ζωγράφοι, ελληνική τέχνη, θαλασσογραφίες, τοπία, ζωγραφική, λογοτεχνία, Έλληνες ζωγράφοι, σύγχρονη σκέψη, καράβια, τέχνη, σύγχρονοι ζωγράφοι, ποίηση, πορτρέτα, πίνακες ζωγραφικής, έργα ζωγραφικής, ελληνικά τοπία
t
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες
Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2015
Της Ακρόπολης φεγγάρι...
στέκεσαι στον ουρανό…
Το τραγούδι το γλυκό
χάνεται από τη γωνιά·
το παιδί, περαστικό,
πήγε σ’ άλλη γειτονιά.
Της Ακρόπολης φεγγάρι,
της Αθήνας το καμάρι!..
Γιάννης Σταύρου, Ακρόπολη 1970, λάδι σε καμβά
Τέλλος Άγρας
Φεγγαράκι
Φεγγαράκι αληθινό
βγαίνει πίσω απ’ το βουνό.
Μια φωνή τραγουδιστή
στα σοκάκια κελαηδεί·
κάποιο αγόρι περπατεί,
κάποιο αφρόντιστο παιδί:
– Φεγγαράκι μου λαμπρό,
φέγγε μου, να περπατώ.
Φεγγαράκι μου καλό,
φέγγε, σε παρακαλώ,
φέγγε σ’ όλη την αυλή,
στον ασβέστη, στα σκαλιά,
στου αντρέ* μας το γυαλί,
στου παππού τ’ άσπρα μαλλιά,
φεγγαράκι μου λαμπρό,
χαρωπό, λυπητερό.
Φεγγαράκι ταπεινό,
στέκεσαι στον ουρανό…
Το τραγούδι το γλυκό
χάνεται από τη γωνιά·
το παιδί, περαστικό,
πήγε σ’ άλλη γειτονιά.
Της Ακρόπολης φεγγάρι,
της Αθήνας το καμάρι!
Mες στον κόρφο μου βαλμένα
να ’χα, για καρδιά μου, εσένα!
Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2015
Αρχή στην πάσα συμφορά...
δέκα ιστορούσα στη σειρά, θε νάβρισκ’ άκρη.
Γιατί, νά ξέρης, σε μια μέρα ως τώρ’ ακόμα
τόσο ποτέ δε χάθηκε ανθρώπων πλήθος...
Γιάννης Σταύρου, Ακρόπολη 1970, λάδι σε καμβά
Αισχύλος
Πέρσαι
Αγγελιοφόρος προς τη βασίλισσα Άτοσσα.
Αρχή στην πάσα συμφορά, δέσποινα, κάποια
θεϊκιά κατάρα ή πονηρόν έκαμε πνεύμα,
που φάνηκε από πού δε ξέρω. Γιατί κάποιος
Έλληνας ήρθ’ από το στρατό των Αθηναίων
κ’ είπε στο γυιό σου Ξέρξη αυτά: πως άμα πέση
της μαύρης νύχτας το σκοτάδι, δε θα εμέναν
οι Έλληνες άλλο, μα στων καραβιών θα ωρμούσαν
τα σκαμνιά πάνω, για να σώση όπου προφτάση
καθένας με κρυφή φευγάλα τη ζωή του.
Και κείνος άμα τάκουσε, χωρίς νά νοιώση
το δόλο του Έλληνα, ούτε των θεών το φθόνο,
σ’ όλους τους ναύαρχούς του αυτή τη διάτα βγάζει:
Σαν παύσουν νά φλογίζουνε του ήλιου οι αχτίνες
τη γη”, κι απλώση το σκοτάδι στον αιθέρα,
σε τρεις σειρές να τάξουν τα πολλά καράβια
για να φυλάξουν τα στενά και τα πολύβουα
περάσματα της θάλασσας, κι ολόγυρ’ άλλα
το θείο του Αίαντα το νησί νά περιζώσουν
γιατί αν γλυτώναν οι Έλληνες τον κακό χάρο,
βρίσκοντας με τα πλοία κρυφό φευγιό από κάπου,
όλοι, να ξέρουν, θάχαναν την κεφαλή τους.
Τέτοια με πάρα θαρρετή καρδιά προστάζει,
γιατί δεν ήξερε, οι θεοί το τι του γράφαν.
Κι αυτοί μ’ όλη την τάξη και με υπάκουη γνώμη
το δείπνο τους ετοίμασαν κι ο κάθε ναύτης
καλοβαλμένα στους σκαρμούς κουπιά επερνούσε.
Κι όταν του ήλιου εχώνεψε το φως κ’ η νύχτα
κατέβαινε, τη θέση τους πήραν καθένας
κ’ οι δουλευτάδες του κουπιού κ’ οι αρματομάχοι.
Κ’ η μια την άλλη απ’ τα μακριά καράβια τάξη
παρακινόντας ξεκινούν μ’ όποια καθένας
του είχε οριστή σειρά, και στα πανιά οληνύχτα
κρατούσαν τα καράβια τους οι καπετάνιοι.
Μα η νύχτα προχωρεί, κ’ οι Έλληνες κρυφό δρόμο
νανοίξουν από πουθενά δε δοκιμάζουν
όταν όμως με τάσπρα τάτια της η μέρα
φωτοπλημμύριστη άπλωσε σ’ όλο τον κόσμο,
μια πρώτ’ ακούστηκε απ’ τα μέρος των Ελλήνων
βουή τραγουδιστά με ήχο φαιδρό να βγαίνη
και δυνατ’ αντιβούιζαν μαζί κ’ οι βράχοι
του νησιού γύρω, ενώ τρομάρα τους βαρβάρους
έπιασεν όλους, πού έβλεπαν πως γελεστήκαν.
γιατί δεν ήταν για φευγιό που έψαλλαν τότε
σεμνόν παιάνα οι Έλληνες, μα σαν να ωρμούσαν
μ’ ολόψυχη καρδιά στη μάχη, ενώ όλη ως πέρα
τη γραμμή των της σάλπιγγας φλόγιζε ό ήχος.
Κι αμέσως τα πλαταγιστά με μιας κουπιά τους
χτυπούνε με το πρόσταγμα την βαθειάν άρμη
και δεν αργούνε να φανούν όλοι μπροστά μας.
Το δεξί πρώτο, σε γραμμή, κέρας ερχόνταν
μ’ όλη την τάξη, κ’ έπειτα κι ο άλλος ο στόλος
από πίσω ακλουθά. Και τότε ήταν νακούσης
φωνή μεγάλη άπά κοντά: «Εμπρός, των Ελλήνων
γενναία παιδιά! νά ελευθερώσετε πατρίδα,
τέκνα, γυναίκες και των πατρικών θεών σας
να ελευτερώστε τα ιερά και των προγόνων
τους τάφους. Τώρα για όλα ‘ναι που πολεμάτε.»
Μα κι από μας βουή στην περσική τη γλώσσα
τους αποκρίνονταν και πια καιρός δεν ήταν
για χάσιμο, μα ευτύς το ένα στο άλλο επάνω
καράβι κρούει τη χάλκινην αρματωσιά του.
Το σύνθημα της εμβολής έδωσε πρώτα
ένα καράβι ελληνικό, που έσπασεν όλα
ενός φοινικικού κορώνες κι ακροστόλια,
κ’ έτσι όλοι στρέφουν ο ένας καταπάνω τάλλου.
Λοιπόν, βαστούσε στην αρχή καλά το ρέμμα
του στόλου των Περσών, μα όταν στο στενό μέσα
τόσο πλήθος στριμώχτηκαν και δεν μπορούσαν
καμμιά βοήθεια ο ένας ταλλουνού να δίνουν
κ’ οι ίδιοι με τις χαλκόστομες συμμεταξύ τους
χτυπιόνταν πρώρες, σπάνανε των κουπιών όλες
μαζί οι φτερούγες ,και, να, τότε των Ελλήνων
τα πλοία ένα γύρο με πολλή επιδεξιωσύνη
από παντού χτυπούσανε, και τα σκαριά μας
αναποδογυρίζονταν και δεν μπορούσες
να βλέπης πια τη θάλασσα που ήταν γιομάτη
από ναυάγια καραβιών κι ανθρώπων φόνο.
Και βρύαζαν οι γιαλοί νεκρούς κ’ οι ξέρες γύρου,
ενώ όσα μας εμένανε καράβια ακόμα
τόβαζαν στο κουπί φευγάλα δίχως τάξη.
Μα εκείνοι, σαν και νάτανε για θύννους ή άλλο
βόλασμα ψάρια, με κουπιά σπασμένα, ή μ’ ο,τι
συντρίμμι απ’ τα ναυάγια, χτυπούν, σκοτώνουν
κ’ ένας βόγγος απλώνονταν μαζί και θρήνος
ως τανοιχτά της θάλασσας, όσο που ή μαύρη
της νύχτας ήρθε σκοτεινιά κ’ έβαλε τέλος.
Μα όλο το πλήθος του χαμού, μηδέ κι αν μέρες
δέκα ιστορούσα στη σειρά, θε νάβρισκ’ άκρη.
Γιατί, νά ξέρης, σε μια μέρα ως τώρ’ ακόμα
τόσο ποτέ δε χάθηκε ανθρώπων πλήθος.
(Μετ. Ι. Ν. Γρυπάρης)
Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2015
διότι θυμάμαι την Αθηνά τρελή από πόνο και ντροπή...
χάθηκαν εκείνην την ημέρα ο Σάτυρος, η Εστία
ο Απολλύων, ο Ερμής, τρεις Μούσαι, δύο Χάριτες...
Γιάννης Σταύρου, Ακρόπολη στο φως της σελήνης, λάδι σε καμβά
Πάνου Θεοδωρίδη
Θεομαχία
Όταν εγκαταστάθηκαν στην κάμπο των Ενακοσίων
στοιχημένες οι σκηνές των, ακαθόριστα φλάμπουρα
οι άγιοι της Ανατολίας στρατηγοί και της Συρίας
οι λιπόσαρκοι ηγέται οι λαοί αναθάρρησαν
και ριπές ιαχών τα σύννεφα κοκκιάσανε.
Μπροστά, σε ίππον θαλασσήν, ετρόχαζε Θεόδωρος
ο Τήρων. Με κλαγγή στην παράταξη εκλεϊζοντο
οι άγιοι Ιγνάτιος, Χριστόφορος, Ζεβήλ και Τραϊανός
και μες στα σύθαμνα, τρελοί για τη χωσιά
οι Καππαδόκαι Μελισσηνοί και ο άγιος Μαρδάριος.
Των παροίκων αι καθέδραι και των ελευθέρων
τα αξιοθρήνητα καλύβια: φλόγες ανέθρωσκαν
που τα ετύλιγαν πανημερία από των Ισαύρων
τις σαγίτες. Κι όσοι ραδίκια εμάζευαν στην άκρη
των κατάντη λόφων περίμεναν το πλιάτσικο.
Στο απέναντι στρατόπεδο σε μυτερά βράχια
χωρίς καλό νερό και τρώγοντας τα βελανίδια
πετούσαν οι θεοί. Αναίσθητα φουσάτα κουρελήδων
που σύναξαν ο Απόλλωνας κι ο Βάκχος ενώ η Αθηνά
μελαγχολούσε μεθυσμένη σε σκουριασμένη κάμα.
Των σατύρων και των νυμφών οι συστοιχίες
Λόγω του εδάφους και του τσίπουρου είχανε
φρόνημα υψηλόν. Ο Παν κατόπτευε τα πέριξ
εύθυμος ενώ του Ποσειδώνος οι εφεδρείες
είχαν αποβραδίς απωλεσθεί στους βάλτους.
Ετσι, όταν την αυγή άρχισε η επίθεση
κι ο καλπασμός των ανατολικών αγίων, λίγοι
δε γνώριζαν ποιον θα δοξάσει η σφαγή.
Πρώτος Θεόδωρος ο Τήρων τον Απόλλωνα
Διεπέρασε με το κυματιστό του φάσγανο.
Και τον Ερμή ποδοπατήσαν ρυθμικά
Λύκιοι προσφάτως βαπτισθέντες. Οι ασχημονούντες
Τραγοπόδαροι κάηκαν σε μυρωδάτες κληματσίδες
κι ο Πλούτωνας με τη δραστήρια Περσεφόνη
δε προλάβαιναν να κατεβάζουνε στον Άιδη
ψυχές ανόητες θεών που αποτόλμησαν
με την ορθοδοξία να τα βάλουν οι αχρείοι.
Έτσι, στη χώρα των Ενακοσίων, τη βουβή,
χάθηκαν εκείνην την ημέρα ο Σάτυρος, η Εστία
ο Απολλύων, ο Ερμής, τρεις Μούσαι, δύο Χάριτες
ο υπερήφανος Αχιλλεύς, ο Προμηθεύς, ο Παν
όλες οι νύμφες της Μακεδονίας (ναι,
και η Αρεθούσα, κι εκείνη η άλλη της Μιέζης)
της Εκάτης οι εγγονές, εννιά παιδιά του Δία
κι ο ακαμάτης Θράξ ιππεύς αυτοπροσώπως.
Τα ίδια και χειρότερα συνέβησαν στην Ίδη
Και στη Δρουσιπάρα, στο Πάγγαιον και στου Φά-
γρη τα στενά (εκεί ο Ποσειδώνας διαμελίστηκε
από τον όσιο Ζεμφίρ που ήταν ηθοποιός
πριν τον ρίξουν σε καζάνι με αστακόζουμο)
Αλλά στα Μεδιανά, κοντά στην Κύρρο, εκεί
ο Ηρακλής ήταν που χάθηκε στο γκρίζο γιαούρτι
μιας πολτώδους λόχμης και τού ‘δεσαν τριχιά
στον σβέρκο και τον έσερναν σ’ όλα τα νυμφαία
της Μπουτσάβας μετατρέποντάς τα σε ναούς.
Πάει καιρός που όλα τελείωσαν. Συμμαχίες
και πρωτόκολλα, παραδόσεις ξιφών και σπονδές
φρουράρχων του πολέμου τις οδύνες προσφυώς
αντικατέστησαν. Αλλά τα γράφω αυτά διότι θυμάμαι
Την Αθηνά τρελή από πόνο και ντροπή
να τρέμει στο θαλασσινό αγιάζι μια στη
Θάσο και μια στα Δρένια της Αμολιανής να βόσκει
ταπεινά τις αγελάδες της μονής Βατοπεδίου
ενώ την ψάχνει έκτοτε σ’ όλα της γης τα πλάτη
ερωτευμένος τελεσίδικα κι απολυταρχικά
ο άγιος Μαρδάριος, καύχημα των Λαζών και
των Αρμένων Καυκασίων που, εκβάς από τη χωσιά
βλέπει την αγέρωχη γυναίκα να αμύνεται κι αυτός
να τον χωρίζουν απ’ την αγκαλιά της κουφάρια
αμέτρητα Ερώτων και να μη τη φτάνει
Δευτέρα 17 Νοεμβρίου 2014
τα’ απαλό, το χρυσό φως σου...
εχαιρέτησε για πάντα τα’ απαλό, το χρυσό φως σου.
Με τι θλίψη οι καλοί σου οι πολίτες τη στερνή του
την αχτίδα την κοιτούσαν που ’παιρνε και την πνοή του...
Γιάννης Σταύρου, Δειλινό στην Ακρόπολη, λάδι σε καμβά
Λόρδος Βύρων
Η κατάρα της Αθηνάς
Μεγαλόπρεπα κι αγάλια τώρα ο ήλιος κατεβαίνει
πάνω στου Μοριά τους λόφους με θωριά χαριτωμένη·
όχι όπως εις τις χώρες του βορρά, σκοτεινιασμένος,
αλλ’ αστραφτερός σαν φλόγα, ζωντανός, φωτολουσμένος.
Στα βαθιά νερά μια ρίχνει απαλή, χρυσή αχτίνα
και το πράσινο χρυσώνει, το ρυτιδωμένο κύμα.
Και στης Αίγινας το βράχο τον αρχαίο και στην Ύδρα
ο θεός του κάλλους βάζει του φιλιού του τη σφραγίδα.
Πάνω απ’ το βασίλειό του ρίχνει τη φωτοχυσία,
αν κι ο κόσμος έχει πάψει να του κάνει πια θυσία.
Των κοφτών βουνών οι ίσκιοι μες στον κόλπο σου ριγμένοι,
τον φιλούν και τον χαϊδεύουν, Σαλαμίνα δοξασμένη!
Οι γαλάζιες τους οι άκρες μες στην απεραντοσύνη
βάφονται σαν την πορφύρα που ο βασιλιάς τη ντύνει.
Απαλά τα χρώματά του πάνω στις κορφές τα ρίχνει
και στολίζει ό,τι αγγίζει με τα χρυσαφένια ίχνη.
Ώσπου ο ήλιος, χαιρετώντας την πανώρια τούτη πλάση,
πίσ’ απ’ των Δελφών τα βράχια κρύβεται για να πλαγιάσει.
Τέτοιο, Αθήνα μου, ένα δείλι ήτανε που ο σοφός σου
εχαιρέτησε για πάντα τα’ απαλό, το χρυσό φως σου.
Με τι θλίψη οι καλοί σου οι πολίτες τη στερνή του
την αχτίδα την κοιτούσαν που ’παιρνε και την πνοή του…
Όχι ακόμα, όχι ακόμα, στα βουνά ο ήλιος μένει,
ειν’ απρόθυμος να δύσει και ακόμα περιμένει.
Αλλά πριν στου Κιθαιρώνα την κορφή να γείρει, πίνει
το πικρό ποτήρι ο γέρος και το πνεύμα παραδίνει.
Κι έφυγε η ψυχή που τα ’χε όλα περιφρονημένα,
που ’χε ζήσει και πεθάνει έτσι σαν άλλου κανένα.
Αλλά και στον κάμπο η νύχτα η βασίλισσα προβαίνει
απ’ του Υμηττού τα ύψη, δίχως όμως να υγραίνει
το ωραίο πρόσωπό της και να προμηνάει μπόρα.
Στη μαρμάρινη κολόνα τα φιλιά του στέλνει τώρα
το φεγγάρι. Κι εκεί κάτω, στου τζαμιού τον πύργο, λάμπει
το σημάδι του και γύρω αστραποβολούν οι κάμποι.
Οι πυκνοί μαύροι ελαιώνες κάτω είναι απλωμένοι
και ο Κηφισός κυλώντας απαλά γοργοδιαβαίνει.
Στο τζαμί τριγύρω – γύρω στέκονται τα κυπαρίσσια
και ο τρούλος του γυαλίζει με λαμπρότητα περίσσια.
Κι ένας φοίνικας θλιμμένος, στη θρησκευτική γαλήνη,
εκεί δίπλα στο Θησείο, μόνος έχει απομείνει.
Τί μαγευτικό τοπίο που προσφέρει εδώ η φύση,
και αναίσθητος θα είναι όποιον δεν τον συγκινήσει.
Του Αιγαίου πάλι ο φλοίσβος, που ακούγεται πιο πέρα,
νανουρίζει το περγιάλι μες στον καθαρό αέρα
και το ζαφειρένιο κύμα στη χρυσή ακτή χτυπάει
και τη γλύκα των χρωμάτων αλαργότερα την πάει.
Των νησιών εκεί στο βάθος η σκιά τραχιά μαυρίζει,
όταν απαλού πελάγου το χαμόγελο ανθίζει.
Έτσι αγνάντευα της γης μας και της θάλασσας τα κάλλη,
σαν τα βήματα σε τούτον το ναό με φέραν πάλι,
μόνο, δίχως να υπάρχουν φίλοι ή ανθρώποι άλλοι
στο μαγευτικό ετούτο και πανώριο ακρογιάλι,
που η τέχνη κι η ανδρεία είναι σαν μια οπτασία
και που βρίσκονται μονάχα σε ποιητικά βιβλία.
Κι όπως έστρεψε η ψυχή μου το ναό για να θαυμάσει
της θεάς, που οι ανθρώποι τώρα έχουν ατιμάσει,
οι παλιοί καιροί γυρίσαν, το παρόν πια είχε σβήσει
και ο Δόξα στην Ελλάδα γύριζε να κατοικήσει!
Επερνούσανε οι ώρες. Της Αρτέμιδας τα’ αστέρι
είχε φτάσει πια στου θόλου τα ψηλότερα τα μέρη
κι εγώ γύριζα μονάχος δίχως να ’μαι κουρασμένος,
σε θεού ναό που ήταν εντελώς λησμονημένος.
Αλλά πιο πολύ σ’ εκείνον τον δικό σου, ω Παλλάδα,
ετριγύριζα, ’κει όπου της Εκάτης η λαμπράδα
στις ψυχρές κολόνες πέφτει απαλά μα και θλιμμένη
κι ήχος την καρδιά παγώνει σαν από νεκρό να βγαίνει.
Ονειροπολώντας είχα για πολύ ’κει απομείνει,
θεωρώντας τι απ’ τη δόξα την παλιά είχε απομείνει,
όταν, ξάφνου, εκεί μπροστά μου, μια γιγάντια θεότης,
η Παλλάδα, με σιμώνει πάνω εκεί, μες στο ναό της!
Η Αθηνά ήταν η ίδια, αλλά πόσο αλλαγμένη
από τότε που στα τείχη των Δαρδάνων οπλισμένη
έτρεχε μ’ ορμή. Μα τώρα η μορφή της διαφέρει
από κείνη που ’χε πλάσει του Φειδία τα’ άξιο χέρι.
Του προσώπου της εκείνον δεν τον δείχνει πια τον τρόμο
κι η γοργόνα της ασπίδας είχε πάρει άλλο δρόμο.
Νά το κράνος της, κομμάτια. Τσακισμένο το κοντάρι,
κι ούτε τους νεκρούς δεν σκιάζει. Της ελιάς το νιο βλαστάρι
π’ ολοένα το κρατούσε, νά το, είναι μαραμένο
και ξερό καθώς το σφίγγει με το χέρι παγωμένο.
Αν κι από τους αθανάτους τα λαμπρότερα είχε νιάτα,
δακρυσμένη είναι τώρα η θεά η γαλανομάτα.
Και η γλαύκα της στο κράνος το σπασμένο καθισμένη
την κυρά μοιρολογάει με λαλιά απελπισμένη.
«Ω θνητέ, – έτσι μου είπε – της ντροπής σου αυτό το χρώμα
Βρετανός μου λέει να ’σαι, όνομα ανδρείου ακόμα
μέχρι χτες λαού, ελευθέρου, με ωραία πεπρωμένα,
τώρα περιφρονημένου, και ιδίως από μένα.
Η Παλλάδα πρώτος θα ’ναι της πατρίδας σου εχθρός·
την αιτία θες να μάθεις; Κοίτα γύρω σου κι εμπρός.
Έχω δει πολλούς πολέμους κι ερημώσεις να πληθαίνουν
κι άλλες τόσες τυραννίες να ανεβοκατεβαίνουν.
Απ’ του Τούρκου τη μανία γλίτωσα και του Βανδάλου,
μα η χώρα σου έναν κλέφτη μου ’χει στείλει πιο μεγάλο.
Κοίτα, άδειος ο ναός μου, κατοικία ρημαγμένη,
και στοχάσου τι μιζέρια είναι γύρω απλωμένη.
Τούτα ο Κέκροπας, κι εκείνα τα ’χε ο Περικλής στολίσει,
κι ο Αδριανός τις Μούσες για να τις παρηγορήσει,
και ευγνωμονώ και όσους το ναό μου έχουν χτίσει,
μα ο Αλάριχος κι ο Έλγιν μ’ έχουν άγρια συλήσει.
Και σαν να ’πρεπε ο κόσμος το κατόρθωμα να μάθει,
ο Ελγίνος στο ναό μου πάει και τα’ όνομά του γράφει,
σα να νοιάστηκε η Παλλάδα να δοξάσει τ’ όνομά του,
κάτω η υπογραφή του, πάνω το κατόρθωμά του.
Κι ο απόγονος των Πίκτων είναι φημισμένος όσο
ειν’ ο αρχηγός των Γότθων, πιθανόν και άλλο τόσο.
Αλλ’ ο Αλάριχος τα πάντα είχε αγρίως καταστρέψει
με το δίκιο του πολέμου, μα ο ‘Ελγιν για να κλέψει
όσα οι βάρβαροι αφήσαν, που ’τανε απ’ ό,τι εκείνος
είναι βάρβαρος πιο λίγο, γιατί το ’κανε ο Ελγίνος;
Το ’κανε όπως τη λεία παρατάει το λιοντάρι
και ακολουθεί ο λύκος ή ο τσάκαλος να πάρει
και να γλείψει κάποια σάρκα που απόμεινε ακόμα
απ’ του λιονταριού ή του λύκου το αχόρταγο το στόμα.
Αλλά των θεών το κρίμα τους κακούργους θα τους πιάσει.
Κοίτα τι ο Έλγιν πήρε, κοίτα και τι έχει χάσει.
Τ’ όνομά του μ’ άλλο ένα το ναό μου τον λερώνει
και το φως της να το ρίξει η Αρτέμιδα θυμώνει.
Αν και έχει η Αφροδίτη τη μισή ντροπή ξεπλύνει,
η Παλλάδα όμως δεν πρέπει χωρίς γδικιωμό να μείνει».
Κι όταν σώπασε για λίγο, έτσι είχα αποτολμήσει,
απαντώντας ν’ απαλύνω της οργής της το μεθύσι:
Κόρη του Διός, της λέω, γι’ όνομα της Αλβιόνος,
και σαν γνήσιος Εγγλέζος, διαμαρτύρομαι εντόνως.
Μην κακίζεις την Αγγλία. Ξέρεις από ποιο ’ταν μέρος
ο ληστής και συλητής σου; Μάθε, Σκώτος ήταν βέρος.
Τη διαφορά να μάθεις αν το θες και την αιτία,
από της Φυλής το ύψος κοίταξε τη Βοιωτία.
Του νησιού μας Βοιωτία, μάθε, είναι η Σκωτία,
και καλά το ξέρω ότι απ’ αυτή τη νόθα χώρα
της σοφίας η θεά μας δεν τιμήθηκε ως τώρα.
Χώρα άγονη, που η φύση απλοχέρα δεν εστάθη,
και που έμβλημά της έχει το ψηλό γαϊδουραγκάθι,
που το μόνο προϊόν της είναι τα πηχτά σκοτάδια
κι οι τσιγκούνηδες κι αχρείοι που γυρίζουν σα ρημάδια.
Των βουνών και των ελών της το υγρό εκείνο αγέρι
στα κεφάλια τα κουτά τους σκοτισμό και άγνοια φέρει.
Τα μυαλά τα νερουλά τους άγονα ’ναι σαν το χώμα
και ψυχρά, όπως το χιόνι που δεν έλιωσε ακόμα.
Για τον πλούτο χίλιους τρόπους μηχανώνται τα παιδιά της
και το κέρδος τα τραβάει και τα πάει μακριά της.
Στην ανατολή, στη δύση, μόνο προς βορράν δεν πάνε:
κέρδη να βρουν δίχως κόπο, γη και θάλασσες περνάνε.
Ά, καταραμένη ώρα και καταραμένη μέρα,
που τον Πίκτο για ληστεία είχε στείλει κι εδώ πέρα!
Κι όμως, άξια βλαστάρια γέννησε και η Σκωτία,
σαν τον Πίνδαρο που έχει κι η νωθρή η Βοιωτία
και μακάρι οι σοφοί τους να νικήσουνε το κλίμα
κι οι γενναίοι ν’ αψηφίσουν και του θάνατου το μνήμα,
και τη σκόνη αυτής της χώρας ξετινάζοντας και πάλι,
σαν παιδάκια να αστράψουν σε χαρούμενο ακρογιάλι,
γιατί, όπως σ’ άλλα χρόνια, όταν σε μια ψεύτρα χώρα
δέκα ανδρείοι αν υπήρχαν, αποφεύγονταν η μπόρα».
«Ω θνητέ, μου είπε τότε η γαλανομάτα η κόρη,
τούτο το μαντάτο φέρε στης πατρίδας σου τα όρη:
Αν και έχω παρακμάσει, να εκδικηθώ μου μένει
και ν’ αποστραφώ μια χώρα σκοτεινή κι ατιμασμένη.
Άκουσε, λοιπόν, τις ρήσεις της θεάς Παλλάδας μόνο:
άκουσε και σώπα: τα’ άλλα θα ειπωθούν από το χρόνο.
Πρώτα στο κεφάλι εκείνου που ’κανε αυτή την πράξη
η κατάρα μου θ’ αστράψει, ίδιον και γενιά να κάψει.
Ούτε μία σπίθα πνεύμα να μην έχουν τα παιδιά του
και αναίσθητα να είναι, όπως και η αφεντιά του.
Κι αν βρεθεί απόγονός του να ’χει λίγο πνεύμα ή φάτσα,
τότε σίγουρα θα είναι νόθος κι από άλλη ράτσα.
Να γυρίζει μ’ απογόνους διανοητικά βλαμμένους
και αντί για της σοφίας, της βλακείας να ’χει επαίνους.
Κι οι κουτοί να επαινούνε την πολλή καλαισθησία
που θα τον χαρακτηρίζει στην αγοραπωλησία,
να πουλά κι έτσι να κάνει –τί ντροπή και τί απάτη!–
της κλεψιάς και αρπαγής του ένα έθνος συνεργάτη.
Κι ο Ουέστ, που της Ευρώπης είναι ο ρυπαρογράφος,
μα της δύστυχης Αγγλίας κόλαξ και τρανός ζωγράφος,
με τα χέρια σαν αγγίξει έργα τέχνης των αιώνων,
μπρος τους θα θαρρεί πως είναι μαθητής ογδόντα χρόνων.
Και τριγύρω οι αγροίκοι παλαιστές θα μαζευτούνε
με της τέχνης τα μνημεία και αυτοί να συγκριθούνε
και το “μαρμαράδικό” του βλέποντας, θα το θαυμάσουν
κοκορόμυαλοι στην πύλη βιαστικοί σαν καταφθάσουν.
Και, τεμπέλικα, τ’ αρχαία σαν χαζοί θα σχολιάζουν,
ενώ οι γεροντοκόρες από πόθο θα στενάζουν
και θα κατατρώγουν όλες ψηλαφώντας με τα μάτια
των υπέροχων γιγάντων τα μαρμάρινα κομμάτια,
και θλιμμένες θα φωνάζουν, όταν δουν τους ανδριάντες:
“Ω, οι Έλληνες οι αρχαίοι ήτανε στ’ αλήθεια άντρες!”
Και συγκρίνοντάς τους τώρα με εκείνους τους γενναίους,
θα ζηλέψουν τη Λαΐδα για τους φίλους Αθηναίους.
Πότε σύγχρονη γυναίκα θα ’χει τέτοιον εραστή;
Άχ, αλίμονο, ο σερ Χάρρυ δεν του μοιάζει του Ηρακλή…
Και στο τέλος, μες στο τόσο το ανώνυμο το πλήθος,
θα βρεθεί κάποιος διαβάτης που θα έχει λίγο ήθος·
λυπημένος, βλέποντάς τα, άφωνος θ’ αγανακτήσει,
θα θαυμάσει τα κλεμμένα, μα τον κλέφτη θα μισήσει.
Ώ, καταραμένη να ’ναι η ζωή του και ο τάφος
και οργή να συνοδεύει το ιερόσυλό του πάθος.
Τ’ όνομά του η Ιστορία δίπλα σ’ εκεινού θα γράψει
του τρελού, που της Εφέσου το ναό ’χε κατακάψει.
Κι η κατάρα μου πιο πέρα απ’ τον τάφο να τον πάει
και το μίσος αιωνίως και τους δυο να κυνηγάει.
Ο Ηρόστρατος και ο Έλγιν, και οι δυο ατιμασμένοι,
μα ο δεύτερος πιο μαύρος απ’ τον πρώτο θ’ απομένει.
George Gordon Lord Byron
The Curse Of Minerva
Slow sinks, more lovely ere his race be run,
Along Morea’s hills the setting Sun;
Not, as in northern climes, obscurely bright,
But one unclouded blaze of living light;
O’er the hushed deep the yellow beam he throws,
Gilds the green wave that trembles as it glows;
On old ægina’s rock and Hydra’s isle
The God of gladness sheds his parting smile;
O’er his own regions lingering loves to shine,
Though there his altars are no more divine.
Descending fast, the mountain-shadows kiss
Thy glorious Gulf, unconquered Salamis!
Their azure arches through the long expanse,
More deeply purpled, meet his mellowing glance,
And tenderest tints, along their summits driven,
Mark his gay course, and own the hues of Heaven;
Till, darkly shaded from the land and deep,
Behind his Delphian rock he sinks to sleep.
On such an eve his palest beam he cast
When, Athens! here thy Wisest looked his last.
How watched thy better sons his farewell ray,
That closed their murdered Sage’s latest day!
Not yet—not yet—Sol pauses on the hill,
The precious hour of parting lingers still;
But sad his light to agonizing eyes,
And dark the mountain’s once delightful dyes;
Gloom o’er the lovely land he seemed to pour,
The land where Phoebus never frowned before;
But ere he sunk below Cithaeron’s head,
The cup of Woe was quaffed—the Spirit fled;
The soul of Him that scorned to fear or fly,
Who lived and died as none can live or die.
But lo! from high Hymettus to the plain
The Queen of Night asserts her silent reign;
No murky vapour, herald of the storm,
Hides her fair face, or girds her glowing form;
With cornice glimmering as the moonbeams play,
There the white column greets her grateful ray,
And bright around, with quivering beams beset,
Her emblem sparkles o’er the Minaret;
The groves of olive scattered dark and wide,
Where meek Cephisus sheds his scanty tide,
The cypress saddening by the sacred mosque,
The gleaming turret of the gay kiosk,
And sad and sombre ’mid the holy calm,
Near Theseus’ fane, yon solitary palm;
All, tinged with varied hues, arrest the eye;
And dull were his that passed them heedless by.
Again the ægean, heard no more afar,
Lulls his chafed breast from elemental war:
Again his waves in milder tints unfold
Their long expanse of sapphire and of gold,
Mixed with the shades of many a distant isle
That frown, where gentler Ocean deigns to smile.
As thus, within the walls of Pallas’ fane,
I marked the beauties of the land and main,
Alone, and friendless, on the magic shore,
Whose arts and arms but live in poets’ lore;
Oft as the matchless dome I turned to scan,
Sacred to Gods, but not secure from Man,
The Past returned, the Present seemed to cease,
And Glory knew no clime beyond her Greece!
Hour rolled along, and Dian’s orb on high
Had gained the centre of her softest sky;
And yet unwearied still my footsteps trod
O’er the vain shrine of many a vanished God:
But chiefly, Pallas! thine, when Hecate’s glare
Checked by thy columns, fell more sadly fair
O’er the chill marble, where the startling tread
Thrills the lone heart like echoes from the dead.
Long had I mused, and treasured every trace
The wreck of Greece recorded of her race,
When, lo! a giant-form before me strode,
And Pallas hailed me in her own Abode!
Yes,’twas Minerva’s self; but, ah! how changed,
Since o’er the Dardan field in arms she ranged!
Not such as erst, by her divine command,
Her form appeared from Phidias’ plastic hand:
Gone were the terrors of her awful brow,
Her idle ægis bore no Gorgon now;
Her helm was dinted, and the broken lance
Seemed weak and shaftless e’en to mortal glance;
The Olive Branch, which still she deigned to clasp,
Shrunk from her touch, and withered in her grasp;
And, ah! though still the brightest of the sky,
Celestial tears bedimmed her large blue eye;
Round the rent casque her owlet circled slow,
And mourned his mistress with a shriek of woe!
“Mortal!”—’twas thus she spake—”that blush of shame
Proclaims thee Briton, once a noble name;
First of the mighty, foremost of the free,
Now honoured ‘less’ by all, and ‘least’ by me:
Chief of thy foes shall Pallas still be found.
Seek’st thou the cause of loathing!—look around.
Lo! here, despite of war and wasting fire,
I saw successive Tyrannies expire;
‘Scaped from the ravage of the Turk and Goth,
Thy country sends a spoiler worse than both.
Survey this vacant, violated fane;
Recount the relics torn that yet remain:
‘These’ Cecrops placed, ‘this’ Pericles adorned,
‘That’ Adrian reared when drooping Science mourned.
What more I owe let Gratitude attest—
Know, Alaric and Elgin did the rest.
That all may learn from whence the plunderer came,
The insulted wall sustains his hated name:
For Elgin’s fame thus grateful Pallas pleads,
Below, his name—above, behold his deeds!
Be ever hailed with equal honour here
The Gothic monarch and the Pictish peer:
Arms gave the first his right, the last had none,
But basely stole what less barbarians won.
So when the Lion quits his fell repast,
Next prowls the Wolf, the filthy Jackal last:
Flesh, limbs, and blood the former make their own,
The last poor brute securely gnaws the bone.
Yet still the Gods are just, and crimes are crossed:
See here what Elgin won, and what he lost!
Another name with his pollutes my shrine:
Behold where Dian’s beams disdain to shine!
Some retribution still might Pallas claim,
When Venus half avenged Minerva’s shame.”
She ceased awhile, and thus I dared reply,
To soothe the vengeance kindling in her eye:
“Daughter of Jove! in Britain’s injured name,
A true-born Briton may the deed disclaim.
Frown not on England; England owns him not:
Athena, no! thy plunderer was a Scot.
Ask’st thou the difference? From fair Phyles’ towers
Survey Boeotia;—Caledonia’s ours.
And well I know within that bastard land
Hath Wisdom’s goddess never held command;
A barren soil, where Nature’s germs, confined
To stern sterility, can stint the mind;
Whose thistle well betrays the niggard earth,
Emblem of all to whom the Land gives birth;
Each genial influence nurtured to resist;
A land of meanness, sophistry, and mist.
Each breeze from foggy mount and marshy plain
Dilutes with drivel every drizzly brain,
Till, burst at length, each wat’ry head o’erflows,
Foul as their soil, and frigid as their snows:
Then thousand schemes of petulance and pride
Despatch her scheming children far and wide;
Some East, some West, some—everywhere but North!
In quest of lawless gain, they issue forth.
And thus—accursed be the day and year!
She sent a Pict to play the felon here.
Yet Caledonia claims some native worth,
As dull Boeotia gave a Pindar birth;
So may her few, the lettered and the brave,
Bound to no clime, and victors of the grave,
Shake off the sordid dust of such a land,
And shine like children of a happier strand;
As once, of yore, in some obnoxious place,
Ten names (if found) had saved a wretched race.”
“Mortal!” the blue-eyed maid resumed, “once more
Bear back my mandate to thy native shore.
Though fallen, alas! this vengeance yet is mine,
To turn my counsels far from lands like thine.
Hear then in silence Pallas’ stern behest;
Hear and believe, for Time will tell the rest.
“First on the head of him who did this deed
My curse shall light,—on him and all his seed:
Without one spark of intellectual fire,
Be all the sons as senseless as the sire:
If one with wit the parent brood disgrace,
Believe him bastard of a brighter race:
Still with his hireling artists let him prate,
And Folly’s praise repay for Wisdom’s hate;
Long of their Patron’s gusto let them tell,
Whose noblest, native gusto is—to sell:
To sell, and make—may shame record the day!—
The State—Receiver of his pilfered prey.
Meantime, the flattering, feeble dotard, West,
Europe’s worst dauber, and poor Britain’s best,
With palsied hand shall turn each model o’er,
And own himself an infant of fourscore.
Be all the Bruisers culled from all St. Giles’,
That Art and Nature may compare their styles;
While brawny brutes in stupid wonder stare,
And marvel at his Lordship’s ’stone shop’ there.
Round the thronged gate shall sauntering coxcombs creep
To lounge and lucubrate, to prate and peep;
While many a languid maid, with longing sigh,
On giant statues casts the curious eye;
The room with transient glance appears to skim,
Yet marks the mighty back and length of limb;
Mourns o’er the difference of now and then;
Exclaims, ‘These Greeks indeed were proper men!’
Draws slight comparisons of ‘these’ with ‘those’,
And envies Laïs all her Attic beaux.
When shall a modern maid have swains like these?
Alas! Sir Harry is no Hercules!
And last of all, amidst the gaping crew,
Some calm spectator, as he takes his view,
In silent indignation mixed with grief,
Admires the plunder, but abhors the thief.
Oh, loathed in life, nor pardoned in the dust,
May Hate pursue his sacrilegious lust!
Linked with the fool that fired the Ephesian dome,
Shall vengeance follow far beyond the tomb,
And Eratostratus and Elgin shine
In many a branding page and burning line;
Alike reserved for aye to stand accursed,
Perchance the second blacker than the first.
Σάββατο 21 Ιουνίου 2014
Μια νύχτα στην Αθήνα στην άσπρη θάλασσα της Ακρόπολης...
θέτοντας το γρίφο στα μαύρα μαργαριτάρια,
πάνω στην αόρατη αψίδα του Άδη.
Εκεί ο Αισχύλος έλεγε στη σεληνιακή Εκάτη:
τι τώνδ' εύ, τι δ' άτερ κακών;
Γιάννης Σταύρου, Ακροπολις 1970, λάδι σε καμβά
Σαλβατόρε Κουαζίμοντο
Τη νύχτα στην Ακρόπολη
Μια νύχτα στην Αθήνα στην άσπρη θάλασσα
της Ακρόπολης η κουκουβάγια είπε Αθήνα.
Δεν ήταν κάλεσμα κακό, το φεγγάρι
κατάλευκο, ο γρανίτης σκληρός αφρός
κι ο ελαιώνας κοντά στο Ερέχθειο
σχημάτιζε κεκλιμένα κυματοειδή τρίγωνα,
κινούμενους σκαραβαίους. Σήμανε η κουκουβάγια,
δροσερή, ευτυχής, πάνω απ' τη θάλασσα. Οι κίονες,
ζώα λευκού αίματος, σάλευαν
μέσα στη στήλη. Συλλογισμένο πουλί
η κουκουβάγια, περιστρεφόμενος στοχασμός,
μιά μελωδική έλλειψη
με αρμονικό και τέλειο ράμφος. Ο ξεναγός έλεγε
από το κύμα του της σελήνης
ότι στο κέντρο του Παρθενώνα
η έκρηξη μιας τουρκικής πυριτιδαποθήκης
κατάστρεψε την αρμονία των όγκων,
έλεγε την κατάρρευση της Αθηνάς Παλλάδας,
τον ερχομό της Μαρίας
Παρθένε μήτηρ, κόρη του τέκνου σου,
πάνω στης κίτρινης κουκουβάγιας το ξύλινο κέρας.
Ελευσίνα
Κάποιος στρατηγός ύψωσε στην Ελευσίνα
έναν πύργο από τσιμέντο και μολύβι
με το ρολόι του τις νύχτες να σημαίνει
τις ώρες των μυστηρίων. Απ' την τροχιά της
η ώρα κάνει έναν πρόστυχο στρόβιλο, γκρίζο,
πάνω στην πέτρα που θρηνούσε
η επικήδεια σελίδα, η μονότονη
εμφάνιση των νεκρων. Ο μοναχικός στρατηλάτης
καταπατούσε την Ελευσίνα,
τα καλάθια λυγαριάς γεμάτα με εύρωστα
σύμβολα, γόνιμα απ' ανθρώπινα ουρλιαχτά,
θέτοντας το γρίφο στα μαύρα μαργαριτάρια,
πάνω στην αόρατη αψίδα του Άδη.
Εκεί ο Αισχύλος έλεγε στη σεληνιακή Εκάτη:
τι τώνδ' εύ, τι δ' άτερ κακών;
(Μετ. Eυριπίδης Γαραντούδης)
Κυριακή 7 Νοεμβρίου 2010
Σχλολια & ζωγραφική, ζωγράφοι: η ανθρώπινη φύση & τα Δελφικά αποφθέγματα...
Οι αρχαίοι Έλληνες γνώριζαν καλύτερα την ανθρώπινη φύση και παρότρυναν στην αρετή...
Εμείς και την ανθρώπινη φύση δεν κατανοούμε πια κι αλίμονο βυθιζόμαστε όλο και περισσότερο στην παρακμή - τι κρίμα...
Δελφικά αποφθέγματα
"Εν δέ τώ προνάω τά έν Δελφοίς γεγραμμένα, έστιν ώφελήματα άνθρώποις"
Η ηθική εκπαίδευση και καθοδήγηση των πολιτών ξεκινούσε από τους παιδαγωγούς της νεαρής ηλικίας, και συνεχιζόταν αργότερα στα μαντεία, τα οποία, εκτός από τις χρησμοδοτήσεις τους, έδιναν και ένα πλήθος ηθικών παραγγελμάτων και προτροπών συμβουλευτικού χαρακτήρα για τα προβλήματα της καθημερινής ζωής.
Περίoπτη θέση βέβαια, κατείχε σε όλα αυτά, το διάσημο σε όλο τον κόσμο Μαντείο των Δελφών, του οποίου τα ομώνυμα ηθικά παραγγέλματα είχαν καταγραφεί στους τοίχους του Προνάου του Ναού του Απόλλωνος, στο υπέρθυρο ή ακόμα και σε διάφορες στήλες που είχαν τοποθετηθεί περιμετρικά στις πλευρές του ναού.
Τα 147 Δελφικά Παραγγέλματα ή Πυθίας Γράμματα, ήταν λιτά αποφθέγματα ελαχίστων λέξεων και ανήκαν στους 7 σοφούς της αρχαιότητας:
Τον Θαλή τον Μιλήσιο, τον Πιττακό τον Μυτιληναίο, τον Βία τον Πρηνεύ, τον Σόλωνα τον Αθηναίο, τον Κλεόβουλο τον Ρόδιο, τον Περίανδρο τον Κορίνθιο και τον Χίλωνα τον Λακεδαιμόνιο.
Στο αέτωμα του ναού δέσποζαν τα τρία σπουδαιότερα Δελφικά Παραγγέλματα, τα οποία εύκολα μπορούσε να διακρίνει ο επισκέπτης:
Κάτω αριστερά το ΓΝΩΘΙ ΣΑΥΤΟΝ (Να γνωρίσεις τον εαυτό σου). Κάτω δεξιά το ΜΗΔΕΝ ΑΓΑΝ (Να κάνεις τα πάντα με μέτρο, αποφεύγοντας την υπερβολή). Ανάμεσά τους, στη κορυφή, το περίφημο «ΕΝ ΔΕΛΦΟΙΣ Ε»(Ή ΕΙ), για το οποίο ο ιερέας των Δελφών Πλούταρχος έγραψε ολόκληρη πραγματεία (« Περί τού έν Δελφοίς Ε »), προσπαθώντας να ερμηνεύσει την απωλεσθείσα του σημασία.
Ο θαυμασμός των αρχαίων Ελλήνων για τα ανηρτημένα αυτά αποφθέγματα στο Μαντείο των Δελφών ήταν τόσο μεγάλος, ώστε ο λυρικός ποιητής Πίνδαρος (522 π.Χ.) θεωρούσε τους επτά σοφούς, γιους του Ήλιου, που με την ακτινοβολία τους φώτιζαν και καθοδηγούσαν τον άνθρωπο στην οδό της αρετής. Αυτά τα σοφά παραγγέλματα χρησιμοποιήθηκαν στην συνέχεια και απο άλλους λαούς, που τα παρουσίασαν σαν "θρησκευτικές εντολές".
Παραθέτουμε τα παραγγέλματα αυτά, όπως οι επισκέπτες της αρχαιότητας αντίκριζαν στους Δελφούς.
- Νόμω πείθου. Να πειθαρχείς στο Νόμο.
- Έπου θεώ. Ακολούθα τον θεό.
- Θεούς σέβου. Να σέβεσαι τους θεούς.
- Γονείς αίδου. Να σέβεσαι τους γονείς σου.
- Ηττώ υπέρ δικαίου. Να καταβάλεσαι για το δίκαιο.
- Γνώθι μαθών. Γνώρισε αφού μάθεις.
- Ακούσας νόει. Κατανόησε αφού ακούσεις.
- Σαυτόν ίσθι. Γνώρισε τον εαυτό σου.
- Εστίαν τίμα. Να τιμάς την εστία σου.
- Άρχε σεαυτού. Να κυριαρχείς τον εαυτό σου.
- Φίλους βοήθει. Να βοηθάς τους φίλους.
- Υμού κράτε. Να συγκρατείς το θυμό σου.
- Όρκω μη χρω. Να μην ορκίζεσαι.
- Φιλίαν αγάπα. Να αγαπάς τη φιλία.
- Παιδείας αντέχου. Να προσηλώνεσαι στην εκπαίδευσή σου.
- Σοφίαν ζήτει. Να αναζητάς τη σοφία.
- Ψέγε μηδένα. Να μην κατηγορείς κανένα.
- Επαίνει αρετήν. Να επαινείς την αρετή.
- Πράττε δίκαια. Να πράττεις δίκαια.
- Φίλοις ευνόει. Να ευνοείς τους φίλους.
- Εχθρούς αμύνου. Να προφυλάσσεσαι από τους εχθρούς.
- Ευγένειαν άσκει. Να είσαι ευγενής.
- Κακίας απέχου. Να απέχεις από την κακία.
- Εύφημος ίσθι. Να έχεις καλή φήμη.
- Άκουε πάντα. Να ακούς τα πάντα.
- Μηδέν άγαν. Να μην υπερβάλλεις.
- Χρόνου φείδου. Να μη σπαταλάς το χρόνο.
- Ύβριν μίσει. Να μισείς την ύβρη.
- Ικέτας αίδου. Να σέβεσαι τους ικέτες.
- Υιούς παίδευε. Να εκπαιδεύεις τους γιους σου.
- Έχων χαρίζου. Όταν έχεις, να χαρίζεις.
- Δόλον φοβού. Να φοβάσαι το δόλο.
- Ευλόγει πάντας. Να λες καλά λόγια για όλους.
- Φιλόσοφος γίνου. Να γίνεις φιλόσοφος.
- Όσια κρίνε. Να κρίνεις τα όσια.
- Γνους πράττε. Να πράττεις με επίγνωση.
- Φόνου απέχου. Να μη φονεύεις.
- Σοφοίς χρω. Να συναναστρέφεσαι με σοφούς.
- Ήθος δοκίμαζε. Να επιδοκιμάζεις το ήθος.
- Υφορώ μηδένα. Να μην είσαι καχύποπτος.
- Τέχνη χρω. Να ασκείς την Τέχνη.
- Ευεργεσίας τίμα. Να τιμάς τις ευεργεσίες.
- Φθόνει μηδενί. Να μη φθονείς κανένα.
- Ελπίδα αίνει. Να δοξάζεις την ελπίδα.
- Διαβολήν μίσει. Να μισείς τη διαβολή.
- Δικαίως κτω. Να αποκτάς δίκαια.
- Αγαθούς τίμα. Να τιμάς τους αγαθούς.
- Αισχύνην σέβου. Να σέβεσαι την εντροπή.
- Ευτυχίαν εύχου. Να εύχεσαι ευτυχία.
- Εργάσου κτητά. Να κοπιάζεις για πράγματα άξια κτήσης.
- Έριν μίσει. Να μισείς την έριδα.
- Όνειδος έχθαιρε. Να εχθρεύεσαι τον χλευασμό.
- Γλώσσαν ίσχε. Να συγκρατείς τη γλώσσα σου.
- Ύβριν αμύνου. Να προφυλάσσεσαι από την ύβρη.
- Κρίνε δίκαια. Να κρίνεις δίκαια.
- Λέγε ειδώς. Να λες γνωρίζοντας.
- Βίας μη έχου. Να μην έχεις βία.
- Ομίλει πράως. Να ομιλείς με πραότητα.
- Φιλοφρόνει πάσιν. Να είσαι φιλικός με όλους.
- Γλώττης άρχε. Να κυριαρχείς τη γλώσσα σου.
- Σεαυτόν ευ ποίει. Να ευεργετείς τον εαυτό σου.
- Ευπροσήγορος γίνου. Να είσαι ευπροσήγορος.
- Αποκρίνου εν καιρώ. Να αποκρίνεσαι στον κατάλληλο καιρό.
- Πόνει μετά δικαίου. Να κοπιάζεις δίκαια.
- Πράττε αμετανοήτως. Να πράττεις με σιγουριά.
- μαρτάνων μετανόει. Όταν σφάλλεις, να μετανοείς.
- Οφθαλμού κράτει. Να κυριαρχείς των οφθαλμών σου.
- Βουλεύου χρήσιμα. Να σκέπτεσαι τα χρήσιμα.
- Φιλίαν φύλασσε. Να φυλάττεις τη φιλία.
- Ευγνώμων γίνου. Να είσαι ευγνώμων.
- Ομόνοιαν δίωκε. Να επιδιώκεις την ομόνοια.
- Άρρητα μη λέγε. Να μην λες τα άρρητα.
- Έχθρας διάλυε. Να διαλύεις τις έχθρες.
- Γήρας προσδέχου. Να αποδέχεσαι το γήρας.
- Επί ρώμη μη καυχώ. Να μην καυχιέσαι για τη δύναμή σου.
- Ευφημίαν άσκει. Να επιδιώκεις καλή φήμη.
- Απέχθειαν φεύγε. Να αποφεύγεις την απέχθεια.
- Πλούτει δικαίως. Να πλουτίζεις δίκαια.
- Κακίαν μίσει. Να μισείς την κακία.
- Μανθάνων μη κάμνε. Να μην κουράζεσαι να μαθαίνεις.
- Ους τρέφεις αγάπα. Να αγαπάς αυτούς που τρέφεις.
- Απόντι μη μάχου. Να μην μάχεσαι αυτόν που είναι απών.
- Πρεσβύτερον αιδού. Να σέβεσαι τους μεγαλύτερους.
- Νεώτερον δίδασκε. Να διδάσκεις τους νεότερους.
- Πλούτω απόστει. Να αποστασιοποιείσαι από τον πλούτο.
- Σεαυτόν αιδού. Να σέβεσαι τον εαυτό σου.
- Μη άρχε υβρίζων. Να μην κυριαρχείς με αλαζονεία.
- Προγόνους στεφάνου. Να στεφανώνεις τους προγόνους σου.
- Θνήσκε υπέρ πατρίδος. Να πεθάνεις για την πατρίδα σου.
- Επί νεκρώ μη γέλα. Να μην περιγελάς τους νεκρούς.
- Ατυχούντι συνάχθου. Να συμπάσχεις με το δυστυχή.
- Τύχη μη πίστευε. Να μην πιστεύεις την τύχη.
- Τελεύτα άλυπος. Να πεθαίνεις χωρίς λύπη.
Τρίτη 22 Δεκεμβρίου 2009
Για τη χρυσή αναλογία...

Γιάννης Σταύρου, Ακρόπολη 05:45, λάδι σε καμβά
Παρθενώνας, ανάμεσα στα σχήματα που ασκούν ιδιαίτερη γοητεία ανά τους αιώνες...
Με ενδιαφέρον διαβάσαμε στη σημερινή ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ για την ενστικτώδη τάση του ανθρώπου προς τα σχήματα με κάποια ιδιαίτερη αναλογία:
Τόσο στη φύση όσο και στα ανθρώπινα έργα, σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της Γης και σε όλες τις εποχές, ορισμένα σχήματα έχουν προτιμηθεί από άλλα και θεωρούνται ελκυστικότερα και αισθητικά ομορφότερα. Η χρυσή αναλογία ή θεϊκή αναλογία ή χρυσή τομή (η αναλογία που ισούται περίπου με 1:1,618 έχει παίξει σημαντικό ρόλο στην αρχιτεκτονική και τη ζωγραφική, ενώ συναντάται και στη φύση.
Ο μαθηματικός και καθηγητής Άντριαν Μπέτζαν του πανεπιστημίου Ντιουκ των ΗΠΑ, ο οποίος δημοσίευσε σχετική επιστημονική εργασία στο "International Journal of Design and Nature and Ecodynamics" (Διεθνές Περιοδικό Σχεδιασμού και Φύσης και Οικοδυναμικής), σύμφωνα με τη βρετανική "Ιντεπέντεντ", πιστεύει ότι βρήκε την αιτία για την γοητεία που ασκεί η συγκεκριμένη αναλογία.
Όπως εκτιμά, η ενστικτώδης προτίμηση του ανθρώπου για σχήματα με αυτή την αναλογία, οφείλεται στο ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, είναι πιο εύκολο από κάθε άλλη αναλογία για το μάτι και τον εγκέφαλο του ανθρώπου να αποτυπώσουν μια εικόνα σε όλες τις σημαντικές λεπτομέρειές της, κάτι που εξηγείται από την εξελικτική προϊστορία των προγόνων μας.
Με άλλα λόγια, η χρυσή αναλογία είναι το πιο αποτελεσματικό σχήμα για το οπτικό "σκανάρισμα" από τον εγκέφαλό μας. Σύμφωνα με τον ερευνητή, χάρη στη χρυσή αναλογία, το μάτι μπορεί να συλλάβει περισσότερες πληροφορίες σε πολύ πιο σύντομο χρόνο (έως και πέντε φορές ταχύτερα).
Ο Μπάτζαν έχει από το 1996 έχει εφεύρει έναν μαθηματικό νόμο, που ισχυρίζεται ότι περιγράφει πώς δημιουργούνται τα διάφορα σχέδια στη φύση, από τη ροή των υδάτων στα δέλτα των ποταμών μέχρι τις διακλαδώσεις των αεραγωγών στους πνεύμονες, με βάση μια ενιαία αρχή: την ολοένα μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα της κίνησης και της ροής του νερού, του αέρα, του αίματος, ακόμα και των ατόμων μέσα σε ένα πλήθος.
Όπως υποστηρίζει, η όραση επίσης υπόκειται στον ίδιο νόμο της αυξημένης αποτελεσματικότητας, όσον αφορά την ταχύτερη ροή των πληροφοριών από τον έξω κόσμο στο μάτι μας και από εκεί στον εγκέφαλό μας. Και το κατ' εξοχήν σχήμα που βοηθά σε αυτό, όπως λέει, είναι η χρυσή αναλογία. Από βιολογική άποψη, ο "νόμος" αυτός ισχύει στα ζώα και σταδιακά τέθηκε σε εφαρμογή και στους προγόνους των ανθρώπων, όταν κυνηγούσαν ζώα και μάζευαν τροφές από το δάσος ή επέλεγαν συντρόφους.
Κάπως έτσι, κατά τον Μπάτζαν, το μάτι ευχαριστιέται σήμερα ιδιαίτερα να βλέπει ένα οριζόντιο παραλληλόγραμμο στο οποίο η οριζόντια πλευρά είναι περίπου μιάμιση φορά μεγαλύτερη από την κάθετη και, γενικότερα, μια τέτοια αναλογία επικράτησε στη ζωή και τον πολιτισμό των ανθρώπων, με συνέπεια, μεταξύ άλλων, πρόσωπα που αντανακλούν αυτή την αναλογία να είναι πιο ελκυστικά από τα άλλα.
Πηγή: ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ






