t


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Έλιοτ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Έλιοτ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 7 Ιανουαρίου 2020

περιμένουν μιαν άλλη φωνή...

Γιατί τα λόγια του περασμένου έτους ανήκουν στη γλώσσα του περασμένου έτους.
Και τα λόγια του επόμενου έτους περιμένουν μιαν άλλη φωνή.
Τ.Σ. Ελιοτ
*
For last year's words belong to last year's language.

And next year's words await another voice.
T.S. Eliot


https://yannisstavrou.blogspot.com 

Πέμπτη 26 Οκτωβρίου 2017

Μα ησυχία πια δεν έχουμε εδώ...

Για ένα ταξίδι και ταξίδι τόσο μακρινό:
Δρόμοι που βούλιαζαν, καιρός ξυράφι
Μέσα στο καταχείμωνο...
*
For a journey, and such a long journey:
The ways deep and the weather sharp,
The very dead of winter...


https://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Κόκκινο καράβι, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Τ.Σ. Έλιοτ
Το Ταξίδι των Μάγων

«Μας βρήκε κρύο τσουχτερό
Στην πιο τραχιά περίοδο της χρονιάς
Για ένα ταξίδι και ταξίδι τόσο μακρινό:
Δρόμοι που βούλιαζαν, καιρός ξυράφι
Μέσα στο καταχείμωνο.»
Γδαρμένες οι καμήλες, με πληγές στα πόδια, χολιασμένες
Να κείτονται απάνου στο μισολιωμένο χιόνι.
Ήταν ώρες που νοσταλγούσαμε
Τα θερινά παλάτια στις πλαγιές, τα λιακωτά,
Τις μεταξένιες κόρες να κερνάν σερμπέτια.
Κι ύστερα οι καμηλιέρηδες με βλαστημιές και μούρμουρο
Να παίρνουν δρόμο, να ζητάν πιοτί, γυναίκες,
Τις νύχτες οι φωτιές να σβήνουν, να μην έχουμε κατάλυμα
Κι οι πόλεις εχθρικές κι οι κωμοπόλεις μίζερες
Και τα χωριά μες στη βρομιά και την ακρίβεια:
Μας βρήκαν μέρες δύσκολες.
Και τελικά κρίναμε πιο σωστό να ταξιδεύουμε τη νύχτα,
Με λίγον ύπνο στ’ αρπαχτά,
Όπου ακούγαμε φωνές να τραγουδάν στ’ αυτιά μας
Πως όλα αυτά ήταν μια αποκοτιά.

Κι ύστερα ξημερώματα φτάσαμε σε μια ήμερη κοιλάδα,
Υγρή, κάτω απ’ τη ζώνη του χιονιού, που μοσχοβόλαε χλωρασιά,
Μ’ ένα μικρό ποτάμι και μ’ έναν νερόμυλο που χτύπαε στο σκοτάδι
Και τρία δέντρα, χαμηλά στον ουρανό.
Κι ένα άσπρο γέρικο άλογο έφυγε καλπάζοντας μες στο λιβάδι.
Κι από κει φτάσαμε σε μια ταβέρνα μ’ αμπελόφυλλα στο ανώφλι,
Στην ανοιχτή της πόρτα έξι χέρια παίζαν αργυρά νομίσματα στα ζάρια,
Και κάτι πόδια κλώτσαγαν τα άδεια ασκιά κρασιού
Μα δεν υπήρχε είδηση και πήραμε ξανά το δρόμο
Και πέφτοντας το σούρουπο, την τελευταία στιγμή
Βρήκαμε αυτό το μέρος· κι άξιζε, θαρρώ, τον κόπο μας.

Πάει πολύς καιρός που ’γινε αυτό, θυμάμαι,
Και πάλι αν ήταν θε να το ’κανα. Μα γράψε
Τούτο γράψε
Τούτο: τραβήξαμε όλο αυτό το δρόμο
Για Γέννα ή για Θάνατο; Σίγουρα ήταν Γέννα,
Το ’δαμε με τα μάτια μας, χωρίς αμφιβολία. Γέννα και θάνατο είχα ξαναδεί
Μα νόμιζα πως ήταν κάτι αλλιώτικο· ετούτη η Γέννα ήταν
Σκληρή κι ολόπικρη αγωνία για μας, σαν Θάνατος, ο θάνατός μας.
Γυρίσαμε στις χώρες μας, σε τούτα τα Βασίλεια,
Μα ησυχία πια δεν έχουμε εδώ, με την παλιά μας πίστη,
Μ’ έναν ξένο λαό με τους θεούς του σφιχταγκαλιασμένο.
Χαρά μου θα ’ταν ένας άλλος θάνατος.

(μετ. Βασίλης Πολύζος)

T.S. Eliot
The Journey Of The Magi

A cold coming we had of it,
Just the worst time of the year
For a journey, and such a long journey:
The ways deep and the weather sharp,
The very dead of winter.'
And the camels galled, sorefooted, refractory,
Lying down in the melting snow.
There were times we regretted
The summer palaces on slopes, the terraces,
And the silken girls bringing sherbet.
Then the camel men cursing and grumbling
and running away, and wanting their liquor and women,
And the night-fires going out, and the lack of shelters,
And the cities hostile and the towns unfriendly
And the villages dirty and charging high prices:
A hard time we had of it.
At the end we preferred to travel all night,
Sleeping in snatches,
With the voices singing in our ears, saying
That this was all folly.

Then at dawn we came down to a temperate valley,
Wet, below the snow line, smelling of vegetation;
With a running stream and a water-mill beating the darkness,
And three trees on the low sky,
And an old white horse galloped away in the meadow.
Then we came to a tavern with vine-leaves over the lintel,
Six hands at an open door dicing for pieces of silver,
And feet kicking the empty wine-skins.
But there was no information, and so we continued
And arriving at evening, not a moment too soon
Finding the place; it was (you might say) satisfactory.

All this was a long time ago, I remember,
And I would do it again, but set down
This set down
This: were we led all that way for
Birth or Death? There was a Birth, certainly
We had evidence and no doubt. I had seen birth and death,
But had thought they were different; this Birth was
Hard and bitter agony for us, like Death, our death.
We returned to our places, these Kingdoms,
But no longer at ease here, in the old dispensation,
With an alien people clutching their gods.
I should be glad of another death.

Πέμπτη 27 Ιουλίου 2017

οι άνθρωποι δεν μπορούν ν' αντέξουν πολλή πραγματικότητα...

Στη ζέστη του φθινόπωρου, στον παλλόμενο αέρα,
Και λάλησε το πουλί, δίνοντας απόκριση
Στην ανήκουστη μουσική την κρυμένη στους θάμνους...
*
In the autumn heat, through the vibrant air,
And the bird called, in response to
The unheard music hidden in the shrubbery...


https://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Φθινοπωρινός Υμηττός, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Τ.Σ. Έλιοτ
Burnt Norton
Ι

Ο τωρινός χρόνος κι ο περασμένος χρόνος
Είναι ίσως και οι δύο παρόντες στο μελλούμενο χρόνο,
Κι ο μελλούμενος χρόνος περιέχεται στόν περασμένο χρόνο.
Αν όλος ο χρόνος είναι αιώνια παρών
Όλος ο χρόνος δέν μπορεί να εξαγοραστεί.
Αυτό πού θά μπορούσε να 'ταν είναι μιά αφαίρεση
Πού παραμένει μια μόνιμη δυνατότητα
Μόνο σ' ένα κόσμο ρεμβασμού.
Αυτό που θα μπορούσε να 'ταν κι αυτό που ήταν
Σημαδεύουν σ' ενα τέρμα, πού είναι πάντα τωρινό.
Πατημασιές αντηχούν μες στο μνημονικό
Κάτω στο δρόμακι που δεν ακολουθήσαμε
Κατά την πόρτα που πότε δεν ανοίξαμε
Προς τη μεριά του ροδόκηπου. Τα λόγια μου έτσι
Αντηχούν μες στο μυαλό σου.
Όμως για ποιό λόγο
Ταράζοντας τη σκόνη σε μια κούπα ροδόφυλλα
Δεν ξέρω.
Άλλοι αντίλαλοι
Κατοικούν στον κήπο. Θ' ακολουθήσουμε;
Γρήγορα, είπε το πουλί, βρέστε τους,βρέστε τους,
Πίσω απ' τη γωνία. Μέσα απο τήν πρώτη πύλη,
Στόν πρώτο μας κόσμο, θ'ακολουθήσουμε
Το ξεγέλασμα τησ τσίχλας; Στον πρώτο μας κόσμο.
Βρίσκονταν εκει, αξιοπρεπείς, αθέατοι,
Κινούνταν αβίαστα, πάνω απο τα πεθαμένα φύλλα,
Στη ζέστη του φθινόπωρου, στον παλλόμενο αέρα,
Και λάλησε το πουλί, δίνοντας απόκριση
Στην ανήκουστη μουσική την κρυμένη στους θάμνους,
Και διάβηκε η αθώρητη αχτίδα του ματιού, γιατί τα ρόδα
Είχαν την όψη λουλουδιών που τα κοιτάζουν.
Βρίσκονταν εκει σαν καλεσμένοι μας, δεκτοί και δεχόμενοι.
Ετσι κινήσαμε, κι αυτοί μαζί, μ' ενα σχέδιο τυπικό,
Μες απ΄την έρημη δεντροστοιχία, στων πυξαριών τον κύκλο,
Για να ρίξουμε το βλέμμα μες στη στραγγισμένη στέρνα.
Η στέρνα στεγνή, τσιμέντο στέγνο, με άκρες καφετιές,
Κι η στέρνα γέμισε νερό απ' το λιόφωτο,
Κι ορθώθηκε ο λωτός, ήσυχα, ήσυχα,
'Αστραψε η επιφάνεια απ' άκρη σ' άκρη απ' την καρδιά του φωτός,
Κι αυτοί ηταν πίσω μας ως καθρεφτίζονταν στη στέρνα.
Τότε διάβηκε ενα σύννεφο κι άδειασε η στέρνα.
Φύγετε, λαλήσε το πούλι, γιατί στις φυλλωσιές παιδιά φωλιάζαν,
Κρυμένα μ' έξαψη, συγκρατώντας τα γέλια.
Φύγετε, φύγετε, φύγετε, λάλησε το πουλί: οι άνθρωποι
Δεν μπορούν ν' αντέξουν πολλή πραγματικότητα.
Ο χρόνος ο περασμενός κι ο μελλούμενος χρόνος
Αυτός που θα μπορούσε να' ταν κι αυτός που ηταν
Σημαδεύουν σ' ενα τέρμα που ειναι πάντα τωρινό

(μετ. Κλείτος Κύρου)

T. S. Eliot
Burnt Norton
I


Time present and time past
Are both perhaps present in time future
And time future contained in time past.
If all time is eternally present
All time is unredeemable.
What might have been is an abstraction
Remaining a perpetual possibility
Only in a world of speculation.
What might have been and what has been
Point to one end, which is always present.
Footfalls echo in the memory
Down the passage which we did not take
Towards the door we never opened
Into the rose-garden. My words echo
Thus, in your mind.
But to what purpose
Disturbing the dust on a bowl of rose-leaves
I do not know.
Other echoes
Inhabit the garden. Shall we follow?
Quick, said the bird, find them, find them,
Round the corner. Through the first gate,
Into our first world, shall we follow
The deception of the thrush? Into our first world.
There they were, dignified, invisible,
Moving without pressure, over the dead leaves,
In the autumn heat, through the vibrant air,
And the bird called, in response to
The unheard music hidden in the shrubbery,
And the unseen eyebeam crossed, for the roses
Had the look of flowers that are looked at.
There they were as our guests, accepted and accepting.
So we moved, and they, in a formal pattern,
Along the empty alley, into the box circle,
To look down into the drained pool.
Dry the pool, dry concrete, brown edged,
And the pool was filled with water out of sunlight,
And the lotos rose, quietly, quietly,
The surface glittered out of heart of light,
And they were behind us, reflected in the pool.
Then a cloud passed, and the pool was empty.
Go, said the bird, for the leaves were full of children,
Hidden excitedly, containing laughter.
Go, go, go, said the bird: human kind
Cannot bear very much reality.
Time past and time future
What might have been and what has been
Point to one end, which is always present.

Δευτέρα 5 Ιουνίου 2017

Να πεις, ή να μαντέψεις, δεν μπορείς, γιατί γνωρίζεις μόνο
Μια στοίβα σπασμένες εικόνες, όπου χτυπάει ο ήλιος,
Και δε σου δίνει σκέπη το πεθαμένο δέντρο, κι ο γρύλος ανακούφιση,
Κι η στεγνή πέτρα ήχο νερού...

* 
You cannot say, or guess, for you know only
A  heap of broken images, where the sun beats,
And the dead tree gives no shelter, the cricket no relief,
And the dry stone no sound of water...


https://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Πλαγιά στον Υμηττό, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Τ. Σ. Έλλιοτ
Έρημη Χώρα
Η Ταφή του Νεκρού

(απόσπασμα)
  
Ο Απρίλης είναι ο μήνας ο σκληρός, γεννώντας
Μες απ' την πεθαμένη γη τις πασχαλιές, σμίγοντας
Θύμηση κι επιθυμία, ταράζοντας
Με τη βροχή της άνοιξης ρίζες οκνές.
Ο χειμώνας μας ζέσταινε, σκεπάζοντας
Τη γη με το χιόνι της λησμονιάς, θρέφοντας
Λίγη ζωή μ' απόξερους βολβούς.
Το καλοκαίρι μας ξάφνισε καθώς ήρθε πάνω απ’ το Σταρνμπέργκερζε
Με μια μπόρα· σταματήσαμε στις κολόνες,
Και προχωρήσαμε στη λιακάδα, ως το Χόφγκαρτεν,
Κι ήπιαμε καφέ, και κουβεντιάσαμε καμιάν ώρα.
Bin gar keine Russin, stamm’ aus Litauen, echt deutsch.
Και σαν ήμασταν παιδιά, μέναμε στου αρχιδούκα,
Του ξαδέρφου μου, με πήρε με το έλκηθρο,
Και τρόμαξα. Κι έλεγε, Μαρία,
Μαρία, κρατήσου δυνατά. Και πήραμε την κατηφόρα.
Εκεί νιώθεις ελευθερία, στα βουνά.
Διαβάζω, σχεδόν όλη νύχτα, και πηγαίνω το χειμώνα στο νότο.
Ποιες ρίζες απλώνονται γρυπές, ποιοι κλώνοι δυναμώνουν
Μέσα στα πέτρινα τούτα σαρίδια; Γιέ του Ανθρώπου,
Να πεις, ή να μαντέψεις, δεν μπορείς, γιατί γνωρίζεις μόνο
Μια στοίβα σπασμένες εικόνες, όπου χτυπάει ο ήλιος,
Και δε σου δίνει σκέπη το πεθαμένο δέντρο, κι ο γρύλος ανακούφιση,
Κι η στεγνή πέτρα ήχο νερού
*
Κείνο το λείψανο που φύτεψες στον κήπο σου τον άλλο χρόνο,
Άρχισε να βλασταίνει; Πες μου, θ' ανθίσει εφέτο;
Ή μήπως η ξαφνική παγωνιά πείραξε τη βραγιά του;

(μετ. Γ. Σεφέρης)

T.S. Eliot
The Waste Land
I. The Burial of the Dead


April is the cruelest month, breeding
Lilacs out of the dead land, mixing
Memory and desire, stirring
Dull roots with spring rain.
Winter kept us warm, covering
Earth in forgetful snow, feeding
A little life with dried tubers.
Summer surprised us, coming over the Starnbergersee
With a shower of rain; we stopped in the colonnade,
And went on in sunlight, into the Hofgarten,
And drank coffee, and talked for an hour.
Bin gar keine Russin, stamm' aus Litauen, echt deutsch.
And when we were children, staying at the arch-duke's,
My cousin's, he took me out on a sled,
And I was frightened.  He said, Marie,
Marie, hold on tight.  And down we went.
In the mountains, there you feel free.
I read, much of the night, and go south in the winter.
  What are the roots that clutch, what branches grow
Out of this stony rubbish? Son of man,
You cannot say, or guess, for you know only
A  heap of broken images, where the sun beats,
And the dead tree gives no shelter, the cricket no relief,
And the dry stone no sound of water. Only
There is shadow under this red rock
*
That corpse you planted last year in your garden,
Has it begun to sprout?  Will it bloom this year?
Or has the sudden frost disturbed its bed?
.......

Σάββατο 19 Νοεμβρίου 2016

καστανή καταχνιά μιας χειμωνιάτικης αυγής...

Συ που ήσουνα μαζί μου στις Μύλες με τα καράβια !
Κείνο το λείψανο που φύτεψες στον κήπο σου τον άλλο χρόνο,
Άρχισε να βλασταίνει; Πες μου, θ’ ανθίσει εφέτο;...


https://yannisstavrou.blogspot.com 
Γιάννης Σταύρου, Θεσσαλονίκη στην ομίχλη, λάδι σε χαρτί

Τ.Σ.Ελιοτ
Η ταφή του νεκρού
(απόσπασμα)

Πρέπει να φυλαγόμαστε πολύ στον καιρό μας.
Ανύπαρχτη Πολιτεία,
Μέσα στην καστανή καταχνιά μιας χειμωνιάτικης αυγής,
Χύνουνταν στο Γιοφύρι της Λόντρας ένα πλήθος, τόσοι πολλοί,
Δεν το ’χα σκεφτεί πως ο θάνατος είχε ξεκάνει τόσους πολλούς.
Μικροί και σπάνιοι στεναγμοί αναδινόντουσαν, 
Και κάρφωνε ο καθένας μπρος στα πόδια του τα μάτια.
Χύνουνταν πέρα στο ύψωμα και κάτω στο Κίνγκ Ουίλλιαμ Στρήτ,
Εκεί που η Παναγία Γούλνοθ μέτραε τις ώρες 
Με ήχο νεκρό στο στερνό χτύπημα των εννιά.
Εκεί είδα έναν που γνώριζα, και τον σταμάτησα, φωνάζοντας: «Στέτσον!
Συ που ήσουνα μαζί μου στις Μύλες με τα καράβια !
Κείνο το λείψανο που φύτεψες στον κήπο σου τον άλλο χρόνο,
Άρχισε να βλασταίνει; Πες μου, θ’ ανθίσει εφέτο;
Ή μήπως η ξαφνική παγωνιά πείραξε τη βραγιά του;
Ω κράτα μακριά το Σκυλί τον αγαπάει. τον άνθρωπο,
Τι με τα νύχια του θα το ξεχώσει πάλι ! 
Συ ! hypocrite lecteur ! – mon semblable, - mon frère ! »

(Μετ. Γιώργος Σεφέρης )

Πέμπτη 16 Ιουνίου 2016

Σκόνη στο ηλιόφως και μνήμη στις γωνιές...

Όταν θα έρθει της οδύνης ο καιρός;
Θα καταφύγουν σε τράγου μονοπάτι και σ' αλεπούς φωλιά,
Φεύγοντας από τ' αλλότρια πρόσωπα και από τ' αλλότρια ξίφη.
Πριν τον καιρό των μαστιγίων, των οδυρμών και των δεσμών...
*
When the time of sorrow is come ?
They will take to the goat’s path, and the fox’s home,
Fleeing from the foreign faces and the foreign swords.

Before the time of cords and scourges and lamentation...

https://yannisstavrou.blogspot.com 
Γιάννης Σταύρου, Πλαγιά στον Υμηττό, λάδι σε καμβά 

Τ. Σ. Έλιοτ
Το άσμα του Συμεών

Κύριε, στὰ κύπελλα ἀνθίζουν οἱ ὑάκινθοι τῆς Ρώμης κι
Ὁ ἥλιος τοῦ χειμώνα ἕρπει πλάι στοὺς λόφους τοῦ χιονιοῦ·
Ἀνθίσταται σκληρὰ ἡ πείσμων ἐποχή.
Εἶν᾿ ἡ ζωή μου ἐλαφριά, προσμένοντας τ᾿ ἀγέρι τοῦ θανάτου,
Σὰν πούπουλο στὴ ράχη τοῦ χεριοῦ.
Σκόνη στὸ ἡλιόφως καὶ μνήμη στὶς γωνιὲς
Τὸν ἄνεμο προσμένουν, ποὺ παγερὸς φυσᾶ στὴν πεθαμένη γῆ.

Τὴν Σὴν εἰρήνην δὸς ἡμῖν.
Ἐβάδισα χρόνους πολλοὺς σ᾿ αὐτὴν τὴν πόλη,
Ἐτήρησα νηστεία καὶ προσευχή, ἐλέησα τοὺς φτωχούς,
Ἔλαβα καὶ παρεῖχα τιμὴ κι ἀναψυχή.
Ποτὲ κανεὶς δὲ διώχτηκε ἀπ᾿ τὴν πόρτα μου.

Τὸν οἶκο μου ποιὸς θὰ θυμᾶται,
ποὺ θὲ νὰ ζήσουν τῶν παιδιῶν μου τὰ παιδιά

Ὅταν θὰ ἔρθει τῆς ὀδύνης ὁ καιρός;
Θὰ καταφύγουν σὲ τράγου μονοπάτι καὶ σ᾿ ἀλεποῦς φωλιά,
Φεύγοντας ἀπὸ τ᾿ ἀλλότρια πρόσωπα καὶ ἀπὸ τ᾿ ἀλλότρια ξίφη.
Πρὶν τὸν καιρὸ τῶν μαστιγίων, τῶν ὀδυρμῶν καὶ τῶν δεσμῶν
Τὴν Σὴν εἰρήνην δὸς ἡμῖν.
Πρὶν τοὺς ἀναβαθμοὺς τοῦ ὄρους τῆς ἐρήμωσης,
Πρὶν ἀπ᾿ τὴ βέβαιη ὥρα τοῦ μητρικοῦ κλαυθμοῦ,
Τώρα, τὴν ἐποχὴ ποὺ θάνατος γεννᾶται,
Ἄσε τὸ Βρέφος, τὸν Λόγο τὸν ἀμίλητο καὶ ἀνείπωτο ὡς τώρα,
Νὰ δώσει τὴν παραμυθία τοῦ Ἰσραὴλ
Σὲ κάποιον ποὺ ἔχει ὀγδόντα χρόνους καὶ ὄχι αὔριο.

Κατὰ τὸ ρῆμα σου,
Θὰ σὲ ὑμνοῦν καὶ θὰ ὑποφέρουν σὲ κάθε γενεά,
Μὲ δόξα καὶ μὲ χλευασμό,
Φῶς ἐπὶ φωτός, τὴν κλίμακα καθὼς θὰ ἀνεβαίνουν τῶν ἁγίων.
Ὄχι γιὰ μένα τὸ μαρτύριο, ἡ ἔκσταση προσευχῆς καὶ στοχασμῶν,
Ὄχι γιὰ μένα τὸ ὕστατο ὅραμα.
Τὴν σὴν εἰρήνην δός μοι.

(Καὶ σοῦ δὲ αὐτῆς τὴν ψυχὴν
διελεύσεται ρομφαία).

Ἀπόκαμα ἀπὸ τὴ ζωή μου καὶ τὶς ζωὲς αὐτῶν μετὰ ἀπὸ μένα,
Πεθαίνω μὲ τὸ θάνατό μου καὶ τοὺς θανάτους αὐτῶν μετὰ ἀπὸ μένα.
Ἄσε τὸν δοῦλο Σου νὰ ἀναχωρήσει,
ἀφοῦ θὰ ἔχει δεῖ τὸ σωτήριόν Σου.

T.S Elliot
A Song for Simeon

Lord, the Roman hyacinths are blooming in bowls and
The winter sun creeps by the snow hills;
The stubborn season has made stand.
My life is light, waiting for the death wind,
Like a feather on the back of my hand.
Dust in sunlight and memory in corners
Wait for the wind that chills towards the dead land.

Grant us thy peace.
I have walked many years in this city,
Kept faith and fast, provided for the poor,
Have taken and given honour and ease.
There went never any rejected from my door.

Who shall remember my house,
where shall live my children’s children

When the time of sorrow is come ?
They will take to the goat’s path, and the fox’s home,
Fleeing from the foreign faces and the foreign swords.
Before the time of cords and scourges and lamentation
Grant us thy peace.
Before the stations of the mountain of desolation,
Before the certain hour of maternal sorrow,
Now at this birth season of decease,
Let the Infant, the still unspeaking and unspoken Word,
Grant Israel’s consolation
To one who has eighty years and no to-morrow.

According to thy word,
They shall praise Thee and suffer in every generation
With glory and derision,
Light upon light, mounting the saints’ stair.
Not for me the martyrdom, the ecstasy of thought and prayer,
Not for me the ultimate vision.
Grant me thy peace.

(And a sword shall pierce thy heart,
Thine also).

I am tired with my own life and the lives of those after me,
I am dying in my own death and the deaths of those after me.
Let thy servant depart,
Having seen thy salvation.

Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου 2015

Στο βασίλειο του λυκόφωτος...

Εδώ δεν υπάρχουν βλέμματα
Σ’ αυτή την κοιλάδα των άστρων που πεθαίνουν
Σ’ αυτή την κούφια κοιλάδα...
*
There are no eyes here
In this valley of dying stars
In this hollow valley... 

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Τα μαύρα νερά στο λιμάνι, λάδι σε καμβά

Τ. Σ Έλιοτ
Οι κούφιοι άνθρωποι
(απόσπασμα)

I
Είμαστε οι κούφιοι άνθρωποι
Είμαστε οι παραφουσκωμένοι άνθρωποι
Γέρνοντας μαζί
Με την περικεφαλαία γεμάτη με άχυρο. Αλίμονο!
Οι εξαντλημένες μας φωνές όταν
Μαζί ψιθυρίζουμε
Είναι βουβές και άσκοπες
Όπως ο αέρας στο ξερό χορτάρι
Ή τα πόδια των ποντικών πάνω σε σπασμένα γυαλιά
στο ξηρό μας κελάρι

Μορφή δίχως φόρμα, σκιά δίχως χρώμα,
Δύναμη παραλυμένη, χειρονομία δίχως κίνηση˙

Εκείνοι που διέσχισαν
Με το βλέμμα ευθύ, στου θανάτου την άλλη Βασιλεία
Μας θυμούνται —όπως ήμασταν— όχι σαν χαμένες
λυσσαλέες ψυχές, αλλά μοναχά
Σαν τους κούφιους ανθρώπους
Τους παραφουσκωμένους ανθρώπους.

ΙΙ
Βλέμματα που δεν τολμώ στο όνειρο να αντικρίσω
Στου θανάτου το ονειρικό βασίλειο
Αυτά δεν εμφανίζονται:
Εκεί, τα βλέμματα είναι
Ηλιόφως σε έναν σπασμένο κίονα
Εκεί, είναι ένα δέντρο που ταλαντεύεται
Και υπάρχουν φωνές
Στου ανέμου το τραγούδι
Πιότερο μακρινές και ακόμα πιο ιερές
Απ’ ότι ένα αστέρι που σβήνει.

Ας μη βρεθώ πιο κοντά
Στου θανάτου το ονειρικό βασίλειο
Κι ακόμα ας ντυθώ
Με μια τέτοια προμελετημένη μεταμφίεση
Τη δορά του ποντικού, το πετσί του κορακιού,  σανίδια σταυρωτά  Σε ένα λιβάδι
Και όπως φυσάει ο άνεμος τα πάει
Όχι πιο κοντά—

Όχι αυτή η τελική συνάντηση
Στο βασίλειο του λυκόφωτος.

ΙΙΙ
Αυτή είναι η νεκρή χώρα
Αυτή είναι  του κάκτου η χώρα
Εδώ τα λίθινα ειδώλια
Υψώνονται, εδώ δέχονται
Την ικεσία από το χέρι ενός νεκρού ανθρώπου
Κάτω από την μαρμαρυγή ενός αστεριού που σβήνει.

Κάπως έτσι είναι
Στου θανάτου την άλλη βασιλεία
Ξυπνάς μοναχός
Εκείνη την ώρα που εμείς
τρέμουμε με τρυφερότητα
Χείλη που θα φιλούσαν
Πλάθουν προσευχές για τη σπασμένη πέτρα.

IV
Τα βλέμματα δεν είναι εδώ
Εδώ δεν υπάρχουν βλέμματα
Σ’ αυτή την κοιλάδα των άστρων που πεθαίνουν
Σ’ αυτή την κούφια κοιλάδα
Το σπασμένο αυτό σαγόνι των χαμένων βασιλείων μας
Σε αυτόν τον ύστατο τόπο συνάντησης

Μαζί ψαχουλεύουμε
Και αποφεύγουμε τα λόγια
Συγκεντρωμένοι  στην αμμούδα του ξεχειλισμένου ποταμού
Τυφλοί, εκτός κι αν

Τα μάτια επανέλθουν
Όπως το αιώνιο άστρο
Ρόδο εκατόφυλλο
Της λυκόφωτης του θανάτου βασιλείας
Η ελπίδα μόνο
Των κενών ανθρώπων.

(Μετ. Γιάννης Αντιόχου)

T.S Eliot
The Hollow Men
(extract)

I
We are the hollow men
We are the stuffed men
Leaning together
Headpiece filled with straw. Alas!
Our dried voices, when
We whisper together
Are quiet and meaningless
As wind in dry grass
Or rats' feet over broken glass
In our dry cellar

Shape without form, shade without colour,
Paralysed force, gesture without motion;

Those who have crossed
With direct eyes, to death's other Kingdom
Remember us—if at all—not as lost
Violent souls, but only
As the hollow men
The stuffed men.

II
Eyes I dare not meet in dreams
In death's dream kingdom
These do not appear:
There, the eyes are
Sunlight on a broken column
There, is a tree swinging
And voices are
In the wind's singing
More distant and more solemn
Than a fading star.

Let me be no nearer
In death's dream kingdom
Let me also wear
Such deliberate disguises
Rat's coat, crowskin, crossed staves
In a field
Behaving as the wind behaves
No nearer—

Not that final meeting
In the twilight kingdom

III
This is the dead land
This is cactus land
Here the stone images
Are raised, here they receive
The supplication of a dead man's hand
Under the twinkle of a fading star.

Is it like this
In death's other kingdom
Waking alone
At the hour when we are
Trembling with tenderness
Lips that would kiss
Form prayers to broken stone.

IV
The eyes are not here
There are no eyes here
In this valley of dying stars
In this hollow valley
This broken jaw of our lost kingdoms

In this last of meeting places
We grope together
And avoid speech
Gathered on this beach of the tumid river

Sightless, unless
The eyes reappear
As the perpetual star
Multifoliate rose
Of death's twilight kingdom
The hope only

Τρίτη 4 Αυγούστου 2015

και περίμενε χωρίς ελπίδα...

Το άγριο θυμάρι αόρατο και η άγρια φραουλιά,
Το γέλιο στον κήπο, αντήχησε έκσταση
Όχι χαμένη, αλλά απαιτητική, δείχνοντας την αγωνία
Του θανάτου και της γέννησης...


The wild thyme unseen and the wild strawberry,
The laughter in the garden, echoed ecstasy
Not lost, but requiring, pointing to the agony
Of death and birth...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Στο δάσος με τις κουτσουπιές, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)


Τ. Σ. Έλιοτ
Τα Τέσσερα κουαρτέτα
(East Coker)
ΙΙΙ
(απόσπασμα)

Αφήνοντας μόνο τον αυξανόμενο τρόμο του τίποτα για να σκεφτεί
Ή όταν, υπό την επήρεια του αιθέρα, το μυαλό έχει συνείδηση, αλλά συνείδηση του τίποτα-
Είπα στην ψυχή μου, να είσαι ακίνητη, και περίμενε χωρίς ελπίδα
Γιατί η ελπίδα θα είναι ελπίδα για λάθος πράγμα. Περίμενε χωρίς αγάπη
Γιατί η αγάπη θα είναι αγάπη για το λάθος πράγμα. Υπάρχει ακόμα η πίστη
Αλλά η πίστη και η αγάπη και η ελπίδα είναι όλα στην αναμονή.
Αναμονή χωρίς σκέψη, γιατί δεν είσαι έτοιμος για σκέψη:
Έτσι το σκότος θα γίνει το φως, και η ηρεμία ο χορός.
Ψίθυρος από τρεχούμενα ρέματα, και χειμωνιάτικη αστραπή.
Το άγριο θυμάρι αόρατο και η άγρια φραουλιά,
Το γέλιο στον κήπο, αντήχησε έκσταση
Όχι χαμένη, αλλά απαιτητική, δείχνοντας την αγωνία
Του θανάτου και της γέννησης.

Λέτε ότι επαναλαμβάνω
Κάτι που έχω πει και πριν. Θα το πω πάλι,
Να το πω πάλι; Για να φτάσετε εκεί,
Για να φτάσετε εκεί που είστε, να φτάσετε από εκεί που δεν είστε,
Πρέπει να πάτε από ένα δρόμο όπου δεν υπάρχει έκσταση.
Για να φτάσετε σ' αυτό που δεν γνωρίζετε
Πρέπει να πάτε από ένα δρόμο που είναι ο δρόμος της άγνοιας.
Για να κατέχετε αυτό που δεν κατέχετε
Πρέπει να πάτε από το δρόμο της στέρησης.
Για να φτάσετε σε αυτό που δεν είστε
Πρέπει να πάτε μέσω του δρόμου στον οποίο δεν είστε.
Και αυτό που δεν γνωρίζετε είναι το μόνο πράγμα που γνωρίζετε
Και αυτό που σας ανήκει είναι αυτό που δεν σας ανήκει
Και εκεί που είστε είναι εκεί που δεν είστε.

T. S. Eliot
The Four Quartets
(East Coker)
III
(extract)

And you see behind every face the mental emptiness deepen
Leaving only the growing terror of nothing to think about;
Or when, under ether, the mind is conscious but conscious of nothing—
I said to my soul, be still, and wait without hope
For hope would be hope for the wrong thing; wait without love
For love would be love of the wrong thing; there is yet faith
But the faith and the love and the hope are all in the waiting.
Wait without thought, for you are not ready for thought:
So the darkness shall be the light, and the stillness the dancing.
Whisper of running streams, and winter lightning.
The wild thyme unseen and the wild strawberry,
The laughter in the garden, echoed ecstasy
Not lost, but requiring, pointing to the agony
Of death and birth.

                         You say I am repeating
Something I have said before. I shall say it again,
Shall I say it again? In order to arrive there,
To arrive where you are, to get from where you are not,
  You must go by a way wherein there is no ecstasy.
In order to arrive at what you do not know
  You must go by a way which is the way of ignorance.
In order to possess what you do not possess
  You must go by the way of dispossession.
In order to arrive at what you are not
  You must go through the way in which you are not.
And what you do not know is the only thing you know
And what you own is what you do not own
And where you are is where you are not.

Δευτέρα 23 Ιουνίου 2014

Ποιες θάλασσες ποιες ακτές ποια γρανιτένια νησιά...

Ποιες θάλασσες ποιες ακτές ποια γκρίζα βράχια και ποια νησιά
Ποιο νερό γλείφοντας την πρώρα
Και ποιο άρωμα πεύκου κι η κίχλη τραγουδώντας μέσα απ’ την ομίχλη
Ποιες εικόνες επιστρέφουν...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Καράβι, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

T.S. Eliot
Marina

Quis hic locus, quae
regio, quae mundi plaga?

What seas what shores what grey rocks and what islands
What water lapping the bow
And scent of pine and the woodthrush singing through the fog
What images return
O my daughter.

Those who sharpen the tooth of the dog, meaning
Death
Those who glitter with the glory of the hummingbird, meaning
Death
Those who sit in the sty of contentment, meaning
Death
Those who suffer the ecstasy of the animals, meaning
Death

Are become unsubstantial, reduced by a wind,
A breath of pine, and the woodsong fog
By this grace dissolved in place

What is this face, less clear and clearer
The pulse in the arm, less strong and stronger -
Given or lent? more distant than stars and nearer than the eye

Whispers and small laughter between leaves and hurrying feet
Under sleep, where all the waters meet.

Bowsprit cracked with ice and paint cracked with heat.
I made this, I have forgotten
And remember.
The rigging weak and the canvas rotten
Between one June and another September.
Made this unknowing, half conscious, unknown, my own.
The garboard strake leaks, the seams need caulking.
This form, this face, this life
Living to live in a world of time beyond me; let me
Resign my life for this life, my speech for that unspoken,
The awakened, lips parted, the hope, the new ships.

What seas what shores what granite islands towards my timbers
And woodthrush calling through the fog
My daughter.

Τ.Σ. Έλιοτ
Μαρίνα

Quis hic locus, quae regio, quae mundi plaga?

Ποιες θάλασσες ποιες ακτές ποια γκρίζα βράχια και ποια νησιά
Ποιο νερό γλείφοντας την πρώρα
Και ποιο άρωμα πεύκου κι η κίχλη τραγουδώντας μέσα απ’ την ομίχλη
Ποιες εικόνες επιστρέφουν
Ω κόρη μου εσύ.

Αυτοί που ακονίζουν το δόντι του σκύλου, εννοώντας
Θάνατο
Αυτοί που απαστράπτουν με τη δόξα του κολιμπριού, εννοώντας
Θάνατο
Αυτοί που κάθονται στο αχούρι της ικανοποίησης, εννοώντας
Θάνατο
Αυτοί που υποφέρουν την έκσταση των ζώων, εννοώντας
Θάνατο

Αυτοί εξαϋλώνονται, ελαττωμένοι από έναν άνεμο,
Μία του πεύκου αναπνοή, και την ομίχλη του δασώδους τραγουδιού
Από τη χάρη τούτη ξεθώριασαν επί τόπου

Ποιο είναι αυτό το πρόσωπο, ολοένα λιγότερο και λιγότερο καθαρό
Ο σφυγμός στο χέρι, ολοένα λιγότερο και λιγότερο δυνατός—
Δοσμένο ή δανεισμένο; περισσότερο μακρινό απ’ ότι τα αστέρια και πιο κοντά από ένα βλέμμα

Ψίθυροι και κρυφά γελάκια ανάμεσα στα φύλλα και επιταχύνοντας το βήμα
Στον ύπνο μέσα, εκεί που όλα τα νερά ενώνονται.

Πρόβολος σπασμένος με πάγο και μπογιά σκασμένη από τη ζέστα,
Εγώ το έκανα αυτό, το είχα ξεχάσει
Και το θυμάμαι.
Τα άρμενα αδύναμα και το καραβόπανο σάπιο
Ανάμεσα σε ένα Ιούνη και σ’ άλλο Σεπτέμβρη.
Αυτό το έκανα χωρίς να το ξέρω, μισοσυνείδητος, άγνωστος, εγώ ο ίδιος.
Των πιστρόφιων η σειρά μπάζει νερά, οι αρμοί χρειάζονται καλαφάτισμα.
Αυτό το σχήμα, αυτό το πρόσωπο, αυτή η ζωή
Ζώντας για να ζει σ’ ένα κόσμο του καιρού πέρα από μένα˙ ας
Παραιτηθώ απ’ τη ζωή μου γι’ αυτή τη ζωή, η λαλιά μου γι’ αυτό που δεν ειπώθηκε,
Αυτό που αφυπνίστηκε, χείλη μισανοιγμένα, την ελπίδα, τα νέα πλοία.

Ποιες θάλασσες ποιες ακτές ποια γρανιτένια νησιά μπροστά στα μαδέρια μου
Και η κίχλη καλώντας μέσα απ’ την ομίχλη
Κόρη μου.

(Μετ.Γιάννης Αντιόχου)

Τετάρτη 4 Ιουνίου 2014

Άρης Μπερλής: Για τον Τ. Σ. Έλιοτ...

Ο Τόμας Στερνς Έλιοτ
Αναδρομές σε μέρες κρίσης
Από τον ΑΡΗ ΜΠΕΡΛΗ

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Βιβλίο & κίτρινα τριαντάφυλλα, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Ένα εξαιρετικό, επίκαιρο κείμενο του σπουδαίου μεταφραστή και δοκιμιογράφου Άρη Μπερλή για τον Τ.Σ. Έλιοτ 
(αναδήμοσίευση από LEXILOGIA):

1.
Από την εποχή που ο Έλιοτ έγραφε τα πρώτα του νεωτερικά ποιήματα, γύρω στο 1915, απέχουμε σήμερα σχεδόν εκατό χρόνια, όσο δηλαδή απείχε ο Έλιοτ από την εποχή που έγραφαν οι μεγάλοι ρομαντικοί ποιητές, ο Βύρωνας, ο Σέλλεϋ, ο Κητς. Συνεπώς, ο Έλιοτ ήταν πολύ πιο κοντά στον ρομαντισμό απ’ όσο είμαστε εμείς, ήταν τόσο κοντά όσο κοντά είμαστε εμείς στην ποίηση του Έλιοτ και στον μοντερνισμό. Λέω κοντά κι όχι μακριά διότι περιέργως νιώθουμε ότι ο μοντερνισμός είναι κοντινός μας, μας εκφράζει, κι ας έχουν περάσει εκατό χρόνια από τότε που εμφανίστηκε. Μακριά μας είναι μόνο ο ρομαντισμός, που απέχει δύο αιώνες και μας φαίνεται ξεπερασμένος ως ευαισθησία και γλώσσα. Ο Έλιοτ και η γενιά του ήταν κοντά στον ρομαντισμό, σε ένα ποιητικό ιδίωμα που καλλιεργήθηκε σε όλον τον δέκατο ένατο αιώνα από τρεις τουλάχιστον γενιές ποιητών –την πρώτη (με κορυφαίους τον Γουέρντσγουερθ και τον Κόουλριτζ), τη δεύτερη (Βύρωνας, Σέλλεϋ, Κητς) και την τρίτη (Τένυσον και Ρόμπερτ Μπράουνιν). Υπάρχει και τέταρτη στα τέλη του 19ου αιώνα (Σουίνμπερν, Ουάιλντ κ.ά.). Αυτό το βάρος της ρομαντικής παράδοσης ο Έλιοτ και οι ομότεχνοί του θέλησαν να αποτινάξουν –και το πέτυχαν. Οι νεωτερισμοί που εισήγαγαν ήταν κοσμογονικοί στην ιστορία της λογοτεχνίας, οι επιπτώσεις ήταν ανάλογες με αυτές του ρομαντισμού όταν, στις αρχές του 19ου αιώνα, αποτίναξε το βάρος του κλασικισμού. Θα περίμενε λοιπόν κανείς ότι με το γύρισμα του 21ου αιώνα θα ξεσπούσε ένα νέο κίνημα, ανάλογο του ρομαντισμού και του μοντερνισμού. Τίποτα τέτοιο δεν συνέβη και δεν φαίνεται πιθανό να συμβεί στο ορατό μέλλον. Μπορεί, καθώς είπα, διότι ο μοντερνισμός μάς εκφράζει ακόμη, μας κάνει. Ή πιθανόν διότι οι καλλιτεχνικές μορφές όπως τις γνωρίζουμε κάποτε εξαντλούνται, τελειώνουν. Η ποίηση είναι μια αρχαία τέχνη. Μπορεί να έφτασε στα όρια της, στο μη περαιτέρω, υποχρεωμένη πια να επαναλαμβάνει μορφές του παρελθόντος, να μιμείται τον εαυτό της. Ίσως στο μέλλον να προκύψουν άλλα μέσα καλλιτεχνικής δημιουργίας, άγνωστα προς το παρόν. Αλλά ας γυρίσω στον Έλιοτ.

2.
Ο Τ. Σ. Έλιοτ είναι από τους μεγαλύτερους ποιητές του εικοστού αιώνα, ίσως ο μεγαλύτερος στον αγγλόφωνο κόσμο –ας είμαστε όμως επιφυλακτικοί, την πρώτη θέση την διεκδικεί επίσης ο Ουίλιαμ Μπάτλερ Γέιτς. Είναι ακόμη ένας από τους σημαντικότερους κριτικούς της ποίησης και της λογοτεχνίας, και ευρύτερα της κουλτούρας. Έγραψε και θεατρικά έργα, τα οποία ήσαν εφαρμογές στην πράξη μιας άποψης που είχε για το θέατρο –ο Έλιοτ είχε άποψη για τα πάντα–, αλλά τα ποιητικά του δράματα δεν είχαν επιτυχία.

Ο Έλιοτ γεννήθηκε στο Σαιν Λιούις του Μιζούρι το 1888. Στην ίδια δεκαετία γεννήθηκαν και οι τρεις άλλοι μεγάλοι μοντερνιστές, η Βιρτζίνια Γουλφ το 1882, ο Τζέημς Τζόυς τον ίδιο χρόνο, ο Έζρα Πάουντ το 1885. Ήσαν όλοι νέοι όταν ξέσπασε ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος και η φρικαλεότητα εκείνου του πολέμου είχε βαθύ αντίκτυπο στην ευαισθησία τους, στη συνείδησή τους, στη σκέψη τους, και κατά συνέπεια στο έργο τους. Ο Έλιοτ σπούδασε στο Χάρβαρντ φιλοσοφία. Άρχισε να γράφει ποιήματα που δημοσιεύονταν στο περιοδικό του πανεπιστημίου. Θα παραθέσω ένα από αυτά τα πρωτόλεια σε δική μου μετάφραση. Όσοι γνωρίζουν την ποίηση του Έλιοτ, θα διακρίνουν κάποια προεικάσματα, κάποια πρόδρομα στοιχεία της ώριμης ποίησής του, όπως η απωθημένη σεξουαλικότητα και η θρησκευτικότητα.

Το ποίημα λέγεται «Ο θάνατος του Αγίου Νάρκισσου»:

Κάποτε περπάτησε ανάμεσα στη
θάλασσα και τα ψηλά βράχια
Κι ο αέρας τον έκανε να νιώθει τα πόδια του
καθώς προσπερνούσαν μαλακά το ένα το άλλο
Και να νιώθει τα μπράτσα του
σταυρωμένα στο στήθος.
Όταν περπατούσε στα λιβάδια
Πνιγόταν και γαλήνευε απ’ τον ίδιο του τον ρυθμό.
Στην όχθη του ποταμού
Τα μάτια του ένιωθαν τις μυτερές
γωνιές των ματιών του
Και τα χέρια του ένιωθαν τις μυτερές
άκρες των δακτύλων του.
Τσακισμένος από αυτή τη γνώση
Δεν μπορούσε να ζει πια με τους
τρόπους των ανθρώπων
κι έγινε χορευτής χάριν του Θεού.
Όταν περπατούσε στους δρόμους της πόλης
Ήταν σαν να πατάει πάνω σε
πρόσωπα, μηρούς και γόνατα που σπάραζαν.
Κι έτσι έφτασε κάτω από το βράχο.
Στην αρχή ήταν βέβαιος πως κάποτε ήταν δέντρο
Μπλέκοντας τα κλαδιά το ένα με το άλλο
Και μπερδεύοντας τις ρίζες τη μια με την άλλη.
Έπειτα ήξερε πως κάποτε ήταν ψάρι
Με γλιστερή λευκή κοιλιά σφιγμένη
ανάμεσα στα δάχτυλά του,
σπαρταρώντας στη λαβή του, η αρχαία του ομορφιά
παγιδευμένη στις ροδαλές άκρες της
νέας του ομορφιάς.
Έπειτα ήταν κορίτσι
Παγιδευμένο στο δάσος από έναν
μεθυσμένο γέρο
Γνωρίζοντας τελικά τη γεύση της
λευκότητάς του,
τον τρόμο της απαλότητάς του. Και
αισθάνθηκε μεθυσμένος και γέρος.
Και έτσι έγινε χορευτής του Θεού,
Γιατί η σάρκα του ερωτεύτηκε τα
φλογερά βέλη.
Χόρεψε πάνω στην καυτή άμμο
Μέχρι να φτάσουν τα βέλη.
Καθώς τα αγκάλιαζε το λευκό του
δέρμα παραδόθηκε στην ερυθρότητα
του αίματος, και αυτό τον
ευχαρίστησε.
Τώρα είναι πράσινος, στεγνός και
λεκιασμένος
Με τη σκιά στο στόμα.

3.
Υπάρχουν τρεις σταθμοί στην ποίηση του Έλιοτ –ο Προύφροκ, η Έρημη χώρα, τα Κουαρτέτα.
Ο Έλιοτ, καθώς είπαμε, κάνει την πρώτη σοβαρή εμφάνισή του στην ποίηση το 1915 με τη δημοσίευση του ποιήματος «Το Ερωτικό τραγούδι του Τζ. Άλφρεντ Προύφροκ» στο πρωτοποριακό αμερικανικό περιοδικό Poetry. To ποίημα είναι ένας δραματικός μονόλογος ενός άντρα αβέβαιης ηλικίας –μπορεί να είναι μεσήλικας, αλλά μπορεί να είναι και τριαντάρης. Το ποίημα διαδραματίζεται σε ένα σαλόνι αλλά υπάρχουν αναφορές στους δρόμους μιας μεγαλούπολης, που μπορεί να είναι το Λονδίνο, το Παρίσι ή το Βερολίνο, αν και η παρουσία της ομίχλης δείχνει μάλλον Λονδίνο. Ο Προύφροκ είναι προσωπείο του Έλιοτ -ένας άνθρωπος αδύναμος και άτολμος, που έχει πρόβλημα με τις γυναίκες, φοβάται τα γηρατειά, φοβάται ότι έχει ήδη γεράσει, φοβάται την προϊούσα φθορά, φοβάται τη σκιά του. Θέλει να πει κάτι σημαντικό ή να κάνει μια «καίρια» ερώτηση, αλλά τελικά δεν τολμά. Στο τέλος ομολογεί ότι άκουσε τις γοργόνες να τραγουδούν αλλά δεν τραγουδούσαν για αυτόν.

Ο Προύφροκ είναι ένα πολύ καλό ποίημα και το 1917, όταν κυκλοφόρησε η συλλογή του Έλιοτ Prufrock and Other Observations, έκανε μεγάλη εντύπωση. Ο Ε. Μ. Φόρστερ, ο γνωστός μυθιστοριογράφος και φίλος του Καβάφη, έγραψε ότι στη γενιά του άρεσε ο Προύφροκ, όχι απλώς γιατί ήταν ένα ποίημα διαφορετικό από ό,τι ήξεραν ως τότε αλλά και διότι ο ήρωάς του τους ήταν οικείος, ήταν «ένας από μας». Γεγονός είναι ότι το ποίημα αποτελεί πράγματι μεγάλη ανατροπή στα ποιητικά πράγματα εκείνης της εποχής. Μπορούμε να πούμε ότι η ανατροπή αυτή παίζεται στους δύο πρώτους στίχους:

Let us go then you and I when the evening is spread out against the sky
Like a patient etherized upon the table.

Ο πρώτος στίχος είναι 19ος αιώνας:
Ας πάμε λοιπόν εσύ κι εγώ όταν το βράδυ απλώνεται στον ουρανό-

Ο δεύτερος στίχος είναι νεωτερική ποίηση του 20ού αιώνα. Η τολμηρή μεταφορά το δειλινό είναι σαν ναρκωμένος άρρωστος στο χειρουργικό τραπέζι δεν θα μπορούσε να γραφεί τον 19ο αιώνα: με τους δύο πρώτους στίχους του Προύφροκ περνάμε από τον ρομαντισμό στον μοντερνισμό. Ο Προύφροκ είναι δύσκολο ποίημα, αν περιμένει κανείς ομαλή πορεία και ανάπτυξη των νοημάτων και των εικόνων. Η δυσκολία του έγκειται στον αποσπασματικό χαρακτήρα του, στο γεγονός ότι είναι μια «στοίβα σπασμένες εικόνες» (“a heap of broken images”), όπως λέει ο Έλιοτ στην Έρημη χώρα, ή μια σειρά φωτογραφιών, που εμείς πρέπει να τις συναρμόσουμε, να σχηματίσουμε την αλληλουχία, να βρούμε τη συνοχή. Αλλά πέρα από την έλλειψη ομαλής συνοχής των εικόνων, υπάρχει κάτι άλλο στον Προύφροκ, που μας αποζημιώνει: η εξαιρετική μουσικότητα των στίχων, η αίσθηση μιας έξοχης γλώσσας που αξίζει να την αποκρυπτογραφήσουμε.

4.
Το επόμενο ποιητικό έργο του Έλιοτ είναι η περιλάλητη Έρημη χώρα, το πιο εμβληματικό ποιητικό κείμενο του 20ού αιώνα, το διασημότερο ποίημα των νεότερων χρόνων. Εδώ μια παρένθεση. Γράφω Έρημη χώρα διότι έτσι έχει καθιερωθεί να λέγεται στα ελληνικά η Waste Land του Τ. S. Eliot, διότι έτσι μετέφρασε τον τίτλο ο Γιώργος Σεφέρης. Ο Τάκης Παπατσώνης, που μετέφρασε πρώτος το έργο, το τιτλοφόρησε Ο ερημότοπος, ενώ ο Κλείτος Κύρου το έκανε Η ρημαγμένη γη. Όλες αυτές οι αποδόσεις είναι λανθασμένες, και μάλιστα αδικαιολόγητα. Waste Land σημαίνει στέρφα γη, χέρσα γη, άγονη γη. Αυτή την τελευταία εκδοχή της Άγονης Γης υιοθέτησε η Δέσποινα Ρισάκη, όταν μετέφρασε τη Waste Land. Είναι κρίμα που η πολύ καλή μετάφρασή της παραμένει αδημοσίευτη. Η μετάφραση του Σεφέρη δεν είναι καλή· οπωσδήποτε δεν είναι έγκυρη. Υπάρχουν πολλά λάθη, αστοχίες, αγγλισμοί, αλλά και δημοτικιστικές εμμονές. Ήδη στους πρώτους στίχους της μετάφρασής του έχουμε στραμπουληγμένα ελληνικά: «Ο Απρίλης», λέει ο Σεφέρης, «είναι ο μήνας ο σκληρός γεννώντας μέσ’ από την πεθαμένη γη τις πασχαλιές, σμίγοντας θύμηση κι επιθυμία, ταράζοντας με τη βροχή της άνοιξης ρίζες οκνές». Οι μετοχές γεννώντας-σμίγοντας-ταράζοντας (breeding-mixing-stirring) δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν στα ελληνικά σε αυτά τα συμφραζόμενα ως αιτιολογικές. Θα πρέπει να αναλυθούν ή να γίνουν ρήματα στον ενεστώτα. Αλλά να μην μπλέξουμε με τα μεταφραστικά κατορθώματα του Σεφέρη –δεν θα έχουμε τελειωμό.

Η Waste Land εκδόθηκε το 1922, την ίδια χρονιά που εκδόθηκε ο Οδυσσέας του Τζέημς Τζόυς και οι Ελεγείες του Ντουίνο του Ρίλκε. Είναι το annus mirabilis της νεώτερης λογοτεχνίας. Στην Ελλάδα το 1922 εκδόθηκε η Έρση του Δροσίνη –αλλά είχαμε τη Μικρασιατική Καταστροφή, που επηρέασε βαθύτατα τη Γενιά του ’30 και ιδιαίτερα τον Σεφέρη.

Η Waste Land δεν είναι δραματικός μονόλογος όπως ο Προύφροκ. Εδώ δεν έχουμε μια φωνή αλλά πολλές φωνές, μονολογικές ή διαλογικές, με αποτέλεσμα να δημιουργείται, σε πρώτη τουλάχιστον ανάγνωση, μια σύγχυση. Από τη μία έχουμε τη φωνή του μάντη Τειρεσία, από την άλλη τη φωνή μιας λαϊκής γυναίκας σε μια παμπ του Λονδίνου. Παραδόξως, το συνολικό αποτέλεσμα δεν είναι κακόφωνο. Σαν να ενορχηστρώνονται από έναν ιδιοφυή συνθέτη. Αυτή ίσως είναι και η κατάλληλη μεταφορά για να περιγράψουμε την Waste Land, αν λάβουμε υπόψη ένα κείμενο του ίδιου του Έλιοτ όπου εκθέτει τις εντυπώσεις του από μια παράσταση της Ιεροτελεστίας της άνοιξης του Στραβίνσκυ που είδε στο Λονδίνο το 1921, όταν έγραφε την Waste Land. Μιλάει στο άρθρο του για «τα κορναρίσματα των αυτοκινήτων, το βουητό των μηχανών, το τρίξιμο των τροχών, τους κρότους του σίδερου και του ατσαλιού, τη βουή του μετρό, όλους τους βαρβαρικούς ήχους της σύγχρονης ζωής –αυτοί οι απελπιστικοί θόρυβοι, μεταμορφώνονται και γίνονται μουσική.» Δεν αποκλείεται ο Στραβίνσκυ να του έδειξε τον δρόμο για να κάνει κάτι ανάλογο στη δική του ποιητική σύνθεση. Στην Waste Land δεν έχουμε μόνο πολλές φωνές, έχουμε επίσης εκατοντάδες αναφορές στην παγκόσμια λογοτεχνία, οι οποίες, παρά τις σημειώσεις στο ποίημα του ίδιου του ποιητή, δυσκολεύουν την ανάγνωση. Ακόμη, το ποίημα είναι ένα κράμα του υψηλού και του ευτελούς, του πνευματικού με το υλικό, του αισθηματικού με το σεξουαλικό, του τραγικού με το κωμικό –τόσο ώστε να μας διαφεύγει τελικά η πρόθεση του ποιητή. Πολλοί υποστήριξαν ότι πρόκειται για φάρσα, ότι ο ποιητής κάνει πλάκα με σοβαρή διάθεση, όσο κι αν αυτό φαίνεται αντιφατικό.

Δεν είναι εύκολο, θα έλεγα πως είναι αδύνατο, να εξηγήσουμε με σαφήνεια και πληρότητα τι είναι η Waste Land, για τι πράγμα μιλάει, ποιο είναι το νόημα του ποιήματος. Μπορούμε όμως να αποπειραθούμε κάποιες προσεγγίσεις ή πλευροκοπήσεις. Κατ’ αρχάς ο ίδιος ο τίτλος λέει αρκετά. Είναι ένα ποίημα για την άγονη γη –για τη στειρότητα, για το ζοφερό τοπίο του σύγχρονου κόσμου, για έναν «στείρο κεραυνό που δεν φέρνει βροχή». Άλλοι ποιητές είχαν περιγράψει τον σύγχρονο κόσμο με άλλες μεταφορές. Ο Τζέημς Τζόυς μίλησε για παράλυση, ο Γέιτς για ένα κέντρο που δεν αντέχει και για την αναρχία που λύθηκε στον κόσμο. Οι μεταφορές του Έλιοτ είναι η αγονία και η λειψυδρία. Θα παραθέσω από το πρωτότυπο ορισμένους στίχους προς το τέλος του ποιήματος για να ακουστεί ο τόνος του ποιητή. Δεν είναι ανάγκη να ξέρει κανείς καλά αγγλικά. Η γνώση δύο μόνο λέξεων –water (νερό) και rock (βράχια) αρκεί:

If there were water
And no rock
If there were rock
And also water
And water
A spring
A pool among the rock
If there were the sound of water only
Not the cicada
And dry grass singing
But sound of water over a rock
Where the hermit-thrush sings in the pine trees
Drip drop drip drop drop drop drop.
But there is no water

Στο μεγάλο ποίημα του Έλιοτ υπάρχει ρυθμός, υπάρχει μουσική, και βέβαια υπάρχει λυρισμός, συγκίνηση. Πολλά εκτενή αποσπάσματα είναι εύληπτα, απολύτως κατανοητά χωρίς καμιά βοήθεια. Ένα τέτοιο εκτενές απόσπασμα είναι η σκηνή της καταθλιπτικής ερωτικής συνάντησης της δακτυλογράφου με τον νεαρό υπάλληλο. Να σημειώσω ότι σε αυτό το απόσπασμα έχουμε κρυμμένο, μέσα στο σώμα του κειμένου, στους στίχους 235-249, ένα πλήρες έμμετρο σονέτο με τις ομοιοκαταληξίες του. Παραθέτω το απόσπασμα στη μετάφραση της Δέσποινας Ρισσάκη, που είναι και η μόνη από τους μεταφραστές που προσπαθεί να αποδώσει το σονέτο με σονέτο. Ο Γιώργος Σεφέρης και ο Κλείτος Κύρου δεν πήραν είδηση τίποτα ή κανείς δεν τους το είπε. Είναι δειλινό και η δακτυλογράφος περιμένει για τσάι τον νεαρό. Το σκηνικό περιγράφεται από τον αόρατο αυτόπτη μάρτυρα Τειρεσία:

Έξω από το παράθυρο στεγνώνουν τολμηρά απλωμένα
Τα εσώρουχά της στου ήλιου τις στερνές αχτίδες.
Επάνω στο ντιβάνι της (τη νύχτα κρεβάτι της) στοιβαγμένα
Πασούμια, κάλτσες, μεσοφόρια και κορσέδες.
Κι αφού πάρουν το τσάι τους,
Προσφέρεται η στιγμή, ο νεαρός εικάζει.
Απόφαγαν, βαριέται κι είναι κουρασμένη.
Σε χάδια να την παρασύρει δοκιμάζει
Που εκείνη δεν τα επιθυμεί, απλώς τα υπομένει.
Αυτός ξανάβει, ορμάει με τη μία
Τα χέρια αντίσταση δεν συναντούν καμία
Απόκριση δεν απαιτεί η αλαζονεία
Και καλοδέχεται την αδιαφορία.
Μετά σαν κηδεμόνας την φιλά και φεύγει
Ψαύει στα σκοτεινά, την έξοδο γυρεύει.
Αυτή γυρνάει να κοιτάξει τον καθρέφτη,
Δεν αντελήφθη καν που έφυγε ο εραστής.
Μια σκέψη ατελή ο νους της επιτρέπει
«Τέλειωσε κι αυτό, αισθάνομαι ευτυχής».
Όταν η καλλονή τα χάσει τα μυαλά της
Μόνη στην κάμαρα πηγαίνει πάνω κάτω
Με χέρι αυτόματο χτενίζει τα μαλλιά της
Και βάζει μουσική στο φωνογράφο.

Ο Έλιοτ φοβάται τη χυδαιότητα, τη φτήνια και την κακογουστιά, την αποστρέφεται ενώ ταυτόχρονα γοητεύεται από αυτήν. Όθεν και η συχνή παρουσία του ευτελούς στο έργο του, κυρίως στο πρώιμο (στα Πρελούδια π.χ.), και στην Waste Land. Συνάμα τον ελκύει η δροσιά και η αθωότητα.

5.
Μετά την Waste Land ο Έλιοτ θα γράψει ευάριθμα και μικρού μήκους ποιήματα, όπως Οι κούφιοι άνθρωποι (1925), η Ash Wednesday (1930), τα Ariel Poems (1927-30). Στα μέσα της δεκαετίας του ’30, το 1936, δημοσιεύει το πρώτο από τα Τέσσερα κουαρτέτα, το Burnt Norton. Θα ακολουθήσουν άλλα τρία, το 1940, το 1941 και το 1942. Γράφτηκαν στη διάρκεια του πολέμου εν μέσω των αεροπορικών βομβαρδισμών. Πρόσφατα μεταφράστηκαν στα ελληνικά από τον Χάρη Βλαβιανό. Η μετάφραση είναι πολύ καλή, οπωσδήποτε έγκυρη. Συνοδεύεται από μία εκτενή και κατατοπιστική εισαγωγή και πολλά σχόλια.

Στα Κουαρτέτα έχουμε έναν διαφορετικό Έλιοτ. Τα συνθετικά αυτά ποιήματα έχουν βαθύτατο θρησκευτικό χαρακτήρα. Να σημειώσουμε ότι ήδη το 1927 ο Έλιοτ είχε προσχωρήσει στην αγγλικανική εκκλησία, τη λεγόμενη High Church, που διατηρεί πολλά λειτουργικά στοιχεία του καθολικισμού, και είχε θεωρήσει σκόπιμο να κάνει σχετική δημόσια δήλωση.

Αν τα πρώτα ποιητικά έργα του Έλιοτ έχουν μιαν άγρια απελπισία, τα Κουαρτέτα έχουν μιαν ήρεμη και μελαγχολική πίστη. Υπάρχει πολλή φιλοσοφία, συχνά κοινότοπα φιλοσοφήματα («Στην αρχή μου βρίσκεται το τέλος μου»), υπάρχει μια στοχαστική διάθεση και μια σοφία, και οι αξίες που προβάλλονται είναι η ταπεινότητα και η υποταγή, η προσευχή και η μετάνοια –το ιδεώδες είναι η αγιότητα. Γνωρίζουμε από άλλα γραπτά του ότι ο Έλιοτ, στη μέση ηλικία του, είχε γίνει αυτό που θα λέγαμε «αντιδραστικός». Όπως σαφέστατα το θέτει ο Στήβεν Σπέντερ στη μονογραφία του για τον ποιητή, ο Έλιοτ πίστευε ότι η πολιτική δράση πρέπει να βασίζεται σε αφηρημένες αρχές, οι αρχές να βασίζονται στο δόγμα, και το δόγμα να βασίζεται σε υπερφυσική αυθεντία. Εγγυητές της αυθεντίας είναι οι θεσμοί της Εκκλησίας και η μοναρχία. Έτσι ο Έλιοτ άρχισε να θρησκεύεται σαν κοινός πιστός, δυσπιστούσε στο δημοκρατικό πολίτευμα, όπως τουλάχιστον λειτουργούσε στις δυτικές δημοκρατίες, δεν πίστευε στην πρόοδο, δεν πίστευε στην επιστήμη, δεν πίστευε στη μαζική εκπαίδευση που, κατά τη γνώμη του, δεν έχει καμία σχέση με την πραγματική παιδεία, αντίθετα την υπονομεύει ή την καταργεί, δεν πίστευε ότι οι κοινωνίες μπορούν να βρουν το δρόμο τους με τις δικές τους δυνάμεις. Τελικά, στα Κουαρτέτα δείχνει να μην πιστεύει καν στην ποίηση. Δηλώνει στα ίσα ότι “the poetry does not matter”, «η ποίηση δεν έχει σημασία», κατά τη μετάφραση του Βλαβιανού, εγώ θα έλεγα «η ποίηση δεν μετράει», για να μη νομίσει ο αναγνώστης ότι αυτό που λέει ο στίχος είναι ότι η ποίηση δεν έχει νόημα (meaning). Γενικά, σε αυτά τα ποιήματα υπάρχει έντονος προβληματισμός σχετικά με την ποίηση καθαυτή, τα ποιήματα είναι αναστοχαστικά. Θα παραθέσω ένα ενδεικτικό απόσπασμα από το 5ο μέρος του East Coker, του δεύτερου κουαρτέτου, σε δική μου μετάφραση, καμωμένη εδώ και πολλά χρόνια.

Ιδού εγώ λοιπόν, στα μισά του δρόμου,
έχοντας σπαταλήσει
Είκοσι χρόνια, τα χρόνια του
μεσοπολέμου
Πασχίζοντας να μάθω να
χρησιμοποιώ τις λέξεις, κι η κάθε απόπειρα
Μια εντελώς καινούργια αρχή και μια
διαφορετική αποτυχία
Γιατί το μόνο που τελικά μαθαίνεις
είναι να κυριαρχείς στις λέξεις
Για να πεις το πράγμα που δεν έχεις
πια να πεις ή με τον τρόπο
Που δεν είσαι πια διατεθειμένος να το πεις.
Κι έτσι το κάθε εγχείρημα
Είναι μια νέα αρχή, μια επιδρομή στο άναρθρο
Με σαθρό εξοπλισμό που όλο και φθείρεται
Στη γενική αταξία της αοριστίας του αισθήματος
Των απείθαρχων στοιχείων της
συγκίνησης.
Κι ό,τι υπάρχει για να κατακτηθεί
Με δύναμη και υποταγή, έχει ήδη
ανακαλυφθεί
Μια και δυο ή πολλές φορές, από
ανθρώπους που κανείς δεν μπορεί να ελπίζει
Πως θα τους παραβγεί –αλλά δεν
υπάρχει ανταγωνισμός –
Υπάρχει μονάχα ο αγώνας για να
ανακτηθεί αυτό που χάθηκε
Και βρέθηκε και χάθηκε πάλι και
πάλι, και τώρα υπό συνθήκες
Που φαίνονται δυσμενείς.
Αλλά ίσως δεν υπάρχει ούτε κέρδος ούτε ζημιά.
Για μας υπάρχει μόνο η προσπάθεια.
Τα υπόλοιπα δεν μας αφορούν.

6.
Μια παρουσίαση του Έλιοτ θα ήταν ατελής αν δεν αναφερθούν κάποια βασικά στοιχεία της κριτικής σκέψης του. Ο Έλιοτ δεν ήταν μόνο ένας από τους μεγαλύτερους ποιητές του 20ού αιώνα, ήταν και ένας από τους μεγαλύτερους κριτικούς. Μόνιμη έγνοια και προβληματισμός του ήταν η σχέση μας με την παράδοση, την ποιητική αλλά και γενικότερα την πολιτισμική παράδοση. Οι απόψεις του για τη σχέση του ποιητή με την παράδοση διατυπώθηκαν σε ένα πρώιμο και διάσημο πια δοκίμιό του με τον τίτλο «Παράδοση και ατομικό τάλαντο», το διασημότερο ίσως μελέτημά του.

Το παρακάτω απόσπασμα συνιστά την πεμπτουσία της κριτικής του σκέψης:

Ωστόσο, αν η μόνη μορφή της παράδοσης είναι να ακολουθούμε τους τρόπους της προηγούμενης γενιάς, προσκολλημένοι τυφλά ή δειλά στις επιτυχίες της, τότε η «παράδοση» πρέπει δίχως άλλο να αποθαρρύνεται. Έχουμε δει πολλά τέτοια ρεύματα να χάνονται γρήγορα στην άμμο –και η καινοτομία είναι καλύτερη από την επανάληψη. Η παράδοση είναι θέμα πολύ ευρύτερης σημασίας. Δεν μπορεί να κληρονομηθεί και, αν την επιθυμείς, θα πρέπει να την κερδίσεις με πολύ κόπο. Εμπεριέχει, πρώτα απ’ όλα, την ιστορική αίσθηση, την οποία μπορούμε να χαρακτηρίσουμε σχεδόν υποχρεωτική για οποιονδήποτε εξακολουθήσει να είναι ποιητής μετά τα είκοσι πέντε· και η ιστορική αίσθηση εμπεριέχει μιαν αντίληψη, όχι μόνο για την παρελθοντότητα του παρελθόντος αλλά και για την παρουσία του– η ιστορική αίσθηση υποχρεώνει κάποιον να γράψει όχι απλώς με τη δική του γενιά στο αίμα του αλλά και με τη συναίσθηση ότι ολόκληρη η ευρωπαϊκή λογοτεχνία, από τον Όμηρο μέχρι σήμερα, και μέσα σε αυτήν ολόκληρη η λογοτεχνία της δικής του χώρας συνυπάρχει και αποτελεί μια ταυτόχρονη τάξη. Η ιστορική αίσθηση, που είναι μια αίσθηση του άχρονου όσο και του έγχρονου, και του άχρονου και του έγχρονου μαζί, είναι αυτό που κάνει έναν συγγραφέα παραδοσιακό. Και ταυτόχρονα είναι αυτό που κάνει έναν συγγραφέα να έχει οξεία αίσθηση της θέσης του στον χρόνο, της δικής του συγχρονικότητας. Κανένας ποιητής, κανένας καλλιτέχνης οποιασδήποτε τέχνης δεν έχει το πλήρες νόημά του από μόνος. Η σημασία του, η αποτίμησή του είναι η αποτίμηση της σχέσης του με τους νεκρούς ποιητές και καλλιτέχνες. Δεν μπορείς να τον αποτιμήσεις από μόνον του –πρέπει να τον βάλεις, για σύγκριση και αντιπαράθεση, ανάμεσα στους νεκρούς. Και τούτο το εννοώ ως αρχή της αισθητικής κριτικής, όχι απλώς της ιστορικής κριτικής. Η ανάγκη της συμμόρφωσης, της συναρμογής, δεν είναι μονόπλευρη –αυτό που συμβαίνει όταν δημιουργείται ένα καλλιτεχνικό έργο είναι κάτι που συμβαίνει ταυτόχρονα σε όλα τα καλλιτεχνικά έργα που προηγήθηκαν. Τα υπάρχοντα μνημεία σχηματίζουν μια ιδανική τάξη που τροποποιείται με την εισαγωγή ανάμεσά τους του νέου (τον πραγματικά νέου) καλλιτεχνικού έργου. Η υπάρχουσα τάξη είναι πλήρης προτού φτάσει το νέο έργο· για να εξακολουθήσει να υπάρχει μετά την παρέμβαση της καινοτομίας, ολόκληρη η τάξη πρέπει να μεταβληθεί, έστω και ελαφρώς –και έτσι οι σχέσεις, οι αναλογίες, η αξία κάθε καλλιτεχνικού έργου ως προς το όλον αναπροσδιορίζονται– και αυτό συνιστά τη συμφωνία μεταξύ του παλαιού και του νέου. Όποιος συμμερίζεται αυτήν την ιδέα της τάξης, του σχήματος της ευρωπαϊκής, της αγγλικής λογοτεχνίας, δεν θα θεωρήσει παράλογη την ιδέα ότι το παρελθόν πρέπει να μεταβάλλεται από το παρόν όπως το παρόν κατευθύνεται από το παρελθόν. Και ο ποιητής που το αντιλαμβάνεται αυτό, έχει επίσης επίγνωση των μεγάλων δυσκολιών και των ευθυνών του. Αυτό που συμβαίνει είναι μία αδιάκοπη υποταγή του ποιητή σε κάτι που είναι πιο πολύτιμο. Η πρόοδος ενός καλλιτέχνη είναι μία συνεχής αυτοθυσία, μία συνεχής απόσβεση της προσωπικότητας.

Πέρα από τη σχέση του ποιητή με την παράδοση, το εύρος του κριτικού προβληματισμού του Έλιοτ είναι τεράστιο. Ο ελεύθερος στίχος, η ελάσσων ποίηση, το κλασικό, η μουσική της ποίησης, η κριτική και ο κριτικός, οι τρεις φωνές της ποίησης, οι ρομαντικοί ποιητές, οι μεταφυσικοί ποιητές, ο Σαίξπηρ, ο Μίλτων, είναι μερικά μόνο από τα θέματα για τα οποία ο Έλιοτ διατύπωσε γνώμη, συχνά βαρύνουσα. Ηγεμόνευσε στην ποίηση και στην κριτική για σχεδόν μισό αιώνα, από τη δεκαετία του ’20 ως τη δεκαετία του ’60.

Όσο κι αν διαφωνούμε –και υπάρχουν πολλά για να διαφωνήσει κανείς με τον Έλιοτ– δεν μπορούμε να μην τον λάβουμε υπόψη. Η επίδρασή του στην ποίηση και στη σκέψη του εικοστού αιώνα είναι γιγαντιαία. Τα χρέη στον Έλιοτ των μεταγενέστερων ποιητών και κριτικών, ακόμη και μυθιστοριογράφων, είναι ανυπολόγιστα. Και θα πρέπει να συμπεριλάβουμε στα χρέη όχι μόνο τις θετικές επιδράσεις αλλά και τη δυνατότητα (ή την ευκαιρία) να απορρίψεις τα ελιοτικά ποιητικά ή κριτικά πρότυπα. Για παράδειγμα, η θεωρία της αγωνίας της επίδρασης του Χάρολντ Μπλουμ, του επιφανέστερου ίσως κριτικού των τελευταίων δεκαετιών, μια θεωρία που αφορά στη σχέση των ποιητών με την ποιητική παράδοση, δεν θα ήταν δυνατή αν δεν είχε προϋπάρξει η σχετική θεωρία του Έλιοτ όπως διατυπώθηκε στο δοκίμιό του «Παράδοση και ατομικό τάλαντο», θεωρία την οποία ο Μπλουμ ανατρέπει.

7.
Προσωπικά, προτιμώ τον Έλιοτ του Προύφροκ και της Έρημης χώρας από τον Έλιοτ των Κουαρτέτων. Προτιμώ τον ρηξικέλευθο πειραματισμό και την ζωντανή απελπισία των πρώιμων ποιημάτων από τη θρησκευτική προσήλωση, την ταπεινότητα, τη φιλοσοφική πεζότητα και τον χλομό, γεροντικό λυρισμό των ύστερων έργων.

Σκέφτομαι πάντα ότι η εποχή που έγραφε ο Έλιοτ τα τρία από τα τέσσερα κουαρτέτα ήταν η εποχή του πολέμου, το ’40 και το ’41, η πιο ζοφερή, η πιο μαύρη, η πιο σκληρή εποχή για την Αγγλία, όταν ο ναζισμός κυριαρχούσε στην Ευρώπη και το Λονδίνο βομβαρδιζόταν ανηλεώς. Οι βομβαρδισμοί εκείνοι έχουν περάσει στη λογοτεχνία –το πρώτο που μου έρχεται στον νου είναι το μυθιστόρημα του Γκρέιαμ Γκρην Το τέλος της σχέσης. Εκείνες λοιπόν τις μέρες, στις 4 Ιουνίου του 1940, ακούγεται ο συναρπαστικός λόγος του Τσώρτσιλ στη Βουλή των Κοινοτήτων, που προσδιόρισε τον αγώνα των Άγγλων ενάντια στον ναζισμό:

«Μεγάλες εκτάσεις της Ευρώπης και πολλά παλιά και ξακουστά κράτη έχουν ήδη πέσει ή μπορεί να πέσουν στην αρπάγη της Γκεστάπο και των άλλων απεχθών ναζιστικών οργάνων –αλλά εμείς δεν θα ολιγωρήσουμε, θα φτάσουμε μέχρι το τέλος. Θα πολεμήσουμε στις θάλασσες και στους ωκεανούς, θα πολεμήσουμε με ολοένα και μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση και δύναμη στους ουρανούς, θα υπερασπίσουμε το νησί μας όποιο κι αν είναι το κόστος. Θα πολεμήσουμε στις ακτές, θα πολεμήσουμε στους αγρούς και στους δρόμους, και δεν θα υποκύψουμε ποτέ.»

Αυτά ο Τσώρτσιλ. Αυτά που είχε να πει ο Έλιοτ εκείνες τις μαύρες μέρες του πολέμου ήταν πολύ διαφορετικά και συνοψίζονται στους στίχους των Κουαρτέτων: «η μόνη σοφία που μπορούμε να ελπίζουμε πως θα αποκτήσουμε είναι η σοφία της ταπεινοφροσύνης.»

Θα μου πείτε ότι συγκρίνω πράγματα ανόμοια. Τον πατριωτικό λόγο ενός πολιτικού με τον στοχαστικό λόγο ενός ποιητή. Δεν είμαι βέβαιος ότι οι γλώσσες αυτές ανήκουν σε τόσο διαφορετικές κατηγορίες. Η ποίηση βρίσκεται παντού και κάθε ισχυρός λόγος είναι ποιητικός, είτε αυτοπροσδιορίζεται ως ποίηση είτε όχι. Στο κάτω κάτω είναι και οι δύο γλώσσες προτρεπτικές. Η μία μας προτρέπει να είμαστε ταπεινοί, η άλλη μας προτρέπει να αντισταθούμε. Όσο βαθιά κι αν ψάξουμε στα Κουαρτέτα δεν θα βρούμε πουθενά ίχνος αντίστασης.

Στην προσπάθειά του να βρει το διαχρονικό ή και το άχρονο, ο ποιητής βρέθηκε εκτός τόπου και χρόνου. Ίσως αυτό ακριβώς να ήθελε. Η βουή των βομβαρδισμών είναι, καθώς βεβαιώνουν αυτόπτες μάρτυρες, φρικτή, τόσο όσο και ο βομβαρδισμός καθαυτός. Πολλοί δεν το άντεχαν. Ας πούμε λοιπόν, όπως ο ίδιος ο Έλιοτ μας λέει στα Κουαρτέτα, ότι «ο άνθρωπος δεν αντέχει πολλή πραγματικότητα.» –“Human kind cannot bear very much reality”.

Αλλά όταν πέφτουν οι μπόμπες στα κεφάλια των παιδιών σου, έγνοια σου είναι πώς θα σώσεις το σώμα τους, όχι την ψυχή τους. Ο Έλιοτ στη διάρκεια του πολέμου, έχοντας κατασταλάξει ότι η πολιτική όλη είναι για πέταμα, προσπαθεί να σώσει την ψυχή του. Αυτό μας λέει να κάνουμε κι εμείς.
Πεποίθησή μου είναι πως δεν τον ενδιέφερε καν η έκβαση του πολέμου. Αυτό που τον πονούσε ήταν η νεωτερική βαρβαρότητα, η καταστροφή της ευρωπαϊκής (όχι απλώς της αγγλικής, γαλλικής ή γερμανικής) παράδοσης, όπως την έβλεπε να συντελείται με τη δράση και των τριών πολιτικών συστημάτων της εποχής –του κομμουνισμού, της δημοκρατίας, του φασισμού. Η ιδεώδης πολιτεία του Έλιοτ είναι μια ανέφικτη προ-νεωτερική (δηλ. μεσαιωνική) ή μετα-νεωτερική (δηλ. νεο-μεσαιωνική) χριστιανική κοινωνία που συνοψίζεται από τον ίδιο ως εξής:

Να θυμόμαστε πάντα ότι η Βασιλεία του Χριστού επί της Γης δεν θα πραγματοποιηθεί ποτέ, και επίσης ότι πραγματοποιείται πάντα. Να θυμόμαστε ότι όποια μεταρρύθμιση ή επανάσταση και αν κάνουμε, το αποτέλεσμα θα είναι πάντα μια οικτρή παρωδία αυτού που θα έπρεπε να είναι η ανθρώπινη κοινωνία –αν και από τον κόσμο δεν λείπουν εντελώς οι θριαμβικές στιγμές.

Εμάς μας αρκούν αυτές οι θριαμβικές στιγμές –στιγμές αντίστασης στην άγνοια, στην απαιδευσία, στην πανούκλα των ολοκληρωτικών ιδεολογιών. Ο Τσώρτσιλ νίκησε τον Χίτλερ. Αυτό θα πρέπει να μας αρκεί. Κατά τα άλλα ο κορυφαίος ποιητής του Προύφροκ και της Άγονης Γης δεν θα είχε υπάρξει χωρίς αυτές τις θριαμβικές στιγμές μιας ανοιχτής, όσο και αν ατελούς, ανθρώπινης κοινωνίας.

Κυριακή 11 Μαΐου 2014

Η σελήνη έχει τη μνήμη της χαμένη...

Κάθε λάμπα του δρόμου που περνάω
Χτυπάει σαν ταμπούρλο μοιρολατρικό,
Και μέσα από του σκότους τα διαστήματα
Μεσάνυχτα τραντάζουνε τη θύμηση
Ως ο παράφρονας τραντάζει ένα γεράνι πια νεκρό...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Στο φως της σελήνης, λάδι σε καμβά

Τ.Σ. Έλιοτ
Ραψωδία σε μια νύχτα του αέρα

Η ώρα δώδεκα.
Μέχρι όπου εκτείνεται ο δρόμος
Μέσα σε μία σύνθεση σεληνιακή,
Ψιθυρίζοντας οι επικλήσεις της σελήνης
Διαλύουν τα πατώματα της μνήμης
Και όλες τις σαφείς της συσχετίσεις,
Τις διακρίσεις της και τις διευκρινίσεις.
Κάθε λάμπα του δρόμου που περνάω
Χτυπάει σαν ταμπούρλο μοιρολατρικό,
Και μέσα από του σκότους τα διαστήματα
Μεσάνυχτα τραντάζουνε τη θύμηση
Ως ο παράφρονας τραντάζει ένα γεράνι πια νεκρό.

Μισή ώρα μετά από τη μία,
Του δρόμου η λάμπα τραύλισε,
Του δρόμου η λάμπα ψέλλισε,
Του δρόμου η λάμπα είπε, "Πρόσεξε εκείνη τη γυναίκα
Που διστάζει προς το μέρος σου στο φως της πόρτας
Το οποίο ανοίγεται επάνω της σα γέλιου μορφασμός.
Βλέπεις που η άκρη απ' το φουστάνι της
Είναι σκισμένη και λερωμένη από άμμο,
Και βλέπεις που η γωνία του ματιού της
Στρίβει σα μια καρφίτσα αγκιστρωτή."

Η θύμηση ξεκάρφωτα ξερνάει
Έναν σωρό αντικείμενα στρεβλά•
Ένα κλαδί πού 'χει στραβώσει στο γιαλό
Λείο γιατί έχει φαγωθεί, και γυαλισμένο
Λες και παρέδωσε ο κόσμος
Το μυστικό του σκελετού του,
Δύσκαμπτο και λευκό.
Ένα σπασμένο ελατήριο σε φάμπρικας αυλή,
Σκουριά σφιγμένη επάνω στο καλούπι που η δύναμη το άφησε
Τραχύ και κυρτωμένο κι έτοιμο να καμφθεί.

Δύο και μισή,
Του δρόμου η λάμπα είπε,
"Δες τη γάτα που αρπάζεται από την υδρορροή,
Βγάζει τη γλώσσα έξω
και χάφτει μια μπουκιά βούτυρο ξινισμένο."
Έτσι το χέρι του παιδιού, αυτόματα,
Δραπέτευσε και τσέπωσε ένα παιχνίδι που έτρεχε στην προκυμαία πάνω-κάτω.
Δεν μπόρεσα τίποτα να δω πίσω απ' το μάτι εκείνου του παιδιού.
Έχω δει μάτια μες στο δρόμο
Να προσπαθούν να περιεργαστούν πίσω από φωτεινά παραθυρόφυλλα,
Κι ένα καβούρι ένα απόγευμα σε μια λιμνούλα,
Ένα γερο-καβούρι με πεταλίδες ολόγυρα στην πλάτη,
Άρπαξε την άκρια μιας βέργας που του έτεινα.
Τρεις και μισή,
Του δρόμου η λάμπα τραύλισε,
Του δρόμου η λάμπα ψέλλισε στα σκοτεινά,
Του δρόμου η λάμπα έψαλλε σιγά:
"Κοίταξε τη σελήνη,
La lune ne garde aucune rancune,  
Αυτή κλείνει το μάτι αμυδρά,
Αυτή χαμογελάει στις γωνίες.
Αυτή λειαίνει της χλόης τα μαλλιά.
Η σελήνη έχει τη μνήμη της χαμένη.
Μια ξεπλυμένη ανεμοβλογιά σπάζει το πρόσωπο της,
Το χέρι της στρίβει ένα χαρτένιο τριαντάφυλλο,
Πού 'χει τη μυρωδιά από σκόνη και eau de Cologne,
Αυτή είναι μόνη
Με όλες τις αρχαίες μυρωδιές από νοτούρνα
Που διασταυρώνονται και διαπερνούνε το κεφάλι της."
Η ενθύμηση έρχεται
Από ανήλιαγα ξερά γεράνια
Και σκόνη μέσα σε ρωγμές,
Οσμές από τα κάστανα στους δρόμους,
Και γυναικείες μυρωδιές σε σφαλιστά δωμάτια,
Και τα τσιγάρα σε διαδρόμους
Και μυρωδιές από κοκτέιλ μες στα μπαρ.

Του δρόμου η λάμπα μίλησε,
"Η ώρα τέσσερις,
Να ο αριθμός πάνω στην πόρτα.
Μνήμη!
Εσύ έχεις το κλειδί,
Η μικρούλα λάμπα χύνει ένα δαχτυλίδι στα σκαλιά.
Ανέβα.
Το σκέπασμα του κρεβατιού είν' ανοιχτό• η οδοντόβουρτσά σου κρέμεται στον τοίχο,
Βάλ' τα παπούτσια σου στην πόρτα, κοιμήσου, προετοιμάσου για ζωή."

Η τελευταία του μαχαιριού η συστροφή.

(μετ. Μαρία Θεοφιλάκου)

T.S. Eliot
Rhapsody on a Windy Night

Twelve o'clock.
Along the reaches of the street
Held in a lunar synthesis,
Whispering lunar incantations
Dissolve the floors of memory
And all its clear relations,
Its divisions and precisions,
Every street lamp that I pass
Beats like a fatalistic drum,
And through the spaces of the dark
Midnight shakes the memory
As a madman shakes a dead geranium.

Half-past one,
The street lamp sputtered,
The street lamp muttered,
The street lamp said, "Regard that woman
Who hesitates towards you in the light of the door
Which opens on her like a grin.
You see the border of her dress
Is torn and stained with sand,
And you see the corner of her eye
Twists like a crooked pin."

The memory throws up high and dry
A crowd of twisted things;
A twisted branch upon the beach
Eaten smooth, and polished
As if the world gave up
The secret of its skeleton,
Stiff and white.
A broken spring in a factory yard,
Rust that clings to the form that the strength has left
Hard and curled and ready to snap.

Half-past two,
The street lamp said,
"Remark the cat which flattens itself in the gutter,
Slips out its tongue
And devours a morsel of rancid butter."
So the hand of a child, automatic,
Slipped out and pocketed a toy that was running along the quay.
I could see nothing behind that child's eye.
I have seen eyes in the street
Trying to peer through lighted shutters,
And a crab one afternoon in a pool,
An old crab with barnacles on his back,
Gripped the end of a stick which I held him.

Half-past three,
The lamp sputtered,
The lamp muttered in the dark.

The lamp hummed:
"Regard the moon,
La lune ne garde aucune rancune,
She winks a feeble eye,
She smiles into corners.
She smoothes the hair of the grass.
The moon has lost her memory.
A washed-out smallpox cracks her face,
Her hand twists a paper rose,
That smells of dust and old Cologne,
She is alone
With all the old nocturnal smells
That cross and cross across her brain."
The reminiscence comes
Of sunless dry geraniums
And dust in crevices,
Smells of chestnuts in the streets,
And female smells in shuttered rooms,
And cigarettes in corridors
And cocktail smells in bars."

The lamp said,
"Four o'clock,
Here is the number on the door.
Memory!
You have the key,
The little lamp spreads a ring on the stair,
Mount.
The bed is open; the tooth-brush hangs on the wall,
Put your shoes at the door, sleep, prepare for life."

The last twist of the knife. 

Κυριακή 13 Απριλίου 2014

μέσα στα βράχια πώς να σταθούμε πώς να στοχαστούμε...

Ποιος είναι αυτός ο ήχος ψηλά στον αέρα
μουρμούρισμα μητρικού ολολυγμού
ποιες είναι αυτές οι κουκουλωμένες ορδές που μερμηγκιάζουν...

 
http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Αναμονή, Σαλαμίνα, λάδι σε καμβά

Thomas Stearns Eliot
Έρημη Χώρα 

Nam Sibyllam quidem Cumis ego ipse oculis meis vidi in ampulla pedere, et cum illi pueri dicerent: Σίβυλλα τι θέλεις; respondebat illa: ἀποθανεῖν θέλω.

Στον Ezra Pound
Il miglior fabbro

Ε'. Τι είπε ο κεραυνός


Ύστερα από το φως του πυρσού κόκκινο σε ιδρωμένα πρόσωπα
ύστερα από την παγερή σιωπή μέσα στους κήπους
ύστερα από την αγωνία σε τόπους πετρωτούς
τις κραυγές και τους αλαλαγμούς
τη φυλακή το παλάτι και τ’ αντιφέγγισμα
του ανοιξιάτικου κεραυνού πάνω από μακρινά βουνά
εκείνος που ήταν ζωντανός είναι τώρα πεθαμένος
εμείς που ζούσαμε τώρα πεθαίνουμε
με λίγη υπομονή
δεν έχει εδώ νερό παρά μονάχα βράχια
βράχια χωρίς νερό κι ο άμμος του δρόμου
του δρόμου που ξετυλίγεται στα βουνά
που είναι βραχόβουνα χωρίς νερό
αν είχε νερό εδώ-πέρα θα στεκόμασταν να πιούμε
μέσα στα βράχια πώς να σταθούμε πώς να στοχαστούμε
ξερός ο ιδρώς και τα πόδια μες στον άμμο
αν είχε τουλάχιστο νερό στο βράχο
στόμα νεκρό του βουνού με σάπια δόντια που δεν μπορεί να φτύσει
εδώ κανείς δεν μπορεί να σταθεί ούτε να πλαγιάσει ούτε να καθίσει
δεν έχει μηδέ σιωπή μέσα στα βουνά
μόνο ο ξερός κεραυνός στείρος χωρίς βροχή
δεν έχει μηδέ μοναξιά μέσα στα βουνά
μόνο κόκκινα πρόσωπα βλοσυρά σαρκάζουν και γρυλίζουν
μέσα απ’ τις πόρτες ξεροσκασμένων λασποκαλυβιών
Αν είχε νερό
χωρίς τα βράχια
αν ήταν τα βράχια
μαζί με νερό
και νερό
μια πηγή
μια γούρνα μες στα βράχια
αν ήταν ήχος μοναχά νερού
όχι ο τζίτζικας
και το ξερό χορτάρι τραγουδώντας
μα ήχος νερού πάνω από βράχο
εκεί που η τσίχλα κελαηδεί μέσα στα πεύκα
Βριξ βροξ βριξ βροξ βροξ βροξ βροξ
αλλά δεν έχει νερό

Ποιος είναι ο τρίτος που περπατεί πάντα στό πλάι σου;
Όταν μετρώ, είμαι μονάχα εγώ και συ μαζί μου
μα όταν κοιτάζω εμπρός τον άσπρο δρόμο
υπάρχει πάντα κάποιος που περπατεί στο πλάι σου
γλιστρώντας τυλιγμένος σε καστανό μανδύα, κουκουλωμένος
αν είναι άντρας αν είναι γυναίκα δεν το ξέρω
– Μ’ αυτός εκεί ποιος είναι απ’ τ’ άλλο πλάι σου;

Ποιος είναι αυτός ο ήχος ψηλά στον αέρα
μουρμούρισμα μητρικού ολολυγμού
ποιες είναι αυτές οι κουκουλωμένες ορδές που μερμηγκιάζουν
πάνω σ’ ατέλειωτους κάμπους, σκοντάφτοντας στη σκασμένη γης
ζωσμένες από τον ορίζοντα το χαμηλό μονάχα
ποια είναι η πολιτεία πέρα απ’ τα βουνά
σκάζει, ξαναγεννιέται, θρουβαλιάζεται μες στο μενεξεδένιο αέρα
πύργοι πέφτουν
Ιερουσαλήμ Αθήνα Αλεξάντρεια
Βιέννη Λόντρα
ανύπαρχτες

Μετ. Γιώργος Σεφέρης

Παρασκευή 21 Μαρτίου 2014

Ο Απρίλης είναι ο μήνας ο σκληρός...

Ποιες ρίζες απλώνονται γρυπές, ποιοι κλώνοι δυναμώνουν
Μέσα στα πέτρινα τούτα σαρίδια; Γιε του ανθρώπου,
Να πεις ή να μαντέψεις, δεν μπορείς, γιατί γνωρίζεις μόνο
Μια στοίβα σπασμένες εικόνες, όπου χτυπάει ο ήλιός...  


http://yannisstavrou.blogspot.com

Γιάννης Σταύρου, Στο δάσος με τις κουτσουπιές, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Τ.Σ.Ελιοτ
Η ταφή του νεκρού

Ο Απρίλης είναι ο μήνας ο σκληρός, γεννώντας 
Μες απ’ την πεθαμένη γη τις πασχαλιές, σμίγοντας 
Θύμηση κι επιθυμία, ταράζοντας
Με τη βροχή της άνοιξης ρίζες οκνές. 
Ο χειμώνας μας ζέσταινε, σκεπάζοντας 
Τη γη με το χιόνι της λησμονιάς, θρέφοντας 
Λίγη ζωή μ’ απόξερους βολβούς.
Το καλοκαίρι μας ξάφνισε καθώς ήρθε πάνω απ’ το Σταρνμπέργκερζε
Με μια μπόρα· σταματήσαμε στις κολόνες, 
Και προχωρήσαμε στη λιακάδα, ως το Χόφγκαρτεν,
Κι ήπιαμε καφέ, και κουβεντιάσαμε καμιάν ώρα. 
Bin gar keine Russin, stamm’ aus Litauen, echt deutsch.
Και σαν ήμασταν παιδιά, μέναμε στου αρχιδούκα,
Του ξαδέρφου μου, με πήρε με το έλκηθρο, 
Και τρόμαξα. Κι έλεγε, Μαρία, 
Μαρία, κρατήσου δυνατά. Και πήραμε τhν κατηφόρα.
Εκεί νιώθεις ελευθερία, στa βουνά.
Διαβάζω, σχεδόν όλη νύχτα, και πηγαίνω το χειμώνα στο νότο.
Ποιες ρίζες απλώνονται γρυπές, ποιοι κλώνοι δυναμώνουν
Μέσα στα πέτρινα τούτα σαρίδια; Γιε του ανθρώπου,
Να πεις ή να μαντέψεις, δεν μπορείς, γιατί γνωρίζεις μόνο
Μια στοίβα σπασμένες εικόνες, όπου χτυπάει ο ήλιός,
Και δε σου δίνει σκέπη το πεθαμένο δέντρο, κι ο γρύλος ανακούφιση,
Κι η στεγνή πέτρα ήχο νερού. Μόνο
Έχει σκιά στον κόκκινο τούτο βράχο,
(Έλα κάτω απ’ τον ίσκιο του κόκκινου βράχου),
Και θα σου δείξω κάτι διαφορετικό
Κι από τον ίσκιο σου το πρωί που δρασκελάει ξοπίσω σου
Κι από τον ίσκιο σου το βράδυ που ορθώνεται να σ’ ανταμώσει
Μέσα σε μια φούχτα σκόνη θα σου δείξω το φόβο.
Frisch weht der Wind
Der Heimat zu,
Mein Irisch KindWo weilest du?
«Μου χάρισες γυάκινθους πρώτη φορά πριν ένα χρόνο·
Μ’ έλεγαν h γυακίνθινη κοπέλα».
—Όμως όταν γυρίσαμε απ’ τον κήπο των Γυακίνθων,
Ήταν αργά, γεμάτη η αγκάλη σου, και τα μαλλιά σου υγρά, δεν μπορούσα
Να μιλήσω, θολώσανε τα μάτια μου, δεν ήμουν 
Ζωντανός μήτε πεθαμένος, και δεν ήξερα τίποτε,
Κοιτάζοντας στην καρδιά του φωτός, τη σιωπή.
Oed’und leer das Meer.
Η κυρία Σόζοστρις, διάσημη χαρτομάντισσα, 
Ήταν πολύ κρυολογημένη, μολαταύτα
Λένε πως είναι η πιο σοφή γυναίκα της Ευρώπης,
Με μια διαβολεμένη τράπουλα. Εδώ, είπε, 
Είν’ το χαρτί σας, ο πνιγμένος Φοίνικας Θαλασσινός,
(Να, τα μαργαριτάρια, τα μάτια του. Κοιτάχτε!) 
Εδώ ’ναι η Μπελλαντόνα, η Δέσποινα των Βράχων,
Η δέσποινα των καταστάσεων.
Εδώ ’ναι ο άνθρωπος με τα τρία μπαστούνια, κι εδώ ο Τροχός,
Κι εδώ ο μονόφθαλμος έμπορας, και τούτο το χαρτί,
Τα’ αδειανό, κάτι που σηκώνει στον ώμο, 
Που ’ναι απαγορεμένο να το δω. Δε βρίσκω 
Τον Κρεμασμένο. Να φοβάστε τον πνιγμό.
Βλέπω πλήθος λαό, να περπατά ένα γύρο.
Ευκαριστώ. Α δείτε την αγαπητή μου Κυρίαν Ισοψάλτου,
Πείτε της πως θα φέρνω τ’ ωροσκόπιο μοναχή μου:

Πρέπει να φυλαγόμαστε πολύ στον καιρό μας.
Ανύπαρχτη Πολιτεία,
Μέσα στην καστανή καταχνιά μιας χειμωνιάτικης αυγής,
Χύνουνταν στο Γιοφύρι της Λόντρας ένα πλήθος, τόσοι πολλοί,
Δεν το ’χα σκεφτεί πως ο θάνατος είχε ξεκάνει τόσους πολλούς.
Μικροί και σπάνιοι στεναγμοί αναδινόντουσαν, 
Και κάρφωνε ο καθένας μπρος στα πόδια του τα μάτια.
Χύνουνταν πέρα στο ύψωμα και κάτω στο Κίνγκ Ουίλλιαμ Στρήτ,
Εκεί που η Παναγία Γούλνοθ μέτραε τις ώρες 
Με ήχο νεκρό στο στερνό χτύπημα των εννιά.
Εκεί είδα έναν που γνώριζα, και τον σταμάτησα, φωνάζοντας: «Στέτσον!
Συ που ήσουνα μαζί μου στις Μύλες με τα καράβια !
Κείνο το λείψανο που φύτεψες στον κήπο σου τον άλλο χρόνο,
Άρχισε να βλασταίνει; Πες μου, θ’ ανθίσει εφέτο;
Ή μήπως η ξαφνική παγωνιά πείραξε τη βραγιά του;
Ω κράτα μακριά το Σκυλί τον αγαπάει. τον άνθρωπο,
Τι με τα νύχια του θα το ξεχώσει πάλι ! 
Συ ! hypocrite lecteur ! – mon semblable, - mon frère ! »

Μετάφραση, Γιώργος Σεφέρης

Δευτέρα 29 Απριλίου 2013

Κυρίως για γάτες - αλλά και για σκύλους και ανθρώπους...

Καιρός να ξαποστάσουμε λίγο από το κακό των ημερών...
Τι καλύτερο από τα ποιήματα του Έλιοτ για τις γάτες!
Λοιπόν, λίγο από γάτες, λίγο από σκύλους - και λίγο από ανθρώπους....

 
Ζωγραφική - Εικονογράφηση, Edward Gorey

Τ. Σ. Έλιοτ

ΠΩΣ ΑΠΟ - ΚΑΛΟΥΜΕ ΤΙΣ ΓΑΤΕΣ

Αφού διαβάσατε λοιπόν για Γάτων τόσα είδη
Ίδια με μένα άποψη θα σχηματίσατε ήδη:
Δεν ωφελεί, δεν γίνεται κανείς να προσπαθήσει
Τη φύση αυτού του πλάσματος να την κατανοήσει.
Ξέρετε τώρα αρκετά, να το παραδεχτείτε
Και πόσο μοιάζουνε με μας μπορείτε να το δείτε
Με σας, με μένα και μ'  αυτούς που δίπλα μας περνάνε
Που είναι όλοι αλλιώτικοι κι άλλα μυαλά φοράνε:
Υπάρχουν γάτοι γνωστικοί, υπάρχουν και τρελάρες
Γάτοι αξιοσέβαστοι και γάτοι σαχλαμάρες
Άλλοι καλοί, άλλοι κακοί - μα όλοι με αξία
Και όλοι επιδέχονται ομοιοκαταληξία.
Κι αν τώρα μάθατε πολλά, ονόματα, συνήθειες,
Πώς παίζουν, πώς εργάζονται, κι άλλες μικρές αλήθειες,
Έχουμε κάτι βασικό ακόμα να σκεφτούμε:
Πώς είναι πρέπον τα Γατιά να τα απο-καλούμε;

Εγώ σας λέω κατ' αρχήν - και σας μιλώ σαν φίλος -
Ποτέ μην το ξεχάσετε: ΔΕΝ ΕΙΝ' Η ΓΑΤΑ ΣΚΥΛΟΣ!
Οι σκύλοι υποκρίνονται συχνά πως ξεσαλώνουν
Μα μοναχά γαβγίζουνε και σπάνια δαγκώνουν
Και γενικώς μπορεί κανείς εύκολα να τους κρίνει:
Είναι ψυχή απλοϊκή ο Σκύλος - τι να γίνει;
(Τέτοιο κανόνα βέβαια οι Πικς*  δεν τον φοβούνται
Τ' απίθανα Σκυλοφρικιά μπορούν να εξαιρούνται)
Ο Σκύλος πάντως ο κοινός, ο τρέχων, ο συνήθης,
Είναι χαζοχαρούμενος και ελαφρώς ευήθης.
Τον κάνεις από ηδονή κι από χαρά να λιώνει
Αν τον χαϊδέψεις μοναχά κάτω απ' το σαγόνι.
Κι αν τον χτυπήσεις φιλικά στην πλάτη θα τον ρίξεις
Το ίδιο και την μπροστινή πατούσα αν του σφίξεις
Θα κυλιστεί στα πόδια σου, χαλί να τον πατήσεις
Α, είν'  ο σκύλος αφελής, κάνει ό,τι θελήσεις.

Σας το θυμίζω πάλι εδώ και σας το λέω σταράτα:
Ναι, το Σκυλί είναι Σκυλί - ΚΙ Η ΓΑΤΑ ΕΙΝΑΙ ΓΑΤΑ

 
Ζωγραφική - Εικονογράφηση, Edward Gorey

Στις γάτες ένα τυπικό πρέπει ν' ακολουθούμε:
Εάν δεν μας μιλήσουνε να μην τις ενοχλούμε.
Σαφώς, όχι υπερβολές, γιατί ό,τι κι να πείτε,
Κάποια μικρή προσφώνηση πάντοτε απαιτείται.
Μα η Γάτα οικειότητες πολλές δεν αγαπάει
Κι αυτό δεν επιτρέπεται κανείς να το ξεχνάει.
Εγώ, π.χ., αν Γάτα δω, ευθύς -θέλω δε θέλω-
Ευγενικά θα υποκλιθώ βγάζοντας το καπέλο.
Θα την αποκαλέσω δε, κομψά και κυριλάτα
Προσεχτικά, λακωνικά - πολύ απλά, "Ω ΓΑΤΑ!"
Αν τύχει όμως κι είν' καμιά Γάτα γειτόνισσά μου
Που συναντιόμαστε συχνά μπρος στο διαμέρισμά μου,
θάρρος θα έχω σχετικό και ίσως να τολμήσω
"ΚΑΛΩΣ ΤΗ ΓΑΤΑ" να της πω και να την προσφωνήσω.
Βέβαια έχω ακουστά ότι τη λεν Εσπρέσο
Μα είν' νωρίς με τ' όνομα να την απο-καλέσω.
Μια Γάτα πριν καταδεχτεί φίλους της να σας κάνει
Θέλει ένα δείγμα ιπποτισμού, κάτι να τη γλυκάνει:
Μια προσφορά εκτίμησης, όπως λίγη κρεμούλα
Πίτα Στρασβούργου εκλεκτή, ψητό ή γαλοπούλα.
Κάτι του γούστου της κανείς πρέπει να την τρατάρει,
Λίγο πατέ ή σολομό, ή μια μπουκιά χαβιάρι.
(Γνωρίζω κάποια Γάτα εγώ που άλλο μεζέ δε θέλει
Και τίποτα δε δέχεται εκτός από κουνέλι.
Δωσ' της κουνέλι και θα δεις, θα γλείφει τα μουστάκια
Κι όλη τη σάλτσα θα τη φάει κι όλα τα κρεμμυδάκια)
Λοιπόν όταν σ' απόσταση μια Γάτα σας κρατάει
Τον εαυτό της σέβεται και σέβας σας ζητάει.
Κι αν έμπρακτα το δείξετε πάτε με τα νερά της,
Θα την απο-καλέσετε τέλος με τ'  όνομά της!

Έτσι είναι τα πράγματα, να το παραδεχτείτε
Τις Γάτες με ευπρέπεια πρέπει ν' απο-καλείτε.


Τ. Σ. Έλιοτ, Το εγχειρίδιο της πρακτικής Γατικής του γέρο Πόσουμ
Απόδοση: Παυλίνα Παμπούδη, Γιάννης Ζέρβας
Εικονογράφηση: EDWARD GOREY
Εκδ. Άγρα

T.S. ELIOT

THE AD - DRESSING OF CATS

You've read of several kinds of Cat,
And my opinion now is that
You should need no interpreter
to understand their character.
You now have learned enough to see
That Cats are much like you and me
And other people whome we find
Possessed of various types of mind.
For some are sane and some are mad
And some are good and some are bad
And some are better, some are worse -
But all may be described in verse.
You've seen them both at work and games,
And learnt about their proper names,
Their habits and their habitat:
But
How would you ad-dress a Cat?

So first, your memory I'll jog,
And say: A CAT IS NOT A DOG.

Now Dogs pretend they like to fight;
They often bark, more seldom bite;
But yet a Dog is, on the whole,
What you would call a simple soul.
Of course I'm not including Pekes,
And such fantastic canine freaks.
The usual Dog about the Town
Is much inclined to play the clown,
And far from showing too much pride
Is frequently undignified.
He's very easily taken in -
Just chuck him underneath the chin
Or slap his back or shake his paw,
And he will gambol and guffaw.
He's such an easy-going lout,
He'll answer any hail or shout.

Again I must remind you that
A Dog's a Dog - A CAT'S A CAT.

With Cats, some say, one rule is true:
Don't speak till you are spoken to.
Myself, I do not hold with that -
I say, you should ad-dress a Cat.
But always keep in mind that he
Resents familiarity.
I bow, and taking off my hat,
Ad-dress him in this form: O CAT!
But if he is the Cat next door,
Whom I have often met before
(He comes to see me in my flat)
I greet him with an OOPSA CAT!
I've heard them call him James Buz-James -
But we've not got so far as names.
Before a Cat will condescend
To treat you as a trusted friend,
Some little token of esteem
Is needed, like a dish of cream;
And you might now and then supply
Some caviare, or Strassburg Pie,
Some potted grouse, or salmon paste -
He's sure to have his personal taste.
(I know a Cat, who makes a habit
Of eating nothing else but rabbit,
And when he's finished, licks his paws
So's not to waste the onion sauce.)
A Cat's entitled to expect
These evidences of respect.
And so in time you reach your aim,
And finally call him by his NAME.

So this is this, and that is that:
And there's how you AD-DRESS A CAT.

Τρίτη 9 Νοεμβρίου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, Έλληνες ζωγράφοι: καταχνιά ενός χειμωνιάτικου μεσημεριού...

Ανύπαρχτη Πολιτεία
Μέσα στην καστανή καταχνιά ενός χειμωνιάτικου μεσημεριού...

Τ. Σ. Έλιοτ
Έρημη Χώρα
στον Έζρα Πάουντ, "Il miglior fabbro"

Γ΄. Το κήρυγμα της φωτιάς
(απόσπασμα)

Του ποταμού η σκεπή σωριάστηκε· τα στερνά δάχτυλα των φύλλων
Γαντζώνουν και βουλιάζουνε στην όχθη την υγρή. Ο αγέρας
Στην καστανόχρωμη τη γης διαβαίνει, ανάκουστος. Φύγανε οι νύμφες.
Γλυκέ μου Τάμεση, κύλα απαλά, το τραγούδι μου για να πω.
Ο ποταμός δεν κατεβάζει άδειες μποτίλιες, χαρτιά από σάντουιτς,
Μεταξωτά μαντίλια, χαρτονένια κουτιά, αποτσίγαρα
Κι άλλα τεκμήρια θερινών νυχτών. Φύγανε οι νύμφες.
Κι οι φίλοι τους, οι χασομέρηδες κληρονόμοι των διευθυντών του Σίτυ·
Φύγανε, δεν άφησαν διεύθυνση.
Επί των υδάτων Λεμάν κάθισα κι έκλαψα
Γλυκέ μου Τάμεση, κύλα απαλά, το τραγούδι μου για να πω,
Γλυκέ μου Τάμεση, κύλα απαλά, ’τι δε φωνάζω ούτε φλυαρώ.
Αλλά πίσω απ’ τη ράχη μου ακούω σε μια παγωμένη ριπή
Το κροτάλισμα των κοκάλων, και το πνιγμένο γέλιο ν’ απλώνεται. στην ακοή.
Ένα ποντίκι γλίστρησε απαλά μέσα στη βλάστηση
Τη λασπερή του σέρνοντας κοιλιά στην όχθη
Εκεί που ψάρευα στο μουντό κανάλι
Ένα χειμωνιάτικο δειλινό πίσω απ’ το Γκάζι
Ρεμβάζοντας πάνω στου βασιλιά αδελφού μου το ναυάγιο,
Πάνω στου βασιλιά πατέρα μου το θάνατο, πριν από εκείνον.
Λευκά κορμιά γυμνά στο έδαφος το χαμηλό το νοτισμένο
Ριγμένα κόκαλα σε χαμηλή μικρή ξερή σοφίτα,
Κροταλισμένα από του ποντικού το πόδι μόνο, χρόνο με χρόνο.
Αλλά πίσω απ’ τη ράχη μου φορές-φορές ακούω
Ήχους σαλπίγγων κι αυτοκινήτων, που θα φέρουν
Τον Σουήνη στην Κυρία Πόρτερ την άνοιξη.
Ω φεγγαράκι μου λαμπρό φέξε της Κυρα-Πόρτερ
Φέξε της κόρης της
Νίβουν τα πόδια τους σε νερό με σόδα
Et O ces voix d’ enfants, chantant dans la coupole !

Tιοτ τιοτ τιοτ
Γιακ γιακ γιακ γιακ γιακ γιακ
Τόσο βάναυσα χαλασμένη.
Τηρεό


T. S. Eliot (1888-1965)

Ανύπαρχτη Πολιτεία
Μέσα στην καστανή καταχνιά ενός χειμωνιάτικου μεσημεριού
Ο Σμυρνιός έμπορας, κύριος Ευγενίδης
Αξούριστος, με την τσέπη γεμάτη σταφίδες
Τσιφ Λόντρα: φορτωτικές εν όψει,
Με κάλεσε με τα πρόστυχά του γαλλικά
Για πρόγευμα στο Κάννον Στρήτ Ότέλ
Κι έπειτα το Σαββατοκύριακο στο Μετροπόλ.

Την ώρα τη μενεξεδιά, που τα μάτια κι η ράχη
Ανασηκώνουνται απ’ το γραφείο, που η μηχανή
του ανθρώπου περιμένει
Σαν το ταξί που σφύζει περιμένοντας,
Εγώ ο Τειρεσίας, μολονότι τυφλός, σφύζοντας ανάμεσα σε δυο ζωές,
Γέροντας με γυναίκειο στήθος ρυτιδωμένο, μπορώ να ιδώ,
Την ώρα τη μενεξεδιά, την ώρα τη δειλινή που μάχεται
Κατά το γυρισμό, και φέρνει το ναύτη στο λιμάνι από το πέλαγο,
Σπίτι της τη δακτυλογράφο την ώρα του τσαγιού· μαζεύει τ’ απομεινάρια του πρωινού της
Ανάβει τη θερμάστρα, κι αραδιάζει τρόφιμα από κονσέρβες.
Έξω από το παράθυρο απλωμένα ριψοκίνδυνα
Στεγνώνουνε τα σώρουχά της στου ήλιου τις τελευταίες αχτίνες,
Στοιβαγμένα στο ντιβάνι (τη νύχτα κρεβάτι της)
Κάλτσες, παντούφλες, μεσοφόρια, κορσέδες.
Εγώ ο Τειρεσίας, γέροντας με ρυτιδωμένα βυζιά
Διάκρινα τη σκηνή, και προφήτεψα τα επίλοιπα –
Κι εγώ περίμενα τον αναμενόμενο ξένο.
Εκείνος, νέος όλο σπυριά, καταφτάνει,
Υπάλληλος πρακτορείου μικροεταιρίας,
Με βλέμμα θαρραλέο, κάποιος απ’ τους μικρούς
Όπου η αυτοπεποίθηση είναι καθισμένη
Σαν το ψηλό μπραντφορδιανού ’κατομμυριούχου.
Τώρα η στιγμή είναι πρόσφορη, καθώς εικάζει,
Απόφαγε, βαριέται κι είναι κουρασμένη,
Κάνει μια απόπειρα να την μπλέξει σε χάδια
Που εκείνη δεν ποθεί, μήτε αποδοκιμάζει.
Πυρός κι αποφασιστικός, ρίχνεται αμέσως·
Χέρια ερευνητικά δε συναντούν αντίσταση·
Η ματαιοδοξία του δεν απαιτεί ανταπόκριση,
Και παίρνει για παραδοχή την αδιαφορία.
(Κι εγώ ο Τειρεσίας υπόφερα απ’ τα πριν όλα
Που εγίναν στο ίδιο τούτο ντιβάνι είτε κρεβάτι·
Εγώ που κάθισα στη Θήβα κάτω απ’ τα τείχη
Και περπάτησα ανάμεσα στους χαμηλότερους νεκρούς.)
Δίνει ένα στερνό προστατευτικό φιλί,
Και βγαίνει ψάχνοντας τη σκάλα τη σβηστή...
Eκείνη ρίχνει στον καθρέφτη μια ματιά,
Πως o εραστής της έφυγε το νιώθει μόλις·
Από το νου της μια άμορφη σκέψη περνά:
«Λοιπόν έγινε ό,τι έγινε: καλά που έχει τελειώσει»
Όταν στην τρέλα αφήνεται η ομορφονιά
Και πάλι, μόνη, βηματίζει απάνω-κάτω,
Μ’ αυτόματο χέρι διορθώνει τα μαλλιά
Κι έπειτα βάζει μια πλάκα στο φωνογράφο.

«Σύρθηκε προς εμένα πάνω στα νερά τούτη η μουσική»
Και στο μάκρος του Στραν ως το Κουήν Βικτώρια Στρητ.
Ω Πολιτεία Πολιτεία, μπορώ κάποτε κι ακούω
Πίσω από ένα μπαρ στο Λόουερ Ταίμς Στρητ,
Το απαλό γκρίνιασμα ενός μαντολίνου
Και τη βουή και τους θορύβους εκεί μέσα
Που τεμπελεύουν οι ψαράδες το μεσημέρι:
Εκεί που οι τοίχοι του Μάγνου του Μάρτυρα κρατούν
Μια ανεξήγητη λαμπράδα Ιωνικού λευκού και χρυσαφιού.

Ο ποταμός ιδρώνει
Πετρέλαιο και κατράμι
Τις μαούνες τις παίρνει
Το ρέμα που αλλάζει
Κόκκινα πανιά
Σταβέντο ανοιγμένα
Παίζουνε στη βαριά τους αντένα.
Οι μαούνες σπρώχνουν
Ξύλα στον αφρό
Στου Γκρήνιδζ τον κάβο
Πέρα απ’ το Σκυλονήσι.

Βεγιαλαλά λεγιά
Βάλλαλα λεγιαλαλά

Ο Λέστερ κι η Ελισάβετ
Χτυπώντας τα κουπιά
Η πρύμη σμιλεμένη
Κοχύλι χρυσωμένο
Κόκκινο και χρυσό
Το ρέμα φουσκωμένο
Κυμάτιζε στις άκρες
Φυσώντας ο γαρμπής
Έφερνε με το ρέμα
Ήχους από καμπάνες
Άσπροι πύργοι

Βεγιαλαλά λεγιά
Βάλλαλα λεγιαλαλά

(μτφ Γιώργος Σεφέρης)