«Ξέρεις ποιος είναι ο τρόμος μου; Μια μέρα να μην έχω ποίηση για σένα.» Tσέζαρε Παβέζε
Γιάννης Σταύρου, Λευκός Πύργος- στο φως της σελήνηςζωγράφοι, ελληνική τέχνη, θαλασσογραφίες, τοπία, ζωγραφική, λογοτεχνία, Έλληνες ζωγράφοι, σύγχρονη σκέψη, καράβια, τέχνη, σύγχρονοι ζωγράφοι, ποίηση, πορτρέτα, πίνακες ζωγραφικής, έργα ζωγραφικής, ελληνικά τοπία
t
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες
Πέμπτη 20 Φεβρουαρίου 2025
Κυριακή 10 Νοεμβρίου 2024
ένα ξύπνημα...
Δεν έχουμε παρά μόνο αυτήν την αρετή: να ξεκινάμε τη ζωή κάθε μέρα -μπροστά από τη γη, κάτω από έναν σιωπηλό ουρανό - περιμένοντας ένα ξύπνημα.
Τσέζαρε Παβέζε
*
Non abbiamo che questa virtù: cominciare ogni giorno la vita - davanti alla terra, sotto un cielo che tace - attendendo un risveglio.)
Cesare Pavese
Δευτέρα 4 Νοεμβρίου 2024
έναν λήθαργο, ένα αναισθητικό...
Στην ουσία ζητούσα έναν λήθαργο, ένα αναισθητικό, μια βεβαιότητα ότι είμαι καλά κρυμμένος. Δεν ζητούσα παγκόσμια ειρήνη, ζητούσα τη δική μου.
(In sostanza chiedevo un letargo, un anestetico, una certezza di essere ben nascosto. Non chiedevo la pace nel mondo, chiedevo la mia.)
Cesare Pavese
Κυριακή 7 Απριλίου 2024
έναν λήθαργο...
Στην ουσία ζητούσα έναν λήθαργο, ένα αναισθητικό, μια βεβαιότητα ότι είμαι καλά κρυμμένος.
Δεν ζητούσα παγκόσμια ειρήνη, ζητούσα τη δική μου.
Τσέζαρε Παβέζε
*
In sostanza chiedevo un letargo, un anestetico, una certezza di essere ben nascosto. Non chiedevo la pace del mondo, chiedevo la mia.
Cesare Pavese
Τρίτη 7 Νοεμβρίου 2023
στο μονοπάτι σου...
Να ανθίσουν τριαντάφυλλα στο μονοπάτι σου. Γεια σου.
*
Che le rose fioriscano sul tuo sentiero. Ciao.
Cesare Pavese
(χαιρετισμός του ποιητή στο τέλος μιας επιστολής - 22 Απριλίου 1943)
Κυριακή 11 Σεπτεμβρίου 2022
σαν μια παλιά τύψη ή μια παράλογη συνήθεια...
(απαγγέλει ο Βιτόριο Γκάσμαν)
Τσέζαρε Παβέζε
Ο θάνατος θα ‘ρθει και θα ‘χει τα μάτια σου
Ο θάνατος θα ‘ρθει και θα ‘χει τα μάτια σου –
αυτός ο θάνατος που μας συντροφεύει
απ’ το πρωί ως το βράδυ, άγρυπνος,
κρυφός, σαν μια παλιά τύψη
ή μια παράλογη συνήθεια. Τα μάτια σου
θα ‘ναι μια άδεια λέξη,
κραυγή που έσβησε, σιωπή.
Έτσι τα βλέπεις κάθε πρωινό
όταν μονάχη σκύβεις
στον καθρέφτη. Ω αγαπημένη ελπίδα,
αυτή τη μέρα θα μάθουμε κι εμείς
πως είσαι η ζωή κι είσαι το τίποτα.
Για όλους ο θάνατος έχει ένα βλέμμα.
Ο θάνατος θα ‘ρθει και θα ‘χει τα μάτια σου.
Θα ‘ναι σαν ν’ αφήνεις μια συνήθεια,
Σαν ν’ αντικρίζεις μέσα στον καθρέφτη
να αναδύεται ένα πρόσωπο νεκρό,
σαν ν’ ακούς ένα κλεισμένο στόμα.
Θα κατέβουμε στην άβυσσο βουβοί.
CESARE PAVESE,
Verrà la morte e avrà i tuoi occhi
Verrà la morte e avrà i tuoi occhi
questa morte che ci accompagna
dal mattino alla sera, insonne,
sorda, come un vecchio rimorso
o un vizio assurdo. I tuoi occhi
saranno una vana parola,
un grido taciuto, un silenzio.
Cosí li vedi ogni mattina
quando su te sola ti pieghi
nello specchio. O cara speranza,
quel giorno sapremo anche noi
che sei la vita e sei il nulla.
Per tutti la morte ha uno sguardo.
Verrà la morte e avrà i tuoi occhi.
Sarà come smettere un vizio,
come vedere nello specchio
riemergere un viso morto,
come ascoltare un labbro chiuso.
Scenderemo nel gorgo muti.
Τρίτη 9 Αυγούστου 2022
σιωπή...
Πέμπτη 14 Απριλίου 2022
Χώρα...
"Χώρα σημαίνει να μην είσαι μόνος, γνωρίζοντας ότι στους ανθρώπους, στα φυτά, στη γη υπάρχει κάτι δικό σου, που ακόμα και όταν λείπεις, αυτό είναι εκεί να σε περιμένει."
Τσέζαρε Παβέζε
Κυριακή 11 Απριλίου 2021
Χώρα...
"Χώρα σημαίνει να μην είσαι μόνος, γνωρίζοντας ότι στους ανθρώπους, στα φυτά, στη γη υπάρχει κάτι δικό σου, που ακόμα και όταν λείπεις, αυτό είναι εκεί να σε περιμένει."
Τσέζαρε Παβέζε
Παρασκευή 15 Μαΐου 2020
αυτό που είμαστε...
Κι όσο κι αν περιπλανηθούμε μακριά
βρίσκουμε τον εαυτό μας στο μονοπάτι του
Εκεί όπου φτιάξαμε αυτό που είμαστε...
Τσέζαρε Παβέζε
*
.. Ma abbiamo tutti una montagna dell'infanzia.
E per lontano che si vagabondi,
ci si ritrova sul suo sentiero.
La fummo fatti per quel che siamo...
Cesare Pavese
Σάββατο 15 Φεβρουαρίου 2020
η νύχτα σου μοιάζει...
η μακρινή νύχτα που θρηνεί
σιωπηλά, μέσα στα βάθη της καρδιάς,
και τ' άστρα περνάνε κουρασμένα...
*
Anche la notte ti somiglia,
la notte remota che piange
muta, dentro il cuore profondo,
e le stelle passano stanche...
Τσέζαρε Παβέζε
Τη νύχτα που κοιμήθηκες
Ακόμα και η νύχτα σου μοιάζει,
η μακρινή νύχτα που θρηνεί
σιωπηλά, μέσα στα βάθη της καρδιάς,
και τ' άστρα περνάνε κουρασμένα.
Ένα μάγουλο ακουμπάει σ' ένα άλλο μάγουλο -
είναι μια παγερή ανατριχίλα, κάποιος
χτυπιέται και σε παρακαλεί, μονάχος,
σκορπισμένος μέσα σου, στον πυρετό σου.
Η νύχτα υποφέρει και θέλει την αυγή
φτωχή καρδιά που τρέμεις.
Ω πρόσωπο κλειστό, σκοτεινή αγωνία
πυρετέ που πικραίνεις τ' άστρα,
υπάρχει κάποιος που περιμένει την αυγή όπως και συ
ψάχνοντας το πρόσωπό σου στη σιωπή.
Είσαι ξαπλωμένη κάτω από τη νύχτα
σαν ένας κλειστός νεκρός ορίζοντας.
Φτωχή καρδιά που τρέμεις
κάποτε ήσουν η αυγή.
(μετ. Γιάννη Η. Παππά)
Cesare Pavese
The night you slept
Anche la notte ti somiglia,
la notte remota che piange
muta, dentro il cuore profondo,
e le stelle passano stanche.
Una guancia tocca una guancia
è un brivido freddo, qualcuno
si dibatte e t’implora, solo,
sperduto in te, nella tua febbre.
La notte soffre e anela l’alba,
povero cuore che sussulti.
O viso chiuso, buia angoscia,
febbre che rattristi le stelle,
c’è chi come te attende l’alba
scrutando il tuo viso in silenzio.
Sei distesa sotto la notte
come un chiuso orizzonte morto.
Povero cuore che sussulti,
un giorno lontano eri l’alba.
Πέμπτη 12 Δεκεμβρίου 2019
Σαν παιδί
χωρίς να το γνωρίζω, είχα ήδη αρχίσει τα ταξίδια μου.
*
Da bambino guardando le nuvole e la strada delle stelle,
senza saperlo avevo gia cominciato i miei viaggi.
Cesare Pavese
Δευτέρα 12 Αυγούστου 2019
Νοσταλγία τον Αύγουστο...
και χρησιμεύει να μας θυμίζει ότι ευτυχώς,
είμαστε επίσης ευάλωτοι.
*
"Si chiama nostalgia
e serve a ricordarci che per fortuna,
siamo anche fragili."
Cesare Pavese
Τρίτη 16 Απριλίου 2019
Χώρα...
Τσέζαρε Παβέζε
*
"Un paese vuol dire non essere soli, sapere che nella gente, nelle piante, nella terra c’e qualcosa di tuo, che anche quando non ci sei resta ad aspettarti."
Cesare Pavese
Σάββατο 26 Αυγούστου 2017
όπου γεννιόταν η αυγή...
στην καρδιά, πνιγμένες
λέξεις. Είσαι σκοτεινή.
Γιά σένα η αυγή είναι σιωπή...
Γιάννης Σταύρου, Ξημέρωμα στη Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά
Τσέζαρε Παβέζε
Το πρόσωπό σου από λαξευμένη πέτρα...
Το πρόσωπό σου από λαξευμένη πέτρα,
το αίμα σου από σκληρό χώμα,
ήρθες άπό τή θάλασσα.
Όλα τά δέχεσαι, τά ερευνάς
καί τά διώχνεις
όπως η θάλασσα. Έχεις σιωπή
στην καρδιά, πνιγμένες
λέξεις. Είσαι σκοτεινή.
Γιά σένα η αυγή είναι σιωπή.
Κι είσαι σάν τις φωνές
τής γης - τόν χτύπο
τού κουβά στό πηγάδι,
τής φωτιάς τό τραγούδι,
τον γδούπο τού μήλου'
τις καρτερικές, χαμηλόφωνες
κουβέντες στα κατώφλια,
τήν κραυγή τού παιδιού - όσα
ποτέ δέν διαβαίνουν.
Δέν αλλάζεις. Είσαι σκοτεινή.
Είσαι τό κλειδωμένο υπόγειο
μέ τό χωμάτινο δάπεδο,
όπου κάποτε μπήκε
μέ γυμνά πόδια τ' άγόρι
καί θά τό θυμάται γιά πάντα.
Είσαι η σκοτεινή κάμαρα
πού θά θυμόμαστε πάντα
σάν την άρχαία αυλή
όπου γεννιόταν η αυγή.
(Μετ. Σωτήρης Τριβιζάς)
Κυριακή 18 Δεκεμβρίου 2016
σιωπηλή θλίψη...
δεν υπήρχε πια εγκατάλειψη
στο μονοπάτι στο ποτάμι -
όχι πια σκλάβοι, μάθαμε
πως είμαστε ζωντανοί και μονάχοι...
Γιάννης Σταύρου, Πλαγιά στον Υμηττό, λάδι σε καμβά
Τσέζαρε Παβέζε
Και τότε εμείς οι δειλοί
Και τότε εμείς οι δειλοί
που αγαπούσαμε τους ψιθύρους
της νύχτας, τα σπίτια,
τα μονοπάτια στο ποτάμι,
τα κόκκινα και βρώμικα φώτα
εκείνων των τόπων, την ήρεμη,
σιωπηλή θλίψη -
τραβήξαμε τα χέρια
από τη ζωντανή αλυσίδα
και σωπάσαμε, μα η καρδιά μας
σκίρτησε στο αίμα
και δεν υπήρχε πια ηδονή
δεν υπήρχε πια εγκατάλειψη
στο μονοπάτι στο ποτάμι -
όχι πια σκλάβοι, μάθαμε
πως είμαστε ζωντανοί και μονάχοι.
Πέμπτη 18 Αυγούστου 2016
ψίθυρος σιγής...
τα πάντα θολώνουν, και είναι σαν θαύμα
να υπάρχεις για να χαζεύεις το ποτήρι...
Γιάννης Σταύρου, Πλοία στο λιμάνι, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)
Τσεζάρε Παβέζε
Το θλιμμένο κρασί
Το δύσκολο είναι να την αράξεις στη γωνίτσα σου δίχως να σε προσέξουν.
Τα υπόλοιπα έρχονται μόνα τους. Τρεις γουλίτσες
και σου ξανάρχεται η όρεξη να χάνεσαι στις σκέψεις σου.
Ορθώνεται ένα μακρινό κύμα με ξεχασμένους ψιθύρους,
τα πάντα θολώνουν, και είναι σαν θαύμα
να υπάρχεις για να χαζεύεις το ποτήρι. Η δουλειά
(γιατί οι άντρες δεν μπορούν να μη σκέφτονται τη δουλειά)
ξαναγίνεται το ανέκαθεν μοιραίο: ότι
είναι ωραίο να υποφέρεις
για να μπορείς να χάνεσαι στον πόνο. Μετά, τα μάτια
ατενίζουν το κενό, σαν πονεμένα μάτια τυφλού.
Αν αυτός ο άντρας σηκωθεί, τραβώντας σπίτι για ύπνο
θα μοιάζει μ’ έναν στραβό που ‘χασε το δρόμο. Ο καθένας
μπορεί να ξεμπουκάρει απ’ τη γωνιά και να τον αρχίσει στις γροθιές.
Μπορεί να εμφανιστεί μια γυναίκα, όμορφη και νέα,
αγκαζέ μ’ έναν άντρα, ανθίζοντας.
Όπως κάποτε μια γυναίκα άνθιζε μαζί του.
Μα δεν βλέπει. Δεν μπορεί να δει. Τραβάει σπίτι για ύπνο
και η ζωή του δεν είναι παρά ένας ψίθυρος σιγής.
Σαν τον γδύσεις, θα βρεις σαραβαλιασμένα μέλη
και την επιδερμίδα, καταφαγωμένη. Ποιος να έλεγε
ότι τον διατρέχουν άθερμες φλέβες
εκεί που άλλοτε ζεμάταγε η ζωή; Κανείς δεν θα πίστευε
πως κάποτε μια γυναίκα γέμιζε χάδια και φιλιά εκείνο το κορμί,
που, λουσμένο στα δάκρυα, τρέμει,
τώρα που έφτασε σπίτι για να κοιμηθεί,
μα δεν τα καταφέρνει, και αντί να κοιμάται, ανθίζει.
Παρασκευή 6 Μαΐου 2016
Την αυγή θα υποφέρουμε...
πρόσωπο της άνοιξης,
και η σιγανή βροχή,
η αυγή με τα χρώματα των υακίνθων...
Γιάννης Σταύρου, Ανάμεσα σε βιβλία, λάδι σε καμβά
Τσέζαρε Παβέζε
Οι γάτες θα το ξέρουν
Ακόμα θα πέφτει η βροχή
στα γλυκά σου λιθόστρωτα
μια σιγανή βροχή
σαν φύσημα ή σαν βήμα.
Ακόμα η αύρα και η αυγή
θ' ανθίζουν απαλά
σαν κάτω από το βήμα σου,
όταν εσύ θα ξαναγυρίζεις.
Ανάμεσα στα λουλούδια και στα πρεβάζια
οι γάτες θα το ξέρουν.
Θά 'ρθουν άλλες μέρες
θά 'ρθουν άλλες φωνές.
Θα χαμογελάς μονάχη σου.
Οι γάτες θα το ξέρουν.
Θ' ακούς λέξεις παλιές
λέξεις κουρασμένες και άδειες
όπως τα παρατημένα ρούχα
της χθεσινής γιορτής.
Θα κάνεις χειρονομίες
θ' απαντάς με λέξεις'
πρόσωπο της άνοιξης
θα κάνεις και συ χειρονομίες.
Οι γάτες θα το ξέρουν,
πρόσωπο της άνοιξης,
και η σιγανή βροχή,
η αυγή με τα χρώματα των υακίνθων
που κομματιάζουν την καρδιά
εκείνου που δεν ελπίζει πλέον σε σένα,
είναι το λυπημένο χαμόγελο
που χαμογελάς μονάχη σου.
Θά 'ρθουν άλλες μέρες,
άλλες φωνές και ξυπνήματα.
Την αυγή θα υποφέρουμε,
πρόσωπο της άνοιξης.
Σάββατο 29 Αυγούστου 2015
στη φεγγαράδα...
και να ρουφάει της νύχτας τ’ αρώματα...
Γιάννης Σταύρου, Ύδρα με φεγγάρι, λάδι σε καμβά
Τζέζαρε Παβέζε
Συνήθειες
Στο πλακόστρωτο του πίσω δρόμου το φεγγάρι λιμνάζει
σιωπηλό κι ο φίλος μας τα περασμένα αναπολεί.
Τότε που του αρκούσε μια τυχαία συνάντηση
για να μη νιώθει πλέον μόνος.
Τότε, που του άρεσε ν’ αγναντεύει το φεγγάρι
και να ρουφάει της νύχτας τ’ αρώματα.
Μα πιο γλυκό, θυμάται, ήταν το άρωμα της γυναίκας
Που θα συναντούσε, η σύντομη περιπέτεια στην ετοιμόρροπη σκάλα.
Η γαλήνια κάμαρη και η επιθυμία να ζήσει εκεί για πάντα
Γέμιζαν την καρδιά του. Ύστερα, κάτω από το φως του φεγγαριού,
με μεγάλες αργόσυρτες δρασκελιές θα επέστρεφε, ευτυχισμένος.
Εκείνο τον καιρό ήταν ο καλύτερος φίλος του εαυτού του.
Ξυπνούσε το πρωί και σηκωνόταν απ’ το κρεβάτι
ξανασμίγοντας με το κορμί του και τις αναμνήσεις του.
Του άρεσε να βγαίνει έξω στη βροχή ή να την αράζει στον ήλιο
να χαζεύει την κίνηση του δρόμου
και να πιάνει κουβέντα με τους περαστικούς.
Ήταν πεπεισμένος ότι μπορούσε ν’ αλλάζει επάγγελμα κάθε πρωί,
μέχρι την τελευταία ημέρα της ζωής του.
Μετά, αποκαμωμένος, άραζε κάπου για να κάνει το τσιγάρο του.
Τότε, θυμάται, η μεγαλύτερη ικανοποίηση ήταν να είναι μόνος.
Πάει, γέρασε ο φίλος μας, και θα ’θελε ένα σπίτι ζεστό,
θα ’θελε να βγαίνει τις βόλτες του το βραδάκι
και να την αράζει στο πλακόστρωτο χαζεύοντας το φεγγάρι,
αλλά, σα γυρνάει σπίτι, να βρίσκει μια γυναίκα αφοσιωμένη,
μια γυναίκα γαλήνια, να τον περιμένει υπομονετικά.
Πάει, γέρασε ο φίλος μας, και η μοναξιά του ’γινε βάρος.
Οι περαστικοί διαβάτες είναι πάντα οι ίδιοι· ο ήλιος
και η βροχή, απαράλλακτοι· και το χάραμα, έρημος.
Δεν αξίζει τον κόπο να παιδεύεται κανείς πλέον,
και να βγαίνει έξω στη φεγγαράδα, άμα κανείς δεν τον περιμένει,
αλήθεια σας λέω, δεν αξίζει τον κόπο.
(μετ. Σπύρος Δόικας)
Cesare Pavese
Abitudini
Sull'asfalto del viale la luna fa un lago
silenzioso e l'amico ricorda altri tempi.
Gli bastava in quei tempi un incontro improvviso
e non era piú solo. Guardando la luna,
respirava la notte. Ma più fresco l'odore
della donna incontrata, della breve avventura
per le scale malcerte. La stanza tranquilla
e la rapida voglia di viverci sempre,
gli riempivano il cuore. Poi, sotto la luna,
a gran passi intontiti tornava, contento.
A quei tempi era un grande compagno di sé.
Si svegliava al mattino e saltava dal letto,
ritrovando il suo corpo e i suoi vecchi pensieri.
Gli piaceva uscir fuori prendendo la pioggia
o anche il sole, godeva a guardare le strade,
a parlare con gente improvvisa. Credeva
di saper cominciare cambiando mestiere
fino all'ultimo giorno, ogni nuovo mattino.
Dopo grandi fatiche sedeva fumando.
Il piacere piú forte era starsene solo.
È invecchiato l'amico e vorrebbe una casa
che gli fosse più cara, e uscir fuori la notte
e fermarsi sul viale a guardare la luna,
ma trovare al ritorno una donna sommessa,
una donna tranquilla, in attesa paziente.
È invecchiato l'amico e non basta piú a sé.
I passanti son sempre gli stessi; la pioggia
e anche il sole, gli stessi; e il mattino, un deserto.
Faticare non vale la pena. E uscir fuori alla luna,
se nessuno l'aspetti, non vale la pena.
Τρίτη 5 Μαΐου 2015
είδε τον άδειο ουρανό...
σαν ένας κλειστός, πεθαμένος ορίζοντας
Φτωχή καρδιά που τρέμεις,
κάποτε ήσουν η αυγή...
Γιάννης Σταύρου, Νυχτερινό, λάδι σε καμβά
Τσεζάρε Παβέζε
Είσαι σαν κάποια γη
Είσαι σαν κάποια γη
που κανένας ποτέ δεν ονόμασε.
Δεν περιμένεις τίποτα
μόνο τη λέξη
που θ’ αναβλύσει απ’ το βάθος
σαν καρπός στα κλαριά.
Ένας άνεμος σε προλαβαίνει.
Στεγνά και μαραμένα πράγματα
σε κατακλύζανε και φεύγουν με τον άνεμο.
Μέλη και λόγια αρχαία. Τρέμεις
μέσα στο καλοκαίρι.
Τη νύχτα που κοιμήθηκες
Ακόμα κι η νύχτα σου μοιάζει,
η μακρινή νύχτα που κλαίει
βουβά, βαθιά στην καρδιά ,
και τ΄ άστρα περνούν κουρασμένα.
Κάποιο μάγουλο αγγίζει άλλο μάγουλο -
είναι ένα παγωμένο ρίγος, κάποιος
παλεύει, σ' ικετεύει, μόνος,
χαμένος μέσα σου, μέσα στον πυρετό σου .
Η νύχτα υποφέρει, λαχταρά την αυγή,
φτωχή καρδιά που τρέμεις .
Ω, κλειστό πρόσωπο, σκοτεινή αγωνία,
πυρετέ που πικραίνεις τ' αστέρια,
υπάρχει κάποιος που σαν κι εσένα
λαχταρά την αυγή
γυρεύοντας το πρόσωπο σου στη σιωπή.
Απλώθηκες κάτω απ' τη νύχτα
σαν ένας κλειστός, πεθαμένος ορίζοντας
Φτωχή καρδιά που τρέμεις,
κάποτε ήσουν η αυγή.
Εσύ δεν ξέρεις
Εσύ δεν ξέρεις τους λόφους
εκεί που χύθηκε το αίμα.
Όλοι μας φεύγαμε
όλοι μας ρίξαμε
το όπλο και τ’ όνομά μας. Μια γυναίκα
μας κοιτούσε που φεύγαμε.
Ένας μονάχα από μας
στάθηκε εκεί με σφιγμένη γροθιά,
είδε τον άδειο ουρανό,
έσκυψε το κεφάλι και πέθανε
μπροστά στον τοίχο, σωπαίνοντας.
Τώρα, ένα αιμάτινο κουρέλι
και τ’ όνομά του. Μια γυναίκα
μας περιμένει στους λόφους.





















