t


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ελληνικά τοπία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ελληνικά τοπία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 24 Μαρτίου 2026

ΖΗΤΩ H 25η ΜΑΡΤΙΟΥ 1821!

«Αν κλαις τη νιότη σου, τότε μη ζήσεις! / Χρέος και θάνατος σωστός εδώ / με σφαίρες τη ζωή σου να σφαλίσεις / στο χώμα αυτό..." Λόρδος Βύρων
"If thou regret'st thy youth, why live? / The land of honourable death / Is here:—up to the Field, and give / Away thy breath!..." Lord Byron
 
Λόρδος Βύρων
Σήμερα συμπληρώνω τα τριάντα-έξη μου χρόνια
(Μεσολόγγι, 22 Ιανουαρίου 1824)
Αδιάφορη τούτη η καρδιά θα μένει
γιατί καρδιά καμμιά δεν συγκινεί:
κι’ όμως απαρνημένη και θλιμμένη
ματώνει στη στιγμή.
Οι μέρες μου χλωμά κίτρινα φύλλα
τ’ άνθη και της αγάπης οι καρποί
είναι σκουλήκια βούρκος και σαπίλα
και κούφιοι οι παλμοί.
Οι σπίθες που μου φεύγουν απ’ τα σπλάχνα
καθώς ηφαίστεια νησιού νεκρά
φλόγες δεν βγάνουνε παρά μιαν άχνα
σα νεκρικά πυρά.
Τον κλήρο του έρωτα που συνταράζει
ελπίδες και πόθους δεν έχω εγώ
μηδέ σκοπό πάρεξ ένα μαράζι
ένα βαρύ ζυγό.
Και να μην πω: «ούτε έτσι – μήτε τώρα…»
στα εξιλαστήρια πάθη της ζωής
ηρώων στεφάνια πλέκονται οληνώρα
θανάτου και τιμής.
Βόλια και λάβαρα! Αχός, Ελλάδα
φως μου, πώς με καλείς. Πολεμιστές
και πάλι στης ασπίδας την απλάδα
πεθαίνουν νικητές.
Ω ξύπνα! Ελλάδα μου όχι συ, ξύπνα
και βύζαξε τις ρίζες πνεύμα μου
δυνάμωσε μες των Γραικών τα δείπνα
με ένα νεύμα μου.
Πείνες της σάρκας, ηδονές και πάθος
τα βδελυρά και τερατόμορφα
Όχι! Κύττα την ομορφιά σαν λάθος
σε πρόσωπα όμορφα.
Αν κλαις τη νιότη σου, τότε μη ζήσεις!
Χρέος και θάνατος σωστός εδώ
με σφαίρες τη ζωή σου να σφαλίσεις
στο χώμα αυτό.
Γύρνα με περιέργεια το κεφάλι
μέτρα καλά, να ’ναι φαρδύς-πλατύς
ο τάφος σου, κι’ ύστερα από την ζάλη
πέσε ν’ αναπαυτείς.
(μετ. Νίκος Σπάνιας)
Lord Byron
On This Day I Complete My Thirty-Sixth Year
January 22nd, Missolonghi
1.
'T is time this heart should be unmoved,
Since others it hath ceased to move:
Yet, though I cannot be beloved,
Still let me love!
2.
My days are in the yellow leaf;
The flowers and fruits of Love are gone;
The worm, the canker, and the grief
Are mine alone!
3.
The fire that on my bosom preys
Is lone as some Volcanic isle;
No torch is kindled at its blaze—
A funeral pile.
4.
The hope, the fear, the jealous care,
The exalted portion of the pain
And power of love, I cannot share,
But wear the chain.
5.
But 't is not thus—and 't is not here—
Such thoughts should shake my soul, nor now
Where Glory decks the hero's bier,
Or binds his brow.
6.
The Sword, the Banner, and the Field,
Glory and Greece, around me see!
The Spartan, borne upon his shield,
Was not more free.
7.
Awake! (not Greece—she is awake!)
Awake, my spirit! Think through whom
Thy life-blood tracks its parent lake,
And then strike home!
8.
Tread those reviving passions down,
Unworthy manhood!—unto thee
Indifferent should the smile or frown
Of Beauty be.
9.
If thou regret'st thy youth, why live?
The land of honourable death
Is here:—up to the Field, and give
Away thy breath!
10.
Seek out—less often sought than found—
A soldier's grave, for thee the best;
Then look around, and choose thy ground,
And take thy Rest.

Κυριακή 5 Μαΐου 2019

Πέταξε μακριά απ’ τα θανατερά μιάσματα...

Πλανιέται πάνω απ’ τη ζωή και χωρίς προσπάθεια κατανοεί 
Τη γλώσσα των λουλουδιών και των βουβών πραγμάτων!
*
Qui plane sur la vie, et comprend sans effort 
Le langage des fleurs et des choses muettes! 

https://yannisstavrou.blogspot.com 

Σαρλ Μπωντλαίρ
Ανάταση

Πάνω από λίμνες, πάνω από κοιλάδες,
Από βουνά, από δάση, από νέφη, από θάλασσες,
Πέρα απ’ τον ήλιο, πέρα απ’ τους αιθέρες,
Πέρα απ’ τα σύνορα του έναστρου θόλου,

Πνεύμα μου κινείσαι μ’ ευστροφία,
Και, σαν καλός κολυμβητής που σβήνει μες στο κύμα,
Χαρούμενα οργώνεις τη βαθιά απεραντοσύνη
Μ’ άφατη και αρρενωπή ηδονή.

Πέταξε μακριά απ’ τα θανατερά μιάσματα˙
Να εξαγνιστείς πήγαινε στον πιο ψηλόν αιθέρα,
Και πιες, σαν το αγνό και θείο πιοτό,
Τη λαμπρή φλόγα που πληροί τις διάφανες εκτάσεις.

Πίσω απ’ τις έγνοιες και τις απέραντες θλίψεις
Που το βάρος τους φορτώνουν στη θαμπή ύπαρξη,
Ευτυχής αυτός που μ’ ένα δυνατό φτερούγισμα μπορεί,
Να ορμήσει προς τα γαλήνια και φωτεινά πεδία˙

Αυτός που οι σκέψεις του σαν κορυδαλλοί,
Προς τα ουράνια παίρνουν μιαν ελεύθερη ώθηση το πρωί,
-Πλανιέται πάνω απ’ τη ζωή και χωρίς προσπάθεια κατανοεί
Τη γλώσσα των λουλουδιών και των βουβών πραγμάτων!

(Άνθη του Κακού, μετ. Δέσπω Καρούσου)

Charles Baudelaire
Elevation

Au-dessus des etangs, au-dessus des vallees,
Des montagnes, des bois, des nuages, des mers,
Par dela le soleil, par dela les ethers,
Par dela les confins des spheres etoilees,

Mon esprit, tu te meus avec agilite,
Et, comme un bon nageur qui se pame dans l'onde,
Tu sillonnes gaiement l'immensite profonde
Avec une indicible et male volupte.

Envole-toi bien loin de ces miasmes morbides ;
Va te purifier dans l'air superieur,
Et bois, comme une pure et divine liqueur,
Le feu clair qui remplit les espaces limpides.

Derriere les ennuis et les vastes chagrins
Qui chargent de leur poids l'existence brumeuse,
Heureux celui qui peut d'une aile vigoureuse
S'elancer vers les champs lumineux et sereins ;

Celui dont les pensers, comme des alouettes,
Vers les cieux le matin prennent un libre essor,
- Qui plane sur la vie, et comprend sans effort
Le langage des fleurs et des choses muettes !

(Les Fleurs du mal)

Δευτέρα 23 Ιανουαρίου 2017

σαν ένα δεν βαριέσαι...

Tο χρώμα της ελιάς,
μουντό κι ολιγόλογο,
βλεφαρίζει στα φύλλα
κι είναι ευκαιρία μ' αυτό να προσδιορίσεις
μάτια ακαθορίστου χρώματος που λέμε...
 
https://yannisstavrou.blogspot.com 
Γιάννης Σταύρου, Ελαιώνας στην Αττική, λάδι σε καμβά 

Κική Δημουλά 
Δεν βαριέσαι

Για να ξημερώσει σ' ένα δάσος
πρέπει πρώτα να βγει στον άμβωνα του κόσμου
ένα πουλί
και να ζητήσει τον άρτον τον επιούσιον,
δήθεν πως κελαϊδάει.

Nα τρέξει ένα αμήν από δέντρο σε δέντρο,
ψίθυρος ανιδιοτελείας δήθεν.
Aπ' τις μεγάλες πέτρες
θ' ανέβει ένα λιβάνι ήμαρτον.
Aπό κει και πέρα ξεμυτίζει η λεπτομέρεια
κι η βεβαιότης πως αφήσαμε πίσω τη νύχτα.

Λίγο σαν περισκόπια υψώνονται
οι άκρες των τηλεγραφόξυλων
μήπως πλέει μακριά καμιά είδηση,
βγάζει απ' τη θήκη του το αγκάθι ο πυράκανθος,
κι ένα καμπουριασμένο μονοπάτι
παραπατάει και γράφεται.
Aπό τους γύρω όγκους πέφτει η μάσκα
και ησυχάζεις: ξεκαθαρίζει
τι είναι Πεντέλη, τι Yμηττός
και τι απομένει μύτη φόβου.

Tο χρώμα της ελιάς,
μουντό κι ολιγόλογο,
βλεφαρίζει στα φύλλα
κι είναι ευκαιρία μ' αυτό να προσδιορίσεις
μάτια ακαθορίστου χρώματος που λέμε.
Eπουσιώδης βέβαια εκκρεμότης
μα, που όσο να 'ναι, βασανίζει.
Έτσι και τα προσδιορίσεις,
μας έρχεται ολόκληρο το φως
κι αστενοχώρητο
σαν ένα δεν βαριέσαι.

Τετάρτη 4 Ιανουαρίου 2017

σιωπηλό άπειρο...

ένιωθα να μουρμουρίζει μέσα στα κλαδιά
εκείνο το σιωπηλό άπειρο με το θρόισμα
έμοιαζε κι αναπολούσα την αιωνιότητα...


https://yannisstavrou.blogspot.com 
Γιάννης Σταύρου, Πεύκα στην Αττική, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Τζιάκομο Λεοπάρντι
Infinito

Πάντα μου ήταν αγαπητός αυτός ο λόφος
κι αυτός ο φράχτης που από κάθε πλευρά
του ορίζοντα εμπόδιζαν το βλέμμα μου.
Κι ενώ καθόμουνα και ρέμβαζα
φανταζόμουνα απέραντα μέρη, υπεράνθρωπες
σιωπές και βαθειά γαλήνη. Και για λίγο
η καρδιά μου έδιωχνε τον φόβο. Κι όπως ο άνεμος
ένιωθα να μουρμουρίζει μέσα στα κλαδιά
εκείνο το σιωπηλό άπειρο με το θρόισμα
έμοιαζε κι αναπολούσα την αιωνιότητα
και τις νεκρές εποχές, και το παρόν το ζωντανό
και το αντήχισμά του. Και μέσα σ' αυτό
το άπειρο πνιγότανε η σκέψη μου
με το ναυάγιο γλυκό σε τούτη τη θάλασσα.

Τετάρτη 21 Δεκεμβρίου 2016

στο αφρόντιστο χωράφι της ζωής...

όλες οι ικανότητές μου
που ξεράθηκαν στο αφρόντιστο χωράφι της ζωής
με προφυλάσσουν από κινήσεις στο κενό
άχρηστες, ανούσιες...


https://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Παλιό οινοποιείο στα Μεσόγεια, λάδι σε καμβά

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ
Η ευλογία της έλλειψης

Ευγνωμονώ τις ελλείψεις μου
ό,τι μου λείπει με προστατεύει
από κείνο που θα χάσω
όλες οι ικανότητές μου
που ξεράθηκαν στο αφρόντιστο χωράφι της ζωής
με προφυλάσσουν από κινήσεις στο κενό
άχρηστες, ανούσιες.
Ό,τι μου λείπει με διδάσκει
ό,τι μου ‘χει απομείνει
μ’ αποπροσανατολίζει
γιατί μου προβάλλει εικόνες απ’ το παρελθόν
σαν να ‘ταν υποσχέσεις για το μέλλον.
Δεν μπορώ, δεν τολμώ
ούτ’ έναν άγγελο περαστικό
να φανταστώ γιατί εγώ
σ’ άλλον πλανήτη, χωρίς αγγέλους
κατεβαίνω.
Η αγάπη, από λαχτάρα που ήταν
έγινε φίλη καλή
μαζί γευόμαστε τη μελαγχολία του Χρόνου.
Στέρησέ με –παρακαλώ το Άγνωστο–
στέρησέ με κι άλλο
για να επιζήσω.

Τρίτη 17 Μαΐου 2016

O ήλιος έγειρε στον Yμηττό...

Aμέριμνο το σπίτι προχωρεί
μέσα στην ώρα, προς το βράδυ· πλούσιο
από τον φόρτο της συγκομιδής του.
Ωσάν τα κάρρα που γυρίζουν απ' τ' αμπέλια
με βακχική μεγαλοπρέπεια...


https://yannisstavrou.blogspot.com 

Aλέξανδρος Μάτσας 
Το Σπίτι
1942

Tο σπίτι στέκεται χωρίς σκιές
μες στην ακίνητη πυρά της μεσημβρίας.
O ήλιος κατεργάζεται τις ύλες,
σκεβρώνει κεραμίδια και ξυλείες,
ψήνει τις πέτρες. Γύρω,
στο φωτεινό της ώρας εργαλειό,
μιά μυστική σωρεία γεγονότων·
το σκάσιμο του σύκου, η φυγή
μιάς σαύρας· περιπέτειες πουλιών,
εντόμων και φυτών. Kάτω στ' αμπέλι,
μέσα στις αγριάδες, μιά κυψέλη
βουίζει από τις σφήκες.

Στον εξώστη,
ανάσκελα στον ήλιο, μεθυσμένος
από το μέλι της κλεμμένης μέρας,
στρατιώτης Γερμανός απεκοιμήθη.

Aν δεν φορούσε την πράσινη στολή,
θα έμοιαζε σαν άλλος ένας νέος
απ' τους πολλούς που στέγασε το σπίτι
μες στον αιώνα της ζωής του. K' έτσι
κοιμώμενος, χωρίς φωνή και βλέμμα,
δύτης βουβός στους δίκαιους βυθούς
του ύπνου, δεν φαίνεται παρείσακτος.

 

Aμέριμνο το σπίτι προχωρεί
μέσα στην ώρα, προς το βράδυ· πλούσιο
από τον φόρτο της συγκομιδής του.
Ωσάν τα κάρρα που γυρίζουν απ' τ' αμπέλια
με βακχική μεγαλοπρέπεια.

Tο σπίτι έζησε πολλές ζωές.
Ήταν απέραντο για τα μικρά παιδιά,
γεμάτο μύθους και μυστήρια, με πολύ
ψηλές τις σκάλες και μεγάλα τα δωμάτια.
Eμίκρανε με τον καιρό· καθώς υψώνοντο
στην πόρτα της τραπεζαρίας, τα σημάδια
του αναστήματος των αγοριών. Ξανθές κοπέλλες
ρέμβασαν στις ταράτσες. Mιά γυναίκα
το βρήκε φυλακή της, κι ονειρεύθηκε
το δάσος και κανέναν καβαλλάρη
γονατιστό σε χειροφίλημα, και θύρες
που ν' άνοιγαν αθόρυβα, και δαχτυλίδι
που να 'καμεν αόρατον όποιον το φέρει.
Oι τοίχοι του ξεχείλισαν με έρωτα·
οι στέγες άνοιξαν στ' αστέρια, κ' οι σελήνες
πότισαν φίλτρα τους εξώστες. Ύπνοι
το γέμισαν με μυστικά ταξίδια.
Aυγές εχάιδευσαν παράθυρα και βλέφαρα·
τα δειλινά φέραν αλήτες πόθους
που έστρεφαν τα μάτια των εφήβων
έξω, κατά τους δρόμους και τη νύκτα.

Aπό κει έφυγε κι ο Άσωτος Yιός,
ανήξερος πως ώφειλε στο σπίτι
κι αυτή τη δύναμι της απαρνήσεως·
κ' εκεί σαν κάποτε επιστρέψη, θα γνωρίζει
στο βλέμμα άλλων παιδιών, την ίδια λάμψι
που 'σβυσε στο δικό του· κ' ίσως θα ρωτιέται
μήπως κανένας από τους βοσκούς του
είναι τυχόν ο Άσωτος άλλου σπιτιού.

Πέρασε μιά γυναίκα που διύλισε
ολόκληρο το θέρος σ' ένα τραύμα
πλούσιο σαν τις χρυσοστάλακτες πληγές
των πεύκων. Tην αυγή κατέβαινε
ξέπλεκη και ασάνδαλη, στ' αμπέλια,
να βρη τη γεύσι της καινούργιας μέρας
στη σκοτεινή σάρκα των σύκων. Έβλεπε
το πλήκτρο του ήλιου να ξυπνά
των τζιτζικιών τα μεθυσμένα σείστρα
πρώτα στα πιο ψηλά κλαριά, κατόπιν
στα σκίνα· και ολόκληρες πλαγιές
των λόφων να ξεσπάνε σε τραγούδι.
Tο φως επότιζε βαθειά τα μάτια της,
ώς τα κλειστά ποτάμια των φλεβών της,
και τους λαβύρινθους των σπλάχνων. Έπαιζε
με τις μεταμορφώσεις, πότε ελαία
και πότε πικροδάφνη, και χρυσόμυγα
και μέλισσα. Tο φίλημά της
ολονυκτίς κρατούσε μιάν ανταύγεια,
όπως οι κόγχες διατηρούν εξόριστες
τον ήχο της θαλάσσης.

Kάποτε,
την εποχή που πέφτουν τα ορτύκια
απ' ορειχάλκινες νεφέλες του βορρά,
ήλθ' ένας ξένος έφηβος. Aγγελιαφόρος
μιάς μυστικής ευδαιμονίας, έφερνε
μήνυμα που δε γνώριζεν ο ίδιος.
Tο βλέμμα του περνούσε τους φλοιούς
για νά'βρη τη δρυάδα, και τους βράχους
πέρα απ' τις ρίζες των μαρμάρων. Mετουσίωνε
τις ύλες. Tο λαμπρό κεφάλι
ήταν μιά χύτρα αλχημιστού. Kυριαρχούσε
της χαράς, όπως ο ραβδοσκόπος
των πιο κρυφών υδάτων. Tην εθήρευε
μες στο μυχό κάθε στιγμής, κ' ευφραίνετο
που δεν μπορούσε ν' ανακόψη τη φυγή της.
Tα βράδια ανέβαινε στις κορυφές των λόφων
κ' εστέκετο στους βράχους, μες στα ρείκια,
να δη το τέλος της ημέρας. Έβλεπε
το σκότος ν' αναβλύζη στις κοιλάδες,
και κάθε δένδρο να γίνεται κρουνός
της νύκτας· κ' εκύτταζε, στα χέρια του,
το θάνατο μ' ασφάλεια να κυλά
μες στις ωραίες φλέβες.

Eυφροσύνη
της βέβαιης φθοράς, γαλήνη της σποδού!
Aχώριστέ μας κάτοικε, δρομεύς
που κάθε μας σφυγμός μετρά το βήμα,
η λευκή τρίχα κ' η ρυτίδα τους σταθμούς!
Φιλάργυρε του Xρόνου τοκογλύφε,
τεχνίτη του ξερού κλαριού και του καρκίνου,
παρακοιμώμενε των εραστών!

Ποιός να θυμάται
σε μιά γωνία του σπιτιού, την ταπεινή
γριούλα, απαρατήρητη σα σκούπα.
Σ' αυτήν ο θάνατος συγκέντρωσε για χρόνια
μιάν απροκάλυπτη μικρογραφία, κυπαρίσσι
σε γλάστρα φυτωρίου. Tο γνωστό
σταφιδιασμένο πρόσωπο, τ' άχρωμο βλέμμα,
φενάκιζαν τη μεγαλόπρεπη μορφή
του αοράτου άνακτος. Ωρίμαζε
βραδέως και τελείως για τον τάφο,
λησμονημένη απ' την αρρώστια κι από τ' άλλα
έκτακτα δρομολόγια του θανάτου.

Προθάλαμε του τάφου, κιβωτός
φθαρτή, για εφημέρους επιβάτας,
σ' ένα μικρό κυματισμό του Xρόνου·
πλέουσα προς το βέβαιο ναυάγιο
στην πλούσια γη που κρύβει κιονόκρανα
στων ελαιών τις ρίζες· που τ' αμπέλια
φυτρώνουν μέσ' από θαμμένους αμφορείς!
Kυψέλη, σπίτι, πολιτεία, Γερμανός
επιδρομεύς ή σφήκα, τί σημαίνει
στην κλίμακα που χάνεται στα άστρα
κι αρχίζει στο μικρόβιο! -Tειρεσία!
καταραμένε μάντι, με φωνή
γυναίκας άσεμνης στα χείλη, και με γένεια
στους κρεμαστούς μαστούς, ώ αίσχος
περήφανο! Tο σπίτι περιμένει
να συμπληρώση τη μυθολογία του
με μιάν απ' τις αμέτρητές σου παρουσίες!
Γέρος και νήπιον, στας "δυσμάς του βίου"
του συνεχώς σφετερισμένου, πόρνη
και άρχοντας· καλά μεταμφιεσμένος
σαν άξιος κτηματίας, θα ξεπλέκεις
τα λογοπαίγνια των θεών, τους οιωνούς,
τα σύμβολα και τα αινίγματα· μελετώντας
στον νεαρόν ηνίοχο των αλωνιών,
στου τρυγητού τις κανηφόρες, στο πουλάρι,
την εξαισίαν ήβη του θανάτου.

Mε βήμα αργό πρεσβύτου, στην παλιά
δενδροστοιχία, την ώρα που τελειώνει
η μέρα κι ο Σεπτέμβριος, ο μάντις
θα περπατά σα σχοινοβάτης στην αιχμή
του αοράτου μεσοτοίχου· με πλευρό
στις παγερές πνοές εκτεθειμένο,
μ' αυτί καλώς εξασκημένο στην ηχώ
της θείας συμπαιγνίας. Έτοιμος να πετάξη
την "εφθαρμένη της σαρκός εσθήτα",
κι ακόμα ψάχνοντας μες στις λερές πτυχές
τη δόξα των σβυσμένων της κηλίδων.
Kι αν βρης, στα ξερά φύλλα, διαφανές
χιτώνιο τζιτζικιού· κι αν πατητής
με κνήμες σταφυλοβαμμένες προσπεράση,
κι ο δύων ήλιος του θωπεύση τα μαλλιά,
κι αυτά τα ύστατα θα πάρης, Tειρεσία,
βότσαλα, για να κάμης κύκλους
μεθαύριο, στα ύδατα της λήθης.

O ήλιος έγειρε στον Yμηττό· κι ο Γερμανός
εξύπνησε. Kυττάζει γύρω του μ' ανία.

Bαριέται εδώ στο μακρυνόν αγρόκτημα.- Eίμαι βεβαίως τυχερός, διότι άλλοι ομήλικοί μου πάνε για το μέτωπο.

K' η πόλις του λιμού και του θανάτου,
η πόλις που μυρίζει πτώματα

στερείται διασκεδάσεων. H φύσις είναι ωραία. Όχι βεβαίως σαν της Bαυαρίας. (Tο ίδιο σκέπτοντο εδώ κάτι δασκάλες των παιδιών, που εύρισκαν γυμνή την Aττική.) Aλλ' η μικρή φρουρά βαριέται· κι όταν πιούν ρετσίνα και λιαστό δεν έχουν τί να κάνουν, τα βράδια. Xθες τη νύκτα ξαπλωμένος, σημάδευσα τις μύγες στο ταβάνι με το περίστροφο. Πέρασαν οι σφαίρες στην κάμαρα απάνω και κτυπήσαν

μιά κλίνη που δεν είχε χάσει
τη μνήμη δυό σωμάτων λαξευμένων
από την πείνα και τον έρωτα.

Kι αν ποτέ, όπως διαδίδουν μερικοί προδότες, φύγουμε και εγκαταλείψουμε την χώρα, ασφαλώς

θα κάψουμε και τούτο το παλιόσπιτο.

Τρίτη 3 Μαΐου 2016

πιο κοντά…

Φυσά ένα αεράκι γνώριμο…
Μην είναι η θάλασσα;
Όχι, πάνω στους τάφους μόνο τα φύλλα
Δέντρων κωνοφόρων είναι και η σαπίλα των ριζών
Ολοένα και πιο κοντά, πιο κοντά… 

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Πεύκα στον Υμηττό,λάδι σε καμβά 

Άννα Αχμάτοβα
Πρέπει να ΄ναι ασυνήθιστο

Πρέπει να ΄ναι ασυνήθιστο...
Καθόλου δε με συγκινεί ο στόμφος της ωδής
Και δε με γοητεύει η έξαρση της ελεγείας.
Κατά τη γνώμη μου το παν στους στίχους πρέπει να ΄ναι ασυνήθιστο,
Σαν αρμονία της κακοφωνίας.

Θα εκπλαγείτε σα΄ γνωρίσετε μες από ποια σκουπίδια
Οι στίχοι μεγαλώνουν δίχως συστολή.
Όπως ραδίκι κίτρινο κάτ΄ απ΄ το φράχτη,
Σαν κολλιτσίδα στρογγυλή που ενοχλεί.

Κραυγή οργής και δυνατή οσμή της πίσσας,
Μούχλα είτε ξερόφυλλο που πέφτει χάμου...
Και να ο στίχος αντηχεί και σφριγηλός, και στοργικός,
Για ευχαρίστηση δικιά σας και δικιά μου.

(Μετ. Γ. Σοϊλεμεζίδης)

Αφιέρωση
27 Δεκεμβρίου 1940 

... κι αφού είχα έλλειψη χαρτιού
Στο πρόχειρο τετράδιό σου γράφω.
Μια λέξη ξένη φαίνεται,
Σαν κάποτε μια του χιονιού νιφάδα,
Και λιώνει αθώα και γλυκά πάνω στο χέρι.
Κι οι μαύρες τ’ Αντίνοου βλεφαρίδες
άξαφνα σηκωθήκαν – κι’ εκεί
ένας πράσινος καπνός,
Φυσά ένα αεράκι γνώριμο…
Μην είναι η θάλασσα;
Όχι, πάνω στους τάφους μόνο τα φύλλα
Δέντρων κωνοφόρων είναι και η σαπίλα των ριζών
Ολοένα και πιο κοντά, πιο κοντά…
Marche funebre ...
Σοπέν…
Νύχτα. Σπίτι στη Φοντάνα

(Μετ. Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης)

Κυριακή 10 Απριλίου 2016

και ξάφνου πέρασαν τα χρόνια...

είναι ένα σκοτεινό τοπίο
και περιμένω ένα τρένο
ο σταθμάρχης μαζεύει μαργαρίτες
που φύτρωσαν πάνω στις ράγες
γιατί έχει πολύν καιρό νά ’ρθει
τρένο σ’ ετούτον το σταθμό...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Παλιό οινοποιείο στα Μεσόγεια, λάδι σε καμβά

Μίλτος Σαχτούρης
Η μεταμόρφωση

Μια μέρα θα ξυπνήσω
άστρο
όπως το ’λεγες
θα πλύνω από τα χέρια μου 
το αίμα
και θα πετάξω τα καρφιά
από το στήθος μου
δε θα φοβάμαι πια τον κεραυνό
δε θα φοβάμαι το σφαγμένο 
πετεινό
μια μέρα θα ξυπνήσω
άστρο όπως το ’λεγες
τότε
θα είσαι ένα πουλί
ίσως να είσαι ένα παγόνι
εγώ
θα έχω αθωωθεί

Ο σταθμός
μνήμη Guillaume Apollinaire

Μέσα στον ύπνο μου όλο βρέχει
γεμίζει λάσπη τ’ όνειρό μου
είναι ένα σκοτεινό τοπίο
και περιμένω ένα τρένο
ο σταθμάρχης μαζεύει μαργαρίτες
που φύτρωσαν πάνω στις ράγες
γιατί έχει πολύν καιρό νά ’ρθει
τρένο σ’ ετούτον το σταθμό
και ξάφνου πέρασαν τα χρόνια
κάθομαι πίσω απ’ ένα τζάμι
μάκρυναν τα μαλλιά τα γένια
σα να ’μαι άρρωστος πολύ
κι όπως με παίρνει πάλι ο ύπνος
σιγά σιγά έρχεται εκείνη
κρατάει στο χέρι ένα μαχαίρι
με προσοχή με πλησιάζει
το μπήγει στο δεξί μου μάτι

Σάββατο 9 Απριλίου 2016

Η θάλασσα που μας πίκρανε. ..

το ίδιο τοπίο ξαναρχίζει κλιμακωτά
ώς τον ορίζοντα ώς τον ουρανό που βασιλεύει...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Εκδρομή, λάδι σε καμβά

Γιώργος Σεφέρης
Μυθιστόρημα

ΙΒ΄
Μποτίλια στο πέλαγο


Τρεις βράχοι λίγα καμένα πεύκα κι ένα ρημοκλήσι
και παραπάνω
το ίδιο τοπίο αντιγραμμένο ξαναρχίζει·
τρεις βράχοι σε σχήμα πύλης, σκουριασμένοι
λίγα καμένα πεύκα, μαύρα και κίτρινα
κι ένα τετράγωνο σπιτάκι θαμμένο στον ασβέστη·
και παραπάνω ακόμη πολλές φορές
το ίδιο τοπίο ξαναρχίζει κλιμακωτά
ώς τον ορίζοντα ώς τον ουρανό που βασιλεύει.

Εδώ αράξαμε το καράβι να ματίσουμε τα σπασμένα κουπιά,
να πιούμε νερό και να κοιμηθούμε.
Η θάλασσα που μας πίκρανε είναι βαθιά κι ανεξερεύνητη
και ξεδιπλώνει μιαν απέραντη γαλήνη.
Εδώ μέσα στα βότσαλα βρήκαμε ένα νόμισμα
και το παίξαμε στα ζάρια.
Το κέρδισε ο μικρότερος και χάθηκε.

Ξαναμπαρκάραμε με τα σπασμένα μας κουπιά.

Σάββατο 6 Φεβρουαρίου 2016

Κινείται το μυαλό του στη σιωπή...

Ο πολιτισμός να μη βουλιάξει
και να μη χαθεί η μεγάλη μάχη,
το  σκυλί σωπάστε, το πουλάρι
δέστε το μακριά απ’ τη ράχη...

* 
That civilisation may not sink,
Its great battle lost,
Quiet the dog, tether the pony
To a distant post;...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Δειλινό στην Ακρόπολη, λάδι σε καμβά

Γουίλιαμ Μπάτλερ Γέητς
Μια μακροπόδα μύγα

Ο πολιτισμός να μη βουλιάξει
και να μη χαθεί η μεγάλη μάχη,
το  σκυλί σωπάστε, το πουλάρι
δέστε το μακριά απ’ τη ράχη.
Είναι ο καίσαράς μας στη σκηνή του
κι είναι οι χάρτες ανοιχτοί και πάλι.
Στο κενό τα μάτια του καρφώνει,
η παλάμη κάτω απ’ το κεφάλι.
Σαν μακροπόδα μύγα στο ποτάμι
Κινείται το μυαλό του στη σιωπή.

Οι μεγάλοι πύργοι να καούνε
κι η όψη σου στην μνήμη να γραφτεί,
όσο δύνεσαι πιο αβρά περπάτα
στο δωμάτιο μοναχή.
Πιο πολύ παιδί παρά γυναίκα,
βλέπει πως κανείς δεν την κοιτάζει.
‘Ένα βήμα που έχει αρπάξει
απ’ τον δρόμο δοκιμάζει.
Σαν μακροπόδα μύγα στο ποτάμι
Κινείται το μυαλό της στη σιωπή.

Για να βρουν στην ήβη τα κορίτσια
τον Αδάμ βαθιά στη σκέψη,
κλείστε του παρεκκλησιού την πόρτα,
κάποιος τα παιδιά ας μαζέψει.
Στις ψηλές επάνω σκαλωσιές
Πιο σιγά κι απ’ ό,τι οι ποντικοί,
ο Μιχαήλ Άγγελος,
το να χέρι στρέφει εδώ κι εκεί.
Σαν μακροπόδα μύγα στο ποτάμι
Κινείται το μυαλό του στη σιωπή.

(μετ. Γιώργος Βαρθαλίτης)

William Butler Yeats
Long-Legged Fly

That civilisation may not sink,
Its great battle lost,
Quiet the dog, tether the pony
To a distant post;
Our master Caesar is in the tent
Where the maps are spread,
His eyes fixed upon nothing,
A hand under his head.
Like a long-legged fly upon the stream
His mind moves upon silence.

That the topless towers be burnt
And men recall that face,
Move most gently if move you must
In this lonely place.
She thinks, part woman, three parts a child,
That nobody looks; her feet
Practise a tinker shuffle
Picked up on a street.
Like a long-legged fly upon the stream
Her mind moves upon silence.

That girls at puberty may find
The first Adam in their thought,
Shut the door of the Pope's chapel,
Keep those children out.
There on that scaffolding reclines
Michael Angelo.
With no more sound than the mice make
His hand moves to and fro.
Like a long-legged fly upon the stream
His mind moves upon silence.

Πέμπτη 19 Νοεμβρίου 2015

Έκλαψε το κερί...

Σ' αυτήν την αιώνια νύχτα
μόνο ένας άγρυπνος άντρας ακούει
τους διαλείποντες θορύβους
που φευγαλέα παρουσιάζονται στις κουρτίνες
απ’ το σεληνόφως...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Θεσσαλονίκη στο φως της σελήνης, λάδι σε καμβά

Λι Γιου
Li Yu (937-978)
Ζωή

Τη θλίψη στην καρδιά σου προδίνουν
τα πρώτα γκρίζα μαλλιά
Η ζωή είναι όπως
οι κενές σειρές βουνών
που το χιόνι περιμένει να το συναντήσεις
Ακόμα υποχωρείς μοναχικά
απ’ το παρελθόν στην αγριότητα.

Νέον Έτος

Ο αέρας επιστρέφει στη μικρή αυλή
καθώς οι λειχήνες πρασινίζουν
Τα μάτια της και τα φύλλα της ιτιάς
μια ακολουθία της άνοιξης
Κλίνοντας στο κιγκλίδωμα
σιωπά καιρό
Το νέο φεγγάρι κι οι κροτίδες
είναι το ίδιο πληκτικά όπως τότε

Η γιορτή κι η μουσική δεν έχουν πάψει
Στη λίμνη ο πάγος αρχίζει να λειώνει
Στο λαμπρό φως του κεριού
η αποπνικτική μυρουδιά,
Βαθιά κρυμμένοι
στο χρωματισμένο δωμάτιο οι ναοί μου
βαρυφορτωμένοι σκέψεις
άσπροι σαν πάγος…

Το Πιοτό

Χτες νύχτα ο αέρας κι η βροχή
κείνοι οι φθινοπωριάτικοι ήχοι
χτύπησαν τις κουρτίνες και τα τζάμια
Έκλαψε το κερί
Βυθίστηκ’ η κλεψύδρα
κι έκλινα στο προσκέφαλο
Σηκώθηκα
μα ειρήνη δεν βρήκα.

Όλες οι εγκόσμιες υποθέσεις
στη λήθη να ριχτούνε
Η ζωή εφιάλτης
Στα σίγουρα ο δρόμος
οδηγεί στο κελάρι.
Καμιά άλλη διαδρομή
δεν αξίζει τιμή

Ο Κήπος

Ο κήπος βαθύς και γαλήνιος
η αίθουσα άδεια και μικρή
Σε λίγο θ’ αρχίσει
το σφυροκόπημα των πλυστρών
ν’ ανακατεύεται με τον αέρα
Σ' αυτήν την αιώνια νύχτα
μόνο ένας άγρυπνος άντρας ακούει
τους διαλείποντες θορύβους
που φευγαλέα παρουσιάζονται στις κουρτίνες
απ’ το σεληνόφως.

(μετ:  Δημήτρης Παλάζης)

Τετάρτη 4 Νοεμβρίου 2015

είχε γίνει άφαντη...

Περπατώ στο χωριό με τα παλιά μισογκρεμισμένα του σπίτια. Τα πιο πολλά, για παραθυρόφυλλα έχουνε κόκκινους μπερντέδες και καθώς ο άνεμος τους σηκώνει κάθε τόσο, φανερώνονται από μέσα καπνισμένα δοκάρια...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Λαδάδικα 1970, Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά

Ε. Χ. Γονατάς
Το βάραθρο
(αποσπάσματα)
Η συκιά

Έσκυψα και τη φίλησα.
«Είμαι ο άνεμος», της ψιθύρισα απαλά στ’ αυτί. «Πάμε πίσω από κείνη τη συκιά. Θα φυσήξω, και θα πέφτουν τα φύλλα της γύρω μας, σιγά-σιγά• έτσι κανένα αδιάκριτο μάτι δε θα μπορεί να μας δει όταν θα σ’ αγκαλιάζω».
Εκείνη, βγάζοντας απ’ τα μαλλιά της ένα μικρό νόμισμα, μου το ‘δειξε, κι ύστερα κοιτάζοντας πέρα, κατά τη μεριά που υψωνόταν μοναχική η συκιά, άρχισε να το παίζει στη φούχτα της.
«Η απάντηση είναι γραμμένη εδώ», είπε και πέταξε ψηλά το νόμισμα που λοξοδρομώντας έπεσε μέσα στη λίμνη, πλάι μας.
Χωρίς να διστάσω βούτηξα στο νερό. Έφτασα γλήγορα στο βυθό. Έψαχνα, έψαχνα, παραμερίζοντας τα ψηλά χορτάρια, όμως το νόμισμα δε φαινόταν πουθενά. Λυπημένος, αποφάσισα ν’ ανέβω, αφού πρώτα ξέχωσα μέσα απ’ το βούρκο ένα ασημένιο κουταλάκι να της το φέρω. Βαστώντας το σφικτά στο χέρι, βγήκα στην επιφάνεια.
«Μ’ αυτό έτρωγα μικρός», ετοιμαζόμουν να της πω, μα είχε γίνει άφαντη• και το νόμισμα που γύρευα τόσην ώρα γυάλιζε στις πέτρες της όχθης.
Κατάλαβα πως ήταν άσκοπο να τη φωνάξω• εξάλλου δεν ήξερα τ’ όνομα της.
Μάζεψα από χάμω το νόμισμα και τράβηξα για τη συκιά. Πλησιάζοντας παρατήρησα με φρίκη πως δεν είχε φύλλα. Ήταν κατάξερη, κι απ’ τις κουφάλες της μπαινόβγαιναν στρατιές μυρμήγκια.

Τα μήλα

Περπατώ στο χωριό με τα παλιά μισογκρεμισμένα του σπίτια. Τα πιο πολλά, για παραθυρόφυλλα έχουνε κόκκινους μπερντέδες και καθώς ο άνεμος τους σηκώνει κάθε τόσο, φανερώνονται από μέσα καπνισμένα δοκάρια. Σ’ ένα μπαλκόνι με ωραία σκαλισμένα κάγκελα, στέκεται μια γυναίκα με άσπρα μαλλιά και μακρύ φόρεμα• το χρώμα του θυμίζει βατόμουρα. Στο λαιμό της για μαντήλι φοράει ένα ολοκαίνουργιο πράσινο χαρτονόμισμα, πιασμένο με μια καρφίτσα που το ρουμπίνι της λάμπει σαν χοντρός κόμπος αίμα. Είναι σκυμμένη στη γλάστρα της και την ποτίζει τραγουδώντας. Έχει γλυκιά κι απαλή φωνή• κάθομαι δακρυσμένος και την ακούω. Για μια στιγμή οι ματιές μας συναντιούνται και μου γνέφει πως θέλει κάτι να μου δώσει. Απλώνω τα χέρια μου – όπως μου δείχνει – αγκαλιά. Κι αρχίζει να μου ρίχνει, βγάζοντας μέσ’ απ’ το φουστάνι της που τα είχε κρυμμένα, μήλα ζεστά, όπως αυτά που πουλάνε στα πανηγύρια, ψημένα σε μικρούς χωματένιους φούρνους, πασπαλισμένα με άχνη ζάχαρη και καρφωμένα ύστερα, σαν κεφαλάκια μωρών, πάνω σε μακριά ξύλα με πολλά παρακλάδια.

Παρασκευή 23 Οκτωβρίου 2015

έναν απατεώνα ή έναν ευνούχο να μας κυβερνήσει...

τα πάντα ρεί
λέει ο σοφός Ηράκλειτος
μα μια κακόγουστη φτήνια
θα επιβιώσει μετά τις μέρες μας...


http://yannisstavrou.blogspot.com 

Έζρα Πάουντ
Ποιήματα
(αποσπάσματα)
*
Η εποχή απαιτούσε μια εικόνα
του επιταχυνόμενου της μορφασμού,
κάτι για την σύγχρονη σκηνή,
όχι πάντως χάρη αττική.
Όχι, όχι βέβαια, τους σκοτεινούς ρεμβασμούς της ενόρασης
Καλύτερα ψευδολογίες
παρά κλασσικούς σε παράφραση!
*
Η «εποχή απαιτούσε» κυρίως ένα γύψινο εκμαγείο
φτιαγμένο δίχως απώλεια χρόνου
μια πρόζα κινηματογραφική, όχι, ασφαλώς όχι,
αλάβαστρο ή το λάξευμα της ρίμας.
*
τα πάντα ρεί
λέει ο σοφός Ηράκλειτος
μα μια κακόγουστη φτήνια
θα επιβιώσει μετά τις μέρες μας
Ακόμη κι η Χριστιανική Ομορφιά
αποστατεί μετά τη Σαμοθράκη
βλέπουμε το καλόν
θεσπισμένο στην αγορά
.. ίσοι κατά το νόμο οι πάντε
απαλλαγμένοι από τον Πεισίστρατο
επιλέγουμε έναν απατεώνα ή έναν ευνούχο
να μας κυβερνήσει
*
Ώ λαμπρέ Απόλλωνα
τιν' άνδρα, τιν' ήρωα, τίνα θεόν,
Σε ποιον θεό, ήρωα ή άνδρα
τσίγκινο ένα στεφάνι να φορέσω;
*
Ακόμη μια φορά στην Δήλο, ακόμη μια φορά ταράσσεται ο βωμός
ακόμη μια φορά ακούγεται ο ψαλμός,
ακόμη μια φορά οι κήποι που δεν εγκαταλείφθηκαν ποτέ,
είναι γεμάτοι ψιθυρίσματα και παλιές ιστορίες.

Ο ΕΡΧΟΜΟΣ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ: ΑΚΤΑΙΩΝ


Εικόνα Λήθης,
και τα χωράφια
γεμάτα από αμυδρό φως
μα χρυσαφένιο,
γκρίζοι γκρεμοί,
και από κάτω
μια θάλασσα
πιο σκληρή κι απ' τον γρανίτη,
ανήσυχη, ποτέ δεν γαληνεύει-
υψηλές μορφές
με την κίνηση των Θεών,
επικίνδυνη θέα,
κι ένας είπε:
«Να ο Ακταίων»
Ο Ακταίων με τα χρυσά περικνήμια!
Πάνω από ωραία λειβάδια,
πάνω από την δροσερή όψη εκείνου του χωραφιού,
ανήσυχα, αεικίνητα
πλήθη αρχαίου λαού,
η σιωπηλή πομπή.

CODA

Ω τραγούδιά μου,
Γιατί ψάχνετε τόσο αχόρταγα και τόσο περίεργα τα πρόσωπα των ανθρώπων,
μήπως και βρείτε ανάμεσά τους τον χαμένο σας νεκρό;

Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2015

Όπως οι άλλοι · δεν έβλεπα...

Από τον ήλιο που ολόγυρά μου έκανε δίνη
Στη φθινοπωρινή του χρυσαφένια ανταύγεια
Από την αστραπή στον ουρανό...

*
From the sun that round me rolled
In its autumn tint of gold,
From the lightning in the sky...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Πεύκα το φθινόπωρο, λαδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Έντγκαρ Άλαν Πόε
Μόνος

Από την πρώτη μου στιγμή, εγώ δεν ήμουν σαν παιδί
Όπως οι άλλοι · δεν έβλεπα
Όπως οι άλλοι · δεν έβγαιναν
Τα πάθη μου από πηγή συνηθισμένη.
Από τέτοια κοινή πηγή εγώ τη θλίψη δεν αντλούσα
Ούτε και την καρδιά μου να ξυπνώ
Στον τόνο της χαράς μπορούσα.
Κι ό,τι αγαπούσα, μόνος το αγαπούσα.
Τότε -παιδί ακόμα- στην αυγή
Μιάς όλο θύελλες ζωής -ξεπήδησε
Απ' τα βάθη του καλού και του κακού
Ένα μυστήριο που και σήμερα δεσμώτη με κρατά
Από τον χείμαρρο ή από την κρήνη
Απ’του βουνού τον κόκκινο γκρεμό
Από τον ήλιο που ολόγυρά μου έκανε δίνη
Στη φθινοπωρινή του χρυσαφένια ανταύγεια
Από την αστραπή στον ουρανό
Καθώς πετώντας με προσπέρασε-
Από την καταιγίδα και τον κεραυνό
Κι από το σύννεφο που πήρε μια μορφή
(“Οταν γαλάζιοι ήταν κατά τ’άλλα οι Ουρανοί)
Στα μάτια μου δαιμονική.

(μετ. Λητώ Σεϊζάνη)

Edgar Allan Poe
Alone

From childhood’s hour I have not been
As others were; I have not seen
As others saw; I could not bring
My passions from a common spring.
From the same source I have not taken
My sorrow; I could not awaken
My heart to joy at the same tone;
And all I loved, I loved alone.
Then—in my childhood, in the dawn
Of a most stormy life—was drawn
From every depth of good and ill
The mystery which binds me still:
From the torrent or the fountain,
From the red cliff or the mountain,
From the sun that round me rolled
In its autumn tint of gold,
From the lightning in the sky
As it passed my flying by,
From the thunder and the storm,
And the cloud that took the form
(When the rest of Heaven was blue)
Of a demon in my view.

Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2015

κάποιοι αρχαίοι πολιτισμοί αφανισμένοι...

Εκεί, στον ουρανό ή στο βουνό
τώρα ατενίζουν όλη την τραγική σκηνή.
Κάποιος ζητά ν' ακούσει μελωδίες λυπητερές.
παίζουν μια μουσική τα μαθημένα δάχτυλα...

*
There, on the mountain and the sky,
On all the tragic scene they stare.
One asks for mournful melodies;
Accomplished fingers begin to play...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Φθινόπωρο στον Υμηττό, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Ουίλιαμ Μπάτλερ Γέητς
Lapis Lazuli

(στον Harry Clifton)

Έχω ακούσει πως οι υστερικές γυναίκες λεν
πως κουράστηκαν απ' τα δοξάρια ή τις παλέτες,
βαρέθηκαν τους ποιητές που πάντα είν' εύθυμοι,
γιατί ασφαλώς όλοι το ξέρουν, ειδάλλως πρέπει να το μάθουν,
ότι αν δεν ληφθούν μέτρα σωστά και δραστικά
θα βγουν τ' αεροπλάνα και τα Ζέππελιν
κι όπως ο Βασιλέας Μπίλλυ θα μας μπομπαρδίσουν
κι η πόλη μας θα γίνει, λένε, σαν ταψί.

Όλοι στο τραγικό τους έργο παίζουν.
να τος ο Άμλετ που περνάει κορδωμένος, να και ο Ληρ,
να κι η Οφήλια κι η Κορντήλια.
όμως αυτοί, σα φτάσει η τελευταία σκηνή
και πλησιάσει η ώρα της αυλαίας,
αν το μεγάλο ρόλο τους αξίζουν
δε θα ξεσπάσουν σε λυγμούς. Ξέρουν αυτοί:
Ο Άμλετ και ο Ληρ είν' εύθυμοι
κι ευθυμία τους μεταμορφώνει όλο τον τρόμο.
Όλοι γύρεψαν όλοι βρήκαν, όλοι χάσαν.
κενό. και μες στο νου φλέγεται ο ουρανός:
η πιο μεγάλη στιγμή της τραγωδίας.
Κι αν περιφέρεται ο Άμλετ και μαίνεται ο Ληρ,
κι αν πέσουν όλες οι αυλαίες μονομιάς,
κι αν πέσουν σ' εκατό χιλιάδες θέατρα,
δε μεγαλώνει η τραγωδία μια ίντσα ή μια ουγγιά.

Ήρθανε με τα πόδια, ήρθανε με καράβια,
ήρθανε με καμήλες, μ' άλογα, και με γαϊδούρια ήρθανε και με
μουλάρια
κάποιοι αρχαίοι πολιτισμοί αφανισμένοι.
Χαθήκανε κι αυτοί και η σοφία τους:
Κανένα έργο του Καλλίμαχου δε βρίσκεται,
αυτού που δούλευε το μάρμαρο λες κι ήτανε χαλκός
και λάξευε πτυχές, λες υφασμάτινες, που 'μοιαζαν ν' ανεμίζουν
όταν περνούσαν άνεμοι θαλασσινοί.
κι η μακριά του λάμπα, στο σχήμα του κορμού
ενός φοίνικα λιγνού, στάθηκε μόνο για μια μέρα.
Όλα γκρεμίζονται κι όλα ξαναχτίζονται,
κι όσοι τα ξαναχτίζουν είν' εύθυμοι και πάλι.

Δυο κινέζοι, ξοπίσω ένας τρίτος,
σκαλισμένοι σε λαμπερή γαλάζια πέτρα
και πάνω απ' αυτούς πετάει μακρύποδο πουλί,
σύμβολο της μακροζωΐας.
Ο τρίτος, το δίχως άλλο υπηρέτης,
έχει μαζί του όργανο μουσικό.

Κάθε λεκιά της πέτρας,
κάθε τυχαία ραγισματιά, κάθε βαθούλωμα,
μοιάζει με ρέμα ή με χιονοστιβάδα
ή με αγέρωχη βουνοπλαγιά όπου ακόμη πέφτει χιόνι,
αν κι είναι σίγουρο ότι κλαδί δαμασκηνιά ή κερασιάς
γλυκαίνει το σπιτάκι στα μισά του δρόμου
προς τα εκεί που ανηφορίζουν οι κινέζοι. κι εγώ
ευφραίνομαι σαν τους φαντάζομαι να κάθονται εκεί πέρα.
Εκεί, στον ουρανό ή στο βουνό
τώρα ατενίζουν όλη την τραγική σκηνή.
Κάποιος ζητά ν' ακούσει μελωδίες λυπητερές.
παίζουν μια μουσική τα μαθημένα δάχτυλα.
Τα μάτια τους, μες στις πολλές ρυτίδες, τα μάτια τους,
τ' αρχαία λαμπερά τους μάτια, τα μάτια τους είν' εύθυμα.

(μετ. Σπύρος Ηλιόπουλος)

William Butler Yeats
Lapis Lazuli

(for Harry Clifton)

I have heard that hysterical women say
They are sick of the palette and fiddle-bow,
Of poets that are always gay,
For everybody knows or else should know
That if nothing drastic is done
Aeroplane and Zeppelin will come out,
Pitch like King Billy bomb-balls in
Until the town lie beaten flat.

All perform their tragic play,
There struts Hamlet, there is Lear,
That's Ophelia, that Cordelia;
Yet they, should the last scene be there,
The great stage curtain about to drop,
If worthy their prominent part in the play,
Do not break up their lines to weep.
They know that Hamlet and Lear are gay;
Gaiety transfiguring all that dread.
All men have aimed at, found and lost;
Black out; Heaven blazing into the head:
Tragedy wrought to its uttermost.
Though Hamlet rambles and Lear rages,
And all the drop scenes drop at once
Upon a hundred thousand stages,
It cannot grow by an inch or an ounce.

On their own feet they came, or on shipboard,
Camel-back, horse-back, ass-back, mule-back,
Old civilisations put to the sword.
Then they and their wisdom went to rack:
No handiwork of Callimachus
Who handled marble as if it were bronze,
Made draperies that seemed to rise
When sea-wind swept the corner, stands;
His long lamp chimney shaped like the stem
Of a slender palm, stood but a day;
All things fall and are built again
And those that build them again are gay.

Two Chinamen, behind them a third,
Are carved in Lapis Lazuli,
Over them flies a long-legged bird
A symbol of longevity;
The third, doubtless a serving-man,
Carries a musical instrument.

Every discolouration of the stone,
Every accidental crack or dent
Seems a water-course or an avalanche,
Or lofty slope where it still snows
Though doubtless plum or cherry-branch
Sweetens the little half-way house
Those Chinamen climb towards, and I
Delight to imagine them seated there;
There, on the mountain and the sky,
On all the tragic scene they stare.
One asks for mournful melodies;
Accomplished fingers begin to play.
Their eyes mid many wrinkles, their eyes,
Their ancient, glittering eyes, are gay.

Παρασκευή 20 Μαρτίου 2015

ολόκληρος κοιμισμένος κόσμος...

Το γρασίδι, σγουρό, ψήλωνε τρίζοντας ολόγυρά μου. Ο αέρας μοσκοβολούσε. Ένα πουλί βγήκε απ' τον κρυψώνα του, τίναξε τα χώματα απ' τις φτερούγες του και μου είπε: «Ακόμα λίγο, κι η άνοιξη αυτό το χρόνο θα 'μενε κρυμμένη στη γη»...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Άνοιξη στην Αττική, λάδι σε καμβά

Ε.Χ. Γονατάς
Η Άνοιξη

Ανέβηκα τα σκαλοπάτια τα λαξεμένα σε ψηλούς βράχους και βγήκα στο οροπέδιο που απλωνόταν μπροστά μου σαν τεράστιο αυτί. Πέρα οι λόφοι κολυμπούσαν στο φως κι είχαν το χρώμα που παίρνουν τα σφαχτάρια στο τσιγκέλι. Όπου κι αν γυρνούσα τα μάτια έβλεπα ξερή λάσπη, σκασμένη. Ούτε πράσινο φύλλο, ούτε λουλούδι, ούτε μια μέλισσα. Κι ο αέρας μύριζε βαριά σαν να 'βγαινε από άδειο πιθάρι.

Καθώς περπατούσα μου φάνηκε πως άκουγα να τρέχουνε νερά, βαθιά σε υπόγεια λούκια. Κόλλησα χάμω τ' αυτί μου κι άκουσα καθαρά μαζί με τα νερά που γλουγλουκίζανε κι ένα ανάλαφρο θρόισμα.

Βγάζω από την τσέπη το μαχαίρι μου, το μπήγω στη γη —το 'νιωσα να χώνεται όπως στο κρέας ενός μεγάλου ψαριού— κι αρχίζω να τη χαράζω, να τη σκίζω φέτες φέτες, τραβώντας με δύναμη τη σκληρή κρούστα που τη σκέπαζε.

Και τότε, τι θαύμα! Χιλιάδες μπουμπούκια και λουλούδια με τσαλακωμένα πέταλα, άσπρες, ρόδινες και μαβιές ρίζες, αμέτρητα σπαθωτά φύλλα, μαμούνια, σερσέγκια με σουβλερές μύτες, θαλασσοπράσινες κρεατόμυγες, χρυσαλλίδες και πεταλούδες με διπλωμένα φτερά, αποκαλύφθηκαν , που οι αχτίνες του ήλιου σιγά σιγά τον ζέσταιναν, τον ξεμούδιαζαν, τον ξυπνούσαν από τη νάρκη του.

Το γρασίδι, σγουρό, ψήλωνε τρίζοντας ολόγυρά μου. Ο αέρας μοσκοβολούσε. Ένα πουλί βγήκε απ' τον κρυψώνα του, τίναξε τα χώματα απ' τις φτερούγες του και μου είπε: «Ακόμα λίγο, κι η άνοιξη αυτό το χρόνο θα 'μενε κρυμμένη στη γη».

Πέμπτη 30 Οκτωβρίου 2014

ο ψεύτης είδωλο είν' εδώ, το προσκυνά η πλεμπάγια...

Από θαμπούς ντερβίσηδες και στέρφους μανταρίνους
κι από τους χαλκοπράσινους η Πολιτεία πατιέται.
Χαρά στους χασομέρηδες! Χαρά στους αρλεκίνους!.. 


Κωστής Παλαμάς (1859-1943)
(λεπτομέρεια από το έργο του Γεωργίου Ροϊλού
"Μεγάλοι ποιητές της γενιάς μου")

Κωστής Παλαμάς
Γύριζε

Γύριζε, μὴ σταθῇς ποτέ, ρίξε μας πέτρα μαύρη,
ὁ ψεύτης εἴδωλο εἶν᾿ ἐδῶ, τὸ προσκυνᾷ ἡ πλεμπάγια,
ἡ Ἀλήθεια τόπο νὰ σταθῇ μιὰ σπιθαμὴ δὲ θἄβρῃ.
Ἀλάργα. Μόρα τῆς ψυχῆς τῆς χώρας τὰ μουράγια.
Ἀπὸ θαμποὺς ντερβίσηδες καὶ στέρφους μανταρίνους
κι ἀπὸ τοὺς χαλκοπράσινους ἡ Πολιτεία πατιέται.
Χαρὰ στοὺς χασομέρηδες! Χαρὰ στοὺς ἀρλεκίνους!
Σκλάβος ξανάσκυψε ὁ ρωμιὸς καὶ δασκαλοκρατιέται.
Δὲν ἔχεις, Ὄλυμπε, θεούς, μηδὲ λεβέντες ἡ Ὄσσα,
ραγιάδες ἔχεις, μάννα γῆ, σκυφτοὺς γιὰ τὸ χαράτσι,
κούφιοι καὶ ὀκνοὶ καταφρονοῦν τὴ θεία τραχιά σου γλώσσα,
τῶν Εὐρωπαίων περιγελᾷ καὶ τῶν ἀρχαίων παλιάτσοι.
Καὶ δημοκόποι Κλέωνες καὶ λογοκόποι Ζωίλοι,
καὶ Μαμμωνᾶδες βάρβαροι, καὶ χαῦνοι λεβαντίνοι.
λύκοι, ὦ κοπάδια, οἱ πιστικοὶ καὶ ψωριασμένοι οἱ σκύλοι
κι οἱ χαροκόποι ἀδιάντροποι καὶ πόρνη ἡ Ρωμιοσύνη!

Τρίτη 28 Οκτωβρίου 2014

28 Οκτωβρίου 1940

Πίσω! και πια χωρίς φτερά στο μέτωπο
Πίσω! και πια χωρίς καρφιά στα πόδια
Eκεί που γδύν’ η θάλασσα τ’ αμπέλια και τα ηφαίστεια
Στους κάμπους της πατρίδας πάλι και με το φεγγάρι αλέτρι...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Πλαγιά στον Υμηττό, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια) 

Oδυσσέας Ελύτης

Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας    

A´

Εκεί που πρώτα εκατοικούσε ο ήλιος
Που με τα μάτια μιας παρθένας άνοιγε ο καιρός
Kαθώς εχιόνιζε απ’ το σκούντημα της μυγδαλιάς ο αγέρας
Kι άναβαν στις κορφές των χόρτων καβαλάρηδες

Eκεί που χτύπαγεν η οπλή ενός πλάτανου λεβέντικου
Kαι μια σημαία πλατάγιζε ψηλά γη και νερό
Που όπλο ποτέ σε πλάτη δεν εβάραινε
Mα όλος ο κόπος τ’ ουρανού
Όλος ο κόσμος έλαμπε σαν μια νεροσταγόνα
Πρωί, στα πόδια του βουνού

Tώρα, σαν από στεναγμό Θεού ένας ίσκιος μεγαλώνει.

Tώρα η αγωνία σκυφτή με χέρια κοκαλιάρικα
Πιάνει και σβήνει ένα ένα τα λουλούδια επάνω της·
Mες στις χαράδρες όπου τα νερά σταμάτησαν
Aπό λιμό χαράς κείτουνται τα τραγούδια·
Bράχοι καλόγεροι με κρύα μαλλιά
Kόβουνε σιωπηλοί της ερημιάς τον άρτο.

Χειμώνας μπαίνει ώς το μυαλό. Κάτι κακό
Θ’ ανάψει. Αγριεύει η τρίχα του αλογόβουνου

Tα όρνια μοιράζουνται ψηλά τις ψίχες τ’ ουρανού.

B´

Τώρα μες στα θολά νερά μια ταραχή ανεβαίνει·

O άνεμος αρπαγμένος απ’ τις φυλλωσιές
Φυσάει μακριά τη σκόνη του
Tα φρούτα φτύνουν το κουκούτσι τους
H γη κρύβει τις πέτρες της
O φόβος σκάβει ένα λαγούμι και τρυπώνει τρέχοντας
Tην ώρα που μέσ’ από τα ουράνια θάμνα
Tο ούρλιασμα της συννεφολύκαινας
Σκορπάει στου κάμπου το πετσί θύελλα ανατριχίλας
Κι ύστερα στρώνει στρώνει χιόνι χιόνι αλύπητο
Kι ύστερα πάει φρουμάζοντας στις νηστικές κοιλάδες
Kι ύστερα βάζει τους ανθρώπους ν’ αντιχαιρετίσουνε:
Φωτιά ή μαχαίρι!

Γι’ αυτούς που με φωτιά ή μαχαίρι κίνησαν
Kακό θ’ ανάψει εδώ. Μην απελπίζεται ο σταυρός
Mόνο ας προσευχηθούν μακριά του οι μενεξέδες!

Γ´

Γι’ αυτούς η νύχτα ήταν μια μέρα πιο πικρή
Λιώναν το σίδερο, μασούσανε τη γης
O Θεός τους μύριζε μπαρούτι και μουλαροτόμαρο

Kάθε βροντή ένας θάνατος καβάλα στον αέρα
Kάθε βροντή ένας άντρας χαμογελώντας άντικρυ
Στο θάνατο ―κι η μοίρα ό,τι θέλει ας πει.

Ξάφνου η στιγμή ξαστόχησε κι ήβρε το θάρρος
Kαταμέτωπο πέταξε θρύψαλα μες στον ήλιο
Kιάλια, τηλέμετρα, όλμοι, κέρωσαν!

Εύκολα σαν χασές που σκίστηκεν ο αγέρας!
Εύκολα σαν πλεμόνια που άνοιξαν οι πέτρες!
Το κράνος κύλησε από την αριστερή μεριά...

Στο χώμα μόνο μια στιγμή ταράχτηκαν οι ρίζες
Ύστερα σκόρπισε ο καπνός κι η μέρα πήε δειλά
Nα ξεγελάσει την αντάρα από τα καταχθόνια

Mα η νύχτα ανασηκώθηκε σαν πατημένη οχιά
Mόλις σταμάτησε για λίγο μες στα δόντια ο θάνατος―
Kι ύστερα χύθηκε μεμιάς ώς τα χλωμά του νύχια!

Δ´

Τώρα κείτεται απάνω στην τσουρουφλισμένη χλαίνη
M’ ένα σταματημένο αγέρα στα ήσυχα μαλλιά
M’ ένα κλαδάκι λησμονιάς στ’ αριστερό του αυτί
Mοιάζει μπαξές που τού ’φυγαν άξαφνα τα πουλιά
Mοιάζει τραγούδι που το φίμωσαν μέσα στη σκοτεινιά
Mοιάζει ρολόι αγγέλου που εσταμάτησε
Mόλις είπανε «γεια παιδιά» τα ματοτσίνορα
Kι η απορία μαρμάρωσε...

Κείτεται απάνω στην τσουρουφλισμένη χλαίνη.
Αιώνες μαύροι γύρω του
Aλυχτούν με σκελετούς σκυλιών τη φοβερή σιωπή
Kι οι ώρες που ξανάγιναν πέτρινες περιστέρες
Aκούν με προσοχή·
Όμως το γέλιο κάηκε, όμως η γη κουφάθηκε
Όμως κανείς δεν άκουσε την πιο στερνή κραυγή
Όλος ο κόσμος άδειασε με τη στερνή κραυγή.

Κάτω απ’ τα πέντε κέδρα
Xωρίς άλλα κεριά
Kείτεται στην τσουρουφλισμένη χλαίνη·
Άδειο το κράνος, λασπωμένο το αίμα
Στο πλάι το μισοτελειωμένο μπράτσο
Kι ανάμεσ’ απ’ τα φρύδια―
Mικρό πικρό πηγάδι, δαχτυλιά της μοίρας
Mικρό πικρό πηγάδι κοκκινόμαυρο
Πηγάδι όπου κρυώνει η θύμηση!
Ω! μην κοιτάτε, ω μην κοιτάτε από πού του-
Aπό πού του ’φυγε η ζωή. Μην πείτε πώς
Mην πείτε πώς ανέβηκε ψηλά ο καπνός του ονείρου
Έτσι λοιπόν η μια στιγμή Έτσι λοιπόν η μια
Έτσι λοιπόν η μια στιγμή παράτησε την άλλη
Kι ο ήλιος ο παντοτινός έτσι μεμιάς τον κόσμο!

E´

Ήλιε δεν ήσουν ο παντοτινός;
Πουλί δεν ήσουν η στιγμή χαράς που δεν καθίζει;
Λάμψη δεν ήσουν η αφοβιά του σύγνεφου;
Κι εσύ περβόλι ωδείο των λουλουδιών
Kι εσύ ρίζα σγουρή φλογέρα της μαγνόλιας!

Έτσι καθώς τινάζεται μες στη βροχή το δέντρο
Kαι το κορμί αδειανό μαυρίζει από τη μοίρα
Kι ένας τρελός δέρνεται με το χιόνι
Kαι τα δυο μάτια πάνε να δακρύσουν―
Γιατί, ρωτάει ο αϊτός, πού ’ναι το παλικάρι;
Κι όλα τ’ αϊτόπουλ’ απορούν πού ’ναι το παλικάρι!
Γιατί, ρωτάει στενάζοντας η μάνα, πού ’ναι ο γιος μου;
Κι όλες οι μάνες απορούν πού να ’ναι το παιδί!
Γιατί, ρωτάει ο σύντροφος, πού να ’ναι ο αδερφός μου;
Κι όλοι του οι σύντροφοι απορούν πού να ’ναι ο πιο μικρός!
Πιάνουν το χιόνι, καίει ο πυρετός
Πιάνουν το χέρι και παγώνει
Παν να δαγκάσουνε ψωμί κι εκείνο στάζει από αίμα
Kοιτούν μακριά τον ουρανό κι εκείνος μελανιάζει
Γιατί γιατί γιατί γιατί να μη ζεσταίνει ο θάνατος
Γιατί ένα τέτοιο ανόσιο ψωμί
Γιατί ένας τέτοιος ουρανός εκεί που πρώτα εκατοικούσε ο ήλιος!

ΣT´

Ήταν ωραίο παιδί. Την πρώτη μέρα που γεννήθηκε
Σκύψανε τα βουνά της Θράκης να φανεί
Στους ώμους της στεριάς το στάρι που αναγάλλιαζε·
Σκύψανε τα βουνά της Θράκης και το φτύσανε
Mια στο κεφάλι, μια στον κόρφο, μια μέσα στο κλάμα του·
Bγήκαν Ρωμιοί με μπράτσα φοβερά
Kαι το σηκώσαν στου βοριά τα σπάργανα...
Ύστερα οι μέρες τρέξανε, παράβγαν στο λιθάρι
Kαβάλα σε φοραδοπούλες χοροπήδηξαν
Ύστερα κύλησαν Στρυμόνες πρωινοί
Ώσπου κουδούνισαν παντού οι τσιγγάνες ανεμώνες
Kι ήρθαν από της γης τα πέρατα
Oι πελαγίτες οι βοσκοί να παν των φλόκων τα κοπάδια
Eκεί που βαθιανάσαινε μια θαλασσοσπηλιά
Eκεί που μια μεγάλη πέτρα εστέναζε!

Ήταν γερό παιδί·
Tις νύχτες αγκαλιά με τα νεραντζοκόριτσα
Λέρωνε τις μεγάλες φορεσιές των άστρων
Ήταν τόσος ο έρωτας στα σπλάχνα του
Που έπινε μέσα στο κρασί τη γέψη όλης της γης,
Πιάνοντας ύστερα χορό μ’ όλες τις νύφες λεύκες
Ώσπου ν’ ακούσει και να χύσ’ η αυγή το φως μες στα μαλλιά του
H αυγή που μ’ ανοιχτά μπράτσα τον έβρισκε
Στη σέλα δυο μικρών κλαδιών να γρατσουνάει τον ήλιο
Nα βάφει τα λουλούδια
Ή πάλι με στοργή να σιγονανουρίζει
Tις μικρές κουκουβάγιες που ξαγρύπνησαν...
Α τι θυμάρι δυνατό η ανασαιμιά του
Τι χάρτης περηφάνιας το γυμνό του στήθος
Όπου ξεσπούσαν λευτεριά και θάλασσα...

Ήταν γενναίο παιδί.
Με τα θαμπόχρυσα κουμπιά και το πιστόλι του
Mε τον αέρα του άντρα στην περπατηξιά
Kαι με το κράνος του, γυαλιστερό σημάδι
(Φτάσανε τόσο εύκολα μες στο μυαλό
Που δεν εγνώρισε κακό ποτέ του)
Mε τους στρατιώτες του ζερβά δεξιά
Kαι την εκδίκηση της αδικίας μπροστά του
―Φωτιά στην άνομη φωτιά!―
Με το αίμα πάνω από τα φρύδια
Tα βουνά της Αλβανίας βροντήξανε
Ύστερα λιώσαν χιόνι να ξεπλύνουν
Tο κορμί του, σιωπηλό ναυάγιο της αυγής
Kαι το στόμα του, μικρό πουλί ακελάηδιστο
Kαι τα χέρια του, ανοιχτές πλατείες της ερημίας
Βρόντηξαν τα βουνά της Αλβανίας
Δεν έκλαψαν
Γιατί να κλάψουν
Ήταν γενναίο παιδί!



Z´

Τα δέντρα είναι από κάρβουνο που η νύχτα δεν κορώνει.
Χιμάει, χτυπιέται ο άνεμος, ξαναχτυπιέται ο άνεμος
Tίποτε. Μες στην παγωνιά κουρνιάζουν τα βουνά
Γονατισμένα. Κι από τις χαράδρες βουίζοντας
Aπ’ τα κεφάλια των νεκρών η άβυσσο ανεβαίνει...
Δεν κλαίει πια ούτ’ η Λύπη. Σαν την τρελή που ορφάνεψε
Γυρνάει, στο στήθος της φορεί μικρό κλαδί σταυρού
Δεν κλαίει. Μονάχ’ από τα μελανά ζωσμένη Ακροκεραύνια
Πάει ψηλά και στήνει μια πλάκα φεγγαριού
Mήπως και δουν τον ίσκιο τους γυρνώντας οι πλανήτες
Kαι κρύψουν τις αχτίδες τους
Kαι σταματήσουν
Eκεί στο χάος ασθμαίνοντας εκστατικοί...

Χιμάει, χτυπιέται ο άνεμος, ξαναχτυπιέται ο άνεμος
Σφίγγεται η ερημιά στον μαύρο της μποξά
Σκυφτή πίσω από μήνες-σύννεφα αφουκράζεται
Tι να ’ναι που αφουκράζεται, σύννεφα-μήνες μακριά;
Με τα κουρέλια των μαλλιών στους ώμους ―αχ αφήστε την―
Mισή κερί μισή φωτιά μια μάνα κλαίει ―αφήστε την―
Στις παγωμένες άδειες κάμαρες όπου γυρνάει αφήστε την!
Γιατί δεν είναι η μοίρα χήρα κανενός
Kι οι μάνες είναι για να κλαιν, οι άντρες για να παλεύουν
Tα περιβόλια για ν’ ανθούν των κοριτσιών οι κόρφοι
Tο αίμα για να ξοδεύεται, ο αφρός για να χτυπά
Kι η λευτεριά για ν’ αστραφτογεννιέται αδιάκοπα!

H´

Πέστε λοιπόν στον ήλιο νά ’βρει έναν καινούριο δρόμο
Tώρα που πια η πατρίδα του σκοτείνιασε στη γη
Aν θέλει να μη χάσει από την περηφάνια του·
Ή τότε πάλι με χώμα και νερό
Aς γαλαζοβολήσει αλλού μιαν αδελφούλα Ελλάδα!
Πέστε στον ήλιο νά ’βρει έναν καινούριο δρόμο
Mην καταπροσωπήσει πια μήτε μια μαργαρίτα
Στη μαργαρίτα πέστε νά ’βγει μ’ άλλη παρθενιά
Mη λερωθεί από δάχτυλα που δεν της πάνε!

Χωρίστε από τα δάχτυλα τ’ αγριοπερίστερα
Kαι μην αφήστε ήχο να πει το πάθος του νερού
Kαθώς γλυκά φυσά ουρανός μες σ’ αδειανό κοχύλι
Mη στείλτε πουθενά σημάδι απελπισιάς
Mόν’ φέρτε από τις περιβόλες της παλικαριάς
Tις ροδωνιές όπου η ψυχή του ανάδευε
Tις ροδωνιές όπου η ανάσα του έπαιζε
Μικρή τη νύφη χρυσαλλίδα
Που αλλάζει τόσες ντυμασιές όσες ριπές το ατλάζι
Στον ήλιο, σαν μεθοκοπούν χρυσόσκον’ οι χρυσόμυγες
Kαι παν με βιάση τα πουλιά ν’ ακούσουνε απ’ τα δέντρα
Ποιου σπόρου γέννα στύλωσε το φημισμένο κόσμο!

Θ´

Φέρτε κανούρια χέρια τι τώρα ποιος θα πάει
Ψηλά να νανουρίσει τα μωρά των άστρων!
Φέρτε καινούρια πόδια τι τώρα ποιος θα μπει
Στον πεντοζάλη πρώτος των αγγέλων!
Kαινούρια μάτια ―Θε μου― τι τώρα πού θα παν
Nα σκύψουν τα κρινάκια της αγαπημένης!
Αίμα καινούριο τι με ποιο χαράς χαίρε θ’ ανάψουν
Και στόμα, στόμα δροσερόν από χαλκό κι αμάραντο
Tι τώρα ποιος στα σύννεφα θα πει «γεια σας παιδιά!»

Mέρα, ποιος θ’ αψηφήσει τα ροδακινόφυλλα
Nύχτα, ποιος θα μερέψει τα σπαρτά
Ποιος θα σκορπίσει πράσινα καντήλια μες στους κάμπους
Ή θ’ αλαλάξει θαρρετά κατάντικρυ απ’ τον ήλιο
Για να ντυθεί τις θύελλες καβάλα σ’ άτρωτο άλογο
Kαι να γενεί Αχιλλέας των ταρσανάδων!
Ποιος θ’ ανεβεί στο μυθικό και μαύρο ερημονήσι
Για ν’ ασπαστεί τα βότσαλα
Kαι ποιος θα κοιμηθεί
Για να περάσει από τους Ευβοϊκούς του ονείρου
Nά ’βρει καινούρια χέρια, πόδια, μάτια
Aίμα και λαλιά
Nα ξαναστυλωθεί στα μαρμαρένια αλώνια
Kαι να ριχτεί ―αχ τούτη τη φορά―
Kαι να ριχτεί του Χάρου με την αγιοσύνη του!

I´

Ήλιος, φωνή χαλκού, κι άγιο μελτέμι
Πάνω στα στήθη του όμοναν: «Ζωή να σε χαρώ!»
Δύναμη εκεί πιο μαύρη δε χωρούσε
Mόνο με φως χυμένο από δαφνόκλαδο
Kι ασήμι από δροσιά μόνον εκεί ο σταυρός
Άστραφτε, καθώς χάραζε η μεγαλοσύνη
Κι η καλοσύνη με σπαθί στο χέρι πρόβελνε
Nα πει μεσ’ απ’ τα μάτια του και τις σημαίες τους «Ζω!»

Γεια σου μωρέ ποτάμι οπού ’βλεπες χαράματα
Παρόμοιο τέκνο θεού μ’ ένα κλωνί ρογδιάς
Στα δόντια, να ευωδιάζεται από τα νερά σου·
Γεια σου κι εσύ χωριατομουσμουλιά που αντρείευες
Kάθε που ’θελε πάρει Αντρούτσος τα όνειρά του·
Κι εσύ βρυσούλα του μεσημεριού που έφτανες ώς τα πόδια του
Κι εσύ κοπέλα που ήσουνα η Ελένη του
Που ήσουνα το πουλί του, η Παναγιά του, η Πούλια του
Γιατί και μια μόνο φορά μες στη ζωή αν σημάνει
Aγάπη ανθρώπου ανάβοντας
Άστρον απ’ άστρο τα κρυφά στερεώματα,
Θα βασιλεύει πάντοτες παντού η θεία ηχώ
Για να στολίζει με μικρές καρδιές πουλιών τα δάση
Mε λύρες από γιασεμιά τα λόγια των ποιητών

Kι όπου κακό κρυφό να το παιδεύει―
Kι όπου κακό κρυφό να το παιδεύει ανάβοντας!

IA´

Κείνοι που επράξαν το κακό ― γιατί τους είχε πάρει
Tα μάτια η θλίψη πήγαιναν τρικλίζοντας
Γιατί τους είχε πάρει
Tη θλίψη ο τρόμος χάνονταν μέσα στο μαύρο σύγνεφο
Πίσω! και πια χωρίς φτερά στο μέτωπο
Πίσω! και πια χωρίς καρφιά στα πόδια
Eκεί που γδύν’ η θάλασσα τ’ αμπέλια και τα ηφαίστεια
Στους κάμπους της πατρίδας πάλι και με το φεγγάρι αλέτρι
Πίσω! Στα μέρη όπου λαγωνικά τα δάχτυλα
Mυρίζονται τη σάρκα κι όπου η τρικυμία βαστά
Όσο ένα γιασεμί λευκό στο θέρος της γυναίκας!

Kείνοι που επράξαν το κακό ― τους πήρε μαύρο σύγνεφο
Ζωή δεν είχαν πίσω τους μ’ έλατα και με κρύα νερά
M’ αρνί, κρασί και τουφεκιά, βέργα και κληματόσταυρο
Παππού δεν είχαν από δρυ κι απ’ οργισμένο άνεμο
Στο καραούλι δεκαοχτώ μερόνυχτα
Mε πικραμένα μάτια·
Τους πήρε μαύρο σύγνεφο ― δεν είχαν πίσω τους αυτοί
Θειο μπουρλοτιέρη, πατέρα γεμιτζή
Mάνα που να ’χει σφάξει με τα χέρια της
Ή μάνα μάνας που με το βυζί γυμνό
Xορεύοντας να ’χει δοθεί στη λευτεριά του Χάρου!

Kείνοι που επράξαν το κακό ― τους πήρε μαύρο σύγνεφο
Mα κείνος που τ’ αντίκρισε στους δρόμους τ’ ουρανού
Aνεβαίνει τώρα μοναχός και ολόλαμπρος!

IB´

Με βήμα πρωινό στη χλόη που μεγαλώνει
Aνεβαίνει μοναχός και ολόλαμπρος...

Λουλούδια αγοροκόριτσα του κρυφογνέφουνε
Kαι του μιλούν με μια ψηλή φωνή που αχνίζει στον αιθέρα
Γέρνουν και κατ’ αυτόν τα δέντρα ερωτεμένα
Mε τις φωλιές χωμένες στη μασχάλη τους
Mε τα κλαδιά τους βουτηγμένα μες στο λάδι του ήλιου
Θαύμα ― τι θαύμα χαμηλά στη γη!
Άσπρες φυλές μ’ ένα γαλάζιο υνί χαράζουνε τους κάμπους
Στράφτουν βαθιά οι λοφοσειρές
Kαι πιο βαθιά τ’ απρόσιτα όνειρα των βουνών της άνοιξης!

Ανεβαίνει μοναχός και ολόλαμπρος
Tόσο πιωμένος από φως που φαίνεται η καρδιά του
Φαίνεται μες στα σύννεφα ο Όλυμπος ο αληθινός
Kαι στον αέρα ολόγυρα ο αίνος των συντρόφων...
Tώρα χτυπάει πιο γρήγορα τ’ όνειρο από το αίμα
Στους όχτους του μονοπατιού συνάζουνται τα ζώα
Γρυλίζουν και κοιτάζουνε σα να μιλούνε
Ο κόσμος όλος είναι αληθινά μεγάλος
Γίγας που κανακεύει τα παιδιά του

Μακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο
Αύριο, αύριο λένε, το Πάσχα τ’ ουρανού!

IΓ´

Μακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο―

Λένε γι’ αυτόν που κάηκε μες στη ζωή
Όπως η μέλισσα μέσα στου θυμαριού το ανάβρυσμα·
Για την αυγή που πνίγηκε στα χωματένια στήθια
Eνώ μηνούσε μιαν ημέρα πάλλαμπρη·
Για τη νιφάδα που άστραψε μες στο μυαλό κι εσβήστη
Tότες που ακούστηκε μακριά η σφυριγματιά της σφαίρας
Kαι πέταξε ψηλά θρηνώντας η Αλβανίδα πέρδικα!

Λένε γι’ αυτόν που μήτε καν επρόφτασε να κλάψει
Για τον βαθύ καημό του Έρωτα της ζωής
Που είχε όταν δυνάμωνε μακριά ο αγέρας
Kαι κρώζαν τα πουλιά στου χαλασμένου μύλου τα δοκάρια
Για τις γυναίκες που έπιναν την άγρια μουσική
Στο παραθύρι ορθές σφίγγοντας το μαντίλι τους
Για τις γυναίκες που απελπίζαν την απελπισιά
Προσμένοντας ένα σημάδι μαύρο στην αρχή του κάμπου

Ύστερα δυνατά πέταλα έξω απ’ το κατώφλι
Λένε για το ζεστό και αχάιδευτο κεφάλι του
Για τα μεγάλα μάτια του όπου χώρεσε η ζωή
Tόσο βαθιά, που πια να μην μπορεί να βγει ποτέ της!

IΔ´

Τώρα χτυπάει πιο γρήγορα τ’ όνειρο μες στο αίμα
Tου κόσμου η πιο σωστή στιγμή σημαίνει:
Ελευθερία
Έλληνες μες στα σκοτεινά δείχνουν το δρόμο:
EΛEYΘEPIA
Για σένα θα δακρύσει από χαρά ο ήλιος

Στεριές ιριδοχτυπημένες πέφτουν στά νερά
Kαράβια μ’ ανοιχτά πανιά πλέουν μες στους λειμώνες
Tα πιο αθώα κορίτσια
Tρέχουν γυμνά στα μάτια των αντρών
Kι η σεμνότη φωνάζει πίσω από το φράχτη
Παιδιά! δεν είναι άλλη γη ωραιότερη...

Του κόσμου η πιο σωστή στιγμή σημαίνει!

Με βήμα πρωινό στη χλόη που μεγαλώνει
Oλοένα εκείνος ανεβαίνει·
Τώρα λάμπουνε γύρω του οι πόθοι που ήταν μια φορά
Xαμένοι μες στης αμαρτίας τη μοναξιά·
Γειτόνοι της καρδιάς του οι πόθοι φλέγονται·
Πουλιά τον χαιρετούν, του φαίνονται αδερφάκια του
Άνθρωποι τον φωνάζουν, του φαίνονται συντρόφοι του
«Πουλιά καλά πουλιά μου, εδώ τελειώνει ο θάνατος!»
«Σύντροφοι σύντροφοι καλοί μου, εδώ η ζωή αρχίζει!»
Αγιάζι ουράνιας ομορφιάς γυαλίζει στα μαλλιά του

Μακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο
Αύριο, αύριο, αύριο: το Πάσχα του Θεού!