t


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θαλασσογραφίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θαλασσογραφίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 15 Ιανουαρίου 2024

πτώση στη βαρβαρότητα...

"Ο θάνατος της ανθρώπινης ενσυναίσθησης είναι ένα από τα πρώτα και πιο αποκαλυπτικά σημάδια ενός πολιτισμού στα πρόθυρα της πτώσης στη βαρβαρότητα."
*
"The death of human empathy is one of the earliest and most telling signs of a culture about to fall into barbarism."
Hannah Arendt.

        Γιάννης Σταύρου, Δειλινό

Παρασκευή 4 Αυγούστου 2023

ίσως είναι το παν που φεύγει...

στα ελαιώδη νερά του προλιμένος,
μετακινείται κύκνεια
ένα μεγάλο πλοίο,
μετακινείται παίρνοντας
κατεύθυνση προς τ’ ανοιχτά,
μ’ εκείνο το περιφρονητικό του μεγαλείο
των μακρινών αναχωρήσεων…

— Κι ίσως δεν είναι πλοίο,
ίσως είναι το παν που φεύγει,
όλα που φεύγουν — Όλα.

                               Γιάννης Σταύρου, Μαύρο καράβι

Αλέξανδρος Μπάρας
Τα Εσπέρια

Βράδυ.
Ελαιώδη τα νερά του προλιμένος,
βαριά, σαν υδραργυρικά, με κάτι
κυανά σαξωνικά, με κάτι ιώδεις
αποχρώσεις, κάτι θαμπούς
μεταλλισμούς κι αποχαυνώσεις ρόδινες…

Ναι, κάτι τέτοιες
ευδαιμονικές βραδιές,
ανώδυνες,
περιπλανώμενες βραδιές
μέσα στα θέρη,
διστακτικές να σβήσουν,
διστακτικές να καταλύσουν
την ονειροκρατία προς δυσμάς
μετά το πέσιμο του ήλιου,
— ενώ μια θεία μεσοβασιλεία
χωρίζει πια το φως που μας δυνάστευε
απ’ την ερχόμενη του σκότους μοναρχία
ναι, κάτι τέτοιες βραδιές,

στα ελαιώδη νερά του προλιμένος,
μετακινείται κύκνεια
ένα μεγάλο πλοίο,
μετακινείται παίρνοντας
κατεύθυνση προς τ’ ανοιχτά,
μ’ εκείνο το περιφρονητικό του μεγαλείο
των μακρινών αναχωρήσεων…

— Κι ίσως δεν είναι πλοίο,
ίσως είναι το παν που φεύγει,
όλα που φεύγουν — Όλα.

Τρίτη 25 Απριλίου 2023

Όχι, δεν είμαι λυπημένη...

Όχι, δεν είμαι λυπημένη
Σε σωστή ώρα νυχτώνει.
 
                          Γιάννης Σταύρου, Νυχτερινή Θεσσαλονίκη

Κική Δημουλά
Πέρασα

Περπατώ και νυχτώνει.
Αποφασίζω και νυχτώνει.
Όχι δεν είμαι λυπημένη.
 
Υπήρξα περίεργη και μελετηρή.
Ξέρω απ’ όλα. Λίγο απ’ όλα.
Τα ονόματα των λουλουδιών όταν μαραίνονται,
πότε πρασινίζουν οι λέξεις και πότε κρυώνουμε.
Πόσο εύκολα γυρίζει η κλειδαριά των αισθημάτων
μ’ ένα οποιοδήποτε κλειδί της λησμονιάς.
Όχι δεν είμαι λυπημένη.
 
Πέρασα μέρες με βροχή,
εντάθηκα πίσω απ΄αυτό
το συρματόπλεγμα το υδάτινο
υπομονετικά κι απαρατήρητα,
όπως ο πόνος των δέντρων
όταν το ύστατο φύλλο τους φεύγει
κι όπως ο φόβος των γενναίων.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.
 
Πέρασα από κήπους, στάθηκα σε συντριβάνια
και είδα πολλά αγαλματίδια να γελούν
σε αθέατα αίτια χαράς.
Και μικρούς ερωτιδείς, καυχησιάρηδες.
Τα τεντωμένα τόξα τους
βγήκανε μισοφέγγαρο σε νύχτες μου και ρέμβασα.
Είδα πολλά και ωραία όνειρα
και είδα να ξεχνιέμαι.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.
 
Περπάτησα πολύ στα αισθήματα,
τα δικά μου και των άλλων,
κι έμενε πάντα χώρος ανάμεσά τους
να περάσει ο πλατύς χρόνος.
Πέρασα από ταχυδρομεία και ξαναπέρασα.
Έγραψα γράμματα και ξαναέγραψα
και στο θεό της απαντήσεως προσευχήθηκα άκοπα.
Έλαβα κάρτες σύντομες:
εγκάρδιο αποχαιρετηστήριο από την Πάτρα
και κα΄τι χαιρετίσματα
από τον Πύργο της Πίζας που γέρνει.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη που γέρνει η μέρα.
Μίλησα πολύ. Στους ανθρώπους,
στους φανοστάτες, στις φωτογραφίες.
Και πολύ στις αλυσίδες.
Έμαθα να διαβάζω χέρια
και να χάνω χέρια.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.
 
Ταξίδεψα μάλιστα.
Πήγα κι από ‘δω, πήγα κι από ‘κει…
Παντού έτοιμος να γεράσει ο κόσμος.
Έχασα κι από ‘δω, έχασα κι από ‘κει.
Κι από την προσοχή μου μέσα έχασα
κι απ’ την απροσεξία μου.
Πήγα και στη θάλασσα.
Μου οφειλόταν ένα πλάτος. Πες πως το πήρα.
Φοβήθηκα τη μοναξιά
και φαντάστηκα ανθρώπους.
Τους είδα να πέφτουν
απ’ το χέρι μιας ήσυχης σκόνης,
που διέτρεχε μιαν ηλιαχτίδα
κι άλλους από τον ήχο μιας καμπάνας ελάχιστης.
Και ηχήθηκα σε κωδωνοκρουσίες
ορθόδοξης ερημίας.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.
 
Έπιασα και φωτιά και σιγοκάηκα.
Και δεν μου ‘λειψε ούτε των φεγγαριών η πείρα.
Η χάση τους πάνω από θάλασσες κι από μάτια,
σκοτεινή, με ακόνισε.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.
 
Όσο μπόρεσα έφερ’ αντίσταση σ’ αυτό το ποτάμι
όταν είχε νερό πολύ, να μη με πάρει,
κι όσο ήταν δυνατόν φαντάστηκα νερό
στα ξεροπόταμα
και παρασύρθηκα”
Όχι, δεν είμαι λυπημένη
Σε σωστή ώρα νυχτώνει.

Τετάρτη 10 Ιουλίου 2019

που φεύγουν...

L'air est plein du frisson des choses qui s'enfuient
*
Ο αέρας είναι γεμάτος από το ρίγος των πραγματων που φεύγουν
Charles Baudelaire


https://yannisstavrou.blogspot.com 

Τετάρτη 7 Μαρτίου 2018

Eίναι ατελείωτη η νύχτα...

Η μία μετά την άλλη οι πρότερες ζωές μου φεύγανε,
όπως τα πλοία, μαζί με τις θλίψεις τους...


https://yannisstavrou.blogspot.com 

Τσέσλαφ Μίλος
Όψιμη ωριμότητα

Όχι από νωρίς, μόλις πλησίαζα τα ενενήντα μου χρόνια,
ένιωσα μια πόρτα ν’ ανοίγει μέσα μου και πέρασα
στη διαύγεια του εωθινού πρωινού.

Η μία μετά την άλλη οι πρότερες ζωές μου φεύγανε,
όπως τα πλοία, μαζί με τις θλίψεις τους.

Και οι χώρες, οι πολιτείες, οι κήποι, οι όρμοι της θάλασσας
που βρίσκονταν κάτω απ’ τον χρωστήρα μου, ήρθαν κοντύτερα
έτοιμα τώρα να περιγραφούν καλύτερα από πριν.

Δεν απομακρύνθηκα απ’ τους ανθρώπους,
ο πόνος και η συμπόνια μας ένωσαν.
Ξεχνάμε – το λέω συνέχεια – πως είμαστε όλοι μας παιδιά του Βασιλιά.

Γιατί εκεί απ’ όπου ερχόμαστε δεν υπάρχει διάκριση
μεταξύ του Ναι και του Όχι, του ήταν και του θα είναι.

Ήμασταν άθλιοι, δεν χρησιμοποιούσαμε ούτε το ένα εκατοστό
απ’ το δώρο που λάβαμε για το μακρινό ταξίδι.

Στιγμές από χθες, και από αιώνες πριν
το χτύπημα ενός σπαθιού, ζωγραφισμένες βλεφαρίδες μπροστά στον καθρέφτη,
ένα γυαλιστερό μέταλλο, μια θανατηφόρα βολή από μουσκέτο, μια γαλέρα
που έφαγε το σκαρί της στον ύφαλο – όλα αυτά κατοικούν μέσα μας,
περιμένοντας για μια ολοκλήρωση.

Το ξέρω πάντα, πως θα ‘μια ένας εργάτης στο αμπέλι,
όπως όλοι οι άντρες κι οι γυναίκες που ζουν στην ίδια εποχή,
ακόμα και αν δεν το γνωρίζουν.

(μετ. Θωμάς Παπαστεργίου)

https://yannisstavrou.blogspot.com
Τσέσλαφ Μίλος (1911-2004)

Φόβος

Πατέρα, πού είσαι; To δάσος είναι άγριο,

Υπάρχουν πλάσματα εδώ, οι θάμνοι κουνιούνται.
Οι ορχιδέες εκρήγνυνται με δηλητηριώδη φωτιά,
Ύπουλα χάσματα παραμονεύουν σε κάθε βήμα.

Πού είσαι, Πατέρα; Eίναι ατελείωτη η νύχτα.
Το σκοτάδι θα είναι αιώνιο.
Οι ταξιδιώτες είναι άστεγοι, θα πεθάνουν από πείνα,
Το ψωμί μας είναι πικρό, και σκληρό σαν πέτρα.

Η καυτή ανάσα του φρικτού θηρίου
Έρχεται όλο και πιο κοντά, ξερνάει τη μπόχα της.
Πού έχεις πάει, Πατέρα; Γιατί δεν λυπάσαι
Τα παιδιά σου που είναι χαμένα σ’ αυτό το ζοφερό δάσος;

Απροσδόκητη συνάντηση

Ταξιδεύαμε  μέσα σε παγωμένους αγρούς σε ένα βαγόνι
την αυγή.
Ένα κόκκινο φτερό αναδύθηκε μέσα στο σκοτάδι.

Και ξαφνικά ένας λαγός διέτρεξε τον δρόμο.
Ένας από μας τον έδειξε με το χέρι του.

Αυτό συνέβη πριν πολύ καιρό. Σήμερα κανείς από τους δύο δε ζει.
Ούτε ο λαγός, ούτε ο άνθρωπος που έκανε τη χειρονομία.

Αγάπη μου, πού είναι τώρα αυτοί, πού έχουν πάει;
Η λάμψη του χεριού, η γρήγορη σαν αστραπή κίνηση,
ο τριγμός των χαλικιών.

Δεν ρωτάω από λύπη.
Ρωτάω με απορία.

(μετ. Ασημίνα Ξηρογιάννη)

Κυριακή 9 Ιουλίου 2017

Κύμα το κύμα απ’ τον αγέρα ορμάει και πάλι...

Της πέτρας και της θάλασσας, παιδί της αφρισμένης
τον νου μαγεύεις των παιδιών, κοχύλι του πελάγου...



https://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Στο κύμα, λάδι σε καμβά

η ποίηση του Αλκαίου
Κοχύλια του πελάγου 
Παρουσίαση του Απόστολου Σπυράκη
Πηγή: ΣΤΙΓΜΑ ΛΟΓΟΥ

Τα’ χω χαμένα με τη λύσσα των ανέμων
σωστή ανταρσία, κύμα από δω κυλιέται,
κύμα από κει, κι εμείς στη μέση
του μαύρου καραβιού πάμε κι ερχόμαστε,

σε τρικυμία μεγάλη παραδέρνοντας ·
ως τους αρμούς των καταρτιών η πλήμμυρα,
κουρελιασμένα τα πανιά, κι απάνω τους
οι σχισματιές θεόρατες, λασκάρανε
και τα σκοινιά…

Κύμα το κύμα απ’ τον αγέρα ορμάει και πάλι,
πολύ θα μας παιδέψει να τ’ αδειάσομε
κουβά- κουβά, που στο καράβι μέσα μπούκαρε…

Γρηγοράτε να πα ν’ ασφαλιστούμε
σ’ ένα λιμιώνα απανεμιάς ας δράμομε…

Σ’ αυτό τα απόσπασμα από ποίημα του Αλκαίου απεικονίζεται τη μάχη του αρχαίου ανθρώπου με τη φύση όπως συμβαίνει και στο παρακάτω όπου περιγράφονται σκηνές που θυμίζουν την πάλη του Οδυσσέα με τα κύματα:

Φουντάραν όλο το φορτίο, γιατί δεν άντεξε
το σκάφος τέτοιο σάλο στ’ ανοιχτά που πλέανε ·

κύμα βουερό χίμηξε απάνω και το χτύπησε
και με την άγρια τρικυμία και το δρολάπι
δεν μπορεί τώρα να τα βάλει, πάρα σ’ άφαντες
ξέρες έπεσε απάνω κι έγινε κομμάτια…

Η αγάπη του ποιητή για το θαλασσινό στοιχείο φαίνεται και στο παρακάτω κομμάτι που σώθηκε μέσα στη φθορά των αιώνων:

Της πέτρας και της θάλασσας, παιδί της αφρισμένης
τον νου μαγεύεις των παιδιών, κοχύλι του πελάγου.

Όμως δεν ήταν μόνο η θάλασσα που συγκινούσε τον Αλκαίο, στο "Τραγούδι του Έβρου" περιγράφει με απαράμιλλη ζωντάνια το ποτάμι που κατά τους μελετητές θα πρέπει να είχε δει από κοντά σε κάποιο από τα ταξίδι του:

Έβρο, είσαι το ομορφότερο ποτάμι,
όπως χύνεσαι περνώντας τον Αίμο στην πορφυρένια θάλασσα,
μες στη θρακιώτικη κατεβασιά σου με λαμπρούς
κρουνούς αφρίζοντας,

πάρα πολλές παρθένες και σε σένα τρέχουνε,
το δέρμα των χυτών μηριών τους με απαλότατα
δάχτυλα να δροσίσουν τα δικά σου απάνω τους
σαν λάδι μαλακά
νερά σου χύνοντας.
Σ’ αυτό εδώ το σπάραγμα μιλά για κάποια άγνωστα πουλιά που αντίκρισε και του προκάλεσαν εντύπωση φοβερή:

Τι πουλιά είναι αυτά που από του ωκεανού φτάσαν τα πέρατα,
με παρδαλές τις τραχηλιές κοκκινοπούλια ανοιχτοφτέρουγα;

Από τα λίγα στοιχεία που μας έχουν σωθεί γνωρίζουμε ότι ο ποιητής έζησε στη Λέσβο σε μια εποχή κατά την οποία το νησί διένυε περίοδο ακμής, γεγονόςπου εξηγεί και την εμφάνιση ποιητών όπως ο Τέρπανδρος και ο Αρίων και κατόπιν ο Αλκαίος και η Σαπφώ που φαίνεται ότι έζησαν το ίδιο χρονικό διάστημα, μάλιστα σώζεται κι ένα ποίημα με έναν διάλογο ανάμεσά τους. Οι κάτοικοι των νησιών του Αιγαίου, ειδικά αυτών που είναι πολύ κοντά στη Μικρά Ασία, είχαν από πάντα στενές επαφές με τους πολιτισμούς που αναπτύχθηκαν στην Ανατολή και αποτέλεσαν την κοιτίδα του παγκόσμιου πολιτισμού. Η περίοδος δημιουργίας του Αλκαίου σφραγίστηκε από τους κοινωνικούς αγώνες που έλαβαν χώρα στο νησί της Λέσβου και ο ποιητής εξαιτίας της αριστοκρατικής καταγωγής του βρέθηκε στο επίκεντρο της διαπάλης του εξελίχθηκε. Αναγκάστηκε να ζήσει για χρόνια στην εξορία υπηρετώντας όπως και ο Αρχίλοχος ως μισθοφόρος και το πολεμικό στοιχείο είναι έντονο στα λεγόμενα "στασιωτικά" του ποιήματα όπως "Η αίθουσα των όπλων" που φέρνει στο νου ομηρικές περιγραφές:

Το μέγα δώμα αστράφτει από το χάλκωμα
κι είν΄ όλη καταστόλιστη ως απάνω η στέγη,
έτοιμη για τη μάχη, με τα κράνη ολόλαμπρα
απ’ τα λοφία στην κορφή ολόλευκες
τις αλογίσιες φούντες νεύοντας,
της κεφαλής τ’ αντρός αγλάισμα, κι ολόγυρα
ριγμένα στους πασσάλους να τους κρύβουν χάλκινα
γυαλιστερά αντικνήμια, της πικρής σαγίτας η άμυνα.
Ντυμένοι με λινάρι της χρονιάς οι θώρακες
κι οι κουφωτές ασπίδες καταγής σωρεύονται
εκεί χαλκιδικά σπαθιά, εκεί πάμπολλα
κοντά αναζώσματα, αλαφροί χιτώνες.
Να τ’ αντιβλέψεις δε μπορείς, αφού όλοι είμαστε
Ξεσηκωμένοι τώρα επί ποδός πολέμου.

Καλωσορίζοντας τον αδερφό του Αντιμενίδα,  που επέστρεφε από ταξίδι μακρινό όπου είχε πάει να ενισχύσει τον θρυλικό βασιλιά της Βαβυλώνας Ναβουχοδονόσορα στις εκστρατείες που κατέληξαν στην αιχμαλωσία της Ιερουσαλήμ τον Μάρτιο του 597 π.Χ., ο ποιητής έγραψε:

Από της γης τα πέρατα ήρθες, φιλντισένια
λαβή χρυσόδετη είχε το ξίφος σου…
Πολεμώντας με τους Βαβυλωνίους που ΄ναι τα σπίτια τους
με τετραπίθαμα λιθάρια στεγασμένα·
μεγάλη αντραγαθία εκεί αντραγάθησες,
πολεμιστή θεόρατον σκοτώνοντας
που μια παλάμη τού ΄λειπε για να ΄χει
πέντε βασιλικούς πήχες παράστημα.

Για τον Αλκαίο που πήρε μέρος σε μάχες φονικές και ήξερε από πόλεμο αυτό που προστατεύει μια πόλη δεν είναι τα τείχη της:

Ούτε κάστρα καλόχτιστα, ούτε κάστρων
αγκωνάρια καλά αρμολογημένα,
στενά για τα καρτέρια ή τα καρνάγια
της πολιτείας, μον’ άντρες της χρειάζονται
παραστάτες της να ΄ναι χεροδύναμοι.

Ήξερε όμως ο ποιητής πώς ν’ αντιμετωπίζει τις κακοτυχίες της ζωής, για παράδειγμα τον χειμώνα που έπεφτε δριμύς εκείνα τα χρόνια :

Ο Δίας βρέχει, βαρυχειμωνιά στα ουράνια,
κρούσταλλα των νερών τα κατεβάσματα
… εδώ κι εκεί

Βάλε τον κάτω το χειμώνα, σώριασε
ξύλα στη φωτιά, κι άσε να τρέξει αλόγιστα
μελί κρασί στις κούπες, κι έτσι ανάλαφρα
στα μαξιλάρια το κεφάλι ανάγειρε.

Κι όσο για το καλοκαίρι που βασάνιζε από την αρχαιότητα τους ανθρώπους αυτού εδώ του τόπου,  ειδικά την εποχή των κυνικών καυμάτων, ο Αλκαίος έχει τη λύση:

Μούσκεψε τα πνευμόνια σου με κρασί,
τώρα που πήγε ψηλά το αστέρι,
και η εποχή είναι σκληρή, κι όλα διψούν μες τη κάψα…
όταν απλώνεται το φλογερό καλοκαίρι και ξεραίνει ένα γύρο τα πάντα…
ο χρυσός θάμνος ανθεί ·
τώρα οι γυναίκες είναι χειρότερα παρά ποτέ,
και οι άντρες αδύναμοι,
γιατί ο Σείριος τους στραγγίζει κεφάλια και γόνατα…
Ας πίνομε, γιατί κι ο Σείριος τώρα μεσουράνησε.

Δευτέρα 24 Οκτωβρίου 2016

χρεωκόπος του καιρού ασύγγνωστος...

σ' αυτό το τώρα που δεν είναι χρόνος πια
αραιώνει αραιώνει το παρόν τριγύρω μου
κι είμαι στο πουθενά...

https://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Ηλιοβασίλεμα, λάδι σε καμβά 

Βύρων Λεοντάρης
Χωρίς τίτλο
Ι
Οἱ μέρες μου ὅλες λάθος μετρημένες
σὲ τσακισμένα δάχτυλα καὶ καταφαγωμένα
καθὼς χυμοῦσε πάντα πάνω μου τὸ λυσσασμένο τίποτε τῆς ζωῆς

Δὲν ἔχω χρόνο πιὰ
μὲ ἐγκαταλείπουν
οἱ πράξεις καὶ τὰ λόγια
Ὅλα ἔχουν τώρα τὴν εὐπρέπεια αὐτῶν ποὺ ἀποσύρονται
τὰ χέρια τῶν ἀγαπημένων μας ψάχνοντας γιὰ ἄλλες χειροπέδες
κι ἡ ἄμπωτη ἀπ' τὰ σπασμένα κρύσταλλα τοῦ ἔρωτα
κι ὁ δήμιος ποὺ τελειώνει τὴ δουλειά του καὶ κάνει τὸ σταυρό του
καὶ γυρνάει κι αὐτὸς στὸ σπιτικό του
ὅλα ἔχουν τὴν εὐπρέπεια αὐτῶν ποὺ ἀποσύρονται
καὶ μόνο ἡ φωνὴ μίας γυναίκας νὰ τρέμει καὶ νὰ τρίζει σὰ σπασμένη σκάλα
«... τὸ βράδυ μὴν ἀργήσεις...»
ποιὸ βράδυ, θεέ μου, τί νὰ μὴν ἀργήσω
μέσα σ' αὐτὸ τὸ ἀβυσσαλέο παθητικὸ τοῦ χρόνου

Πῶς τὸν καιρὸν ἐν ἀτοπήμασιν ἐβιότευσα ρεμβόμενος...
Μαρτύρια πάνω στὰ μαρτύρια
καὶ κρίματα πάνω στὰ κρίματα
χρεωκόπος τοῦ καιροῦ ἀσύγγνωστος
καὶ φτάνει τώρα ξαφνικὰ τὸ μήνυμα ὁ Ἀγώνιος πεθαίνει...
Νὰ τὸν προφτάσω πρέπει, ἀνάγκη πᾶσα
τώρα, σ' αὐτὸ τὸ τώρα ποὺ δὲν εἶναι χρόνος πιὰ
ἀραιώνει ἀραιώνει τὸ παρὸν τριγύρω μου κι ὁ Ἀγώνιος πεθαίνει
νὰ τὸν προφτάσω κι ἂς μὴ τὸν προφταίνω πιὰ
νὰ ξεκινήσω ἀμέσως... ἀπὸ ποῦ γιὰ ποῦ
σὲ μία κατάκοπη ἀκαταστασία σωριασμένα ὅλα τὰ τοῦ βίου μου
-ἔτσι τὰ βρίσκει ὅταν ἔρχεται τὸ μήνυμα
ἔτσι ὅπως πρὶν ἀπὸ μετοίκηση μὲς σ' ἔξαλλα δωμάτια
σκόρπια χρειώδη καὶ ἄχρηστα εὐτελῆ καὶ τιμαλφῆ ἐνθύμια καὶ φυλαχτὰ
φτωχὲς παρηγοριὲς τῆς καθημερινῆς ἁφῆς καὶ τῆς χαμοζωῆς μας
ἀπελπισία τοῦ τί νὰ πάρεις τί ν' ἀφήσεις
ἀπελπισία του νὰ σὲ νοιάζει ἀκόμη τί νὰ πάρεις τί ν' ἀφήσεις...-
σὲ μιὰ κατάκοπη ἀκαταστασία σωριασμένα ὅλα τὰ τοῦ βίου μου
σ' αὐτὸ τὸ τώρα ποὺ δὲν εἶναι χρόνος πιὰ
ἀραιώνει ἀραιώνει τὸ παρὸν τριγύρω μου
κι εἶμαι στὸ πουθενὰ
καὶ μόνο ἡ φωνὴ μιᾶς γυναίκας νὰ τρέμει καὶ νὰ τρίζει σὰ σπασμένη σκάλα
«... τὸ βράδυ μὴν ἀργήσεις...»

Παρασκευή 5 Αυγούστου 2016

για τις αποσκευές που κουβαλούν τα όνειρά σου...

Και για τους ναυτικούς που χάθηκαν και για τις παραλίες με μάλλινη υφή
Και για τη φουσκοθαλασσιά σου την τόσο δυνατή
και για τους ήπιους παραδείσους σου...

*
pour tes marins perdus pour tes grèves de laine
et tes puissantes houles et tes doux paradis...


https://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Καράβι σε φουσκοθαλασσιά, λάδι σε καμβά

Ζαβιέ Γκραλλ
Η Βρετονική τελετή
(απόσπασμα)

Σε τραγουδώ πατρίδα μου,
με τους νεκρούς και με τους ζωντανούς σου
τα κουκουνάρια σου, τα πλοία φορτηγά σου
που κουβαλάνε σίδηρο
Σε τραγουδάω εγώ, ο Γκραλλ Ζαβιέ Μαρί
Και τραγουδώ την τρέλλα σου,
για τις αποσκευές που κουβαλούν τα όνειρά σου,
για τους επαναστάτες σου,
ω Χώρα των Κελτών.

Τον θρύλο της πρέπει να τον κερδίζουμε
καθημερινά
Και κάθε μέρα να γιορτάζουμε την θεία την
λειτουργία του Σύμπαντος

Σε τραγουδώ με το στόμα μου στο στόμα
των ανέμων σου
Σε τραγουδώ με τα χέρια μου απλωμένα
προς το χέρι των γαιών σου
Σε τραγουδώ, εγώ, ο Γκραλλ Ζαβιέ Μαρί
Για την λειτουργία την ιερή των φλόκων σου
και για την ευσπλαχνία που αποπνέουν τα πανιά σου
Και για τους ναυτικούς που χάθηκαν και για τις παραλίες με μάλλινη υφή
Και για τη φουσκοθαλασσιά σου την τόσο δυνατή
και για τους ήπιους παραδείσους σου.

(Μετ. Νίκος Βλαντής)

Xavier Grall
Le Rituel breton
(extrait)

Mais moi je te chante, mon pays
avec tes morts et tes vivants
et tes coques de pins et tes cargos de fer
je te chante, moi, Grall Xavier Marie
je te chante pour ta folie
pour tes bagages de rêves
pour tes Chouans, ô ma Celtie.

Il faut chaque jour gagner sa légende
il faut chaque jour célébrer la messe de l'univers.

Je te chante avec ma bouche dans la bouche de tes vents
je te chante avec mes mains dans la main de tes landes
je te chante, moi, Grall Xavier Marie
pour la liturgie de tes focs et la charité de tes misaines
pour tes marins perdus pour tes grèves de laine
et tes puissantes houles et tes doux paradis.

Πέμπτη 28 Ιουλίου 2016

Ασ' τη βάρκα στο κύμα όπου θέλει να τρέχει...

μη θαρρείς το πανί σου μπορείς να βαστάξεις,
όπου θέλει το κύμα μαζί του θ' αράξεις...

https://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Στο κύμα, λάδι σε καμβά

Κωνσταντίνος Χατζόπουλος
Ασ' τη βάρκα

Ἄσ᾿ τὴ βάρκα στὸ κῦμα ὅπου θέλει νὰ τρέχει,
ἂς ὁρίζει τ᾿ ἀγέρι, τιμόνι-πανί,
τὰ φτερὰ ἅπλωσε πλέρια, ἄκρη ὁ κόσμος δὲν ἔχει,
εἶναι πι᾿ ὄμορφοι οἱ ἄγνωστοι πάντα γιαλοί,
ἡ ζωὴ μία δροσιὰ εἶναι, ἕνα κῦμα, ἂς τὸ φέρει
ὅπου θέλει τ᾿ ἀγέρι, ὅπου ξέρει τ᾿ ἀγέρι.
Ἂς ἀλλάζουν λιβάδια μὲ βράχους καὶ δάση,
γύρω ἂς φεύγουν ποῦ πύργοι, ποῦ καλύβας καπνός,
εἴτ᾿ εἰδύλλιο γελούμενο ἀπλώνετ᾿ ἡ πλάση,
εἶτ᾿ ἀντάρτες καὶ μπόρες σου κρεμᾷ ὁ οὐρανός,
μὴ θαρρεῖς τὸ πανί σου μπορεῖς νὰ βαστάξεις,
ὅπου θέλει τὸ κῦμα μαζί του θ᾿ ἀράξεις.
Τί γυρεύεις, τί θέλεις μὴ κι ἐσὺ τὸ γνωρίζεις;
Ἔχεις πιάσει ποτέ σου τὸ τί κυνηγᾷς;
Μή ῾που σπέρνεις καλὸ τὸ κακὸ δὲ θερίζεις;
Δὲ σκοντάβεις σὲ ρώτημα σ᾿ ὅτι ρωτᾷς;
Ὅτι σ᾿ ἔχει μαγέψει κι ὅτι σοῦ ῾χει γελάσει,
τό ῾χεις μόνος κερδίσει, μοναχὸς ἑτοιμάσει;
Ἄσε τότε τὸ κῦμα ὅπου θέλει νὰ σπάζει,
ἄσ᾿ τὶς ζάλες νὰ σέρνουν τυφλὰ τὴ καρδιὰ
κι ἂν τριγύρω βογγὰ κι ἂν ψηλὰ συννεφιάζει,
κάπου ὁ ἥλιος σὲ κάποιο γιαλὸ θὰ γελᾷ
κι ἂν πικρό τη ψυχή σου τὸ δάκρυ τὴ ραίνει
πάντα κάπου κρυφή, μιὰ χαρὰ τὴ προσμένει.

Δευτέρα 18 Ιουλίου 2016

Ταξιδιώτη...

Ταξιδιώτη, ταξιδιώτη δέξου την επιστροφή,
Δεν έχει θέση πια σε σένα για τα καινούργια πρόσωπα,
Τ’ όνειρό σου σχεδιασμένο με τα πολλά τοπία,
Ας το να ξεκουραστεί μες στο καινούργιο σου περίγραμμα...
*
Voyageur, voyageur, accepte le retour,
Il n’est plus place en toi pour de nouveaux visages,
Ton rêve modelé par trop de paysages
Laisse-le reposer en son nouveau contour...

https://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Δύση στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης, λάδι σε καμβά

Ζυλ Συπερβιέλ
Ταξιδιώτη, ταξιδιώτη...

Ταξιδιώτη, ταξιδιώτη δέξου την επιστροφή,
Δεν έχει θέση πια σε σένα για τα καινούργια πρόσωπα,
Τ’ όνειρό σου σχεδιασμένο με τα πολλά τοπία,
Ας το να ξεκουραστεί μες στο καινούργιο σου περίγραμμα.

Γλίτωσε από τον ορίζοντα που όλο με θόρυβο σε διεκδικεί
Για να ακούσεις επιτέλους τη ζωντανή σου οχλοβοή
Που τώρα την φυλά με τις αψίδες της τις καταπράσινες
η φοινικιά που υποκλίνεται στις πηγές της ψυχής σου.

Μεταθανάτιο

Θα 'πρεπε να δώσουμε στους νεκρούς φράσεις καθημερινές
Λέξεις που με ευκολία πηγαίνουν απ’ τα χείλια μας στα αυτιά τους,
Λέξεις για να βαστούν συντροφιά
Όταν δεν είμαστε πια στη ζωή.
Βοηθείστε με, φίλοι μου, άνθρωποι,
Δεν είναι δουλειά μοναχά για έναν. Από τις μεταχειρισμένες φράσεις τριμμένες από τα χρόνια
Φράσεις δικές σας και δικές μου μα και των πατεράδων μας
Προπάντων για τους νεκρούς του πολέμου
Με τη μοίρα τους που εξερράγη Φράσεις διαλεγμένες προσεχτικά
Για να τους έχουν εμπιστοσύνη.
Τίποτε δεν είναι τόσο δειλό όσο ένας νεκρός
Αισθάνεται λιγάκι τον έξω αέρα
Και να που δυσπιστεί,
Φράσεις που πρέπει να τις βαστούμε έτοιμες
Για να τις τρίβουν λιγάκι στα χείλια τους
Και βρίσκοντας τες τόσο όμορφες από την μεγάλη τους χρήση
Αισθάνονται το μικρό πυρετό
Που μαζί του έχασε μια όμορφη μέρα την ανάμνηση των σκοταδιών
Και κοίταξε πίσω του.

(Μετ. Κώστας Ριτσώνης)

Jules Supervielle
Voyageur, Voyageur...

Voyageur, voyageur, accepte le retour,
Il n’est plus place en toi pour de nouveaux visages,
Ton rêve modelé par trop de paysages
Laisse-le reposer en son nouveau contour.

Fuis l’horizon bruyant qui toujours te réclame
Pour écouter enfin ta vivante rumeur
Que garde maintenant de ses arcs de vendeur
Le palmier qui s’incline aux sources de ton âme.

Πέμπτη 23 Ιουνίου 2016

για να ξαναρχίσει το πανάρχαιο δράμα...

κι η σπηλιά παίζει την ψυχή της και τη χάνει
κάθε στιγμή, γεμάτη σιωπή, χωρίς μία στάλα...

https://yannisstavrou.blogspot.com 
Γιάννης Σταύρου, Αναμονή, λάδι σε χαρτί  

Γιώργος Σεφέρης
Μυθιστόρημα
(απόσπασμα)

Si j᾿ ai du gout, ce n᾿ est guère
Que pour la terre et les pierres.
ARTHUR RIMBAUD 

Α

Τὸν ἄγγελο
τὸν περιμέναμε προσηλωμένοι τρία χρόνια
κοιτάζοντας πολὺ κοντὰ
τὰ πεῦκα τὸ γιαλὸ καὶ τ᾿ ἄστρα.
Σμίγοντας τὴν κόψη τ᾿ ἀλετριοῦ
ἢ τοῦ καραβιοῦ τὴν καρένα
ψάχναμε νὰ βροῦμε πάλι τὸ πρῶτο σπέρμα
γιὰ νὰ ξαναρχίσει τὸ πανάρχαιο δράμα.

Γυρίσαμε στὰ σπίτια μας τσακισμένοι
μ᾿ ἀνήμπορα μέλη, μὲ τὸ στόμα ρημαγμένο
ἀπὸ τὴ γέψη τῆς σκουριᾶς καὶ τῆς ἁρμύρας.
Ὅταν ξυπνήσαμε ταξιδέψαμε κατὰ τὸ βοριά, ξένοι
βυθισμένοι μέσα σὲ καταχνιὲς ἀπὸ τ᾿ ἄσπιλα φτερὰ τῶν κύκνων ποὺ μᾶς πληγώναν.
Τὶς χειμωνιάτικες νύχτες μᾶς τρέλαινε ὁ δυνατὸς ἀγέρας τῆς ἀνατολῆς
τὰ καλοκαίρια χανόμασταν μέσα στὴν ἀγωνία τῆς μέρας ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ ξεψυχήσει.
Φέραμε πίσω
αὐτὰ τ᾿ ἀνάγλυφα μιᾶς τέχνης ταπεινῆς.

Β

Ἀκόμη ἕνα πηγάδι μέσα σὲ μιὰ σπηλιά.
Ἄλλοτε μᾶς ἦταν εὔκολο ν᾿ ἀντλήσουμε εἴδωλα καὶ στολίδια
γιὰ νὰ χαροῦν οἱ φίλοι ποὺ μᾶς ἔμεναν ἀκόμη πιστοί.
Ἔσπασαν τὰ σκοινιὰ μονάχα οἱ χαρακιὲς στοῦ πηγαδιοῦ τὸ στόμα
μᾶς θυμίζουν τὴν περασμένη μας εὐτυχία:
τὰ δάχτυλα στὸ φιλιατρό, καθὼς ἔλεγε ὁ ποιητής.
Τὰ δάχτυλα νιώθουν τὴ δροσιὰ τῆς πέτρας λίγο
κι ἡ θέρμη τοῦ κορμιοῦ τὴν κυριεύει
κι ἡ σπηλιὰ παίζει τὴν ψυχή της καὶ τὴ χάνει
κάθε στιγμή, γεμάτη σιωπή, χωρὶς μία στάλα.

Κυριακή 19 Ιουνίου 2016

Τ' ωραίο καράβι έτοιμο...

καί, κάπου από τους άξενους τους ουρανούς, το πλοίο
απόμεινε ακυβέρνητο στο κύμα τ' αφρισμένο
με το φτωχό μας Όνειρο στην πρύμνη πεθαμένο...

https://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Παλεύοντας με τα κύματα, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Κώστας Ουράνης
Ταξίδι στα Κύθηρα

Τ᾿ ὡραῖο καράβι ἕτοιμο στὸ χαρωπὸ λιμάνι,
γιορταστικὰ μὲ γιασεμιὰ καὶ ρόδα στολισμένο,
μὲ τὶς παντιέρες του ἁλαφριὲς στὴν ἀνοιξιάτικη αὔρα
καὶ τ᾿ Ὄνειρό μας στὸ χρυσὸ πηδάλιο καθισμένο,

μᾶς πῆρε γιὰ τὰ Κύθηρα, τὰ θρυλικά, ὅπου μέσα
σὲ δέντρα καὶ λούλουδα καὶ γάργαρα νερὰ
ὑψώνεται ὁ μαρμάρινος ναὸς γιὰ τὴ λατρεία
τῆς Ἀφροδίτης - τοῦ ἔρωτα τὴ θριαμβικὴ θεά.

Μὰ τὸ ταξίδι ἦταν μακρὺ κ᾿ ἡ χειμωνιὰ μᾶς βρῆκε!...
Οἱ φανταχτερὲς κι ἀνάλαφρες παντιέρες μουσκευτῆκαν,
τὰ χρώματα ξεβάψανε καὶ τ᾿ ἄνθη ἐμαραθῆκαν

καί, κάπου ἀπὸ τοὺς ἄξενους τοὺς οὐρανούς, τὸ πλοῖο
ἀπόμεινε ἀκυβέρνητο στὸ κῦμα τ᾿ ἀφρισμένο
μὲ τὸ φτωχό μας Ὄνειρο στὴν πρύμνη πεθαμένο.

Σάββατο 11 Ιουνίου 2016

τα νήματα του χρόνου, του ονείρου και της αγωνίας...

Απ’ την Ανατολή έχει ο πόλεμος αυτός ανάψει∙
το δίχτυ του σ’ ολόκληρη τη γη απλώνει.
Μα ούτε η μια παρτίδα ούτε η άλλη δεν τελειώνει...


https://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Πορεία στο κύμα, λάδι σε καμβά

Χόρχε Λουίς Μπόρχες
Σκάκι
Ι

Συγκεντρωμένοι οι παίχτες νύχτα μέρα
καθοδηγούν τα αδιάφορα πιόνια.
Ως το πρωί θα κλείνει η σκακιέρα
δυο χρώματα που αντιμάχονται αιώνια.

Μέσα, τα πιόνια αναδίνουν μια προσήλωση
μαγευτική: ευκίνητα άλογα, πύργοι ομηρικοί,
βασιλιάς στα μετόπισθεν, διαγώνιοι αξιωματικοί.

Μα κι όταν αποσύρονται οι παίχτες,
από το χρόνο πια εξαντλημένοι,
η δράση εξακολουθεί να επιμένει.

Απ’ την Ανατολή έχει ο πόλεμος αυτός ανάψει∙
το δίχτυ του σ’ ολόκληρη τη γη απλώνει.
Μα ούτε η μια παρτίδα ούτε η άλλη δεν τελειώνει.

ΙΙ

Φρενιασμένη βασίλισσα, πύργος ευθύς, αξιωματικός
λοξός, στρατιώτης πολυμήχανος, βασιλιάς ασθενικός
ψάχνονται στο ασπρόμαυρο πεδίο του αοράτου
να συγκρουστούν σιωπηλά μέχρι θανάτου.

Δεν ξέρουν πως το αποφασισμένο χέρι
του παίχτη τούς ρυθμίζει την πορεία τέλεια,
δεν ξέρουν καν πως μια ασύλληπτη νομοτέλεια
τις αποφάσεις και τη διαδρομή τους περιφέρει.

Αλλά κι ο παίχτης είναι επίσης ένας αιχμάλωτος
μιας άλλης σκακιέρας με νύχτες μαύρες
(η έκφραση είναι του Ομάρ) και άσπρες μέρες.

Ο Θεός ελέγχει τον παίχτη κι ο παίχτης τα πιόνια.
Μα τάχα ποιος θεός πίσω από τον Θεό, κινεί αιώνια
τα νήματα του χρόνου, του ονείρου και της αγωνίας;

[Χόρχε Λουίς Μπόρχες, ΠΟΙΗΜΑΤΑ (Ο δημιουργός, “EL HACEDOR”, 1960), Μετάφραση, Εισαγωγή, Σχόλια: Δημήτρης Καλοκύρης. Εκδ. Ελληνικά Γράμματα 2006]

Παρασκευή 3 Ιουνίου 2016

Από της νύχτας τον αρχαίο πανικό...

Έχω ποθήσει να ξεφύγω από το ερπετό
της ψεύτικης ημέρας
κι απ’ τον αρχαίο τρόμων τον κατασπαραγμό...

*
I have longed to move away
From the hissing of the spent lie
And the old terrors' continual cry...


https://yannisstavrou.blogspot.com 

Ντύλαν Τόμας
Έχω ποθήσει να ξεφύγω

Έχω ποθήσει να ξεφύγω από το ερπετό
της ψεύτικης ημέρας
κι απ’ τον αρχαίο τρόμων τον κατασπαραγμό,
γερνώντας πλέον φοβερά, καθώς η μέρα πέφτει
από το λόφο σε απροσμέτρητο βυθό∙
έχω ποθήσει να ξεφύγω
απ’ των χαιρετισμών
το πήγαινε-έλα. Ο άνεμος
γέμισε πνεύματα, πνευμάτων ήχους το χαρτί,
βροντάει κι αστράφτει κουδούνια και προσκλήσεις.

Έχω ποθήσει να ξεφύγω, όμως φοβάμαι∙
λίγη ζωή περισωσμένη αν ξεπηδούσε
απ’ του παλιού μου φόβου αποκαΐδι
ανάερα σκάζοντας και μ’ άφηνε τυφλό;
Από της νύχτας τον αρχαίο πανικό,
ένα καπέλο που έβγαλα,
τα χείλια μου σμιχτά στ’ ακουστικό,
δε θα με τσάκιζε αμέσως του θανάτου το φτερό;
Δεν φοβάμαι μην πεθάνω απ’ αυτά,
μισά συμβάσεις, ψέματα τ’ άλλα μισά.

(Μετ. Γιώργος Μπλάνας)

Dylan Thomas
I Have Longed To Move Away

I have longed to move away
From the hissing of the spent lie
And the old terrors' continual cry
Growing more terrible as the day
Goes over the hill into the deep sea;
I have longed to move away
From the repetition of salutes,
For there are ghosts in the air
And ghostly echoes on paper,
And the thunder of calls and notes.

I have longed to move away but am afraid;
Some life, yet unspent, might explode
Out of the old lie burning on the ground,
And, crackling into the air, leave me half-blind.
Neither by night's ancient fear,
The parting of hat from hair,
Pursed lips at the receiver,
Shall I fall to death's feather.
By these I would not care to die,
Half convention and half lie.

Παρασκευή 13 Μαΐου 2016

Ουρανός...

Ας μην το κρύβουμε.
Διψάμε για ουρανό...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Αλλαγή βάρδιας, αναμονή, λάδι σε καμβά

Μίλτος Σαχτούρης
Το ψωμί

Ένα τεράστιο καρβέλι, μία πελώρια φραντζόλα ζεστό
ψωμί, είχε πέσει στο δρόμο από τον ουρανό
ένα παιδί με πράσινο κοντό βρακάκι και με μαχαίρι
έκοβε και μοίραζε στον κόσμο γύρω,
όμως και μια μικρή, ένας μικρός άσπρος άγγελος,
κι αυτή
μ' ένα μαχαίρι έκοβε και μοίραζε
κομμάτια γνήσιο ουρανό
κι όλοι τώρα τρέχαν σ' αυτή, λίγοι πηγαίναν στο ψωμί,
όλοι τρέχανε στον μικρόν άγγελο που μοίραζε ουρανό!
Ας μην το κρύβουμε.
Διψάμε για ουρανό.

Τετάρτη 11 Μαΐου 2016

Χαμήλωσε...

Από ψηλά δεν ζωγραφίζονται τα όνειρα
Δε διακρίνεται η αλήθεια

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Πλοία στη ομίχλη, λάδι σε καμβά

Αντώνης Κολυβάς
Χαμήλωσε

Χαμήλωσε
Από ψηλά δεν ζωγραφίζονται τα όνειρα
Δε διακρίνεται η αλήθεια
Χαμήλωσε.

Μη σφίγγεις
Τα χρώματα, πολύ μη σφίγγεις μεσ’ στη χούφτα σου
Δε βλέπεις που το κόκκινο
Θέλει να δραπετεύσει ;

Ξεκρέμασε
Τις φλόγες απ’ τις υψικάμινους ξεκρέμασε
Και τη σκουριά των καραβιών
Γύρω απ’ το λαιμό σου

Και πήγαινε
Και πήγαινε ανάμεσά τους κατάλευκος
Με το πουκάμισό σου ανοιγμένο

Χαμήλωσε
Από ψηλά δεν ζωγραφίζονται τα όνειρα
Δε διακρίνεται η αλήθεια
Χαμήλωσε.

Πέμπτη 14 Απριλίου 2016

Του ναυτικού το δυσκολότερο ταξίδι...

Τη νύχτα οι ναύτες κυνηγάνε το φεγγάρι
και την ημέρα ταξιδεύουνε στ’ αστεία...


http://yannisstavrou.blogspot.com 

Νίκος Καββαδίας
Μαρέα

Ο Αλτεμπαράν ψάχνει να βρει μες στα νερά

το παλινώριο που τον γέλασε δυο κάρτες          
Στης προβολής να τρέχουν βλέπαμε τους χάρτες

του Chagall άλογα – τσίρκο του Seurat

Πυξίδα γέρικη – ataxie locomotrice –
και στοιχειωμένη από τα χείλια σου σφυρίχτρα
Στην κόντρα γέφυρα προσμένατε κ’ οι τρεις
να λύσει τ’ άστρο του Αλμποράν η χαρτορίχτρα

Της τραμουντάνας τ’ άστρο, τ’ άστρα του Νοτιά
παντρεύονται με πορφυρόχρωμους κομήτες
Του Mazagan οι θερμαστές οι Σοδομίτες
παίξαν του Σέσωστρη την κόρη στα χαρτιά

Η ξύλινη που όλοι αγαπήσαμε Γοργόνα
καθώς βουτά παίρνει παράξενες ανάσες
Προτού κολλήσουμε για πάντα στις Σαργάσσες
μας πρόδωσε μ’ ένα πνιγμένο του Νορόνα

Πουλιά στα ξάρτια – καραντί – στεργιανή ζάλη
χελιδονόψαρα – πνιγμένου δαχτυλίδι
Του ναυτικού το δυσκολότερο ταξίδι
το κυβερνάν του Μαγγελάνου οι παπαγάλοι

Η καραβίσια σκύλα οσμίζεται ρεστία
και το κορμί σου το νερό που θα καλάρει
Τη νύχτα οι ναύτες κυνηγάνε το φεγγάρι
και την ημέρα ταξιδεύουνε στ’ αστεία

Παρασκευή 8 Απριλίου 2016

το μέγα θέλγητρο της αναμονής...

Κάθε νύχτα περιμένουν. Περιμένουν το μέλλον της Ημέρας,
τρέφουν την ελπίδα που θα τους κομίσει το μέγα Απρόοπτο...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Καράβι της νύχτας, λάδι σε καμβά

Τάκης Παπατσώνης
Μεγάλη αναμονή της επιούσης
(απόσπασμα)

Καμωμένος από πηλούς, από φθαρτές ουσίες
ο άνθρωπος, δεν έχει σταθερή ενατένιση, ούτε ομοιάζει
άνθρωπος προς άνθρωπο· σπουδαίες διαφορές τον κόσμο χωρίζουν.
Γι’ αυτό βλέπεις άλλον ν’ αρκείται στον κόσμο
που μοναχός του δημιουργεί, ενώ άλλος παρέκει
τα περιμένει έξωθεν όλα, είτε από τον πλησίον, είτε από τον ουρανό.
Πικρά λυπούμαι το αδύνατο τούτο μέρος των ανθρώπων.
Καμωμένοι δεν είναι όλοι να θαμπώνονται από κάθε στιγμή
της ημέρας ή της νύχτας, από κάθε δίπλα της δημιουργίας,
από κάθε αποσκίαση του βουνού, από κάθε τροπή του καιρού.
Γράφω για όσους δεν έχουν το κράτος να ξεδιαλύνουν
τα μεγαλεία των μικρών πραγμάτων και τα πολλά των ολίγων.
Γι’ αυτούς απομένει το μέγα θέλγητρο της αναμονής.
Γι’ αυτούς απομένει ο λαμπρός Ήλιος της Επιούσης.
Κάθε νύχτα περιμένουν. Περιμένουν το μέλλον της Ημέρας,
τρέφουν την ελπίδα που θα τους κομίσει το μέγα Απρόοπτο,
την αψηλή φαντασία, τη νέα σπουδή, το βαθύ πάθος,
ό,τι κάνει να σπαράζουνε επί καλού τους ή κακού τους οι ψυχές.
Φθάνει να τους κομίσει κάτι ογκώδες νέο, ας είναι τραγικό,
ας είναι αγαθό, μόνο η φριχτή ηρεμία να μην είναι πια,
η πραϋντική, η ηρεμία της βλακείας και της ανοστιάς.

Πέμπτη 17 Μαρτίου 2016

το ταξίδι σου ποτέ δε θα τελειώσεις...

θυμήσου τους αρχοντικούς νεκρούς
και τίμησε τη μοίρα σου, που είσαι εσύ
(ταξιδευτής βασανισμένος)
διαλεκτικός κι αλλόκοτος...

* 
O remember the great dead
And honour the fate you are,
Travelling and tormented,
Dialectic and bizarre...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Στο κύμα, λάδι σε καμβά

Ουίσταν Ώντεν
Ατλαντίς

Εάν πολύ το επιθυμείς
να πας στην Ατλαντίδα,
θα ξέρεις ασφαλώς ότι
μόνο το Πλοίο των Τρελών
θα κάνει το ταξίδι εφέτος,
διότι θύελλες, σφοδρές και ασυνήθιστες
έχουνε προβλεφτεί και πρέπει, το λοιπόν,
έτοιμος να είσαι∙ γι’ αυτό
με λόξα κάμποση να συμπεριφερθείς
ώστε να σε περάσουνε για ένα απ’ τα παλικάρια,
να δώσεις την εντύπωση, τουλάχιστο, πως
συμπαθείς το σαματά, το δυνατό ποτό και τις χοντράδες.

Εάν οι θύελλες (και τούτο να συμβεί μπορεί)
σε κάνουνε ν’ αράξεις για καμιάν εβδομάδα
σε κάποια παλιά πόλη, επίνειο
της Ιωνίας φερ’ ειπείν, κουβέντιασε εκεί
με τους λογίους τους πνευματώδεις, άνδρες
που έχουν αποδείξει πως σαν την Ατλαντίδα
τόπος άλλος κανείς δεν δύναται να υπάρξει.
Τη λογική τους μάθε, αλλά πρόσεξε
πόσο η λεπτότητα του νου τους εύκολα προδίδει
το ψυχικό τους βάσανο.
Έτσι λοιπόν αυτοί θα σου διδάξουνε τον τρόπο
ν’ αμφιβάλλεις για να μπορέσεις να πιστέψεις.

Εάν,  αργότερα, τύχει και προσαράξεις
στους κάβους ανάμεσα της Θράκης,
εκεί που  με δαυλούς ολονυχτίς
ράτσα γυμνή και βάρβαρη
πηδάει ξέφρενη, ακούοντας
έναν κόχυλα και κύμβαλο φρενήρες,
στην άγρια εκείνη ακτή
βγάλε τα ρούχα σου και χόρεψε, γιατί
εκτός και αν αξιωθείς
την Ατλαντίδα εντελώς
να λησμονήσεις, το ταξίδι σου
ποτέ δε θα τελειώσεις.

Και αν φτάσεις κάποτε στην έκλυτη
την Καρχηδόνα ή την Κόρινθο,
γέψου κι εσύ την ξέφρενη ευωχία.
Και αν καμιά κοκότα σ’ ένα καπηλειό,
χαϊδεύοντάς σου τα μαλλιά σου πει
«Αγαπούλη μου, η Ατλαντίδα είν’ εδώ»
Την ιστορία της ζωής της
με προσοχή ν’ ακούσεις∙ καθώς
εάν καλά δεν ενημερωθείς για κάθε καταφύγιο
που μάταια προσπαθεί
την Ατλαντίδα να παραποιήσει, πώς
τάχα θα γνωρίσεις την αληθινή;

Κι αν, επιτέλους, κοντά στην Ατλαντίδα
προσαράξεις, και βγεις
στον κοπιώδη πηγαιμό κατά την ενδοχώρα
μες από δάση ρυπαρά και παγωμένες
τούνδρες, εκεί που όλα στη στιγμή θε να χαθούν∙
αν έρμος πια σταθείς,
με γύρω σου ερημιά,
πέτρα και χιόνι και σιωπή κι αέρα,
θυμήσου τους αρχοντικούς νεκρούς
και τίμησε τη μοίρα σου, που είσαι εσύ
(ταξιδευτής βασανισμένος)
διαλεκτικός κι αλλόκοτος.

Τρικλίζοντας, προχώρα όλος χαρά
αλλά και τότε ακόμη, αν ίσως,
έχοντας πια φτάσει στο στερνό
το διάσελο, αν, ίσως, σωριαστείς
με ολάκερη την Ατλαντίδα ν’ ακτινοβολεί
από κάτω κι όμως να κατεβείς
πια δεν αντέχεις, πρέπει
υπερήφανος να είσαι, μόνο που κρυφοκοίταξες
την Ατλαντίδα, σε όραμα ποιητικό.
Ξάπλωσε ειρηνικά και πες ευχαριστώ,
έχοντας δει τον λυτρωμό σου.

Όλοι οι μικροί, οι σπιτικοί θεοί
αρχίσανε να κλαίνε∙ όμως πες τους εσύ:
Αμέτε στο καλό∙ και σάλπαρε.
Καλό ταξίδι φίλε αγαπητέ, καλό ταξίδι: Είθε
ο Ερμής, των δρόμων ο διαφεντευτής,
και οι τέσσερις νάνοι, οι Κάβειροι,
πάντα να σε βοηθούν και να σε προστατεύουν.
Και είθε ο Παλαιός των Ημερών
αθέατος να σου σταθεί οδηγός
σε ό,τι έχεις να κάνεις
και να εγείρει, φίλε, πάνω σου
της σκέπης Του το φως.

(Απόδοση: Σπύρος Ηλιόπουλος)

W. H. Auden
Atlantis

Being set on the idea
Of getting to Atlantis,
You have discovered of course
Only the Ship of Fools is
Making the voyage this year,
As gales of abnormal force
Are predicted, and that you
Must therefore be ready to
Behave absurdly enough
To pass for one of The Boys,
At least appearing to love
Hard liquor, horseplay and noise.

Should storms, as may well happen,
Drive you to anchor a week
In some old harbour-city
Of Ionia, then speak
With her witty sholars, men
Who have proved there cannot be
Such a place as Atlantis:
Learn their logic, but notice
How its subtlety betrays
Their enormous simple grief;
Thus they shall teach you the ways
To doubt that you may believe.

If, later, you run aground
Among the headlands of Thrace,
Where with torches all night long
A naked barbaric race
Leaps frenziedly to the sound
Of conch and dissonant gong:
On that stony savage shore
Strip off your clothes and dance, for
Unless you are capable
Of forgetting completely
About Atlantis, you will
Never finish your journey.

Again, should you come to gay
Carthage or Corinth, take part
In their endless gaiety;
And if in some bar a tart,
As she strokes your hair, should say
"This is Atlantis, dearie,"
Listen with attentiveness
To her life-story: unless
You become acquainted now
With each refuge that tries to
Counterfeit Atlantis, how
Will you recognise the true?

Assuming you beach at last
Near Atlantis, and begin
That terrible trek inland
Through squalid woods and frozen
Thundras where all are soon lost;
If, forsaken then, you stand,
Dismissal everywhere,
Stone and now, silence and air,
O remember the great dead
And honour the fate you are,
Travelling and tormented,
Dialectic and bizarre.

Stagger onward rejoicing;
And even then if, perhaps
Having actually got
To the last col, you collapse
With all Atlantis shining
Below you yet you cannot
Descend, you should still be proud
Even to have been allowed
Just to peep at Atlantis
In a poetic vision:
Give thanks and lie down in peace,
Having seen your salvation.

All the little household gods
Have started crying, but say
Good-bye now, and put to sea.
Farewell, my dear, farewell: may
Hermes, master of the roads,
And the four dwarf Kabiri,
Protect and serve you always;
And may the Ancient of Days
Provide for all you must do
His invisible guidance,
Lifting up, dear, upon you
The light of His countenance.

Σάββατο 20 Φεβρουαρίου 2016

Σου γράφω μετά από τρεις βροχές...

 Ώ άγρια νοημοσύνη του Χάους
τα όρια τα όρια
το άνευ...


http://yannisstavrou.blogsot.com
Γιάννης Σταύρου, Τρικυμία, λάδι σε καμβά

Έκτωρ Κακναβάτος
Το άρρητο είναι αβαρές

Κι αίφνης το άρρητο μια σαστισμένη σαύρα
πάνω σε ξερολιθιά
στα εσώρουχα του καταρράχτη
στην αυπνία του κροταλία
στην αφράτη γεωμετρία των φράκταλς

Σκαριά σχημάτων στήνουνε τον χώρο
ο χρόνος είναι ηχοβλεψίας αιρεσιουργός
η απόχη του δεν πιάνει το άρρητο
ούτε τη μάζα του που δεν αλλάζει σε ενέργεια
κι ας πάει να την ξεσέρνει το άγιο φως του Άλμπερτ

Τα νετρίνα δεν έχουν τίποτα που να μετριέται
το μόνο που μπορούν είναι που καταδιώκουν τ' όνομά τους
οι πλανήτες να ψήνουνται στο ερυσίπελας
το ανθηρό εκτόπλασμα του εγώ
να πέφτει σε πληθυντικούς εγείς εγών
κι ο λαμπαδίας βήμα χήνας στο λιθόστρωτο

Ώ άγρια νοημοσύνη του Χάους
τα όρια τα όρια
το άνευ.

Είσοδος κινδύνου


Κάτω από το παράθυρο μου πέρασε πάλι αυτός
δόκανο για φεγγάρια
Το κεφάλι του τετράγωνο κλουβί
μέσα του ένα μάτι
απ’ τα λίγα που περίσσεψαν της νύχτας
μα όχι ψάρι

Σου γράφω μετά από τρεις βροχές
Η απόπειρα μου για το ποιος είναι ο άλλος που είμαι
απότυχε
Τι να σου λέω λοιπόν για τη μοναξιά με λέξεις
Μη δεν είδες θερισμένο κάμπο πέρα πέρα
καταμεσί του απόμαχο βαγκόνι έξω από τις ράγιες
τη σιγαλιά ν’ ακουμπάει πάνω του
δίχως κουδούνι να βοσκάει η ερημιά
κατάψηλα να περιπολούν κοράκια;

Κάτω απ’ το παράθυρο μου πάλι αυτός
Το κεφάλι του εγώ: είσοδος κινδύνου.