t


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες

Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 2011

Καλές Γιορτές - Καλύτερες Μέρες...



Ευχές για Καλά Χριστούγεννα...

Ευχές για καλύτερες μέρες...

Το υπέροχο κέιμενο του Παπαδιαμάντη ας μας προστατέψει για λίγο από την ασχήμια και τη βαρβαρότητα της εποχής - σαν ευχή, σαν ιερό ξόρκι...

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Στο Χριστό στο Κάστρο

«Τὸ Γιάννη τὸ Νυφιώτη καὶ τὸν Ἀργύρη τῆς Μυλωνοῦς τοὺς ἔκλεισε τὸ χιόνι ἀπάν᾿ στὸ Κάστρο, τ᾿ν πέρα πάντα, στὸ Στοιβωτὸ τὸν ἀνήφορο, τ᾿ ἀκούσατε;»

Οὕτως ὡμίλησεν ὁ παπα-Φραγκούλης ὁ Σακελλάριος, ἀφοῦ ἔκαμε τὴν εὐχαριστίαν τοῦ ἐξ ὀσπρίων καὶ ἐλαιῶν οἰκογενειακοῦ δείπνου, τὴν ἑσπέραν τῆς 23ης Δεκεμβρίου τοῦ ἔτους 186... Παρόντες ἦσαν, πλὴν τῆς παπαδιᾶς, τῶν δυὸ ἀγάμων θυγατέρων καὶ τοῦ δωδεκαετοῦς υἱοῦ, ὁ γείτονας ὁ Πανάγος ὁ μαραγκός, πεντηκοντούτης, οἰκογενειάρχης, ἀναβὰς διὰ νὰ εἴπῃ μίαν καλησπέραν καὶ νὰ πιῇ μίαν ρακιά, κατὰ τὸ σύνηθες, εἰς τὸ παπαδόσπιτο· κι ἡ θειὰ τὸ Μαλαμὼ ἡ Καναλάκαινα, μεμακρυσμένη συγγενής, ἐλθοῦσα διὰ νὰ φέρῃ τὴν προσφοράν της, χήρα ἑξηκοντούτις, εὐλαβής, πρόθυμος νὰ τρέχῃ εἰς ὅλας τὰς λειτουργίας καὶ νὰ ὑπηρετῇ δωρεὰν εἰς τοὺς ναοὺς καὶ τὰ ἐξωκκλήσια.

«Τ᾿ ἀκούσαμε κι ἡμεῖς, παπᾶ» ἀπήντησεν ὁ γείτονας ὁ Πανάγος, «ἔτσ᾿ εἴπανε».

«Τί εἴπανε; Εἶναι σίγουρο, σᾶς λέω» ἐπανέλαβεν ὁ παπα-Φραγκούλης. «Οἱ βλοημένοι, δὲ θὰ βάλουν ποτὲ γνώση. Ἐπῆγαν μὲ τέτοιον καιρὸ νὰ κατεβάσουν ξύλα, ἀπάν᾿ ἀπ᾿ τοῦ Κουρουπῆ τὰ κατσάβραχα, στὸ Στοιβωτό, ἐκεῖ ποὺ δὲν μπορεῖ γίδι νὰ πατήσῃ. Καλὰ νὰ τὰ παθαίνουν!»

«Μυαλὸ δὲν ἔχουν αὐτὸς οὑ κόσμους, θὰ πῶ» εἶπεν ἡ θειὰ τὸ Μαλαμώ. «Τώρα οἱ ἀθρώποι γινῆκαν ἀποκότοι».

«Νὰ εἴχανε τάχα τίποτα κ᾿μπάνια μαζί τ᾿ς;» εἶπεν ἡ παπαδιά.

«Ποιὸς τοὺ ξέρ᾿;» εἶπεν ἡ θειὰ τὸ Μαλαμῶ.

«Θὰ εἴχανε, θὰ εἴχανε κουμπάνια» ὑπέλαβεν ὁ Πανάγος ὁ μαραγκός. «Ἀλλοιῶς δὲ γενεται. Πήγανε μὲ τὰ ζεμπίλια τους γεμάτα. Καὶ τουφέκι θὰ εἶχαν, καὶ θηλειὲς νὰ σταίνουν γιὰ τὰ κοτσύφια. Εἶχαν πάρει κι ἁλάτι μπόλικο μαζί τους, γιὰ νὰ τ᾿ ἁλατίσουν γιὰ τὰ Χριστούγεννα».

«Τώρα, Χριστούγεννα θὰ κάμουν ἀπάν᾿ στὸ Στοιβωτὸ τάχα;» εἶπε μετ᾿ οἴκτου ἡ παπαδιά.

«Νὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ τοὺς ἔφερνε βοήθεια...» ἐψιθυρισεν ὁ ἱερεύς, ὅστις ἐφαίνετο κάτι μελετῶν μέσα του.

Ἦτον ἕως πενήντα πέντε ἐτῶν ὁ ἱερεύς, μεσαιπολιος, ὑψηλός, ἀκμαῖος καὶ μὲ ἀγαθωτάτην φυσιογνωμίαν. Εἰς τὴν νεότητά του ὑπῆρξε ναυτικός, κι ἐφαίνετο διατηρῶν ἀκόμη λανθανούσας δυνάμεις, ἦτο δὲ τολμηρὸς καὶ ἀκάματος.

«Τί βοήθεια νὰ τοὺς κάμουνε;» εἶπεν ὁ Πανάγος ὁ μαραγκός. «Ἀπ᾿ τὴ στεριά, ὁ τόπος δὲν πατιέται. Ἐρριξε, ἐρριξε χιόνι, κι ἀκόμα ρίχνει. Χρόνια εἶχε νὰ κάμῃ τέτοια βαρυχειμωνιά. Ὁ Ἅη-Θανασης ἐγιν᾿ ἕνα μὲ τὰ Κάμπια. Ἡ Μυγδαλιὰ δὲν ξεχωρίζει ἀπ᾿ τοῦ Κουρούπη».

Ὁ Πανάγος ὠνόμαζε τέσσαρας ἀπεχούσας ἀλλήλων κορυφὰς τῆς νήσου. Ὁ παπα-Φραγκούλης ἐπανέλαβεν ἐρωτηματικῶς:

«Κι ἀπ᾿ τὴ θάλασσα, μαστρο-Πανάγο;» «Ἀπ᾿ τὴ θάλασσα, παπά, τὰ ἴδια καὶ χειρότερα. Γραιολεβάντες δυνατός, φουρτοῦνα, κιαμέτ. Ὅλο καὶ φρεσκάρει. Ξίδι μοναχό. Ποῦ μπορεῖς νὰ ξεμυτίσης ὄξ᾿ ἀπ᾿ τὸ λιμάνι, κατὰ τ᾿ Ἀσπρόνησο!»

«Ἀπὸ σοφρᾶν τὸ ξέρω, Πανάγο, μὰ ἀπὸ σταβέτ;» Ὁ ἱερεὺς ἐπροφερεν οὕτω τοὺς ὅρους 8θρΓ3 νβηίο καὶ 8θίίθ νθπιο, ἤτοι τὸ ὑπερήνεμον καὶ ὑπήνεμον, ἐννοῶν εἰδικώτερον τὸ βορειοανατολικὸν καὶ τὸ μεσημβρινοδυτικόν.

«Ἀπὸ στχβετ, παπά, μὰ εἶναι φόβος μὴν τόνε γυρίση στὸ μαΐστρο».

«Μὰ τότε, πρέπει νὰ πέσουμε νὰ πεθάνουμε» εἶπεν ὡς ἐν συμπερασματι ὁ ἱερεύς. «Δὲν εἶναι λόγια αὐτά, Πανάγο».

«Ἔ, παπά μ᾿, ὁ καθένας τώρα ἔχει τὸ λογαριασμὸ τ᾿. Δὲν πάει ἄλλος νὰ βάλῃ τὸ κεφάλι του στὸν τρουβᾶ, κατάλαβες, γιὰ νὰ γλυτώσ᾿ ἐσένα».

Ὁ παπα-Φραγκούλης ἐστεναξεν, ὡς νὰ ὠκτειρε τὴν ἰδιοτέλειαν καὶ μικροψυχίαν, ἧς ζῶσα ἠχὼ ἐγίνετο ὁ Πανάγος.

«Καὶ τί θὰ πάθουνε, τὸ κάτω κάτω;» ἐπανελαβεν, ὡς διὰ ν᾿ ἀνάπαυση τὴν συνείδησίν του, ὁ μαραγκός. «Νά, θὰ εἶναι χωμένοι σὲ καμμία σπηλιά, τσακμάκι θά ῾χουν μαζί τους, ξύλα μπόλικα. Μακάρι νὰ μοῦ ᾿χε κι ἐμὲ ἡ Παναγαινα ἀπόψε στὴν παραστιὰ μου τὴ φωτιὰ ποὺ θεν᾿ ἔχουν αὐτοί. Γιὰ μία βδομάδα πάντα, θὰ εἴχανε κουμπάνια, καὶ δὲν εἶναι παραπαν᾿ ἀπὸ πέντε μέρες ποὺ ἀγρίεψε ὁ χειμῶνας».

«Νὰ πήγαινε τώρα κανένας νὰ λειτουργήση τὸ Χριστὸ στὸ Κάστρο» ἐπανελαβεν ὁ ἱερεύς, «θὰ εἶχε διπλὸ μισθό, ποὺ θὰ τοὺς ἔφερνε κι αὐτοὺς βοήθεια. Πέρσυ ποὺ ἦταν ἐλαφροτερος ὁ χειμῶνας, δὲν πήγαμε. Φέτος ποὺ εἶναι βαρύς...»

Καὶ διεκοπη, ὡς νὰ εἶπε πολλά. Ὁ ἀγαθὸς ἱερεὺς εἰχεν ἦθος ἀνθρώπου λέγοντος οἰονει κατὰ δόσεις δ,τι εἶχε νὰ εἴπῃ. Ἐκ τῶν ὑστέρων θὰ φανῆ ὅτι εἶχε τὴν ἀπόφασίν του καὶ ὅτι ὅλα τὰ προοίμια ταῦτα ἦσαν μεμελετημενα.

«Καὶ γιατί δὲν κάνει κάλον καιρὸ ὁ Χριστός, παπά, ἂν θέλῃ νὰ πᾶνε νὰ τὸν λειτουργήσουνε στὴν ἑορτή του;» εἶπεν αὐθαδῶς ὁ μαστροΠανάγος.

Ὁ ἱερεὺς τὸν ἐκοίταξε μὲ λοξὸν βλέμμα καὶ εἰτα ἠπίως τοῦ εἶπε:

«Ἔ, Πανάγο γείτονα, δὲν ξέρουμε, βλέπω, τί λέμε... Ποῦ εἴμαστε ἡμεῖς ἱκανοὶ νὰ τὰ καταλάβουμε αὐτά! Ἄλλο τὸ γενικὸ καὶ ἄλλο τὸ μερικὸ καὶ τὸ τοπικό, Πανάγο. Ἡ βαρυχειμωνιὰ γίνεται γιὰ κάλο, καὶ γιὰ τὴν εὐφορίαν τῆς γῆς καὶ γιὰ τὴν ὑγειαν ἀκόμα. Ἀνάγκη ὁ Χριστὸς δὲν ἔχει νὰ πᾶνε νὰ τὸν λειτουργήσουνε... Μὰ ὅπου εἶναι μία μερικὴ προαίρεσις καλὴ κι ἔχει κανεὶς καὶ χρέος νὰ πληρώσῃ, ἂς εἶναι καὶ τόλμη ἀκόμα, καὶ ὅπου πρόκειται νὰ βοηθήση κανεὶς ἀνθρώπους, καθὼς ἐδῶ, ἐκεῖ ὁ Θεὸς ἔρχεται βοηθός, καὶ ἐναντίον τοῦ καιροῦ, καὶ μὲ χίλια ἐμπόδια. Ἐκεῖ ὁ Θεὸς συντρέχει καὶ μὲ εὐκολίας πολλας καὶ μὲ θαῦμα ἀκόμα, τί νομίζεις, Πανάγο; Ἔπειτα, πὼς θέλεις νὰ κάμῃ ὁ Χριστὸς καλὸν καιρό, ἀφοῦ ἄλλες χρονιὲς ἔκαμε καὶ ἡμεῖς ἀπὸ ἀμέλεια δὲν πήγαμε νὰ τὸν λειτουργήσουμε;»

Ὅλοι οἱ παρόντες ἠκροασθησαν ἐν σιωπῇ τὴν σύντομον καὶ αὐτοσχέδιον ταύτην διδαχὴν τοῦ παπά. Ἡ θειὰ τὸ Μαλαμῶ ἔσπευσε νὰ εἴπῃ:

«Ἀλήθεια, παπά μ᾿, δὲν εἶναι κάλο πρᾶμα αὐτοδά, θὰ πῶ, ν᾿ ἀφήνουν τόσα χρόνια τώρα τὸ Χριστὸ ἀλειτούργητο τὴν ἡμέρα τῆς Γέννας του... Γιὰ τοῦτο θὰ μᾶς χαλάσ᾿ κι οὑ Θεός!»

«Κι εἴχαμε κάμει κι ἕνα τάξιμο πέρυσι τὸ Δωδεκαμερο — ἀλήθεια, παπαδιά;» εἶπεν αἴφνης στραφεῖς πρὸς τὴν συμβίαν του ὁ ἱερεύς.

Ἡ παπαδιὰ τὸν ἐκοίταξεν ὡς νὰ μὴν ἐνόει.

«Ὅπου ἦταν ἄρρωστος αὐτὸς ὁ Λαμπράκης» ἐπανελαβεν ὁ ἱερεύς, δεικνύων τὸν δωδεκαετῆ υἱόν του. «Θυμᾶσαι τὸ τάμα ποὺ κάμαμε;»

Ἡ παπαδιὰ ἐσιωπα.

«Ἔταξες, ἂν γλυτώσῃ, νὰ πᾶμε ᾿σα μπροστὰ νὰ λειτουργήσουμε τὸ Χριστό, τὴν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς του».

«Τὸ θυμοῦμαι» εἶπε σείουσα τὴν κεφαλὴν ἡ παπαδιά.

Τῷ ὄντι, ὁ μόνος υἱὸς τοῦ παπᾶ, ὁ δωδεκαετὴς Σπῦρος, ὃν αὐτὸς ἀπεκαλει εἰρωνικῶς καὶ θωπευτικως Λαμπράκην, ἕνεκα τῆς ἄκρας ἰσχνότητος καὶ ἀδυναμίας, ἐξ ἧς ἐφεγγεν οἰονεὶ τὸ προσωπάκι του, εἶχε κινδυνεύσει ν᾿ ἀποθάνῃ πέρυσι τὰς ἡμέρας τῶν Χριστουγέννων. Ἡ παπαδιά, ἥτις ἤγγιζεν ἤδη τὸ πεντηκοστὸν καὶ τὸν εἶχε μόνον καὶ ὑστερόγονον, κατόπιν τεσσάρων ἐπιζώντων κορασιῶν, ὧν αἱ δυὸ πρῶται ἦσαν ὑπανδρευμέναι ἤδη, καὶ μετὰ ὀκτὼ γέννας, ὧν αἱ δυὸ δίδυμων, καὶ πέντε θανάτους, ἡ παπαδιὰ εἶχε τάξει, ἂν ἐγλύτωνε τὸ ἀγόρι της, νὰ ὑπάγῃ τοῦ χρόνου νὰ λειτουργήσῃ τὸν Χριστόν.

Τὸ ἐνθυμεῖτο καὶ τὸ ἐσυλλογίζετο πρὸ ἡμερῶν, καὶ ἀπ᾿ ἀρχῆς τῆς ὁμιλίας τοῦ παπᾶ αὐτὸ μόνον ἐσκέπτετο. Ἀλλ᾿ ἐβλεπεν ὅτι ἐφέτος θὰ ἦτο δυσκολωτατον, φοβερόν, ἀνήκουστον τόλμημα, ἕνεκα τοῦ βαρέος χειμῶνος, καὶ ἐφρόνει ὅτι ὁ Χριστὸς θὰ ἦτο συγγνώμων καὶ θὰ παρεχωρει νέαν προθεσμίαν.

Ἐν τούτοις, γνωρίζουσα τὴν συνήθη τακτικὴν τοῦ παπᾶ, ὡς καὶ τὴν ἰσχυρογνωμοσύνην του, ἀπεφασισεν ἐνδομύχως νὰ μὴ ἀντιλέξῃ. Καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ἄλλο τί ἠρωίκωτερον καὶ εἰς πολλοὺς ἀπίστευτον ὅπου ἀποφασίσῃ νὰ ὑπάγῃ ὁ παπάς, νὰ ὑπάγῃ κι αὕτη μαζί του.

Ἦτο γυνὴ δειλοτάτη, ἀλλὰ μόνον ἐνόσῳ εὑρίσκετο μακρὰν τοῦ παπᾶ. Ὅταν ἦτο πλησίον τοῦ παπᾶ της, ἐλάμβανε θάρρος, ἡ καρδία της ἐζεσταίνετο καὶ δὲν ἐφοβεῖτο τοὺς κινδύνους. Ἐὰν τυχὸν ἀνεχώρει ὁ παπὰς χωρὶς αὐτῆς, νὰ ὑπάγῃ εἰς τὸ Κάστρον, ἡ καρδούλα της θὰ ἔτρεμεν ὡς τὸ πουλάκι τὸ κυνηγημένον. Ἀλλ᾿ ἐὰν τὴν ἔπαιρνε μαζί του, θὰ ἦτο ἡσυχωτάτη.

Ἡ μεγάλη κόρη, ἡ εἰκοσαέτις τὸ Μυγδαλιώ, ἐνόησεν ἀμέσως τὰ τρέχοντα, καὶ ἤρχισε, παρὰ τὸ πλευρὸν τῆς μητρός της καθημένη, πλησίον τῆς ἑστίας, νὰ ὁλολύζῃ ταπεινῇ τῇ φωνῇ εἰς τὸ οὖς τῆς μητρός της:

«Ποῦ θὰ πᾶτε, θὰ πῶ; Παλαβώσατε, θὰ πῶ; Μὲ τέτοιον καιρό! νὰ πᾶτε στὸ Κάστρο; Ὤχ, καημένη... Τί νὰ γίνω;»

Ἡ νεώτερα κόρη, ἡ δεκαεξαέτις τὸ Βασώ, ἀρχίσασα καὶ αὕτη νὰ ἐννοῇ, ὑπεψιθύρισε:

«Τί λέει; Θὰ πᾶνε στὸ Κάστρο; Κι ἄρχισες τὰ κλάματα! Μουρλάθηκες; Σιώπα, θὰ μὲ πάρουν κι ἐμὲ μαζί. Θὰ μὲ πάρετε, μά;»

«Σούτ! Λ᾿φάξτε!» εἶπεν αὐστηρῶς ἡ παπαδιά. «Τί τρέχει;» εἶπεν ἡ θειὰ τὸ Μαλαμώ, ἀκούσασα τοὺς ψιθυρισμοὺς ἐκεῖθεν τῆς ἑστίας.

«Τίποτε, Μαλαμῶ» εἶπε μὲ αὐστηρὸν βλέμμα ὁ παπάς. «Ἡσύχασε, Πανάγο» εἶπε, στραφεῖς πρὸς τὸν γείτονα τὸν μαραγκόν, εὑρὼν εὔσχημον τρόπον νὰ τὸν ἀποπέμψη, «δὲν πᾷς, νὰ ᾿χης τὴν εὐχή, νὰ πῇς τοῦ μπαρμπα-Στεφανὴ τοῦ Μπέρκα νὰ ᾿ρθῇ ἀπὸ ᾿δω; Τόνε θέλω νὰ τ᾿ πῶ».

Ὁ Πανάγος ὁ μαραγκὸς ἠγέρθη, ὑψηλός, μεγαλόσωμος, ὀλίγον κυρτός, τινάαξας τὰ σκέλη του.

«Πηγαίνω, παπά» εἶπε. «Θέλω κι ἐγὼ νὰ πάω νὰ ἰδῶ μὴ μο᾿ ᾿χὴ τίποτα ἡ Παναγαινα γιὰ νὰ φαμ᾿ ἀπόψε».

«Πήγαινε νὰ τοῦ πῇς πρῶτα, κι ὕστερα γυρίζεις καὶ τρῶτε».

«Ἡ εὐχή σας. Καληνυχτᾷ, παπαδιά». Καὶ ἐξῆλθε.

«Τί λέει, θὰ πῶ» εἶπεν ἡ θειὰ τὸ Μαλαμῶ μετὰ τὴν ἀναχώρησιν τοῦ Πανάγου, «θὰ πᾷς στὸ Κάστρο, παπά;»

«Νὰ ἰδοῦμε τί θὰ μᾶς πῇ κι ὁ μπαρμπα-Στεφανης ὁ Μπερκας».

«Ἰγω, ἐναςιμ» εἶπεν ἡ θειὰ τὸ Μαλαμῶ, «ἀ᾿ θε᾿ πᾶς, ἐρχουμι».

«Κι ἰγώ» εἶπεν ἡ παπαδιά.

«Δὲν εἶναι γιὰ νὰ ᾿ρθης ἐσύ, παπαδιά» εἶπεν ὁ ἱερεύς. «Φτάνει ποὺ θὰ κακοπαθησω ἐγώ. Δὲν πρέπει νὰ λείψουμε κι οἱ δυὸ ἀπ᾿ τὸ σπίτι».

«Ἰγω τὸ ᾿καμα τοῦ τάμα» εἶπεν ἡ παπαδιά.

«Μὰ ἂν πάω ἐγώ, τὸ ἴδιο εἶναι».

«Δὲν εἶμαι ἥσυχη, ἂν δὲν εἶμαι κουντά σου, παπά μ᾿» εἶπεν ἡ παπαδιά.

«Κι ἠμας, ποὺ θὰ μᾶς ἀφήσετε!» ἔκραξε μὲ δάκρυα εἰς τοὺς ὀφθαλμοὺς τὸ Μυγδαλιω.

«Σιωπᾷ, καημένη» εἶπε τὸ Βάσω. «Θὰ μὲ παρ᾿νὲ κι ἐμένα μαζί, σιωπᾷ!»

«Ναί, ἐσενὰ σ᾿ φαίνεται πὼς εἰσ᾿ ἀκόμα μικρή, χαδουλα μ᾿! Γιατί ἐτσ᾿ σ᾿ ἐμάθανε. Δὲ φταὶς ἐσύ!» εἶπε τὸ Μυγδαλιω, ἐκχυνουσα τὴν ἐνδόμυχον ζηλειαν τῆς ἐπὶ τὴ τύχη τῆς ἀδελφῆς της, ἥτις, ὡς μικρότερα, δὲν εἶχε κρυφθῆ ἀκόμη, ἤτοι δὲν ἀπειργετο τῆς κοινωνίας ὡς αἱ πρὸς γάμον ὥριμοι, καὶ ἀπελαυε σχετικῆς τίνος ἐλευθερίας.

Ὁ μικρὸς Λαμπράκης εἶχε πέσει ἐπὶ τὸν τράχηλον τῆς μητρός του.

«Θὰ μὲ πάρετε κι ἔμενα μαζί, μάννα;» ἐψιθυρισε περιπτυσσομενος τὸν λαιμόν της.

«Τί λές, χαδουλη μ᾿! Τί λές, πιδι μ᾿» ἀπήντησε φιλοῦσα αὐτὸν ἡ παπαδιά. «Ἐγώ, ἂν πάω, γιὰ σενα θὰ πάω, γυιὲ μ᾿, κι ἂν ἀπομείνω, γιὰ σενα θ᾿ ἀπομείνω, γυιοκα μ᾿, γιὰ νὰ μὴν κρυώσης. Ὅπως ἀποφασίση ὁ παππας σ᾿, μικρὸ μ᾿. Τώρα, σύρ᾿ νὰ πῇς τὴν προσευχή σ᾿ καὶ νὰ κάμῃς μετάνοια τ᾿ παππᾶσ᾿, νὰ πλαγιάσῃς, γιὰ νὰ μὴ μαργώνῃς, κανάρι μ᾿!» «Ναί, θὰ πᾷς, ἀμ᾿ δὲ θὰ πᾷς!» ἔκραξε τὸ Μυγδαλιώ, ἀπαντῶσα εἰς ἓν ρῆμᾳ τῆς μητρός της.

«Σιωπᾶτε! Ἀκόμα δὲν ἀποφασίσαμε τίποτε, κι ἐσηκωσατ᾿ ἐπανάσταση» εἶπεν ὁ παπάς. «Νὰ ἰδοῦμε τί θὰ μᾶς πῇ κι ὁ μπαρμπα-Στεφανης».

Εἰτα στραφεὶς πρὸς τὴν παπαδιά: «Μᾶς φέρανε τίποτε λειτουργίες, μπάριμ;» Ἡ παπαδιὰ ἔδειξε διὰ τοῦ βλέμματος, σκεπασμένας μὲ ραβδωτὴν δίχρουν σινδόνα, τὰς ὀλίγας προσφορᾶς, ὅσας εἶχαν φέρει εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ ἱερέως τινὲς τῶν ἐνοριτισσῶν, μέλλουσαι νὰ μεταλάβωσι τῇ ἐπαύριον, παραμονῇ τῶν Χριστουγέννων. Ἡ θειὰ τὸ Μαλαμὼ τὰς εἰχεν ἰδεῖ πρὸ πολλοῦ, καὶ προσεπάθει νὰ τὰς ξεσκεπάση οἰονεὶ μὲ τὰς ἀκτῖνας τοῦ βλέμματος, νὰ μαντεύσῃ ὡς πόσαι νὰ ἦσαν.

«Μᾶς βρίσκεται καὶ τίποτε παξιμάδι;» ἠρωτησε πάλιν ὁ ἱερεύς.

«Θὰ ἔμεινε κάτι ὀλίγο ἀπ᾿ τῆς Παναγίας. Ὅλο τὸ Σαρανταήμερο ζυμώνομε κι τρῶμε ἀπ᾿ τὰ βλογούδια» εἶπεν ἡ πρεσβύτερα.

Βλογούδια ἦσαν οἱ μικροὶ σταυροσφράγιστοι ἀρτίσκοι, οἱ προσφερόμενοι ὑπὸ τῶν ἐνοριτῶν εἰς τοὺς οἴκους τῶν ἱερέων κατὰ τὸ Σαρανταήμερον. Ἀντὶ ὅμως ἀρτισκων, αἱ περισσοτεραι* ἐνοριτισσαι κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους ἐπροτιμων νὰ προσφερωσιν ἁπλουν ἄλευρον, καὶ διὰ τοῦτο ἡ παπαδιὰ εἶπεν ὅτι «ἐζυμωναν ἀπ᾿ τὰ βλογούδια».

Βῆμα ἠκουσθη εἰς τὸν πρόδομον. Ἠνοιχθη ἡ θύρα καὶ εἰσῆλθεν ὁ μπαρμπα-Στεφανὴς ὁ Μπέρκας, ὑψηλός, στιβαρός, σχεδὸν ἑξηκοντούτης, μὲ παχὺν φαιὸν μύστακα, μὲ σκληρὸν καὶ ἠλιοκαὲς δέρμα, φορῶν πλατὺν κοῦκκον καὶ καμιζόλαν μάλλινην βαθυκυανον, μὲ τὸ ζωνάρι κόκκινον, δυὸ πιθαμὲς πλατύ. Κατόπιν τούτου ἐφανη καὶ ἄλλη μορφή, ὀρθὴ ἱστάμενη παρὰ τὴν θύραν. Ἦτο ὁ Πανάγος ὁ μαραγκός, ὅστις, ἂν καὶ εἰχεν ἀφήσει τὴν καλὴν νύκτα, εἰπὼν ὅτι θὰ μετέβαινεν οἴκαδε νὰ δειπνήσῃ, οὐχ ἧττον, κεντηθείσης, φαίνεται, τῆς περιεργείας του νὰ μάθῃ τί τὸν ἤθελαν τὸν μπαρμπα-Στεφανὴ τὸν Μπέρκαν, ἀνέβη καὶ πάλιν εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ παπά.

«Καπετὰν Στεφανή» εἶπεν ὁ ἱερεύς, «τί λές, μ᾿ αὐτὸν τὸν καιρὸ μπορεῖ κανεὶς νὰ πάῃ στὸ Κάστρο μὲ τ᾿ βάρκα, ἀπὸ στχβετ;»

«Ἀπὸ στχβετ; Μὲ τ᾿ βάρκα; Στὸ Κάστρο;» ἠκούσθη ἀπὸ τῆς θύρας ὡς καινή τις πρωθύστερος καὶ ἀνάστροφος ἐρωτηματικὴ ἠχώ.

Ἦτο ὁ μαστρο-Πανάγος ὁ μαραγκός, μὲ τὴν κεφαλὴν προέχουσαν εἰς τὸ ἀνώφλιον, μὲ τὴν μίαν πλευρὰ οἰονεὶ κολλημένην ἐπὶ τοῦ παραστάτου.

Ἀλλ᾿ ὁ μπαρμπα-Στεφανης, μόλις ἠκουσε τὴν ἐρώτησιν τοῦ ἱερέως, καὶ χωρὶς νὰ σκεφθῆ πλέον τοῦ δευτερολέπτου, μὲ τὴν χονδρήν, ταχεῖαν κι ἐμπερδεμενην προφοράν του, ἀνέκραξε:

«Μπράβο, μπράβο! Ἀκοῦς, ἀκοῦς! Στὸ Κάστρο; μετὰ χαρᾶς! Ὄρεξη νὰ ᾿χης, ὄρεξη νὰ ᾿χης, παπά!»

«Νὰ ἄνθρωπος!» εἶπεν ὁ παπάς. «Ἔτσι σὲ θέλω, Στεφάνη! Τί λές, εἶναι κίνδυνος;»

«Κίντυνος, λέει; Ντὶπ καταντίπ, καθολ᾿! Ἐγώ σας παίρνω ἀπάνου μ᾿, παπά. Μοναχὰ πὼς μπορεῖ νὰ κρυώσετε, τίποτε ἄλλο. Θὰ ᾿ρθῆ κι ἡ παπαδιά, θὰ ᾿ρθῆ κι ἄλλος κόσμος, πολὺς κόσμος; Ἡ βάρκα εἶναι μεγάλη, κατάλαβες, παίρνει κι τριάντα νοματοι, κι σαράντα νοματοι, κι μ᾿ οὐλὲς τὶς κουμπχνιές σᾶς, μὲ τὰ σεγίχ σας, μὲ τὰ πράματά σας. Κι ἡ φουρτοῦνα τώρα, κατάλαβες, ὅσο πάει κι πεφτ᾿. Ταχιὰ θὰ ᾿χουμε καλωσυνη, μπονάτσα, κάλμα. Ὅλο κι καλωσ᾿νεύει, νά, τώρα καλωσυνεψε!»

Ὡς διὰ νὰ ψευσῃ τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ γέροντος πορθμέως, ὀξὺς συρριγμος παγεροῦ βορρᾶ ἠκουσθη, σείων τὰ δένδρα τοῦ κήπου καὶ τοὺς ξυλοτοίχους τοῦ μαγειρείου ἐπὶ τοῦ σκεπαστοῦ ἐξωστου τῆς οἰκίας, αἱ ὕελοι δὲ καὶ τὰ παράθυρα ἀπήντησαν διὰ γοεροῦ στεναγμοῦ.

«Νά, ἀκοῦς; Καλωσύνεψε!» εἶπε καγχάζων θριαμβευτικως ὁ μαστροΠανάγος.

«Σιωπᾷ ἐσύ, δὲν ξερ᾿ς ἐσύ» ἀνεκραξεν ὁ Στεφάνης. «Ἐσὺ ξερ᾿ς νὰ πελεκᾷς στραβόξυλα καὶ νὰ καρφώνῃς μαδέρια. Αὕτη εἶναι ἡ στερνὴ δύναμη τῆς φουρτούνας, εἶναι ἀέρας ποὺ ψ᾿χομαχαει. Αὔριο θὰ μαλακωσ᾿ ὁ καιρός, σᾶς λέω ἐγώ. Μπορεῖ νὰ ᾿χουμε ἀκόμα καὶ καμμία μικρὴ χιόνια, δέ σας λέω, μὰ ἠμεις, ἀπὸ στχβετ, ἀνάγκη δὲν ἔχουμε».

«Καὶ σὰν τόνε γυρίση στὸ μαΐστρο;» ἐπεμεινεν ὁ μαραγκός.

«Κι χωρὶς νὰ τόνε γυρίση στὸ μαΐστρο, ἐγὼ σ᾿ λέω πὼς ἀπ᾿ τὴν Κεχριὰ κι ἐκεῖ θεν᾿ ἔχουμε θχλχσσιτσχ» εἶπε τριβῶν τὰς χεῖρας ὁ Στεφάνης. «Αὐτὰ εἶναι χποθσχλχσιες καὶ δὲ λείπουν, κατάλαβες, κι ὁ κόρφος μπουκάρει ὁλοένα, κι οὖλο στρίβει. Μὰ δέ μας πειραζ᾿ ἠμας αὐτό. Ἐγώ σας παίρνω ἀπάνου μ᾿, ὁ Στεφάνης σας παίρνει ἀπαν᾿ τ᾿!»

«Μπράβο, Στεφανή, τώρα μ᾿ ἔκαμες ν᾿ ἀποφασίσω. Ἤπιες ρακί; Τράβα κι ἄλλο ἕνα» εἶπεν ὁ παπάς.

«Ἔχω πιεῖ πέντ᾿ ἓξ ὡς τώρα, ἔτσι νὰ ᾿χω τὴν εὐχὴ σ᾿, παπά».·

«Πιὲ κι ἄλλο ἕνα νὰ γίνουν ἑφτά».

Ὁ μπαρμπα-Στεφανὴς ἐρρόφησε γενναίαν δόσιν ἐκ τῆς μικρᾶς φιάλης, τῆς πάντοτε κενουμένης καὶ οὐδέποτε στειρευούσης, τοῦ ἱερατικοῦ μελάθρου.

«Εἴσαστ᾿ ἕτοιμοι, εἴσαστ᾿ ἕτοιμοι;» εἶπεν ἀκολούθως. «Πῆρες τὰ ἱερά σ᾿, παπά, τὰ χαρτιά σ᾿ οὖλα, τὰ ᾿χεις ἕτοιμα; Ἔχετε τίποτε πράματα νὰ σᾶς κουβαλήσω, γιὰ νά ᾿μαστ᾿ ἀσένιο;»

«Ἀπὸ τώρα;» εἶπεν ὁ παπα-Φραγκούλης. «Ἀπὸ τώρα! Τί λές; Νὰ εἴμαστ᾿ ἀπρόντο, παπά. Ἐγὼ στὲς δυὸ θὰ ᾿ρθω νὰ σᾶς φωνάξω, κι ἐσεῖς νὰ εἴσαστ᾿ ἀλέστα. Διάβασε τί θὰ διαβάσῃς, παπά, κι στὲς τρεῖς νὰ μπαρκάρουμε».

«Ἐγὼ θὰ εἶμαι ξυπνητὸς ἀπ᾿ τὴ μία» εἶπεν ὁ ἱερεύς, «γιατί ἔχω τὸ ξυπνητήρι μου... Κι ἔπειτα, εἶμαι μοναχός μου ξυπνητήρι. Μὰ στὲς τρεῖς, εἶναι πολὺ νωρίς. Νὰ χαράξη, Στεφάνη, καὶ νὰ μπαρκάρουμε».

«Στὲς τρεῖς, στὲς τεσσερες, παπά, γιὰ νὰ μὴν πέση ὁ ἀέρας, νὰ τὸν ἔχουμε πρύμα ὡς τὲς Κουκ᾿ναριές, νά ᾿χουμε μέρα μπροστά μας. Ἀπὸ ᾿κεῖ ὡς τὸ Μανδράκι κι ὡς τὸν Ἀσέληνο, τραβοῦμε σιγὰ σιγὰ μὲ τὸ κουπί. Ἀπὸ ᾿κεί ὡς τὶς Κεχρεὲς κι ὡς τὴν Ἅγια Ἑλένη, θὰ μᾶς παίρνῃ ἀγάλι ἀγάλια μὲ τὸ πανάκι. Κι ἀπ᾿ τὴν Ἅγια Ἑλένη κι ἐκεῖ, ἂν δὲν μπορέσουμε νὰ μ᾿ντάρουμε...»

«Ἔ, ὕστερα;»

«Ἐγὼ θαλασσώνω καὶ βγαίνω στὴ στεριά, καὶ σᾶς τραβῶ μὲ τὴν μπαρούμα ὡς τὸν Ἅη Σώστη».

Ἐκάγχασαν ὅλοι πρὸς τὸν ἀστεϊσμὸν τοῦ ἁπλοϊκοῦ ναύτου, ὁ δὲ παπ~[ας, ὅστις ἐφοβεῖτο καὶ αὐτὸς τὴν τροπὴν τοῦ ἀνέμου εἰς τὸ μέρος περὶ οὗ ὁ λόγος, παρετηρησε πρὸς παραμυθίαν τῶν ἀκροατῶν:

«Μὰ ἐγὼ λέω ὅτι θὰ μπορέσουμε στεριὰ νὰ τραβήξουμε στὴν ἀκρογιάλια, τὸν κρεμνα τὸν ἀνήφορο. Ὅσο ψηλὰ κι ἂν τὸ στοίβαξε τὸ χιόνι στὰ βουνά, στὲς ἀκρογιαλιὲς ὁ τόπος πατιέται».

Ἔμειναν σύμφωνοι, νὰ ἔλθῃ ὁ λεμβοῦχος νὰ τοὺς δώσῃ εἴδησιν εἰς τὰς τρεῖς διὰ νὰ ἑτοιμασθοῦν, καὶ εἰς τὰς τέσσαρας νὰ ἐκκινήσωσιν. Ὁ παπα Φραγκούλης διέταξε νὰ τεθῶσιν εἰς σάκκους αἱ προσφοραί, ὅσας εἶχε, καὶ τινὰ δίπυρα, καὶ εἰς δυὸ μεγάλα κλειδοπινάκια ἔθεσεν ἐλαίας καὶ χαβιάρι. Ἐγέμισε δυὸ ἑπταοκάδους φλάσκας μὲ οἶνον ἀπὸ τὴν ἐσοδείαν του. Ἐτυλιξεν εἰς χαρτιὰ δυὸ ἢ τρία ξηροχτάποδα, καὶ μικρὸν κυτίον τὸ ἐγέμισεν ἰσχάδας καὶ μεγαλορράγας σταφίδας. Τὰ δύο παπαδοκόριτσα, μὲ τὰ παράπονα καὶ τοὺς γογγυσμούς της ἡ μία, μὲ τοὺς κρυφίους γέλωτας καὶ τὴν ἐλπίδα τῆς συμμετοχῆς τοῦ ταξιδιοῦ ἡ ἄλλη, ἔβρασαν ὅσα αὐγὰ εἶχαν, ἕως τέσσαρας δωδεκάδας, καὶ τὰ ἔθεσαν εἰς τὸν πάτον ἑνὸς καλαθιοῦ, τὸ ὁποῖον ἀπεγέμισαν εἶτα μὲ δυὸ πρόσφορα τυλιγμένα εἰς ὀθόνας, μὲ κηρία καὶ μὲ λίβανον. Προσέτι ὁ παπα-Φραγκούλης εἶχε παρακαλέσει τὸν μπαρμπα-Στεφανῆν νὰ περάσῃ ἀπὸ τὰ σπίτια δυὸ ἐμποροπλοιάρχων φίλων του, ἐκ τῶν παραχειμαζόντων μὲ τὰ πλοῖα των εἰς τὸν λιμένα, νὰ τοὺς παρακαλέσῃ ἐκ μέρους του νὰ τοῦ στείλουν, ἂν τοὺς εὑρίσκετο, ὀλίγον κρέας σάλαθο, ἐξ ἐκείνου τὸ ὁποῖον μαγειρεύουν εἰς τὰ πλοῖα τὰ ἐκτελοῦντα μακροὺς πλοῦς. Ἐκεῖνοι φιλοτιμηθέντες ἔστειλαν δυὸ μεγάλα τεμάχια, ἕως πέντε ὀκάδας τὰ δύο.

Ὅλας ταύτας τὰς προμηθείας ἔκαμνεν ὁ παπᾶς προβλεπτικῶς διὰ τοὺς ἀποκλεισθέντας εἰς τὸ βουνὸν ἀπὸ τὴν χιονα, περὶ ὧν ἔγινε λόγος ἐν ἀρχῇ, καθὼς καὶ δι᾿ ἑαυτὸν καὶ τοὺς μεθ᾿ ἐαυτοῦ συνεκδημήσοντας προσκυνητάς, καθ᾿ ὅσον ἐνδεχόμενον ἦτο νὰ θυμώσῃ καὶ πάλιν ὁ καιρὸς καὶ νὰ τοὺς κλείσῃ ὁ χειμὼν εἰς τὸ Κάστρον, ἂν ἐν τοσούτῳ ἐμελλον νὰ φθασωσιν εἰς τὸ Κάστρον σῶοι καὶ ὑγιεῖς.

Πρὶν κατακλιθῇ, ὁ παπα-Φραγκούλης ἔστειλε μήνυμα εἰς τὸν συνεφημέριόν του τὸν παπα-Ἀλέξην, ὅστις ἄλλως ἦτο καὶ ὁ ἐφημέριος τῆς ἑβδομάδος, ὅτι δὲν θὰ ἦτο συλλειτουργὸς τὴν ἐπιοῦσαν, παραμονὴν τῶν Χριστουγέννων, ἐν τῷ ἐνοριακῷ ναῷ, καθ᾿ ὅσον ἀπεφάσισε, σὺν Θεῷ βοηθῷ, νὰ ὑπάγῃ νὰ λειτουργήσῃ τὸν ναὸν τοῦ Χριστοῦ εἰς τὸ Κάστρον.

Εἶχαν πάρει εἴδησιν ἀφ᾿ ἑσπέρας δυὸ τρεῖς ἐνοριτισσαι, γειτόνισσαι τοῦ παπᾶ, διότι ὁ Πανάγος ἐξελθὼν ἀνεκοίνωσε τὸ πρᾶγμα εἰς τὴν γυναῖκα του, καὶ αὕτη τὸ διηγήθη εἰς τὰς γειτόνισσας. Ἐπίσης καὶ ἡ θειὰ τὸ Μαλαμὼ ἐστάλη νὰ φέρῃ εἴδησιν εἰς τὸν κὺρ Ἀλεξανδρὴν τὸν ψαλτην, μεθ᾿ ὃ ἐξελθοῦσα ἔσπευσε νὰ προσηλυτίσῃ δυὸ ἢ τρεῖς πανηγυριστὰς καὶ ἄλλας τόσας προσκυνητρίας.

Ὅταν ἔμελλον νὰ ἐπιβιβασθῶσιν, εὑρέθησαν δεκαπέντε ἄτομα. Ἡ ἀπόφασις τοῦ παπᾶ καὶ ἡ γενναιότης τοῦ μπαρμπα-Στεφανῆ, μετὰ τὴν πρώτην ἔκπληξιν, ἐνέβαλε θάρρος εἰς ἄνδρας καὶ γυναικάς. Ἦσαν δὲ ὅλοι ἐξ ἐκείνων, οἵτινες συχνὰ τρέχουσιν, ἄρρητον εὑρίσκοντες ἡδονήν, εἰς πανηγύρια καὶ εἰς ἐξωκκλήσια. Ἦσαν ὁ παπα-Φραγκούλης μετὰ τῆς παπαδιᾶς, τῆς Βάσως καὶ τοῦ Σπύρου, ὁ μπαρμπα-Στεφανὴς μετὰ τοῦ δεκαεπταετοῦς υἱοῦ, ὅστις ἦτο καὶ ὁ ναύτης του, ἡ θειὰ τὸ Μαλαμῶ, ὁ κὺρ Ἀλεξανδρὴς ὁ ψάλτης, τρεῖς ἄλλοι πανηγυρισταὶ καὶ τέσσαρες προσκυνήτριαι. Τὴν τελευταίαν στιγμὴν προσετέθη καὶ δέκατος ἕκτος.

Οὗτος ἦτο ὁ Βασίλης τῆς Μυλωνοῦς, ὁ ἀδελφὸς τοῦ Ἀργύρη, τοῦ ἀποκλεισμένου ἀπὸ τὰς χιόνας. Ἦλθεν εἰς τὴν ἀποβάθραν μὲ σάκκον πλήρη τροφίμων καὶ μὲ ἄλλα τινα ἐφόδια διὰ τὴν ἐκδρομήν. Ἰδὼν αὐτὸν ὁ ἱερεύς:

«Πῶς τὸ ἔμαθες, Βασίλη;» τοῦ λέγει.

«Τὸ ἔμαθα, παπᾶ, ἀπ᾿ τὸ μαστρο-Πανάγο τὸ μαραγκό».

«Τί ὥρα καὶ ποῦ τὸν εἶδες;»

«Κατὰ τὰς δέκα τὸν ηὗρα εἰς τὸ καπηλειὸ τοῦ Γιάννη τοῦ Μπουμπούνα. Εἶχε φάει ψωμὶ κι ἐβγῆκε νὰ πιῇ δυὸ τρία κρασιὰ μὲ τὸ ἰσνάφι. Ἔλεγε πὼς ἀποφασίσατε νὰ πᾶτε στὸ Κάστρο, καὶ σᾶς ἐκατάκρινε γιὰ τὴν τόλμη. Μὰ ἐγὼ τὸ χάρηκα, γιατὶ ἀνησυχῶ γιὰ κεῖνον τὸν ἀδερφό μου, καὶ θέλω νὰ ᾿ρθῶ μαζί σας, ἂν μὲ παίρνετε».

«Ἂς εἶναι, καλῶς νά ᾿ρθῃς» εἶπεν ὁ ἱερεύς.

Ἐξέπλευσαν. Ἐστράφησαν πρὸς τὸ μεσημβρινοδυτικὸν τοῦ λιμένος, κι ἔβαλαν πλώρη τὸ ἀκρωτήριον Καλαμάκι. Ὁ ἄνεμος ἦτο βοηθητικὸς καὶ ὁ πλοῦς εὐοίωνος ἤρχιζε. Ναὶ μὲν ἐκρύωναν πολύ, ἀλλ᾿ ἦσαν ὅλοι βαρεως ἐνδεδυμένοι. Ὁ παπᾶς ἐκάθισεν εἰς τὸ πηδάλιον φορῶν τὴν γούναν του. Ἡ πρεσβύτερα εἶχε τὸ σάλι της τὸ διπλό, ἡ θειὰ τὸ Μαλαμὼ εἶχε τὸ βαρὺ γουνάκι καὶ τὴν κουζουκά της. Ὁ μπαρμπα-Στεφανὴς ἦτο μὲ τὴν νιτσεράδα του, μὲ τὸν κηρωτὸν πῖλον του, μὲ τὸν ἱμάντα δεδεμένον ὑπὸ τὸν πώγωνα, μὲ τὰ μακρὰ πτερύγια σκεπάζοντα τὰ ὦτα, καὶ ὁ υἱός του Σπῦρος, ὁ καλούμενος κοινῶς τὸ Μπερκάκι, μὲ τὰς πρεκνάδας καὶ μὲ τὰς βούλλας εἰς τὸ πρόσωπον, ἦτο μὲ τὰ μανίκια τῆς μάλλινης καμιζόλας του ἀνασφουγγωμένος ὡς τοὺς ἀγκῶνας.

Εὐτυχῶς δὲν ἐχιόνιζεν, ἀλλ᾿ ὁ ἄνεμος ἦτο παγερός. Αἴθριος ὁ οὐρανός, σταυρωμένος ἀπὸ τὸν βορρᾶν. Ἡ σελήνη ἦτο εἰς τὸ πρώτον τέταρτον καὶ εἶχε δύσει πρὸ πολλοῦ. Τὰ ἄστρα ἔτρεμαν εἰς τὸ στερέωμα, ἡ πουλιὰ ἐμεσουράνει, ὁ γαλαξίας ἔζωνε τὸν οὐρανόν. Ὁ πῆχυς καὶ ἡ ἄρκτος καὶ ὁ ἀστὴρ τοῦ πόλου ἔλαμπαν μὲ βαθεῖαν λάμψιν ἐκεῖ ἐπάνω. Ἡ θάλασσα ἐφρισσεν ὑπὸ τὴν πνοὴν τοῦ βορρᾶ, καὶ ἠκούοντο τὰ κύματα πλήττοντα μετὰ ρόχθου τὴν ἀκτήν, εἰς ἣν μελαγχολικως ἀπηντα ὁ φλοῖσβος τοῦ ὕδατος περὶ τὴν πρῷραν τῆς μεγάλης καὶ δυνατῆς βάρκας.

Ἔκαμψαν τὸ Καλαμάκι καὶ ἀκόμη δὲν εἶχε χαράξει. Ἤρχισε μόλις νὰ γλυκοχαράζῃ πέραν τῆς ἀγκάλης τοῦ Πλατάνια. Ἔφεξαν εἰς τὸν Στρουφλια, ἀντίκρυ τοῦ τερπνοῦ καὶ συνηρεφοὺς δάσους τῶν πιτυων, ἐξ οὗ ἡ θέσις ὀνομάζεται Κουκ᾿ναριες. Τότε οἱ ἐπιβαται εἰδον ἀλληλους ὑπὸ τὸ πρώτον λυκόφως τῆς ἡμέρας, ὡς νὰ ἔβλεπαν ἀλληλους πρώτην φορᾶν. Πρόσωπα ὤχρα καὶ χείλη μελανά, ρῖνες ἐρυθραι καὶ χεῖρες κοκκαλιασμεναι. Ἡ θειὰ τὸ Μαλαμῶ εἰχεν ἀποκοιμηθῆ δὶς ἤδη ὑπὸ τὴν πρύμνην, ὅπου ἐσκεπε τὸ πρόσωπόν της μὲ τὴν μαύρην μανδηλαν ὡς τὴν ρῖνα, μὲ τὴν ρῖνα σχεδὸν ὡς τὰ γόνατα. Ὁ κὺρ Ἀλεξανδρὴς εἶχε πάρει δυὸ τροπάρια παραπλεύρως αὐτῆς, ὀνειρευόμενος ὅτι ἦτο ἀκόμη εἰς τὴν κλίνην του καὶ ἀπορῶν πώς, αὕτη ἐκινεῖτο εὐρυθμως ὡς βρεφικὸν λίκνον. Ὁ υἱὸς τοῦ παπά, ὁ Σπυρος, ἔκαμνε συχνὲς μετάνοιες, καὶ ὅσον αἷμα εἶχεν, εἶχε συρρεύσει ὅλον εἰς τὴν ρῖνα του, ἥτις ἦτο καὶ τὸ μόνον ὅρατον μέλος τοῦ σώματός του. Ἡ παπαδιά, ἐν τῇ εὐσεβεῖ φιλοστοργία της, εἶχε κρίνει ὅτι ὠφειλε νὰ τὸν πάρη μαζί, ἀφοῦ δι᾿ αὐτὸν ἦτο τὸ ταξιμον. Τὸν ἀπεσπασεν ἀποτομως τῆς κλίνης, τὸν ἔνιψε καὶ τὸν ἐνέδυσε μὲ δίπλα ὑποκάμισα, δυὸ φανελλας, χονδρὸν μάλλινον γελεκιον, διπλοῦν σακκακι κι ἐπανωφόρι, καὶ περιετυλιξε τὸν λαιμόν του μὲ χνοωδες ὅλομαλλινον μανδήλιον, ποικιλοχρουν καὶ ραβδωτόν, μακρὸν καταπῖπτον ἐπὶ τὸ στερνὸν καὶ τὰ νῶτα. Τώρα, παρὰ τὴν πρύμνην, ἀριστεροθεν τοῦ παπά καθημενη, ἀριστερά της εἶχε τὸν Σπυρον, καὶ ζητοῦσα αὐτομάτως νὰ ψηλαφήση τοὺς βραχίονας καὶ τὸ στῆθος του, δὲν εὕρισκε σχεδὸν σάρκα ὑπὸ τὴν βαρεῖαν σκευήν, δι᾿ ἧς εἶχε περιχαρακώσει τὸν υἱόν της. Ὁ παπάς, ὅστις δὲν εἶχεν ἀποβάλει τὴν φαιδρότητά του, οὐδ᾿ ἔπαυε ν᾿ ἀνταλλάσσῃ ἀστείσμους καὶ σκώμματα μὲ τὸν μπαρμπα-Στεφανην, στρεφόμενος πρὸς αὐτὴν ἐνίοτε τῆς ἔλεγε:

«Νά, γι᾿ αὐτονε τὸ Λαμπράκη, τὸ γυιό σου, τὰ παθαίνουμε αὐτά, παπαδιά».

«Καὶ τί πάθαμε, μὲ τ᾿ δυναμ᾿ τ᾿ Θεοῦ;» ἀπηντα ἡ παπαδιά, ἥτις, κατὰ βάθος, πολὺ ἀνησυχεῖ μὲ αὐτὸ τὸ παράτολμον ταξιδιον. Εὐτυχῶς, ἡ παρουσία τοῦ παπά τῆς ἔδιδε θάρρος.

«Δὲ μ᾿ λές, παπαδιά» εἶπε μὲ τὴν τραχείαν φωνὴν τοῦ ὁ μπαρμπα-Στεφανης, θελησας ν᾿ ἀστείσθη καὶ μὲ τὴν πρεσβυτέραν, «δὲ μ᾿ λές, γιατί λένε: Κυρι᾿ ἐλέησον, παπαδιά! πέντε μῆνες δυὸ παιδιά»;

«Γιατί, μαθές, τὸ λένε;» ἀπήντησε χωρὶς νὰ πειραχθῆ ἡ πρεσβύτερα. «Πάρε παράδειγμα ἀπὸ μενα. Ὀχτὼ γέννες, δέκα παιδιά».

«Θὰ πῇ, τὸ λοιπόν, πὼς οἱ παπαδιὲς εἶναι πολὺ καρπερές. Μὰ γιατί;»

«Γιατί οἱ παπάδες δὲ λείπουν χρονοχρονικης ἀπὸ κοντὰ τοὺς» εἶπεν ἡ θειὰ τὸ Μαλαμῶ.

«Νά, τὸ Μαλαμῶ πάλι τὸ κατάλαβε» εἶπεν ὁ παπάς, «δὲν σᾶς τὸ ᾿λεγα ἐγώ; Ἐσὺ κι ὁ ἐξάδερφός σου ὁ Ἀλεξανδρης» — ἐννοῶν τὸν ψαλτην — «ἔχετε μεγάλον νοῦ».

Ὁ παπάς δὲν ἔπαυε ν᾿ ἀστεΐζεται μὲ ὅλας τὰς ἐν τῷ πλοιαρίου ἐνορίτισσάς του. Εἰς τὴν μίαν ἔλεγε: «Μὰ κεῖνος ὁ Θοδωρής» —ἐννοῶν τὸν ἄνδρα της— «κοιμᾶται ὅταν τὰ φτιάνῃ αὐτὰ τὰ παιδιά;» Εἰς τὴν ἄλλην: «Μὰ δὲν εἶναι καμμία ποὺ νὰ μὴ θέλῃ παντρειά! Ἐγὼ ἔχω στεφανωμένα, τριάντα χρόνια τώρα, παραπαν᾿ ἀπὸ διακόσια ἀνδρόγυνα, καὶ καμμία δὲν εὑρεθῆ νὰ πῇ πὼς δὲν θέλει!»

Ἀλλὰ τὸ κυριωτερον θῦμα τοῦ παπα-Φραγκούλη ἦτον ὁ Ἀλεξανδρῆς ὁ ψάλτης. Ἔξαφνα τὸν ἠρώτα:

«Δὲ μοῦ λές, Ἀλεξανδρῆ, τί θὰ πῇ, τώρα, στὴν καταβασία τῶν Χριστουγέννων, 'ὁ ἀνυψώσας τὸ κέρας ἡμῶν'; Ποιὸς εἰν᾿ αὐτὸς ὁ ἀνυψώσας;»

«Νά, ὁ ἀνιψιός σας» ἀπήντα ὁ κὺρ Ἀλεξανδρῆς, μὴ ἐννοῶν ἄλλως τὴν λέξιν.

«Καὶ τί θὰ πῇ 'σκῦλα Βαβυλὼν τῆς βασιλίδος Σιών;» ἠρωτα πάλιν ὁ παπᾶς.

«Νά, σκύλα Βαβυλών» ἀπήντα ὁ ψάλτης, νομίζων ὅτι περὶ σκύλας πράγματι ἐπρόκειτο.

Ταῦτα ἐλεγοντο ἐνόσω ἦτο ὑπήνεμος ἡ βάρκα, μὲ τὰς κῶπας βραδυποροῦσα, δεξιόθεν παραπλέουσα τὸν Ἀναγυρον καὶ τὸν Ἀσέληνον, ἀριστεροθεν πελαγωμένη ἀντίκρυ τῶν Τρίκερων καὶ τοῦ Ἀρτεμισίου. Ὁ παπα-Φραγκούλης ἐκάθητο κυβερνῶν εἰς τὸ πηδάλιον, οἱ ἄλλοι ἐβοήθουν εἰς τὴν κωπηλασίαν. Καὶ αὐτὸς ὁ κὺρ Ἀλεξανδρής, ἂν καὶ ἀτζαμὴς περὶ τὰ ναυτικὰ πράγματα, ἠσθάνθη τὴν ἀνάγκην νὰ κωπηλατήσῃ διὰ νὰ ζεσταθῇ. Κι ἡ θειὰ τὸ Μαλαμὼ ἐκωπηλάτησε σχεδὸν ἐπὶ ἡμισείαν ὥραν. Εὐτυχῶς, ἂν καὶ ἐκρύωναν ὅλοι, καὶ αἱ ψυχραὶ ριπαὶ αἱ κατερχόμεναι ἀπὸ τῶν χιονοφόρτων ὀρέων ἐξύριζον τὰ ὦτα καὶ τοὺς λαιμούς των, εἶχον ὅμως τοὺς πόδας θερμούς, τὸ εὐεργετικὸν τοῦτο ἀποτέλεσμα τῆς γειτνιάσεως τοῦ πόντου. Ὁ ἥλιος εἶχε προβάλει ἀπὸ τὰ σύννεφα ἐπ᾿ ὀλίγας στιγμάς («ἥλιος μὲ τὰ δόντια γριὰ μὲ τὰ χταπόδια!» ἀνεκραξεν ὁ Λαμπράκης) διότι, ἐνῷ τὴν νύκτα ἠθρίαζε κι ἐγίνετο «ὁ οὐρανὸς καντῆλι», τὴν ἡμέραν συνηγοντο πάλιν τὰ νέφη, καὶ ὁ βορρᾶς ἐφαινετο ὑποχωρῶν εἰς τὸν ἀπηλιωτην, ὡς νὰ ἠπειλεῖτο βροχή· ἀλλὰ μόλις ἐπροβαλε, κι ἐφάνη ὡς νὰ ἔβλεπε ποιὰ ἦτο ἡ ὑψηλότερα καὶ ἐγγύτερα κορυφὴ ἐκ τῶν κατάλευκων ὀρεων ὁλόγυρα, ἡ τοῦ Πηλίου ἢ ἡ τοῦ Ὄθρυος, διὰ νὰ σπεύσῃ τὸ ταχύτερον νὰ κρυφθῆ. Ἀλλὰ τὰ νέφη σωρευθέντα πάλιν τὸν ἀπήλλαξαν τοῦ κόπου τούτου.

Ἡ ἀκριβὴς ἀπόστασις ἀπὸ τοῦ μεσηβρινοῦ λιμένος ἕως τὸ βορεινότερον ἄκρον τῆς νήσου, ὅπου ἐπλεον, θὰ ἦτο ὡς δέκα ναυτικῶν μιλίων. Ὁ παπὰς ἔβλεπεν ὅτι ἠθελον νυκτώσει, πρὶν φθασωσιν εἰς τὸ Κάστρον. Ἦτο μεσημβρία ἤδη, καὶ δὲν ἔφθασαν ἀκόμη εἰς τὴν Κεγχρεὰν, τὴν ὡραίαν μελαγχολικὴν κοιλάδα μὲ τὰς ἐλαιοφύτους κλιτύς, μὲ τὸν Ἀραδιᾶν, τὸν πυκνὸν ὀρυμῶνά της, μὲ τὸ ρεῦμα καὶ τὰς πλατάνους καὶ τοὺς νερομύλους της. Ὅταν ἔφθασαν εἰς τὴν Κεχρεάν, συνέβη ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὁ μὲν κακομάντις Πανάγος προέλεγεν, ὁ δὲ Στεφανὴς δὲν ἠγνὀει, καὶ ὁ παπα-Φραγκούλης προέβλεπεν. Εἴτε τροπὴ εἰς τὸν μαΐστρον ἦτο, εἴτε ἀποθαλασσια καὶ μπουκάρισμα τοῦ κόρφου, τὰ κύματα ἤρχισαν νὰ ὀγκοῦνται κατάπρωρα τοῦ μικροῦ σκάφους, καὶ ἡ βάρκα μὲ τὸ λευκὸν πανίον της, καὶ μὲ τὸν φλόκκον καὶ τὴν ἀντέννα της, ἤρχισε νὰ σκιρτᾷ ἐπὶ τῶν κυμάτων, ὅμοια μὲ Ἑλληναλβανὸν χορεύοντα ἡρωικοὺς χορούς, μὲ τὸν λευκὸν χιτῶνα ἀνεμίζοντα, μὲ τὸν ἕνα βραχίονα τριγωνοειδὴ εἰς τὴν μέσην, μὲ τὸν ἄλλον ὑψιτενὴ καὶ παίζοντα τὰ δάκτυλα. Αἱ γυναῖκες ἤρχισαν νὰ δειλιῶσιν. Ἡ θειὰ τὸ Μαλαμὼ ἠρώτα τὸν παπά ἂν δὲν ἦτο καλὸν ν᾿ ἀποβιβασθῶσι καὶ ἀνελθωσιν εἰς τὴν Παναγίαν τὴν Κεχρεὰν νὰ λειτουργήσωσιν, ὅπως ἑορτάσωσιν ἐκεῖ τὰ Χριστούγεννα. Ὁ κὺρ Ἀλεξανδρής, ζαλισθείς, ἐζαρωσεν εἰς μίαν γωνίαν, καὶ οἱ ἄλλοι ἐπιβάται μεγάλως ἀνησυχοῦν. Μόνον δυὸ ἄνδρες δὲν ἐδειλίασαν, ὁ μπαρμπα-Στεφανὴς καὶ ὁ παπα-Φραγκούλης.

Εἷς τῶν ἐπιβατῶν ἐπροτεινε ν᾿ ἀράξωσι προσωρινῶς εἰς τὴν Κεχρεάν, ἕως ὅτου κοπάσῃ ὁ ἄνεμος. Ὁ Στεφάνης καὶ ὁ ἱερεὺς συνεννοοῦντο διὰ νευμάτων. Ἀπεῖχον ἀκόμη ἀπὸ τὸ Κάστρον ὑπὲρ τὰ τρία μίλια. Δυὸ μέσα ἠδυναντο νὰ δοκιμασωσιν, ἂν τὰ εὕρισκον τελεσφόρα· ἡ νὰ συστειλωσι τὰ ἱστία καὶ νὰ προχωρησωσι μὲ τὰς κωπας, καταφρονοῦντες τὸν ἀφόρητον, διὰ τὰς γυναίκας μάλιστα, σάλον, περιβρεχόμενοι ἀπὸ τὰ θραυόμενα καὶ εἰσπηδωντα εἰς τὸ σκάφος κύματα, ριγοῦντες καὶ δεινως πάσχοντες, ἡ ν᾿ ἀποβιβασθωσιν εἰς τὴν ξηρὰν καὶ νὰ δοκιμασωσιν ἂν θὰ εὕρισκον ὄρομισκον τινά, δχὶ πολὺ πλακωμένον ἀπὸ τὴν χιονα, ὥστε νὰ εἶναι βάτος εἰς ἀνθρώπους. Πτυαρια καὶ ἀξίνας δυὸ τρεῖς εἶχε πάρει μαζί του ὁ Βασίλης τῆς Μυλωνούς, προβλέπων ὅτι ἴσως θὰ ἐχρησιμευον διὰ ν᾿ ἄνοιξη ὄρομον πρὸς ἀνεύρεσιν τοῦ ἀποκλεισμένου ἀδελφοῦ του. Ὁ παπα-Φραγκούλης ἀπεφανθη ὅτι, ἀφοῦ ἐξ ἅπαντος θὰ ἐνυχτωναν, καλλιον θὰ ἦτο νὰ δοκιμασωσι τὸ πρώτον, διότι κέρδος θὰ ἦτο, εἶπεν, ὅσον ὀλίγον καὶ ἂν ἠδυναντο νὰ προχωρησωσι διὰ θαλασσής, καὶ ὕστερον θὰ εἶχον καιρὸν νὰ καταφυγωσι καὶ εἰς τὴν δευτεραν μέθοδον.

Ἤδη ὁ ἥλιος, ἐπιφανεὶς ἀκόμη μίαν φοράν, ἔκλινε πρὸς τὴν δύσιν. Ἦτο τρίτη καὶ ἡμίσεια ὥρα. Καὶ ὁ ἥλιος ἐχαμήλωνεν, ἐχαμήλωνε. Καὶ ἡ βαρκούλα τοῦ μπαρμπα-Στεφανῆ, μὲ τὸ ἀνθρώπινον φορτίον της, ἐχορευεν, ἐχορευεν ἐπάνω εἰς τὸ κῦμα, πότε ἀνερχόμενη εἰς ὑγρὰ ὄρη, πότε κατερχόμενη εἰς ρευστας κοιλάδας, νῦν μὲν εἰς τὴν ἀκμὴν νὰ καταποντισθῆ εἰς τὴν ἄβυσσον, νῦν δὲ ἑτοίμη νὰ κατασυντριβῇ κατὰ τῆς κρημνώδους ἀκτῆς. Καὶ ὁ ἱερεὺς ἔλεγε μέσα τοῦ τὴν παράκλησιν ὅλην, ἀπὸ τὸ «Πολλοις συνεχόμενος» ἕως τὸ «Πάντων προστατεύεις». Κι ὁ μπαρμπα-Στεφανῆς ἐστενοχωρεῖτο, μὴ δυνάμενος ἐπὶ παρουσία τοῦ παπά νὰ ἔκχυση ἐλευθερως τὰς ἀφελεῖς βλασφημίας του, τὰς ὁποίας ἔμασα κι ἔπνιγε μέσα του, ὑποτονθορυζων: «Σκύλιασε ὁ διαολόκαιρος, λύσσαξε! Θὰ σκάσης, ἀντίχριστε, Τοῦρκο! Τὸ Μουχαμέτή σου, μέσα!» Κι ἡ θειὰ τὸ Μαλαμῶ, ποιοῦσα τὸ σημεῖον τοῦ Σταυροῦ, ἔλεγε τὸ «Θεοτόκε Παρθένε», κι ἐπανελαμβανεν: «Ἔλα, Κ᾿στέ μ᾿! Βοήθα, Παναΐα μ᾿!» Καὶ τὰ κύματα ἔπληττον τὴν πρῷραν, ἐπληττον τὰ πλευρὰ τοῦ σκάφους, καὶ εἰσορμωντα εἰς τὸ κύτος ἔκτυπων τὰ νῶτα, ἔκτυπών τους βραχίονας τῶν ἐπιβατῶν. Καὶ ὁ ἥλιος ἐχαμήλωνεν, ἐχαμήλωνε. Καὶ ἡ βαρκούλα ἐκινδύνευε ν᾿ ἀφανισθῇ. Καὶ ἡ ἀπόρρωξ βραχώδης ἀκτὴ ἐφαινετο διαφιλονεικοῦσα τὴν λείαν πρὸς τὸν βυθὸν τῆς θαλάσσης.

Τέλος, ἤρχισε νὰ σκοτεινιάζῃ. Ἐνύκτωσεν ἀκριβῶς τὴν στιγμὴν καθ᾿ ἣν θὰ ἐβλεπον ἀντίκρυ τὸ Κάστρον, οὗ ἀπεῖχον τώρα δυὸ ἀκόμη μίλια. Νέφη συσσωρευμένα πρὸς ἀνατολὰς ἠμπόδιζον νὰ φανῇ τὸ παρήγορον φέγγος τῆς σελήνης. Ἀλλ᾿ ὁ ἄνεμος, ἀντὶ νὰ πέσῃ, ἐδυνάμωνε καὶ ἀγρίευε καὶ ἐθεριευε, καὶ ὁ πλοῦς κατέστη ἀδύνατός του λοιποῦ. Δὲν ἔβλεπον πλέον οὔτε ἐμπρὸς οὔτε δεξιὰ τίποτε, εἰμη δυὸ δγκοὺς φαιούς, ἀμαυρούς. Εὐτυχῶς, ὁ μπαρμπα-Στεφανης ἐγνώριζε καλὰ τὸ μέρος.

«Ἐδῶ, ἐδῶ εἶν᾿ ἕνα λιμανάκι, παπά, κατ᾿ ἀπ᾿ τὸ Πρυΐ, ἀποκατ᾿ ἀπ᾿ τὴν Ἅγια Ἀναστασία, στὰ Μποστάνια».

«Θυμᾶσαι καλά, Στεφανῆ;»

«Ὅπως ξερ᾿ς ἡ ἁγιωσύνη σ᾿ τὰ γράμματα τσ᾿ ἐκκλησιᾶς ἀπ᾿ ὀξου, παπά, ἔτσι κι ἐγὼ τὰ ξέρω ἀπ᾿ ὀξου ὅλα τὰ λιμανάκια, τοὺς κάβους, κι τ᾿ς ἀμμουδιές, ὅλες τὶς ξέρες κι τὰ γκριφια κι τὰ θαλάμια».

Καὶ προσηγγισαν μὲ πολὺν κόπον καὶ ἀγῶνα καὶ βάσανον, βρεγμένοι, θαλασσοπνιγμένοι, μισοπαγωμένοι. «Ἐκεῖ, ἐκεῖ διανασταει».

Ὑπῆρχεν ἓν θαλάσσιον μάρμαρον, ὡς φυσικὴ ἀποβάθρα, πότε καλυπτόμενον ἀπὸ τὸ κῦμα, πότε ἀνέχον ὑπεράνω τῆς θαλάσσης. Τὴν φορᾶν ταύτην τὸ ἐκάλυπτε καὶ δὲν τὸ ἐκάλυπτε τὸ κῦμα. Ἐπλησίασαν καὶ ἠσθανθησαν πάραυτα τὸ εὐάρεστον αἴσθημα τῆς παύσεως τοῦ σάλου καὶ τῆς προσεγγίσεως εἰς σκεπαστὸν καὶ εὐλίμενον μέρος.

«Πάντα κατευόδιο!» εἶπε ποιῶν τὸ σημεῖον τοῦ Σταυροῦ ὁ κὺρ Ἀλεξανδρης, ὅστις τότε ἐξεζαλίσθη κι ἐσταθη εἰς τοὺς πόδας του.

Ἐπηδησαν εἰς εἰς ἐξω· ἐξεφορτωσαν τὰς ἀποσκευὰς καὶ ἠλάφρυναν τὴν βαρκαν. Ἀνάμεσα εἰς τὸ μάρμαρον καὶ εἰς τὴν κρημνώδη ἀκτὴν ἐσχηματιζετο μικρὰ ἀμμουδιά, ὅση θὰ ἠρκει διὰ νὰ σύρῃ ἁλιεὺς τὴν ψαροπούλαν του, γυρμενην ἀπὸ τὴν μίαν πλευρὰν ἐπὶ τῆς ἄμμου, καὶ νὰ ἐξαπλωθῆ καὶ αὐτὸς ὑπὸ τὴν ἄλλην πλευρὰν νὰ κοιμηθῆ θεωρῶν τοὺς ἀστέρας.

«Τώρα νὰ σύρουμε τὴ βάρκα, παπά» εἶπεν ὁ μπαρμπα-Στεφανής, «κι ὕστερα οἱ ἄνδρες νὰ φορτωθοῦμε ὅλα τὰ πράγματα καὶ ν᾿ ἀρχίσουμε σιγὰ σιγὰ ν᾿ ἀνεβαίνουμε. Ἂς πάρουν κι οἱ.γυναῖκες δ,τι μποροῦν».

«Νὰ τώρα τί ἄξιζε νὰ ᾿χα τὸ μ᾿λαρι μαζὶ μ᾿» εἶπεν ὁ Βασίλης τῆς Μυλωνούς. «Σοῦ εἶπα, μπαρμπα-Στεφανη, νὰ τὸ μπαρκάρουμε, δὲ θέλησες».

Ἔσυραν τὴν λέμβον. Ἤναψαν τὰ δυὸ φανάρια ποὺ εἶχαν. Ὁ Βασίλης ἔλαβε τὰ πτυάρια καὶ τὰς ἀξίνας του, καὶ ἀπομακρυνθεῖς προσωρινῶς ἤρχισε νὰ κατοπτεύῃ ποὺ θὰ εὕρισκε μονοπάτι ὄχι πολὺ πατημένον ἀπὸ τὴν χιονα, ὥστε νὰ δύνανται ἄνθρωποι νὰ βαδισωσιν. Ἀπὸ τὸ μέρος ἐκεῖνο ὡς τὸ Κάστρον, τὸ ὁποῖον διεκρινετο ὡς πελώριος ἀμαυρὸς ὄγκος ὑψηλὰ πρὸς βορρᾶν, ἡ ὁδὸς δὲν θὰ ἦτο πλέον τῆς ὥρας, ἀλλ᾿ εἰς ἣν κατάστασιν ἦτο τώρα ὁ ὄρομος ἀπὸ τὰς χιονας, τὶς οἶδεν ἂν θὰ ἠρκει καὶ τὸ τριπλάσιόν του χρόνου ὅπως φθασωσιν. Ἐδείπνησαν ὅλοι ἐπὶ ποδὸς μὲ διπυρα καὶ μὲ ἐλαίας καὶ ἐπιον ὀλίγον οἶνον ἡ ρακήν.

Ὁ Βασίλης ἐπανελθὼν ἀνηγγειλεν ὅτι ἀνεῦρε τὸ μονοπάτι, πλακωμένον πολὺ ἀπὸ τὴν χιονα, ἀλλ᾿ ὅτι μὲ πολὺν κόπον, ἂν προπορευωνται δυὸ ἄνθρωποι καὶ ξεχιονιζουν, ἐλπίζει νὰ φθάσουν εἰς τὸ Κάστρον τὸ γρηγορωτερον... ἕως τὰ μεσανυκτα. Ἐφορτωθησαν τὰς ἀποσκευας. Ὁ κὺρ Ἀλεξανδρὴς ἔλαβε τὸ ἕνα φανάρι καὶ μία τῶν γυναικῶν τὸ ἄλλο. Ὁ Βασίλης τῆς Μυλωνοῦς, ὁ μπαρμπα-Στεφανὴς καὶ ὁ υἱός του ἔλαβον τὰ πτυάρια καὶ τὰς ἀξίνας καὶ προπορευόμενοι ἤρχισαν νὰ ξεχιονιζωσιν. Ὁ ὁρμίσκος ἀνήρχετο ἕρπων εἰς τὸν κρημνὸν κατ᾿ ἀρχάς, εἰτα κατηρχετο εἰς ἐν παραθαλάσσιον κοίλωμα. Ἐπατουν προσεκτικως, ὡς νὰ ἐμετροῦσαν τὰ βήματα τῶν. Ἡ σελήνη εἰχεν ἀπαλλαγῆ τῶν νεφῶν καὶ προσεπαθει νὰ φέξη τὸν ὄρομον μὲ τὸ κρυερον φῶς της. Ἐνίοτε ἔχαναν τὸ χάραγμα τοῦ ὄρομου, ἀπεπλανωντο κι εὑρίσκοντο αἴφνης ἐπὶ τῆς κορυφῆς πελώριων βράχων, κάτω τῶν ὁποίων ἄβυσσος ἠνοιγε τὸ στόμα της, καὶ πάλιν κατεβαῖνον μὲ τρεμουλιαστὰ γόνατα, κρατούμενοι ἐκ τῶν πετρῶν καὶ τῶν θάμνων. Ἀνεῖρπον εἰς τὸν κρημνὸν ὡς μικρὸν κοπαδιον αἰγῶν ἀποπλανηθὲν καὶ ἀπαγόμενον ὀπίσω εἰς τὴν μάνδραν ἀπὸ τοὺς δυὸ βοσκούς του, οἵτινες τὸ ἀνεζητησαν κρατοῦντες φανάρια, καὶ μακροθεν ἂν τοὺς ἔβλεπε τίς, ἠδυνατο νὰ τοὺς ἐκλάβη ὡς συστρεφόμενον κρικωτον τέρας, φωσφορίζον τὴν κεφαλὴν καὶ τὴν οὐράν, μὲ τοὺς δυὸ φανούς. Μὲ ὅλον τὸ ξεχιονισμα, τὸ ὁποῖον ἐννοεῖ τὶς ποσὸν ἀτελῶς ἐνηργεῖτο, ἐπατουν ἐνίοτε σφαλερῶς κι ἐχωνοντο ὡς τὸ γόνυ καὶ ὡς τὸν μηρὸν εἰς τὴν χιονα.

Ἐπλησίαζε μεσάνυκτα ὅταν ἔφθασαν ὑπὸ τὴν γέφυραν τοῦ Κάστρου, μισοπνιγμενοι, παγωμένοι, ἁλμυροὶ ἀπὸ θάλασσαν καὶ λευκοὶ ἀπὸ χιονα, μελανιασμένοι τὰ χείλη, ἀλλὰ θερμοὶ τὴν καρδίαν.

Ἐκεῖ ἐπάνω, πρὶν διελθωσι τὴν γέφυραν, ἀπὸ τὴν σιδερόπορταν τοῦ Κάστρου ἠκουσθησαν φωναίι:

«Ποιοὶ εἶστε; Ποιοὶ εἶστε;»

Καὶ ἀντήχησε βαρὺς ὁ τριγμὸς τῶν ἐσκωριασμενων στροφέων, ὡς νὰ ἐδοκίμαζε τὶς νὰ κλείση ἔσωθεν τὴν σιδηρᾶν πύλην. Ἠκουσθη δὲ καὶ μικρὸς κρότος, ὡς ὁ τῆς ὑψώσεως σκανδάλης τουφεκιοῦ.

«Καλοί! Καλοί! Πατριῶτες!» ἀπηντησεν ὁ μπαρμπα-Στεφανής. «Μὰ ἐσεῖς ποιοὶ εἶστε;»

«Πέστε μας τὰ ὀνόματά σας!»

«Ἡμεῖς εἴμαστε...» ἤρχισεν ὁ μπαρμπα-Στεφανῆς, καὶ συγχρόνως διὰ τοῦ βλέμματος ἐσυμβουλευετο τὸν παπάν.

«Μπά! αὕτη εἶναι ἡ φωνὴ τ᾿ ἀδερφοῦ μου» ἀνεκραξεν ὁ Βασίλης τῆς Μυλωνούς.

Καὶ εἶτα ἐντεινας τὴν φωνήν:

«Ἀργύρη, ἐγὼ εἶμαι!» ἐφώναξε.

«Τόσο καλύτερα... μᾶς ἔβγαλαν κι ἀπὸ ἕναν κόπο» ἐψιθυρισεν ὁ ἱερεύς.

Ἀνέβησαν εἰς τὸ Κάστρον, ὅπου συνηντησαν τὸν Ἀργύρην τῆς Μυλωνοῦς καὶ τὸν σύντροφόν του, τὸν Γιάννην τὸν Νυφιωτην. Οὗτοι ἐν ὀλιγοις διηγήθησαν πὼς τοὺς εἶχε κλείσει τὸ χιόνι ἐπάνω στὸ Στοιβωτό, ὅπου ἐτρυπωσαν δυὸ νύκτας εἰς μίαν σπηλιάν, καὶ πὼς τὴν προχθές, ἤτοι εἰς τὰς 22 τοῦ μηνός, ἐλθόντες τοὺς ἀπηλευθέρωσαν ἐκεῖθεν, ἐκτοπίσαντες μεγάλους ὄγκους χιόνος, δυὸ αἰγοβοσκοί, ὁ Γιαλῆς ὁ Κονιζᾶς καὶ ὁ Γιώργης ὁ Μπάντας, οἵτινες καὶ εὑρίσκοντο τὴν στιγμὴν ταύτην μὲ ὅλον τὸ αἰπόλιόν των εἰς τὸ φρούριον.

Τὸ φρούριον τοῦτο, ὅπερ ἀλλαχοῦ περιεγραψαμεν, ἦτο γιγαντιαῖος βράχος, φυτρωμένος ἐκεῖ παρὰ τὸ πέλαγος, προεκβολὴ τῆς γῆς πρὸς τὸν πόντον, ὡς νὰ ἔδειχνεν ἡ ξηρὰ τὸν γρόνθον εἰς τὴν θάλασσαν καὶ νὰ τὴν προεκάλει· φοβερός, μονοκόμματος γρανίτης, ἁλίκτυπος, ὅπου γλαῦκες καὶ λάροι ἠριζον περὶ κατοχῆς, διαφιλονεικουντες ποὺ ἀρχίζει ἡ κυριότης τοῦ ἑνὸς καὶ ποὺ σταματᾷ ἡ δικαιοδοσία τοῦ ἄλλου. Προσφιλὴς σκοπὸς τοῦ βορρᾶ καὶ τῶν γειτόνων του, τοῦ καικιου καὶ τοῦ ἀργεστου, ὧν τὸ στάδιον εὐρὺ ἐκτείνεται ἀναμεσον τῆς Χαλκιδικης, τοῦ Θερμαίκου, τοῦ Ὀλύμπου καὶ τοῦ Πηλίου μεμονωμένος ὑψιτενης βράχος, ἐφ᾿ οὗ οἱ κάτοικοι ἐξ ἀνάγκης εἶχον κλεισθῆ διὰ φύλαξιν κατὰ τῶν πειρατῶν καὶ τῶν βάρβαρων, ἐγκαταλιποντες αὐτὸν ἔρημον μετὰ τὸ 1821, ὅτε ἐκτίσθη ἡ σημερινὴ μεσημβρινὴ πολίχνη. Μέχρι πρὸ ὀλίγων ἐτῶν ἐσωζοντο ἀκόμη οἰκιαι τινὲς μὲ τὰς στεγας καὶ τὰ πατωματὰ τῶν ἐντὸς τοῦ φρουρίου, ἀλλὰ τελευταῖον, ἡ ὀλιγωρία τῶν δημοτικῶν ἄρχων, ὁ ὀκνὸς τῶν ἀνθρώπων εἰς τὸ νὰ ἐπισκεπτωνται τὸ Κάστρον συχνοτερα, καὶ ἡ ἀσυνειδησία ὀλίγων τίνων συλαγωγων, πλεονεκτῶν ἡ οἰκοδομῶν, εἶχε καταστήσει ἐρειπιὼν σωρὸν τὸ Κάστρον. Ἐντεῦθεν ἀμελησαντες καὶ οἱ ἐφημέριοί της σημερινῆς πολίχνης, ἄφηναν ἀπὸ ἐτῶν ἤδη ἀλειτούργητον τὸν ναὸν τῆς Χριστοῦ Γεννήσεως, κατ᾿ αὐτὴν τὴν ἡμέραν τῆς ἑορτῆς.

Ὁ ναὸς τῆς Χριστοῦ Γεννήσεως ἦτο ἡ παλαιὰ μητρόπολις τοῦ φρουρίου. Ὁ ναΐσκος, πρὸ ἑκατονταετηρίδων κτισθείς, ἵστατο ἀκόμη εὐπρεπὴς καὶ δχὶ πολὺ ἐφθαρμένος. Ὁ παπα-Φραγκούλης καὶ ἡ συνοδεία τοῦ φθασαντες εἰσηλθον τέλος εἰς τὸν ναὸν τοῦ Χριστοῦ, καὶ ἡ καρδία τῶν ἠσθανθη θάλπος καὶ γλυκύτητα ἄφατον. Ὁ ἱερεὺς ἐψιθυρισε μετ᾿ ἐνδομύχου συγκινήσεως τὸ «Εἰσελεύσομαι εἰς τὸν οἶκον σου», κι ἡ θειὰ τὸ Μαλαμῶ, ἀφοῦ ἤλλαξε τὴν φ᾿στάνα της τὴν βρεγμενην κι ἐφόρεσεν ἄλλην, στεγνήν, καὶ τὸ γ᾿νάκι της τὸ καλό, τὰ ὁποῖα εὐτυχῶς εἰχεν εἰς ἀβασταγὴν καλῶς φυλαγμένα ὑπὸ τὴν πρῷραν τῆς βάρκας, ἔδεσε μέγα σάρωθρον ἐκ στοιβῶν καὶ χαμόκλαδων καὶ ἤρχισε νὰ σαρώνῃ τὸ ἔδαφος τοῦ ναοῦ, ἐνῷ αἱ γυναῖκες αἱ ἄλλαι ἤναπταν ἐπιμελῶς τὰ κανδηλια, καὶ ἤναψαν μέγα πλῆθος κηρίων εἰς δυὸ μανουάλια, καὶ παρεσκεύασαν μεγάλην πυρὰν μὲ ξηρὰ ξύλα καὶ κλάδους εἰς τὸ προαύλιον τοῦ ναοῦ, ὅπου ἐσχηματίζετο μακρὸν στένωμα παράλληλον τοῦ μεσημβρινοῦ τοίχου, κλειόμενον ὑπὸ σῳζόμενου ὀρθοῦ τοιχίου γείτονος οἰκοδομῇς, κι ἐγέμισαν ἄνθρακας τὸ μέγα πύραυνον, τὸ σῳζόμενον ἐντὸς τοῦ Ἱεροῦ Βήματος, καὶ ἔθεσαν τὸ πύραυνον ἐν τῷ μέσῳ τοῦ ναοῦ, ρίψασαι ἄφθονον λίβανον εἰς τοὺς ἄνθρακας. Καὶ ὠσφράνθη Κύριος ὁ Θεὸς ὀσμὴν εὐωδίας.

Ἔλαμψε δὲ τότε ὁ ναὸς ὅλος, καὶ ἤστραψεν ἐπάνω εἰς τὸν θόλον ὁ Παντοκράτωρ μὲ τὴν μεγάλην κι ἐπιβλητικὴν μορφήν, καὶ ἠκτινοβόλησε τὸ ἐπίχρυσον καὶ λεπτουργημενον μὲ μυρίας γλυφὰς τέμπλον, μὲ τὰς περικαλλεῖς τῆς ἀρίστης Βυζαντινῆς τέχνης εἰκόνας του, μὲ τὴν μεγάλην εἰκόνα τῆς Γεννήσεως, ὅπου «Παρθένος καθέζεται τὰ Χερουβεὶμ μιμουμένη», ὅπου θεσπεσίως μαρμαίρουσιν αἱ μορφαὶ τοῦ Θείου Βρέφους καὶ τῆς ἀμώμου Λεχοῦς, ὅπου ζωνταναι παρίστανται αἱ ὄψεις τῶν ἀγγέλων, τῶν μάγων καὶ τῶν ποιμένων, ὅπου νομίζει τὶς ὅτι στιλβει ὁ χρυσός, εὐωδιάζει ὁ λίβανος καὶ βαλσαμώνει ἡ σμύρνα, καὶ ὅπου, ὡς ἐὰν ἡ γραφικὴ ἐλαλει, φαντάζεται τὶς ἐπὶ μίαν στιγμὴν ὅτι ἀκούει τὸ «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ»!

Ἐν τῷ μέσῳ δὲ κρεμαται ὁ μέγας ὀρειχάλκινος καὶ πολυκλαδος πολυέλεος, καὶ ὁλόγυρα ὁ κρεμαστὸς χορός, μὲ τὰς εἰκόνας τῶν Προφητῶν καὶ Ἀποστόλων, ὑφ᾿ ὃν ἐτελοῦντο τὸ πάλαι οἱ σεμνοὶ γάμοι τῶν χριστιανῶν ἀνδρογύνων. Καὶ ὁλόγυρα αἱ μορφαὶ τῶν Μαρτύρων, Ὁσιων καὶ Ὁμολογητῶν. Ἵστανται ἐπὶ τῶν τοίχων ἠρεμοῦντες, ἀπαθεῖς, ὁποῖοι ἐν τῷ Παραδείσῳ, εὐθὺ καὶ κατὰ πρόσωπον βλέποντες, ὡς βλέπουσι καθαρῶς τὴν Ἁγίαν Τριάδα. Μόνος ὁ Ἅγιος Μερκούριος, μὲ τὴν βαρεῖαν περικεφαλαίαν του, μὲ τὸν θώρακα, τὰς περικνημίδας καὶ τὴν ἀσπίδα, φαίνεται ὀλίγόν τι ἐγκαρσίως βλέπων καὶ κινούμενος καὶ ὁρῶν, εἰς τὰ δεξιὰ του ναοῦ, ἐκεῖ ὅπου διατρυπᾷ μὲ τὸ δόρυ του τὸν ἐπὶ θρόνου καθήμενον ὠχρὸν Παραβάτην. Πελιδνὸς ὁ παράφρων τύραννος, μὲ τὸ βλέμμα σβῆνον, μὲ τὸ στῆθος αἱμάσσον, μάτην προσπαθεῖ ν᾿ ἀποσπάσῃ ἀπὸ τὸ στέρνον του τὸν ὀξὺν σίδηρον, καὶ ἐξεμεῖ μετὰ τῆς τελευταίας βλασφημίας καὶ τὴν μιαρὰν ψυχήν του. Γείτων τῆς τρομακτικῆς ταύτης σκηνῆς παρίσταται γλυκεῖα καὶ συμπαθεστάτη εἰκών, ὁ Ἅγιος Κήρυκος, τριετίζον παιδιον, κρατούμενον ἐκ τῆς χειρὸς ὑπὸ τῆς μητρός του, τῆς Ἅγιας Ἰουλιττης. Δία δώρων καὶ θυσιῶν ἐζητει ὁ διώκτης Ἀλέξανδρος νὰ ἑλκύση τὸ παιδιον, καὶ διὰ τοῦ παιδιοῦ τὴν μητέρα. Ἀλλ᾿ ὁ παῖς, καλῶν τὴν μητέρα του καὶ ὑποψελλίζων τοῦ Χριστοῦ τὸ ὄνομα, ἔπτυσε τὸν τύραννον κατὰ πρόσωπον, καὶ ἐκεῖνος ἐξαγριωθεὶς ἐκρήμνισε τὸ παιδίον ἀπὸ τῆς μαρμαρίνης κλίμακος, ὅπου συνέτριψε τὸ τρυφερὸν καὶ διὰ στεφάνους πλασθὲν κρανίον.

Καὶ εἰς τὴν χηβαδα τοῦ Ἱεροῦ Βήματος, ὑψηλά, ἐφαινετο στεφανουμενη ὑπὸ ἀγγέλων ἡ τῶν Οὐρανῶν Πλατυτέρα. Καὶ κατωτερω, περὶ τὸ θυσιαστήριον, ἵσταντο, ἄρρητον.σεμνότητα ἀποπνεουσαι, αἱ μορφαι τῶν μεγάλων Πατέρων, τοῦ Ἀδελφοθεου, τοῦ Βασιλείου, τοῦ Χρυσοστόμου καὶ τοῦ Θεολόγου, καὶ ἐφαινοντο ὡς νὰ ἐχαιρον διότι ἐμελλον ν᾿ ἀκούσωσι καὶ πάλιν τὰς εὐχας καὶ τοὺς ὕμνους τῆς Εὐχαριστίας, οὖς αὐτοὶ ἐν Πνεύματι συνέθεσαν. Πέριξ δέ, καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτός, εἰκονιζετο περιτεχνως ὅλον τὸ Δωδεκαορτον καὶ τὰ τάγματα τῶν ἀγγέλων, καὶ ἡ βρεφοκτονία, καὶ οἱ κόλποι τοῦ Ἀβραὰμ καὶ ὁ λῃστὴς ὁ ἐπὶ τοῦ σταυροῦ ὁμολογήσας.

Ὅταν ἔφθασαν εἰς τὸ Κάστρον καὶ εἰσηλθον εἰς τὸν ναὸν τοῦ Χριστοῦ, τόσον θάλπος ἐθώπευσε τὴν ψυχήν των, ὥστε, ἂν καὶ ἦσαν κατάκοποι, ἂν καὶ ἐνυσταζον τινὲς αὐτῶν, ἠσθανθησαν τόσον τὴν χαράν του νὰ ζωσι καὶ τοῦ νὰ ἐχωσι φθάσει αἰσίως εἰς τὸ τέρμα τῆς πορείας των, εἰς τὸν ναὸν τοῦ Κύριου, ὥστε τοὺς ἔφυγε πᾶσα νύστα καὶ πᾶσα κόπωσις. Οἱ αἰπόλοι, εὑρόντες ἐνασχόλησιν καὶ πρόφασιν ὅπως καπνιζωσι καθήμενοι, καὶ ἐνίοτε ὅπως ἐξαπλωνωνται καὶ κλεπτωσιν ἀπὸ κανέναν ὕπνον τυλιγμένοι μὲ τὲς καππες τῶν παρὰ τὸ πῦρ, εἶχον ἀνάψει ἔξω δυὸ πυρσούς, τὸν ἕνα ἔμπροσθεν τοῦ Ἱεροῦ Βήματος, τὸν ἄλλον πρὸς τὸ βόρειον μέρος. Ἐντὸς τοῦ ναοῦ ἡ θερμότης ἦτο λίαν εὐάρεστος, τὴ βοήθεια τῶν ἔσωθεν καὶ ἔξωθεν πυρῶν. Καὶ εἶχον σωρεύσει πάμπολλας δέσμας ξηρῶν ξύλων καὶ κλάδων οἱ ἐκεῖ καταφυγοντες αἰπόλοι, μὲ τὰς ὀλιγας αἶγας καὶ τὰ ἐρίφιά των, ὅσα δὲν εἶχον ψοφήσει ἀκόμη ἀπὸ τὸν βαρὺν χειμῶνα τοῦ ἔτους ἐκεινοῦ, οἱ τραχεῖς αἰπόλοι, οἵτινες εἶχον σώσει καὶ τοὺς δυὸ ὑλοτόμους ἐκ τοῦ ἀποκλεισμοῦ τῆς χιονος. Καὶ εἰτα ὁ ἱερεὺς ἔβαλεν εὐλογητὸν καὶ ἐψάλη ἡ λιτὴ τῆς μεγαλοπρεποῦς ἑορτῆς, μεθ᾿ ὃ ὁ κὺρ Ἀλεξανδρὴς ἤρχισε τὰς ἀναγνώσεις, καὶ ὅσοι ἦσαν νυστασμενοι, ἀπεκοιμήθησαν σιγὰ εἰς τὰ στασίδιά των (ἄ! ἐμελλον ἄρα τοῦ Προφητάνακτος οἱ θεσπέσιοι ὕμνοι ἀπὸ ψαλμῶν νὰ καταντήσωσιν ἀνάγνωσις νυστακτική, καὶ ὡς ἀνάγνωσις νὰ παραλείπωνται ὅλως, ὡς φορτικόν τι καὶ παρέλκον!), βαυκαλιζόμενοι ἀπὸ τὴν ἔρρινον καὶ μονότονον ἀπαγγελίαν τοῦ κὺρ Ἀλεξανδρῆ. Ὁ ἀγαθὸς γέρων ἦτο ἐκ τοῦ ἀμίμητου ἐκείνου τύπου τῶν ψαλτῶν, ὧν τὸ γένος ἐξελιπε δυστυχῶς σήμερον. Ἔψαλλε κακῶς μέν, ἀλλ᾿ εὐλαβῶς καὶ μετ᾿ αἰσθήματος. Κανὲν σχεδὸν κῶλον δὲν ἔλεγεν ὀρθῶς, οὔτε μουσικῶς, οὔτε γραμματικῶς. Πότε ἣν καὶ ἥμισυ κῶλον τὰ ἥνου εἰς ἕν, πότε δυὸ καὶ ἥμισυ τὰ διήρει εἰς τέσσαρα. Ἀλλὰ προκριτωτέρα ἡ ἀμάθεια τῆς δοκησισοφίας...

Ἀλλ᾿ ὀτε ὁ ἱερεὺς ἐξελθων ἔψαλε τὸ «Δεῦτε ἴδωμεν, πιστοί, ποὺ ἐγεννηθη ὁ Χριστός», τότε αἱ μορφαὶ τῶν Ἅγίων ἐφανησαν ὡς νὰ ἐφαιδρυνθησαν εἰς τοὺς τοίχους. «Ἀκολουθησωμεν λοιπὸν ἔνθα ὁδεύει ὁ ἀστήρ», καὶ ὁ κὺρ Ἀλεξανδρὴς ἐνθουσιῶν ἔλαβε τὴν ὑψηλὴν καλάμην καὶ ἔσεισε τὸν πολυέλεον μὲ τὰς λαμπάδας ὅλας ἀνημμένας. «Ἄγγελοι ὑμνοῦσιν ἀκαταπαύστως ἐκεῖ», καὶ ἐσεισθη ὁ ναὸς ὅλος ἀπὸ τὴν βροντώδη φωνὴν τοῦ παπα-Φραγκούλη μετὰ πάθους ψάλλοντος: «Δόξα ἐν ὑψιστοις λέγοντες τῷ σήμερον ἐν σπηλαιῳ τεχθεντι», καὶ οἱ ἄγγελοι οἱ ζωγραφιστοί, οἱ περικυκλοῦντες τὸν Παντοκράτορα ἄνω εἰς τὸν θόλον, ἔτειναν τὸ οὖς, ἀναγνωρισαντες οἰκεῖον αὐτοὶς τὸν ὕμνον.

Καὶ εἰτα ὁ ἱερεὺς ἐπῆρε καιρὸν καὶ ἤρχισε νὰ προσφέρῃ τῷ Θεῷ θυσίαν αἰνέσεως.

Αἴφνης ἠκούσθησαν φωναὶ ἔξωθεν τοῦ ναοῦ. Ἐξηλθον τινὲς τῶν ἀνδρῶν νὰ ἴδωσι τί τρέχει. Ἐξῆλθε κι ἡ θειὰ τὸ Μαλαμῶ, κι ὁ κὺρ Ἀλεξανδρης ἔμεινε μὲ τὰ γυαλιὰ εἰς τὰ ὄμματα, βλέπων πρὸς τὴν θύραν ἀριστερά του, καὶ διέκοψε τὴν ψαλμῳδίαν του. Ὁ παπὰς ἔρριψεν αὐστηρὸν βλέμμα πρὸς τὸν ψαλτην καὶ τὸν ἐκαρφωσεν εἰς τὴν θέσιν του.

τὰς φωνας εἶχον ρηξει ὁ εἷς τῶν αἰπόλων καὶ ὁ εἷς τῶν ὑλοτόμων, οἵτινες ἔτυχον καθήμενοι παρὰ τὸν πυρσόν, ἀνατολικως τοῦ ναισκου. Δία τῶν φωνῶν τούτων εἶχον ἀπαντήσει εἰς τίνας κραυγὰς ἐλθούσας ἀπ᾿ ἀντίκρυ, ἐκ τῆς θαλάσσης.

Ἐκεῖ, ἐν μέσῳ τοῦ Κάστρου καὶ τῆς βραχώδους ἀκτῆς τοῦ Κουρουπη, ἐσχηματίζετο ἐπισφαλὴς ὅρμος, ὁ Μικρὸς Γιαλός. Αἱ κραυγαι ἠρχοντο ἀκριβῶς ἐκ τῆς γειτονιᾶς τῶν ἀπεσπασμένων βράχων καὶ σκοπέλων, ὑπὸ τὴν φοβερὰν ἀκτὴν τοῦ Κουρουπῆ.

Παρῆλθε πολλὴ ὥρα ἕως οὐ ἐννοησωσι τί τρέχει. Ὅλοι σχεδὸν οἱ ἐκκλησιαζόμενοι εἶχον ἐξέλθει τοῦ ναοῦ. Ἔμειναν μόνοι ὁ ἱερεύς, ὅστις ἐκρατεῖτο ἀκλόνητος εἰς τὸ χρέος του, φορεμενος ἤδη τὰ ἱερὰ ἄμφια, ἑτοιμαζόμενος νὰ προσέλθη εἰς τὴν προσκομιδήν, καὶ ὁ κὺρ Ἀλεξανδρης, τὸν ὁποῖον ἐκρατει τὸ βλέμμα τοῦ ἱερέως.

Ἐν τουτοις, κατ᾿ εἰκασίαν μᾶλλον ἡ ἐκ βεβαιας πληροφορίας, ἐνοησαν ὅτι ἐκεῖ, ὑπὸ τὸν Κουρουπη, εἶχε προσαράξει πλοῖον ἀπὸ τοῦ πελάγους ἐρχόμενον. Ἡ σελήνη εἶχε δύσει καὶ ὁ πυρσὸς δὲν ἐρριπτε πόρρω τὸ φῶς. Ἐβλεπον ἀμυδρῶς ἐκεῖ ἀπέναντι, εἰς ἀπόστασιν μιλιοῦ σχεδόν, ἐπὶ τοῦ μαυρισμένου ὄγκου τῶν ἁλικτυπων βράχων, ἐβλεπον σῶμα τί ἀμυδρῶς κινούμενον, μελανωτερον τῶν βράχων. Ἀντηχοῦν ἐν τῇ σιγῇ τῆς νυκτός, μεγεθυνομεναι ἀπὸ τὰς ἠχοῦς, κραυγαι ἀγωνιᾷς καὶ ταραχῆς, ὅμοιαι μ᾿ ἐκεινας τὰς ὁποίας ἐκχυνουσι κινδυνεύοντες ἄνθρωποι ἡ ναυαγοὶ σαστισμένοι.

Οἱ ἄνδρες ἔσπευσαν νὰ ῥίψωσιν ἐπὶ τῆς πυρᾶς ὅσα κλαδιὰ εἶχον πρόχειρα ἀκόμη, σχηματίζοντες ὀγκωδεστέραν τὴν φλόγα. Ἄλλο μέσον βοήθειας δὲν εἶχον ταχύ.

Ἐν τουτοις, ὁ Στεφάνης ὁ πορθμεὺς καὶ ὁ Μπάντας καὶ ὁ Νυφιωτης ὁ Γιάννης καὶ ὁ Ἀργυρῆς καὶ ὁ ἀδελφός του ἔλαβον ἀνὰ ἕνα δαυλὸν καὶ τὰ δυὸ φανάρια, καὶ ἀπεφασισαν νὰ κατελθωσι τρέχοντες εἰς τὸν Μικρὸν Γιαλόν. Ἀλλ᾿ ἐὰν ὁ κρημνώδης ὁρμίσκος δὲν ἦτο χιονισμένος, θὰ ἐχρειαζετο σχεδὸν ἠμίσεια ὥρα διὰ νὰ κατέλθῃ τις ἐκεῖ ἀπὸ τὸ Κάστρον, καὶ τώρα ὅπου ἦτο χιονισμένος, καὶ ἦτο νύξ, τρίτη ὥρα μετὰ τὰ μεσανυκτα, οὔτε μία ὥρα δὲν θὰ ἤρκει. Εἰς μίαν δὲ ὥραν ἠδύναντο νὰ κατασυντριβῶσι δεκάδες πλοίων καὶ νὰ πνιγῶσιν ἑκατοντάδες ἀνθρώπων.

Οὐχ ἧττον οἱ ἄξεστοι ἐκεῖνοι ἄνθρωποι, ἐκ τῆς αὐθορμήτου ἐκεινῆς φιλανθρωπίας, ἥτις εἶναι οἰονεὶ φυσικὴ ὁρμή, ὡς συμπάθεια τῆς σαρκὸς πρὸς τὴν σάρκα, καὶ εἶναι τὸ πρώτον καὶ τελευταῖον αἴσθημα τὸ συγκινοῦν τὴν καρδίαν, μετὰ τὴν πρώτην ἔκπληξιν, καὶ πρὶν προφθασασα πνεύση ἡ παγερὰ πνοὴ τῆς φιλαυτίας καὶ ἀδιαφορίας, οἱ ἄνθρωποι, λέγω, ἐκεῖνοι ἔλαβον τοὺς δαυλούς των καὶ ἔτρεξαν ἔξω τῆς πύλης καὶ τῆς γέφυρας, καὶ ἤρχισαν νὰ τρέχωσι τὸν κατήφορον.

Οἱ λοιποί, μειναντες ἐπάνω, ἠσχολοῦντο ν᾿ ἀνανέωσιν ὁλονεν τὴν φλόγα, μὴ παύοντες νὰ ριπτωσι ξηρὰ κλαδιὰ εἰς τὸ πῦρ.

Ὁ ἱερεὺς ἐβραδυνεν ἐπίτηδες εἰς τὴν πρόθεσιν, κι ἐμνημόνευσε τὴν πρωίαν ἐκείνην ὅσα ὀνόματα εἶχεν ἀποθαμένα, οὗ μόνον τὰ ἰδικά του καὶ τῶν ἐλθόντων πανηγυριστῶν, ἀλλὰ καὶ ὅλων τῶν ἐνοριτῶν του, οὗ μόνον ὅσα εἶχε γραπτά, ἀλλὰ καὶ ὅσα ἐκ μνήμης ἐγνωριζεν ἐγνώριζε δ᾿ ἐκ μνήμης ὅλα τὰ ὀνόματα τῆς πολίχνης, ἀποθαμένα καὶ ζωντανά. Ἐδεήθη καὶ ὑπὲρ διασώσεως τοῦ κινδυνεύοντος πλοίου, περὶ οὔ, χωρὶς νὰ ζητήσῃ ἐξήγησιν, ἀμέσως εἶχεν ἐννοήσει τὰ συμβάντα.

Τέλος, αἱ κραυγαι μικρὸν κατὰ μικρὸν ἔπαυσαν, ἡσυχία ἐπῆλθεν. Ἐφάνη ὅτι βωβὴ συμφορὰ εἶχεν ἐνσκήψει ἡ ὅτι ἡ δυσχέρεια ἔλαβε πέρας. Δυὸ ἄλλοι ἄνδρες ἀνησυχησαντες ἐξηλθον ἕως τὴν Ἅγιαν Κυριακήν, πέραν τῆς ξύλινης γέφυρας, μὲ δυὸ πυρσοὺς εἰς τὰς χεῖρας.

Παρῆλθεν ὀλίγη ὥρα· ὁ ἱερεὺς ἀργὰ ἀργὰ ἐμβῆκεν εἰς τὴν λειτουργίαν, ἐλπίζων νὰ ἤρχοντο ἐν τῷ μεταξὺ καὶ οἱ ἀπόντες. Ἀλλ᾿ ἡ λειτουργία προυχώρει καὶ ψυχὴ δὲν ἐφαινετο. Τέλος, εἰς τὸ «Μετὰ φόβου Θεοῦ», ἐπέστρεψαν πρῶτοι οἱ τελευταῖοι ἐξελθοντες πρὸς ἐπισκόπησιν, εἶτα εἰσῆλθεν ὁ μπαρμπα-Στεφανὴς καὶ οἱ μετ᾿ αὐτοῦ καταβάντες εἰς τὸν αἰγιαλόν, καὶ μετ᾿ αὐτὸν τρεῖς ἄγνωστοι μὲ ναυτικὰ ἐνδύματα καὶ μὲ κηρωτοὺς ἐπενδύτας. Ἔφθασαν ὅλοι ἀκριβῶς ὅπως ἀσπασθῶσι τὰς εἰκόνας καὶ λάβωσι τὸ ἀντίδωρον.

Ἐνῷ ὁ κυρ-Ἀλεξανδρὴς ἀνεγίνωσκε τὸ «Εὐλογήσω τὸν Κύριον», οἱ ἄνδρες ἐξηγοῦντο ταπεινῇ τῇ φωνῇ τὰ συμβάντα. Τὸ ἐξοκεῖλαν πλοῖον ἦτο τὸ γολεττὶ τοῦ καπετὰν Κωσταντῆ τοῦ Λημνιαραίου, αὐτοπροσώπως παρόντος ἐκεῖ. Ὁ ἴδιος, ἀνὴρ μεσῆλιξ, βραχὺς τὸ σῶμα, μὲ ἁδρὸν μύστακα, διηγεῖτο τὰ ἑξῆς: Πρὸ δυὸ ἡμερῶν ἦτο προσορμισμένος εἰς τὴν Δάφνην, τὸν μεσημβρινὸν ὅρμον τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ἀλλ᾿ ὁ βορειᾶς τὸν ἐζούριασε, αἱ ἁλυσίδες τῶν ἀγκυρῶν του ἐκόπησαν ὑπὸ τῆς βίας τοῦ ἀνέμου, καὶ παρεσύρθη διὰ μιᾶς δέκα μίλια μακράν. Μάτην προσεπάθησε μὲ ὅλας τὰς δυνάμεις του νὰ προσεγγίσῃ εἰς τὸν Κωφόν, τὸν γνωστὸν ὅρμον τῆς Συκιᾶς, τοῦ μεσαίου λαιμοῦ τῆς Χαλκιδικης, ὅπου ἅμα εἰσπλεύσῃ τις, δὲν βλέπει πλέον πόθεν εἰσέπλευσεν, ἀλλ᾿ ὅπου δυσκολως εἰσπλέει τις. Ὁ ὅρμος ὁμοιάζει μὲ λίμνην μεσόγειον, μὴ ἔχουσαν ὁρατὸν στόμιον, τόσον εἶναι ἀσφαλής. Καὶ τὸ γολεττι, ζυλαρμενον, μετὰ ματαιας προσπαθείας, παρεσύρθη ὑπὸ τῆς τρικυμίας πρὸς τὰς νήσους, ὅπου, τὴν νύκτα ἐκείνην τῶν Χριστουγέννων, οἱ ἀγωνιῶντες ναυβαται εἶδον ἔξαφνα φῶς, ὡς φάρον ὁδηγοῦντα αὐτούς, τοὺς πυρσούς, οὖς εἶχον ἀνάψει ἔμπροσθεν τοῦ ναΐσκου τοῦ Χριστοῦ οἱ τραχεῖς αἰπόλοι. Ὁ πυρσὸς ἐκεῖνος ἐφάνη πρὸς αὐτοὺς ὡς θεῖον πράγματι θαῦμα, ὡς νὰ ἐθερμαίνοντο περὶ αὐτὸν ἀγραυλοῦντες οἱ ποιμένες ἐκεῖνοι, οἱ ἀκούσαντες τὸ «Δόξα ἐν ὑψιστοις». Ἐπλησίασαν, φερόμενοι μᾶλλον ἡ πλέοντες, πρὸς τὸ μέρος τοῦτο, καὶ τότε ἐκινδύνευσαν νὰ κατασυντριβωσιν εἰς τοὺς βράχους τοῦ Κουρουπη. Εὐτυχῶς, δι᾿ ἐπιτήδειου χειρισμοῦ ἀπεφυγον τὴν καταστροφὴν κι ἐκαθισαν τὸ σκάφος εἰς τὰ ρηχά, ἐπὶ τῆς ἄμμου, ὅπου τόσον καλὰ ἦτο ἐξησφαλισμενον, ὅσον δὲν ἠδυνατο νὰ εἶναι μὲ τὰς δυὸ ἄγκυράς του, τὰς μεινασας ὡς ὁμήρους εἰς τὸν βυθὸν τοῦ ὅρμου τῆς Δάφνης.

Ἔφεξεν ὁ Θεὸς τὴν χαρμόσυνον ἡμέραν, καὶ οἱ αἰπόλοι ἐφιλοτιμηθησαν νὰ σφαξωσι καὶ ψησωσι δυὸ τρυφερὰ ἐρίφια, ἐνῷ οἱ δυὸ ὑλοτόμοι εἶχαν φέρει ἀπὸ τὸ βουνὸν πολλὰς δωδεκάδας κοσσύφια ἀλατισμένα· καὶ ὁ καπετὰν Κωσταντὴς ἀνεβίβασεν ἀπὸ τὸ γολεττί, τὸ ὁποῖον οὐδένα κίνδυνον διετρεχεν ὅπως ἦτο καθισμένον, ἂν δὲν ἔπνεε νότος ἀπὸ τῆς ξηρᾶς νὰ τὸ ἀπώθηση πρὸς τὸ πέλαγος, ἀνεβιβασε δυὸ ἀσκοὺς γενναίου οἴνου καὶ ἐν καλαθῶν μὲ αὐγὰ καὶ κχσκχβαλι τῆς Αἴνου, καὶ ἡμισείαν δωδεκάδα Ὄρνιθας καὶ μικρὸν βυτίον μὲ σκομβρία. Καὶ ἐφαγον πάντες καὶ ηὐφρανθησαν, ἑορτάσαντες τὰ Χριστούγεννα μετὰ σπανίας μεγαλοπρέπειας ἐπὶ τοῦ ἐρήμου ἐκείνου βράχου. Τὴν νύκτα ἐκοιμήθησαν ἐν μέσῳ ἀφθόνων πυρῶν, μὲ ἀρκετὰ δὲ σκεπάσματα καὶ καπποτες, ὅσα καὶ οἱ ἐκ τῆς πολίχνης πανηγυρισται εἶχαν φέρει μεθ᾿ ἑαυτῶν, καὶ οἱ αἰγοβοσκοὶ εἶχαν εἰς τὸ Κάστρον, καὶ ὁ ἐκ Λήμνου φιλότιμος καραβοκύρης ἐκομισεν ἀπὸ τὸ πλοῖον του.

Τὴν ἐπαύριον ὁ ἄνεμος ἐκόπασε, τὸ ψῦχος ἠλαττώθη πολύ, καὶ ἐπωφελούμενοι τὴν ἀνακωχὴν τοῦ χειμῶνος, ἀπεφασισαν ν᾿ ἀπέλθωσιν. Ὁ μπαρμπα-Στεφανὴς καὶ ὁ υἱός του μετὰ δυὸ ἄλλων βοηθῶν ἐπανῆλθον εἰς τὴν μικρὰν ἀμμουδιὰν ὑπὸ τὰ Μποστάνια, καθείλκυσαν τὴν λέμβον, ἐπέβησαν αὐτῆς, καὶ κάμψαντες τὸ Κάστρον, τὴν ἔφεραν ἀπὸ σοφρὰν εἰς τὸ βορειοανατολικὸν μέρος. Τὴ βοήθεια τῆς δυνατῆς βάρκας τοῦ μπαρμπα-Στεφανῆ καὶ τῆς μικρᾶς φελούκας τοῦ Λήμνιου κυβερνήτου, τόσοι βραχίονες συμπονήσαντες, δὲν ἐβραδυναν νὰ ξεκαθισωσιν ἀπὸ τὴν ἄμμον τὸ γολέττι, τὸ ὁποῖον δὲν εἶχε πάθει τίποτε, ἀλλ᾿ ἐφαινετο ὡς μαλακῶς πλαγιασμένον καὶ ἀναπαυόμενον κατόπιν πολλῶν κοπῶν. Καὶ ἀποχαιρετισαντες τοὺς αἰπόλους, ἐπεβιβάσθησαν οἱ μὲν εἰς τὸ γολεττι, οἱ δὲ εἰς τὴν βαρκαν, πότε ρυμουλκούμενην, πότε ρυμουλκοῦσαν, καὶ μὲ ἱστία καὶ μὲ κωπας πλέοντες, διὰ τῆς βορειανατολικης ὁδοῦ τὴν φορᾶν ταύτην, ὡς συντομωτερας καὶ εὐπλοώτερας εἰς τὴν κάθοδον, ἔφθασαν αἰσίως εἰς τὴν πολίχνην.


* Η ευχετήρια κάρτα βασίζεται στο έργο του Γιάννη Σταύρου "Ρόδι σε μπολ"

Παρασκευή, 16 Δεκεμβρίου 2011

Ο Παναγιώτης Κονδύλης και η μετάφραση


Από τη δημόσια συζήτηση που έγινε στο Ινστιτούτο Goethe, στις 21 Νοεμβρίου.

Πηγή: Ιστοσελίδα του Σπύρου Κουτρούλη


ΡΗΞΗ Τ.80

Από μια συζήτηση :Ο Παναγιώτης Κονδύλης και η μετάφραση


Πραγματοποιήθηκε την Δευτέρα 21 Νοεμβρίου στο Ινστιτούτο Γκαίτε της Αθήνας δημόσια συζήτηση με θέμα :«Π.Κονδύλης :Η μετάφραση ως μέθοδος».Η εκδήλωση διοργανώθηκε από κοινού από το Ινστιτούτο Γκαίτε και το παράρτημα της Γενικής Διεύθυνσης Μετάφρασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Η ψυχή της εκδήλωσης υπήρξε ο Στράτος Μειντανόπουλος υπεύθυνος στην Ελλάδα της εν λόγω διεύθυνσης. Εκτός του ιδίου χαιρετισμό απηύθυνε και ο διευθυντής του Ινστιτούτου Γκαίτε στην Ελλάδα.

Την συζήτηση συντόνισε ο καθηγητής του ΑΠΘ Αθανάσιος Καϊσης. Συμμετείχαν ο Λευτέρης Αναγνώστου (Μεταφράζοντας τον Κονδύλη ) ,ο Φώτης Δημητρίου (Ορισμένες θέσεις του Κονδύλη για την κοινωνική οντολογία ), ο Κώστας Κουτσουρέλης (Π.Κονδύλης :Η μετάφραση ως πολιτική ), ο Μιχάλης Παπανικολάου (Ο Κονδύλης ως μεταφραστής των κειμένων του ), ο Φάλκ Χόρστ (Γλώσσα και αντίληψη της πραγματικότητας στον Κονδύλη ) και ο Παναγιώτης Χριστιάς ( Γραφή και υποκειμενικό αίσθημα ισχύος στον Κονδύλη).
Είναι προφανές ότι η διοργάνωση τέτοιου είδους εκδηλώσεων αποδεικνύει το συνεχές ενδιαφέρον για το έργο του Π.Κονδύλη.

Για όποιον το μελετά υπήρξε μια ευχάριστη είδηση : η μετάφραση των έργων «Συντηρητισμός» και η «Γένεση της Διαλεκτικής» ολοκληρώθηκε και σύντομα πρόκειται να εκδοθούν στην χώρα μας. Επίσης πρόκειται να εκδοθούν τα κατάλοιπα του που αφορούν σημειώσεις για τον β’ και γ’ μέρος της Κοινωνικής Οντολογίας (το α’ μέρος εκδόθηκε με τον τίτλο το «Πολιτικό και ο Άνθρωπος » ), ενώ προετοιμάζονται κάποιες εκδόσεις στην αγγλική γλώσσα.

Το περιεχόμενο των εισηγήσεων ήταν ουσιαστικό , όπως ουσιαστικές ήταν και οι παρεμβάσεις που έγιναν από το ακροατήριο. Ενδιαφέρουσα ήταν η σύνθεση του ακροατηρίου που περιλάμβανε συγγενείς και φίλους του Κονδύλη (όπως η αδελφή του και ο ψυχίατρος Γ.Τσέγκος που τον σύστησε στην παρέα του περιοδικού «Σημειώσεις» ) , μελετητές του έργου του όπως και έναν ιερέα και θεολόγο.

Ο Α.Καϊσης υπήρξε φίλος του Κονδύλη και έχει θεωρήσει τους νομικούς όρους που περιέχονται στην μετάφραση του Π.Κονδύλη στο έργο του Κ.Σμίτ «Πολιτική Θεολογία». Στην εισαγωγή της περιλαμβάνονται μάλιστα ευχαριστίες του Κονδύλη προς τον Καϊση για την συνδρομή του στην ακριβή μετάφραση των νομικών όρων.

Ο Λ.Αναγνώστου περαίωσε με επιτυχία την μετάφραση του έργου του Κονδύλη «Πολιτικό και ο Άνθρωπος» , ενώ ολοκλήρωσε και τα άλλα δύο σημαντικά έργα του Κονδύλη («Συντηρητισμός» και η «Γένεση της Διαλεκτικής»). Βεβαίως περίσκεψη δημιουργεί η επιλογή να αντικαταστήσει δύο όρους που χρησιμοποιεί ο Κονδύλης :την « Ισχύ» με την «Εξουσία» και το «Πολεμικός» με άλλο όρο. Κατά την άποψη μου θα έπρεπε να το αποφύγει και να ακολουθήσει τον Κονδύλη στον τρόπο που μετέφρασε ορισμένους κρίσιμους όρους , οι οποίοι μάλιστα κατέχουν εξέχουσα σημασία στην σκέψη του ,από την γερμανική στην ελληνική γλώσσα.

Ο Φ.Δημητρίου αναφέρθηκε στην προσπάθεια που κάνει στο Πανεπιστήμιο της Χαϊλδαβέργης να εκδοθούν στα γερμανικά τα κατάλοιπα του συγγραφέα. Ενδιαφέρουσα ήταν η παρατήρηση του, ότι σε αυτά περιέχονται πολλές κριτικές επισημάνσεις στο έργο του Κ.Σμίτ.

Ο Κ.Κουτσουρέλης επεσήμανε ότι ο Κονδύλης δεν υπήρξε μόνο μεταφραστής των έργων του στην νεοελληνική , αλλά διηύθυνε δύο σειρές , στις Εκδόσεις Γνώση και στις Εκδόσεις Νεφέλη, από τις οποίες μεταφράστηκαν και εκδόθηκαν παραπάνω από εβδομήντα σημαντικά έργα ευρωπαίων στοχαστών.

Σημαντική υπήρξε η εισήγηση του Φ.Χόρστ , φίλου του Κονδύλη, ο οποίος θεωρούσε τα έργα του πριν εκδοθούν στην γερμανική. Ο Χόρστ , ο οποίος έχει γράψει το εισαγωγικό σημείωμα στο «Πολιτικό και ο Άνθρωπος» εργάζεται και αυτός στην έκδοση στην γερμανική των καταλοίπων του Κονδύλη.

Τελειώνω με δύο σκέψεις :
- η άποψη που διατυπώθηκε ότι υπάρχουν δύο ασυνεχείς περίοδοι στο μεταφραστικό έργο του Π.Κονδύλη εκ των οποίων η πρώτη απαρτίζεται από τα έργα που εκδόθηκαν όταν εργαζόταν στον «ΚΑΛΒΟ» και η δεύτερη από τα μεταγενέστερα έργα του είναι αθεμελίωτη και αδόκιμη. Υποτίθεται ότι στην πρώτη περίοδο χρησιμοποιεί μια περισσότερο ακατέργαστη λαϊκή δημοτική ,ενώ στην δεύτερη που υποτίθεται ότι έχει καθιερωθεί πλέον ως στοχαστής ,χρησιμοποιεί μια εκδοχή της λόγιας ως αποτύπωση ενός λόγου αυθεντίας και ισχύος. Στην πραγματικότητα το μόνο κριτήριο που ίσχυε ήταν το ενδιαφέρον και η αγάπη του Κονδύλη για την ενιαία ελληνική γλώσσα , της οποίας υπήρξε ένας άριστος γνώστης και η οποία θεωρούσε ότι περιέχει τεράστιες δυνατότητες στις οποίες άλλωστε οφείλεται η δημιουργία σημαντικής νεοελληνικής ποίησης .

- Στο ΑΠΘ έχει παραχωρηθεί από τους κληρονόμους του Π.Κονδύλη , η βιβλιοθήκη του και τα κατάλοιπά του. Σύντομα, όπως ειπώθηκε , από τον Καϊση πρόκειται να ψηφιοποιηθούν και να αναρτηθούν στο διαδίκτυο. Πρόκειται για μια εξέλιξη με μεγάλο ενδιαφέρον για όσους επιθυμούν να μελετήσουν σε βάθος τον Π.Κονδύλη και το έργο του.

Τετάρτη, 14 Δεκεμβρίου 2011

Λέτε το "σωματίδιο του Θεού" να απαντήσει στα βασικά ερωτήματα της ύπαρξης;

Να βρούμε τις βαθύτερες εξηγήσεις για το χάλι συνολικά της ανθρωπότητας;
Να παρακολουθούμε με ψυχραιμία πλέον τα τερατώδη γεννήματα του ανρώπου;
Να μην μας εκπλήσσει η ανθρώπινη χυδαιότητα, όπως θάλεγε κι ο Λα Ροσφουκό;

Μάλλον όχι...

Αλλά η τελευταία είδηση που μας έρχεται από το CERN, αν και θολή, δεν παύει να είναι γοητευτική...


Paul Gauguin, Από Πού Ερχόμαστε; Ποιοί Είμαστε; Πού Πηγαίνουμε;
λάδι σε καμβά

(Ακολουθεί σχετικό άρθρο):

ΑΥΓΗ, 14-12-2011

Ενδείξεις ύπαρξης του σωματιδίου του Θεού

Ενδείξεις ύπαρξης του σωματιδίου (μποζονίου) Χιγκς, του “χαμένου κρίκου” στην επιστημονική εικασία για τον σχηματισμό της Ύλης στα πρώτα χιλιοστά του χρόνου μετά τη “μεγάλη έκρηξη”, διαπίστωσαν οι επιστήμονες που συμμετέχουν στο φιλόδοξο ερευνητικό πρόγραμμα του Μεγάλου Επιταχυντή Αρδονίων (LHC) στο Ευρωπαϊκό Κέντρο Πυρηνικών Ερευνών (CERN) στη Γενεύη.

Η ερευνητική ομάδα ανακοίνωσε χθες επίσημα ότι σε δύο πειράματα στον Επιταχυντή καταγράφηκαν ενδείξεις ύπαρξης σωματιδίων Χιγκς ίδιας μάζας, γεγονός που, όπως είπαν, προκάλεσε τεράστιο ενθουσιασμό. Οι ερευνητές διευκρίνισαν ότι διαπίστωσαν μόνον “ενδείξεις”, όχι επιβεβαιωμένα στοιχεία, και γι' αυτό αποφεύγουν προς το παρόν να μιλήσουν για ανακάλυψη.

Επειδή ο αριθμός των συγκρούσεων σωματιδίων μέσα στον Επιταχυντή που πρέπει να μελετηθεί είναι τεράστιος, οι φυσικοί δεν είναι σε θέση να επιβεβαιώσουν την ανακάλυψη του αποκαλούμενου και “σωματιδίου του Θεού”.

Καμιά από τις ενδείξεις που είδαν οι επιστήμονες στα πειράματα δεν ξεπερνούν τον βαθμό βεβαιότητας των 2 “Σ”, ενώ απαιτείται βαθμός 5 “Σ” για να θεωρηθεί ότι υπάρχει ανακάλυψη. Ο βαθμός βεβαιότητας 5 “Σ” σημαίνει ότι η πιθανότητα του στατιστικού λάθους στα δεδομένα των πειραματικών παρατηρήσεων είναι μικρότερη από μία στο εκατομμύριο. Επίσης, ένας ακόμη παράγοντας που περιπλέκει την εξαγωγή ασφαλούς συμπεράσματος είναι ότι τα “ίχνη” του μποζονίου Χιγκς ανιχνεύθηκαν μόλις σε μερικές από τις δισεκατομμύρια συγκρούσεις σωματιδίων στον LHC.

Το υποατομικό σωματίδιο Χιγκς έχει πολύ μικρή διάρκεια ζωής και παρουσιάζει την τάση να μετασχηματίζεται σε άλλα, περισσότερο σταθερά σωματίδια. Καθώς αυτό συμβαίνει μέσα από πολλούς τρόπους, οι επιστήμονες πρέπει να ανιχνεύσουν την ύπαρξή του με διαφορετικό τρόπο κάθε φορά. Ο καθηγητής Στέφαν Σόλντνερ-Ρεμπόλντ του Πανεπιστημίου του Μάντσεστερ χαρακτήρισε τα αποτελέσματα των τελευταίων ερευνών στο CERN “εξαιρετικά”, υποστηρίζοντας ότι μέσα σ' ένα χρόνο θα γνωρίζουμε σίγουρα αν υπάρχει το σωματίδιο Χιγκς, ωστόσο αυτό δεν πρόκειται να είναι το δώρο των φετινών Χριστουγέννων...

Για τη Θεωρητική Φυσική το σωματίδιο Χιγκς θεωρείται ένα από τα θεμελιώδη δομικά στοιχεία του Σύμπαντος, ωστόσο μέχρι στιγμής η ύπαρξή του δεν έχει επιβεβαιωθεί από τα πειράματα. Σύμφωνα με τη θεωρία, στα πρώτα πολλοστημόρια του χρόνου μετά τη “μεγάλη έκρηξη”, μια “άγνωστη” δύναμη, γνωστή ως “πεδίο Χιγκς”, σχηματίστηκε από τα ομώνυμα σωματίδια, δίνοντας μάζα και υπόσταση στα άλλα θεμελιώδη στοιχεία της Ύλης...

Δευτέρα, 12 Δεκεμβρίου 2011

Ἄκρα τοῦ τάφου σιωπὴ...


Διονύσιος Σολωμός (1798-1857)

Ἄκρα τοῦ τάφου σιωπὴ στὸν κάμπο βασιλεύει·
Λαλεῖ πουλί, παίρνει σπειρί, κ᾿ ἡ μάνα τὸ ζηλεύει.
Τὰ μάτια ἡ πείνα ἐμαύρισε· στὰ μάτια ἡ μάνα μνέει·
Στέκει ὁ Σουλιώτης ὁ καλὸς παράμερα, καὶ κλαίει:
«Ἔρμο τουφέκι σκοτεινό, τί σ᾿ ἔχω ῾γὼ στὸ χέρι;
Ὁποῦ σὺ μοὔγινες βαρὺ κι ὁ Ἀγαρηνὸς τὸ ξέρει.»

Ελεύθεροι Πολιορκημένοι
Σχεδίασμα Β / Ι

Πέμπτη, 8 Δεκεμβρίου 2011

Nιότη, ελευθερία, δόξα, ας πάνε στο καλό...

Του Δάντη τις σελίδες υπαγόρεψες εσύ;


Γιάννης Σταύρου, Καληνύχτα, λάδι σε καμβά

Άννα Αχμάτοβα
(1889-1966)

Η μούσα

Τον ερχομό σου μες στη νύχτα καρτερώ

σε μια κλωστή θαρρώ κρέμεται η ζωή μου

νιότη, ελευθερία, δόξα, ας πάνε στο καλό.

Αγαπημένη εσύ, πλησίασε, έλα με τη φλογέρα

να την, που πέταξε το πέπλο της.

Στα μάτια με κοιτά προσεχτικά: Ρωτώ:

«Του Δάντη τις σελίδες υπαγόρεψες εσύ;

τους στίχους για την κόλαση;» Και απαντά. Εγώ.


(μετάφραση: Άρης Αλεξάνδρου)

Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2011

«Η ελληνική γλώσσα στην Ευρώπη»: Θεσσαλονίκη, 9 Δεκεμβρίου

Η Γενική Διεύθυνση Μετάφρασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, το Κέντρο Ευρωπαϊκής Πληροφόρησης Europe Direct Κεντρικής Μακεδονίας και το Τμήμα Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου διοργανώνουν την 9η Δεκεμβρίου στη Θεσσαλονίκη ημερίδα - συζήτηση με τίτλο «Η ελληνική γλώσσα στην Ευρώπη».



Η εκδήλωση διοργανώνεται στο πλαίσιο της συμπλήρωσης 30 χρόνων από την ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ - ΕΕ και στον απόηχο των εορτασμού της Ευρωπαϊκής Ημέρας Γλωσσών.

Η ημερίδα περιλαμβάνει τρεις ενότητες:
Στην πρώτη ενότητα, «η ελληνική λογοτεχνία στην Ευρώπη», ο πολυμεταφρασμένος συγγραφέας Βαγγέλης Ραπτόπουλος εξετάζει τους λόγους για τους οποίους η νεοελληνική λογοτεχνία δεν είναι τόσο διαδεδομένη στην Ευρώπη ενώ μεταφραστές νεοελληνικής λογοτεχνίας παρουσιάζουν την υποδοχή της νεοελληνικής λογοτεχνίας σε συγκεκριμένες ευρωπαϊκές χώρες.
Στη δεύτερη ενότητα, «η ελληνική μετάφραση στις υπηρεσίες της ΕΕ», πανεπιστημιακοί στον τομέα της μετάφρασης και στελέχη γλωσσικών υπηρεσιών της ΕΕ συζητούν ζητήματα απόδοσης κοινοτικών κειμένων στα ελληνικά, με έμφαση, μεταξύ άλλων, στη νομική μετάφραση.
Στην τρίτη ενότητα, «η ελληνόγλωσση εκπαίδευση στην Ευρώπη», θίγονται ζητήματα εκπαίδευσης στην ελληνική ομογένεια της Ευρώπης.

Πληροφορίες για την Ευρωπαϊκή Ημέρα Γλωσσών


Η Ευρωπαϊκή Ημέρα Γλωσσών είναι ένας θεσμός που φέτος κλείνει 10 χρόνια. Καθιερώθηκε το 2001 από το Συμβούλιο της Ευρώπης με την υποστήριξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και επιδιώκει να αναδείξει τη σημασία της εκμάθησης γλωσσών και να προωθήσει τη γλωσσική και πολιτιστική ποικιλία της Ευρώπης.
Με την ευκαιρία της ημέρας γλωσσών (26.09) οργανώνονται εκδηλώσεις ανά την Ευρώπη, τόσο στις 26 Σεπτεμβρίου, όσο και κατά τους αμέσως προσεχείς μήνες.

Μεταξύ των εκδηλώσεων που έχει διοργανώσει το 2011 το Παράρτημα Αθηνών της Γενικής Διεύθυνσης Μετάφρασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής περιλαμβάνεται:
η προβολή του ντοκιμαντέρ των Ε.Λαλουδάκη και M. Pizzocaro για την τσακωνική διάλεκτο (Αθήνα, 13 Οκτωβρίου) και η δημόσια συζήτηση για τις γλωσσικές πτυχές του έργου του φιλοσόφου Π. Κονδύλη (Αθήνα, 21 Νοεμβρίου, συνδιοργάνωση με το Ινστιτούτο Γκαίτε)

Πρακτικές λεπτομέρειες για την εκδήλωση


Χώρος:
Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης, αίθουσα Μ. Ανδρόνικος
Ημερομηνία
: Παρασκευή 9 Δεκεμβρίου, 10.30 – 18.30
Γλώσσες:
ελληνικά
Είσοδος: ελεύθερη

Πρόγραμμα

Κάθε ενότητα περιλαμβάνει σύντομες εισηγήσεις των ομιλητών και συζήτηση με το κοινό.

10.30 – 11.00: Χαιρετισμοί, παρουσίαση της ημερίδας

11.00 – 13.00: Η ελληνική λογοτεχνία στην Ευρώπη.
Συμμετέχουν: Τιτίκα Δημητρούλια, David Connolly, Maurizio De Rosa, Βαγγέλης Ραπτόπουλος, Andrea Schellinger Συντονισμός: Τιτίκα Δημητρούλια

13.30 – 15.00: Η ελληνική μετάφραση στις υπηρεσίες της ΕΕ.
Συμμετέχουν: Βασίλης Κουτσιβίτης, Ελπίδα Λουπάκη, Μιχάλης Πολίτης, Βασίλης Χριστιανός. Συντονισμός: Σίμος Γραμμενίδης

16.00 – 18.00: Η ελληνόγλωσση εκπαίδευση στην Ευρώπη.
Συμμετέχουν: Μιχάλης Καναβάκης, Ανδρέας Κοντοδημόπουλος, Χρήστος Τσολάκης, Τάσος Χατζηαναστασίου. Συντονισμός: Χρήστος Τσολάκης

Περισσότερες πληροφορίες


Ευρωπαϊκή Επιτροπή: Σ. Μεϊντανόπουλος Efstratios.Meintanopoulos@ec.europa.eu τηλ. 210 7272123
Κέντρο Ευρωπαϊκής Πληροφόρησης Κ. Μακεδονίας: Κ. Ρουμελιώτη kroume@afs.edu.gr τηλ. 2310 492853
Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης: Σίμος Γραμμενίδης simgram@frl.auth.gr τηλ. 2310 997512

Παρασκευή, 18 Νοεμβρίου 2011

Mε λογισμό και μ' όνειρο...

Aλλά, γκρεμίζοντας την Aθήνα, δεν γκρεμίζεις και τους ανθρώπους που την
κατοικούν. Oι επιζήσαντες θα είναι πάλι το πρόβλημα...


Άρης Κωνσταντινίδης (1913-1993)

Η τελευταία συνέντευξη του Άρη Κωνσταντινίδη
(1993)
(αποσπάσματα)

Yπάρχει ένας άνθρωπος που σας επηρέασε όταν ήσασταν μικρός;

Δύσκολα θα το έλεγα. O πιο καλός άνθρωπος που γνώρισα, αφού μεγάλωσα
αρκετά, ήταν ο Kώστας Kαραβίδας. Yπάλληλος στην Aγροτική Tράπεζα. Eίχε
ασχοληθεί όμως με τα κοινοτικά και την αποκατάσταση των προσφύγων στη
Mακεδονία. Ήταν ένας καλλιεργημένος άνθρωπος. Έγραφε και ποιήματα. Eί-
χε εκδώσει και μια ποιητική συλλογή με τίτλο Mακεδονικοί Ύμνοι! Στο
εξώφυλλο έγραφε ότι οι Έλληνες είχαν ένα φοβερό εχθρό, το χειρότερο απ'
όλους τους εχθρούς και αιώνιο: τους Έλληνες!

«Aυτό θα τον φάει τον Έλληνα, ο Έλληνας του Έλληνα...»

Aκριβώς. Δεν ξέρουμε πια πώς θα ξεφύγουμε απ' τον Έλληνα που δεν
παραδέχεται τον Έλληνα. (χαμογελάει)

Tι ήταν αυτό που σας γοήτευσε σε αυτό τον άνθρωπο, στον Kώστα Kαραβίδα;

H σπιρτάδα του μυαλού του και η απλότητα. σπάνια χαρακτηριστικά.

H αρχιτεκτονική ήταν μια επιλογή σας;

Δεν ξέρω... Nομίζω ότι αυτή με επέλεξε κι όχι εγώ. Mε βρήκε στο δρόμο της
και με σκλάβωσε. (γελάει)

Yπήρξε σκλαβιά για σας η ενασχόλησή σας με την αρχιτεκτονική;

Σκλάβοι είμαστε γενικότερα: σκλάβοι των εμμονών μας; Mόνο που η σκλαβιά
έχει κι ενδιαφέρον... Περιέχει την επιθυμία να ελευθερωθείς. Nομίζω ότι η
ελευθερία είναι κάτι που ανθεί μέσα στη σκλαβιά.

Tι είναι ελευθερία;

Όταν ήμουν μικρός, μου άρεσε πολύ να παρατηρώ τις μπουγάδες
απλωμένες στις αλάνες ή στις ταράτσες των σπιτιών.

Γιατί;

Δεν ξέρω αν εσείς προλάβατε τις μπουγάδες απλωμένες... Ήταν τρομερά
ενδιαφέρον θέαμα... Eίχαν κάτι θεατρικό, αλλά και αποκαλυπτικό.
Παρατηρώντας τα ρούχα, τις πετσέτες, τα υφάσματα, τις μυρωδιές τους,
ανακάλυπτες τους ανθρώπους. Διέκρινες την καταγωγή τους, την τάξη τους,
τις συνήθειές τους, τη ζωή τους... Για μένα οι μπουγάδες ήταν το γούστο
των ανθρώπων απλωμένο, οι επιλογές τους κρεμασμένες σε δύο μανταλάκια,
έκθετες...

Aλλως ειπείν, η ελευθερία είναι η έκθεση του εαυτού μας;

H έκθεση του εαυτού μας στη θέα των άλλων.
Σήμερα σπάνια πια βλέπει κανείς μπουγάδες απλωμένες...

Kαι πιο σπάνια ανθρώπους ελεύθερους. (γέλια) H τεχνολογία επινόησε το
αυτόματο πλύσιμο και στέγνωμα... του εαυτού μας. Για να αποφεύγουμε την
έκθεση... Γιατί η έκθεση του εαυτού μας θέλει δύναμη. Kαι δεν την έχουμε,
δυστυχώς.

Mικρός τι παιχνίδια παίζατε;

Έφτιαχνα κάτι πραγματάκια... M' άρεσε να φτιάχνω... Nα κάνω πράγματα με τα
χέρια μου. Mου άρεσαν πολύ τα χρώματα.

Zωγραφίζατε;

Nαι. Δεν θυμάμαι τι, αλλά ζωγράφιζα.

Γιατί δεν γίνατε ζωγράφος;

Δεν ξέρω αν θα μπορούσα να γίνω ζωγράφος. Ξέρω όμως ότι από μικρός είχα
μια έφεση να σχεδιάζω. Mου άρεσε να βγαίνω στην ύπαιθρο και να σχεδιάζω.

Tι σχεδιάζατε;

Δεν θυμάμαι ακριβώς... Γέφυρες. Mε τρέλαιναν οι γέφυρες και τα μαντριά.

H απλότητα ήταν μια έννοια που ανακαλύψατε ή σας διέκρινε από παιδί;

Ένα είναι βέβαιο, όπως σας έχω ξαναπεί παλιότερα: δεν διάβασα
ποτέ και πουθενά περί απλότητος... (χαμογελάει) Nιώθω ότι στην απλότητα
καταλήγουμε με λογισμό. Ίσως να με βοήθησε κι ο Όσκαρ Oυάιλντ να συναντηθώ
με την απλότητα στην αρχιτεκτονική. Ίσως...

Πώς;

Σ' ένα κείμενό του είναι δύο φίλοι... Kουβεντιάζουν στον κήπο, στο
περιβόλι, και λέει κάποια στιγμή ο ένας στον άλλον: «Δεν πάμε μέσα;»
«Γιατί;» «Aισθάνομαι πιο άνετα μέσα». Aν η φύση ήταν άνετη, το ανθρώπινο
γένος δεν θα είχε εφεύρει την αρχιτεκτονική! (γέλια)

Γιατί οι άνθρωποι νιώθουν πιο άνετα μέσα;

Γιατί έξω υπάρχει ζέστη, κρύο, χιόνι, ο καυτός ήλιος, η βροχή... Όλα αυτά
δεν βοηθάνε να νιώθουμε και πολύ άνετα έξω. Έτσι δεν είναι; (χαμογελάει)
Στη φράση αυτή του Όσκαρ Oυάιλντ διακρίνω την αναγκαιότητα της
αρχιτεκτονικής... H απλότητα δεν μου είναι και τόσο εμφανής, για να είμαι
ειλικρινής.
Όλα τα στοιχεία που είπα λίγο πριν υπάρχουν στη φύση και, αν παρατηρήσετε,
έρχονται από πάνω. Iδού η απλότης. Για να προφυλαχθούμε, καταρχήν, από
αυτά το πρώτο που πρέπει να κάνουμε είναι να καλυφθούμε από πάνω. Γι' αυτό
και η αρχιτεκτονική σε μια πρώτη φάση είναι καλυπτική. Mπορείς να ζήσεις
πιο άνετα κάτω από ένα υπόστεγο. Δεν μπορείς να ζήσεις το ίδιο άνετα σε
ένα οικόπεδο που είναι μόνο μαντρωμένο. Tο πρωταρχικό είναι η στέγη...

Aυτή δεν είναι μια απλή διαπίστωση;
Aλλωστε, και οι άνθρωποι συνηθίζουν να λένε: «Δεν έχω πού την κεφαλήν
κλίναι»...

Aκριβώς... H απλότητα είναι άμεσα συνδεδεμένη με το αναγκαίο και το χρήσιμο.

Aρα, η αρχιτεκτονική είναι σε άμεση σχέση με τις κλιματολογικές συνθήκες
που επικρατούν σε κάθε τόπο;

Aμεσα δεμένη. Συμφωνώ.

Στην Eλλάδα ποια άλλα στοιχεία πρέπει να λάβει υπόψη του ο αρχιτέκτονας;

Tο φως! H Eλλάδα έχει τον ήλιο όταν βρίσκεται στο ζενίθ του. Γι' αυτό έχει
κι αυτό το δυνατό φως. Ό,τι συμβαίνει στην Eλλάδα είναι πιο διαυγές,
καθαρότερο απ' αλλού. H Eλλάδα είναι ο πιο φυσικά ισορροπημένος τόπος.

Eσείς θα μπορούσατε να κάνετε αρχιτεκτονική -να χτίσετε- κάπου αλλού εκτός
Eλλάδας;

Oπουδήποτε, αρκεί να μελετούσα πριν τις τοπικές συνθήκες. H αρχιτεκτονική
πρέπει να φυτρώνει σαν ένα δέντρο και να γίνεται ένα με το τοπίο.

Για σας, η αρχιτεκτονική θα πρέπει να υπαγορεύει έναν τρόπο ζωής...

Aκριβώς. Γι' αυτό και, όταν έρχεται κάποιος να του χτίσω το σπίτι,
αποφεύγω να του δείξω λεπτομερειακά τα σχέδια.

Γιατί;

Mα ξέρω καλά ότι οι περισσότεροι άνθρωποι ονειρεύονται ένα σπίτι σαν αυτό
που είχαν δει στην τηλεόραση... (γέλια)

Eίναι τραγικά αρχιτεκτονήματα για σας όλα αυτά τα σπίτια που δείχνει η
τηλεόραση σε σειρές όπως η Δυναστεία και το Nτάλας ή στη δική μας τη
Λάμψη;

Aστεία είναι... και φτιάχτηκαν από δυστυχείς αρχιτέκτονες για δυστυχείς
ανθρώπους. Eίναι οι σύγχρονες φυλακές... Eγώ, όταν τα βλέπω, νιώθω θλίψη
και απελπισία. Nομίζω ότι μέσα σ' αυτά τα σπίτια υπάρχουν μόνο άρρωστοι
άνθρωποι. Δεν ξέρω τι να πω... Eίναι πέρα από τη δυνατότητα σύλληψης του
μυαλού μου!

Πώς θα χαρακτηρίζατε την ελληνική αρχιτεκτονική σήμερα;

(γελάει) Eίναι σαν να μου ζητάτε να σας χαρακτηρίσω το σύγχρονο Pωμιό!
Σας είναι δύσκολο; Φοβάστε μη σας παρεξηγήσουν;
Tο σίγουρο είναι ότι δεν ξέρει πού της πάν' τα τέσσερα. Σας ικανοποιεί
αυτός ο χαρακτηρισμός;

Eσάς σας καλύπτει; Δεν είναι λίγο γενικός; (γέλια)

Έρχονται εδώ νέα παιδιά από το πολυτεχνείο... Eίναι τετραπέρατα... Aλλά
αδιάβαστα.

Tι θα προτείνατε να διαβάσει ένας νέος αρχιτέκτονας;

(χαμογελάει) Kαταρχήν, Παπαδιαμάντη. Mετά Kαβάφη και Σολωμό. Πώς να
χτίσεις σπίτια αγνοώντας τον Σολωμό; Aυτά τα πράγματα, βέβαια, τα
μαθαίνεις μόνος σου... Δεν σ' τα μαθαίνει το πολυτεχνείο... (γέλια) Kι εγώ
σπούδασα, αλλά δεν περιορίστηκα μόνο σ' αυτό. Γυρνούσα στους δρόμους,
συνάντησα τη ζωή και μετρήθηκα μαζί της.

Kάθε φορά που σας προκαλεί κάτι το ενδιαφέρον, προσπαθείτε να το
κατανοήσετε, να βρείτε την αιτία που σας προκαλεί το ενδιαφέρον ή το
αφήνετε να σας πάρει, να σας γοητεύσει και το κουβαλάτε μαζί σας;

O Aριστοτέλης λέει ότι εμείς, οι αρχιτέκτονες, στεκόμαστε πάντα πάνω από
κάθε τεχνικό επειδή γνωρίζουμε για ποιο λόγο γίνεται το καθετί. Tο '68
βρισκόμουν στο Πολυτεχνείο της Zυρίχης. Eίχαν τότε ξεφυτρώσει οι πρώτοι
κοινωνιολόγοι, οι οποίοι ισχυρίζονταν ότι το λάθος είναι πως δεν ρωτάμε
τον κόσμο πώς θέλει το σπίτι του. Γι' αυτό και τα είχαμε κάνει θάλασσα,
κατά τη γνώμη τους. Για να αποδείξουν του λόγου το αληθές, βγήκαν με τα
μαγνητόφωνα στους δρόμους κι άρχισαν να ρωτούν τον κόσμο για να μάθουν.
?δικος κόπος. Ποιος ξέρει σήμερα να πει πώς θέλει το σπίτι του; Kανένας.
(γέλια)

H αυτογνωσία του σύγχρονου Έλληνα από πού ξεκινάει και πού σταματάει, κατά
τη γνώμη σας;

Tο σύγχρονο Έλληνα το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι το αυτοκίνητο, η
τηλεόραση, το ραδιόφωνο, να πηγαίνει στις ταβέρνες και τα μπαρ και να
φαντάζεται το σπίτι του σαν αυτά που βλέπει στα περιοδικά. Aπό μέσα του
δεν βγαίνει τίποτα πια.

Kάποτε ήταν αλλιώς τα πράγματα;

Kάποτε σ' αυτόν, τον τόπο οι άνθρωποι είχαν πράγματα μέσα τους που,
βγάζοντάς τα στην επιφάνεια, δημιουργούσαν...

Πέστε μου ένα δημιούργημα αυτών των ανθρώπων.

Αυτό που αξίζει είναι η ανώνυμη αρχιτεκτονική. H λαϊκή ανώνυμη
αρχιτεκτονική. Ήταν η πιο σωστή αρχιτεκτονική και η πιο ελληνική. Όταν
ήρθαν οι πρόσφυγες, έχτισαν τα σπίτια τους με το τίποτα... Yπήρχε όμως μια
ομοιομορφία... H αυλή, το δωμάτιο και το υπόστεγο. Σοφή αρχιτεκτονική. Aν
δείτε, αυτή είναι η αρχιτεκτονική των παλατιών στην Kνωσό και τη Φαιστό.
Mια αρχιτεκτονική που συναντάμε στις Mυκήνες... Xωρίς να το ξέρουν, έκαναν
μια αρχιτεκτονική ελληνική. Θα ρωτήσετε πώς...

Πώς;

Tους ενέπνευσε το τοπίο. Tο υπόστεγο είναι αναγκαίο, κρατάει μακριά το
ζεστό ήλιο το καλοκαίρι. O ίδιος ήλιος το χειμώνα χαμηλώνει και μπαίνει
και ζεσταίνει το παγωμένο δωμάτιο.

Kαι η αυλή;

Στην Eλλάδα «ο βίος είναι υπαίθριος»... (χαμογελάει) Tο πιο σημαντικό απ'
όλα όμως είναι η σύλληψη του υπόστεγου...

Tο υπόστεγο έχει πια καταργηθεί. Σπάνια το συναντάμε...

Eδώ κινδυνεύουμε να καταργηθούμε ως χώρα, ως πολιτισμός, το υπόστεγο μας
μάρανε;

Γιατί όλη αυτή η κατάργηση; Όλη αυτή η έκπτωση;

Ίσως γιατί έχουμε διαφθαρεί. Aυτό, βέβαια, δεν είναι μόνο ελληνικό
σύμπτωμα. Mάλλον είναι παγκόσμιο. Σε μας όμως γίνεται πιο οδυνηρό γιατί,
σχετικά με τους υπόλοιπους Eυρωπαίους, είμαστε πιο καλλιεργημένοι από τη
φύση μας. Kουβαλάμε κάτι από τους αρχαίους μέσα μας και είμαστε και
Mεσογειακοί.

Eίναι σημαντικό που είμαστε Mεσογειακοί;

H Mεσόγειος έκανε τον Πικάσο να μοιάζει θηρίο μπροστά στον Mατίς και τον
Kλέε. O Πικάσο ήταν Mεσόγειος...

Aλλά δεν είχε έρθει ποτέ στην Eλλάδα...

Nαι, το ξέρω. Φοβόταν να έρθει.

Γιατί φοβόταν;

Mήπως έβλεπε κάτι που δεν θα ήταν ικανός να πιάσει. Tελικά το βρήκε και το
έπιασε μέσα απ' άλλα μονοπάτια.

Nιώθετε συγγένεια με τον Πικάσο;

Mόνο με τον Σολωμό νιώθω συγγένεια.

Γιατί τόσο απόλυτος;

Eπιτρέψτε μου να είμαι απόλυτος. Aυτό με σώζει. Tουλάχιστον, να είμαι
απόλυτος στις συγγένειές μου.

Γιατί ειδικά ο Σολωμός;

Tα είχε πει όλα. «Mε λογισμό και μ' όνειρο», έλεγε στους στοχασμούς του.
Kαι στο διάλογο με τον Σοφολογιώτατο έλεγε υπάρχουν δύο φλόγες: «Mια στον
νου και μια στην καρδιά». Kαι παρακάτω μιλάει για «το κοινό και το κύριο»
και για την «αληθινή ουσία». Aυτά είναι πράγματα που ισχύουν για κάθε
τέχνη.

Ποια είναι η διαφορά του μυαλού από την ψυχή;

H ψυχή είναι θάλασσα. το μυαλό κλειδαριά. Γι' αυτό, υπάρχουν συγγενικά
μυαλά, οι ψυχές όλων των ανθρώπων είναι η ίδια απέραντη θάλασσα.
Tα συγγενικά μυαλά, ό,τι κι αν γίνει, θα συναντηθούν σ' αυτήν τη ζωή;
(χαμογελάει) O άνθρωπος πάει σε πράγματα που θέλει να έχει. Tελικά ψάχνεις
στους άλλους στοιχεία που έχεις μέσα σου... Όταν τα βρίσκεις, νιώθεις ένα
μαζί τους. Aυτό είναι πολύ σημαντικό.

Eίστε λάτρης της λαϊκής ανώνυμης αρχιτεκτονικής... Σας επηρέασε η λαϊκή
ανώνυμη αρχιτεκτονική και σε τι;

Ποιος κάνει σήμερα σπίτια με υπόστεγο; Kανείς, όπως είπαμε... Mόνο εγώ έχω
τρελαθεί και με κοροϊδεύουν. (γέλια) Tο 18ο αιώνα κάποιος αβάς Laugier
έγραψε ένα βιβλίο για την αγροτική κατοικία, που τη θεωρούσε το πλέον
χαρακτηριστικό δείγμα αρχιτεκτονικής. Bάζεις, λέει, τέσσερις κορμούς
δέντρων σε τέσσερις γωνίες, λοξά ξύλα, για να φτιάξεις τη στέγη και το
σπίτι είναι έτοιμο. Δεν έχεις παρά να προσθέσεις κλαδιά ανάμεσα στα
υποστυλώματα για να κάνεις τους τοίχους. Eδώ υπάρχει μια διαφορά ανάμεσα
στα στοιχεία που φέρουν και στα στοιχεία που φέρουν! Tα στοιχεία που
φέρουν, τα υποστυλώματα και τα δοκάρια, πρέπει να φαίνονται στην πρόσοψη,
αλλά και μέσα. Aλλιώς, δεν κάνεις αρχιτεκτονική. Kι εγώ αυτό το κάνω
παντού. Eίμαι άμεσα επηρεασμένος... O σκελετός του μπετόν αρμέ είναι
πάντοτε ορατός στα δικά μου χτίσματα κι από μέσα, κι απ' έξω. Eπίσης,
βλέπεις ότι κάθε φορά επαναλαμβάνεται το ίδιο κατασκευαστικό στοιχείο.
Έτσι, το κτήριο, το χτίσμα έχει μια μουσικότητα, ένα μέτρο. H
αρχιτεκτονική είναι, για μένα, μουσική με τον τρόπο που όρισε τη μουσική ο
Bαλερί. Tο μέτρο και η μουσικότητα της αρχιτεκτονικής διαλύθηκαν με την
Aναγέννηση. Δεν καταργήθηκε μεν ο ρυθμός, αλλά έγινε ψεύτικος, όπως έγιναν
όλα ψεύτικα στην Aναγέννηση.

Φέρτε μου ένα παράδειγμα για να καταλάβω το ψέμα που έφερε η Aναγέννηση.

(χαμογελάει) Πολλά παραδείγματα... Για παράδειγμα, στο άνοιγμα των
παραθύρων έβαζαν το λεγόμενο πιλάστρο, ένα επιστύλιο δηλαδή, που ήταν μια
ψεύτικη κολόνα... Tέτοια πράγματα... Aπό τότε άρχισε ο ξεπεσμός της
αρχιτεκτονικής.

Mε την Aναγέννηση δηλαδή η αρχιτεκτονική αρχίζει να χρησιμοποιεί ως
διακοσμητικό στοιχείο το ψέμα;

(γελάει) Πολύ ωραία το είπατε... Έτσι ακριβώς είναι. Για μένα, δεν υπάρχει
Aναγέννηση. Yπάρχει μόνο Γέννηση! Όλα τα άλλα είναι διακόσμηση. O
παραστάτης -πιλάστρο- στην Aναγέννηση είναι ένα κατασκευαστικό ψέμα για να
διακοσμήσει.

Ένα παράδειγμα διακοσμητικής αρχιτεκτονικής στις ημέρες μας;

Tα νεοκλασικά.

Eίναι διακοσμητικά;

Σκηνικά. Tίποτε άλλο. Ένα εισαγόμενο είδος από τους Bαυαρούς, τον Όθωνα.
(γέλια) H διακοσμητική αρχιτεκτονική μετέτρεψε το σπίτι ή, καλύτερα,
επέτρεψε στους ανθρώπους να μετατρέψουν το σπίτι τους σε προβολή της
κοινωνικής τους θέσης. Kι όταν κάποιος προβάλλει τον εαυτό του
εξουσιαστικά μέσα από το σπίτι του, είναι φασίστας.

Yπερβολή, νομίζω.

Kαθόλου. Kυριολεξία. Aυτό είναι ο φασισμός. Πριν από μερικά χρόνια έδωσα
μια διάλεξη στο Bερολίνο κι έβαλα τίτλο Mε εργοδότη τη ζωή. Όχι τον
πελάτη! Όταν χτίζω ένα σπίτι, είναι για όλους το ίδιο κι αφήνω στον
καθέναν τα περιθώρια να βάλει την προσωπικότητά του μέσα. ?λλωστε, η
αρχιτεκτονική γίνεται απ' όλους, όχι μόνο από τον αρχιτέκτονα.

Mε αυτήν τη λογική σχεδιάσατε τις εργατικές κατοικίες της Φιλαδελφείας;

Aκριβώς.

Oι άνθρωποι που έζησαν μέσα τίμησαν αυτήν τη φιλοσοφία σας;

Όχι. Tους άλλαξαν τα φώτα. (γέλια) Έβαλαν πόρτες, φερφορζέ και τα έκαναν
αγνώριστα.

Πόσο φταίει ο αρχιτέκτονας για τις αντιδράσεις των ανθρώπων που κατοικούν
στα σπίτια που φτιάχνει;

H οδηγία που είχα πάρει ήταν να φτιάξω σπίτια για οικογένειες με δύο
παιδιά. Έφτιαξα λοιπόν ένα καθημερινό, δύο υπνοδωμάτια, μια κουζίνα, ένα
λουτρό. Oι άνθρωποι αυτοί πριν ζούσαν σε τρώγλες, με τις αυλές τους και
τους βασιλικούς τους. Mετά από ένα χρόνο, πήγα να δω πώς ζούσαν εκεί. Kαι
τι να δω... Tο καθημερινό ήταν κλειδωμένο. Ήταν το επονομαζόμενο «καλό».
(γέλια) Tους ζήτησα να μου το ανοίξουν και είδα μέσα πολυτελέστατα έπιπλα
με λεοντοπόδαρα και πολυελαίους με ψευτοασημικά. Ήταν ένας χώρος που
ανοιγόταν μόνο στις γιορτές. Kαι ζούσαν στριμωγμένοι στα δύο δωμάτια.
Mέχρι και στην κουζίνα ήταν στριμωγμένοι, όπου η γιαγιά κοιμόταν πάνω στη
σκάφη, που είχαν κάνει κρεβάτι βάζοντας τρεις τάβλες πάνω. Έτσι ζούσαν
όλοι.

Aπογοητευτήκατε;

Eσείς τι λέτε;

Πώς το ερμηνεύσατε;

Nομίζω ότι οι άνθρωποι στις μετακομίσεις κουβαλάνε, εκτός από περιττά
πράγματα, και ψευτολειτουργίες που κάνουν τη ζωή τους δύσκολη. Oι
μετακομίσεις, πολλές φορές, γίνονται για να βγάλουμε απ' τη ζωή μας το
περιττό... Δυστυχώς, η ζωή μας έχει γεμίσει περιττά... Πολύ φοβάμαι ότι σε
λίγο θα είναι περιττή και η ίδια η ζωή. Θα γεννιόμαστε για να πεθάνουμε...
Θα καλούμεθα να κάνουμε απλώς μια φυσική λειτουργία για να μην ταραχθεί η
ισορροπία της φύσης.

Zούμε, λέτε, σε μια εποχή που έχει χαθεί το όραμα;

Nαι, αυτό είναι το κακό που μας βρήκε. Γιατί στη ζωή κάτι πρέπει να
πιστεύεις και κάτι ν' αγαπάς. Aλλιώς, δεν υπάρχει σωτηρία. Πολύ φοβάμαι
ότι αυτά είναι πράγματα που αρχίζουν να εκλείπουν.

Eσάς τι σας λείπει τώρα από τη ζωή; Aπό όλες τις απώλειες ποια σας πονάει
περισσότερο;

Πριν από τριάντα χρόνια είχα ένα φίλο. Σπούδασε μόδιστρος στη Bιέννη. Ήρθε
εδώ και έκανε τον ξεναγό. Ξαφνικά κάτι έπαθαν τα νεύρα του και δεν
μπορούσε να κοιμηθεί. Tου έδιναν οι γιατροί φάρμακα, αλλά δεν γινόταν
τίποτα. Tου σύστησαν έναν ψυχίατρο στη Bιέννη. «Για ποιο λόγο να πάω σε
ψυχίατρο, γιατρέ;» ρώτησε. «Για να σου πει ποιος είσαι», του λέει ο
γιατρός. «Mα αυτό στην Aθήνα μού το λέει κάθε ημέρα ο γείτονάς μου», του
είπε, και γύρισε εδώ. Aυτό λοιπόν ήταν η μεγαλύτερη απώλεια. Kάποτε υπήρχε
επαφή κι αγάπη. Δίναμε το χέρι ο ένας στον άλλον και ήξερες με ποιον έχεις
να κάνεις. Δεν χρειαζόμαστε πια το διπλανό μας για να κάνουμε κάτι.

Φαίνεστε στενοχωρημένος.

Στενοχωριέμαι αφάνταστα. Παλιά υπήρχαν μερικοί φίλοι, συναντιόμασταν στο
Mπραζίλιαν, στη Bουκουρεστίου, τα λέγαμε. Tώρα ο καθένας σπίτι του, στην
τηλεόραση μπροστά. Aυτή είναι η παρέα του. Δεν ανοίγει ούτε τα παράθυρα. H
τηλεόραση είναι το μόνο του παράθυρο στον κόσμο. Δεν βλεπόμαστε πια, αυτή
είναι η απώλεια.

Eσείς πώς αντιμετωπίζετε αυτήν τη μοναξιά;

Kάθομαι πάνω απ' το τηλέφωνο, ν' ακούσω μια φωνή φιλική, να πω λίγα λόγια.
Ή βγαίνω στο δρόμο και μιλώ με τα κτήρια με τις ώρες... Φοβάμαι ότι έχω
μαζέψει πολλές σκέψεις στο μυαλό μου και δεν έχω πού να τις ξεφορτώσω.
?στε που οι σκέψεις είναι καλές, φρέσκες. Mε τον καιρό, αν δεν τις
στείλεις να συναντήσουν άλλες σκέψεις, αρχίζουν και μυρίζουν άσχημα. Kαι
δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα από σκέψεις που έληξε η ημερομηνία τους χωρίς
να βρεις άλλο μυαλό να τις αρπάξει. Σηκώνομαι το πρωί και νιώθω όλο και
πιο βαρύς. Δεν ξέρω αν πρόβλεψα τα θεμέλια ν' αντέξουν αυτές τις σκέψεις.
Mπορεί και να βυθιστώ για πάντα από τις πολλές σκέψεις. ?λλες φορές λέω
ότι ίσως ελευθερωθείς αν μ' έναν απότομο τρόπο διακόψεις τη φυσική
ισορροπία.

Θα ήταν μια πρόκληση για σας να ρίξετε ό,τι δεν σας αρέσει αρχιτεκτονικά
στην Aθήνα και να φτιάξετε ό,τι θέλετε στη θέση του;

Όχι. Θα έπρεπε να την γκρεμίσω και να την ξαναχτίσω πάλι από την αρχή.
Aλλά, γκρεμίζοντας την Aθήνα, δεν γκρεμίζεις και τους ανθρώπους που την
κατοικούν. Oι επιζήσαντες θα είναι πάλι το πρόβλημα.

Nιώθετε αποτυχημένος;

Eυτυχής, θα έλεγα. (γέλια)

Γιατί;

Πρόλαβα να διαπιστώσω ότι η απώλεια του παρελθόντος μας είναι η πρώτη
κοινωνική ομαδική αυτοκτονία μας.

Πέστε μου μια συνοικία της Aθήνας που αγαπάτε.

Tα Aναφιώτικα.

Γιατί;

Γιατί τα σπίτια δεν έχουν χτιστεί από αρχιτέκτονες. (γέλια)


Πηγή: http://bloggerkm2009.blogspot.com/2011/04/blog-post_18.html

Πέμπτη, 17 Νοεμβρίου 2011

Έγιναν σκόνη...


Γιάννης Σταύρου, Άνθρωπος και δέντρο, λάδι σε καμβά

Γραβάτες μαζί με
ξυρισμένα χαμόγελα
Τα λόγια σας σαλίγκαροι-τέλεια
εφαρμογή στο εσωτερικό των ώτων
μας
Στα χέρια σας μυλόπετρες--έγιναν
σκόνη αυτά που θέλαμε να
ζήσουμε...

Μαρία Γερογιάννη

Τρίτη, 15 Νοεμβρίου 2011

Συζήτηση για τον Παναγιώτη Κονδύλη στις 21-11-2011



Δημοσια συζητηση :“Π. Κονδυλης: Η μεταφραση ως μεθοδος”Δευτέρα 21 Νοεμβρίου 2011 στις 7 μ.μ. (
Ινστιτούτο Goethe, Αθήνα)
Podiumsdiskussion : “PANAJOTIS KONDYLIS: Übersetzung als Methode”Montag, 21. November 2011, 19.00 UhrSaal des Goethe-Instituts Athendeutsch/griechisch mit Simultanübersetzung

Από μεταφραστικής πλευράς: ο Λ. Αναγνώστου θα παρουσιάσει τις ιδιαιτερότητες της μετάφρασης του έργου του από τα γερμανικά στα ελληνικά, ο Κ. Κουτσουρέλης θα αναφερθεί στη μετάφραση ως πολιτική και ο Μ. Παπανικολάου θα μιλήσει για τον Κονδύλη ως μεταφραστή των κειμένων του.
Σε μία ευρύτερη γλωσσική προοπτική: ο F. Horst έχει προγραμματίσει να εξετάσει τη γλώσσα σε συνδυασμό με την αντίληψη περί πραγματικότητας, ο Φ. Δημητρίου θα αναφερθεί στη μέθοδο εργασίας του Κονδύλη σχετικά με την κοινωνική οντολογία και ο Π. Χριστιάς θα αναλύσει τη γραφή σε συνάρτηση με το υποκειμενικό αίσθημα ισχύος του συγγραφέα.
Συντονίζει ο Α. Καϊσης.

Πηγή: ΣΠΥΡΟΣ ΚΟΥΤΡΟΥΛΗΣ

Πέμπτη, 10 Νοεμβρίου 2011

60 νέοι σελιδοδείκτες εγκαινιάζουν την ηλεκτρονική Πολιτεία...


Νέοι σελιδοδείκτες του Γιάννη Στάυρου στο βιβλιοπωλείο Πολιτεία

Μόλις κυκλοφόρησαν 60 νέοι σελιδοδείκτες από έργα του ζωγράφου Γιάννη Σταύρου στο βιβλιοπωλείο Πολιτεία (Ασκληπιού 1, Αθήνα), εγκαινιάζοντας την παρουσία της Πολιτείας στο διαδίκτυο...

Η ιστοσελίδα politeianet.gr είναι γεγονός!
(πατήστε κλικ στην υπογράμμιση)

"… το οποίο σημαίνει ότι … είναι το βιβλιοπωλείο Πολιτεία στην οθόνη του υπολογιστή σας! Προσπαθήσαμε να φτιάξουμε μία ιστοσελίδα όπου – όπως και στα βιβλιοπωλεία μας - να κυριαρχεί η δυνατότητα να βρίσκουν οι αναγνώστες τα βιβλία που πραγματικά τους ενδιαφέρουν να αποκτήσουν. Έτσι, δώσαμε ιδιαίτερη έμφαση στην προβολή των βιβλίων που αποτελούν προτάσεις των συντελεστών του βιβλιοπωλείου Πολιτεία, στην ενημέρωση για τις νέες κυκλοφορίες (τόσο γενικότερα όσο και ανά θεματική ενότητα ή σε αναζήτηση), την προβολή των διαχρονικών βιβλίων σε εξαιρετικές τιμές, την προβολή των βιβλίων που οι ίδιοι οι πελάτες μας κρίνουν σαν τα πιο αξιόλογα (φέρνοντας τα στις πρώτες θέσεις πωλήσεων, σχολιάζοντας τα, επιλέγοντας τα στα αγαπημένα τους). Τέλος, και όχι το λιγότερο σημαντικό, μία βάση δεδομένων και μία προσαρμοσμένη μηχανή αναζήτησης, που να επιτρέπει όχι μόνο γενικά πλούσιες επιλογές σε αυτό που ψάχνετε, αλλά και ειδικότερα πλούσιες επιλογές σε βιβλία με εξαιρετικές τιμές..." Περισσότερα

Τετάρτη, 2 Νοεμβρίου 2011

Με την τοκογλυφία δεν ζωγραφίζουν οι άνθρωποι...


Piero de la Franscesca (1422-1492)

Έφεραν πόρνες στην Ελευσίνα,
σερβίρουν πτώματα…
έτσι προστάζει η τοκογλυφία...

Έζρα Πάουντ

Κάντο XLV – Με την Τοκοφλυφία

Με την τοκογλυφία,
δεν φτιάχνουν σπίτια οι άνθρωποι γερά:
η κάθε πέτρα λαξεμένη και βαλμένη στη θέση της σωστά
να στρώσει απάνω ο σοβάς, να δέσει
ο σκελετός, να κάτσουν τα στολίδια.

Με την τοκογλυφία
δεν ζωγραφίζουν οι άνθρωποι
παράδεισους στις εκκλησίες
μετά βαΐων και κλάδων,
την παναγιά να δέχεται τον άγγελο εξ ουρανών
κι απάνω εκεί στο πρόχειρο μολύβωμα να λάμπει
το φωτοστέφανό της.

Με την τοκογλυφία
δεν αξιώνονται οι άνθρωποι Γκονζάγα,
κληρονόμους, παλλακίδες,
δεν φτιάχνονται οι εικόνες για νʼ αντέξουν
στον χρόνο και να μας αντέξουν
φτιάχνονται για να πουληθούν αμέσως
και πουλιούνται

Με την τοκογλυφία,
κρίμα μεγάλο κι άδικο ενάντια την φύση,
κάτι μπαγιάτικα αποφάγια το ψωμί σου
χάρτινο το ψωμί σου,
χωρίς το στάρι των βουνών και το σκληρό αλεύρι.

Με την τοκογλυφία χοντραίνει η μολυβιά.

Με την τοκογλυφία ξεχαλινώνονται οι γραμμές
κι οι άνθρωποι δεν βρίσκουν τόπο να φωλιάσουν.
Η πέτρα τρώει το λιθοξόο
κι ο αργαλειός τον υφαντή.

Με την τοκογλυφία

δεν φτάνει το μαλλί στην αγορά

και δεν αφήνει κέρδος το κοπάδι με την τοκογλυφία.
Μάστιγα, μάστιγα μεγάλη αυτή η τοκογλυφία
στομώνει τη βελόνα στο χέρι της κυράς
και σταματά το ακούραστο αδράχτι.
Δεν γίνεται Πιέδρο Λομπάρδο
ούτε κρασί με την τοκογλυφία.
Ντούτσιο δεν γίνεται ούτε Πιερ ντελά Φρανσέσκα
και Χουάν Μπελίν και Λα Καλούνια
ζωγραφιστή με την τοκογλυφία.
Αντζέλικο δεν γίνεται, δεν γίνεται Αμπρότζιο Πρέντις,
ούτε εκκλησία πέτρινη,
κι απάνω από την πύλη σμιλεμένο: Αγαπάτε Αλλήλους.

Άγιο Τρόφιμο… όχι, ασφαλώς, με την τοκογλυφία.

Και Άγιο Ιλαρίωνα… όχι, βεβαίως, με την τοκογλυφία.

Σκουριάζει η σμίλη με την τοκογλυφία.
Σκουριάζει η τέχνη κι ο τεχνίτης,
τρώει το νήμα ο αργαλειός,
κανείς δεν ξέρει πια να κάνει τα χρυσοκεντητά ,
έχει λεκέδες το γαλάζιο, σκορπίζεται το κρεμεζί,
Μέμλινκ δεν βρίσκει πια το σμαραγδί.

Έσφαξε η τοκογλυφία μες τη μήτρα το παιδί,
στόμωσε του νέου την ορμή,
την άνοια, την παράλυση έφερε στο κρεβάτι,
πήγε και ξάπλωσε ανάμεσα στη νύφη
και τον γαμπρό της

ΠΑΡΑΦΥΣΗ

Έφεραν πόρνες στην Ελευσίνα,
σερβίρουν πτώματα…
έτσι προστάζει η τοκογλυφία.

(μετ. Γιώργος Μπλάνας)

Ezra Pound

Canto XLV -With Usura

With usura hath no man a house of good stone
each block cut smooth and well fitting
that design might cover their face,
with usura
hath no man a painted paradise on his church wall
harpes et luz
or where virgin receiveth message
and halo projects from incision,
with usura
seeth no man Gonzaga his heirs and his concubines
no picture is made to endure nor to live with
but it is made to sell and sell quickly
with usura, sin against nature,
is thy bread ever more of stale rags
is thy bread dry as paper,
with no mountain wheat, no strong flour
with usura the line grows thick
with usura is no clear demarcation
and no man can find site for his dwelling.
Stonecutter is kept from his tone
weaver is kept from his loom
WITH USURA
wool comes not to market
sheep bringeth no gain with usura
Usura is a murrain, usura
blunteth the needle in the maid’s hand
and stoppeth the spinner’s cunning. Pietro Lombardo
came not by usura
Duccio came not by usura
nor Pier della Francesca; Zuan Bellin’ not by usura
nor was ‘La Calunnia’ painted.
Came not by usura Angelico; came not Ambrogio Praedis,
Came no church of cut stone signed: Adamo me fecit.
Not by usura St. Trophime
Not by usura Saint Hilaire,
Usura rusteth the chisel
It rusteth the craft and the craftsman
It gnaweth the thread in the loom
None learneth to weave gold in her pattern;
Azure hath a canker by usura; cramoisi is unbroidered
Emerald findeth no Memling
Usura slayeth the child in the womb
It stayeth the young man’s courting
It hath brought palsey to bed, lyeth
between the young bride and her bridegroom
CONTRA NATURAM
They have brought whores for Eleusis
Corpses are set to banquet
at behest of usura.