Οι δυστυχείς δεν έχουν άλλο φάρμακο από την ελπίδα
Σαίξπηρ
*
The miserable have no other medicine but only hope.
Shakespeare
ζωγράφοι, ελληνική τέχνη, θαλασσογραφίες, τοπία, ζωγραφική, λογοτεχνία, Έλληνες ζωγράφοι, σύγχρονη σκέψη, καράβια, τέχνη, σύγχρονοι ζωγράφοι, ποίηση, πορτρέτα, πίνακες ζωγραφικής, έργα ζωγραφικής, ελληνικά τοπία
t
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες
Κυριακή 19 Μαΐου 2024
ελπίδα...
Παρασκευή 24 Νοεμβρίου 2023
Γινόμαστε γελοίοι...
"Γινόμαστε γελοίοι μόνο όταν θέλουμε να εμφανιστούμε σαν κάτι που δεν είμαστε."
Giacomo Leopardi
Τετάρτη 19 Οκτωβρίου 2022
αξία των πραγμάτων
"Η αξία των πραγμάτων δεν εξαρτάται από την διάρκεια
αλλά από την ένταση της άφιξής τους
γι' αυτό και υπάρχει
στις αξέχαστες στιγμές
στα ανεξήγητα πράγματα
και στα ασύγκριτα πρόσωπα"
Φερνάντο Πεσσόα
Παρασκευή 15 Ιουλίου 2022
κάτι λείπει...
Πάντα κάτι λείπει που με στοιχειώνει...
Il y a toujours quelque chose d'absent qui me tourmente...
Camille Claudel
Παρασκευή 6 Νοεμβρίου 2020
Η θάλασσα δεν με ρώτησε τίποτα...
J'ai epouse la mer cette nuit
A l'heure ou la cote s'eclaire.
La mer ne m'a rien demande
Ni d'ou je viens
Ni qui j'ai aime.
Elle a rempli ma bouche de son sel
Et mon esprit de son silence...
Jean Autissier.
*
Παντρεύτηκα τη θάλασσα απόψε
Την ώρα που η ακτή φωτίζεται.
Η θάλασσα δεν με ρώτησε τίποτα
Ούτε από που ήρθα
Ούτε ποιον αγάπησα.
Γέμισε το στόμα μου με το αλάτι της
Και το πνεύμα μου με τη σιωπή της...
Τρίτη 17 Μαρτίου 2020
Ταξίδι στο δωμάτιό μου...
Φρανσουά Ξαβιέ ντε Μεστρ
Ταξίδι στο δωμάτιό μου
(απόσπασμα)
".. Θα μπορούσα να αρχίσω το εγκώμιο του ταξιδιού μου με τη διαπίστωση ότι δε μου στοίχισε τίποτε. Αυτό το γεγονός αξίζει ιδιαίτερη προσοχή. Βλέπω καταρχήν να το επαινούν και να το γιορτάζουν άνθρωποι μέσης οικονομικής κατάστασης, όμως και σε μια άλλη τάξη ανθρώπων είναι ακόμα πιο βέβαιο ότι θα έχει μεγάλη επιτυχία, για τον ίδιο ακριβώς λόγο ότι δε στοιχίζει τίποτε. - Ποια είναι λοιπόν η τάξη αυτή; Μα το ρωτάτε; Είναι η τάξη των πλουσίων. Έπειτα, πόση βοήθεια είναι για τους αρρώστους αυτός ο τρόπος ταξιδιού! Δε θα έχουν πια κανένα λόγο να φοβούνται την κακοκαιρία της υπαίθρου ή τις εποχιακές μεταβολές του καιρού. - Οι δειλοί θα είναι ασφαλείς από τους κλέφτες, δε θα συναντήσουν ούτε γκρεμούς ούτε χαράδρες. Χιλιάδες άτομα που δεν είχαν καθόλου τολμήσει πριν από μένα, άλλα που δεν είχαν μπορέσει, άλλα τέλος που δεν είχαν σκεφθεί να ταξιδέψουν, θα το αποφασίσουν ακολουθώντας το παράδειγμα μου. Η πιο ράθυμη ύπαρξη θα διστάσει να ξεκινήσει μαζί μου για να αισθανθεί μια ευχαρίστηση που δε θα της στοιχίσει ούτε κόπο ούτε χρήμα;
- Θάρρος λοιπόν, ας ξεκινήσουμε.
- Ακολουθήστε με , όλοι εσείς που νεκροί από έρωτα, αδιάφοροι στη φιλία, μένετε στο διαμέρισμά σας, μακριά από τη μικρότητα και τη δολιότητα των ανθρώπων.
Ολοι οι δυστυχείς, οι άρρωστοι και οι βαριεστημένοι του σύμπαντος ας με ακολουθήσουν! - Ολοι μαζί οι τεμπέληδες ας σηκωθούν! Εσείς, επίσης, που κάνετε στο μυαλό σας απαίσια σχέδια μεταμέλειας και υποχώρησης εξαιτίας κάποιας απιστίας, εσείς που, μέσα σ'ένα μπουντουάρ, αρνηθήκατε τα εγκόσμια για όλη τη ζωή σας, αξιαγάπητοι αναχωρητές της μιας βραδιάς, ελάτε επίσης : πιστέψτε με, αφήστε αυτές τις μαύρες σκέψεις. Χάνετε μία στιγμή για την ευχαρίστηση χωρίς να κερδίσετε μία αντίστοιχη για τη σοφία: καταδεχθείτε να με συνοδέψετε στο ταξίδι μου. Θα προχωρήσουμε σιγά - σιγά, γελώντας, στη διαδρομή, με τους ταξιδιώτες που είδαν Ρώμη και Παρίσι. - Κανένα εμπόδιο δε θα μπορέσει να μας σταματήσει και παραδομένοι ευχάριστα στη φαντασίωση μας, θα την ακολουθήσουμε παντού όπου της αρέσει να μας πάει..."
Τρίτη 17 Δεκεμβρίου 2019
με τη φαντασία ζούμε...
William Butler Yeats
*
Ζούμε, στο σούρουπο της συνείδησης· ποτέ δεν είμαστε σίγουροι για το τι είμαστε ή τι υποτίθεται ότι είμαστε.
Fernando Pessoa...
Γιάννης Σταύρου, Νύχτα στο λιμάνι
Δευτέρα 26 Αυγούστου 2019
κάτι πιο σπάνιο...
Και πιο ευγενές από τη ματαιοδοξία,
Είναι η σεμνότητα.
Και κάτι πιο σπάνιο από τη σεμνότητα,
Είναι η απλότητα."
*
"Il y a quelque chose de plus haut que l'orgueil,
et de plus noble que la vanite,
c'est la modestie;
et quelque chose de plus rare que la modestie,
c'est la simplicite."
Antoine de Rivarol
Γιάννης Σταύρου, Πειραιάς
Σάββατο 2 Φεβρουαρίου 2019
μπορεί να ρθώ απ' τα πέλαγα...
Nα μην τολμήσεις να τη δεις ποτέ από τη στεριά...
Γιάννης Σταύρου, Ανατολή στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης, λάδι σε καμβά
Καββαδίας Νίκος
Θεσσαλονίκη II
Στη Mυρτώ Kουμβακάλη
Tράνταζε σαν από σεισμό συθέμελα ο Xορτιάτης
κι' ακόντιζε μηνύματα με κόκκινη βαφή.
Γραφή από τρεις και μούγινες μοτάρι και καρφί.
Mε έριχνε η Tούμπα, σε διπλό κρεβάτι, τα χαρτιά της.
Tη μάκινα για τον καπνό και το τσιγαροχάρτι
την έχασες, την ξέχασες, τη χάρισες αλλού.
Ήτανε τότε που έσπασε το μεσιανό κατάρτι.
Tα ψέματα του βουτηχτή, του ναύτη, του λωλού.
Kαι τί δεν έχω υποσχεθεί και τί δεν έχω τάξει,
μα τα σαράντα κύματα μου φταίνε και ξεχνώ
―της Άγρας τα μακριά σαριά, του Σάντουν το μετάξι―
και τα θυμάμαι μόλις δω αναθρώσκοντα καπνό.
Tο δαχτυλίδι πούφερνα μου τόκλεψε η Oράγια.
Tον παπαγάλο ― μάδησε κι' έπαψε να μιλεί.
Aς εκατέβαινε έστω μια, στο βίρα, στα μουράγια,
κι' ας κοίταζε την άγκυρα μονάχα, που καλεί.
Tίποτα στα χεράκια μου, μάνα μου, δε φτουράει, ―
έρωτας, μαλαματικά, ξόμπλια και φυλαχτά.
Σιχαίνομαι το ναυτικό που εμάζεψε λεφτά.
Eμούτζωσε τη θάλασσα και τήνε κατουράει.
Tης Σαλονίκης μοναχά της πρέπει το καράβι.
Nα μην τολμήσεις να τη δεις ποτέ από τη στεριά.
Kι' αν κάποια στην Kαλαμαριά πουκάμισο μου ράβει,
μπορεί να ρθώ απ' τα πέλαγα με τη φυρονεριά.
Τρίτη 15 Μαΐου 2018
Θα φύγω κάποτε...
Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου
Κριτική
«Οι ψυχικές σας μεταπτώσεις μού είναι αδιάφορες, έλεγε ο επιφανής κριτικός, η δικαίωση θ’ αργήσει πολύ αν κάποτε είναι να έρθει. Τα φωτιστικά σας ευρήματα ασταθή, η μετρική σας παμπάλαια, η στιχοποιία σας επενδύεται μια ανθοδέσμη εικόνων σχεδόν μαραμένη. Σας διαφεύγουν οι Ιδέες, τα Πράγματα, η Μεγάλη Παράδοση, τ’ Αυριανά Σκαλοπάτια – και το κυριότερο, ο Ανθρωπισμός δεν φαίνεται να σας διακρίνει. Δύστοκος, απελπισμένος και μονήρης θα σβήνετε καθώς θ’ αλαλάζουν οι μελλοθάνατοι σκύμνοι».
Έτσι μίλησε ο επιφανής κριτικός
Η αναχώρηση
Θα φύγω κάποτε απ’ το νυχτερινό σταθμό
γλιστρώντας προς τη χλόη άγνωστων τόπων
καθώς το ψάρι, αδιάφορος για τον πολύχρωμο βυθό
αθόρυβα, καθώς αξιωματούχος πικραμένος θα γλιστρήσω
Όχι πως φεύγοντας θ’ αλλάξω τη ροή των βρώμικων νερών
Τετάρτη 18 Απριλίου 2018
Η αναχώρηση...
γλιστρώντας προς τη χλόη άγνωστων τόπων
καθώς το ψάρι, αδιάφορος για τον πολύχρωμο βυθό
αθόρυβα, καθώς αξιωματούχος πικραμένος θα γλιστρήσω...
Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου
Όρκος
Συ που με κάλυψες με την πυκνή ανωνυμία σου
ταξιδιώτη της νύχτας που έφυγε
εσένα που δεν αποστήθισα ποτέ – μα στάθηκες
τόσο βαθιά δικός μου, τόσο ανέπαφος
μέσα στον συμφυρμό των άλλων, τόσο αδέξιος
μες στους αλαλαγμούς των κι ακατάδεχτος
τόσο μα τόσο αυθεντικός κι όμως ευάλωτος
μες στους παραμικρούς σου κραδασμούς, καθώς
αυτό που ζήσαμε ή ελπίσαμε είναι γραφτό
σ’ ένα τρεμούλιασμα ή σ’ ένα δάκρυ πάντα ν’ αστοχήσει
Ταξιδιώτη της νύχτας που έφυγε
ποιητική ευγλωττία, τεχνική ενός στίχου που μαθαίνεται
ευλυγισία μιας έκφρασης που καταχτιέται ενσυνείδειτα
συγκίνηση κορυφωμένη που την κατευθύνεις
Ούτ’ ένα στίχο πια ερωτικό, στ’ ορκίζομαι
Η αναχώρηση
Θα φύγω κάποτε απ’ το νυχτερινό σταθμό
γλιστρώντας προς τη χλόη άγνωστων τόπων
καθώς το ψάρι, αδιάφορος για τον πολύχρωμο βυθό
αθόρυβα, καθώς αξιωματούχος πικραμένος θα γλιστρήσω
Όχι πως φεύγοντας θ’ αλλάξω τη ροή των βρώμικων νερών
Κυριακή 10 Δεκεμβρίου 2017
η πυξίδα έχει τρελαθεί...
ανάρια η λάμψη του πετρελαιοφόρου!...
Γιάννης Σταύρου, Αποθήκες στο λιμάνι, λάδι σε καμβά
Εουτζένιο Μοντάλε
Tο σπίτι των τελωνοφυλάκων
Δεν θυμάσαι το σπίτι των τελωνοφυλάκων
στο ύψωμα που κρέμεται επάνω απ’ τους βράχους:
έρημο σε περιμένει από την νύχτα αυτή
που πρόβαλε το σμήνος των λογισμών σου
και στάθηκε εκεί μέσα ανήσυχα.
Ο Λίβας χρόνια τώρα δέρνει τα αρχαία τείχη
το γέλιο σου δεν ηχεί πια χαρούμενο
η πυξίδα έχει τρελαθεί
και οι ζαριές πια δεν πετυχαίνουν
Δεν θυμάσαι, άλλες στιγμές αποσπούν
την μνήμη σου, το νήμα ξετυλίγεται.
Κρατώ ακόμη μια άκρη του, μα απομακρύνεται
το σπίτι και στην κορφή της στέγης η μαυρισμένη
ανεμοδούρα γυρίζει ανελέητα.
Κρατώ μιαν άκρη, μα μένεις μόνη
και δεν σε νιώθω ν΄ ανασαίνεις στο σκοτάδι.
Ω, χάνονται οι ορίζοντες και φέγγει
ανάρια η λάμψη του πετρελαιοφόρου!
Το πέρασμα που ‘ναι; (Πληθαίνει
το αντιμάμαλο και πάλι στην απόκρημνη ακτή…).
Δεν θυμάσαι το σπίτι εκείνης
της νύχτας μου. Δεν ξέρω ποιος φεύγει, ποιος μένει.
(μετ Νίκος Αλιφέρης )
Τετάρτη 8 Νοεμβρίου 2017
βραδύγλωσση βροχή, σαν πρόθεση ναυαγισμένη...
σίγμα πλάι σε γιώτα, γιώτα κοντά στο σίγμα,
κρυστάλλινα ψηφία που τσουγκρίζουν
και μουρμουρίζουν ένα εσύ, εσύ, εσύ...
Γιάννης Σταύρου, Μετά βροχή, Πειραιάς, λάδι σε καμβά
Κική Δημουλά
Τα πάθη της βροχής
Εν μέσω λογισμών και παραλογισμών
άρχισε κι η βροχή να λιώνει τα μεσάνυχτα
μ’ αυτόν τον πάντα νικημένο ήχο
σι, σι, σι.
Ήχος συρτός, συλλογιστός, συνέρημος,
ήχος κανονικός, κανονικής βροχής.
Όμως ο παραλογισμός
άλλη γραφή κι άλλην ανάγνωση
μού’ μαθε για τους ήχους.
Κι όλη τη νύχτα ακούω και διαβάζω τη βροχή,
σίγμα πλάι σε γιώτα, γιώτα κοντά στο σίγμα,
κρυστάλλινα ψηφία που τσουγκρίζουν
και μουρμουρίζουν ένα εσύ, εσύ, εσύ.
Και κάθε σταγόνα κι ένα εσύ,
όλη τη νύχτα
ο ίδιος παρεξηγημένος ήχος,
αξημέρωτος ήχος,
αξημέρωτη ανάγκη εσύ,
βραδύγλωσση βροχή,
σαν πρόθεση ναυαγισμένη
κάτι μακρύ να διηγηθεί
και λέει μόνο εσύ, εσύ, εσύ,
νοσταλγία δισύλλαβη,
ένταση μονολεκτική,
το ένα εσύ σαν μνήμη,
το άλλο σαν μομφή
και σαν μοιρολατρία,
τόση βροχή για μια απουσία,
τόση αγρύπνια για μια λέξη,
πολύ με ζάλισε απόψε η βροχή
μ’ αυτή της τη μεροληψία
όλο εσύ, εσύ, εσύ,
σαν όλα τ’ άλλα νά’ ναι αμελητέα
και μόνο εσύ, εσύ, εσύ.
Δευτέρα 9 Οκτωβρίου 2017
Βυζάντιο βεβηλωμένο...
στόν πορφυρό κόλπο...
*
Rust-hulled freighters in
a violet bay...
Γιάννης Σταύρου, Δύση στον Θερμαϊκό, λάδι σε καμβά
Έιμυ Κλάμπιτ
Σαλονίκη
Σκουριασμένα σκαριά φορτηγῶν
στόν πορφυρό κόλπο· γάτες ἰσχνές
πού σουλατσάρουν, σπίνοι
πού κελαηδοῦν ἀκατάπαυστα·
ἡλιοτρόπια, ἐξωτικά
καμπουριασμένα μανουάλια,
πλάι στό ὑπόστεγο
ἑνός παλαιοχριστιανικοῦ ναοῦ
πού ’γινε ἀργότερα τζαμί: Βυζάντιο
βεβηλωμένο πού αντιστηρίζεται ξανά,
ὁ Ἰεζεκιήλ ἔγκλειστος σάν πουλί
στά ξεθωριασμένα ἴχνη τῆς προφητικῆς φωτιᾶς,
ἀπομεινάρι τουρκικῆς πυρπόλησης.
Βερίκοκα, βύσινα,
φουντούκια–τί
δέν πουλιέται ἐδῶ; Τιτιβίσματα
πτηνοπωλείου, τό ἀτέρμονο
γουργουρητό τῶν περιστεριῶν καί τῆς πολιτικῆς·
κάτω ἀπό τίς καμάρες
τῆς Ἀριστοτέλους, τό πλαστικό
ἀμέτρητων ἀπομιμήσεων.
(Μετ. Κώστας Χατζηκυριάκου)
Amy Clampitt
SALONIKI
Rust-hulled freighters in
a violet bay; lean cats
that slink, finches
that sing and sing;
sunflowers’ exotic
hunchback candlesticks
beside the hovel of an
early Christian church,
later a mosque: Byzantium
profaned shored up again,
Ezekiel bird-caged in prophetic
fire’s faint shreds, a relic
of the arson of the Turks.
Apricots, sweet cherries,
hazelnuts–what’s not
for sale here? Bird-market
cheepings, the interminable
murmurings of doves and politics;
under the arcades of Odos
Aristotelous, the plastic
Of a hundred thousand fakes.
Κυριακή 1 Οκτωβρίου 2017
Είναι το μέγα δέντρο των αιτίων...
Κανείς δεν το 'χει δει ποτέ
ούτε μπορεί όμως να δει και τίποτ' άλλο...
Γιάννης Σταύρου. Πειραιάς με φεγγάρι, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)
Χόρχε Λουίς Μπόρχες
Το Πλέγμα
Στάζει κάθε τόσο
η βρύση στην αυλή
μοιραία σαν το θάνατο του Καίσαρα.
Και τα δυό είναι μέρη του πλέγματος
που αγκαλιάζει
τον ατέρμονα και άναρχο κύκλο,
της Φοινίκης την άγκυρα,
τον πρώτο λύκο και το πρώτο αρνί,
την ημερομηνία του θανάτου μου
και το χαμένο θεώρημα του Φερμά.
Τούτο το σιδερένιο υφάδι
οι στωικοί το θεωρούσαν πύρινο
που πεθαίνει και ξαναγεννίεται σαν τον Φοίνικα.
Είναι το μέγα δέντρο των αιτίων
και των συνεπειών που διακλαδίζονται,
στα φύλλα του βρίσκεται η Ρώμη και η Χαλδαία
και όσα βλέπουν τα κεφάλια του Ιανού.
Το σύμπαν είναι ένα από τα ονόματα του.
Κανείς δεν το 'χει δει ποτέ
ούτε μπορεί όμως να δει και τίποτ' άλλο.
(μετ. Δημήτρης Καλοκύρης)
Πέμπτη 17 Αυγούστου 2017
όσο ν' ανοιγοκλείσει μια πόρτα...
πάνω σ' εμένα η ζωή μου που μου ξεφεύγει με
καταδιώκει...
Γιάννης Σταύρου, Βραδιάζει στον Θερμαϊκό, λάδι σε καμβά
Σάμιουελ Μπέκετ
Ποιήματα
Είμαι αυτή η ροή της άμμου που γλιστράει
ανάμεσα στο βότσαλο και στον αμμόλοφο
η καλοκαιρινή βροχή πέφτει πάνω στη ζωή μου
πάνω σ' εμένα η ζωή μου που μου ξεφεύγει με
καταδιώκει
και θα σβήσει τη μέρα που άρχισε
αγαπημένη στιγμή σε βλέπω
μέσα σ' αυτό το παραπέτασμα της ομίχλης που χάνεται
όπου δε θα 'χω παρά να πατήσω σ' αυτά τα μακριά
κινούμενα κατώφλια
και θα ζήσω
όσο ν' ανοιγοκλείσει μια πόρτα.
*
κάθε μέρα επιθυμείς
να’ σαι μια μέρα ζωντανός
όχι βέβαια χωρίς να λυπάσαι
μια μέρα που γεννήθηκες
(μετ. Γιώργος Βίλλιος)
Τετάρτη 26 Ιουλίου 2017
Σε σωστή ώρα νυχτώνει...
εντάθηκα πίσω απ'αυτό
το συρματόπλεγμα το υδάτινο
υπομονετικά κι απαρατήρητα...
Γιάννης Σταύρου, Λιμάνι Θεσσαλονίκης, λάδι σε καμβά
Κική Δημουλά
Πέρασα
Περπατώ και νυχτώνει.
Αποφασίζω και νυχτώνει.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.
Υπήρξα περίεργη και μελετηρή.
Ξέρω απ'όλα.Λίγο απ'όλα.
Τα ονόματα των λουλουδιών όταν μαραίνονται,
πότε πρασινίζουν οι λέξεις και πότε κρυώνουμε.
Πόσο εύκολα γυρίζει η κλειδαριά των αισθημάτων
μ'ένα οποιοδήποτε κλειδί της λησμονιάς.
Όχι δεν ειμαι λυπημένη.
Πέρασα μέρες με βροχή,
εντάθηκα πίσω απ'αυτό
το συρματόπλεγμα το υδάτινο
υπομονετικά κι απαρατήρητα,
όπως ο πόνος των δέντρων
όταν το ύστατο φύλλο τους φεύγει
κι όπως ο φόβος των γενναίων.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.
Πέρασα από κήπους,στάθηκα σε συντριβάνια και είδα πολλά αγαλματίδια να γελούν
σε αθέατα αίτια χαράς.
Και μικρούς ερωτιδείς, καυχησιάρηδες.
Τα τεντωμένα τόξα τους
βγήκανε μισοφέγγαρο σε νύχτες μου και ρέμβασα.
Είδα πολλά και ωραία όνειρα
και είδα να ξεχνιέμαι.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.
Περπάτησα πολύ στα αισθήματα,
τα δικά μου και των άλλων,
κι έμενε πάντα χώρος ανάμεσα τους
να περάσει ο πλατύς χρόνος.
Πέρασα από ταχυδρομεία και ξαναπέρασα.
Έγραψα γράμματα και ξαναέγραψα
και στο θεό της απαντήσεως προσευχήθηκα άκοπα.
Έλαβα κάρτες σύντομες:
εγκάρδιο αποχαιρετιστήριο από την Πάτρα
και κάτι χαιρετίσματα
απο τον Πύργο της Πίζας που γέρνει.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη που γέρνει η μέρα.
Mίλησα πολύ.Στους ανθρώπους,
στους φανοστάτες, στις φωτογραφίες.
Και πολύ στις αλυσίδες.
Έμαθα να διαβάζω χέρια
και να χάνω χέρια.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.
Ταξίδεψα μάλιστα.Πήγα κι από εδώ, πήγα και από εκεί...
Παντού έτοιμος να γεράσει ο κόσμος.
Έχασα κι από εδώ,έχασα κι από κεί.
Κι από την προσοχή μου μέσα έχασα
κι από την απροσεξία μου.
Πήγα και στη θάλασσα.
Μου οφειλόταν ένα πλάτος.Πές πως το πήρα.
Φοβήθηκα τη μοναξιά
και φαντάστηκα ανθρώπους.
Τους είδα να πέφτουν
από το χέρι μιας ήσυχης σκόνης,
που διέτρεχε μιάν ηλιαχτίδα
κι άλλους από τον ήχο μιας καμπάνας ελάχιστης.
Και ηχήθηκα σε κωδωνοκρουσίες
ορθόδοξης ερημιάς.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.
Έπιασα και φωτιά και σιγοκάηκα.
Και δεν μου έλειψε ούτε των φεγγαριών η πείρα.
Η χάση τους πάνω από θάλασσες κι από μάτια,
σκοτεινή,με ακόνισε.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.
Όσο μπόρεσα έφερ'αντίσταση σ'αυτό το ποτάμι
όταν είχε νερό πολύ, να μη με πάρει,
κι όσο ήταν δυνατόν φαντάστηκα νερό
στα ξεροπόταμα
και παρασύρθηκα.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.
Σε σωστή ώρα νυχτώνει.
Κυριακή 16 Ιουλίου 2017
σὰν τὸ σύννεφο ποὺ αλλάζει στὰ νωθρὰ δευτερόλεπτα...
Τετάρτη 28 Ιουνίου 2017
H πολιτεία στή θάλασσα...
Των ρείθρων αργοσάλεψαν τά βύθη!
Λές καί μιά στάλα οι πύργοι πώς βουλιάζουν,
Και το βαρύ το σάλο αναταράζουν —
Λές κι οί κορφές τους πώς αφήνουν σάμπως
Ενα κενό μες στ' Ουρανού τό θάμπος.
Πιο πορφυρό τό κύμα φέγγει τώρα...
*
But lo, a stir is in the air!
The wave- there is a movement there!
As if the towers had thrust aside,
In slightly sinking, the dull tide-
As if their tops had feebly given
A void within the filmy Heaven.
The waves have now a redder glow...
Γιάννης Σταύρου, Δύση στη Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά
Έντγκαρ Άλαν Πόε
H πολιτεία στή θάλασσα
Κοίταξε! Ο Θάνατος θρόνο έχει στήσει
Σ' έρμη μια πόλη πού, βαθιά στή Δύση
Τή σύθαμπη, φαντάζει αλλοτινή,
Όπου οι καλοί κι οι κακοί, οι ταπεινοί κι οι τρανοί
Βρήκαν γιά πάντα ανάπαψη στερνή.
Πύργους καί λάρνακές τους καί παλάτια
(Πανάρχαιους πύργους πού δέν τρέμουν πιά!),
Δέν είδαν όμοιους τά δικά μας μάτια.
Τριγύρω, ξεχασμένα απ’ τό βοριά,
Καρτερικά κάτω άπ’ τά ουράνια χάη
Πλαγιάζουν τά μελάγχολα πελάη.
Αχτίδα από τ’ άγια ούράνια δέν προβάλλει
Στης πολιτείας τή νύχτα τή μεγάλη
Μά φως μές απ' τά πελιδνά νερά
Γλιστράει πάνω στούς πύργους σιωπηλά —
Ψηλά στ' αετώματα πλατιά φεγγοβολά —
Σέ τρούλους — σέ καμπαναριά — σ' αυλές —
Σέ ναούς — σέ Βαβυλώνειους τοίχους λές —
Σέ λόγγους ισκιερούς, λησμονημένους,
Μ' άνθούς, κισσούς, στήν πέτρα σκαλισμένους —
Σέ μύριες λάρνακες θαυματουργές
Πού συνταιριάζουν, στις γιρλάντες τις βαριές,
Βιόλες, βιολέτες καί κληματαριές.
Καρτερικά κάτω απ' τά ούράνια χάη
Πλαγιάζουν τά μελάγχολα πελάη.
Τόσο εκεί μέσα σμίγουν πύργοι κι ίσκιοι
Πού ανάερη μοιάζει η πολιτεία νά μνήσκει,
Ενώ απ' αγέρωχο ένα κάστρο αγνάντια
Από ψηλά ο Θάνατος κοιτάει γιγάντια.
Ναοί ανοιχτοί καί διάπλατα εκεί μνήματα
Χάσκουνε πλάι στα φωτερά τα κύματα
Μά ουτε τα πλούτη πού βαθιά του εκράτει
Το διαμαντένιο κάθε ειδώλου μάτι —
Μήτε οι νεκροί, ντυμένοι στ' αργυρά,
Πλανεύουνε απ’ τον όχτο τα νερά
Γιατί ρυτίδα δέ χαράζει, αλί!
Σ’ εκείνη τήν ερημιά απο γυαλί —
Κύμα δέ λέει πώς ίσως κάνει αγέρα
Σ’ ευτυχισμένο κάποιο πέλαο πέρα —
Πτυχές δέ θροούν πώς φύσηξε μπουρίνι
Σέ πέλαγα δίχως φριχτή γαλήνη.
Μά νά, κάτι στον άνεμο εκινήθη!
Των ρείθρων αργοσάλεψαν τά βύθη!
Λές καί μιά στάλα οι πύργοι πώς βουλιάζουν,
Και το βαρύ το σάλο αναταράζουν —
Λές κι οί κορφές τους πώς αφήνουν σάμπως
Ενα κενό μες στ' Ουρανού τό θάμπος.
Πιο πορφυρό τό κύμα φέγγει τώρα —
Λαφριά κι αδύναμα ανασαίνει η ώρα —
Κι όταν, μέ απόκοσμους ζωσμένη στόνους,
Βαθιά, βαθιά η πολιτεία θέ νά ποντίσει,
Θά σηκωθεί από χίλιους ο Άδης θρόνους
Νά πέσει νά τήν προσκυνήσει.
(Μετ. Νίκος Σημηριώτης)
Edgar Allan Poe
The City In The Sea
Lo! Death has reared himself a throne
In a strange city lying alone
Far down within the dim West,
Where the good and the bad and the worst and the best
Have gone to their eternal rest.
There shrines and palaces and towers
(Time-eaten towers that tremble not!)
Resemble nothing that is ours.
Around, by lifting winds forgot,
Resignedly beneath the sky
The melancholy waters he.
No rays from the holy heaven come down
On the long night-time of that town;
But light from out the lurid sea
Streams up the turrets silently-
Gleams up the pinnacles far and free-
Up domes- up spires- up kingly halls-
Up fanes- up Babylon-like walls-
Up shadowy long-forgotten bowers
Of sculptured ivy and stone flowers-
Up many and many a marvellous shrine
Whose wreathed friezes intertwine
The viol, the violet, and the vine.
Resignedly beneath the sky
The melancholy waters lie.
So blend the turrets and shadows there
That all seem pendulous in air,
While from a proud tower in the town
Death looks gigantically down.
There open fanes and gaping graves
Yawn level with the luminous waves;
But not the riches there that lie
In each idol's diamond eye-
Not the gaily-jewelled dead
Tempt the waters from their bed;
For no ripples curl, alas!
Along that wilderness of glass-
No swellings tell that winds may be
Upon some far-off happier sea-
No heavings hint that winds have been
On seas less hideously serene.
But lo, a stir is in the air!
The wave- there is a movement there!
As if the towers had thrust aside,
In slightly sinking, the dull tide-
As if their tops had feebly given
A void within the filmy Heaven.
The waves have now a redder glow-
The hours are breathing faint and low-
And when, amid no earthly moans,
Down, down that town shall settle hence,
Hell, rising from a thousand thrones,
Shall do it reverence.
Παρασκευή 2 Ιουνίου 2017
μαντατοφόρος βουβός των αχανών μυστηρίων...
Γιάννης Σταύρου, Νύχτα στο λιμάνι, λάδι σε καμβά
Νοβάλις
Ύμνοι στη νύχτα
2.
Πρέπει πάντοτε το πρωινό να ξανάρχεται; Δεν τελειώνει ποτέ των επιγείων η βία; Πολυπραγμοσύνη στυγνή αφανίζει της νύχτας την αιθέρια αφή. Πότε στις φλόγες του έρωτα, στου βωμού την αιώνια πυρά θ' αφεθεί; Σύντομη είναι η ζωή του φωτός· αλλά άχρονη κι άχωρη η εξουσία της Νύχτας. Παντοτινή η διάρκεια του ύπνου. Ω ύπνε ιερέ — μην αργείς, μα στέρξε εσύ αρωγός να ελεήσεις τους μύστες της νύχτας σε τούτο το επίγειο έργο τους. Γιατί εσένα μόνο τρελοί σ' αγνοούν κι ύπνο δεν γνωρίζουν κανέναν, όταν εύσπλαχνος τον ίσκιο σου πάνω μας ρίχνεις, κάθε που η νύχτα η αληθινή ανατέλλει. Γιατί δεν σ' έχουν αισθανθεί στη χρυσαφιά ροή των σταφυλιών, στο λάδι της αμυγδαλιάς, στους καστανούς της παπαρούνας χυμούς. Γιατί δεν ξέρουν ότι είσαι συ που τα τρυφερά στήθη της κόρης ταράσσεις, που ως τους ουρανούς πετάς κι απλώνεις κλαδιά. Γιατί δεν νοιώθουν πως από ιστορίες παλιές εσύ ουρανομήκης τραβιέσαι, πως το κλειδί φέρνεις εσύ για των μακαρίων τα δώματα, μαντατοφόρος βουβός των αχανών μυστηρίων.
(μετ. Κώστα Κουτσουρέλη)





















