t


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες

Πέμπτη, 30 Δεκεμβρίου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, ζωγραφική: μενεξεδένιο αἷμα γοργοστάζ᾿ ἡ Ἀθήνα...

Λεηλατήθηκε η πατρίδα μας...

Πριν την τελική αυλαία, ας θυμηθούμε τους στίχους του ποιητή...

μενεξεδένιο αἷμα γοργοστάζ᾿ ἡ Ἀθήνα
κάθε ποὺ τὴ χτυπᾶν τοῦ Δειλινοῦ τὰ βέλη...

Κωστής Παλαμάς

Πατρίδες

Ἐδῶ οὐρανὸς παντοῦ κι ὁλοῦθε ἥλιου ἀχτίνα,
καὶ κάτι ὁλόγυρα σὰν τοῦ Ὑμηττοῦ τὸ μέλι,
βγαίνουν ἀμάραντ᾿ ἀπὸ μάρμαρο τὰ κρίνα,
λάμπει γεννήτρα ἑνὸς Ὀλύμπου ἡ θεία Πεντέλη.

Στὴν ὀμορφιὰ σκοντάβει σκάφτοντας ἡ ἀξίνα,
στὰ σπλάχνα ἀντὶ θνητοὺς θεοὺς κρατᾶ ἡ Κυβέλη,
μενεξεδένιο αἷμα γοργοστάζ᾿ ἡ Ἀθήνα
κάθε ποὺ τὴ χτυπᾶν τοῦ Δειλινοῦ τὰ βέλη.

Τῆς ἱερῆς ἐλιᾶς ἐδῶ ναοὶ καὶ οἱ κάμποι
ἀνάμεσα στὸν ὄχλο ἐδῶ ποὺ ἀργοσαλεύει
καθὼς ἀπάνου σ᾿ ἀσπρολούλουδο μία κάμπη,

ὁ λαὸς τῶν λειψάνων ζῆ καὶ βασιλεύει
χιλιόψυχος, τὸ πνεῦμα καὶ στὸ χῶμα λάμπει,
τὸ νιώθω, μὲ σκοτάδια μέσα μου παλεύει

Ἐκεῖ ποὺ ἀκόμα ζοῦν οἱ Φαίακες τοῦ Ὁμήρου
καὶ σμίγ᾿ ἡ Ἀνατολὴ μ᾿ ἕνα φιλὶ τὴ Δύση,
κι ἀνθεῖ παντοῦ μὲ τὴν ἐλιὰ τὸ κυπαρίσσι,
βαθύχρωμη στολὴ στὸ γαλανὸ τοῦ Ἀπείρου

----
Πατρίδες! Ἀέρας, γῆ, νερό, φωτιά! Στοιχεῖα,
ἀχάλαστα καὶ ἀρχὴ καὶ τέλος τῶν πλασμάτων,
σὰ θὰ περάσω στὴ γαλήνη τῶν μνημάτων,
θὰ σᾶς ξανάβρω, πρώτη καὶ στερνὴ εὐτυχία!

Τετάρτη, 29 Δεκεμβρίου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, ζωγραφική: Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική...

Μας έχει μείνει η γλώσσα...
Κάτι είναι κι αυτό - για λίγους βέβαια...

Οδυσσέας Ελύτης
από Άξιον Εστί

Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική.
το σπίτι φτωχικό στις αμμουδιές του Ομήρου...

Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου στις αμμουδιές του Ομήρου...

Εκεί σπάροι και πέρκες
ανεμόδαρτα ρήματα
ρεύματα πράσινα μες στα γαλάζια
όσα είδα στα σπλάχνα μου ν' ανάβουνε
σφουγγάρια, μέδουσες
με τα πρώτα λόγια των Σειρήνων
όστρακα ρόδινα με τα πρώτα μαύρα ρίγη...

Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου, με τα πρώτα μαύρα ρίγη...

Εκεί ρόδια, κυδώνια
θεοί μελαχροινοί, θείοι κ' εξάδελφοι
το λάδι αδειάζοντας μες στα πελώρια κιούπια.
Και πνοές από τη ρεμματιά ευωδιάζοντας
λυγαριά και σχίνο
σπάρτο και πιπερόριζα
με τα πρώτα πιπίσματα των σπίνων
ψαλμωδίες γλυκές με τα πρώτα-πρώτα Δόξα Σοι...
Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου, με τα πρώτα-πρώτα Δόξα Σοι!..

Δευτέρα, 27 Δεκεμβρίου 2010

Σχόλια & ζωγραφική: για όσους επιμένουν να σκέφτονται...

Εποχή γιορτών...

Ανταλάσσουμε ευχές όλοι - έστω από συνήθεια. Ούτε εμείς ξεφεύγουμε, παρόλο που η εποχή δεν αφήνει περιθώρια αισιοδοξίας για τα μέλλοντα...

Απευθύνουμε λοιπόν την ευχή στους λίγους, τους ελάχιστους, που επιμένουν να σκέφτονται, να συνεχίσουν αυτόν το δρόμο. Είναι η μόνη πηγή δημιουργίας, έμπνευσης, αντίστασης...

Ο Σπύρος Κουτρούλης στην ιστοσελίδα του δημοσιεύει ένα απόσπασμα από συνέντευξη που του είχε παραχωρήσει ο Παναγιώτης Κονδύλης (Π. Κονδύλης, Το αόρατο χρονολόγιο της σκέψης - Εκδ. Νεφέλη). Ό,τι καλύτερο μπορείς να προσφέρεις αυτές τις μέρες στους φίλους της σκέψης...

Το αναδημοσιεύουμε και τον ευχαριστούμε...

* Με μια υποσημείωση για τον φίλο μαθητευόμενο στοχαστή: όχι μόνο δεν γνωρίζουν το έργο του Π. Κονδύλη στην Ελλάδα, αλλά και πολλοί από όσους διατείνονται ότι το γνωρίζουν κι έχουν τα βιβλία του, δυστυχώς, δεν τα έχουν ποτέ διαβάσει - προκύπτει εκ των συζητήσεων και συμπεριφορών, δυστυχώς...

ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ


Κυριακή, 26 Δεκεμβρίου 2010

Π. Κονδύλης: Για τον ορθολογισμό και τον ανορθολογισμό και την διάκριση Είναι και Δέοντος

«Για να εκφρασθώ με δογματική επιγραμματικότητα , θεωρώ αδύνατη μιαν επιστήμη πέραν του ορθολογισμού και θεωρώ αδύνατη μιαν αντίληψη περί Δέοντος , ήτοι θεμελίωση αξιών , εντός του επιστημονικού ορθολογισμού. Αυτό σημαίνει , μεταξύ άλλων , ότι ο ορθολογισμός της επιστημονικής γνώσης και ο ορθολογισμός των αξιών είναι δύο διαφορετικά πράγματα. Σημαίνει επίσης ότι , ενώ η επιστημονική γνώση δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο παρά ορθολογική , η θεμελίωση ή η υπεράσπιση των αξιών είναι δυνατή τόσο με ορθολογικά όσο και με ανορθολογικά μέσα (π.χ. επίκληση του «ηθικού αισθήματος» , της «συμπόνοιας» κ.λ.π. Ο επιστημονικός ορθολογισμός δεν έχει βέβαια καμμιά σχέση με μια νοησιαρχική άρθρωση εννοιών όπου το αποκλειστικό κριτήριο της αλήθειας είναι η λογική συνοχή. Τούτη η τελευταία είναι αυτονόητο αίτημα της επιστημονικής σκέψης, όμως έχει επιστημονική αξία μόνον εάν «σώζει τα φαινόμενα», εάν δηλαδή κρυσταλλώνει γενικεύσεις εμπειρικών παρατηρήσεων. Εδώ είναι αδιάφορο αν οι γενικεύσεις διατυπώνονται με αφετηρία τις εμπειρικές παρατηρήσεις ή αν εκφέρονται υποθετικά για να επαληθευθούν εμπειρικά εκ των υστέρων. Στην πραγματικότητα οι δύο τούτοι modi procedendi είναι αδιαχώριστοι στην επιστημονική πρακτική…..

Διαφορετικά τίθεται το πρόβλημα του ορθολογισμού και του ανορθολογισμού όταν περνάμε στο επίπεδο των κοσμοθεωρητικών αποφάσεων και των ηθικών – κανονιστικών προτιμήσεων. Εδώ η διαμάχη «ορθολογιστών» και «ανορθολογιστών» αφορά στην πραγματικότητα όχι τον αμοιβαίο έλεγχο θεωρίας και εμπειρίας , αλλά την επικράτηση αυτών ή εκείνων των συγκεκριμένων (και σιωπηρά ή όχι , προυποτιθέμενων ) θέσεων .Οι «ορθολογιστές » συνδέουν εξ ορισμού τις προσφιλείς τους ηθικές-κανονιστικές θέσεις με την «ορθή χρήση του Λόγου», για να βγάλουν κατόπιν το συμπέρασμα ότι όποιος αντιστρατεύεται τις θέσεις αυτές το κάνει μόνο και μόνο γιατί είναι ανίκανος να σκεφθεί λογικά. Όμως ανάμεσα σε μορφή και περιεχόμενο , δηλαδή ανάμεσα στην επιχειρηματολογία σύμφωνα με τους τρέχοντες λογικούς κανόνες και σε τοποθετήσεις έναντι ζητημάτων περιεχομένου , δεν υφίσταται καμμία αναγκαία σχέση .Η ίδια μορφή λογικής επιχειρηματολογίας μπορεί ως προς το περιεχόμενο να οδηγήσει σε εντελώς διαφορετικά συμπεράσματα όταν οι προκείμενες διαφέρουν. Υπό την ελέγξιμη μορφή των λογικών κανόνων ο ορθολογισμός είναι καθαρά τυπικός .Όταν πάει να ταυτίσει τον εαυτό του με ηθικά-κανονιστικά περιεχόμενα ,τότε ξεφεύγει από την επικράτεια του τέτοιου ελέγχου και αρθρώνεται ως κοσμοθεωρητική απόφαση υπό διπλή έννοια :ως απόφαση υπέρ του «ορθολογισμού» και εναντίον του «ανορθολογισμού » , και ως απόφαση υπέρ αυτών των περιεχομένων και κατά των άλλων ……

Όπως οι «ορθολογιστές» αρνούνται να δουν τον ορθολογισμό στην αντίπερα όχθη, έτσι και οι «ανορθολογιστές» σφάλλουν όταν νομίζουν ότι ο «ορθολογισμός» ξεραίνει με τις αφαιρέσεις του τις υπαρξιακές προυποθέσεις τις σκέψης. Καμμιά από τις δύο παρατάξεις δεν είναι σε θέση ούτε να πραγματώσει όσα επαγγέλεται η ίδια, ούτε καν να επαληθεύσει στο ακέραιο τους φόβους της άλλης. Η απόφαση υπέρ του «ορθολογισμού» παραμένει υπαρξιακή απόφαση και η υπεράσπιση του «ανορθολογισμού» γίνεται με ορθολογικά μέσα ……

Όπως ήδη συνεπάγεται η διαστολή ανάμεσα σε επιστημονικό και σε ηθικό-κανονιστικό ορθολογισμό, διόλου δεν συνάπτω τη θέση ότι οι ηθικές αξίες είναι σχετικές (δηλαδή προϊόντα συγκεκριμένων υποκειμένων σε συγκεκριμένες καταστάσεις ) με κάποιας μορφής γνωστικό σχετικισμό και σκεπτικισμό. Στο κρίσιμο αυτό σημείο η τοποθέτηση μου αντιτίθεται σε ολόκληρη την ίσαμε τώρα φιλοσοφική παράδοση, δηλαδή στις δύο βασικές, αν και αντίρροπες, κατευθύνσεις της. Ο σκεπτικισμός συνέδεε πάντοτε, τόσο στις αρχαίες (σοφιστική, πυρρωνισμός) όσο και στις νεώτερες εκδοχές του, την αδυνατότητα γνώσης των πραγμάτων με τη σχετικότητα και τη μεταβλητότητα του καλού και του κακού, ενώ ο πλατωνισμός και οι ιδεοκρατικές τάσεις γενικότερα έκαναν ακριβώς το αντίστροφο : η εδραιότητα της μεταφυσικής γνώσης στήριζε τη βεβαιότητα για το ες αεί αμετάβλητο καλό και κακό. Έτσι ο σκεπτικισμός ήταν πάντοτε αντεστραμμένος πλατωνισμός και ο πλατωνισμός αντεστραμμένος σκεπτικισμός. Κατά τη δική μου αντίληψη η γνώση των ανθρώπινων πραγμάτων είναι δυνατή, τουλάχιστον σε πρακτικώς επαρκή βαθμό – και ακριβώς η γνώση αυτή μας επιτρέπει τη διαπίστωση ότι οι αξίες είναι σχετικές με την έννοια που ανέφερα παραπάνω. Δεν υφίσταται καμμία λογικά αναγκαία συνάφεια ανάμεσα στον γνωσιοθεωρητικό σκεπτικισμό και στον ηθικό σχετικισμό»

(από Π.ΚΟΝΔΥΛΗΣ : «Το αόρατο χρονολόγιο της σκέψης , Εκδόσεις ΝΕΦΕΛΗ, ΑΘΗΝΑ 1998, σελ. 95, 97, 99, 100).

Παρασκευή, 24 Δεκεμβρίου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, σύγχρονοι έλληνες ζωγράφοι: παραμονή των Χριστουγέννων του έτους 186...

Ευχές με ζωγραφική, ζωγράφοι, έλληνες ζωγράφοι

Οὕτως εἶχον τὰ πράγματα μέχρι τῆς παραμονῆς τῶν Χριστουγέννων τοῦ ἔτους 186...

ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης


Το χριστόψωμο

Μεταξὺ τῶν πολλῶν δημωδῶν τύπων, τοὺς ὁποίους θὰ ἔχωσι νὰ ἐκμεταλλευθῶσιν οἱ μέλλοντες διηγηματογράφοι μας, διαπρεπῆ κατέχει θέσιν ἡ κακὴ πενθερά, ὡς καὶ ἡ κακὴ μητρυιά. Περὶ μητρυιᾶς ἄλλωστε θὰ ἀποπειραθῶ νὰ διαλάβω τινά, πρὸς ἐποικοδόμησιν τῶν ἀναγνωστῶν μου. Περὶ μιᾶς κακῆς πενθερᾶς σήμερον ὁ λόγος.

Εἰς τί ἔπταιεν ἡ ἀτυχὴς νέα Διαλεχτή, οὕτως ὠνομάζετο, θυγάτηρ τοῦ Κασσανδρέως μπάρμπα Μανώλη, μεταναστεύσαντος κατὰ τὴν Ἑλληνικὴν Ἐπανάστασιν εἰς μίαν τῶν νήσων τοῦ Αἰγαίου; Εἰς τί ἔπταιεν ἂν ἦτο στείρα καὶ ἄτεκνος; Εἶχε νυμφευθῆ πρὸ ἑπταετίας, ἔκτοτε δὶς μετέβη εἰς τὰ λουτρὰ τῆς Αἰδηψοῦ, πεντάκις τῆς ἔδωκαν νὰ πίη διάφορα τελεσιουργὰ βότανα, εἰς μάτην, ἡ γῆ ἔμενεν ἄγονος. Δυὸ ἢ τρεῖς γύφτισσαι τῆς ἔδωκαν νὰ φορέση περίαπτα θαυματουργὰ περὶ τὰς μασχάλας, εἰπούσαι αὐτῇ, ὅτι τοῦτο ἦτο τὸ μόνον μέσον, ὅπως γεννήσῃ, καὶ μάλιστα υἱόν. Τέλος καλόγηρός τις Σιναΐτης τῇ ἐδώρησεν ἡγιασμένον κομβολόγιον, εἰπῶν αὐτῇ νὰ τὸ βαπτίζῃ καὶ νὰ πίνῃ τὸ ὕδωρ. Τὰ πάντα μάταια.

Ἐπὶ τέλους μὲ τὴν ἀπελπισίαν ᾖλθε καὶ ἡ ἀνάπαυσις τῆς συνειδήσεως, καὶ δὲν ἐνόμιζεν ἐαυτὴν ἔνοχον. Τὸ αὐτὸ ὅμως δὲν ἐφρόνει καὶ ἡ γραῖα Καντάκαινα, ἡ πενθερά της, ἥτις ἐπέρριπτεν εἰς τὴν νύμφην αὐτῆς τὸ σφάλμα τῆς μὴ ἀποκτήσεως ἐγγόνου διὰ τὸ γῆρας της.

Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὁ σύζυγος τῆς Διαλεχτῆς ἦτο τὸ μόνον τέκνον τῆς γραίας ταύτης, καὶ οὖτος δὲ συνεμερίζετο τὴν πρόληψιν τῆς μητρός του ἐναντίον τῆς συμβίας αὐτοῦ. Ἂν δὲν τῷ ἐγέννᾳ ἡ σύζυγός του, ἡ γενεὰ ἐχάνετο. Περίεργον, δέ, ὅτι πᾶς Ἕλλην τῆς ἐποχῆς μας ἱερώτατον θεωρεῖ χρέος καὶ ὑπερτάτην ἀνάγκην τὴν διαιώνισιν τοῦ γένους του.

Ἑκάστοτε, ὁσάκις ὁ υἱός της ἐπέστρεφεν ἐκ τοῦ ταξιδίου του, διότι εἶχε βρατσέραν, καὶ ἦτο τολμηρότατος εἰς τὴν ἀκτοπλοΐαν, ἡ γραῖα Καντάκαινα ἤρχετο εἰς προϋπάντησιν αὐτοῦ, τὸν ὡδήγει εἰς τὸν οἰκίσκον της, τὸν ἐδιάβαζε, τὸν ἐκατήχει, τοῦ ἔβαζε μαναφούκια, καὶ οὕτω τὸν προέπεμπε παρὰ τῇ γυναικὶ αὐτοῦ. Καὶ δὲν ἔλεγε τὰ ἐλαττώματά της, ἀλλὰ τὰ αὐγάτιζε, δὲν ἦτο μόνο «μαρμάρα», τουτέστι στείρα ἡ νύμφη της, τοῦτο δὲν ἤρκει, ἀλλ᾿ ἦτο ἄπαστρη, ἀπασσάλωτη, ξετσίπωτη κλπ. Ὅλα τὰ εἶχεν, «ἡ ποίσα, ἡ δείξα, ἡ ἄκληρη».


Ὁ καπετὰν Καντάκης, φλομωμένος, θαλασσοπνιγμένος, τὰ ἤκουεν ὅλα αὐτά, ἡ φαντασία του ἐφούσκωνεν, ἐξερχόμενος εἶτα συνήντα τοὺς συναδέλφους του ναυτικούς, ἤρχιζαν τὰ καλῶς ὤρισες, καλῶς σᾶς ηὕρα, ἔπινεν ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ ρώμια, καὶ μὲ τριπλῆν σκοτοδίνην, τὴν ἐκ τῆς θαλάσσης, τὴν ἐκ τῆς γυναικείας διαβολῆς καὶ τὴν ἐκ τῶν ποτῶν, εἰσήρχετο οἴκαδε καὶ βάρβαροι σκηναὶ συνέβαινον τότε μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τῆς συζύγου του.

Οὕτως εἶχον τὰ πράγματα μέχρι τῆς παραμονῆς τῶν Χριστουγέννων τοῦ ἔτους 186... Ὁ καπετὰν Καντάκης πρὸ πέντε ἡμερῶν εἶχε πλεύσει μὲ τὴν βρατσέραν του εἰς τὴν ἀπέναντι νῆσον μὲ φορτίον ἀμνῶν καὶ ἐρίφων, καὶ ἤλπιζεν, ὅτι θὰ ἑώρταζε τὰ Χριστούγεννα εἰς τὴν οἰκίαν του. Ἀλλὰ τὸν λογαριασμὸν τὸν ἔκαμνεν ἄνευ τοῦ ξενοδόχου, δηλ. ἄνευ τοῦ Βορρᾶ, ὅστις ἐφύσησεν αἰφνιδίως ἄγριος καὶ ἔκλεισαν ὅλα τὰ πλοῖα εἰς τοὺς ὅρμους, ὅπου εὑρέθησαν. Εἴπομεν ὅμως, ὅτι ὁ καπετὰν Καντάκης ἦτο τολμηρὸς περὶ τὴν ἀκτοπλοΐαν. Περὶ τὴν ἑσπέραν τῆς παραμονῆς τῶν Χριστουγέννων ὁ ἄνεμος ἐμετριάσθη ὀλίγον, ἀλλ᾿ οὐχ ἧττον ἐξηκολούθει νὰ πνέῃ. Τὸ μεσονύκτιον πάλιν ἐδυνάμωσε.

Τινὲς ναυτικοὶ ἐν τῇ ἀγορᾷ ἐστοιχημάτιζον, ὅτι, ἀφοῦ κατέπεσεν ὁ Βορρᾶς, ὁ καπετὰν Καντάκης θὰ ἔφθανε περὶ τὸ μεσονύκτιον. Ἡ σύζυγός του ὅμως δὲν ἦτο ἐκεῖ νὰ τοὺς ἀκούση καὶ δὲν τὸν ἐπερίμενεν. Αὕτη ἐδέχθη μόνο περὶ τὴν ἑσπέραν τὴν ἐπίσκεψιν τῆς πενθερᾶς της, ἀσυνήθως φιλόφρονος καὶ μηδιώσης, ἥτις τῇ εὐχήθῃ τὸ ἀπαραίτητον «καλὸ δέξιμο», καὶ διὰ χιλιοστὴν φορὰ τὸ στερεότυπον «μ᾿ ἕναν καλὸ γυιό».

Καὶ οὐ μόνον, τοῦτο, ἀλλὰ τῇ προσέφερε καὶ ἓν χριστόψωμο.

- Τὸ ζύμωσα μοναχή μου, εἶπεν ἡ θειὰ Καντάκαινα, μὲ γειὰ νὰ τὸ φᾶς.

- Θὰ τὸ φυλάξω ὡς τὰ Φῶτα, διὰ ν᾿ ἁγιασθῇ, παρετήρησεν ἡ νύμφη.

- Ὄχι, ὄχι, εἶπε μετ᾿ ἀλλοκότου σπουδῆς ἡ γραῖα, τὸ δικό της φυλάει ἡ κάθε μιὰ νοικοκυρὰ διὰ τὰ Φῶτα, τὸ πεσκέσι τρώγεται.

- Καλά, ἀπήντησεν ἠρέμα ἡ Διαλεχτή, τοῦ λόγου σου ξέρεις καλλίτερα.

Ἡ Διαλεχτὴ ἦτο ἀγαθωτάτης ψυχῆς νέα, οὐδέποτε ἠδύνατο νὰ φαντασθῇ ἢ νὰ ὑποπτεύσῃ κακό τι.

«Πῶς τὤπαθε ἡ πεθερά μου καὶ μοῦ ἔφερε χριστόψωμο», εἶπε μόνον καθ᾿ ἐαυτήν, καὶ ἀφοῦ ἀπῆλθεν ἡ γραῖα ἐκλείσθη εἰς τὴν οἰκίαν της καὶ ἐκοιμήθη μετὰ τίνος δεκαετοῦς παιδίσκης γειτονοπούλας, ἥτις τῇ ἔκανε συντροφίαν, ὁσάκις ἔλειπεν ὁ σύζυγός της. Ἡ Διαλεχτὴ ἐκοιμήθη πολὺ ἐνωρίς, διότι σκοπὸν εἶχε νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν ἐκκλησίαν περὶ τὸ μεσονύκτιον. Ὁ ναὸς δὲ τοῦ Ἁγίου Νικολάου μόλις ἀπεῖχε πεντήκοντα βήματα ἀπὸ τῆς οἰκίας της.

Περὶ τὸ μεσονύκτιον ἐσήμαναν παρατεταμένως οἱ κώδωνες. Ἡ Διαλεχτὴ ἠγέρθη, ἐνεδύθη καὶ ἀπῆλθεν εἰς τὴν ἐκκλησίαν. Ἡ παρακοιμωμένη αὐτὴ κόρη ἦτο συμπεφωνημένον, ὅτι μόνον μέχρι οὗ σημάνη ὁ ὄρθρος θὰ ἔμενε μετ᾿ αὐτῆς, ὅθεν ἀφυπνίσασα αὐτὴν τὴν ὡδήγησε πλησίον τῶν ἀδελφῶν της. Αἱ δυὸ οἰκίαι ἐχωρίζοντο διὰ τοίχου κοινοῦ.

Ἡ Διαλεχτὴ ἀνῆλθεν εἰς τὸν γυναικωνίτην τοῦ ναοῦ, ἀλλὰ μόλις παρῆλθεν ἠμίσεια ὥρα καὶ γυνή τις πτωχὴ καὶ χωλὴ δυστυχής, ἥτις ὑπηρέτει ὡς νεωκόρος τῆς ἐκκλησίας, ἐλθοῦσα τῇ λέγει εἰς τὸ οὖς.

- Δόσε μου τὸ κλειδί, ἦλθε ὁ ἄντρας σου.

- Ὁ ἄντρας μου! ἀνεφώνησεν ἡ Διαλεχτὴ ἔκπληκτος.

Καὶ ἀντὶ νὰ δώσῃ τὸ κλειδὶ ἔσπευσε νὰ καταβῇ ἡ ἰδία.

Ἐλθοῦσα εἰς τὴν κλίμακα τῆς οἰκίας, βλέπει τὸν σύζυγόν της κατάβρεκτον, ἀποστάζοντα ὕδωρ καὶ ἀφρόν.

- Εἶμαι μισοπνιγμένος, εἶπε μορμυρίζων οὗτος, ἀλλὰ δὲν εἶναι τίποτε. Ἀντὶ νὰ τὸ ρίξωμε ἔξω, τὸ καθίσαμε στὰ ρηχά.

- Πέσατε ἔξω; ἀνέκραξεν ἡ Διαλεχτή.

- Ὄχι, δὲν εἶναι σοῦ λέω τίποτε. Ἡ βρατσέρα εἶναι σίγουρη, μὲ δυὸ ἄγκουρες ἀραγμένη καὶ καθισμένη.

- Θέλεις ν᾿ ἀνάψω φωτιά;

- Ἄναψε καὶ δόσε μου ν᾿ ἀλλάξω.

Ἡ Διαλεχτὴ ἐξήγαγε ἐκ τοῦ κιβωτίου ἐνδύματα διὰ τὸν σύζυγόν της καὶ ἤναψε πῦρ.

- Θέλεις κανένα ζεστό;

- Δὲν μ᾿ ὠφελεῖ ἐμένα τὸ ζεστό, εἶπεν ὁ καπετὰν Καντάκης. Κρασὶ νὰ βγάλῃς.

Ἡ Διαλεχτὴ ἐξήγαγεν ἐκ τοῦ βαρελίου οἶνον.

- Πῶς δὲν ἐφρόντισες νὰ μαγειρεύσῃς τίποτε; εἶπε γογγύζων ὁ ναυτικός.

- Δὲν σ᾿ ἐπερίμενα ἀπόψε, ἀπήντησε μετὰ ταπεινότητος ἡ Διαλεχτή. Κρέας ἐπῆρα. Θέλεις νὰ σοῦ ψήσω πριζόλα;

- Βάλε, στὰ κάρβουνα, καὶ πήγαινε σὺ στὴν ἐκκλησιά σου, εἶπεν ὁ καπετὰν Καντάκης. Θὰ ἔλθω κι ἐγὼ σὲ λίγο.

Ἡ Διαλεχτὴ ἔθεσε τὸ κρέας ἐπὶ τῆς ἀνθρακιᾶς, ἥτις ἐσχηματίσθη ἤδη, καὶ ἡτοιμάζετο νὰ ὑπακούσῃ εἰς τὴν διαταγὴν τοῦ συζύγου της, ἥτις ἦτο καὶ ἰδική της ἐπιθυμία, διότι ἤθελε νὰ κοινωνήσῃ. Σημειωτέον ὅτι τὴν φράσιν «πήγαινε σὺ στὴν ἐκκλησιά σου» ἔβαψεν ὁ Καντάκης διὰ στρυφνῆς χροιᾶς.

- Ἡ μάννα μου δὲ θὰ τὤμαθε βέβαια ὅτι ᾖλθα, παρετήρησεν αὖθις ὁ Καντάκης.

- Ἐκείνη εἶναι στὴν ἐνορία της, ἀπήντησεν ἡ Διαλεχτή. Θέλεις νὰ τῆς παραγγείλω;

- Παράγγειλέ της νὰ ἔλθῃ τὸ πρωί.

Ἡ Διαλεχτὴ ἐξῆλθεν. Ὁ Καντάκης τὴν ἀνεκάλεσεν αἴφνης.

- Μὰ τώρα εἶναι τρόπος νὰ πᾶς ἐσὺ στὴν ἐκκλησιά, καὶ νὰ μὲ ἀφήσεις μόνον;

- Νὰ μεταλάβω κι ἔρχομαι, ἀπήντησεν ἡ γυνή.

Ὁ Καντάκης δὲν ἐτόλμησε ν᾿ ἀντείπῃ τι, διότι ἡ ἀπάντησις θὰ ἦτο βλασφημία. Οὐχ ἧττον ὅμως τὴν βλασφημίαν ἐνδιαθέτως τὴν ἐπρόφερεν.

Ἡ Διαλεχτὴ ἐφρόντισε νὰ στείλη ἀγγελιοφόρον πρὸς τὴν πενθεράν της, ἕνα δωδεκαετῆ παῖδα τῆς αὐτῆς ἐκείνης γειτονικῆς οἰκογενείας, ἧς ἡ θυγάτηρ ἐκοιμήθη ἀφ᾿ ἑσπέρας πλησίον της, καὶ ἐπέστρεψεν εἰς τὸν ναόν.

Ὁ Καντάκης, ὅστις ἐπείνα τρομερά, ἤρχισε νὰ καταβροχθίζῃ τὴν πριζόλαν. Καθήμενος ὀκλαδὸν παρὰ τὴν ἑστίαν, ἐβαρύνετο νὰ σηκωθῆ καὶ ν᾿ ἀνοίξη τὸ ἑρμάρι διὰ νὰ λάβη ἄρτον, ἀλλ᾿ ἀριστερόθεν αὐτοῦ ὑπεράνω τῆς ἑστίας ἐπὶ μικροῦ σανιδώματος εὑρίσκετο τὸ Χριστόψωμον ἐκεῖνο, τὸ δῶρον τῆς μητρός του πρὸς τὴν νύμφην αὐτῆς. Τὸ ἔφθασε καὶ τὸ ἔφαγεν ὁλόκληρον σχεδὸν μετὰ τοῦ ὀπτοῦ κρέατος.


Περὶ τὴν αὐγήν, ἡ Διαλεχτὴ ἐπέστρεψεν ἐκ τοῦ ναοῦ, ἀλλ᾿ εὗρε τὴν πενθεράν της περιβάλλουσαν διὰ τῆς ὠλένης τὸ μέτωπον τοῦ υἱοῦ αὐτῆς καὶ γοερῶς θρηνοῦσαν.

Ἐλθοῦσα αὕτη πρὸ ὀλίγων στιγμῶν τὸν εὗρε κοκκαλωμένον καὶ ἄπνουν. Ἐπάρασα τοὺς ὀφθαλμούς, παρετήρησε τὴν ἀπουσίαν τοῦ Χριστοψώμου ἀπὸ τοῦ σανιδώματος τῆς ἑστίας, καὶ ἀμέσως ἐνόησε τὰ πάντα. Ὁ Καντάκης ἔφαγε τὸ φαρμακωμένο χριστόψωμο, τὸ ὁποῖον ἡ γραῖα στρίγλα εἶχε παρασκευάσει διὰ τὴν νύμφην της.

Ἰατροὶ ἐπιστήμονες δὲν ὑπῆρχον ἐν τῇ μικρᾷ νήσῳ· οὐδεμία νεκροψία ἐνεργήθη. Ἐνομίσθη, ὅτι ὁ θάνατος προῆλθεν ἐκ παγώματος συνεπείᾳ τοῦ ναυαγίου. Μόνη ἡ γραῖα Καντάκαινα ἤξευρε τὸ αἴτιον τοῦ θανάτου. Σημειωτέον, ὅτι ἡ γραῖα, συναισθανθεῖσα καὶ αὐτὴ τὸ ἔγκλημά της, δὲν ἐμέμφθη τὴν νύμφην της. Ἀλλὰ τοὐναντίον τὴν ὑπερήσπισε κατὰ τῆς κακολογίας ἄλλων.

Ἐὰν ἔζησε καὶ ἄλλα κατόπιν Χριστούγεννα, ἡ ἄστοργος πενθερὰ καὶ ἀκουσία παιδοκτόνος, δὲ θὰ ἦτο πολὺ εὐτυχὴς εἰς τὸ γῆρας της.

(«Ἐφημερίς», 26 Δεκεμβρίου 1887)

Πέμπτη, 23 Δεκεμβρίου 2010

Σχόλια & ζωγραφική, ζωγράφοι: οἱ ἐρωτευμένοι μὲ ἥλιο ἢ μὲ φεγγάρι...

βρές τους, Ποιητή!
κατάγραψέ τους προσεχτικὰ
γιατί ὅσο πᾶν καὶ λιγοστεύουν...

Μίλτος Σαχτούρης

Οι απομείνατες

Ὅμως ὑπάρχουν ἀκόμα
λίγοι ἄνθρωποι
ποὺ δὲν εἶναι κόλαση
ἡ ζωή τους

ὑπάρχει τὸ μικρὸ πουλὶ ὁ κιτρινολαίμης
ἡ Fraülein Ramser
καὶ πάντοτε τοῦ ἥλιου οἱ ἀπομείναντες
οἱ ἐρωτευμένοι μὲ ἥλιο ἢ μὲ φεγγάρι

ψάξε καλὰ
βρές τους, Ποιητή!
κατάγραψέ τους προσεχτικὰ
γιατί ὅσο πᾶν καὶ λιγοστεύουν

λιγοστεύουν

Τετάρτη, 22 Δεκεμβρίου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, ζωγραφική: καὶ τὸ φεγγάρι ταξιδεύει πάντα ἴδιο...

Νίκος Καρούζος, από τις τελευταίες μεγάλες ποιητικές φωνές...

"Έγραψα ποίηση· μ’ άλλα λόγια συνεργάστηκα με το μηδέν.

Αυτό που ονομάζουμε “χρόνο” είναι μια ανάγκη της σκέψης για να επιβάλει στα φαινόμενα μια οργάνωση. Είναι ένα μέσο. Τίποτ’ άλλο."

Νίκος Καρούζος

Έρημος σαν τη βροχή

Διαβαίνω ἀγιάτρευτος μέσ᾿ στ᾿ ὄνειρό μου
σὲ δίχτυ μόνος της πρώτης σιωπῆς
ἔδειξα τὰ πτηνὰ διχάζεται ὁ δρόμος
ἡ ἀλήθεια φαρδαίνει πάντα τὴν ὁρμή.
Κ᾿ ἡ μοῖρα τῶν ἄστρων
θὰ εἶναι τέφρα θὰ εἶναι μία μεγάλη πυρικὴ
τώρα μαθαίνω τὸ αἷμα μου
δίχως τοὺς δροσεροὺς ὑάκινθους
τώρα σὲ βλέπω δρόμε τοῦ καλoῦ σὰν εἰδοποίηση
μὲ κρίνους
ἔχοντας τὸ σακούλι τ᾿ ἀναστεναγμοῦ
κι ὅλο πηγαίνω
πηγαίνω
στὶς
πηγές.


Νίκος Καρούζος (1926-1990)

Νεότερος

Αἰσθάνομαι μόνος
ἀφοῦ δὲν ἔχει δεύτερη ζωὴ ν᾿ ἀλλάξουμε
καὶ τὸ φεγγάρι ταξιδεύει πάντα ἴδιο.
Σύντροφε οὐρανὲ
ἄλλοτε ἡ ἐλπίδα φεγγοβολοῦσε στὰ χέρια
κοιτάζω τὸ σῶμα βρίσκω τ᾿ ὄνειρο
πάει κ᾿ ἡ ἀγάπη
χάνεται
σὰν τὸ νερὸ στὴν πέτρα.
Τί εἶναι πιὰ ἕνα δέντρο τί εἶναι τ᾿ ἀσημένια φύλλα;
Μέσ᾿ στὴν ὁρμὴ τῆς ἐρημιᾶς γινόμαστε διάφανοι.

Κυριακή, 19 Δεκεμβρίου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, Έλληνες ζωγράφοι: για την ελληνική γλώσσα...

Αφιερωμένη στην Ελληνική γλώσσα...

...μια γυναίκα που αφιέρωσε όλη τη ζωή της στην ελληνική γλώσσα και τον ελληνικό πολιτισμό...

ΒΗΜΑ, 19-12-2010


Η μεγάλη ελληνίστρια και ακαδημαϊκός Ζακλίν ντε Ρομιγί, η οποία υπήρξε η πρώτη γυναίκα καθηγήτρια του College de France, πέθανε σε ηλικία 97 ετών.

Τον θάνατό της ανακοίνωσε την Κυριακή ο εκδότης της, Μπερνάρ ντε Φαλουά.

Η Ζακλίν ντε Ρομιγί, γνωστή για τις μελέτες της στο χώρο του αρχαιοελληνικού πολιτισμού, η οποία ενσάρκωνε μια ουμανιστική αντίληψη του πολιτισμού, έγραψε σε διάστημα άνω των 60 ετών, δεκάδες έργα.



Το 1988 έγινε η δεύτερη εκλεγμένη γυναίκα μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας, μετά την Μαργκερίτ Γιουρσενάρ. Μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, έλαβε την ελληνική υπηκοότητα το 1995 και ανακηρύχθηκε πρέσβειρα του ελληνισμού το 2000.

«Είναι μια μεγάλη απώλεια για τη χώρα μας. Ήταν μια γυναίκα που αφιέρωσε όλη τη ζωή της στην ελληνική γλώσσα και τον ελληνικό πολιτισμό γιατί θεωρούσε ότι ήταν μια εκπαίδευση στην κατανόηση της ελευθερίας του ατόμου, στην προσήλωση στη δημοκρατία» δήλωσε η Ελέν Καρέρ ντ' Ανκός, ισόβια γραμματέας της Γαλλικής Ακαδημίας.

«Υπέφερε πολύ εδώ και μερικές δεκάδες χρόνια από το γεγονός ότι έβλεπε να φθίνει η μελέτη της ελληνικής γλώσσας και αυτό τής προκαλούσε τεράστιο πόνο» πρόσθεσε η Ντ' Ανκός, η οποία πιστεύει ότι ο καλύτερος φόρος τιμής για την Ζακλίν ντε Ρομιγί «θα ήταν να δοθεί εφεξής μεγαλύτερη σημασία στην ελληνική γλώσσα, την οποία υποστήριξε περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον στη χώρα μας».

Παρασκευή, 17 Δεκεμβρίου 2010

Σχόλια & Έλληνες ζωγράφοι, ζωγραφική: νοσταλγία του Ελληνικού τοπίου...

Ελληνικό τοπίο, ερημοκλήσια στην Αττική...
Πόσο μας πληγώνει το Ελληνικό τοπίο...
Πόσο μας πληγώνει η νοσταλγία της Ελλάδας που χάσαμε...

ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

Γιώργος Σεφέρης

Μποτίλια στο πέλαγο

Τρεῖς βράχοι λίγα καμένα πεῦκα κι ἕνα ρημοκλῆσι
καὶ παραπάνω
τὸ ἴδιο τοπίο ἀντιγραμμένο ξαναρχίζει.
τρεῖς βράχοι σὲ σχῆμα πύλης, σκουριασμένοι
λίγα καμένα πεῦκα, μαῦρα καὶ κίτρινα
κι ἕνα τετράγωνο σπιτάκι θαμμένο στὸν ἀσβέστη.
καὶ παραπάνω ἀκόμη πολλὲς φορὲς
τὸ ἴδιο τοπίο ξαναρχίζει κλιμακωτὰ
ὡς τὸν ὁρίζοντα ὡς τὸν οὐρανὸ ποὺ βασιλεύει.
Ἐδῶ ἀράξαμε τὸ καράβι νὰ ματίσουμε τὰ σπασμένα κουπιά,
νὰ πιοῦμε νερὸ καὶ νὰ κοιμηθοῦμε.
Ἡ θάλασσα ποὺ μᾶς πίκρανε εἶναι βαθιὰ κι ἀνεξερεύνητη
καὶ ξεδιπλώνει μίαν ἀπέραντη γαλήνη.
Ἐδῶ μέσα στὰ βότσαλα βρήκαμε ἕνα νόμισμα
καὶ τὸ παίξαμε στὰ ζάρια.
Τὸ κέρδισε ὁ μικρότερος καὶ χάθηκε.
Ξαναμπαρκάραμε μὲ τὰ σπασμένα μας κουπιά.


Γιάννης Σταύρου, πορτρέτο του Γιώργου Σεφέρη,
μικτή τεχνική


Τελευταίος σταθμός

Κι αν σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές
είναι γιατί τ’ ακούς γλυκότερα, κι η φρίκη
δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή
γιατί είναι αμίλητη και προχωράει

Πέμπτη, 16 Δεκεμβρίου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, ζωγραφική: Ας υποθέσουμε πως δεν έχουμε φτάσει στα όρια της σιγής...

Ας υποθέσουμε πως δεν έχουμε φτάσει
από εκατό δρόμους, στα όρια της σιγής,
κι ας τραγουδήσουμε...

Κώστας Καρυωτάκης

Αισιοδοξία

Ας υποθέσουμε πως δεν έχουμε φτάσει
στο μαύρο αδιέξοδο, στην άβυσσο του νου.
Ας υποθέσουμε πως ήρθανε τα δάση
μ' αυτοκρατορικήν εξάρτηση πρωινού
θριάμβου, με πουλιά, με το φως τ' ουρανού,
και με τον ήλιο όπου θα τα διαπεράσει.

Ας υποθέσουμε πως είμαστε κει πέρα,
σε χώρες άγνωστες, της δύσης, του βορρά,
ενώ πετούμε το παλτό μας στον αέρα,
οι ξένοι βλέπουνε περίεργα, σοβαρά.
Για να μας δεχθεί κάποια λαίδη τρυφερά,
έδιωξε τους υπηρέτες της ολημέρα.

Ας υποθέσουμε πως του καπέλου ο γύρος
άξαφνα εφάρδυνε, μα εστένεψαν, κολλούν,
τα παντελόνια μας και, με του πτερνιστήρος
το πρόσταγμα, χιλιάδες άλογα κινούν.
Πηγαίνουμε -- σημαίες στον άνεμο χτυπούν --
ήρωες σταυροφόροι, σωτήρες του Σωτήρος.

Ας υποθέσουμε πως δεν έχουμε φτάσει
από εκατό δρόμους, στα όρια της σιγής,
κι ας τραγουδήσουμε, -- το τραγούδι να μοιάσει
νικητήριο σάλπισμα, ξέσπασμα κραυγής --
τους πυρρούς δαίμονες, στα έγκατα της γης,
και, ψηλά, τους ανθρώπους να διασκεδάσει.

Τετάρτη, 15 Δεκεμβρίου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, ζωγραφική: εκεί που μένουμε τώρα ανυπόστατοι λυγίζοντας...

ή μήπως όχι δεν απομένει τίποτα παρά μόνο το βάρος
η νοσταλγία του βάρους μιάς ύπαρξης ζωντανής
εκεί που μένουμε τώρα ανυπόστατοι λυγίζοντας...

Γιώργος Σεφέρης

Ο Βασιλιάς της Ασίνης
(απόσπασμα)

Κι ο ποιητής αργοπορεί κοιτάζοντας τις πέτρες κι' αναρωτιέται
υπάρχουν άραγε
ανάμεσα στις χαλασμένες τούτες γραμμές τις ακμές τις αιχμές
τα κοίλα και τις καμπύλες
υπάρχουν άραγε
εδώ που συναντιέται το πέρασμα της βροχής του αγέρα και της φθοράς
υπάρχουν, η κίνηση του προσώπου το σχήμα της στοργής
εκείνων που λιγόστεψαν τόσο παράξενα μες στη ζωή μας
αυτών που απόμειναν σκιές κυμάτων και στοχασμοί με την απεραντοσύνη του πελάγου
ή μήπως όχι δεν απομένει τίποτα παρά μόνο το βάρος
η νοσταλγία του βάρους μιάς ύπαρξης ζωντανής
εκεί που μένουμε τώρα ανυπόστατοι λυγίζοντας
σαν τα κλωνάρια της φριχτής ιτιάς σωριασμένα μέσα στη διάρκεια της απελπισίας
ενώ το ρέμα κίτρινο κατεβάζει αργά βούρλα ξεριζωμένα μές στο βούρκο
είκόνα μορφής που μαρμάρωσε με την απόφαση μιάς πίκρας παντοτινής.
Ο ποιητής ένα κενό.

Ασπιδοφόρος ο ήλιος ανέβαινε πολεμώντας

"Ασίνην τε Ασίνην τε...". Νά' ταν ο βασιλιάς της Ασίνης
που τον γυρεύουμε τόσο προσεχτικά σε τούτη την ακρόπολη
αγγίζοντας κάποτε με τα δάκτυλά μας την αφή του πάνω στις πέτρες.

Τρίτη, 14 Δεκεμβρίου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, Έλληνες ζωγράφοι: πελώρια σύμβολα τα νέφη στον αιθέρα...

όταν σε νύχτα αστερωμένη ατενίζω
πελώρια σύμβολα τα νέφη στον αιθέρα,
και συλλογίζομαι, ποτέ δεν θά ’ρθει η μέρα
με μάγο χέρι τις σκιές τους να ιστορήσω...

Τζον Κητς

Όταν φοβάμαι

Όταν φοβάμαι πιο πολύ πως θα πεθάνω
και θά ’ναι ασύναχτο στο νου το γέννημά μου,
τόμους δεν θά ’χω στοιβαγμένους ώς επάνω,
σιταποθήκες με την ώριμη σοδειά μου·

όταν σε νύχτα αστερωμένη ατενίζω
πελώρια σύμβολα τα νέφη στον αιθέρα,
και συλλογίζομαι, ποτέ δεν θά ’ρθει η μέρα
με μάγο χέρι τις σκιές τους να ιστορήσω·

κι όταν αισθάνομαι πως πια δεν θα σε βλέπω,
ωραίο πλάσμα της στιγμής, σαν παραμύθι
τον έρωτά σου απερίσκεπτα να δρέπω·

τότε, στου κόσμου τη μεγάλη παραλία,
σκέφτομαι μόνος, ώσπου χάνονται στα βύθη
και της αγάπης και της δόξας τα πρωτεία.

(μετάφραση Διονύσης Καψάλης)


John Keats (1795-1821)

John Keats

When I Have Fears


When I have fears that I may cease to be

Before my pen has glean'd my teeming brain,

Before high-piled books, in charactery,

Hold like rich garners the full ripen'd grain;

When I behold, upon the night's starr'd face,

Huge cloudy symbols of a high romance,

And think that I may never live to trace

Their shadows, with the magic hand of chance;

And when I feel, fair creature of an hour,

That I shall never look upon thee more,

Never have relish in the faery power

Of unreflecting love;--then on the shore

Of the wide world I stand alone, and think

Till love and fame to nothingness do sink.

Δευτέρα, 13 Δεκεμβρίου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, ζωγραφική: δεν τρέφουν καμμία αγάπη για την "παραίτηση" από το ένστικτο...

Η κρίση του Φρόιντ για τις μάζες...

...οι μάζες είναι οκνηρές και ανόητες, δεν τρέφουν καμμία αγάπη για την "παραίτηση" από το ένστικτο, και δεν πρόκειται να πεισθούν για το αναπόφευκτο τούου μ' επιχείρήματα. Τα άτομα αλληλοϋποστηρίζονται προκειμένου να δοθεί ελευθερία στην αχαλινωσία τους...
Σίγκμουντ Φρόιντ

Πέμπτη, 9 Δεκεμβρίου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, Έλληνες ζωγράφοι: ἔτσι νικήτρα πάντοτε, μοιάζει ἡ σκιὰ ἡ δική σου...

Ὁ ἥλιος ἐσκοτείνιασε τὴ φλόγα τῶν κεριῶν·
ἔτσι νικήτρα πάντοτε, μοιάζει ἡ σκιὰ ἡ δική σου
μὲ τὸν ἀθάνατο ἥλιον, ὦ ψυχή, ποὺ φῶς σκορπίζει!

Σαρλ Μπωντλαίρ

Η ψυχική αυγή

Ὅταν τὸ φῶς της ρίχνει ἡ αὐγὴ τὸ λευκορροδισμένο
στοὺς γλεντοκήπους καὶ γροικοῦν σὰν τύψη τὸ Ἰδεῶδες,
κάτι τὸ ἐκδικητικὸ καὶ τὸ μυστηριῶδες,
ἕν᾿ ἄγγελο στὸ κτῆνος τους, ξυπνᾷ, τὸ ναρκωμένο.

Τῶν ψυχικῶν τότε οὐρανῶν τ᾿ ἄφθαστο γαλανό,
γιὰ κεῖνον ποὺ ρεμβάζει ὠχρὸς καὶ ποὺ ὑποφέρει ἀκόμα,
ἀνοίγεται καὶ τὸν τραβᾷ καθὼς βαράθρου στόμα.
Ἔτσι, γλυκιὰ Θεά μου, ἁγνὸ Πλάσμα καὶ φωτεινό,

στὰ καπνισμένα ἐρείπια τῶν ἠλιθίων γλεντιῶν,
πιὸ φωτεινή, πιὸ ρόδινη, πιὸ ὡραία ἡ θυμησή σου,
ἀδιάκοπα στὰ ἐκστατικὰ μάτια μου φτερουγίζει.

Ὁ ἥλιος ἐσκοτείνιασε τὴ φλόγα τῶν κεριῶν·
ἔτσι νικήτρα πάντοτε, μοιάζει ἡ σκιὰ ἡ δική σου
μὲ τὸν ἀθάνατο ἥλιον, ὦ ψυχή, ποὺ φῶς σκορπίζει!

Charles Baudelaire

L'Aube spirituelle

Quand chez les débauchés l'aube blanche et vermeille
Entre en société de l'Idéal rongeur,
Par l'opération d'un mystère vengeur
Dans la brute assoupie un ange se réveille.

Des Cieux Spirituels l'inaccessible azur,
Pour l'homme terrassé qui rêve encore et souffre,
S'ouvre et s'enfonce avec l'attirance du gouffre.
Ainsi, chère Déesse, Etre lucide et pur,

Sur les débris fumeux des stupides orgies
Ton souvenir plus clair, plus rose, plus charmant,
À mes yeux agrandis voltige incessamment.

Le soleil a noirci la flamme des bougies;
Ainsi, toujours vainqueur, ton fantôme est pareil,
Ame resplendissante, à l'immortel soleil!

Τρίτη, 7 Δεκεμβρίου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, ζωγραφική: Και το μικρό πλοίο σηκωνόταν ψηλά, πετιότανε στα ύψη...

Και το μικρό πλοίο σηκωνόταν ψηλά, πετιότανε στα ύψη, κι άλλοτε γκρεμιζότανε στα βάθη, για να φανεί πάλι στις πλάτες των αφρισμένων κυμάτων...

Δημοσθένης Βουτυράς

Στη θάλασσα

Η θάλασσα τώρα κουνιόταν πιο ταραγμένη, πιο αφρισμένη, σαν η εμφάνιση των μαύρων συννέφων να την είχε εξαγριώσει περισσότερο. Και ο ουρανός σκεπαζόταν από μαύρα σύννεφα, που τρέχανε, απλωνόντανε γρήγορα, βιαστικά.

Κίτρινοι, φοβισμένοι ήταν όλοι. Κάποτε ρίχνανε μια άγρια ματιά στον παπά που μαζεμένος, κοντά σ΄ ένα γίγαντα ναυτικό, κοίταζε τα κύματα.

– Αμ΄ στόπα! έλεγε ένας επιβάτης ψηλός, κοκκαλιάρης, στόπα άμα τον είδα! Τι διάολο τον ήθελε ο Μιχαλιός μέσα! Δεν έπρεπε να τον πάρει, δεν έπρεπε! Νάμουν εγώ και νάβαζα αυτόν το διάολο μέσα!...

– Στο διάολο, έκανε ο άλλος, που τον άκουγε, δεν ξέρω τι θέλουνε και ταξιδεύουνε αυτοί οι σατανάδες! Αυτοί δεν έπρεπε να το κουνούν απ΄ τον τόπον τους.

– Είναι δαιμόνοι σωστοί!

Και η θάλασσα αγρίευε, ύψωνε τα κύματά της, άνοιγε μύρια στόματα ν΄ αρπάξει το μικρό πλοίο, που πετούσε ψηλά και φαινότανε να παίζει μ΄ αυτό πριν το καταπιεί. Και τα σύννεφα απλώνονταν, ξετυλίγονταν, κατέβαιναν.

Τους φαίνονταν ότι όλα, που πριν ήταν άψυχα, η θάλασσα, τα σύννεφα, ο άνεμος που περνούσε φωνάζοντας άγρια στ΄ αυτιά του, όλα τώρα νάχανε πάρει ζωή, τη ζωή τους και ζητούσανε ν΄ αρπάξουνε να δαγκώσουνε να καταστρέψουν το μικρό σκαφίδι με τους ανθρώπους πούχε μέσα.

Μια αστραπή έλαμψε στα σκοτεινά σύννεφα. Άλλη πάλι φάνηκε...

Φωνή τρόμου ξαφνικά :

– Πάει, πάει! χαθήκαμε! Δεν έχουμε σωμό!...

– Σκάσε βρε, τρελάθηκες; φώναξε, ένας γέρος ναύτης σ΄ αυτόν πούπε αυτά τα λόγια, βλέποντάς τον με άγρια μάτια.

– Τι έπαθες βρε, τρελάθηκες; του είπε και ο γίγαντας ναυτικός που καθόταν κοντά στον παπά.

– Όχι, μωρέ, έτσι σα νάδα το μακαρίτη τον πατέρα μου στην αστραπή!

Οι επιβάτες κοιταχτήκανε. Ο κοκκαλιάρης κούνησε το κεφάλι.

Σιωπηλοί μέναμε. Κάποτε ρίχνανε στον παπά καμμιά ματιά...

Αλλ΄ η θάλασσα ακόμα αγρίευε, αστραπές λάμπανε μια πάνω στην άλλη, και κάτι σύννεφα πέρα, κατέβαιναν χαμηλά, χαμηλά, κ΄ έτσι φαινόντανε να περιμένουν τη διάβαση του μικρού πλοίου.

Και το μικρό πλοίο σηκωνόταν ψηλά, πετιότανε στα ύψη, κι άλλοτε γκρεμιζότανε στα βάθη, για να φανεί πάλι στις πλάτες των αφρισμένων κυμάτων.

– Αυτός, αυτός φταίει! ακούστηκε ξαφνικά μια φωνή, η φωνή του κοκκαλιάρη· είχε σηκωθεί και έδειχνε τον παπά.

– Αυτός, ναι αυτός! φώναξαν και οι άλλοι μέσα στον πάταγο της τρικυμίας. Δε θα σωθούμε αν δε φύγει αυτός!

– Στη θάλασσα! Έξω ο τρισκατάρατος!

Ο παπάς έκανε να σηκωθεί, αλλ΄ ο γίγαντας ναυτικός τον άρπαξε, αυτό κάνανε και οι άλλοι που ήταν δίπλα του, απ΄ την άλλη μεριά του.

Έκανε ο παπάς να παλέψει, αλλ΄ αυτοί τον σήκωσαν ουρλιάζοντας όμοια με τα στοιχιά που τους κύκλωναν...

– Στη θάλασσα!

Ο παπάς σα νάταν από πούπουλο υψώθηκε στα δυνατά τους χέρια...

– Παιδιά ο Θεός... θέλησε να πει.

Αλλ΄ η φωνή του πνίγηκε μέσ’ στα ουρλιάσματα των άλλων και στις φωνές της τρικυμίας, που σα να υψώθηκαν πιο δυνατά, θριαμβευτικά έπειτα, στο πέταμα ενός θύματος.

Δευτέρα, 6 Δεκεμβρίου 2010

Σχόλια & Έλληνες ζωγράφοι, ζωγραφική: Αλλά, κατεστραμένος άνθρωπος, τι φταίω εγώ...

Έλληνες ποιητές & Έλληνες ζωγράφοι, ζωγραφική


Γιάννης Σταύρου, πορτρέτο του Κωνσταντίνου Καβάφη, σχέδιο

Αλλά, κατεστραμένος άνθρωπος, τι φταίω εγώ.
Ζητώ ο ταλαίπωρος να μπαλωθώ.
Ας φρόντιζαν οι κραταιοί θεοί
να δημιουργήσουν έναν τέταρτο, καλό.
Μετά χαράς θα πήγαινα μ’ αυτόν...

Κωνσταντίνος Καβάφης
Ας πρόσεχαν

Σ’ ό,τι δουλειά με βάλουν θα πασχίσω
να είμαι στην χώρα ωφέλιμος. Αυτή είν’ η πρόθεσίς μου.
Αν πάλι μ’ εμποδίσουνε με τα συστήματά τους―
τους ξέρουμε τους προκομένους: να τα λέμε τώρα;
αν μ’ εμποδίσουνε, τι φταίω εγώ.

Θ’ απευθυνθώ προς τον Ζαβίνα πρώτα,
κι αν ο μωρός αυτός δεν μ’ εκτιμήσει,
θα πάγω στον αντίπαλό του, τον Γρυπό.
Κι αν ο ηλίθιος κι αυτός δεν με προσλάβει,
πηγαίνω παραευθύς στον Υρκανό.
[...]
Κ’ είν’ η συνείδησίς μου ήσυχη
για το αψήφιστο της εκλογής.
Βλάπτουν κ’ οι τρεις τους την Συρία το ίδιο.

Αλλά, κατεστραμένος άνθρωπος, τι φταίω εγώ.
Ζητώ ο ταλαίπωρος να μπαλωθώ.
Ας φρόντιζαν οι κραταιοί θεοί
να δημιουργήσουν έναν τέταρτο, καλό.
Μετά χαράς θα πήγαινα μ’ αυτόν.

Κυριακή, 5 Δεκεμβρίου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, ζωγραφική: Από άλλες εποχές...

Το Γκέτεμποργκ δε θάναι ποτέ πια έτσι - ούτε η Σουηδία...

Η Σουηδία άλλαξε, η Ελλάδα επίσης - πολυ πιο δραματικά...

Αλλαγές που σάρωσαν τα πάντα στο πέρασμα τους. Σε ορισμένες περιπτώσεις διατηρήθηκαν κάποια ψήγματα, κάτι σαν καδρο, με την ουσία της εικόνας να έχει αποχωρήσει οριστικά κι αμετάκλητα. Στη χώρα μας, βέβαια, χάσαμε μαζί την εικόνα και το κάδρο. Δεν έμεινε τίποτα. Απομένουν κάποια λιγοστα φαντάσματα ν' αναζητουν λίγο χώρο - επί ματαίω. Τι κρίμα...

Αναμνήσεις της Λιλίκας Νάκου από τη Σουηδία μιας άλλης εποχής. Από δίπλα λίγες νύξεις από Ελλάδα. Ένα ελληνικό βαπόρι, μια χαριτωμένη δημοσιογράφος του χθες - με αγνότητα, άγνοιες και γνώσεις...

Λιλίκα Νάκου

Ταξίδι προς τα βόρεια

Ένα μεσημέρι με καλεί στο γραφείο του ο διευθυντής.
- Ακόμα εδώ είσαι; Πότε θα φέρεις τ' αρκουδάκι από τη Λαπωνία; Θέλω και ρεπορτάζ για τη Σουηδία, δεν είπαμε;
- Να φύγω, κύριε διευθυντά, αλλά με τι χρήματα; Θέλω να τακτοποιήσετε τις 2.800, τον τακτικό μου μισθό, που θα παίρνει εδώ ή μητέρα μου, και ξέχωρα το ταξίδι μου και τα έξοδα εκεί.
- Καλώς. Θέση τζάμπα σε βαπόρι θα σου εξασφαλίσω. Και κάτι θα πάρεις κι από δω. Τ' άλλα, όταν βγεις στο Γκότενμποργκ, στο λιμάνι, θα τα βρεις εκεί, σε τράπεζα. Σύμφωνοι;
- Σύμφωνοι, κύριε διεθυντά.

Καθώς έβγαινα από το γραφείο, συναντώ τον Νίτσο. Μου λέει:
- Βρε χαζή, έπρεπε να ζητήσεις προκαταβολή! Αν δεν σου στείλουν τα λεφτά εκεί που θα πάς, τι θα κάνεις;

Όπως φάνηκε ύστερα, είχε δίκιο όπως πάντα. Και μ' όλες τίς διαμαρτυρίες της μητέρας μου που δε συμφωνούσε γι' αυτό το ταξίδι, έφυγα. Ήταν, θυμάμαι, τέλη Μαΐου. Το βαπόρι που μου είχε βρεί θέση ο συνταγματάρχης, μετέφερε κάρβουνα κι ήταν του πνιγμού: παλιό, μικρό, βρώμικο. Η τουαλέτα ήταν αεροκρεμαστή στην άκρη του βαποριού, πάνω από τη θάλασσα. Έπρεπε να πιάνεσαι από δυο σίδερα, για να μη χάσεις την ισορροπία σου. Όχι για γυναίκες... Σωστό μαρτύριο. Το δεύτερο βάσανο ήταν ότι κουνούσε πολύ και μύριζε παστουρμά. Κατά τα άλλα ήταν περίφημα. Θαυμάσιος άνθρωπος ο καπετάνιος με τις φωτογραφίες των παιδιών του και της γυναίκας του ολόγυρα στην καμπίνα του:
- Γι' αυτά τα παιδιά και για τούτη τη γριούλα θαλασσοπνίγομαι, μου είπε και μου έδειξε τη φωτογραφία της μάνας του. Αμ, εσύ κοπέλα μου, γιατί ταξιδεύεις;
- Εμένα μ' αρέσει η δουλειά μου, το ελεύθερο ρεπορτάζ Υστερα κι εγώ έxω μάνα, σπιτικό και δεν είμαι πλούσια. Αν δεν εργαστώ, πώς θα ζήσουμε;
- Μπράβο, κοπέλα μου! Μόνο που θα κουνηθούμε στον Ατλαντικό. Παλιό και το καράβι! Και δεν μου λες, συνέχισε ο καπετάνιος, εκεί στο Γκότενμποργκ που θα σ' αφήσω, ξέρεις κανέναν, μήπως και σου συμβεί τίποτα;
- Τι να μου συμβεί, καπετάνιε; Δε θα μείνω εκεί. Θα πάω στον Βορρά, στη Λαπωνία. Ο συνταγματάρχης θέλει να του φέρω μιαν άσπρη αρκουδίτσα για τον ζωολογικό του κήπο.
Ο καπετάνιος γέλασε:
- Να του πεις να βάλει πρώτα εκεί μέσα τον εαυτό του! Τον ξέρω, δα, χρόνια τώρα τον συνταγματάρχη. Χρυσός άνθρωπος, αλλά λίγο βίδα! Άκου ιδέα να σε στείλει ταξίδι με τέτοιο βαπόρι! Έxεις περάσει ποτέ τον Βόρειο Ατλαντικό;

Δεν μου άρεσε καθόλου ο Ατλαντικός. Όλο θυμωμένος είναι και σκοτεινός. Πού η δικιά μας η Μεσόγειος! Όσο και να θυμώσει, μαύρη-μουτζούρα δεν γίνεται. Και να σε πνίξει, θα σε τυλίξει σε λιγάκι σε θαλασσιά ατλάζια. [....] Φτάσαμε τέλος πάντων στις θάλασσες του Βορρά. Κρύο, σκοτεινά τα νερά. Πλήθος θαλασσοπούλια ακολουθούσαν το καράβι που έμοιαζε σαν καρυδότσουφλο πάνω στον ωκεανό. Κοντεύαμε να φτάσουμε στο Γκότενμποργκ, το λιμάνι το ξακουστό της Σουηδίας με σπουδαίο Πανεπιστήμιο, με φάμπρικες μεγάλες, με 600.000 κατοίκους - απ' ό,τι μου είπε ο καπετάνιος. Λυπόμουν που θ' άφηνα τον καλό αυτό άνθρωπο. Είχαμε γίνει φίλοι. Και με το πλήρωμα είχα φιλίες. Παιδιά των νησιών μας τα περισσότερα, τα ένοιωθα σαν αδέρφια. Μου είχαν φερθεί πάντα με σεβασμό και συμπάθεια. Κανένα άτοπο αστείο, ούτε ένα πείραγμα πρόστυχο. Λυπήθηκα λοιπόν αφήνοντας το βαπόρι που μου φαίνονταν σαν ένα κομμάτι Ελλάδα.

Βρέθηκα ξαφνικά μοναχή στο Γκότενμποργκ. Γύρω μου κόσμος άγνωστος: ψηλοί, ξανθοί άνθρωποι άλλης ράτσας, μιλούσαν μια γλώσσα που μου φάνηκε πως συγγένευε με τα Γερμανικά. Με λύπη και κάποια αγωνία απομακρύνθηκα από το Ελληνικό καρβουνιάρικο βαπόρι. Ήταν μια σταλιά κι αυτό με την Ελληνική σημαιούλα του μπροστά στους άλλους γίγαντες του λιμανιού. Ο καπετάνιος μ' αποχαιρέτισε εγκάρδια και μου έδωσε γραπτές τις ημερομηνίες που θα ξαναπερνούσε από δω, για να γύριζα μαζί του πίσω στην Ελλάδα. Η πολιτεία του Γκότενμποργκ ήταν νοικοκυρεμένη, κατακάθαρη: πάρκα ωραιότατα ή μικρές πλατείες με λουλούδια, βρύσες, στέρνες και πάγκους. Παρατήρησα ότι οι άνθρωποι πού κάθονταν στα παγκάκια, νέοι-γέροι, διαβάζανε. Όλοι βάσταγαν ένα βιβλίο στο χέρι. Μου είχε συστήσει ο καπετάνιος μια μικρή πανσιόν, όχι μακριά από το λιμάνι. Την κρατούσε μια πρώην δασκάλα των Γερμανικών. Είχε ζήσει στην Αθήνα, κοντά σε κάποια οικογένεια, και γνώριζε Έλληνες. Η φράου Μπετίνα κουτσομιλούσε τα Ελληνικά. Μου έδωκε το φτηνότερο μοναχικό δωμάτιο που είχε. Ήταν καθαρότατο, όπως όλα στη Σουηδία. Ευθύς την άλλη μέρα, πέρασα από την τράπεζα να δω αν φτάσανε τα λεφτά, ώστε να εξακολουθήσω το ταξίδι. Ευγενέστατος ο υπάλληλος κυττά τα χαρτιά του, συμβουλεύεται τα τεφτέρια του, ρωτά έναν διπλανό του, με κυττάζει, ρωτά ξανά τ' όνομά μου μήπως γίνηκε κανένα λάθος, ρωτά τ' όνομα του αποστολέως. Η καρδιά μου πάει να σπάσει. Έxει xάζι να μη στείλανε τα λεφτά! Τι θα γινόμουν δίxως πεντάρα στο Γκότενμποργκ καi πώς θα συνέxιζα το ταξίδι μου στη Λαπωνία; Στo τέλος μου λέει στα Γερμανικά:
- Δυστυxώς τα λεφτά δεν ήρθαν ακόμα. Περάστε αύριο!

Λες καί καταλαβαίνει την αγωνία μου ό άνθρωπος καί μου ξαναλέει με μαλακότερο τρόπο:
- Ε, ασφαλώς θαρθούνε αύριο. Ξαναπεράστε!

Αυτό το «ξαναπεράστε» πόσες φορές δεν τ' άκουσα! Δεκαπέντε μέρες στο Γκότενμποργκ, κάθε μέρα πήγαινα και ρωτούσα στην τράπεζα. Στο τέλος λαβαίνω από τον εκλεκτό συνάδελφο Παπαγεωργίου ένα γράμμα που μου έλεγε τα εξής: «Ναι μεν ο συνταγματάρχης έδωσε τα λεπτά να σου τα στείλουν, εκείνος όμως που τα παρέλαβε, τα έπαιξε στον Ιππόδρομο, και τα έχασε. Ο διευθυντής έγινε έξω φρενών, όταν το έμαθε, δεν πρόκειται όμως να σου στείλει άλλα. Κανόνισε την πορεία σου και γύρισε πίσω».

Ο καλός ο Παπαγεωργίου! Είχε την έννοια μου! Αλλά τι πορεία να κανονίσω; Τα λεφτά μου δεν με φτάνανε ούτε να πληρώσω την πανσιόν όπου έμενα! Ύστερα τι θα έτρωγα ώσπου να περάσει το Ελληνικό καράβι; Ζαλισμένη από τις σκοτούρες, πήγα και κάθησα σ' έναν πάγκο, σε κάποιο μικρό πάρκο. Στη μέση υπήρχε μια τεχνητή λίμνη. Γύρω-γύρω την πλαισιώνανε κάτι δεντράκια, σαν κλαίουσες. Μα ούτε το τοπίο έβλεπα, ούτε πιο πέρα, έναν μικρό πίδακα που στόλιζε το πάρκο. [....] Εκεί-δα λοιπόν που καθόμουν και κύτταζα έναν σκίουρο να πηδά σε κάποιο δέντρο, η σωτηρία κι η περιπέτεια φανερώθηκαν αναπάντεχα μπροστά μου.

Μια παράξενη ρεπόρτερ
Η σωτηρία παίρνει πολλές απροσδόκητες μορφές στα μάτια των απελπισμένων. Για μένα ήρθε σαν ένα σκυλάκι μ' αφτιά μεγάλα, μισόστραβο ακόμα, που πήγε γραμμή κι έπεσε, εκεί μπροστά μου, στη στέρνα του μικρού πάρκου. Αυθόρμητα, δίχως να το καλοσκεφτώ, τρέχω, σκύβω πάνω από την πεζούλα κι απλώνω το χέρι να το πιάσω, μα γλυστρώ και πέφτω στο νερό. Η στέρνα ήταν αρκετά βαθιά. Κολυμπώ και κρατώντας το σκυλί βγαίνω έξω. Γύρω μου είχαν μαζευτεί καμπόσοι άνθρωποι και χαζεύανε.

Ξαφνικά μπροστά μου παρουσιάζεται μια πανύψηλη αντρογυναίκα ακαθορίστου ηλικίας. Φορούσε ταγέρ αντρικά ραμένο. Η φούστα της - πριν γίνει της μόδας - έφτανε ίσαμε το γόνατο. Κομένο το μαλλί, κασκέτο στο κεφάλι, πίπα στο στόμα και μπαστούνι στο χέρι. Αρπάζει το σκυλάκι έτσι, βρεγμένο καθώς ήταν, στην αγκαλιά της. Με τ' άλλο της χέρι παίρνει καί σφίγγει το δικό μου τόσο δυνατά, που έμπηξα μια φωνή: με σακάτεψε! Και μιλώντας χοντρά μού συσταίνεται:
- Μις Ρίντ, δημοσιογράφος του «Νταίηλυ Εξπρές».
- Μιλώ άσχημα Αγγλικά, της λέω. Δεν μιλάμε Γαλλικά καλύτερα;
- Ω, γιές! μου κάνει. Κι εγώ θέλω να εξασκηθώ στα Γαλλικά. Λογαριάζω να μείνω μόνιμα στη Γαλλία ως ανταποκρίτρια της εφημερίδας μου.

Ήθελε κουβέντα. Της λέω:
- Όπως βλέπετε, είμαι μούσκεμα από το νερό. Μένω δίπλα, να, σ' αυτό το δωμάτιο της μικρής πανσιόν. Να πάω ν' αλλάξω μια στιγμή και τα λέμε. Με περιμένετε;

Η μις Ρίντ με περίμενε κι άμα γύρισα, καθήσαμε στον πάγκο. Σκούπιζε με το κασκόλ το σκυλάκι της.
- Είναι σχεδόν τυφλό, μου λέει. Πάσxει από καταρράκτη. Θα του κάνω σύντομα εγxείρηση. Αγαπάτε τα ζώα; με ρώτησε.
Τη βεβαίωσα πώς ναι.
- Ε, τότε, η τύxη σάς έστειλε μπροστά μου!

Πριν όμως ανοίξουμε συζήτηση, της λέω ποια είμαι, βγάζω την ταυτότητα μου ως δημοσιογράφου και της διηγούμαι πώς βρέθηκα στο Γκότενμποργκ, να μη με πάρει για καμιά απατεώνισσα.
- Ολ ράιτ! λέει η μις Ρίντ. Τώρα θα σου πω κι εγώ ποια είμαι. Έχεις διαβάσει το βιβλίο του Ρίντ «Δέκα μέρες που συγκλόνισαν τον κόσμο», για την επανάσταση της Ρωσίας; Ε, λοιπόν, είμαι αδερφή του συγγραφέα. Κι εγώ δημοσιογράφος. Γυρίζω τον κόσμο κάνοντας μεγάλα ρεπορτάζ που πρώτα δημοσιεύονται στην εφημερίδα μου κι ύστερα βγαίνουν σε βιβλία. Έχω γυρίσει τα περισσότερα μέρη της Αφρικής, έχω πάει ως τα μοναστήρια του Θιβέτ, στην Ασία. Τα βιβλία μού αποφέρουν πολλά χρήματα. Ακόμα και στον πόλεμο με τους Μάου-Μάου μ' έστειλε η εφημερίδα μου.

Ένοιωσα σαν ψύλλος μπροστά της. Κάτι νόμιζα πως είχα κάνει κι εγώ γυρίζοντας Γαλλία, Ιταλία, Ελβετία... Και με τι στερήσεις! Η εφημερίδα της την πλήρωνε καλά. Ενώ οι δικές μας! Όλο μιζέρια κι ο τόπος μας κι οι εφημερίδες μας με τους αχόρταγους ιδιοκτήτες! Ας είναι! Όλοι το ξέρουμε: φτωχός τόπος, όλα φτωχά. Η μίς Ρίντ λοιπόν εξακολούθησε:
- Άκουσε! Εγώ τώρα έχω σκοπό να γράψω ένα βιβλίο για τους Λάπωνες, για τη ζωή τους, τα έθιμα τους, για τις μαγείες που γνωρίζουν. Ξέρεις πως από μακριά μπορούν να κάνουν να ψοφήσει το μισό κοπάδι τάρανδοι κάποιου εχθρού τους; Με τι τρόπο; Αυτό ήθελα να μάθω. Έχω λοιπόν σκοπό να πάω στη χώρα τους, να τραβήξω απάνω, προς τον Μεγάλο Βορρά. Στο μεταξύ θα ήθελα να εξασκηθώ στα Γαλλικά. Τα μιλώ άσχημα, όπως ακούς. Θέλεις να γίνεις γραμματικός μου κι ό,τι γράφω να το μεταφράζεις στα Γαλλικά;

Λιλίκα Νάκου (1904-1989), Το Χρονικό μιας Δημοσιογράφου

Παρασκευή, 3 Δεκεμβρίου 2010

Σχόλια & ζωγραφική: “Αισθητική και Ιδεολογίες του Νέου Ελληνισμού”, του Σπύρου Κουτρούλη

Ένα σημαντικό βιβλίο: “Αισθητική και Ιδεολογίες του Νέου Ελληνισμού”, του Σπύρου Κουτρούλη...

Προσφέρεται για γνήσιο προβληματισμό στην άνυδρη ελληνική πραγαμτικότητα...

Σπεύσατε στην βιβλιοπαρουσίαση / συζήτηση...

8 Δεκεμβρίου 2010 , ώρα 19.00 .“Αισθητική και Ιδεολογίες του Νέου Ελληνισμού” Συζήτηση με τους Γ. Καραμπελιά και Σ. Κουτρούλη, πάνω στο ομώνυμο βιβλίο του τελευταίου.

Στο Βιβλιοπωλείο «Χωρίς Όνομα», Φανερωμένης 8, Χολαργός (100 μέτρα από τον σταθμό μετρό Χολαργού.

Αναδημοσίευση από ΛΟΓΙΚΗ ΕΛΛΑΔΑ

Ακολουθεί απόσπασμα από το βιβλίο:


"Εξετάζοντας την πορεία του λαού μας, τις αξίες και τα μέτρα που αυτός διαμόρφωσε, τις ιδεολογίες που τον καθόρισαν, είτε ως «απεικόνιση της πραγματικότητας», είτε ως «ψευδή συνείδηση», αλλά και τις αισθητικές του προτάσεις, καταλήξαμε ότι στη σκέψη του Ν. Χατζηκυριάκου-Γκίκα και της Δόμνας Σαμίου «σημασία στη ζωή έχει να μπορεί από το τίποτα να γίνει το παν», όπως και στον στίχο του Ο. Ελύτη «ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας» συνοψίζονται, με προσφυή και εύστοχο τρόπο, η εξέλιξη, οι αγωνίες και τα πάθη του νεότερου ελληνισμού.

Στις σελίδες που ακολουθούν, δοκιμάζουμε να απαντήσουμε σε ερωτήματα όπως: Υπάρχει στον ελληνισμό μία αντίληψη διαφορετική από αυτή που συναντούμε αρχικά στη Δύση και κατόπιν σε όλο τον σύγχρονο κόσμο, όπου ο Άνθρωπος και ο Κόσμος, ο Άνθρωπος και η Φύση, είναι δύο μεγέθη διαφορετικά και ανταγωνιστικά; Η συνεργασία των βαλκανικών λαών για την απελευθέρωση από την οθωμανική κυριαρχία ήταν μια παροδική πολιτική συμμαχία, που επρόκειτο μοιραία να τη διαδεχθεί η διαμάχη των εθνικισμών; Υπάρχει μια πνευματική ατμόσφαιρα, που μαζί με γεωπολιτικούς παράγοντες ευνοεί τη βαλκανική συνεργασία, ώστε να τη θεωρήσουμε, εντέλει, ως ένα «Βυζάντιο μετά το Βυζάντιο»; Ο κοινοτισμός και ο συνεργατισμός, που με διάφορες μορφές αναπτύχθηκαν στην ορθόδοξη Ανατολή (από την Ελλάδα μέχρι τη Ρωσία) αποτελεί μια γεωοικονομική αποκλειστικά αναγκαιότητα ή ευνοήθηκε και από άλλους παράγοντες -όπως είναι η θρησκεία- που κομίζουν με έναν βαθύ, συνεχή, επίμονο και υποδόριο τρόπο, αξίες; Γιατί η Βαλκανική Συνεργασία ενδιέφερε ανθρώπους που είχαν τόσο διαφορετικές κατά τα άλλα κοσμοθεωρίες, όπως ο Π. Κανελλόπουλος, ο Γ. Κορδάτος και ο Ν. Ζαχαριάδης;

Με τέτοια ερωτήματα ξεκινήσαμε αυτό το νοερό, στοχαστικό ταξίδι, όπου οι προσωπικές αγωνίες και εμπειρίες προσπαθούν να συναντηθούν με τις αντίστοιχες της εθνικής και κοινωνικής μας συλλογικότητας. Είχαμε πλοηγούς κάποιους που, σαν τον Νίτσε, αποθεμελίωσαν τον εργαλειακό ορθολογισμό και τα κλειστά συστήματα σκέψης, αλλά και τον Κ. Καραβίδα, τον Ι. Δραγούμη, τον Γιάννη Ρίτσο, τον Νικηφόρο Βρεττάκο. Στις σελίδες που ακολουθούν, η θεματολογία μας δεν αποσκοπεί να εξαντλήσει το παλίμψηστο του νεότερου ελληνισμού, ούτε να χαρτογραφήσει εξαντλητικά όλα τα ιδεολογικά ρεύματα ή τις αισθητικές αντιλήψεις που έκαναν εμφανή την παρουσία τους, αλλά να επισημάνουμε ορισμένους ουσιώδεις κατά τεκμήριο όρους του.

Με αυτόν τον τρόπο θεωρούμε ότι η ρωμιοσύνη, ο ελληνισμός, ο «Άη Λαός», ο απροσκύνητος χαρακτήρας του, τα πάθη και οι αντιφάσεις του, απεικονίζονται εξίσου σε ένα ποίημα του Ρίτσου και σε έναν πίνακα του Τσαρούχη με θέμα το ζεϊμπέκικο. Ο Γ. Θεοτοκάς, ο Ν. Χατζηκυριάκος-Γκίκας, ο Τζούλιο Καΐμη, ο Μ. Καραγάτσης αποτελούν μέλη της εξαίσιας παρέας που ονομάστηκε «γενιά του ’30». Κινήθηκαν με άνεση ανάμεσα στην τζαζ και το ζεϊμπέκικο, τον Θεόφιλο και τον Ματίς, τον Ντοστογιέφσκι και τον Παπαδιαμάντη, τον Καραγκιόζη και τον Πικάσο, την αρχιτεκτονική του Αιγαίου και τον Λε Κορμπιζιέ, δηλαδή ανάμεσα στα γνήσια και αυθεντικά στοιχεία του νέου ελληνισμού και το άνοιγμα στις πιο προωθημένες αναζητήσεις του «μοντέρνου» κόσμου, όπως ήταν ο σουρεαλισμός. Η μελέτη της σκέψης τους είναι οδηγός και πολύτιμη μαρτυρία.

Ο Ι. Συκουτρής, ο εξαιρετικός φιλόλογος και στοχαστής, που δεν μπόρεσε να ανθέξει στα εμπόδια που του έθεσε η κυρίαρχη θλιβερή πανεπιστημιακή μετριότητα της εποχής του και το πλήρωσε στο τέλος με την ίδια τη ζωή του, μετεώρισε τη σκέψη του ανάμεσα στον πλατωνικό ιδεαλισμό και την «πολυθεΐα των αξιών».

Το ποίημα του Γ. Ρίτσου Αποχαιρετισμός, αποτελεί μια αναφορά στον μαρτυρικό θάνατο του Γρηγόρη Αυξεντίου, αλλά και έναν ύμνο στο «παλικάρι» που, αν και ερωτευμένο με τη ζωή, προτιμά τον αξιοπρεπή, τον αγέρωχο θάνατο, από μια ζωή χωρίς ντροπή, χωρίς σεβασμό.

Ο Μιχάλης Ράπτης (Πάμπλο), ο διεθνιστής επαναστάτης, ο γνήσιος πατριώτης, εναρμονίζει τα αιτήματα της άμεσης δημοκρατίας, του κοινοτισμού και του συνεργατισμού με το Ιερό.

Ο Σ. Ράμφος, ξεκινώντας από μια μαρξιστική νεότητα, όδευσε σε όλα τα πιθανά πνευματικά ρεύματα για να καταλήξει, στα ύστερά του, ενθουσιώδης υμνητής του αμερικανισμού και του δυτικού παραδείγματος. Από αυτή την πλευρά θυμίζει τον Τ. Νέγκρι που από την αυτονομία, τον εργατισμό και μια ριζοσπαστική επανερμηνεία του μαρξισμού, εμφανίζεται στα τελευταία του κείμενα θαυμαστής της Αυτοκρατορίας.

Ο Ν. Δήμου, ένας ευπώλητος συγγραφέας, που επιτίθεται κατά του λεγόμενου νεοελληνικού ανορθολογισμού, εγκλωβίζεται τελικά στις αντιφάσεις της σκέψης του και στις έντεχνες αποσιωπήσεις του. Θαυμαστής του Ελύτη και του Π. Γιαννόπουλου, αποδεικνύεται ότι σε πολλά θεμελιώδη και κρίσιμα θέματα, όπως η πολιτιστική θέση του νεότερου ελληνισμού, έχει παρεμφερείς απόψεις με εκείνους που θεωρεί αντιπάλους του, δηλαδή τους «νεο-ορθόδοξους».

Η σφριγηλότητα, η πολυμέρεια, η λογική συνέπεια και η ευρύτητα του στοχασμού του Παναγιώτη Κονδύλη, όπως και η ακρίβεια και η τελειότητα της γλώσσας του, αποτελούν μία εξαίρεση και μια ηχηρή αντίθεση στην κυρίαρχη στη χώρα μας σκέψη. Έχοντας αφομοιώσει με κριτικό και γόνιμο τρόπο όλο τον ευρωπαϊκό πολιτισμό (και μάλιστα στην πρωτότυπη μορφή του, αφού γνώριζε άριστα παραπάνω από πέντε ευρωπαϊκές γλώσσες), παρήγαγε, στη σύντομη ζωή του, μίας τέτοιας ποιότητας και έκτασης έργο που στη χώρα μας έχει πολύ λίγο αποτιμηθεί, ενώ στην υπόλοιπη Ευρώπη είναι αντικείμενο συνεχούς και προσεκτικής μελέτης. Όση βαθιά πολιτική και θεωρητική σκέψη δεν μπόρεσαν να παράξουν οι διάφοροι πανεπιστημιακοί, που τράφηκαν πλουσιοπάροχα στο πρυτανείο των Ευρωπαϊκών Προγραμμάτων και τα βαρύγδουπα ιδρύματα διαμόρφωσης της αμυντικής και εξωτερικής πολιτικής, που χρηματοδοτούνται αφειδώς από το ελληνικό κράτος και από μη κυβερνητικές οργανώσεις του εξωτερικού, τη δημιούργησε ο Π. Κονδύλης, αυτός ο «επαΐων του περιθωρίου», όπως αποκαλούσε τον εαυτό του. Εδώ εξετάζουμε μόνο μια επιμέρους αλλά κρίσιμη πλευρά της σκέψης του: Η Ευρώπη, διατείνεται, θα πρέπει να μετακινηθεί αναγκαστικά, από τον Ευρωαντλαντισμό στην Ευρασία.

Όπως και όλο το υπόλοιπο έργο του χαρακτηρίζεται από αξιολογική ουδετερότητα, σαφή διάκριση του Είναι και του Δέοντος, ρεαλισμό, ορθολογική περιγραφή του πραγματικού. Ο Θουκυδίδης είναι ένας τόσο παλιός, αλλά και τόσο σύγχρονος στοχαστής μας. Έδειξε, πολύ νωρίτερα και πολύ πληρέστερα από άλλους μεταγενέστερους στοχαστές, ότι ο άνθρωπος, όσο κι αν περνούν τα χρόνια και αλλάζουν οι εποχές, διατηρεί ως αναλλοίωτη ανθρωπολογική σταθερά την επιθυμία για Ισχύ. Με στόχο την επαύξησή της δημιουργεί συμμαχίες και αντιπαλότητες, φιλίες και εχθρότητες, δηλαδή μετέχει της πολιτικής. Με αυτή την οπτική οι αξίες, οι ιδέες, οι θρησκείες υπάρχουν και παίζουν έναν διόλου ευκαταφρόνητο ρόλο, που όμως δεσμεύεται από άλλες υπέρτερες στοχοθεσίες ώστε: Για έναν τύραννο ή για μια πολιτεία που ασκεί ηγεμονία τίποτε δεν είναι παράλογο αν είναι συμφέρον, τίποτε δεν είναι οικείο αν δεν εμπνέει εμπιστοσύνη. Ανάλογα με τις περιστάσεις, πρέπει να συμπεριφέρεται σαν φίλος ή σαν εχθρός. Και εκείνο που μας συμφέρει εδώ δεν είναι να βλάψουμε τους φίλους μας, είναι να γίνουν ανίσχυροι οι εχθροί μας, επειδή οι φίλοι μας θα είναι δυνατοί"

Σπύρος Κουτρούλης

Τετάρτη, 1 Δεκεμβρίου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, ζωγραφική: Εδώ ας σταθώ. Κι ας γελασθώ πως βλέπω αυτά...

Θάλασσας του πρωιού κι ανέφελου ουρανού
λαμπρά μαβιά, και κίτρινη όχθη όλα
ωραία και μεγάλα φωτισμένα...

Κωνσταντίνος Καβάφης


Θάλασσα του πρωιού

Εδώ ας σταθώ. Κι ας δω κ’ εγώ την φύσι λίγο.
Θάλασσας του πρωιού κι ανέφελου ουρανού
λαμπρά μαβιά, και κίτρινη όχθη όλα
ωραία και μεγάλα φωτισμένα.

Εδώ ας σταθώ. Κι ας γελασθώ πως βλέπω αυτά
(τα είδ’ αλήθεια μια στιγμή σαν πρωτοστάθηκα)
κι όχι κ’ εδώ τες φαντασίες μου,
τες αναμνήσεις μου, τα ινδάλματα της ηδονής