Όλοι όμως αναστενάζουν με μαύρο καπνό
για τις εκλείψεις της σελήνης και τη χαμένη
νεότητά τους. Ενώ ο καιρός μπήγει νύχι στο κρέας.
Η πόλη, καφέ από το θειάφι, ξεκουράζεται,
προτού αρχίσει να γυρίζει γύρω από τον άξονά της...
Γιάννης Σταύρου, Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά, (λεπτομέρεια)
Γιάννης Κοντός
Γενική κάτοψη του συναισθήματος
Δεν μπορεί, τα σκοτάδια και η επαναλαμβανόμενη
ιστορία του προσώπου σου, αυτή η ησυχία
των λέξεων μέσα από τις άγνωστες γωνίες
των χεριών, δεν μπορεί, θα μας σώσουν.
Θέλω να πω ότι είμαστε σε μια σκακιέρα,
όπως στα εξώφυλλα των παλιών αστυνομικών
μυθιστορημάτων. Μέσα στις σελίδες, τις ώρες από
τις δύο έως τις πέντε μετά μεσημβρίαν, ο πληθυσμός
χωρίζεται σε τρεις κατηγορίες ή ομάδες:
η μία κάθεται πλάι στο τζάκι και κοιτάζει
τη στάχτη. Η άλλη κοιμάται προσπαθώντας
να εντοπίσει τα όνειρα των άλλων.
Η τρίτη αγναντεύει στη λίμνη τους κωπηλάτες
σφυρίζοντας ποιήματα του Διονυσίου Σολωμού.
Όλοι όμως αναστενάζουν με μαύρο καπνό
για τις εκλείψεις της σελήνης και τη χαμένη
νεότητά τους. Ενώ ο καιρός μπήγει νύχι στο κρέας.
Η πόλη, καφέ από το θειάφι, ξεκουράζεται,
προτού αρχίσει να γυρίζει γύρω από τον άξονά της.
Ο δολοφόνος ανενόχλητος σημαδεύει
το επόμενο θύμα, χαμογελώντας στις κάμερες
της τηλεόρασης. Ένα φως μοβ του σφαγείου
φωτίζει την περιοχή και σπασμένοι καθρέφτες
γύρω αυξάνουν τις εικόνες και την αγωνία
των παρισταμένων.
ζωγράφοι, ελληνική τέχνη, θαλασσογραφίες, τοπία, ζωγραφική, λογοτεχνία, Έλληνες ζωγράφοι, σύγχρονη σκέψη, καράβια, τέχνη, σύγχρονοι ζωγράφοι, ποίηση, πορτρέτα, πίνακες ζωγραφικής, έργα ζωγραφικής, ελληνικά τοπία
t
Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...
Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κοντός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κοντός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Δευτέρα 14 Δεκεμβρίου 2015
Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2015
ο χαμένος, ο απωλεσθείς, ο άπελπις, ο ανέστιος...
Έσπασε το μολύβι.
Έσπασε το χέρι.
Έσπασε η γλώσσα.
—Όλοι φωνάζουν—
Γιάννης Σταύρου, Ομίχλες του Θερμαϊκού, λάδι σε καμβά
Γιάννης Κοντός
Το μεγάλο ποτάμι της μνήμης τα παρασύρει όλα
Η μητέρα μου στην αιώρα
ατενίζει τη θάλασσα,
που κανονικά δεν υπάρχει έξω
από το σπίτι μας.
Πάει κι έρχεται μισοφέγγαρο,
εκκρεμές, κορίτσι ξεχασμένο
στο δρόμο, περασμένα μεσάνυχτα.
Όπως αιωρείται θυμίζει το χρόνο,
το χώμα και εγκαρσίως
τα νερά. Η ομιλία της
είναι απόηχος του προσώπου,
μια σκιά της ψυχής.
Περνάει (απότομα) νέα,
αγέρωχη, με μαύρα μαλλιά.
Με φωνάζει, με μαλώνει, να μη φεύγω μακριά της
και χαθώ στον κόσμο: ο χαμένος, ο απωλεσθείς,
ο άπελπις, ο ανέστιος.
(Ο αθλητής του τίποτα)
Ανασκαφές 1972
Οι λέξεις κύλησαν από το στόμα.
Σβήσανε μες στο σκοτάδι.
Κοιτάζεις την άλλη μεριά του σήμερα
και
το άγαλμα του ποιητή σηκώνεται
ζεστό ακόμη, τινάζοντας το χώμα από πάνω του.
Τώρα κατεβαίνει την Σταδίου
γελώντας δυνατά.
(Οι αρχαιολόγοι — οι τυμβωρύχοι
το ’βαλαν στα πόδια βρίζοντας)
(Απρόοπτα)
*
Έσπασε το μολύβι.
Έσπασε το χέρι.
Έσπασε η γλώσσα.
—Όλοι φωνάζουν—
*
Όταν πεθάνω θα φοράω κάλτσες
—χωρίς παπούτσια— πέτρες στις τσέπες,
για να μη με σηκώνει ο αέρας ή ο διάβολος.
Και θα βαδίζω αδιάφορα με ανοιχτή
ομπρέλα στο οπτικό σου πεδίο.
*
Επιμένω: το μαύρο χαμόγελο
του Καρυωτάκη (και η βλακεία σας
πενήντα τρία χρόνια στα ρηχά).
*
Έξω γαβγίζουν οι εφημερίδες.
Μέσα πεταμένα λόγια, μπαγιάτικα.
(Τα οστά)
Έσπασε το χέρι.
Έσπασε η γλώσσα.
—Όλοι φωνάζουν—
Γιάννης Σταύρου, Ομίχλες του Θερμαϊκού, λάδι σε καμβά
Γιάννης Κοντός
Το μεγάλο ποτάμι της μνήμης τα παρασύρει όλα
Η μητέρα μου στην αιώρα
ατενίζει τη θάλασσα,
που κανονικά δεν υπάρχει έξω
από το σπίτι μας.
Πάει κι έρχεται μισοφέγγαρο,
εκκρεμές, κορίτσι ξεχασμένο
στο δρόμο, περασμένα μεσάνυχτα.
Όπως αιωρείται θυμίζει το χρόνο,
το χώμα και εγκαρσίως
τα νερά. Η ομιλία της
είναι απόηχος του προσώπου,
μια σκιά της ψυχής.
Περνάει (απότομα) νέα,
αγέρωχη, με μαύρα μαλλιά.
Με φωνάζει, με μαλώνει, να μη φεύγω μακριά της
και χαθώ στον κόσμο: ο χαμένος, ο απωλεσθείς,
ο άπελπις, ο ανέστιος.
(Ο αθλητής του τίποτα)
Ανασκαφές 1972
Οι λέξεις κύλησαν από το στόμα.
Σβήσανε μες στο σκοτάδι.
Κοιτάζεις την άλλη μεριά του σήμερα
και
το άγαλμα του ποιητή σηκώνεται
ζεστό ακόμη, τινάζοντας το χώμα από πάνω του.
Τώρα κατεβαίνει την Σταδίου
γελώντας δυνατά.
(Οι αρχαιολόγοι — οι τυμβωρύχοι
το ’βαλαν στα πόδια βρίζοντας)
(Απρόοπτα)
*
Έσπασε το μολύβι.
Έσπασε το χέρι.
Έσπασε η γλώσσα.
—Όλοι φωνάζουν—
*
Όταν πεθάνω θα φοράω κάλτσες
—χωρίς παπούτσια— πέτρες στις τσέπες,
για να μη με σηκώνει ο αέρας ή ο διάβολος.
Και θα βαδίζω αδιάφορα με ανοιχτή
ομπρέλα στο οπτικό σου πεδίο.
*
Επιμένω: το μαύρο χαμόγελο
του Καρυωτάκη (και η βλακεία σας
πενήντα τρία χρόνια στα ρηχά).
*
Έξω γαβγίζουν οι εφημερίδες.
Μέσα πεταμένα λόγια, μπαγιάτικα.
(Τα οστά)
Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2015
αλλά δεν έβρεξε...
Πού και πού πεταγόμαστε από τον λήθαργο
νομίζοντας ότι ακούμε σφυρίγματα, μουσικές κι ιαχές.
Τρέχουμε στη μισάνοιχτη πόρτα. Τίποτα...
νομίζοντας ότι ακούμε σφυρίγματα, μουσικές κι ιαχές.
Τρέχουμε στη μισάνοιχτη πόρτα. Τίποτα...
Γιάννης Κοντός
Κενή ώρα
Κρύβομαι πίσω από το λοφάκι
του χρόνου και μένω στάσιμος
στις εξελίξεις και στον πολιτισμό.
Μένω πίσω και ησυχάζω
από τις διακυμάνσεις του φωτός
και τις επίμονες ματιές σου.
Έρχεται ένα άσπρο,
ένας ασβέστης, ένα ουδέτερο.
Ήτανε απογευματάκι,
και πώς νύχτωσε απότομα.
Όπως λέμε: "Καλό δρόμο".
Κάτι σύννεφα πήγαν
να βελάξουν, αλλά δεν έβρεξε.
Στο σχολείο, εκείνη την ώρα,
παίζαμε. Τώρα μας παίζουν άλλοι.
Πώς να σε πάρει ο ύπνος
Πώς να σε πάρει ο ύπνος με τέτοιες μυρουδιές
ένα γύρο σου;
Θαμμένοι σ’ ένα σπίτι αποστειρωμένο,
μέσα σε γάζες και στο οινόπνευμα.
Ακουμπισμένοι στο γραμμόφωνο που παίζει
τα τραγούδια που μας έκαναν άντρες.
Περνούμε κάτι βδομάδες
όλο αργές
και επικίνδυνα σιωπηλές
Κυριακές.
Πού και πού πεταγόμαστε από τον λήθαργο
νομίζοντας ότι ακούμε σφυρίγματα, μουσικές κι ιαχές.
Τρέχουμε στη μισάνοιχτη πόρτα. Τίποτα.
Μόνο ο κρεμασμένος μένει στη θέση του
– στον στύλο του ηλεκτρικού –
Και Δευτέρα δεν έρχεται ποτέ.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)




