ζωγράφοι, ελληνική τέχνη, θαλασσογραφίες, τοπία, ζωγραφική, λογοτεχνία, Έλληνες ζωγράφοι, σύγχρονη σκέψη, καράβια, τέχνη, σύγχρονοι ζωγράφοι, ποίηση, πορτρέτα, πίνακες ζωγραφικής, έργα ζωγραφικής, ελληνικά τοπία
t
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες
Κυριακή 30 Απριλίου 2017
Αδιόρατες σκιές...
σαν πανσέληνοι στις στέγες
νοσταλγίες που στολίζονται...
Γιάννης Σταύρου, Θεσσαλονίκη των χρωμάτων, λάδι σε καμβά
Δημήτρης Τρωαδίτης
Αδιόρατες σκιές
Αδιόρατες σκιές
στο παραπέτασμα του χρόνου
καθώς η μετάβαση
ολοκληρώνεται
πανάρχαια
σίγουρη
παντοτινή
η ώρα της σίγουρης απόφασης
η μέρα που μετουσιώνεται σε νύχτα
με τις τελευταίες της αναλαμπές
να αντιστέκονται
αλλά το σκότος να επέρχεται πιο ισχυρό
κάνοντας τις αισθήσεις
να λουφάξουν
ή να διεγερθούν
υπόγεια
αλλά αποφασιστικά
προς το όποιο αύριο…
μέρες
μέρες με μηνύματα
που τα περιμένουμε
όπως ο φτωχός μια βοήθεια
μέρες που γέρνουν ανάποδα
με τραύματα στο σώμα τους
με πληγωμένες ηδονές
μέρες που περνούν ολόγιομες
σαν πανσέληνοι στις στέγες
νοσταλγίες που στολίζονται
μέρες που ξαστερώνουν
σαν αρχοντικά με φωταψίες
ανταύγειες λησμονιάς
μέρες που λειώνουν
αναμνήσεις που χαροπαλεύουν
ψιχάλες που εξαερίζονται
μέρες που όλα επιστρέφουν
σκόρπια εδώ κι εκεί
με θριάμβους απροσδιόριστους
Πηγή
Koskino
Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου 2014
από πού ερχόταν εκείνη η ομίχλη...
Γιάννης Σταύρου, Αποθήκες Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά
Γιώργος Ιωάννου
Η ομίχλη
(Η μόνη κληρονομιά)
Δεν ξέρω πια τι γίνεται με την ομίχλη κι αν εξακολουθεί να πέφτει τόσο πηχτή ή μήπως χάθηκε ολότελα κι αυτή, όπως η πάχνη πάνω απ' τα πρωινά κεραμίδια. Bλέποντας την παρθενική πάχνη να γυαλίζει παντού, λέγαμε: "Eίχε κρύο τη νύχτα" ή "τα λάχανα θα γίνουν με την πάχνη πιο γλυκά• πρέπει να κάνουμε ντολμάδες".
Όταν ερχόταν ο καιρός της ομίχλης, είχα πάντα το νου μου σ' αυτήν. Mέρα τη μέρα περίμενα να με σκεπάσει κι εγώ να χώνομαι αθέατος μέσα της. Θλιβόμουν όμως πολύ, όταν έπεφτε τις καθημερινές, την ώρα που βασανιζόμουν με τα χαρτιά στο γραφείο. Παρακαλούσα να κρατήσει ώς το βράδυ, συνήθως όμως γύρω στο μεσημέρι διαλυόταν από έναν ήλιο ιδιαίτερα δυσάρεστο.
Mα, καμιά φορά, όταν ξυπνώντας τ' απόγευμα, την ώρα που έλεγα αν θα πάω στο σινεμά ή στο καφενείο, έβλεπα αναπάντεχα απ' το παράθυρο το απέραντο θέαμα της ομίχλης, άλλαζα αμέσως σχέδια και πορείες. Σήκωνα το γιακά της καμπαρντίνας, κατέβαινα με σιγουριά τα σκαλιά κι έφευγα για την παραλία, χωρίς ταλαντεύσεις. H ομίχλη είναι για να βαδίζεις μέσα σ' αυτήν. Διασχίζεις κάτι που είναι πυκνότερο από αέρας και σε στηρίζει. Aλλά και κάτι ακόμα• ομίχλη χωρίς λιμάνι είναι πράγμα αταίριαστο.
H ομίχλη ήταν ακόμα πιο γλυκιά, όταν την ψιλοκεντούσε εκείνη η βροχή, η πολύ ψιλή βροχή του ουρανού μας. Aυτή που δε σε βρέχει, μα σε ποτίζει μονάχα και φυτρώνουν πιο λαμπερά τα μαλλιά σου την άλλη βδομάδα. Kαι τότε έπαιρναν νόημα τα φώτα και τα τραμ και τα κορναρίσματα. Aκόμα κι οι πολυκατοικίες γίνονταν ελκυστικές μες στην αχνάδα.
Kι ύστερα έφτανα στο καφενείο του λιμανιού, αυτό που από χρόνια είναι γκρεμισμένο, να ξαναβρώ την παρέα μου. Kι όταν δεν ήταν εκεί -και δεν ήταν ποτέ εκεί- καθόμουν ώρες και καρτερούσα. Πίσω απ' τα τζάμια διαβαίναν αράδα οι σκιές αυτών, που τώρα έχουν πεθάνει. Kολλούσαν το μούτρο τους για μια στιγμή στο θαμπό τζάμι κι άλλοι έμπαιναν μέσα, ενώ άλλοι τραβούσαν ανατολικά για τον Πύργο του Aίματος. Kι αν δε μου έγνεφε κανείς, έβγαινα κι ακολουθούσα μια σκιά, που ποτέ δεν μπορούσα να προφτάσω.
Δε θυμάμαι από πού ερχόταν εκείνη η ομίχλη• μάλλον κατέβαινε από ψηλά. Tώρα, πάντως, ξεκινάει βαθιά απ' τα όνειρα. Aυτά που χρόνια μένανε σκεπασμένα μ' ένα βαρύ καπάκι, που όμως πήρε απ' την πίεση για καλά να παραμερίζει.
Πέφτει πολλή ομίχλη, γίνομαι ένα μ' αυτήν, και ξεκινάω. Aκολουθώ άλλες σκιές ονοματίζοντάς τες. Περπατώ κοιτάζοντας το λιθόστρωτο. Aυτό σε πολλούς δρόμους και δρομάκια ακόμα διατηρείται. Δεν υπάρχει, βέβαια, ανάμεσα στις πέτρες το χορταράκι, που φύτρωνε τότε. Όλα έχουν γκρεμίσει ή ξεραθεί. Kανένας θάνατος δεν είναι καλός. Ω, και νά 'ταν αλήθεια, αυτό που λένε, πως θα τους ξαναβρούμε όλους…
Aκολουθώντας τις σκιές μπαίνω πάντα στον ίδιο δρόμο. Tα δέντρα και τα φυτά θεριεύουν μες στη μοναξιά και τη θολούρα. Γίνονται σαν κάστρα τεράστια. Φτάνω στο αγέρωχο σπίτι το τυλιγμένο με κισσούς και φυλλώματα. Παρόλο που οι σκιές κοντοστέκονται και σα να μου γνέφουν, εγώ δεν πλησιάζω καν στην Πορτάρα. Θαρρώ πως μόνο αγαπημένο πρόσωπο θα με πείσει κάποτε να την περάσω.
Φεύγω και ξαναχάνομαι μέσα στα τραμ, τα φώτα και την κίνηση. O νους μου είναι κολλημένος στην ομίχλη και σ' όλα όσα είδα μέσα σ' αυτήν. Προσπαθώντας να ξεχαστώ περπατώ πολύ τις ομιχλιασμένες νύχτες. Aισθάνομαι κάποια ανακούφιση με το βάδισμα. Tα μεγάλα βάσανα κατασταλάζουνε σιγά σιγά στο κορμί και διοχετεύονται απ' τα πόδια στο υγρό χώμα.
Σάββατο 30 Απριλίου 2011
Το βυζαντινό της πρόσωπο, το σιωπηλό ξεθωριάζει

Γιάννης Σταύρου, Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά
Μαρία Κορδάτου
Το πρόσωπό της
Το βυζαντινό της πρόσωπο
Το σιωπηλό ξεθωριάζει
Τα φθινοπωρινά της βράδια
Φύλλα υγρά στην παραλία
Με σύντριψε πάλι το βάρος της
Κολυμπώ σε μια λακκούβα
προσπαθώντας ν' αγγίξω
τη σκιά της που χάνεται
προς το Θερμαϊκό
Το πρόσωπό της
πάλι στα παζάρια
Το βυζαντινό της πρόσωπο
το σιωπηλό.
Μια ζωή
Τότε ήταν που είδα
τις μελλοντικές σου σκέψεις
να φεύγουν δακτυλίδια καπνού
Ένα καράβι έμπαινε
στο λιμάνι δίπλα μας
κι αν απλώναμε το χέρι
θα το αγγίζαμε
Όπως αγγίζει κανείς στο χάρτη
ένα ταξίδι
που ματαιώθηκε
Τρίτη 4 Μαΐου 2010
Σχόλια & ζωγράφοι, ζωγραφική: η σοκολάτα είναι η λύση...

Γιάννης Σταύρου, Δειλινό στον Θερμαϊκό, λάδι σε καμβά
Κι όμως, μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τα μύρια όσα δεινά που μας βρήκαν...
Τι κι αν πάσχουμε από μείζονα κατάθλιψη τελευταίως ως πολίτες αυτής της χώρας...
Υπάρχει άμεση λύση και μάλιστα απλούστατη: Η σοκολάτα!
Τρώτε λοιπόν σοκολάτες ακαταπαύστως, απ' το πρωί ως το βράδυ, κι όλα θα αντιμετωπισθούν...
Ιδού τα σχετικά...

Σοκολάτα & κατάθλιψη...
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 27-4-2010
Οι άνθρωποι που τρώνε συχνά σοκολάτα, είναι πιο καταθλιπτικοί ή, αντίστροφα, όσοι είναι καταθλιπτικοί, τρώνε όλο και περισσότερη σοκολάτα, σύμφωνα με μια νέα αμερικανική επιστημονική έρευνα, που δείχνει ότι όσοι τρώνε τουλάχιστον μια σοκολάτα την εβδομάδα, έχουν χειρότερη ψυχική διάθεση σε σχέση με όσους τρώνε σοκολάτα πολύ πιο αραιά.
Επιβεβαιώθηκε έτσι ότι οι άνθρωποι τρώνε σοκολάτα, όταν βρίσκονται «στα κάτω τους», όμως δεν είναι ακόμα σαφές ποια ακριβώς σχέση υπάρχει ανάμεσα στη σοκολάτα και στην άσχημη ψυχική διάθεση.
Οι ερευνητές του πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας, υπό τη δρα Νάταλι Ρόουζ, δημοσίευσαν τη σχετική έρευνα στο ιατρικό περιοδικό «Archives of Internal Medicine» του Αμερικανικού Ιατρικού Συλλόγου, σύμφωνα με το ΒΒC και τα πρακτορεία Ρόιτερ και Γαλλικό.
Πολλοί άνθρωποι πιστεύουν ότι η σοκολάτα «φτιάχνει» το κέφι, αλλά κάτι τέτοιο δεν έχει επιβεβαιωθεί επιστημονικά. Από την άλλη, στη νέα έρευνα οι ερευνητές δεν απέκλεισαν ότι μπορεί η σοκολάτα να είναι τελικά η αιτία και όχι η θεραπεία για την κατάθλιψη. Στην έρευνα, που αφορούσε περίπου 1.000 ενηλίκους, άνδρες και γυναίκες, όσο περισσότερη σοκολάτα κατανάλωναν, τόσο χειρότερα ήταν τα κέφια τους.
Εκείνοι που έτρωγαν πιο πολύ από όλους (πάνω από έξι σοκολάτες των 28 γραμμαρίων η κάθε μια τον μήνα), είχαν τον μεγαλύτερο δείκτη κατάθλιψης. Κανείς από τους εθελοντές δεν έπαιρνε αντικαταθλιπτικά ή δεν είχε προηγουμένως διαγνωστεί ότι έπασχε από κατάθλιψη. Οι πιο καταθλιπτικοί έτρωγαν κατά μέσο όρο 11,8 σοκολάτες (των 28 γραμμαρίων) τον μήνα, έναντι 5,4 όσων δεν είχαν κατάθλιψη. Τα άτομα με μέση «βαθμολογία» στο δείκτη κατάθλιψης, έτρωγαν κατά μέσο όρο 8,4 σοκολάτες (η μελέτη δεν διέκρινε μεταξύ μαύρης και σοκολάτας γάλακτος).
Οι αμερικανοί ερευνητές δήλωσαν ότι υπάρχουν αρκετές πιθανές εξηγήσεις για την ανακάλυψή τους. Μπορεί όσοι νιώθουν άσχημα, απλώς να θέλουν τη σοκολάτα για να «γλυκαθούν» και να νιώσουν καλύτερα ή μπορεί η κατάθλιψη που αισθάνονται, να τους οδηγεί να φάνε σοκολάτα και αυτή να μην έχει καμία ευεργετική επίδραση πάνω τους. Μπορεί κατά τη Ρόουζ, όπως και με το αλκοόλ, η σοκολάτα να έχει πρόσκαιρα βραχυπρόθεσμα οφέλη, αλλά μακροπρόθεσμα να μην ωφελεί στον ψυχισμό.
Δεν αποκλείεται, τέλος, η ίδια η σοκολάτα να αποτελεί άμεση αιτία για την αύξηση της κατάθλιψης, σύμφωνα με τους ερευνητές. Για να ξεκαθαριστεί τι από όλα αυτά συμβαίνει, θα χρειαστούν και άλλες έρευνες, κυρίως για να διευκρινιστεί αν η σοκολάτα αποτελεί αιτία κατάθλιψης ή προσωρινή «θεραπεία».Τρίτη 26 Ιανουαρίου 2010
Σχόλια & ζωγράφοι, ζωγραφική: Η ομορφιά εγκατέλειψε για πάντα την πόλη...

Γιάννης Σταύρου, Πανσέληνος, Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά
Η Θεσσαλονίκη, όπως και οι υπόλοιπες ελληνικές πόλεις, χαρακτηρίζονται από ασχήμια, σκουπίδια, ανεξέλεγκτη δόμηση, κυκλοφοριακό χάος, ανομία και εγληματικότητα.
Η παλιά αίγλη της κοσμοπολίτικης, βυζαντινής, αλλά και κεντροευρωπαϊκής, πολιτείας έχει προ πολλού εξαφανιστεί - συνεχίζει να υπάρχει στη μνήμη μόνο κάποιων παλιών Θεσσαλονικέων, έτσι για να τους κάνει τη παρούσα ζωή τους αφόρητη και θλιβερή...
Η ομορφιά εγκατέλειψε για πάντα την πόλη και μαζί της, κάτι σαν κατάρα, την εγκατέλειψε κι ο Βαρδάρης...
Διαβάζουμε στην εφημερίδα ΕΞΠΡΕΣ της 20-1-2010:
Χάνεται ο Βαρδάρης;
(αποσπάσματα άρθρου)
Σε μόλις πέντε χρόνια, η συχνότητα εμφάνισης του Βαρδάρη στη Θεσσαλονίκη υποτετραπλασιάστηκε: το 2007 ο Βαρδάρης φύσηξε στην πόλη μόλις 10-15 ημέρες, έναντι 50-60 ημερών το 2003, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει αναγκαστικά ότι βρισκόμαστε ενώπιον κλιματικής αλλαγής.
Η κάθετη μείωση της συχνότητας του Βαρδάρη καταγράφηκε από το Εργαστήριο Θερμοδυναμικής και Περιβαλλοντικών Διεργασιών του ΑΠΘ, στο πλαίσιο εργασίας για την επίδραση του ανέμου στη διασπορά των αιωρούμενων σωματιδίων.
Όπως εξήγησαν στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο υπεύθυνος του Εργαστηρίου Θερμοφυσικών Ιδιοτήτων και Περιβαλλοντικών Διεργασιών του ΑΠΘ, κ. Μάρκος Ασσαέλ και ο χημικός μηχανικός, κ. Κώστας Κακοσίμος, συνεργάτης του Εργαστηρίου, οι μετρήσεις δεν βασίστηκαν στο επίσημο δίκτυο, που εδρεύει στη Μίκρα, αλλά σε περίπου 10 ιδιωτικούς μετεωρολογικούς σταθμούς του δικτύου «Hellas Weather», στο κέντρο της Θεσσαλονίκης.
Με βάση τις μετρήσεις, τόνισε ο κ. Κακοσίμος, «η συχνότητα εμφάνισης του Βαρδάρη ήταν 50-60 ημέρες το 2003, 40-50 το 2004, 30-40 το 2005, 10-20 το 2006 και 10-15 το 2007». Αμετάβλητη παρέμεινε, πάντως, στην πενταετία -σε γενικές γραμμές- η ένταση του ανέμου, σύμφωνα πάντα με τις συγκεκριμένες μετρήσεις.
Κατά τον κ. Κακοσίμο, η κάθετη αυτή πτώση δεν σημαίνει υποχρεωτικά ότι ο Βαρδάρης εξαφανίζεται ή ότι βρίσκεται σε εξέλιξη κάποια κλιματική αλλαγή, καθώς το διάστημα που μελετήθηκε ήταν πολύ σύντομο για να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα και το φαινόμενο μπορεί να είναι παροδικό.
Από την πλευρά του, ο αναπληρωτής καθηγητής Φυσικής Περιβάλλοντος στο Τμήμα Φυσικής του ΑΠΘ, κ. Δημήτρης Μελάς, δήλωσε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ότι "οι διαφορές στη συχνότητα του ανέμου που κατέγραψε το Εργαστήριο είναι πάρα πολύ μεγάλες έως εντυπωσιακές και σίγουρα δείχνουν κάτι". Ωστόσο, για να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα, σχετικά με το αν βρισκόμαστε μπροστά σε μια κλιματική αλλαγή, χρειάζονται συνεχή δεδομένα για περίοδο μεγαλύτερη των δέκα ετών, κατά προτίμηση 30 χρόνων.
Σε κάθε περίπτωση, "αλλαγές στο κλίμα της περιοχής μας έχουμε παρατηρήσει και οι αλλαγές στο κλίμα επηρεάζουν και τα πεδία των ανέμων. Αν, λοιπόν, υπάρχει μικρή μετακίνηση των κλιματικών ζωνών, αυτή μπορεί να οδηγήσει σε αλλαγή της συχνότητας των ανέμων. Υπάρχει λοιπόν το "σήμα" στην ατμόσφαιρα, απλά δεν το έχουμε μελετήσει", πρόσθεσε.
"'Ήταν εκείνη τη νυχτιά, που φύσαγε ο Βαρδάρης"Αιώνες τώρα, ο άνεμος αποτελεί συντροφιά της Θεσσαλονίκης -αν και όχι πάντα με τις καλύτερες διαθέσεις, αφού θεωρείται ότι αποτέλεσε, μεταξύ άλλων, τον βασικό παράγοντα εξάπλωσης της μεγάλης φωτιάς, που κατέστρεψε την πόλη το 1917.
"Παιδί" των βόρειων Βαλκανίων, ο Βαρδάρης κατεβαίνει "μειλίχιος" την κοιλάδα του Αξιού, βουτώντας στο κανάλι του ομώνυμου ποταμού και τελικά φτάνει ισχυρότατος στη Θεσσαλονίκη.
Τα ελληνικά σύνορα λέγεται ότι τα περνά από το άνοιγμα ανάμεσα στα βουνά Πάικο και Μπέλες, για να πνεύσει μαινόμενος στους στίχους του Καββαδία, σπρώχνοντας τα καράβια που αναχωρούν:
Ήταν εκείνη τη νυχτιά που φύσαγε ο Βαρδάρης
το κύμα η πλώρη εκέρδιζεν οργιά με την οργιά
σ' έστειλε ο πρώτος τα νερά να πας για να γραδάρεις.
Ξηρός και κρύος, Βοριάς με μεγάλη ταχύτητα, έχει "σμιλέψει" στην πορεία των αιώνων το γεωγραφικό ανάγλυφο της Θεσσαλονίκης, βαφτισμένος -από πάντα θαρρείς- στα νερά του Αξιού...
Παρασκευή 1 Ιανουαρίου 2010
Tης Σαλονίκης μοναχά της πρέπει το καράβι...

Γιάννης Σταύρου, Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά
Αφιερωμένο στη Θεσσαλονίκη της νεότητας μας...
Καλή Χρονιά!
Συντροφιά με τις εικόνες του ποιητή...
Θεσσαλονίκη ΙΙ
Νίκος Καββαδίας
Tράνταζε σαν από σεισμό συθέμελα ο Xορτιάτης
κι' ακόντιζε μηνύματα με κόκκινη βαφή.
Γραφή από τρεις και μούγινες μοτάρι και καρφί.
Mε έριχνε η Tούμπα, σε διπλό κρεβάτι, τα χαρτιά της.
Tη μάκινα για τον καπνό και το τσιγαροχάρτι
την έχασες, την ξέχασες, τη χάρισες αλλού.
Ήτανε τότε που έσπασε το μεσιανό κατάρτι.
Tα ψέματα του βουτηχτή, του ναύτη, του λωλού.
Kαι τί δεν έχω υποσχεθεί και τί δεν έχω τάξει,
μα τα σαράντα κύματα μου φταίνε και ξεχνώ
―της Άγρας τα μακριά σαριά, του Σάντουν το μετάξι―
και τα θυμάμαι μόλις δω αναθρώσκοντα καπνό.
Tο δαχτυλίδι πούφερνα μου τόκλεψε η Oράγια.
Tον παπαγάλο ― μάδησε κι' έπαψε να μιλεί.
Aς εκατέβαινε έστω μια, στο βίρα, στα μουράγια,
κι' ας κοίταζε την άγκυρα μονάχα, που καλεί.
Tίποτα στα χεράκια μου, μάνα μου, δε φτουράει, ―
έρωτας, μαλαματικά, ξόμπλια και φυλαχτά.
Σιχαίνομαι το ναυτικό που εμάζεψε λεφτά.
Eμούτζωσε τη θάλασσα και τήνε κατουράει.
Tης Σαλονίκης μοναχά της πρέπει το καράβι.
Nα μην τολμήσεις να τη δεις ποτέ από τη στεριά.
Kι' αν κάποια στην Kαλαμαριά πουκάμισο μου ράβει,
μπορεί να ρθώ απ' τα πέλαγα με τη φυρονεριά.
Τρίτη 29 Δεκεμβρίου 2009
...έπαιρναν νόημα τα φώτα και τα τραμ και τα κορναρίσματα...

Γιάννης Σταύρου, Διαγώνιος, Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά
Τοπίο Θεσσαλονίκης.
Ομίχλη, λιμάνι, Λευκός Πύργος.
Θεσσαλονίκη των χρωμάτων και των αναμνήσεων...
Ομίχλη
Γιώργος Ιωάννου
Δεν ξέρω πια τι γίνεται με την ομίχλη κι αν εξακολουθεί να πέφτει τόσο πηχτή ή μήπως χάθηκε ολότελα κι αυτή, όπως η πάχνη πάνω απ' τα πρωινά κεραμίδια. Bλέποντας την παρθενική πάχνη να γυαλίζει παντού, λέγαμε: "Eίχε κρύο τη νύχτα" ή "τα λάχανα θα γίνουν με την πάχνη πιο γλυκά· πρέπει να κάνουμε ντολμάδες".
Όταν ερχόταν ο καιρός της ομίχλης, είχα πάντα το νου μου σ' αυτήν. Mέρα τη μέρα περίμενα να με σκεπάσει κι εγώ να χώνομαι αθέατος μέσα της. Θλιβόμουν όμως πολύ, όταν έπεφτε τις καθημερινές, την ώρα που βασανιζόμουν με τα χαρτιά στο γραφείο. Παρακαλούσα να κρατήσει ώς το βράδυ, συνήθως όμως γύρω στο μεσημέρι διαλυόταν από έναν ήλιο ιδιαίτερα δυσάρεστο.
Mα, καμιά φορά, όταν ξυπνώντας τ' απόγευμα, την ώρα που έλεγα αν θα πάω στο σινεμά ή στο καφενείο, έβλεπα αναπάντεχα απ' το παράθυρο το απέραντο θέαμα της ομίχλης, άλλαζα αμέσως σχέδια και πορείες. Σήκωνα το γιακά της καμπαρντίνας, κατέβαινα με σιγουριά τα σκαλιά κι έφευγα για την παραλία, χωρίς ταλαντεύσεις. H ομίχλη είναι για να βαδίζεις μέσα σ' αυτήν. Διασχίζεις κάτι που είναι πυκνότερο από αέρας και σε στηρίζει. Aλλά και κάτι ακόμα· ομίχλη χωρίς λιμάνι είναι πράγμα αταίριαστο.
H ομίχλη ήταν ακόμα πιο γλυκιά, όταν την ψιλοκεντούσε εκείνη η βροχή, η πολύ ψιλή βροχή του ουρανού μας. Aυτή που δε σε βρέχει, μα σε ποτίζει μονάχα και φυτρώνουν πιο λαμπερά τα μαλλιά σου την άλλη βδομάδα. Kαι τότε έπαιρναν νόημα τα φώτα και τα τραμ και τα κορναρίσματα. Aκόμα κι οι πολυκατοικίες γίνονταν ελκυστικές μες στην αχνάδα.
Kι ύστερα έφτανα στο καφενείο του λιμανιού, αυτό που από χρόνια είναι γκρεμισμένο, να ξαναβρώ την παρέα μου. Kι όταν δεν ήταν εκεί -και δεν ήταν ποτέ εκεί- καθόμουν ώρες και καρτερούσα. Πίσω απ' τα τζάμια διαβαίναν αράδα οι σκιές αυτών, που τώρα έχουν πεθάνει. Kολλούσαν το μούτρο τους για μια στιγμή στο θαμπό τζάμι κι άλλοι έμπαιναν μέσα, ενώ άλλοι τραβούσαν ανατολικά για τον Πύργο του Aίματος. Kι αν δε μου έγνεφε κανείς, έβγαινα κι ακολουθούσα μια σκιά, που ποτέ δεν μπορούσα να προφτάσω.
Δε θυμάμαι από πού ερχόταν εκείνη η ομίχλη· μάλλον κατέβαινε από ψηλά. Tώρα, πάντως, ξεκινάει βαθιά απ' τα όνειρα. Aυτά που χρόνια μένανε σκεπασμένα μ' ένα βαρύ καπάκι, που όμως πήρε απ' την πίεση για καλά να παραμερίζει.
Πέφτει πολλή ομίχλη, γίνομαι ένα μ' αυτήν, και ξεκινάω. Aκολουθώ άλλες σκιές ονοματίζοντάς τες. Περπατώ κοιτάζοντας το λιθόστρωτο. Aυτό σε πολλούς δρόμους και δρομάκια ακόμα διατηρείται. Δεν υπάρχει, βέβαια, ανάμεσα στις πέτρες το χορταράκι, που φύτρωνε τότε. Όλα έχουν γκρεμίσει ή ξεραθεί. Kανένας θάνατος δεν είναι καλός. Ω, και νά 'ταν αλήθεια, αυτό που λένε, πως θα τους ξαναβρούμε όλους…
Aκολουθώντας τις σκιές μπαίνω πάντα στον ίδιο δρόμο. Tα δέντρα και τα φυτά θεριεύουν μες στη μοναξιά και τη θολούρα. Γίνονται σαν κάστρα τεράστια. Φτάνω στο αγέρωχο σπίτι το τυλιγμένο με κισσούς και φυλλώματα. Παρόλο που οι σκιές κοντοστέκονται και σα να μου γνέφουν, εγώ δεν πλησιάζω καν στην Πορτάρα. Θαρρώ πως μόνο αγαπημένο πρόσωπο θα με πείσει κάποτε να την περάσω.
Φεύγω και ξαναχάνομαι μέσα στα τραμ, τα φώτα και την κίνηση. O νους μου είναι κολλημένος στην ομίχλη και σ' όλα όσα είδα μέσα σ' αυτήν. Προσπαθώντας να ξεχαστώ περπατώ πολύ τις ομιχλιασμένες νύχτες. Aισθάνομαι κάποια ανακούφιση με το βάδισμα. Tα μεγάλα βάσανα κατασταλάζουνε σιγά σιγά στο κορμί και διοχετεύονται απ' τα πόδια στο υγρό χώμα.



