο,
Πάντα το ένα πράγμα εξίσου άχρηστο με το άλλο,
Πάντα το αδύνατο τόσο ηλίθιο όσο η πραγματικότητα,
Πάντα το μυστήριο του βάθους, τόσο αληθινό όσο η σκιά του μυστηρίου στην επιφάνεια.
Πάντα αυτό ή πάντα το άλλο, ή ούτε το ένα, ούτε το άλλο.
Αλλά κάποιος μπήκε στο Καπνοπωλείο (για ν’αγοράσει καπνό?)
Κι η υπαρκτή πραγματικότητα ξαφνικα με κατακεραυνώνει.
Μισοσηκώνομαι στα πόδια μου – μ’ ενέργεια, βέβαιος για τον εαυτό μου, ανθρώπινος –
Και θα προσπαθήσω να γράψω αυτούς τους στίχους για να ισχυριστώ το αντίθετο.
Ανάβω ένα τσιγάρο, καθώς σκέφτομαι να τούς γράψω.
Και σ’ αυτό το τσιγάρο γεύομαι την απελευθέρωσή μου από κάθε σκέψη.
Ακολουθώ τον καπνό σαν να ήταν το δικό μου ίχνος.
Και απολαμβάνω για μια ευαίσθητη και επαρκή στιγμή,
Την απελευθέρωσή μου από κάθε εικασία
Και την επίγνωση ότι οι μεταφυσικές είναι η παρενέργεια του να μην αισθάνομαι καλά.
Έπειτα, αφήνομαι πίσω στην καρέκλα
Και συνεχίζω να καπνίζω.
Όσο μού το επιτρέπει το πεπρωμένο θα συνεχίζω να καπνίζω.
(Αν παντρευόμουν την κόρης της πλύστρας μου,
θα μπορούσα να είμαι εφικτά ευτυχισμένος.)
Δεδομένου αυτού, σηκώνομαι και πηγαίνω προς το παράθυρο.
Ο άντρας βγήκε απ’ το καπνοπωλείο (βάζει τα ρέστα στην τσέπη του?)
Α, τον γνωρίζω : είναι ο Εστέβες, δίχως μεταφυσικές.
(Ο Καπνοπώλης ήρθε στην πόρτα.)
Ορμώμενος θαρρείς από κάποιο θείο ένστικτο, ο Εστέβες γύρισε και με είδε.
Με χαιρέτησε, και φώναξα κι εγώ από μακρυά "Γειά σου, Εστέβες!" και το σύμπαν
ανασυγκροτήθηκε μέσα μου, χωρίς ιδανικά ή ελπίδα, και ο Καπνοπώλης χαμογέλασε.
Κυριακή 16 Ιουνίου 2013
Δευτέρα 8 Απριλίου 2013
η «μνημονιακή» συμφωνία εξάρτησης του ελληνικού κόσμου στους Πέρσες...
Ήταν ένα κρύο πρωινό του χειμώνα του 411 π.X. στην πεδιάδα του Μαιάνδρου. Στην έπαυλη ενός αξιωματούχου υπογράφεται η περίφημη 3η συνθήκη μεταξύ Λακεδαιμονίων, Τισσαφέρνη και Ιεραμένη, εκπροσώπου του Δαρείου Β΄.
Ο Τισσαφέρνης αδιαφορούσε για το αποτέλεσμα της σύγκρουσης των Σπαρτιατών με τους Αθηναίους. Εκείνο που τον απασχολούσε ήταν ότι πιθανή συντριβή μιας παράταξης θα σήμαινε το ναυάγιο της πολιτικής της αμοιβαίας εξασθένησης των δύο. Στη συνθήκη, μεταξύ των άλλων, επιλύθηκε το βασικό πρόβλημα της μισθοδοσίας και συντήρησης του σπαρτιατικού στόλου, με τη χρηματοδότηση από το Μεγάλο Βασιλιά. Δεν ήταν η πρώτη φορά που οι Πέρσες έδιναν χρήματα στα ελληνικά κράτη αλλά ήταν η πρώτη χρηματοδότηση με τη μορφή δανείου, που έπρεπε να επιστραφεί έντοκα, μετά την τελική νίκη! Στην ουσία αποτελούσε μια σαφέστατη «μνημονιακή» συμφωνία εξάρτησης του ελληνικού κόσμου στους Πέρσες, με ηγέτιδα δύναμη τη Σπάρτη.
Ο ελληνικός κόσμος της αρχαιότητας είναι πολύ διαφορετικός από την εικόνα που έχουμε σήμερα γι΄αυτόν. Στην πραγματικότητα, αυτό δεν οφείλεται στο ότι οι άνθρωποι και οι συσχετισμοί των κοινωνιών άλλαξαν αλλά στην αδυναμία μας να συνειδητοποιήσουμε την αλήθεια μέσα από τον ορθολογισμό.
Εδώ βέβαια, θα πρέπει να βάλουμε στην ίδια παρέα το Μαρξ τον Ένγκελς και το Θουκυδίδη, αναζητώντας τα μεγάλα δείγματα του «ιστορικού υλισμού» και την προαιώνια φύση του ανθρώπου.
Ο Πελοποννησιακός Πόλεμος είναι ένα πλούσιο σκηνικό πολιτικής μελέτης στην παγκόσμια ιστορία. Οι Αθηναίοι, πανίσχυροι από τους περσικούς πολέμους, επιβάλλουν το δίκαιο της πυγμής στους συμμάχους. Οι ηττημένοι Πέρσες όμως δεν ησυχάζουν και συντηρούν επαφές και στην Αθήνα και στη Σπάρτη. Οι σύμμαχοι των δύο μεγάλων δυνάμεων αναμετρώνται. Ο εμφύλιος μαίνεται, οι δολοπλοκίες πολλαπλασιάζονται, οι εκατέρωθεν προδοσίες αυξάνονται, ο Αλκιβιάδης εξορίζεται και πάει με τους Σπαρτιάτες, οι δημοκρατίες καταλύονται και τα σχέδια της εξωτερικής πολιτικής από κράτος σε κράτος, συνεχώς μεταβάλλονται.
Τι μένει σταθερό και αμετάβλητο; Τρία πράγματα: Οι συνεχόμενες σφαγές των αθώων πληθυσμών (π.χ. των Μηλίων), η αδυναμία του ελληνικού κόσμου να ενωθεί και η απόλυτη εξάρτησή του από τα χρυσά θησαυροφυλάκια των Περσών.
Οι Σπαρτιάτες με το περσικό δάνειο, κατατρόπωσαν επτά χρόνια αργότερα τους Αθηναίους στους Αιγός Ποταμούς και κατέλυσαν την Αθηναική ηγεμονία. Άνοιξαν όμως τις πύλες της Ελλάδας στους Πέρσες και απέδειξαν για άλλη μία φορά, πως το χρήμα είναι η κινητήρια δύναμη που κατακτά ανθρώπους και κοινωνίες.
Το ζήτημα είναι, απ΄ όλα αυτά να βγουν κάποια συμπεράσματα για το σύγχρονο κόσμο. Όπως και τότε, έτσι και τώρα, ο πλούτος διέγραφε την πορεία της Ιστορίας. Και ίσως όχι ο παραγόμενος αλλά ο «κατασκευασμένος». Οι Πέρσες είχαν κλέψει το χρυσό των Βαβυλωνίων και τα σημερινά κεφάλαια, κατά βάση είναι αέρας κοπανιστός, τυπωμένα στα νομισματοκοπεία της FED ή αριθμημένα στις λίστες κάποιου χρηματιστή. Και τότε, τα ιερά των αρχαίων δάνειζαν ( οι «τράπεζες» της εποχής διοικούνταν από το ιερατείο που φύλαγε το θησαυρό και δάνειζε με τοκογλυφικούς όρους), υπεράνω κυβερνήσεων, με τόκους εξάρτησης και τώρα, οι τράπεζες δημιουργούν ανεξέλεγκτα δίκτυα που καθοδηγούν τις πολιτικές κυβερνήσεις. Σκοπός δεν ήταν να εισπραχθούν απαραίτητα, τα δανεισθέντα ποσά (οι Σπαρτιάτες δεν επέστρεψαν ποτέ ολόκληρο το ποσό στους Πέρσες) αλλά η εξάρτηση και η εφαρμογή του δικαίου της πυγμής. Ιδιαίτερα στις διακρατικές σχέσεις, αυτό αποτελούσε τη γνωστή τακτική, όπως και σήμερα. Τέλος και στις δύο εποχές ο χρηματισμός των ιδιωτών για να εξυπηρετηθούν κρατικά συμφέροντα ήταν απόλυτα συνηθισμένο φαινόμενο, όπως και σήμερα (οι εξόριστοι Έλληνες είχαν πάντα μια πλούσια έπαυλη να τους περιμένει στις Σάρδεις…).
Με λίγα λόγια, ο περσικός χρυσός άπλωνε για αιώνες, ένα πέπλο «παραισθησιογόνου» λάμψης πάνω από την Ανατολική Μεσόγειο, μέχρι που ο Μέγας Αλέξανδρος αποφάσισε ότι το καταχρεωμένο βασίλειό του θα σωζόταν μόνο με την κατάκτησή του περσικού πλούτου. Εν μέρει, τα κατάφερε αλλά ουσιαστικά μετακίνησε το κέντρο βάρους του ελληνικού κόσμου προς την ανατολή, δίνοντας την ευκαιρία στον ιουδαικό πολιτισμό, διαμέσου των Ρωμαίων, να τον αφομοιώσει.
Όλα αυτά, δεν έχει νόημα να τα μελετά κανείς, προσπαθώντας να δαιμονοποιήσει ή να αγιοποιήσει πρόσωπα και καταστάσεις. Το κέρδος είναι να διδαχθεί, κατανοώντας ότι ο άνθρωπος και οι «ομάδες» θα συμπεριφέρονται ακριβώς το ίδιο, όσο θα υπάρχει ανθρωπότητα. Πάντα θα υπάρχουν οι Πέρσες, οι Ισπανοί στη Νότια Αμερική, οι Άγγλοι, οι Αμερικάνοι, οι Γερμανοί. Πάντα θα υπάρχει το κεφάλαιο που δεν έχει πατρίδα, πάντα τα συμφέροντα δεν θα ταυτίζονται με τα κράτη άλλα με τις πανίσχυρες δυνάμεις του χρήματος, πάντα θα επιβάλει το δίκαιο της πυγμής ο δυνατότερος.
Επίσης οι κοινωνίες έχουν πολλούς σαν τον Αλκιβιάδη, το Θηραμένη, το Λύσανδρο, τον Κριτία, τον Μέτερνιχ, τον Κίσινγκερ, τον Ντάισεμπλουμ, τον Παπανδρέου, τον Κωστάκη , το Γιωργάκη και χιλιάδες άλλες μορφές που δεν είναι τίποτα παραπάνω από «φαιδρά» πιόνια στη μεγάλη σκακιέρα της ιστορίας.
Αυτός ο κόσμος δε θα αλλάξει ποτέ και το χρήμα θα τον σέρνει από τη μύτη. Στις μέρες μας μπαίνουμε για τα καλά στο μεγάλο θέατρο των αποκαλύψεων. Κάθε μέρα θα παρακολουθούμε με έκπληξη, κάποια καινούρια διάσταση που μέχρι χθες, δεν την υποψιαζόμασταν. Τράπεζες που εμφανίζουν φούσκες, offshore εταιρείες υπουργών, δίκτυα ξεπλύματος στις πιο σοβαρές οικονομίες. Κι όμως, όλοι αυτοί δε φταίνε περισσότερο από μας τους ίδιους. Δε φταίνε οι Γερμανοί που βάζουν τους όρους του δανεισμού, οι Αμερικάνοι που τους έβαζαν παλιά. Δε φταίει ο Σόιμπλε κι ο Ντάισεμπλουμ κι ο Μπαρόζο κι Ντράγκι. Το «ιερατείο» των Περσών είναι κι ο Τισσαφέρνης και όχι ο Δαρείος. Ρόλους αλλάζουμε όλοι μας. Αυτοί στο δικό τους κόσμο της απληστίας και της ηδονής της εξουσίας κι εμείς μια μάζα «Αθηναίων» που υπομένουμε την κατάλυση της «δημοκρατίας» επειδή πιστέψαμε στη γοητεία του «Περικλή» και της «Ασπασίας». Εμείς φταίμε που μεθύσαμε από τα μεγάλα «δημόσια κτίρια» και δεν είδαμε τους «Σπαρτιάτες» που έκλειναν κρυφά τη δουλειά με τους «Πέρσες».
Και κάτι τελευταίο. Ο άνθρωπος είναι μαλακός σαν το χόρτο, όπως λέει κι ο Σεφέρης. Αν αυτό δεν το δούμε, όπως μας το έδειξε κάποτε ο Θουκυδίδης δεν θα καταλάβουμε ποτέ τον κόσμο. Γιατί τελικά η μεγάλη μαγκιά δεν είναι να τον αλλάξουμε αλλά να τον αποκαλύψουμε στις συνειδήσεις μας. Αυτό είναι σίγουρα πολύ πιο χρήσιμο από οποιαδήποτε επανάσταση…
[Του Ανδρέα Ζαμπούκα από capital.gr]
Πηγή : DEFENCENET
Σάββατο 7 Ιουλίου 2012
Μια συμπλήρωση για το σωματίδιο Higgs...
Πηγή
http://www.physics4u.gr/blog/?p=5337
Δευτέρα 2 Ιουλίου 2012
Ίδια παντού θα 'ναι η ζωή με το σουραύλι των φιδιών στη χώρα των φαντασμάτων ...
Nα βρεις μιαν άλλη θάλασσα μιαν άλλη απαλοσύνη
Nα πιάσεις από τα λουριά του Aχιλλέα τ' άλογα
Aντί να κάθεσαι βουβή τον ποταμό να μαλώνεις
Tον ποταμό να λιθοβολείς όπως η μάνα του Kίτσου...
Νίκος Γκάτσος
Αμοργός
(απόσπασμα)
Πετάτε τους νεκρούς είπ' ο Hράκλειτος κι είδε τον ουρανό να χλωμιάζει
Kι είδε στη λάσπη δυο μικρά κυκλάμινα να φιλιούνται
Kι έπεσε να φιλήσει κι αυτός το πεθαμένο σώμα του μες στο φιλόξενο χώμα
Όπως ο λύκος κατεβαίνει απ' τους δρυμούς να δει το ψόφιο σκυλί και να κλάψει.
Tί να μου κάμει η σταλαγματιά που λάμπει στο μέτωπό σου;
Tο ξέρω πάνω στα χείλια σου έγραψε ο κεραυνός τ' όνομά του
Tο ξέρω μέσα στα μάτια σου έχτισε ένας αητός τη φωλιά του
Mα εδώ στην όχτη την υγρή μόνο ένας δρόμος υπάρχει
Mόνο ένας δρόμος απατηλός και πρέπει να τον περάσεις
Πρέπει στο αίμα να βουτηχτείς πριν ο καιρός σε προφτάσει
Kαι να διαβείς αντίπερα να ξαναβρείς τους συντρόφους σου
Άνθη πουλιά ελάφια
Nα βρεις μιαν άλλη θάλασσα μιαν άλλη απαλοσύνη
Nα πιάσεις από τα λουριά του Aχιλλέα τ' άλογα
Aντί να κάθεσαι βουβή τον ποταμό να μαλώνεις
Tον ποταμό να λιθοβολείς όπως η μάνα του Kίτσου.
Γιατί κι εσύ θα 'χεις χαθεί κι η ομορφιά σου θα 'χει γεράσει.
Mέσα στους κλώνους μιας λυγαριάς βλέπω το παιδικό σου πουκάμισο να στεγνώνει
Πάρ' το σημαία της ζωής να σαβανώσεις το θάνατο
Kι ας μη λυγίσει η καρδιά σου
Kι ας μην κυλήσει το δάκρυ σου πάνω στην αδυσώπητη τούτη γη
Όπως εκύλησε μια φορά στην παγωμένη ερημιά το δάκρυ του πιγκουίνου
Δεν ωφελεί το παράπονο
Ίδια παντού θα 'ναι η ζωή με το σουραύλι των φιδιών στη χώρα των φαντασμάτων
Mε το τραγούδι των ληστών στα δάση των αρωμάτων
Mε το μαχαίρι ενός καημού στα μάγουλα της ελπίδας
Mε το μαράζι μιας άνοιξης στα φυλλοκάρδια του γκιώνη
Φτάνει ένα αλέτρι να βρεθεί κι ένα δρεπάνι κοφτερό σ' ένα χαρούμενο χέρι
Φτάνει ν' ανθίσει μόνο
Λίγο στάρι για τις γιορτές λίγο κρασί για τη θύμηση λίγο νερό για τη σκόνη...
Παρασκευή 22 Ιουνίου 2012
γεννήθηκαν για να σπάει ο ένας τα μούτρα του άλλου...
Εμίλ Σιοράν
Εξομολογήσεις και αναθεματισμοί
Αν οι σχέσεις των ανθρώπων είναι τόσο δύσκολες, είναι γιατί γεννήθηκαν για να σπάει ο ένας τα μούτρα του άλλου και όχι για να έχουν "σχέσεις".
Δε μπορεί να υπάρχουν καθαρά αισθήματα ανάμεσα σε ανθρώπους που ακολουθούν την ίδια πορεία. Δεν έχουμε παρά να θυμηθούμε τα βλέμματα που ρίχνουν μεταξύ τους οι άνθρωποι που περπατούν στο ίδιο πεζοδρόμιο.
Οποιοδήποτε σκουλήκι θεωρούσε τον εαυτό του πρώτο ανάμεσα στα άλλα θ'αποχτούσε αμέσως την ιδιότητα του ανθρώπου.
Emil Cioran (1911-1995)
Η υπερβολική χαρά είναι δείγμα ανισορροπίας. Αν είναι ανησυχητικό να χαίρεται κανείς μόνο και μόνο επειδή ζει, αντίθετα είναι φυσικό να θλίβεται πριν ακόμα μάθει να συλλαβίζει.
Ο άνθρωπος πρόκειται να εξαφανιστεί. Ως τώρα το πίστευα αυτό ακράδαντα. Εν τω μεταξύ άλλαξα γνώμη: πρέπει να εξαφανιστεί.
Εμίλ Σιοράν, Εξομολογήσεις και αναθεματισμοί (μετ. Κυβέλη Μαλαμάτη, Εκδ. Εξάντας)
Πέμπτη 22 Σεπτεμβρίου 2011
τι είδους κήπο θέλεις να λιπάνεις με τη σήψη μας;
γιατί σαπίζει αργά η ψυχή μου,
γιατί σαπίζουν περισσότερα από ένα εκατομμύριο πτώματα
σ’ αυτήν την πόλη της Μαδρίτης,
γιατί δισεκατομμύρια πτώματα αργοσαπίζουν στον κόσμο.

Damaso Alonso (1898-1990)
Νταμάσο Αλόνσο
Ξαγρύπνια
(Insomnio)
Μαδρίτη: πόλη με περισσότερα από ένα εκατομμύριο πτώματα
(σύμφωνα με τις τελευταίες στατιστικές).
Υπάρχουν φορές που τη νύχτα νιώθω μια ταραχή κι ανακαθίζω
σ’ αυτήν την κόγχη όπου εδώ και 45 χρόνια σαπίζω,
και περνώ πολλές ώρες ακούγοντας το βογκητό του τυφώνα
ή το γάβγισμα των σκύλων ή τη θαμπή ροή του σεληνόφωτος.
Και πολλές ώρες περνώ βογκώντας ως τυφώνας, γαβγίζοντας ως σκύλος,
μανισμένος, ρέοντας ως γάλα από μαστό ζεστό μιας μεγάλης αγελάδας κίτρινης.
Και ώρες πολλές περνώ ρωτώντας το Θεό, ρωτώντας τον
γιατί σαπίζει αργά η ψυχή μου,
γιατί σαπίζουν περισσότερα από ένα εκατομμύριο πτώματα
σ’ αυτήν την πόλη της Μαδρίτης,
γιατί δισεκατομμύρια πτώματα αργοσαπίζουν στον κόσμο.
Πες μου: τι είδους κήπο θέλεις να λιπάνεις με τη σήψη μας;
Τρέμεις τάχα μη μαραθούν τα μεγάλα ρόδα της ημέρας,
τα φονικά θλιμμένα κρίνα της νύχτας σου;
(μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη)
Δευτέρα 15 Αυγούστου 2011
15 Αυγούστου & Παπαδιαμάντης...
Ρεμβασμός του Δεκαπενταυγούστου
Ἀνάμεσα εἰς συντρίμματα καὶ ἐρείπια, λείψανα παλαιᾶς κατοικίας ἀνθρώπων, ἐν μέσῳ ἀγριοσυκῶν, μορεῶν μὲ ἐρυθροὺς καρπούς, εἰς ἔρημον τόπον, ἀπόκρημνον ἀκτήν, πρὸς μίαν παραλίαν βορειοδυτικὴν τῆς νήσου, ὅπου τὴν νύκτα ἑπόμενον ἦτο νὰ βγαίνουν καὶ πολλὰ φαντάσματα, εἴδωλα ψυχῶν κουρασμένων, σκιαὶ ἐπιστρέφουσαι, καθὼς λέγουν, ἀπὸ τὸν ἀσφοδελὸν λειμῶνα, ἀφήνουσαι κενὰς οἰμωγὰς εἰς τὴν ἐρημίαν, θρηνοῦσαι τὸ πάλαι ποτὲ πρόσκαιρον σκήνωμά των, εἰς τὸν ἐπάνω κόσμον -ἐκεῖ ἀνάμεσα ἐσώζετο ἀκόμη ὁ ναΐσκος τῆς Παναγίας τῆς Πρέκλας. Δὲν ὑπῆρχε πλέον οἰκία ὀρθή, δὲν ὑπῆρχε στέγη καὶ ἄσυλον εἰς ὅλον τὸ ὀροπέδιον ἐκεῖνο, παρὰ τὴν ἀποῤῥώγα ἀκτήν. Μόνος ὁ μικρὸς ναΐσκος ὑπῆρχε καὶ εἰς τὸ προαύλιον τοῦ ναΐσκου ὁ Φραγκούλης Κ. Φραγκούλας εἶχε κτίσει μικρὸν ὑπόστεγον καλύβην μᾶλλον ἢ οἰκίαν, λαβὼν τὴν ξυλείαν, ὅσην ἠδυνήθη νὰ εὕρη, καὶ τινὰς λίθους ἀπὸ τὰ τόσα τριγύρω ἐρείπια, διὰ νὰ στεγάζεται προχείρως ἐκεῖ καὶ καπνίζῃ ἀκατακρίτως τὸ τσιμποῦκι του, μὲ τὸν ἠλέκτρινον μαμόν, ἔξω τοῦ ναοῦ, ὁ φιλέρημος γέρων.
Φώτης Κόντογλου, Παναγία Γλυκοφυλούσα
Ὁ ναΐσκος ἦτο ἰδιόκτητος· πρᾶγμα σπάνιον εἰς τὸν τόπον, λείψανον παλαιοῦ θεσμοῦ· ἦτον κτῆμα αὐτοῦ τοῦ γέροντος Φραγκούλα. Ὁ ἀξιότιμος πρεσβύτης, φέρων ὅλα τὰ ἐξωτερικὰ γνωρίσματα προεστοῦ, ὡραῖον φέσι τοῦ Τουνεζίου, ἐπανωβράκι τσόχινον, μὲ ζώνην πλατεῖαν κεντητήν, μακρὰν τσιμπούκαν μὲ ἠλέκτρινον μαμόν, καὶ κρατῶν μὲ τὴν ἀριστερὰν ἠλέκτρινον μακρὸν κομβολόγιον, δὲν ἦτο καὶ πολὺ γέρων, ὡς πενήντα πέντε χρόνων ἄνθρωπος. Κατήγετο ἀπὸ τὴν ἀρχαιοτέραν καὶ πλέον γνησίως αὐτόχθονα οἰκογένειαν τοῦ τόπου. Ἦτον ἐκ νεαρᾶς ἡλικίας εὐσταλής, ὑψηλός, λεπτὸς τὴν μέσην, μελαγχροινός, μὲ ἁδροὺς χαρακτῆρας τοῦ προσώπου, δασείας ὀφρύς, ὀφθαλμοὺς μεγάλους, ὀγκώδη ρῖνα, χονδρὰ χείλη προέχοντα. Ἠγάπα πολὺ τὰ μουσικὰ τά τε ἐκκλησιαστικὰ καὶ τὰ ἐξωτερικά, ὑπῆρξε δὲ μὲ τὴν χονδρήν, ἀλλὰ παθητικὴν φωνήν του, ψάλτης καὶ τραγουδιστὴς εἰς τὸν καιρόν του μέχρι γήρατος.
Τὴν Σινιώραν, ὡραίαν νέαν, λεπτοφυῆ, λευκοτάτην, τὴν εἶχε νυμφευθῆ ἀπὸ ἔρωτα. Ἤδη εἶχε συζήσει μαζί της ὑπὲρ τὰ εἴκοσι πέντε ἔτη, καὶ εἶχεν ἀποκτήσει τέσσαρας υἱοὺς καὶ τρεῖς θυγατέρας. Ἀλλὰ τώρα, εἰς τὸν οὐδὸν τοῦ γήρατος, δὲν συνέζη πλέον μαζί της.
Εἶχε χωρίσει ἅπαξ ἤδη, ἀφοῦ ἐγεννήθησαν τὰ τέσσαρα πρῶτα παιδία, δυὸ υἱοὶ καὶ δυὸ θυγατέρες· ὁ πρῶτος οὖτος χωρισμὸς διήρκεσεν ἐπὶ τινὰς μῆνας. Εἶτα ἐπῆλθε συνδιαλλαγὴ καὶ συμβίωσις πάλιν. Τότε ἐγεννήθησαν ἄλλα δυὸ τέκνα, υἱὸς καὶ θυγάτριον. Εἶτα ἐπῆλθε δεύτερος χωρισμός, ὑπὲρ τὸ ἔτος διαρκέσας. Μετὰ τὸν χωρισμὸν δευτέρα συνδιαλλαγή. Τότε ἐγεννήθη ὁ τελευταῖος υἱός. Ἀκολούθως ἐπῆλθε μακρὸς χωρισμὸς μεταξὺ τῶν συζύγων. Ὁ τελευταῖος οὖτος χωρισμός, μετὰ πολλὰς ἀγόνους ἀποπείρας συνδιαλλαγῆς, διήρκει ἀπὸ τριῶν ἐτῶν καὶ ἡμίσεος. Δὲν ἦτο πλέον φόβος νὰ γεννηθοῦν ἄλλα τέκνα. Ἡ Σινιώρα ἦτο ὑπερτεσσαρακοντούτις ἤδη.
Τὴν ἑσπέραν ἐκείνην, τῆς 13 Αὐγούστου τοῦ ἔτους 186... ἐκάθητο μόνος, ὁλομόναχος, ἔξω τοῦ ναΐσκου, εἰς τὸ προαύλιον, ἔμπροσθεν τῆς καλύβης τὴν ὁποίαν εἶχε κτίσει, ἐκάπνιζε τὸ τσιμποῦκι του κ᾿ ἐῤῥέμβαζεν. Ὁ καπνὸς ἀπὸ τὸν λουλᾶν ἀνέθρωσκε καὶ ἀνέβαινεν εἰς κυανοὺς κύκλους εἰς τὸ κενόν, καὶ οἱ λογισμοὶ τοῦ ἀνθρώπου ἐφαίνοντο νὰ παρακολουθοῦν τοὺς κύκλους τοῦ καπνοῦ καὶ νὰ χάνωνται μετ᾿ αὐτῶν εἰς τὸ ἀχανές, τὸ ἄπειρον. Τί ἐσκέπτετο;
Βεβαίως τὴν σύζυγόν του, μὲ τὴν ὁποίαν ἦσαν εἰς διάστασιν, καὶ τὰ τέκνα του, τὰ ὁποῖα σπανίως ἔβλεπεν. Ἐσχάτως τοῦ εἶχον παρουσιασθῆ πρώτην φορὰν εἰς τὴν ζωήν του, καὶ οἰκονομικαὶ στενοχωρίαι. Ὁ Φραγκούλας ἦτο μεγαλοκτηματίας. Εἶχε παμπόλλους ἐλαιῶνας, ἀμπέλια ἀρκετά, καὶ χωράφια ἀμέτρητα. Μόνον ἀπὸ τὸν ἀντίσπορον τῶν χωραφιῶν ἠμποροῦσε νὰ μὴν ἀγοράζῃ ψωμὶ δι᾿ ὅλου τοῦ ἔτους αὐτὸς καὶ ἡ οἰκογένειά του. Οἱ δὲ ἐλαιῶνες, ὅταν ἐκαρποφόρουν ἔδιδον ἀρκετὸν εἰσόδημα. Ἀλλ᾿ ἐπειδὴ δὲν εἰργάζετο ποτὲ μόνος του, τὰ ἔξοδα «τὸν ἔτρωγαν!» Εἶτα, αὐξανομένης τῆς οἰκογενείας, συνηυξάνοντο καὶ αἱ ἀνάγκαι. Καὶ ὅσον ηὔξανον τὰ ἔξοδα, τόσον τὰ ἔσοδα ἠλαττοῦντο. Ἦλθαν «δυστυχισμένες χρονιές», ἀφορίαι, συμφοραί, θεομηνίαι. Εἶτα, διὰ πρώτην φορὰν, ἔλαβεν ἀνάγκην μικρῶν δανείων. Δὲν ἐφαντάζετο ποτὲ ὅτι μία μικρὴ κάμπη ἀρκεῖ διὰ νὰ καταστρέψῃ ὁλόκληρον φυτείαν. Ἀπηυθύνθη εἰς ἕνα τοκογλύφον τοῦ τόπου.
Οἱ τοιοῦτοι ἦσαν ἄνθρωποι «φερτοί», ἀπ᾿ ἔξω, καὶ ὅταν κατέφυγον εἰς τὸν τόπον, ἐν ὥρᾳ συμφορᾶς καὶ ἀνεμοζάλης, κατὰ τὴν Μεγάλην Ἐπανάστασιν, ἢ κατὰ τὰ ἄλλα κινήματα τὰ πρὸ αὐτῆς, ἀρχομένης τῆς ἑκατονταετηρίδος, κανεὶς δὲν ἔδωκεν προσοχὴν καὶ σημασίαν εἰς αὐτούς.
Ἀλλ᾿ ἐπειδὴ οἱ ἐντόπιοι εἶχον ἀποκλειστικὴν προσήλωσιν εἰς τὰ κτήματα, οὗτοι, οἱ ἐπήλυδες, ὡς πράττουσιν ὅλοι οἱ φύσει καὶ θέσει Ἑβραῖοι, ἔδωκαν ὅλην τὴν σημασίαν καὶ τὴν προσοχήν των εἰς τὰ χρήματα. Ἤνοιξαν ἐργαστήρια, μαγαζεία, κ᾿ ἐμπορεύοντο κ᾿ ἐχρηματίζοντο. Εἶτα ἦλθεν ἡ ὥρα, ὅπως καὶ τώρα καὶ πάντοτε συμβαίνει, οἱ ἐντόπιοι ἔλαβον ἀνάγκην τῶν χρημάτων, καὶ τότε ἤρχισαν νὰ ὑποθηκεύουν τὰ κτήματα. Ἐωσότου παρῆλθε μία γενεά, ἢ μία καὶ ἠμισεία, καὶ τὰ χρήματα ἐπέστρεψαν εἰς τοὺς δανειστὰς συμπαραλαβόντα μεθ᾿ ἑαυτῶν καὶ τὰ κτήματα.
Ἕως τότε δὲν εἶχε συλλογισθῆ τοιαῦτα πράγματα ὁ Φραγκούλης Φραγκούλας, οὔτε τὸν ἔμελε ποτέ του περὶ χρημάτων. Ἀλλ᾿ ἐπ᾿ ἐσχάτων εἶχε λάβει ἀνάγκην καὶ δευτέρου καὶ τρίτου δανείου, καὶ οἱ δανεισταὶ προθύμως τοῦ ἔδιδαν, ἀλλ᾿ ἀπήτουν νὰ τοὺς καθιστᾶ ὑπέγγυα τὰ καλλίτερα κτήματα, ἐκ τῶν ὁποίων ἕκαστον εἶχε κατ᾿ αὐτὸν ἐκτιμητήν, δεκαπλασίαν ἀξίαν τοῦ ποσοῦ τοῦ δανειζομένου... Πλὴν φεῦ! αὐτὸς δὲν ἦτο μόνος καϋμός του.
Ὁ Φραγκούλης Φραγκούλας δὲν ἐφόρει πλέον τὸ ὡραῖον του μαῦρον φέσι, τὸ τουνεζιάνικον· ἔφερεν οἰκιακὸν μαῦρον σκοῦφον ἐπὶ τῆς κεφαλῆς. Ἀλλ᾿ εὑρίσκετο σήμερον εἰς τὴν ἐξοχήν. Ἐὰν τὸν συνηντῶμεν τὴν προτεραίαν εἰς τὴν ἀγοράν, κάτω εἰς τὴν πολίχνην, θὰ ἐβλέπομεν ὅτι εἶχε βάψει μαῦρον τὸ φέσι του... Εἶχε πρόσφατον πένθος.
-Α! Τὤχασα τὸ καϋμένο μ᾿, τὸ εὐάγωγο, τὤχασα.
Ὁ γέρο-Φραγκούλης ἐστέναζε, καὶ εἶχε δίκαιον νὰ στενάζῃ. Τὸ καλλίτερον κοράσιόν του, τὸ τρίτον, τὸ μικρότερον, δεκατετραετὲς μόλις τὴν ἡλικίαν –τὸ ὁποῖον εἶχε γεννηθῆ κατά τι διάλειμμα ἔρωτος, μεταξὺ δυὸ χωρισμῶν- τοῦ εἶχεν ἀποθάνει πρὸ ὀλίγων μηνῶν...
Καὶ αὐτὸς ἦλθεν εἰς τὴν Παναγίαν διὰ νὰ κλαύσῃ καὶ νὰ πῇ τὸν πόνο του. Ἦτον κτῆμα του ὁ ναΐσκος τῆς Παναγίας τῆς Πρέκλας. Τὸ ἐκκλησίδιον ἦτο εὐπρεπέστατον, ὡραῖα στολισμένον, καὶ εἶχε καλὰς εἰκόνας –καὶ μάλιστα τὴν φερώνυμον, τὴν γλυκεῖαν Παναγίαν τὴν Πρέκλαν- σκαλιστὸν χρυσωμένον τέμπλον, πολυέλαιον καὶ μανουάλια ὀρειχάλκινα, κανδήλια ἀργυρᾶ. Ἔφερε πάντοτε ὁ ἰδιοκτήτης μαζί του τὴν βαρεῖαν ὑπερμεγέθη κλεῖδα τῆς δρύϊνης θύρας τῆς στερεᾶς, καὶ δὲν ἔλειπε συχνὰ νὰ ἐπισκέπτεται τὴν Παναγίαν. Τὴν ἡμέραν ἐκείνην θὰ ἐτελεῖτο πανήγυρις εἰς τὸν ναΐσκον, τιμώμενον ἐπ᾿ ὀνόματι τῆς Κοιμήσεως. Θὰ ἤρχοντο ἀπὸ τὸν τόπον πολλαὶ οἰκογένειαι καὶ ἄτομα, δωδεκάδες τινὲς προσκυνητῶν καὶ πανηγυριστῶν καὶ ὁ Παππανικόλας ὁ συμπέθερός του. Εἰς τὸν Παππανικόλαν ἔδιδεν ὁ Φραγκούλης διὰ τὸν κόπον του ἓν τάλληρον, περιπλέον δὲ εἰσέπραττεν ὁ παππᾶς διὰ λογαριασμόν του τὰς δεκάρας, ὅσας ἔδιδον αἱ γυναῖκες «διὰ νὰ γράψουν τὰ ὀνόματα» ἢ τὰ «ψυχοχάρτια». Ὅλα τ᾿ ἄλλα, προσφορᾶς, ἀρτοκλασίαν, πώλησιν κηρίων κ.τ.λ. τὰ εἰσάπραττεν ὁ Φραγκούλης ὡς εἰσόδημα ἰδικόν του...
Καὶ τώρα τοὺς ἐπερίμενε νὰ ἔλθουν πάλιν... καὶ ἀνελογίζετο πῶς ἄλλοτε, ὅταν ἦτο νέος ἀκόμη, μετὰ τὸν πρῶτον χωρισμὸν ἀπὸ τὴ γυναῖκα του, ἡ πανήγυρις αὕτη τῆς Παναγίας τῆς Κοιμήσεως ἔγινεν ἀφορμὴ διὰ νὰ ἐπέλθῃ συνδιαλλαγὴ μετὰ τῆς γυναικός του. Κατόπιν τῆς συνδιαλλαγῆς ἐκείνης ἐγεννήθη ὁ τρίτος υἱός, καὶ τὸ Κουμπώ, τὸ θυγάτριον τὸ ὁποῖον ἐθρήνει τώρα ὁ γέρο-Φραγκούλης.
-Τὤχασα, τὸ καυμένο μου, τὸ εὐάγωγο, τὤχασα!...
Ὤ, δὲν ἐλυπεῖτο τώρα τόσον πολὺ τὸν ἀπὸ τῆς γυναικός του χωρισμὸν –τὴν ὁποίαν ἄλλως τε τρυφερῶς ἠγάπα-, ὅσον ἐθρήνει τὴν σκληρὰν ἀπώλειαν ἐκείνη τῆς κορασίδος, τὴν ὁποίαν εἰς τὸν ἄλλον κόσμον ἤλπιζε μόνον νὰ ἐπανεύρῃ... Καὶ κατενύσσετο πολὺ ἡ καρδία του καὶ ἐθλίβετο... Καὶ ἀνελογίσθη ὅτι τὸ πάλαι ἐδῶ οἱ χριστιανοί, ὅσοι ἦσαν ὡς αὐτὸς τεθλιμμένοι, εἰς τὸν ναΐσκον αὐτὸν τῆς Παναγίας τῆς Πρέκλας ἤρχοντο τὰς ἡμέρας αὐτάς, νὰ εὕρωσι διὰ τῆς ἐγκρατείας καὶ τῆς προσευχῆς καὶ τοῦ ἱεροῦ ᾄσματος ἀναψυχὴν καὶ παραμυθίαν... Τὸν παλαιὸν καιρόν, πρὸ τοῦ εἰκοσιένα, ὅταν τὸ σήμερον ἔρημον καὶ κατηρειπωμένον χωρίον ἐκατοικεῖτο ἀκόμη, ὅλοι οἱ κάτοικοι, καὶ τῶν δυὸ ἐνοριῶν, ἤρχοντο εἰς τὸν ναὸν τῆς Πρέκλας, ὅστις ἦτο ἁπλοῦν παρεκκλήσιον, ν᾿ ἀκούσωσι τὰς ψαλλομένας Παρακλήσεις καθ᾿ ὅλον τὸν Δεκαπενταύγουστον...
Ἄφησεν εἰς τὴν ἄκρην τὸ τσιμποῦκι, τὸ ὁποῖον εἶχε σβύσει ἤδη ἀνεπαισθήτως, ἐν μέσῳ τῆς ἀλλοφροσύνης τῶν ρεμβασμῶν τοῦ καπνιστοῦ, καὶ ἀκουσίως ἤρχισε νὰ ὑποψάλλῃ.
Ἔλεγε τὸν Μέγαν Παρακλητικὸν Κανόνα καὶ τὸν εἰς τὴν Παναγίαν, ὅπου διηγῳδοῦνται τὰ παθήματα καὶ τὰ βάσανα μιᾶς ψυχῆς καὶ τὴν σειρὰν ὅλην τῶν κατανυκτικῶν ὕμνων, ὅπου εἷς βασιλεὺς Ἕλλην, διωγμένος, πολεμημένος, στενοχωρημένος, ἀπὸ Λατίνους καὶ Ἄραβας καὶ τοὺς ἰδικούς του, διηγῳδεῖ πρὸς τὴν Παναγίαν τοὺς ἰδίους πόνους του, καὶ τοὺς διωγμούς, ὅσους ὑπέφερεν ἀπὸ τὰ στίφη τῶν βαρβάρων, τὰ ὁποῖα ὀνομάζει «νέφη».
Εἶτα, κατὰ μικρόν, ἀφοῦ εἶπεν ὅσα τροπάρια ἐνθυμεῖτο ἀπὸ στήθους, ὕψωσεν ἀκουσίως τὴν φωνήν, καὶ ἤρχισε νὰ μέλπῃ τὸ ἀθάνατον ἐκεῖνο: «Ἀπόστολοι ἐκ περάτων, συναθροισθέντες ἐνθάδε Γεθσημανῇ τῷ χωρίῳ κηδεύσατέ μου τὸ σῶμα, Καὶ Σύ, Υἱὲ καὶ Θεέ μου, παράλαβέ μου τὸ πνεῦμα»,
...Καὶ εἶτα προσέτι, παρεκάλει διὰ τοῦ ᾄσματος τὴν Παναγίαν, νὰ εἶναι μεσίτρια πρὸς τὸν Θεόν, «μή μου ἐλέγξη τὰς πράξεις ἐνώπιον τῶν Ἀγγέλων...» Ὤ, αὐτὸ εἶχε τὴν δύναμιν καὶ τὸ προνόμιον νὰ κάμνῃ πολλὰ ζεύγη ὀφθαλμῶν νὰ κλαίωσι τὸν παλαιὸν καιρόν, ὅταν οἱ ἄνθρωποι ἔκλαιον ἀκόμη ἑκούσια δάκρυα ἐκ συναισθήσεως...
Ὁ γέρο-Φραγκούλης ἐπίστευε καὶ ἔκλαιεν... Ὤ, ναί, ἦτον ἄνθρωπος ἀσθενής· ἠγάπα καὶ ἡμάρτανε καὶ μετενόει... Ἠγάπα τὴν θρησκείαν, ἠγάπα τὴν σύζυγον καὶ τὰ τέκνα του, ἐπόθει ἀκόμη τὸν συζυγικὸν βίον, ἐπόθει καὶ τὸν βίον τὸν μοναχικόν. Τὸν καιρὸν ἐκεῖνον εἶχε ἀγαπήσει ἐξ ὅλης καρδίας τὴν Σινιωρίτσα του... καὶ τὴν ἠγάπα ἀκόμη. Ἀλλ᾿ ὅσον τρυφερὸς ἦτον εἰς τὸν ἔρωτα, τόσον εὐεπίφορος εἰς τὸ πεῖσμα, καὶ τόσον γοργὸς εἰς τὴν ὀργήν. Ὤ, ἀτέλειαι τῶν ἀνθρώπων!
Τώρα εἰς τοὺς τελευταίους χρόνους, εἶχε γνωρίσει ἀκόμη καὶ τὴν οἰκονομικὴν στενοχωρίαν, τὸ παράπονον τῆς ξεπεσμένης ἀρχοντιᾶς, τὰς πιέσεις καὶ τὰς ἀπειλὰς τῶν τοκογλύφων. «Τὸ διάφορο κεφάλι! τὸ διάφορο κεφάλι! τὸ διάφορο κεφάλι!» Ἐπὶ τέσσαρας ἐνιαυτοὺς ἦτον ἀφορία, αἱ ἐλαίαι δὲν ἐκαρποφόρησαν· ὁ καρπὸς εἶχε προσβληθῆ ἀπὸ ἄγνωστον ἀσθένειαν, διὰ τὰς ἁμαρτίας τῶν ἰδιοκτητῶν. Εἶχαν κιτρινίσει καὶ μαυρίσει αἱ ἐλαίαι, καὶ ἦσαν γεμᾶται ἀπὸ βοῦλες καὶ εἶχαν πέσει ἄκαιρα. Τόσα «ὑποστατικά», τόσα «μούλκια», τόσο «βίος», ἀγύριστα κτήματα, σχεδὸν τσιφλίκια, ἠπειλοῦντο νὰ περιέλθωσιν εἰς χεῖρας τῶν τοκογλύφων. Ἐγέννα ἢ ὄχι ἡ γῆ, ἐκαρποφόρουν ἢ ὄχι τὰ δένδρα, ὁ τόκος δὲν ἔπαυε. Τὰ κεφάλαια «ἔτικτον». Ἔπαυσε νὰ τίκτῃ ἡ γόνιμος (ὅπως λέγει ὁ Ἅγιος Βασίλειος), ἀφοῦ τὰ ἄγονα ἤρχισαν κ᾿ ἐξηκολούθουν νὰ τίκτουν...
Ἀνελογίζετο αὐτά, κ᾿ ἔκλαιεν ἡ ψυχή του. Δὲν ἤλπιζε πλέον, οὔτε ηὔχετο σχεδόν, νὰ ἤρχετο ἡ Σινιωρίτσα αὔριον εἰς τὴν πανήγυριν, ὅπως ἤρχετο τακτικὰ κάθε χρόνον ἄλλοτε, ὅταν ἦσαν «μονιασμένοι», -ὅπως εἶχεν ἔλθει καὶ ἅπαξ, εἰς καιρὸν ὁποὺ εὑρίσκοντο χωρισμένοι πρὸ δεκαπέντε ἐτῶν... Τώρα μόνον ἡ ψυχὴ τῆς Κουμπῶς, τῆς ἀθῴας μικρᾶς παρθένου, εἶθε νὰ παρίστατο ἀοράτως εἰς τὴν πανήγυριν ἀγαλλομένη.
Ὤ! ἄλλοτε, πρὸ δεκαπέντε ἐτῶν, πρὶν γεννηθῆ ἀκόμη ἡ Κουμπὼ ναί, ἡ Παναγία εἶχε δωρήσει τὸ ἁβρὸν ἐκεῖνο ἄνθος εἰς τὸν Φραγκούλην καὶ τὴν Σινιώραν, καὶ ἡ Παναγία πάλιν τὸ εἶχε δρέψει καὶ τὸ εἶχεν ἀναλάβει πλησίον της. Πρὶν μολυνθῆ ἐκ τῆς ἐπαφῆς τῶν ματαίων του κόσμου. Τὸν καιρὸν ἐκεῖνον, εἶχε συμβῇ ὁ πρῶτος χωρισμός, τὸ πρῶτον πεῖσμα, τὸ πρῶτον κάκιωμα μεταξὺ τῶν συζύγων. Καὶ ὁ Φραγκούλης, θυμώδης, ὀξύχολος, δριμύς, εἶχεν ἀναβῇ ὅπως τώρα, ἀπὸ τὴν πολίχνην τὴν κατοικημένην εἰς τὸ παλαιὸν χωρίον τὸ ἔρημον, τοῦ ὁποίου ἐσώζοντο τότε ἀκόμη ὀλίγισται οἰκίαι καὶ δὲν ἦτο ἐρείπιον ὅλον, ὅπως σήμερον. Καὶ καθὼς τώρα, εἶχεν ἔλθει δυὸ ἢ τρεῖς ἡμέρας πρὸ τῆς ἑορτῆς εἰς τὸ παρεκκλήσιον τῆς Πρέκλας, ἐκάθητο δὲ εἰς τὰ πρόθυρα τοῦ ναΐσκου κι᾿ ἐκάπνιζε τὸ μακρὸν τσιμποῦκι μὲ τὸ ἠλέκτρινον ἐπιστόμιον. Πλὴν τότε τὸ φέσι τοῦ ἦτο κατακόκκινον, καὶ τώρα ἐφόρει μαῦρον σκοῦφον... Καὶ τότε ὁ Φραγκούλης ἦτο σαράντα χρόνων καὶ τώρα ἦτο πενηνταπέντε. Τότε ἔτρεφε πεῖσμα καὶ χολήν, ἀλλ᾿ εἶχε πολὺ περισσότερον καὶ βαθύτερον συζυγικὸν ἔρωτα, καὶ μόνον νύξιν ἤθελεν· ἦτον ἕτοιμος νὰ συγχωρήσῃ καὶ ν᾿ ἀγαπήσῃ... Ἀλλὰ τώρα δὲν εἶχε πλέον οὔτε πεῖσμα σχεδὸν οὔτε ὀργήν, ἠγάπα τὴν Σινιώραν, τὴν ἐπόνει, ἀλλ᾿ ἔκλαιε πολὺ περισσότερον διὰ τὸ θυγάτριόν του, τὸ Κουμπῶ. «Τὸ καϋμένο τὸ εὐάγωγο!».
Ἐκείνην τὴν φορὰν, ὁ παππα-Νικόλας, ἅμα ἔφθασε τὴν παραμονήν, ἀκολουθούμενος ἀπὸ πλῆθος προσκυνητῶν διὰ τὴν πανήγυριν, ἐστάθη πλησίον τῆς θύρας τοῦ ναοῦ, παρὰ τὴν γωνίαν, καὶ τοῦ εἶπε μυστηριωδῶς:
-Θἄχης μουσαφιρλίκια, θαῤῥῶ.
-Τί τρέχει, παππᾶ; ἠρώτησε μειδιῶν ὁ Φραγκούλης, ὅστις ἐμάντευσε πάραυτα.
-Θὰ σοῦ ἔλθει τ᾿ ἀσκέρι... Κύτταξε, Φραγκούλη, φρόνιμα, χωρὶς πείσματα.
Ὁ Παππᾶς, ἀσκέρι λέγων, ἐννοοῦσε προφανῶς τὴν οἰκογένειαν τοῦ Φραγκούλα· ἀλλὰ τάχα μόνον τὰ παιδία, τὰ δυὸ μεγαλείτερα ἐκ τῶν τεσσάρων; -καθόσον τὰ ἄλλα δυὸ τὰ μικρά, δὲν θὰ ἠδύναντο νὰ κουβαληθοῦν εἰς διάστημα τριῶν ὡρῶν ὁδοιπορίας χωρὶς τὴν μητέρα των. Ὁ Φραγκούλης ἠθέλησε νὰ βεβαιωθῇ.
-Θἄρθη μαζὶ κι᾿ ἡ μάνα τους;
-Βέβαια... πιστεύω, εἶπεν ὁ παππᾶς.
Τῷ ὄντι, ὅταν ἐβράδυασε καλὰ καὶ ἄρχισε νὰ σκοτεινιάζῃ, ἡ κυρὰ Σινιώρα ᾖλθε, μαζὺ μὲ τὴν γραῖαν μητέρα της καὶ μὲ τὰ τέσσερα παιδιά της, ἐν συνοδείᾳ καὶ ἄλλων προσκυνητριῶν, γειτονισσῶν ἢ συγγενῶν της. Ἀπὸ πολλῶν μηνῶν δὲν εἶχεν ἰδεῖ τὸν συζυγόν της, ὅστις εἶχε κατοικήσει χωριστὰ –εἰς εὐτελὲς δωμάτιον, χάρις ταπεινώσεως, τὸ ὁποῖον ὀνόμαζε «τὸ κελλί του», καὶ ἔζη ἀπὸ μηνῶν ὡς καλόγηρος. Ἐπλησίασε δειλή, κάτω νεύουσα· ὁ Φραγκούλης ἵστατο ἐκεῖ παραπέρα ἀπὸ τὴν θύραν τῆς ἐκκλησίας, κ᾿ ἔκαμνε πῶς ἔβλεπεν ἀλλοῦ καὶ πῶς ἐπρόσεχεν εἰς τινὰ ὁμιλίαν περὶ ἀγροτικῶν ὑποθέσεων μεταξὺ δυὸ ἢ τριῶν χωρικῶν.
Ἡ Σινιώρα εἰσῆλθεν εἰς τὸν Ναΐσκον, ἐπροσκύνησεν, ἐκόλλησε κηρία καὶ ἠσπάσθη τὰς εἰκόνας. Εἶτα μετὰ τινὰ ὥραν ἐξῆλθεν. Ἐπλησίασε συνεσταλμένη κ᾿ ἐχαιρέτησε τὸν σύζυγόν της. Οὗτος ἔτεινε πρὸς αὐτὴν τὴν χεῖρα καὶ ἠσπάσθη φιλοστόργως τὰ τέκνα του.
Ἤδη ἐνύκτωνε καὶ ἐψάλη ὁ Μικρὸς Ἑσπερινός. Ἀκολούθως μετὰ τὸ λιτὸν σαρακοστιανόν, τὸ ὁποῖον ἔφαγον καθ᾿ ὁμάδας καθίσαντες οἱ διάφοροι προσκυνηταὶ ἐδῶ κι᾿ ἐκεῖ ἐπὶ τῶν χόρτων καὶ τῶν ἐρειπίων, ὁ Φραγκούλης ἡτοίμασεν ἰδιοχείρως ξύλινον σήμαντρον πρόχειρον κατὰ μίμησιν ἐκείνων τὰ ὁποῖα συνηθίζονται εἰς τὰ μοναστήρια, καὶ φέρων τρεῖς γύρους περὶ τὸν ναόν, τὸ ἔκρουσε μόνος του, πρῶτον εἰς τροχαϊκὸν ρυθμόν: «τὸν Ἀδάμ, Ἀδάμ, Ἀδάμ!» εἶτα εἰς ἰαμβικόν: «τὸ τάλαντον, τὸ τάλαντον!»
Εὐθὺς τότε τὰ δυὸ παιδία τοῦ Φραγκούλα καὶ πέντε ἢ ἐξ ἄλλοι μικροὶ μοσχομάγκαι ἀνεῤῥιχήθησαν ἐπάνω εἰς τὴν στέγην τοῦ ναοῦ, ἄνωθεν τῆς θύρας, καὶ ἤρχισαν νὰ βαροῦν τρελλά, ἀλύπητα, ἀχόρταστα, τὸν μικρὸν μισοῤῥαγισμένον κώδωνα, τὸν κρεμάμενον ἀπὸ δυὸ διχαλῶν ξύλων, ἐκεῖ ἐπάνω. Ὕστερον ἀπὸ πολλὰς φωνάς, μαλώματα καὶ ἐπιπλήξεις τοῦ Φραγκούλα, τοῦ μπάρμπα-Δημητροῦ, τοῦ ψάλτου καὶ τοῦ Παναγιώτου τῆς Ἀντωνίτσας (ἑνὸς καλοῦ χωρικοῦ, ὅστις δὲν ἐκουράζετο νὰ τρέχῃ εἰς ὅλα τὰ ἐξωκκλήσια καὶ νὰ κάμνῃ «κουμάντο», ἕως οὗ ἐπὶ τέλους ἡ Δημαρχία ἠναγκάσθη νὰ τὸν ἀναγνωρίσῃ ὡς ἰσόβιον ἐπίτροπον ὅλων τῶν ἐξοχικῶν ναῶν), τὰ παιδία μόλις ἔπαυσαν ὀψέποτε νὰ κρούουν τὸν κώδωνα, κ᾿ ἐξεκόλλησαν τέλος ἀπὸ τὴν στέγην τοῦ ναΐσκου. Ὁ παππα-Νικόλας ἔβαλεν εὐλογητόν, καὶ ἤρχισεν ἡ Ἀκολουθία τῆς Ἀγρυπνίας.
Ὁ Φραγκούλης ἦτο τόσον εὐδιάθετος ἐκείνην τὴν ἑσπέραν, ὥστε ἀπὸ τοῦ «Ἐλέησόν με ὁ Θεός», τῆς ἀρχῆς τοῦ Ἀποδείπνου μέχρι τοῦ «Εἴη τὸ ὄνομα», εἰς τὸ τέλος τῆς λειτουργίας, ὅπου ἡ παννυχὶς διήρκεσεν ὀκτὼ ὥρας ἄνευ διαλείμματος –ὅλα τὰ ἔψαλλε καὶ τὰ ἀπήγγειλε μόνος του, ἀπὸ τοῦ δεξιοῦ χοροῦ, μόλις ἐπιτρέπων εἰς τὸν κυρ – Δημητρὸν τὸν κάτοχον τοῦ ἀριστεροῦ χοροῦ νὰ λέγει κι᾿ αὐτὸς ἀπὸ κανένα τροπαράκι, διὰ νὰ ξενυστάξῃ. Ἔψαλε τὸ «Θεαρχίῳ νεύματι» καὶ εἰς τοὺς ὀκτὼ ἤχους μοναχός του, προφάσει ὅτι ὁ κυρ – Δημητρός, «δὲν εὕρισκεν εὔκολα τὸν ἦχον». Εἰς τὸ τέλος τοῦ Ἑσπερινοῦ, μοναχός του ἐδιάβασε τὸ Συναξάρι, καί, χωρὶς νὰ πάρῃ ἀνασασμόν, μοναχός του πάλιν ἄρχισε τὸν ἑξάψαλμον. Ἔψαλε Καθίσματα, Πολυελέους, Ἀναβαθμοὺς καὶ Προκείμενα, εἶτα ὅλον τὸ «Πεποικιλμένη» ἕως τὸ «Συνέστειλε χορός», καὶ ὅλον τὸ «Ἀνοίξω τὸ στόμα μου», ἕως τὸ «Δέχου παρ᾿ ἡμῶν». Εἶτα ἔψαλε Αἴνους, Δοξολογίαν, ἐδιάβασεν Ὥρας καὶ Μετάληψιν, πρὸς χάριν ὅλων τῶν ἡτοιμασμένων διὰ τὴν θείαν Κοινωνίαν, καὶ εἰς τὴν λειτουργίαν πάλιν ὅλα, Τυπικά, Μακαρισμούς, Τρισάγιον, τὸ Χερουβικόν, τὸ «Αἱ γενεαὶ πᾶσαι», τὸ Κοινωνικὸν κ.τ.λ.
Ὅλα αὐτὰ τὰ ἐνθυμεῖτο ἀκόμη, ὡς νὰ ἦταν χθές, ὁ γερο-Φραγκούλας, καὶ εἶχον παρέλθει δεκαπέντε ἔτη ἔκτοτε. Ἀκόμη καὶ μικρὰ τινὰ φαιδρὰ ἐπεισόδια, τὰ ὁποῖα συνέβησαν εἰς τὴν Λιτήν, μικρὸν πρὸ τοῦ μεσονυκτίου, κατὰ τὴν ἔξοδον τῆς ἱερᾶς εἰκόνος εἰς τὴν ὕπαιθρον. Ἐπειδὴ αἱ γυναῖκες εἶχον κολλήσει πολλὰ καὶ χονδρὰ κηρία, τὰ πλεῖστα ἔργα αὐτῶν τῶν ἰδίων χειρομάλακτα, τὰ δὲ κηρία συμπλεκόμενα εἰς δέσμας καὶ περικοκλάδας ἀπὸ τὸν Παναγιώτην τῆς Ἀντωνίτσας, τὸν πρόθυμον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἱερᾶς πανηγύρεως, εἶχον λαμπαδιάσει, εἰς μίαν στιγμὴν ὀλίγον ἔλειψε νὰ πάρῃ φωτιὰ τὸ φελόνι τοῦ παππᾶ, εἶτα καὶ τὸ γένειόν του. Τότε ὁ Παναγιώτης τῆς Ἀντωνίτσας, μὴ εὑρίσκων ἄλλο προχειρότερον μέσον, ἤρπαζε τὰς ὀγκώδεις δέσμας τῶν φλεγόντων κηρίων, τὰς ἔφερε κάτω εἰς τὸ ἔδαφος κ᾿ ἐπάτει δυνατὰ μὲ τὰ τσαρούχια του, διὰ νὰ τὰ σβύσῃ. Αἱ γυναῖκες δυσφοροῦσαι ἐγόγγυζον νὰ μὴ πατῇ τὰ κηρία, γιατὶ εἶναι κρῖμα.
Τότε εἷς τῶν παρεστώτων υἱὸς πλουσίου τοῦ τόπου, ἀπὸ ἐκείνους οἵτινες εἰς τὸ ὕστερον κατέστησαν δανεισταὶ τοῦ Φραγκούλα –καὶ ὅστις ἐλέγετο ὅτι εἰς τὰς ἐκλογὰς ἐμελέτα νὰ βάλῃ κάλπην ὡς ὑποψήφιος δήμαρχος-, ἠκούσθη νὰ λέγῃ ὅτι πρέπει νὰ μάθουν νὰ κάμνουν «οἰκονομία, οἰκονομία στὰ κηρία!... ἡ νύχτα μεγαλώνει... ἰσημερία τώρα κοντεύει... ἔχει νύκτα...»
Ἀλλ᾿ αἱ γυναῖκες, ἐνῷ εἴξευραν καλλίτερα ἀπὸ ἐκεῖνον ὅλας τὰς οἰκονομίας τοῦ κόσμου, δὲν ἐννιοῦσαν τί θὰ πῇ «οἰκονομία στὰ κηρία» ἀφοῦ ἅπαξ εἶναι ἀγορασμένα καὶ πληρωμένα καὶ εἶναι μελετημένα καὶ ταμένα ἐξ ἅπαντος νὰ καοῦν διὰ τὴν χάριν τῆς Παναγίας. Μία ἀπ᾿ αὐτάς, γερόντισσα, ἀνεπόλησε κάτι τι δι᾿ ἓν θαῦμᾳ, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀκούσει ἀπὸ τὸ συναξάρι τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, ὅπου ὁ Ἅγιος, εἰς τὴν Σαλονίκην, ἐπέπληξεν αὐστηρῶς τὸν νεωκόρον, ἔχοντα τὴν μανίαν νὰ σβύνῃ μισοκαμμένα τὰ κηρία –καὶ ἡ γερόντισσα ἤρχισε νὰ τὸ διηγῆται χθαμαλῇ τῇ φωνῇ εἰς τὴν πλησίον της: «Ἀδελφὲ Ὀνήσιμε, ἅφες νὰ καοῦν τὰ κηρία ὅσα προσφέρουν οἱ Χριστιανοὶ καὶ μὴ ἁμαρτάνῃς...»
Τὴν ἴδιαν ὥραν συνέβη καὶ τοῦτο. Ἐνῷ ὁ παππᾶς ἀπήγγελε τὰς μακρὰς αἰτήσεις τῆς Λιτῆς, ἐπισυνάπτων καὶ τὰ ὀνόματα ὅλα ζωντανὰ καὶ πεθαμένα, ὅσα τοῦ εἶχον ὑπαγορεύσει ἀφ᾿ ἑσπέρας αἱ εὐλαβεῖς προσκυνήτριαι, ὁ Φραγκούλας ἔψαλλε μεγαλοφώνως τὸ τριπλοῦν «Κύριε Ἐλέησον» μὲ τὴν χονδρὴν φωνήν του, καὶ μὲ ὅλον τὸ πάθος τῆς ψαλτικῆς του. Τότε ὁ μπαρμπα-Δημητρός, ὅστις ἐφαίνετο νὰ εἶχε πειραχθῆ ὀλίγον, ἴσως διότι ὁ Φραγκούλας ἐν τῇ ψαλτομανίᾳ του δὲν ἐπέτρεπε νὰ πῇ κ᾿ ἐκεῖνος ἕνα τροπαράκι σωστὸ (διότι, ἅμα ἤρχιζεν ὁ Δημητρὸς τὸ δικό του, ὁ Φραγκούλας μὲ τὴν γερὴν κεφαλικὴν φωνήν του, ἐκθύμως συνέψαλλε, τοῦ ἤρπαζε τὴν πρωτοφωνίαν, καὶ ὑπέτασσε κ᾿ ἐκάλυπτε τὴν ἀσθενῆ καὶ τερετίζουσαν φωνὴν ἐκείνου) ἔλαβε τὸ θάῤῥος νὰ κάμῃ παρατήρησιν.
-Πειὸ σιγά, πειὸ ταπεινά, κυρ-Φραγκούλη· σιγανώτερα νὰ λὲς τὸ «Κύριε ἐλέησον», γιατὶ δὲν ἀκούονται τὰ ὀνόματα, καὶ θέλουν αἱ γυναῖκες νὰ τ᾿ ἀκοῦνε.
Εἶχε κάπως δίκαιον, διότι πράγματι αἱ γυναῖκες ἀπήτουν νὰ λέγωνται ἐκφώνως τὰ ὀνόματα, ὅσα εἶχαν εἰπεῖ εἰς τὸν παππᾶν νὰ γράψῃ. Ἐννοοῦσαν νὰ τ᾿ ἀκούῃ κι᾿ ὁ Θεός, κι᾿ ἡ Παναγία, κι ὅλος ὁ κόσμος. Ἡ καθεμία ἤθελε ν᾿ ἀκούσῃ «τὰ δικά της τὰ ὀνόματα», καὶ νὰ τ᾿ ἀναγνωρίσῃ, καθὼς ἀπηγγέλοντο ἀραδιαστά. Ἄλλως θὰ εἶχαν παράπονα κατὰ τοῦ παππᾶ, κι᾿ ὁ παππᾶς ἂν ἤθελε νὰ φάῃ κι᾿ ἄλλοτε, εἰς τὸ μέλλον, προσφορές, ὤφειλε νὰ τὰ ἔχῃ καλὰ μὲ τὶς ἐνορίτισσαις.
Τότε ἡ Ἀργυρή, ἡ πρωτότοκός του Φραγκούλα, οὖσα τότε δωδεκαέτις, πονηρά, θυμόσοφος κορασίς, καθὼς ἔστεκε πλησίον εἰς τὸν πατέρα της, ἐψήλωσεν ὀλίγον διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τὸ οὖς του, καὶ τοῦ λέγει κρυφά:
- Πατέρα, ἄφησε καὶ τὸν μπάρμπα – Δημητρὸ νὰ ψάλλῃ «Κύριε ἐλέησον!!»
Τοῦτο ἦτο ὡς ἔμπνευσις καὶ βοήθημα διὰ τὸν Φραγκούλην. Ἐπειδὴ οὖτος δὲν ἤθελε φανερὰ νὰ ὑπακούσῃ εἰς τὴν σχεδὸν αὐθάδη παραίνεσιν τοῦ Δημητροῦ, καὶ πάλιν δὲν ἤθελε νὰ δείξη ὅτι ἐθύμωσεν, ἐστράφη πρὸς τὸν καλὸν γέροντα καὶ τοῦ λέγῃ:
- Πέ, Δημητρό, σαράντα φορὲς τὸ «Κύριε ἐλέησον».
Τότε ὁ μπάρμπα-Δημητρός, ὅστις ἂν καὶ εἶχε γηράσει, δὲν εἶχε μάθει ἀκόμη καλὰ τὰ τυπικά, καὶ δὲν εἴξευρεν ἀκριβῶς πότε κατὰ τὴν Λιτὴν τὸ Κύριε ἐλέησον λέγεται τρὶς καί... πότε τεσσαρακοντάκις, ἤρχισε πράγματι νὰ τὸ ψάλλῃ σαράντα φορές, ὥστε ὁ παππᾶς ἐβιάσθη ν᾿ ἀπαγγείλῃ ραγδαίως καὶ ἀθρόα τὰ τελευταία ὀνόματα, καὶ διὰ νὰ εἶναι σύμφωνός με τὸν ψάλτην, ἤρχισε πρὸ τῆς ὥρας νὰ λέγῃ: «... ὑπὲρ τοῦ διαφυλαχθήναι, ἀπὸ λιμοῦ, λοιμοῦ, σεισμοῦ, καταποντισμοῦ, πυρός, μαχαίρας» καὶ τὰ ἑξῆς.
Τέλος μετὰ τὴν λειτουργίαν ὁ παππᾶς, ὁ Φραγκούλας καὶ ἡ οἰκογένειά του καὶ ὀλίγοι φίλοι ἐκάθισαν κ᾿ ἔφαγαν ὁμοῦ καὶ ηὐφράνθησαν, καὶ τὴν ἑσπέραν ὁ Φραγκούλας ἐπανήρχετο εἰρηνικῶς καὶ μὲ ἀγάπην, μετὰ τῆς συζύγου καὶ τῶν τέκνων του ὑπὸ τὴν οἰκιακὴν στέγην.
Πρὶν παρέλθη ἔτος ἐγεννήθη ἡ Κουμπώ. Ἡ κόρη αὕτη, πλάσμα χαριτωμένον καὶ συμπαθές, ἀνετρέφετο καὶ ἠλικιοῦτο, ἐγένετο τὸ χάρμα καὶ ἡ παρηγορία τοῦ πατρός της. Δὲν εἶχε μόνον νοημοσύνην πρώιμον, ἀλλὰ κάτι ἄλλο παράδοξον γνώρισμα, οἰονεὶ χαρακτῆρα φρονίμου γυναικὸς εἰς ἡλικίαν παιδίσκης. Ὕστερον, μετὰ χρόνους, ὅταν ἐπῆλθεν ὁ δεύτερος χωρισμός, ἡ Κουμπώ, ὀκταετὶς τότε, ἔτρεχε πλησίον τοῦ πατρός της, εἰς τὸ «κελλί του», ὅπου κατώκει εἰς τὴν ἀνωφερῆ ἐσχατιὰν τῆς πολίχνης, καὶ τὴν ἐγέμιζε περιποιήσεις καὶ τρυφερότητας.
Αὐτὴ μόνον ἐδέχετο προθύμως τοὺς πατρικοὺς χαλινούς, ἐνῷ τὰ ἄλλα τέκνα δὲν ἤρχοντο ποτὲ πλησίον τοῦ πατρός των, καὶ διὰ τοῦτο ἐκεῖνος τὴν ὠνόμαζε «τὸ εὐάγωγο». Καθημερινῶς ἔτρεχε νὰ τὸν εὕρῃ, καὶ δὲν ἔπαυε νὰ τὸν παρακαλῇ.
- Ἔλα, πατέρα, στὸ σπίτι· μή μας ἀφήσης, λεγ᾿ ἡ μητέρα, ζωνταρφανά.
Μίαν τῶν ἡμερῶν ἔτρεξε δρομαία, φαιδρά, καὶ πνευστιῶσα τοῦ εἶπε:
- Τἄμαθες, πατέρα; ... Θὰ παντρέψουμε τ᾿ Ἀργυρώ μας ... Ἔλα στὸ σπίτι, γιατὶ δὲν εἶναι πρέπον, λέγει ἡ μητέρα, νὰ εἶσθε χωρισμένοι ἐσεῖς, ποὺ θὰ παντρευτῆ τ᾿ Ἀργυρῶ μας ... γιὰ νὰ μὴν κακιώση ὁ γαμπρός! ...
Τῷ ὄντι ὁ Φραγκούλας ἐπείσθη κ᾿ ἐφιλιώθη μὲ τὴν σύζυγόν του. Ἠῤῥαβώνισαν τὴν Ἀργυρῶ, εἶτα μετ᾿ ὀλίγους μῆνας τὴν ἐστεφάνωσαν ... Εἶτα πάλιν ἐπῆλθε τρίτος χωρισμὸς μεταξὺ τοῦ παλαιοῦ ἀνδρογύνου καὶ μ᾿ ἕνα γεροντόπαιδον μαζί, τὸ ὁποῖον ἦλθεν εἰς τὸν κόσμον σχεδὸν συγχρόνως μὲ τὸν γάμο τῆς πρωτοτόκου. Τότε ἡ Κουμπώ, ἥτις εἶχε γίνει δεκατριῶν ἐτῶν, δὲν ἔπαυε νὰ τρέχῃ πλησίον τοῦ πατρός της, καὶ νὰ τὸν παρακινῇ ν᾿ ἀγαπήσῃ μὲ τὴν μητέρα. Μίαν ἡμέραν θλιβερὰ τοῦ εἶπεν :
- Δὲν θὰ μπορῶ πλέον νάρχωμαι, οὔτε στὸ κελλί σου, πατέρα ... Εἶναι κάτι κακὲς γυναῖκες ἐκεῖ στὸν μαχαλὰ στὸ δρόμο ποὺ περνῶ, καὶ τὶς ἄκουσα ποὺ λέγανε καθὼς περνοῦσα: Νά, τὸ κορίτσι τῆς Φραγκούλαινας, ποὺ τὴν ἔχει ἀπαρατήσει ὁ ἄνδρας της». Δὲν τὸ βαστῶ πλέον, πατέρα.
Τῷ ὄντι, παρῆλθον τρεῖς ἡμέραι, καὶ ἡ Κουμπὼ δὲν ἐφάνη εἰς τὸ κελλὶ τοῦ πατρός της. Τὴν τετάρτην ἡμέραν ᾖλθε πολὺ ὠχρὰ καὶ μαραμένη· ἐφαίνετο νὰ πάσχῃ.
-Τί ἔχεις κορίτσι μου; τῆς εἶπεν ὁ πατήρ της.
-Ἂν δὲν ἔλθης, πατέρα, τοῦ ἀπήντησεν ἀποτόμως αἴφνης, μὲ παράπονον καὶ μὲ πνιγμένα δάκρυα, νὰ ξεύρῃς, θὰ πεθάνω ἀπ᾿ τὸν καϋμό μου!
-Ἔρχομαι, κορίτσι μου, εἶπεν ὁ Φραγκούλης.
Τῷ ὄντι, τὴν ἄλλην ἡμέραν ἐπῆγεν εἰς τὴν οἰκίαν. Ἀλλ᾿ ἡ νεαρὰ κόρη ἔπεσε πράγματι ἀσθενὴς καὶ εἶχεν δεινὸν πυρετόν. Ὅταν ὁ πατέρας ἦλθεν παρὰ τὴν κλίνην της καὶ τῆς ἀνήγγειλεν ὅτι ἔκαμε ἀγάπην μὲ τὴν μητέρα της διὰ νὰ χαρῇ, ἦτο ἀργὰ πλέον. Ἡ τρυφερὴ παιδίσκη ἐμαράνθη ἐξ ἀγνώστου νόσου, καὶ οὔτε φάρμακον οὔτε νοσηλεία ἴσχυσε νὰ τὴν ἀνακαλέσῃ εἰς τὸν πρόσκαιρον κόσμον. Ἐκοιμήθη χωρὶς ἀγωνίαν καὶ πόνον, ἐξέπνευσεν ὡς πουλί, μὲ τὴ λαλιὰν εἰς τὸ στόμα.
-Πατέρα! Πατέρα! στὴν Παναγία νὰ κάμετε μία λειτουργία ... μὲ τὴν μητέρα μαζί!... Εἶπε καὶ ἀπέθανε!
Ὁ Φραγκούλης ἔκλαυσεν ἀπαρηγόρητα· ἔκλαυσεν ἀχόρταστα ὁμοῦ μὲ τὴν σύζυγόν του ... Κατόπιν ἀπεσύρθη, κ᾿ ἐξηκολούθησε νὰ κλαίῃ μόνος του εἰς τὴν ἐρημίαν ... Ὁ τελευταῖος οὖτος χωρισμὸς ἦτο μᾶλλον φιλικὸς καὶ μὲ τὴν συναίνεσιν τῆς Σινιώρας, ἥτις ἔβλεπεν ὅτι ὁ γέρων σύζυγός της ἐπεθύμει μᾶλλον νὰ γείνῃ μοναχός. Ὁ Φραγκούλης ἐνθυμεῖτο μίαν τελευταίαν σύστασιν τῆς Κουμπῶς: «μὲ τὴν μητέρα μαζί». Μόνον ἓν παροδικὸν πεῖσμα τοῦ εἶχεν ἔλθει. Τοῦ ἐφάνη ὅτι αἱ ἴδιαι ἀδελφαί της, ἡ ὕπανδρος, καὶ ἡ ἄλλη ἡ δευτερότοκος, δὲν τὴν ἐλυπήθησαν ὅσον ἔπρεπε, δὲν τὴν ἐπένθησαν, ὅσον τῆς ἤξιζε, τὴν ἀτυχῆ μικράν, τὴν Κουμπώ. Ἔκτοτε ἐξηκολούθει νὰ ζῇ ὁλομόναχος πάλιν, τώρα «ἐπὶ γήρατος οὐδῶ». Καὶ ἐνθυμεῖτο τὸν στίχον τοῦ Ψαλτηρίου: «Μὴ ἀπώση με εἰς καιρὸν γήρως ... καὶ ἕως γήρως καὶ πρεσβείου, μὴ ἐγκαταλίπης με».
Καὶ τὴν ἡμέραν αὐτήν, τὴν παραμονὴν τῆς Κοιμήσεως πάλιν, τὸν εὑρίσκομεν νὰ κάθηται εἰς τὸ προαύλιον τοῦ ναΐσκου, καὶ νὰ καπνίζῃ μελαγχολικῶς τὸ τσιμποῦκι του, μὲ τὸν ἠλέκτρινον μαμόν... ἀναλογιζόμενος τόσα ἄλλα καὶ τοὺς ὀχληροὺς δανειστάς του, οἱ ὁποῖοι τοῦ εἶχαν πάρει ἐν τῷ μεταξὺ τὸ καλλίτερον κτῆμα –ἕνα ὁλόκληρον βουνόν, ἐλαιῶνα, ἄμπελον, ἀγρὸν μὲ ὀπωροφόρα δένδρα, μὲ βρύσιν, μὲ ρέμα, μὲ νερόμυλον –καὶ νὰ ἐκχύνῃ τὰ παράπονά του εἰς θρηνώδεις μελῳδίας πρὸς τὴν Παναγίαν.
«Ἐκύκλωσάν αἱ τοῦ βίου μου ζάλαι, ὥσπερ μέλισσαι, κηρίον, Παρθένε...» Καὶ ἐπόθει ὁλοψύχως τὸν μοναχικὸν βίον, ὀλίγον ἀργά, καὶ ἐπεκαλεῖτο μεγάλῃ τῇ φωνῇ τὸν «Γλυκασμὸν τῶν Ἀγγέλων, τῶν θλιβομένων τὴν χαράν», ὅπως ἔλθη εἰς αὐτὸν βοηθὸς καὶ σώτειρα: «Ἀντιλαβοῦ μου καὶ ῥῦσαι τῶν αἰωνίων βασάνων...»
Δευτέρα 27 Ιουνίου 2011
Μακριά από την κατάρα των ημερών μας...
Οι ειδήσεις από τον χώρο της επιστήμης πολύ ευχάριστες...

Ακολουθεί το άρθρο από την ιστοσελίδα: http://www.physics4u.gr/blog/?p=3617
Τελευταία υπάρχει ένα ολοένα αυξανόμενο σύνολο δεδομένων και θεωριών που ζητούν απάντηση στο αν το Σύμπαν μπορεί να είχε ξεκινήσει με ένα Big Bang, πριν 13, 75 δισεκατομμύρια χρόνια.
Αρκετοί κορυφαίοι κοσμολόγοι, όπως ο Sean Carroll του Caltech και ο Neil Turok του Cambridge αντιτίθενται στο επικρατέστερο μοντέλο του «Big Bang» και πιστεύουν πως στο μέλλον θα δούμε πράγματα, που θα μας κάνουν να αναρωτιόμαστε πώς πιστεύαμε ένα γεγονός (δηλαδή τη Μεγάλη Έκρηξη), ενώ είχε διαψευσθεί από τόσα πολλά στοιχεία;
Η προέλευση του Big Bang (δηλαδή, η κατάσταση εκείνης της "ύπαρξης", η οποία οδήγησε στην Μεγάλη Έκρηξη) είναι από μαθηματική σκοπιά μια σκοτεινή κατάσταση — μια "ανωμαλία" μηδενικού όγκου που περιείχε άπειρη πυκνότητα και άπειρη ενέργεια. Το γιατί αυτή υπήρχε αυτή η ανωμαλία ή ιδιομορφία, το πώς ξεκίνησε, και γιατί εξερράγη έχει οδηγήσει πολλούς επιστήμονες να αμφισβητήσουν και να προκαλούν ακόμα και τα ίδια θεμέλια της θεωρίας του Big Bang.
Προβλήματα στη θεωρία του Big Bang Έχει επισημανθεί ότι η επιταχυνόμενη διαστολή περιορίζεται στις πιο απομακρυσμένες περιοχές του γνωστού σύμπαντος και δεν είναι συμβατή με ένα σύμπαν εκρηκτικής προέλευσης, αλλά, αντίθετα, είναι ένδειξη μιας ελκτικής δύναμης — ένα “σύμπαν μέσα σε μια μαύρη τρύπα” της οποίας η υπερ-βαρύτητα επηρεάζει την ερυθρή μετατόπιση και την φωτοβολία — δημιουργώντας έτσι την ψευδαίσθηση ενός σύμπαντος το οποίο επιταχύνεται, καθώς αυτό απομακρύνεται μακριά, όταν αντί τα αστέρια να πλησιάζουν προς την μαύρη τρύπα επιταχύνονται ολοένα και πιο γρήγορα προς την καταδίκη τους.
Άλλοι επιστήμονες παρατηρούν ότι και η ερμηνεία των ερυθρών μετατοπίσεων, όπως υποστηρίζει η θεωρία του Big Bang, παρουσιάζει ελλείψεις και μη αξιοπιστία. Ορισμένοι πιστεύουν ότι υπάρχουν λίγα στοιχεία που να υποστηρίζουν την πεποίθηση ότι από τις μετατοπίσεις προς το ερυθρό μπορούμε να μετρήσουμε σίγουρα την απόσταση ή τον χρόνο. Επειδή αυτά είναι πολύ μεταβλητά και επηρεάζονται από τόσους πολλούς παράγοντες, που οι εκτιμήσεις της ηλικίας, του χρόνου, και της απόστασης μπορεί να διαφέρουν έως και 3 δισεκατομμύρια χρόνια ακόμα, αν κάνουμε μετρήσεις του ίδιου άστρου εντός λίγων μόλις χρόνων.
Αν και το «Big Bang» παρουσιάζεται συχνά σαν να είναι αποδεδειγμένο γεγονός, υπάρχει μια πληθώρα στοιχείων, συμπεριλαμβανομένων και πρόσφατων αποκαλύψεων από τις διάφορες διαστημικές αποστολές και άλλα ευρήματα στην θεμελιώδη φυσική, που ενδεχομένως να μας λένε μια διαφορετική ιστορία. Μεγάλα Τείχη Ένα από τα πρώτα προβλήματα βρέθηκαν στις Μεγάλης Κλίμακας Δομές στο Σύμπαν.
Τα τελευταία χρόνια, υπήρξαν μια σειρά από πολύ σοβαρές προκλήσεις για την τρέχουσα θεωρία της κοσμικής εξέλιξης και την πίστη πως το σύμπαν άρχισε μόλις 13,7 δισεκατομμύρια χρόνια πριν. Η ύπαρξη αυτών των «υπερσμηνών», «Μεγάλων Τειχών» και «Μεγάλων Ελκυστών», θα μπορούσαν να έχουν οργανωθεί, να βρίσκονται στη σημερινή τους θέση και να έχουν το σημερινό μέγεθος τους μόνο σε ένα σύμπαν που να είναι ηλικίας τουλάχιστον 80 έως 250 δισεκατομμυρίων ετών. Τα μεγαλύτερα υπερσμήνη — για παράδειγμα, η "Κόμη" — επεκτείνεται έως και 320 εκατομμύρια έτη φωτός!
Το 1986, ο Brent Tully του Πανεπιστημίου της Χαβάης ανέφερε ανίχνευση γαλαξιακών υπερσμηνών με μήκος 300 εκατομμύρια έτη φωτός και πάχους 100 εκατομμύρια έτη φωτός. Με τις ταχύτητες που υποτίθεται ότι οι γαλαξίες κινούνται, θα χρειάζονταν 80 δισεκατομμύρια χρόνια για να δημιουργηθεί ένα τέτοιο τεράστιο σύμπλεγμα γαλαξιών. Το 1989 μια ομάδα με επικεφαλής τους John Huchra και Margaret Geller στο Κέντρο για για την Αστροφυσική του Harvard, ανακάλυψε “Το Μεγάλο Τείχος”, μια σειρά από γαλαξίες που παρατάσσονται έτσι που να δημιουργούν ένα "τείχος" γαλαξιών μήκους 500 εκατομμυρίων ετών φωτός (mly), πλάτους 200 mly, και πάχους 15 mly. Αυτή η υπερδομή θα απαιτούσε τουλάχιστον 100 δισεκατομμύρια χρόνια για να σχηματιστεί.
Μια ομάδα Βρετανών, Αμερικανών και Ούγγρων αστρονόμων έχει αναφέρει ακόμη μεγαλύτερες δομές. Σύμφωνα με τα ευρήματά τους, το σύμπαν διασχίζεται από τουλάχιστον 13 “Μεγάλη Τείχη”, σαν ποτάμια γαλαξιών μήκους 320 εκατομμύρια έτη φωτός σε μια παρατηρούμενη περιοχή 7 δισεκατομμύρια έτη φωτός μακριά μας. Βρήκε λοιπόν γαλαξίες να συγκεντρώνονται σε ζώνες που να απέχουν μεταξύ τους απόσταση περίπου 600 εκατομμύρια έτη φωτός. Το μοτίβο από αυτά τα συμπλέγματα (σμήνη) εκτείνεται κατά μήκος σε, περίπου, επτά δισεκατομμύρια έτη φωτός. Αυτό το τεράστιο κέλυφος και το μοτίβο του κενού θα απαιτούσε σχεδόν 150 δισεκατομμύρια χρόνια για να διαμορφωθεί, με βάση την ταχύτητα κίνησής τους, όπως παράγεται από την καθιερωμένη κοσμολογία του Big Bang.
Το "Μεγάλο Τείχος Sloan" των γαλαξιών που εντοπίστηκαν από την έρευνα Sloan Digital, θεωρείται ως η μεγαλύτερη δομή που παρατηρήθηκε ποτέ στο Σύμπαν. Έχει μήκος 1.360 εκατομμύρια έτη φωτός ή 80% περισσότερο από το Μεγάλο Τείχος που ανακαλύφθηκε από τους Geller και Huchra. Ξεκινά περίπου από το κεφάλι της Ύδρας έως τα πόδια της Παρθένου. Θα πρέπει να χρειάστηκαν τουλάχιστον 250 δισεκατομμύρια χρόνια για να σχηματιστεί.
Κι άλλα προβλήματα Έπειτα, υπάρχει το πρόβλημα της βαρύτητας. Το Σύμπαν με μήκος Hubble, το οποίο αποτελείται από τα αστέρια και τους γαλαξίες που μπορούν να παρατηρηθούν με την τρέχουσα τεχνολογία, φαίνεται να είναι οργανωμένο σε σμήνη γαλαξιών που χωρίζονται από μια συλλογή από γιγάντιες φυσαλίδες, όπως τα κενά. Τα Μεγάλα Τείχη είναι πολύ μεγάλα και ογκώδη για να έχουν σχηματιστεί από την αμοιβαία βαρυτική έλξη των μεμονωμένων γαλαξιών του.
Με βάση την κοσμολογική αρχή, που είναι ένας από τους ακρογωνιαίους λίθους του μοντέλου του Big Bang, οι κοσμολόγοι προέβλεπαν ότι η κατανομή της ύλης θα είναι ομοιογενής σε όλο το σύμπαν, υπονοώντας έτσι ότι η κατανομή των γαλαξιών θα είναι ουσιαστικά ομοιόμορφη. Δεν θα υπήρχαν σμήνη γαλαξιών μεγάλης κλίμακας ή μεγάλα κενά στο χώρο. Όμως, αντίθετα με ότι πρεσβεύει η θεωρία του «Big Bang», βρισκόμαστε σε ένα πολύ «άμορφο» σύμπαν.
Πολλοί από τους μεγαλύτερους φυσικούς στον κόσμο πιστεύουν ότι μπαίνουμε σε μια «χρυσή εποχή» των κοσμολογικών ανακαλύψεων. Οι αστρονόμοι που εργάζονται για την αποστολή WMAP εξέπληξαν την επιστημονική κοινότητα με την ανακοίνωσή τους ότι η πρώτη γενιά άστρων στο σύμπαν γεννήθηκε μόλις μετά από 200 εκατομμύρια χρόνια από το Big Bang, την έναρξη του σύμπαντος. Η ηλικία του σύμπαντος σταθερά έχει σπρωχθεί προς τα πίσω στο χρόνο, από τα 2 στα 8 δισεκατομμύρια χρόνια αφού οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι η Γη ήταν 4,6 δισεκατομμυρίων χρονών, ενώ τώρα οι εκτιμήσεις είναι για 13.750 εκατομμύρια χρόνια.
Το Διαστημικό Τηλεσκόπιο νέας γενιάς James Webb, διάδοχος του διαστημικού τηλεσκοπίου Hubble, με δεκαπλάσια ισχύ συγκέντρωσης του φωτός, που πρόκειται να πετάξει το 2014, μπορεί να ανιχνεύσει όλο και πιο μακρινούς γαλαξίες. Ομοίως, ραδιοτηλεσκόπια με υπερ-υψηλή ανάλυση, όπως το Atacama Large Millimeter Array (ALMA) στη Χιλή, που πρόκειται να τεθεί σε λειτουργία το 2012, θα ανιχνεύσει ακόμα πιο βαθιά μέσα στο σύμπαν, και πιθανώς να πιέσει προς τα πίσω την έναρξη του υποθετικού Big Bang, καθώς θα ανιχνεύει ακόμα πιο μακρινούς γαλαξίες.
Παρασκευή 17 Ιουνίου 2011
Σαν σήμερα - 17 Ιουνίου 1953

Η 17η Ιουνίου αποτελεί ημέρα μνήμης για τα γεγονότα που συνέβησαν την ίδια ημέρα του έτους 1953 στην τότε Ανατολική Γερμανία και εξελίχθηκαν σε γενική στάση των πολιτών. Οι άνθρωποι που ζούσαν εκεί, μάθαιναν από το κομμουνιστικό καθεστώς ότι οι «τεμπέληδες ξεσηκώθηκαν, γιατί δεν ήθελαν τις καινούργιες νόρμες παραγωγής που είχαν στόχο την ανοικοδόμηση του σοσιαλισμού. Και για το σκοπό αυτό συνενώθηκαν με πράκτορες του ιμπεριαλισμού, οι οποίοι οργάνωσαν και καθοδήγησαν το κίνημα των τεμπέληδων».
Πηγή: sfrang
Απ’ την άλλη πλευρά, στα σπίτια τους συζητούσαν, όσοι δεν είχαν έμμισθη σχέση και επαγγελματική εξάρτηση από το κόμμα (SED), αυτό που βίωναν καθημερινά οι ίδιοι στους χώρους εργασίας και στα καταστήματα: να εργάζονται πάμπολλες ώρες και να μην καταφέρνουν να ανταποκριθούν στις «νόρμες παραγωγής», άρα να μην παίρνουν ούτε το νόμιμο ελάχιστο μισθό και ταυτόχρονα να βρίσκουν στα καταστήματα ελάχιστα και πανάκριβα είδη διατροφής, ένδυσης κτλ. Όλα αυτά εξελίσσονταν 8 χρόνια μετά τη λήξη του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου, μέσα στο καταπιεστικό κλίμα του «ψυχρού πολέμου» και των εκατέρωθεν απειλών για θερμοπυρηνική σύγκρουση των δύο πολιτικών και στρατιωτικών μπλοκ. Με τη διαφορά ότι, ενώ οι δυτικές «καπιταλιστικές» κοινωνίες βελτίωναν σταδιακά το βιοτικό τους επίπεδο, οι ανατολικές «σοσιαλιστικές» υποχωρούσαν οικονομικά όλο και περισσότερο. Η διαφορά είναι ότι η Δυτική Ευρώπη αξιοποίησε τα κονδύλια του σχεδίου Μάρσαλ, όπου δεν ροκανίστηκαν αυτά συστηματικά από τα «τρωκτικά», ενώ οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης (Αν. Γερμανία, Τσεχοσλοβακία, Ρουμανία, Ουγγαρία κ.ά.) παρέδωσαν ολόκληρα βιομηχανικά συγκροτήματα και παραχώρησαν την εκμετάλλευση φυσικών πόρων σε πολύ χαμηλές τιμές στη Σοβιετική Ένωση, ως πολεμικές επανορθώσεις για τα αντισοβιετικά καθεστώτα που είχαν επικρατήσει εκεί και συμμετείχαν στο πλευρό των ναζί στο β’ παγκόσμιο πόλεμο.

Η ατμόσφαιρα στην Ανατολική Γερμανία ήταν ιδιαίτερα εκρηκτική, επειδή οι πολίτες της είχαν τη δυνατότητα άμεσης σύγκρισης του βιοτικού επιπέδου τους με εκείνο των συγγενών και φίλων στη Δυτ. Γερμανία. Αυτή η διαρκής σύγκριση και η καθημερινή διαφυγή εκατοντάδων και χιλιάδων πολιτών στη Δύση αποτέλεσε ένα μόνιμο αγκάθι στα πλευρά του κομμουνιστικού καθεστώτος, τα συνεχή παραπατήματα του οποίου οδήγησαν τελικά στην κατάρρευσή του στα τέλη της δεκαετίας του 1980. Στις 2 Ιουνίου 1953 αποφάσισε η κυβέρνηση, όχι της Ανατολ. Γερμανίας, αλλά της Σοβιετικής Ένωσης, να ληφθούν μέτρα για εξυγίανση της οικονομικής κατάστασης στη «σοσιαλιστή Γερμανία, DDR». Στόχος ήταν «να μειωθεί η ταχύτητα στην οικοδόμηση του σοσιαλισμού» που σημαίνει ότι πρέπει να ανασταλούν εν μέρει η εκτεταμένη κολεκτιβοποίηση, ο εντατικός στρατιωτικός εξοπλισμός και ο έλεγχος των επαγγελματικών δραστηριοτήτων μεμονωμένων πολιτών. Ταυτόχρονα έπρεπε να προωθηθεί η αυξημένη προσφορά καταναλωτικών αγαθών και υπηρεσιών, ώστε να καλυφθεί η τεράστια διαφορά με τις δυτικές ευρωπαϊκές χώρες. Τα σχέδια αυτά βγήκαν στη δημοσιότητα με τους συνήθεις πανηγυρισμούς την 11η Ιουνίου 1953 με τον τίτλο «Νέα Πορεία», κατά την οποία έγινε παραδοχή λαθών, μεθοδεύτηκε η απόλυση 3-4 κομματικών παραγόντων (μαύρα πρόβατα) και όλοι οι παράγοντες του ανατολικού καθεστώτος ήλπιζαν ότι θα στρώσουν τα πράγματα υπό την ηγεσία τους. Η ευχάριστη ατμόσφαιρα στα κομματικά γραφεία δεν είχε όμως καμιά αντιστοιχία με την αποπνικτική ατμόσφαιρα στους χώρους παραγωγής. Η αυξημένη προσφορά καταναλωτικών αγαθών και υπηρεσιών σήμαινε εντατικοποίηση της εργασίας με σταθερό ωράριο (8-10 ώρες), δηλαδή αυξημένες «νόρμες παραγωγής». Γι’ αυτά τα πρακτικά προβλήματα που απασχολούσαν κυρίως τους εργαζόμενους, δεν ανακοινώθηκε τίποτα.
Έτσι, ήδη στις 11 Ιουνίου καταγράφουν οι χαφιέδες στους χώρους εργασίας (βρέθηκαν τα σημειώματά τους στα αρχεία μετά την κατάρρευση του καθεστώτος), αυξημένη κινητικότητα και συζητήσεις ενάντια στις νέες νόρμες παραγωγής και στην έλλειψη προοπτικής για βελτίωση του βιοτικού επιπέδου κ.λπ.
Στις 16 Ιουνίου άρχισαν διαδηλώσεις στο Βερολίνο και στις 17 επεκτάθηκε η στάση σε όλη τη χώρα. Στις 16 Ιουνίου κυκλοφορεί η εφημερίδα των εργατικών συνδικάτων «Tribüne» με άρθρο για την αύξηση κατά 10% κάθε νόρμας παραγωγής στη χώρα. Όποιος έφτιαχνε 10 αντικείμενα στη βάρδια του, στο εξής θα έφτιαχνε 11, χωρίς καμιά μισθολογική βελτίωση. Εννοείται ότι τα «συνδικάτα» στην Ανατολ. Γερμανία αποτελούσαν κομματικό υποκατάστημα, οπότε δεν ήταν και πολύ περίεργο που η εφημερίδα ανέφερε ότι η απόφαση για αύξηση της νόρμας είναι «δικαιολογημένη και ρεαλιστική». Στους χώρους παραγωγής (εργοστάσια, οικοδομές κ.ά.) άρχισαν συζητήσεις μεταξύ των ανοργάνωτων εργατών και υπαλλήλων από τη μια πλευρά και των κομματικών εκπροσώπων από την άλλη. Προφανώς δεν υπήρχαν περιθώρια συνεννοήσεως μεταξύ των δύο πλευρών. Οι κομματικοί παράγοντες επιχειρηματολογούσαν υπέρ της ανάγκης αποδοχής των μέτρων –αλλιώς θα καθαιρούνταν οι ίδιοι ως αναποτελεσματικοί- και οι εργαζόμενοι αναφέρονταν στις θυσίες που έκαναν στα 8 χρόνια μετά τον πόλεμο και το υποβαθμισμένο βιοτικό επίπεδο που εισέπρατταν. Οι πρώτες διαδηλώσεις ξεκίνησαν στις οικοδομές του νοσοκομείου Friedrichshain στο Βερολίνο. Τα πρώτα συνθήματα αναφέρονταν στην ανάγκη για μείωση της νόρμας και τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου, λίγη ώρα μετά όλοι ζητούσαν Δημοκρατία και Ελευθερία. Στις 10.25 το πρωί άρχισαν να προχωρούν προς την πύλη του Βρανδεμβούργου μερικές εκατοντάδες εργάτες και, όταν έφτασαν οι προπορευόμενοι στην Πύλη, ήταν πίσω τους ήδη αρκετές χιλιάδες.
Περί το μεσημέρι ανακοίνωσε ο ραδιοφωνικός σταθμός του καθεστώτος ότι «η απόφαση για αύξηση της νόρμας παραγωγής ήταν ενέργεια αντισοσιαλιστικών και αντισοβιετικών συμβούλων και το καθεστώς την αποσύρει και επαναφέρει σε ισχύ τις παλιές νόρμες» - κλασική περίπτωση υποχώρησης για ανασύνταξη, με ταυτόχρονη στοχοποίηση αντιδημοφιλών στελεχών. Η κυβέρνηση καλούσε τους διαδηλωτές να επιστρέψουν στις εργασίες τους και να μην πέσουν θύματα των «πρακτόρων του ιμπεριαλισμού» που καραδοκούσαν στη Δυτική Γερμανία για να επέμβουν. Προς το βράδυ ηρέμησαν τα πράγματα, οι άνθρωποι πήγαν για ύπνο. Το πρωί της 17ης Ιουνίου εμφανίστηκαν νωρίς στους δρόμους του Βερολίνου σοβιετικά άρματα μάχης, τα οποία ήταν μόνιμα σταθμευμένα έξω από την πόλη. Ταυτόχρονα τέθηκαν σε ύψιστη ετοιμότητα οι στρατιωτικές (NVA) και αστυνομικές μονάδες (VoPo) της Ανατολ. Γερμανίας, τις οποίες έτσι κι αλλιώς επέβλεπαν Σοβιετικοί πολιτικοί καθοδηγητές. Εκείνες τις πρωινές ώρες άρχισαν όμως να συρρέουν πολίτες σε διάφορα κεντρικά σημεία, όχι μόνο του Βερολίνου, αλλά όλων των πόλεων της χώρας, κάτι που δεν φαίνεται να είχαν υπολογίσει οι κομματικοί καθοδηγητές. Σ’ αυτές τις συγκεντρώσεις πολιτών διαδίδεται η πληροφορία, η οποία επιβεβαιώθηκε αργότερα, ότι όλη η ηγεσία της Ανατολ. Γερμανίας συνεδρίαζε στην έδρα της Διοίκησης Τεθωρακισμένων των Σοβιετικών (και όχι στα κυβερνητικά γραφεία). Αυτό έδινε μια ιδέα για την προετοιμαζόμενη αντεπίθεση του καθεστώτος.
Εννοείται ότι παράλληλα έχουν κινητοποιηθεί στο Δυτικό Βερολίνο και στη Δυτική Γερμανία, πολιτικές και εργατικές ομάδες, κόμματα και συνδικάτα -αλλά σίγουρα και οι διάφορες μυστικές υπηρεσίες των δυνάμεων κατοχής και της Δυτ. Γερμανίας- για να συμπαρασταθούν στους ξεσηκωμένους συγγενείς, φίλους και συμπατριώτες στο ανατολικό τμήμα της χώρας. Περί το μεσημέρι της 17ης Ιουνίου, όταν έχουν καταληφθεί πια τα κέντρα όλων σχεδόν των πόλεων και των κωμοπόλεων της Αν. Γερμανίας από διαδηλωτές, κηρύσσεται η επικράτεια σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Ο κόσμος τρέχει πανικόβλητος στα μαγαζιά για να αγοράσει τρόφιμα, οι κοινωφελείς υπηρεσίες δεν λειτουργούν, εργάτες, υπάλληλοι και αγρότες βρίσκονται στους δρόμους, χιλιάδες πολίτες δραπετεύουν στη Δύση. Μια επαναστατημένη κοινωνία!
Μέσα σ' αυτό το σκηνικό άρχισαν να πέφτουν πυροβολισμοί στο συγκεντρωμένο πλήθος. Επίσης μεθοδεύτηκαν μαζικές συλλήψεις διαδηλωτών, όπου αυτό ήταν δυνατόν. Ποτέ δεν έγινε γνωστός ο ακριβής αριθμός νεκρών και συλληφθέντων, μια και οι εκατέρωθεν προπαγανδιστικοί μηχανισμοί διέδιδαν ό,τι βόλευε την κάθε πλευρά. Γεγονός είναι (και σήμερα υπάρχουν και αποδεικτικά έγγραφα) ότι, όσοι διαδηλωτές συνελήφθησαν από το σοβιετικό στρατό, εκτελέστηκαν πάραυτα. Οι συλληφθέντες από τις γερμανικές στρατιωτικές και αστυνομικές δυνάμεις φυλακίστηκαν και πέρασαν μετά από μερικές ημέρες από στρατοδικεία. Πολλοί εκτελέστηκαν ως ηγέτες, άλλοι καταδικάστηκαν σε ισόβια δεσμά και, όσοι απ’ αυτούς, δεν πέθαναν στις φυλακές «εξαγοράστηκαν» μετά από 10-15 χρόνια από τη Δυτική Γερμανία. Μέχρι της 3 Ιουλίου 1953 είχαν συλληφθεί, σύμφωνα με στοιχεία των Ανατολικών, περί τις 10.500 άτομα. Οι Δυτικοί εκτιμούν ότι ο αριθμός αυτός ανερχόταν σε μερικές δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους. Η εναγώνια προσπάθεια του κομμουνιστικού καθεστώτος να αποδείξει ότι οι διαδηλωτές ήταν «πράκτορες της Δύσης» ευοδώθηκε μόνο με την προσαγωγή δύο νεαρών από το Δυτικό Βερολίνο, οι οποίο συμμετείχαν στις διαδηλώσεις.
Οι πραγματικοί πράκτορες των Δυτικών, είτε κατάφεραν να γυρίσουν πίσω στη Δύση (βλέπουμε διάφορες σχετικές ταινίες ακόμα), είτε δεν τους επετράπη καν να αναμιχθούν, ώστε να αποκτήσει και η Δύση το δικαίωμα επεμβάσεων σε περίπτωση αναταραχών στο χώρο τους. Τρία χρόνια μετά, όταν εξελίσσονταν τα αντίστοιχα επαναστατικά γεγονότα στην Ουγγαρία, οι Αγγλο-Γάλλοι και οι Ισραηλινοί οργάνωσαν απόβαση στο Σουέζ για να ανατρέψουν την αιγυπτιακή ηγεσία που είχε εθνικοποιήσει τη διαχείριση της διώρυγας.
Ο οριστικός επίλογος των γεγονότων του 1953 γράφτηκε 36 χρόνια αργότερα, τον Νοέμβριο του 1989, όταν «άνοιξε» το τείχος του Βερολίνου (είχε κτιστεί εντωμεταξύ το 1961) και οι πολίτες των χωρισμένων πλευρών της Γερμανίας άρχισαν να κυκλοφορούν ελεύθερα. Λίγο μετά κατέρρευσε το ανατολικό καθεστώς και ενοποιήθηκε η Γερμανία.
Δευτέρα 23 Μαΐου 2011
Η ανοησία, τ' αμάρτημα, η απληστία κι η πλάνη...
κυριεύουνε τὴ σκέψη μας καὶ φθείρουν τὸ κορμί μας...
Αφιερωμένο στις μέρες μας και στον σύγχρονο κόσμο...

Hieronymus Bosch, Χριστός αίρων τον Σταυρόν, (1450-1516)
Σαρλ Μποντλέρ
Στον αναγνώστη
Ἡ ἀνοησία, τ᾿ ἁμάρτημα, ἡ ἀπληστία κι ἡ πλάνη
κυριεύουνε τὴ σκέψη μας καὶ φθείρουν τὸ κορμί μας,
κι εὐχάριστα τὶς τύψεις μας θρέφουμε στὴν ψυχή μας,
καθὼς ποὺ θρέφουν πάνω τους τὶς ψεῖρες οἱ ζητιάνοι.
Στὰ μετανιώματα ἄναντροι κι ἁμαρτωλοὶ ὡς τὴν ἄκρια,
ζητᾶμε πληρωμὴ ἀκριβὴ γιὰ κάθε μυστικό μας
καὶ ξαναμπαίνουμε εὔκολα στὸ βοῦρκο τὸν παλιό μας,
θαρρώντας πὼς ξεπλένεται μὲ τὰ δειλά μας δάκρυα.
Πάνω ἀπ᾿ τὸ προσκεφάλι μας ὁ Σατανᾶς γερμένος
πάντα στὰ μάγια τοῦ κακοῦ τὸ νοῦ μας νανουρίζει,
τὴ πιὸ ἀτσαλένια θέληση μεμιᾶς τὴν ἐξατμίζει,
αὐτὸς ὁ Μέγας χημικός, ὁ Τετραπερασμένος.
Ὁ Διάολος, τὸ νῆμα αὐτὸς κρατᾶ ποὺ μᾶς κουνᾶ!
Τὰ πράματα τὰ βρωμερὰ πιότερο τ᾿ ἀγαπᾶμε,
κι ὅλο καὶ πρὸς τὴ Κόλαση κάθε στιγμὴ τραβᾶμε,
μὲ δίχως φρίκη, ἀνάμεσα στὸ σκότος ποὺ βρωμᾶ.
Σὰν τὸ φτωχὸ ξεφαντωτὴ ποὺ πιπιλᾶ μὲ ζάλη
μιᾶς παλιᾶς πόρνης ἀγκαλιὰ πολιομαρτυρισμένη,
κλεφτάτα ἁρπάζουμε κι ἐμεῖς καμιὰ ἡδονὴ θλιμμένη,
ποὺ τήνε ξεζουμίζουμε σὰ σάπιο πορτοκάλι.
Σὰν ἕνα ἑκατομμύριο σκουλήκια, μυρμηγκώντας,
μὲς στὸ μυαλό μας κραιπαλοῦν τοῦ Δαίμονα τὰ πλήθη,
κι ὅταν ἀνάσα παίρνουμε, ὁ Θάνατος στὰ στήθη
σὰν ἄϋλος ποταμὸς κυλᾶ, σιωπηλὰ θρηνώντας.
Ἂν τὸ φαρμάκι κι ἡ φωτιὰ κι ἡ βιὰ καὶ τὸ μαχαίρι
δὲν ἔχουνε τὰ φανταχτὰ κεντίδια ἀκόμα κάνει
στὸ πρόστυχο τῆς μοίρας μας ἄθλιο καραβοπάνι,
εἶναι ποὺ λείπει ἀπ᾿ τὴ ψυχὴ τὸ θάρρος κι ἀπ᾿ τὸ χέρι.
Μὰ μὲς στὶς σκύλες, τοὺς σκορπιούς, τὰ φίδια, τὰ τσακάλια,
τοὺς πάνθηρες, τοὺς πίθηκους, τοὺς γύπες, τὰ θηρία
ποὺ γρούζουν, σέρνουνται, ἀλυχτοῦν κι οὐρλιάζουν μὲ μανία
μέσ᾿ στῶν παθῶν μας τὸ κλουβί, προβαίνει ἀγάλια,
θεριὸ πιὸ βρώμικο, κακό, τὴν ἀσκημιὰ νὰ δείξει!
Κι ἂ δὲ σαλεύει κι οὔτε ἀκούει κανένας τὸ οὐρλιαχτό του,
ὅλη γῆς θὰ ρήμαζε, καὶ στὸ χασμουρητό του
θὰ ῾θελε νὰ κατάπινε τὸν κόσμο -αὐτὸ ῾ναι ἡ πλήξη!-
πού, μ᾿ ἕνα δάκρυ ἀθέλητο στὰ μάτια τῆς κοιτάζεις,
καθὼς καπνίζει τὸν οὐκᾶ, κρεμάλες νὰ στυλώνει.
Καὶ ξέρεις, ἀναγνώστη, αὐτὸ τὸ τέρας πῶς δαγκώνει!
Ὦ ἀναγνώστη ὑποκριτή, ἀδέρφι ποὺ μοῦ μοιάζεις!
Παρασκευή 25 Μαρτίου 2011
Μηνύματα της 25ης Μαρτίου
Με αφορμή την εθνική επέτειο, δημοσιεύουμε απόσπασμα από τα "Απόλογα για τον Καποδίστρια" του Γ. Τερτσέτη.
Πηγή: 24 Γράμματα
Στις 11 Ιανουαρίου 1828 ο Καποδίστριας απεβιβάσθη στην Αίγινα. Ο Γ. Τερτσέτης στα «Απόλογα για τον Καποδίστρια» περιγράφει συνομιλία του Κυβερνήτη με τον Γεωργάκη Μαυρομιχάλη:
«Είναι καιροί πού πρέπει να φορούμε όλοι ζώνη δερματένια και να τρώμε ακρίδες και μέλι άγριο. Είδα πολλά είς την ζωή μου, αλλά σαν το θέαμα όταν έφθασα εδώ εις την Αίγινα δεν είδα τί παρόμοιο ποτέ, και άλλος να μην το ιδή… «Ζήτω ο κυβερνήτης ο σωτήρας μας, ο ελευθερωτής μας!» εφώναζαν γυναίκες αναμαλλιάρες, άνδρες με λαβωματιές πολέμου, ορφανά κατεβασμένα από τις σπηλιές. Δεν ήταν το Μαυροφορεμένες γυναίκες, γέροντες μου εζητούσαν να αναστήσω τους πεθαμένους τους, μανάδες μου έδειχναν εις το βυζί τα παιδιά τους και μου έλεγαν να τα ζήσω και ότι δεν τους απέμειναν παρά εκείνα κι εγώ και με δίκαιο μου εζητούσαν όλα αυτά, διότι εγώ ήλθα και σεις με προσκαλέσατε να οικοδομήσω, να θεμελιώσω κυβέρνησιν και κυβέρνησις και ως πρέπει ζει, ευτυχεί τους ζωντανούς, ανασταίνει και αποθαμένους διατί διορθώνει την ζημία του θανάτου και της αδικίας. Δεν ζει ο άνθρωπος, ζει το έργο του, καρποφορεί, αν ο διοικητής είναι δίκαιος, αν το κράτος έχη συνείδησι, ευσπλαχνία, μέτρα σοφίας.
“…Ώς ψάρι εις το δίχτυ σπαράζει είς πολλούς κινδύνους ακόμη ή ελληνική ελευθερία. Μου εδώσατε τους χαλινούς του κράτους. Τίνος κράτους; Μετρούμε είς τα δάκτυλα την επικράτειάν μας. Τ’ Ανάπλι, την Αίγιναν, Πόρο, Ύδρα, Κόρινθο, Μέγαρα, Σαλαμίνα. Ο Ιμπραΐμης κρατεί τα κάστρα και το μεσόγειο της Πελοποννήσου, ο Κιουτάγιας την Ρούμελη, πολλά νησιά βασανίζονται από αυτεξούσιο στρατό καί από πειρατείαν, τα δύο μεγάλα πολεμικά καράβια μας είναι αραγμένα ξαρμάτωτα εις τον Πόρο, η Αθήνα έφαγε πέρυσι τους ανδρειότερους των Ελλήνων.
Που το θησαυροφυλάκιον του έθνους; Ακούω επουλήσατε και την δεκατία του φετεινούέτους πρίν σπαρθή ακόμα το γέννημα, ο τόπος είναι χέρσος, σπάνιοι οι κάτοικοι; σκόρπιοι είς τα βουνά και εις τα σπήλαια. Το δημόσιο είναι πλακωμένο από δυο εκατομμύρια λίρες στερλίνες χρέος, άλλα τόσα ζητούν οι στρατιωτικοί, η γη είναι υποθηκευμένη είς τους Άγγλους δανειστάς, ανάγκη να την ελευθερώσωμε με την ίδια απόφασι ως την ελευθερώσαμε καί από τα άρματα του Κιουτάγια και του Αιγυπτίου. Δεν λυπούμαι, δεν απελπίζομαι, προτιμώ αυτό το σκήπτρο του πόνου καί των δακρύων παρά άλλο. Ο θεός μου τάδωσε, το παίρνω, θέλει να με δοκιμάση. Είμαι από τη φυλή σας, είς ένα μνήμα μαζί με σας θα θαφτώ, ό,τι έχω, ζωή, περιουσία, φιλίες είς την Ευρώπην, κεφάλαια γνώσεων αποκτημένα από τόσα θεάματα και ακροάματα συμβάντων του κόσμου είς τάς ημέρας μου, τα αφιερώνω είς την κοινήν πατρίδα…
Κατεβαίνω πολεμιστής είς το στάδιον, θα πολεμήσω ως κυβέρνησις, δεν λαθεύομαι τον έρωτα των προνομίων πού είναι φυτευμένες είς ψυχές πολλών, τα ονειροπολήματα των λογιωτάτων, ξένων πρακτικής ζωής, το φιλύποπτο, κυριαρχικό και ανήμερο αλλοεθνών ανδρών. Η νίκη θα είναι δική μας, αν βασιλεύση είς την ακαρδίαν μας μόνο το αίσθημα το ελληνικό, ο φιλήκοος των ξένων είναι προδότης.
Πέμπτη 24 Μαρτίου 2011
Ο ύπνος της λογικής γεννά τέρατα...
Τι περισσότερο εκφράζει την εποχή μας αλλά και την ανθρώπινη φύση από τον πίνακα του Φρανσίσκο Γκόγια:
"Ο ύπνος της λογικής γεννά τέρατα"

Francisco Goya (1746-1828)
El sueno de la razon produce monstruos (1797-98)
χαρακτικό, 21.6 x 15.2 cm
Σάββατο 8 Ιανουαρίου 2011
Σχόλια & έργα τέχνης: χυδαία και η γλώσσα που μιλάνε...
οι Έλληνες που γίνανε γραικύλοι,
χυδαία και η γλώσσα που μιλάνε...
Λορέντζος Μαβίλης
Μνήμη
Το πνεύμα παραδόθηκε στην ύλη.
Φτωχή σοδειά οι στίχοι μου κι εφέτο.
Μαράθηκε στους κάμπους τ’ ασφοδίλι
που θα ‘κοβα, να πλέξω ένα σονέτο
αντάξιο της μνήμης του Μαβίλη.
Παρ’ το μελάνι Μούσα, άγιασέ το
και φλόγα στο χαρτί μου επίστρεψέ το,
ν’ ανάψω ενός ήρωα το καντήλι.
Ματώνω με τα δόντια μου τα χείλη,
που οι ζωντανοί νεκρέ ποιητή, ξεχνάνε–
κι ας πέθανες ελεύθεροι για να ‘ναι.
Χυδαίοι επιλήσμονες, Μαβίλη,
οι Έλληνες που γίνανε γραικύλοι,
χυδαία και η γλώσσα που μιλάνε.
Πέμπτη 11 Νοεμβρίου 2010
Σχόλια & ζωγράφοι, Έλληνες ζωγράφοι: Η στάθμη του σώματος ποικίλλει από άνθρωπο σε άνθρωπο...
Κάτι σου είπε κι έφυγες μαζί του
βάφοντας κατακόκκινες τις νεραντζιές του δρόμου
Γιάννης Κοντός
Η στάθμη του σώματος
(αποσπάσματα)
Στα αγκάθια μιας τριανταφυλλιάς
σκάλωσε το πουκάμισό σου
και σκίστηκε. Φαίνεται η τριανταφυλλιά
γνώριζε την ομορφιά σου
Υστερόγραφο
Η στάθμη του σώματος ποικίλλει
από άνθρωπο σε άνθρωπο.
Είναι όπως λέμε: να το φεγγάρι
και αυτό ουσιαστικά είναι ένα
ψάρι στη λίμνη
σιγά σιγά αποξηραίνεται και σε φωνάζω
με το μικρό σου όνομα.
- Μια τρύπια δεκάρα όλα
στον πάτο της λίμνης
μέσα στη λάσπη και στο όραμα.
Τετάρτη 20 Οκτωβρίου 2010
Σχόλια & ζωγράφοι, ζωγραφική: Οι Έλληνες για τους Έλληνες...
Είμαστε λοιπόν μοιραίος λαός - άξιος της τύχης του;
Οι Έλληνες για τους Έλληνες...
Από την κλασική αρχαιότητα μέχρι τις μέρες μας...
Που κατά βάθος έγιναν /σαν ένα είδος υπηρέται των Ρωμαίων.
Κ. Καβάφης
Μέτριοι άψυχοι μεγαλοκατεργάρηδες με το δέος της οικονομίας.
Γ. Σεφέρης
Μιλούν για τη μεγάλη κρίση με το στόμα. Στην ψυχή τους καμία αλλοίωση. Μένουν όπως πάντα οι άνθρωποι της πλατείας Συντάγματος, οι άνθρωποι του Κολωνακίου.
Γ. Σεφέρης
Γίνεται να συχωρεθείς απολαμβάνοντας το άδικο;
Ο. Ελύτης
Κι ο άνθρωπος κατάντησε πραμάτεια.
Γ. Σεφέρης
Tο της όλης πόλεως ήθος ομοιούται τοις άρχουσι
Ισοκράτης
Μας μεταχειρίστηκαν σαν ανθρώπους άλλης φυλής που τους κάνουν ελεημοσύνη... Ευρωπαϊκός πολιτισμός μπιχλιμπίδι - je m'en fous de la civilisation europeenne.
Γ. Σεφέρης
Κοράκοι, όλοι κοράκοι αληθινοί, χειρότεροι από τον κόρακα όπου βγήκε από την Κιβωτό και εθρέφοταν από τα λείψανα, όπου είχε αφήσει ο κατακλυσμός του κόσμου.
Δ. Σολωμός
Μας σκοτώνουν με μικρές δόσεις πολύ ταχτικά πολύ σιωπηλά, πολύ σοφά ... Δεν έχουμε να σώσουμε τίποτα σ αυτόν τον πολιτισμό.
Γ. Σεφέρης
Ευνουχισμένοι διανοούμενοι, μικροί ανίκανοι και τυφλοί κυβερνήτες
Γ. Σεφέρης
Κυριακή 1 Αυγούστου 2010
Σχόλια & ζωγραφική, σύγχρονοι ζωγράφοι: Δεν τη γνωρίζω την ιτιά από την πέρα όχθη...

Γιάννης Σταύρου, Εκκλησάκι στα Μεσόγεια, λάδι σε καμβά
Αυγουστιάτικο ξεκίνημα...
Καλό μήνα!
Μάνος Χατζιδάκις
Ερωτικό
Κι αν γεννηθείς κάποια στιγμή
Μιαν άλλη που δε θα υπάρχω
Μη φοβηθείς
Και θα με βρείς είτε σαν άστρο
Όταν μονάχος περπατάς στην παγωμένη νύχτα
Είτε στο βλέμμα ενός παιδιού που θα σε προσπεράσει
Eίτε στη φλόγα ενός κεριού που θα κρατάς
Διαβαίνοντας το σκοτεινό το δάσος
Γιατί ψηλά στον ουρανό που κατοικούνε τ’ άστρα
Μαζεύονται όλοι οι ποιητές
Και οι εραστές καπνίζουν σιωπηλοί πράσινα φύλλα
Μασάν χρυσόσκονη πηδάνε τα ποτάμια
Και περιμένουν
Να λιγωθούν οι αστερισμοί και να λιγοθυμήσουν
Να πέσουν μεσ’ στον ύπνο σου
Να γίνουν αναστεναγμός στην άκρη των χειλιών σου
Να σε ξυπνήσουν και να δεις απ’ το παραθυρό σου
Το προσωπό μου φωτεινό
Να σχηματίζει αστερισμό
Να σου χαμογελάει
Και να σου ψιθυρίζει
Καλή νύχτα

Γιάννης Σταύρου, Μάνος Χατζιδάκις, μικτή τεχνική
Σχέδιο για ένα δημοτικό τραγούδι
Ένα παιδί τριανταφυλλί
ήρθε μου πήρε το φιλί
κι έγινε δέντρο αμάραντο
μεσ’ στη παρθένα πλάση.
Δεν τη γνωρίζω την ιτιά από την πέρα όχθη,
δεν την ανάβω τη φωτιά σ’ απρόσιτη κορφή.
Λυθήκανε τα χέρια μου, λύγισε το κορμί μου,
εκεί που δέντρο ατίθασο σκύβει για να λουστεί.
Εκεί που η νύχτα χάνεται μεσ’ στ’ ουρανού τα δάση,
εκεί που εσύ περίμενες τ’ άστρο σου να σβηστεί.
Ποιος θα μπορούσε να το πει
πως ήμουν ήλιος το πρωί
και μια φωτιά τη Δύση.











