t


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πορτρέτα γυναικών. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πορτρέτα γυναικών. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 29 Μαρτίου 2017

έλαμπε απάνω ο κρύος ο ουρανός...

Στου φεγγαριού, που πέθαινε, το φως
τα μάτια σου γυαλίζαν. Πώς σε ρυάκι απάνω αργό
λάμπει θαμπός φωσφορισμός
όμοια έλαμπε και το φεγγάρι εκεί...
*
Thine eyes glow’d in the glare
Of the moon’s dying light;
As a fen-fire’s beam
On a sluggish stream
Gleams dimly—so the moon shone there...


https://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Πορτρέτο νέας γυναίκας, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Πέρσυ Μπυς Σέλλεϋ
Γραμμές

Η κρύα η γη κάτω κοιμότανε,
έλαμπε απάνω ο κρύος ο ουρανός,
και γύρω, μ’ ένα ήχο που σε μάργωνε,
από παγοσπηλιές και κάμπους χιονοσκέπαστους
η πνοή της νύχτας κύλαε σαν το θάνατο
κάτ’ από το φεγγάρι που βασίλευε.
Ήτανε μαύρη η χειμωνιάτικη φραγή,
ένα χορτάρι πράσινο δεν έβλεπες.
Στο μονοπάτι πλάι, κουρνιάζαν τα πουλιά
στο αγκάθι απάνω το γυμνό, που οι ρίζες του
κουλουριαζόνταν πάνω απ’ τις πολλές ραϊσιές
που εκεί τις είχε ανοίξει η παγωνιά.
Στου φεγγαριού, που πέθαινε, το φως
τα μάτια σου γυαλίζαν. Πώς σε ρυάκι απάνω αργό
λάμπει θαμπός φωσφορισμός,
όμοια έλαμπε και το φεγγάρι εκεί
και χρύσωνε τα κορακάτα σου μαλλιά,
που μες στης νύχτας σάλευαν τον άνεμο.
Τα χείλια σου τα χλώμιαζε η σελήνη, αγαπημένη μου.
Ο αέρας πάγωνε το στήθος σου.
Έχυνε η νύχτα στο ακριβό κεφάλι σου
την παγωμένη της δροσιά· κι εσύ κειτόσουνα
εκεί που του γυμνού ουρανού η πικρή πνοή
μπορούσε και σ’ αγκάλιαζε όπως ήθελε.

(μετ. Δημήτρης Σταύρου)

Percy Bysshe Shelley
Lines

The cold earth slept below;
Above the cold sky shone;
And all around,
With a chilling sound,
From caves of ice and fields of snow
The breath of night like death did flow
Beneath the sinking moon.

The wintry hedge was black;
The green grass was not seen;
The birds did rest
On the bare thorn’s breast,
Whose roots, beside the pathway track,
Had bound their folds o’er many a crack
Which the frost had made between.

Thine eyes glow’d in the glare
Of the moon’s dying light;
As a fen-fire’s beam
On a sluggish stream
Gleams dimly—so the moon shone there,
And it yellow’d the strings of thy tangled hair,
That shook in the wind of night.

The moon made thy lips pale, beloved;
The wind made thy bosom chill;
The night did shed
On thy dear head
Its frozen dew, and thou didst lie
Where the bitter breath of the naked sky
Might visit thee at will.

Κυριακή 5 Μαρτίου 2017

Τα χρόνια πέρασαν όπως ο ήλιος που βυθίζεται στη θάλασσα...

Φεγγαρογυναίκα, επιτρέπεται τώρα που έχασα το σώμα μου να ‘μαστε μαζί; Ω φεγγαροκόριτσο, ήταν αυτή η τελευταία φορά που συναντηθήκαμε στη γη και μου προξένησες μια τόσο δυνατή επιθυμία; Ορίστε λοιπόν, βρέθηκες μ’ ένα παιδί που απ’ τα μάγια σου θέλησε να ενωθεί μαζί Σου!...

https://yannisstavrou.blogspot.com
Oskar Kokoschka, Veronica col sudario, 1909

Όσκαρ Κοκόσκα
Ο λευκός ζωοκτόνος

Μετά από κάποια ώρα είδα ένα λευκό πουλί, δίπλα ακριβώς στο πόδι μου. Κι ενώ μου απέσπασε την προσοχή, χωρίς να δείχνει τρομαγμένο, αίφνης έτρεξε άφοβα μπροστά μου, ακολουθώντας την κλίση του εδάφους, προς το ολόγιομο φεγγάρι. Προσπάθησα να το παρακολουθήσω με το βλέμμα μου, ώσπου όλα γύρω μου εξαφανίστηκαν, όλα εκτός απ’ το φως.
Στο φεγγάρι διαγράφονταν η ζωντανή, θαρρείς, μορφή μιας γυναίκας σε στάση προσμονής. Για αρκετή ώρα ατένιζα τη μορφή, δίχως να καταλάβω ότι αυτή με τραβούσε και εγώ ταξίδευα σε χώρους καλυμμένους με σύννεφα σε σχήμα ζώων που γρύλλιζαν και κινούνταν ανήσυχα. Και τη στιγμή που εμφανίζονταν και τινάζονταν στον αέρα, μονομιάς πέφτανε κάτω και θάβονταν στη γη. Καθώς συνέβαιναν όλα αυτά γύρω μου, άρχισα να μη νιώθω καλά. Αφού περπάτησα λίγο, συνειδητοποίησα πως βρίσκομαι σ’ ένα τοπίο με θέα, ενώ τα συννεφένια ζώα είχαν πια εξαφανιστεί. Τότε πρόσεξα - τυχαία, σαν κάποιος να παρατηρεί τι συμβαίνει έξω - ότι είχα μεταμορφωθεί σ’ ένα σκυθρωπό πλάσμα με φλογισμένα μάτια. Υπάρχουν βέβαια τέτοια πλάσματα που ζουν θαμμένα στη μοναξιά των βουνών.
Στην πραγματικότητα, οι παράξενες αυτές εικόνες είχαν να κάνουν με την εφηβική μου ηλικία, τότε που, γεμάτος πάθος, θεωρούσα τον εαυτό μου ευτυχισμένο. Τι να φοβηθούν τα νιάτα, τη στιγμή που τόσο πρόθυμα δοκιμάζουν κάθε ανατριχιαστική εμπειρία, διασκεδάζοντας ακόμα και σε ερημότοπους; Δεν ξέρω πως προκύπτει, ούτε μπορώ να εξηγήσω το γεγονός ότι κάποιες φορές χάνονται όλες οι έννοιες, σα να ‘ναι φιλάσθενα ανθάκια που καρτερούν τον ήλιο, ενώ τα χτυπά ξαφνικά ο αγέρας και η παγωνιά. Πως γίνεται - δε μου ξεκολλά απ’ το μυαλό - να μην αποζητώ παρά τον θάνατο και να βλέπω να πεθαίνει κάθε προηγούμενή μου εντύπωση; Καθετί που σχηματίστηκε στη γη ή στον αέρα, μεμιάς αποσυντίθεται, τα φτερωτά ζώα, τα μαλλιαρά ζώα και ό, τι άλλο αποζητά τη ζεστασιά.
«Γιόκα, πρέπει να γεράσουμε. Ως να στερέψει το γάλα μου, θα ‘χουμε χαθεί!» είπε κρυφογελώντας η φεγγαρογυναίκα και κοκκίνισε. Στο χέρι κρατούσε ένα πέπλο που το τίναξε, και αμέσως κρύφτηκε πίσω από ένα σύννεφο.
«Ω σημάδι του μεσονυχτίου! Ήμουν κάποτε γερός πότης, δέκα χρόνια σερί έπινα γάλα απ’ τους μαστούς Σας. Μη φοβάστε, εδώ είμαι ν’ ανταλλάξω το αίμα Σας με γάλα!»
Όπως τα ραγισμένα ηφαίστεια που αντηχούν ως το φεγγάρι, ανασαίνοντας και μουρμουρίζοντας μέχρι την εξορία των φωτισμένων ερήμων, έτσι απηχούσαν τα λόγια αυτά την άγρια αγάπη μου.
«Θα ‘πρεπε να Σας επιπλήξω για τη θερμή αγάπη Σας! Από τ’ άγαρμπα χέρια Σας τα πλευρά μου είναι καταματωμένα, λες και έπεσα πάνω σε αγκάθια» φώναξε. Μετά πήγε και έσβησε το φεγγάρι.
Ένιωθα κουρασμένος, θα προτιμούσα να ‘μουν στο σπίτι. Έριξα μια πέτρα και έδιωξα το λευκό πουλί. Μετά ξάπλωσα στο έδαφος και αποκοιμήθηκα. Φαντάστηκα κοριτσάκια που θέλανε να τα φιλήσω, να με παρατηρούν, να κρατάνε σταφύλια και να τα περιφέρουν από χέρι σε χέρι, σα να ‘ναι μούρα που έχουν ξεκολλήσει απ’ τα κοτσάνια, σα να ‘ναι κόκκινα μούρα.
Τα κοριτσάκια, τη μια κοκκίνιζαν, την άλλη χλώμιαζαν, γιατί ήταν ερωτευμένα.
Σα να γάβγιζαν σκυλιά και λαλούσαν κοκόρια, έτσι μου φάνηκε, χωρίς όμως να μπορούν να με ξυπνήσουν απ’ τη νάρκωση. Έπειτα εμφανίστηκε μέσα απ’ τα σύννεφα ένα σπίτι, και το πορτόφυλλο, δίχως να ‘ναι κλειδωμένο, άνοιξε σα να ‘ταν σχέδιο από κιμωλία.
Ο ύπνος, το όνειρο με τα κοριτσάκια, η λάμψη απ’ τα σύννεφα, είναι οι αγγελιοφόροι της, που με οδηγούν, αν και κοιμισμένο, στο σπίτι μέσα, στο κρεβάτι, όπου ένα κορίτσι με χαϊδολογά και με φιλά!
«Αν σε ενοχλεί αυτό που κάνω, είναι γιατί δίψασα και εδώ δεν υπάρχει κανένας, για να πιω απ’ το ποτήρι του!»
«Μα πως έγινε αυτό;» ψέλλισα.
«Είσαι το πρωτοπαίδι μου, θα ‘θελες να περιπλανηθείς στο αίμα μου! Έλα!» μου απάντησε.
Έκρυψα το μαχαίρι μου κάτω απ’ το προσκεφάλι.
«Δε μπορούσες να σωθείς;» είπα στον εαυτό μου, γιατί το κορίτσι ήταν νεκρό, αν και η σκέψη μου γι’ αυτό παρέμενε ακόμα ζωντανή.
Αναλογίστηκα τότε τις στιγμές που πέρασαν, καθώς το κορίτσι ούρλιαζε για βοήθεια και μετά ξεψύχησε, ενώ μόλις πριν λίγο βρισκόμουν έξω από τον περίβολο του σπιτιού και δε μπορούσα να μπω μέσα, να τρέξω στο κορίτσι, για να προφτάσω να το σώσω. Τότε ακριβώς έχασα κάθε αίσθηση του χρόνου και των συμβάντων.
Τώρα κείμαι στο φέρετρο, ερωτευμένος μ’ ένα φάντασμα της νύχτας, που με επισκέπτεται συχνά, για ν’ ακούσει τους θλιμμένους μου λογισμούς και να μου διώξει μεμιάς κάθε ενοχή.
Ένα βράδυ μου συγχώρεσε όλα μου κρίματα και με πρόσταξε να μείνω ήσυχος, περιμένοντάς την. Σύντομα επέστρεψε, ντυμένη στα λευκά, με λυμένα τα μαλλιά, και βάλθηκε να μου ετοιμάζει γαμήλια εδέσματα. Κανάτες με ζεστό αγελαδινό γάλα, ψωμιά που ευωδίαζαν σ’ όλο το δωμάτιο, και νόστιμα φρουτάκια, όλα αυτά τα τακτοποίησε με τα χέρια της. Με τρόπο παρόμοιο που τα σπουργίτια τσιμπολογάνε τους σπόρους, έτσι μου σέρβιρε φρούτα από μια πιατέλα.
«Έπρεπε να ζήσει μες στη στέρηση για τρία ολόκληρα χρόνια το πρωτοπαίδι μου;» αναρωτήθηκε, μου ‘δωσε να πιω και να φάω, ενώ με κοίταζε επίμονα. Κράτησε την κανάτα με το γάλα στα χείλη μου και μου χαμογέλασε. Μείναμε να κοιτάμε ο ένας τον άλλο εκστατικά, μ’ ένα τρυφερό αίσθημα ντροπής.
Κάποια στιγμή η αξιολάτρευτη σερβιτόρα παίρνει μια γαβάθα με κοκκινόψαρο και έρχεται κοντά μου, στεφανωμένη από ένα ουράνιο τόξο.
«Στη γη είμαι μια σκιά στον καθρέφτη της μέρας, τη νύχτα γίνομαι υγρή φωτιά, καθώς εσύ μεθάς μέσα στ’ όνειρο. Δε μπορώ να ξεχάσω τα φιλιά Σου!» μου είπε.
Μπορεί άραγε να υπάρξει τέτοια συγχώρεση στη γη;
Ανοιγόκλεισα τα μάτια μου στο φως: «Αποζητάς την αιώνια ζωή μου;»
Όπως ηχούν τα σχοινιά όταν τεντώνονται, έτσι ξεστόμισε μια λέξη: «Έλα!»
«Μήπως με κοροϊδεύεις μ’ ένα θαύμα, σα σκυλί που μου γλύφει ντροπαλά τα μάγουλα;» και αμέσως πήρε ένα μαντήλι, με πλησίασε και μου σκούπισε τα δάκρυα. Με κοίταξε, χωρίς ν’ απορεί, χαμογελώντας περιπαικτικά και προκλητικά.
«Άμορφη! Κλαίω γιατί δε νιώθεις πως ο αγαπημένος Σου κρύβεται μέσα σε θάμνο. Στο σπίτι όπου ήταν να τον συναντήσεις, εκεί είναι ακόμα και κρατά αγκαλιά το χλωμό προσωπάκι Σου!»
Με τα χέρια της έτριψε μια κόκκινη ουσία στα μάγουλα, αρνούμενη τις κατηγορίες. «Μήπως επειδή μπορεί να με κοροϊδεύει το κάθε κοριτσάκι… Να, τούτος εδώ δεν κράτα τίποτα στα χέρια, αιωρείται μόνο, κοπιάζοντας να ενωθεί μ’ αυτή που ‘ναι τις νύχτες κοντά του. Δεν είναι άραγε κοριτσάκι; Γιατί δεν προσπάθησες ποτέ να φέρεις πίσω το αγόρι αυτό, με το οποίο σε συνδέει η θλίψη; Είσαι μαθημένος σε κάποια πράγματα. Γιατί το εγκατέλειψες μισοπεθαμένο, να παραδέρνει άψυχο και νεκρό;
Αλλά φοβάμαι ότι όλα αυτά είναι μόνο ένα όνειρο. Αν ακολουθήσω τα ίχνη σου, θα βρω τον θάνατο!»
Φάνηκε τότε να μας χωρίζει ένα τείχος. Με κοίταξε με θλιμμένο βλέμμα, ενώ η φωνή της ήταν ακόμα πιο θλιμμένη. Όσο την επιθυμούσα, τόσο μελαγχολούσα. Έπειτα έκλεισε τα μάτια, και πλέον δεν την αναγνώριζα.
Έφυγε, λέγοντας με σβησμένη φωνή: «Παραμένω εντούτοις η πιο ταπεινή. Ως να βαδίσεις μες στη μεγάλη νύχτα, θέλω να σε πάρω στα γόνατά μου!»
Τα χρόνια πέρασαν όπως ο ήλιος που βυθίζεται στη θάλασσα.

Oskar Kokoschka, Dresden Neustadt, 1919
 
Όλα αυτά τα χρόνια, ένας κωπηλάτης διέσχιζε τη ζωή, ρίχνοντας συχνά τα δίχτυα της ελπίδας. Τι κατάφερε; Προς απογοήτευσή μου, η νεκρή ανατάραζε τα κύματα, χωρίς να δώσει κάποιο σημάδι, σημείωμα ή μήνυμα, ικανό να κατευνάσει την τρικυμία των ελπίδων μου. Τότε σερνόμουν δεξιά-αριστερά και ούρλιαζα με άγρια και ακατανόητη οργή: «Τι σκύλος που ‘μαι, να μη μπορώ παρά μόνο μες στ’ όνειρο ν’ αγγίξω το Καλό!»
«Τα δώρα της φιλίας δεν πρέπει να σχολιάζονται. Δεν κέρδισες τίποτα λιγότερο απ’ το μεγάλο όνειρο, νεαρέ μου, δεν πρόκειται να ξυπνήσεις απ’ αυτό. Περιπλανιέσαι μες στ’ όνειρο, μέσα στη θύελλα της μακαριότητας! Δε ρωτώ πια, για ποιο λόγο μ’ αγαπάς μέχρι θανάτου, ούτε γιατί σε πληγώνει αυτό που σε απελευθερώνει!»
Ρώτησα τη φωνή: «Μπορώ να βγάλω το ζεστό ρούχο που μέσα του κατοικώ;»
«Ναι! Και προσπάθησε να περάσεις τη μαύρη γέφυρα. Ο θάνατος παιδεύει τους νέους από πολύ νωρίς!»
Όλος χαρά έφτασα στη θάλασσα. Ψηλά έλαμπε το φεγγάρι. Βούτηξα μέσα και ένιωσα ένα χεράκι να μου χαϊδεύει τα μαλλιά.
«Με αδειάζεις από ζωή, παιχνιδιάρικο κορίτσι, και μ’ αφήνεις να γλιστρήσω μέσα απ’ τα δάχτυλά σου!»
«Θέλω να πλαγιάσω δίπλα Σου, και να γίνουμε ένα!»
«Έρχεται φουσκοθαλασσιά! Εσύ, αξιολάτρευτη, τσαλαβουτάω μ’ ανοιχτή αγκαλιά. Τι απομένει να πιάσω; Είναι ανοιχτοί όλοι οι υδατοφράχτες. Μια απέραντη υδάτινη κλίνη απλώνεται μπροστά μου. Σου ‘ρχομαι! Φεγγαρογυναίκα!»
Άρχισε να τρέμει. Ακούμπησε τα χλωμά της μάγουλα, σαν αμνός, στα γόνατά μου, έβαλε τα ζεστά μου δάχτυλα στο στόμα και με αγκάλιασε, τρυφερά και εγκάρδια. Μετά βγήκε απ’ το νερό, με πήρε στα χέρια και με έβγαλε έξω στην ακτή. Με τα δάχτυλά της πίεσε τα μάτια μου, δίνοντας στο πρόσωπό μου τη μορφή της σκοτεινής γης που ξέρει ν’ αγαπά με φειδώ και ν’ αποδέχεται το εφήμερο. Πάνω απ’ το ξένο μου σώμα υψώθηκε τότε το φάντασμα της αγάπης μου, δίχως γήινο πλέον περίβλημα.
«Φεγγαρογυναίκα, επιτρέπεται τώρα που έχασα το σώμα μου να ‘μαστε μαζί; Ω φεγγαροκόριτσο, ήταν αυτή η τελευταία φορά που συναντηθήκαμε στη γη και μου προξένησες μια τόσο δυνατή επιθυμία; Ορίστε λοιπόν, βρέθηκες μ’ ένα παιδί που απ’ τα μάγια σου θέλησε να ενωθεί μαζί Σου!»
(μετ. Νίκος Βουτυρόπουλος)

Τρίτη 18 Αυγούστου 2015

Ολα καθρεφτίζονται ανάστροφα...

Της προφητείας να υψώνεται η κραυγή
Το νου μου τραγικό λογιάζω Οιδίποδα
Το γρίφο του εαυτού μου να εξηγεί...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Αναγνώστρια, λάδι σε καμβά

Μελισσάνθη
Νάρκισσος

Κανείς δεν ξέρει την αληθινή ιστορία του Νάρκισσου
Ονειρευόταν την ομορφιά
Κι έσκυβε πάνω απ' το νερό
Να την γνωρίσει στο πρόσωπό του
Εβλεπε φύλλα κι ανταύγειες
Εναν ανάστροφο, υδάτινο ουρανό
Σκιές και λάμψεις απατηλές
Κι ονειρευόταν πάντα.
Κάποτε τρόμαξε τόσο
Σαν είδε την ανάστροφή του εικόνα- μέσα σε κύκλο κλειστό
Βλέμμα ακίνητο, παγωμένο
Στο θάνατο δοσμένο, πρόσωπο παραμορφωμένο, φαγωμένο από τη σήψη
Τον λύγισε τόσο βαθιά η απελπισία
Που πνίγηκε μες στο νερό
Σαν φάνηκε το απελπισμένο πρόσωπό του
Στο θάνατο ήτανε πράγματι ωραίο
Αλλιώτικα ζωντανό.
Γιατί όπως στα όνειρα και στους μύθους
Ολα μπορεί να κρύβουν μια διπλή σημασία
-κι ο θάνατος να σημαίνει ζωή-

Μες στην ψυχή μας, όπως στην ψυχή του κόσμου
Ολα καθρεφτίζονται ανάστροφα
Καθώς το δέντρο στο ποτάμι.

Σφίγγα

Του νου μου τραγικό λογιάζω Οιδίποδα
Το φοβερό αίνιγμά μου να εξηγεί
κιλίμι στρώνεται ο ίσκιος μου στη γη-
Το νου μου τραγικό λογιάζω Οιδίποδα
Φρικτή κι απ' της Πυθίας ακούω τον τρίποδα
Της προφητείας να υψώνεται η κραυγή
Το νου μου τραγικό λογιάζω Οιδίποδα
Το γρίφο του εαυτού μου να εξηγεί.

Σάββατο 2 Μαΐου 2015

Ψάχνουνε για το κλειδί...

Ίσως τα ποιήματα που γράφτηκαν
από τότε που υπάρχει ο κόσμος
είναι μια ατέλειωτη αρμαθιά αντικλείδια
για ν’ ανοίξουμε την πόρτα της Ποίησης...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Αναγνώστρια, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Γιώργης Παυλόπουλος
Στης Κίρκης

Πλάγιαζα στο σκοτάδι και την περίμενα
ακούγοντας ν’ ανεβαίνει τη σκάλα
μέσ’ στη δροσιά του σπιτιού
σαν ψίθυρος από φιλιά κι ανάσες.
Γύρευα τότε να ξεφύγω
μα η ομορφιά της στάλαζε στα κόκαλά μου
νύχτες που μελετούσα το κενό
πηγαίνοντας από την ηδονή στον Άδη.
Και τα λαγόνια της να φέγγουνε στον ύπνο μου
ματόκλαδα και χείλια που τάσκιζε ο πόθος μου
κι ο γυρισμός στον ύπνο μου μονάχα
λίγος καπνός από μακριά
λουλούδια κι ένα δροσερό σταμνί.
Και το καράβι μου στον κήπο της
δεμένο κι άγρυπνο
σαν ένα μεγάλο μαύρο σκυλί
μου θύμιζε κάποτε τους σύντροφους που χάθηκαν
ή τις παράξενες αφορμές της αγάπης.

Τα αντικλείδια

Η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή.
Πολλοί κοιτάζουν μέσα χωρίς να βλέπουν
τίποτα και προσπερνούνε. Όμως μερικοί
κάτι βλέπουν, το μάτι τους αρπάζει κάτι
και μαγεμένοι πηγαίνουνε να μπουν.
Η πόρτα τότε κλείνει. Χτυπάνε μα κανείς
δεν τους ανοίγει. Ψάχνουνε για το κλειδί.
Κανείς δεν ξέρει ποιος το έχει. Ακόμη
και τη ζωή τους κάποτε χαλάνε μάταια
γυρεύοντας το μυστικό να την ανοίξουν.
Φτιάχνουν αντικλείδια. Προσπαθούν.
Η πόρτα δεν ανοίγει πια. Δεν άνοιξε ποτέ
για όσους μπόρεσαν να ιδούν στο βάθος.
Ίσως τα ποιήματα που γράφτηκαν
από τότε που υπάρχει ο κόσμος
είναι μια ατέλειωτη αρμαθιά αντικλείδια
για ν’ ανοίξουμε την πόρτα της Ποίησης.
Μα η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή.

4

Ουρά παγονιού
σε πισινό μαϊμούς
τούτος ο κόσμος.
(Τριαντατρία Χαϊκού)

Τετάρτη 18 Μαρτίου 2015

Κάθε κόκορας είναι πανίσχυρος στο δικό του κοτέτσι...

Αυτός που δεν μπορεί να υπακούσει, δεν μπορεί να διοικήσει...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Αναγνώστρια, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Σενέκας
Αποφθέγματα

Σε όλους τους πολέμους, από τον Τρωικό μέχρι σήμερα, το κυριότερο κίνητρο υπήρξε η κλοπή, η αρπαγή, η λεηλασία.

Κάθε κόκορας είναι πανίσχυρος στο δικό του κοτέτσι.

Δεν είναι ότι επειδή τα πράγματα είναι δύσκολα που δεν προσπαθούμε, αλλά είναι ότι επειδή δεν προσπαθούμε που τα πράγματα είναι δύσκολα.

Μερικές φορές, ακόμα και το να ζεις είναι μια θαρραλέα πράξη.

Καλημέρα, καληνύχτα, αυτή είναι η ζωή.

Δεν υπάρχει μεγαλύτερη ντροπή για ένα γέροντα από το να μην έχει να παρουσιάσει άλλη απόδειξη πως έζησε εκτός από τα χρόνια του.

Ο δειλός θεωρεί τον εαυτό του προσεκτικό, ο φιλάργυρος προνοητικό.

Η θρησκεία θεωρείται από το λαό αληθινή, από τους σοφούς ψεύτικη και από τους ηγεμόνες χρήσιμη.

Η τύχη φοβάται και τρέμει τους γενναίους, αλλά τρομοκρατεί και ποδοπατεί τους δειλούς.

Αυτός που δεν μπορεί να υπακούσει, δεν μπορεί να διοικήσει.

Όταν σκέφτεσαι πόσοι είναι καλύτερα από σένα, να συλλογίζεσαι και πόσοι είναι χειρότερα από σένα.

Η μεγάλη περιουσία είναι μεγάλη σκλαβιά.

Ένας φίλος πάντα αγαπάει, αλλά εκείνος που αγαπάει δεν είναι πάντα φίλος.

Η μέθη δεν είναι τίποτε άλλο παρά ηθελημένη τρέλα

Η φτώχεια θέλει λίγα, η αφθονία θέλει πολλά και η φιλαργυρία τα θέλει όλα.

Κάθε καινούργια αρχή προέρχεται από το τέλος κάποιας άλλης αρχής.

Εκείνοι που έζησαν πριν από μας έκαναν πολλά, αλλά δεν τελείωσαν τίποτα.

Να μην ενδιαφέρεσαι για τον αριθμό, αλλά για την ποιότητα των θαυμαστών σου. Το να μην αρέσεις στους μικρόψυχους, αποτελεί τίτλο τιμής.

Οι μικρές λύπες είναι φλύαρες, η μεγάλη οδύνη είναι σιωπηλή.

Φτωχός δεν είναι ο άνθρωπος που έχει λίγα, αλλά εκείνος που θέλει περισσότερα.

Δευτέρα 16 Μαρτίου 2015

Έξω βροχή...

Κ' έβλεπα ακόμα, πιο μακρύτερα,
Μέσα στα μάτια σου και πάλι,
Τα σύγνεφα που τα ταξίδευε
Στον ουρανό η ανεμοζάλη...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Γυναίκα με καπέλο, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Μιλτιάδης Μαλακάσης
Βροχή

Ἔξω βροχὴ κι ἀπ᾿ τὸ παράθυρο
Μαῦρες οἱ στέγες, μαῦροι οἱ δρόμοι,
Δὲν πέφτουν ἀπ᾿ τὰ μάτια δάκρυα,
Ποῦ μιὰ βαρειὰ τὰ πνίγει γνώμη.

Τὰ σύγνεφα ποὺ ἀνεμοδέρνονται
Καὶ σιγαλὰ βογκοῦν καὶ κλαῖνε,
Δὲ σέρνουν τὴν ψυχή μου σκλάβα τους,
Μ᾿ ὅλα τὰ μυστικὰ ποὺ λένε.

Κάποτε μέσ᾿ ἀπ᾿ τὸ παράθυρον,
Ὅπως καθόσουν στὸ πλευρό μου,
Κύτταζα στὰ γλαρὰ τὰ μάτια σου
Τὴ θλιβερὴ βροχὴ τοῦ δρόμου.

Κ᾿ ἔβλεπα ἀκόμα, πιὸ μακρύτερα,
Μέσα στὰ μάτια σου καὶ πάλι,
Τὰ σύγνεφα ποὺ τὰ ταξίδευε
Στὸν οὐρανὸ ἡ ἀνεμοζάλη.

 Ἔξω βροχή, κι ἀπ᾿ τὸ παράθυρο
Μαῦρες οἱ στέγες, μαῦροι οἱ δρόμοι,
Δὲν πέφτουν ἀπ᾿ τὰ μάτια δάκρυα,
Ποὺ μιὰ βαρειὰ τὰ πνίγει γνώμη.

Τὰ σύγνεφα ποὺ τώρα κρέμονται,
Καὶ χαμηλώνουν κι ὅλο βρέχουν,
Δὲν καθρεφτίζονται στὰ μάτια σου,
Κι ἄλλους κρυφοὺς καϋμοὺς δὲν ἔχουν…

Πέμπτη 5 Μαρτίου 2015

μα η λύπη ως κύμα μέσα μου...

Ω των ψυχών κακιά πληγή! το θες κ’ εσύ Ομορφιά!
με τα λαμπρά, τα φλογερά σου μάτια ως φωταψία,
και τα ρημάδια αυτά που άφησαν τα θηρία!..


Ô Beauté, dur fléau des âmes, tu le veux!
Avec tes yeux de feu, brillants comme des fêtes,
Calcine ces lambeaux qu'ont épargnés les bêtes!  


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Πορτρέτο νέας γυναίκας, λάδι σε καμβά

Σαρλ Μπωντλαίρ
Συνομιλία

Είσαι όμορφη σα ρόδινο του φθινοπώρου δείλι!
μα η λύπη ως κύμα μέσα μου φουσκώνει σκοτεινό,
κι αφήνει σαν πισωδρομά στ’ αράθυμά μου χείλη,
της θύμησης της πιο πικρής τον κατασταλαγμό.

– Μάταια γλυστρά το χέρι σου στου στήθους μου τα ψύχη·
καλή μου, εκείνο που ζητάει ρημάδι εγίνη πια,
απ’ της γυναίκας τ’ άγριο το δόντι και το νύχι.
Μη την καρδιά μου ψάχνεις πια, τη φάγαν τα θεριά.

Είν’ η καρδιά μου ανάκτορο απ’ όχλους ρημαγμένο·
μεθούν εκεί, σκοτώνονται, τραβιούνται απ’ τα μαλλιά!
–Μ’ από το στήθος σου άρωμα βγαίνει, το γυμνωμένο!..

Ω των ψυχών κακιά πληγή! το θες κ’ εσύ Ομορφιά!
με τα λαμπρά, τα φλογερά σου μάτια ως φωταψία,
και τα ρημάδια αυτά που άφησαν τα θηρία!

(μετ. Γιώργος Σημηριώτης)

Charles Baudelaire
Causerie

Vous êtes un beau ciel d'automne, clair et rose!
Mais la tristesse en moi monte comme la mer,
Et laisse, en refluant, sur ma lèvre morose
Le souvenir cuisant de son limon amer.

— Ta main se glisse en vain sur mon sein qui se pâme;
Ce qu'elle cherche, amie, est un lieu saccagé
Par la griffe et la dent féroce de la femme.
Ne cherchez plus mon coeur; les bêtes l'ont mangé.

Mon coeur est un palais flétri par la cohue;
On s'y soûle, on s'y tue, on s'y prend aux cheveux!
— Un parfum nage autour de votre gorge nue!...

Ô Beauté, dur fléau des âmes, tu le veux!
Avec tes yeux de feu, brillants comme des fêtes,
Calcine ces lambeaux qu'ont épargnés les bêtes! 

Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2015

τίποτε πιο τρομακτικό από τη φαντασία χωρίς γούστο...

Αχ! σπούδασα φιλοσοφία
και νομική και ιατρική,
και, αλίμονο, θεολογία
με κόπο και μ' επιμονή·
και να ‘μαι ‘δω με τόσα φώτα,
εγώ μωρός, όσο και πρώτα!..
(Φάουστ, απόσπασμα)

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Αναγνώστρια, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Γιόχαν Βόλφγκανγκ φον Γκαίτε
Τα πάθη του νεαρού Βέρθερου (απόσπασμα)

Α εσείς οι λογικοί άνθρωποι! Πάθος! Μέθη! Παραφροσύνη! Κάθεστε εκεί ήρεμοι και απαθείς, εσείς οι ενάρετοι, κατακρίνετε τον πότη, απεχθάνεστε τον τρελό, προσπερνάτε σαν τους ιερείς, και, σαν τους Φαρισαίους, ευχαριστείτε το Θεό που δεν σας έκανε όμοιους μ' εκείνους. Έχω μεθύσει πολλές φορές, τα πάθη μου ποτέ δεν απείχαν πολύ από την τρέλα και δεν μετανιώνω ούτε για το ένα ούτε για το άλλο, γιατί, στο μέτρο των δυνατοτήτων μου, έμαθα να κατανοώ ότι όλους τους ξεχωριστούς ανθρώπους, αυτούς που πραγματοποίησαν κάτι μεγάλο, κάτι που έμοιαζε ακατόρθωτο, ανέκαθεν τους θεωρούσαν μεθυσμένους και τρελούς...

Αποφθέγματα

Δεν υπάρχει τίποτε πιο τρομακτικό από τη φαντασία χωρίς γούστο.

Οι ανόητοι και οι έξυπνοι είναι ακίνδυνοι. Βλάπτουν μόνο οι μισοηλίθιοι και οι ημιμαθείς.

Πρέπει να είσαι κάτι, προτού γίνεις κάτι.

Θέλεις να γίνεις μεγάλος; Πάψε να είσαι μικρός!

Αχ! σπούδασα φιλοσοφία
και νομική και ιατρική,
και, αλίμονο, θεολογία
με κόπο και μ' επιμονή·
και να ‘μαι ‘δω με τόσα φώτα,
εγώ μωρός, όσο και πρώτα!

Απ’ όλους τους κλέφτες, οι ηλίθιοι είναι οι χειρότεροι επειδή σου κλέβουν το χρόνο και το κέφι σου.

Ο δειλός απειλεί όταν αισθάνεται ασφαλής.

Το ουράνιο τόξο που διαρκεί πάνω από 15 λεπτά, δεν το προσέχει πια κανείς.

Δεν γνώρισα ποτέ κριτικό, που αναζητώντας με επιμονή τις ελλείψεις άλλων συγγραφέων και κατακρίνοντάς τους, δεν ήταν ο ίδιος ένοχος ακόμα μεγαλύτερων, σαν τον δήμιο που συνήθως είναι χειρότερος κακούργος από εκείνον, του οποίου εκτελεί την ποινή.

Δεν είμαστε όλοι ίσοι και ούτε μπορούμε να είμαστε.

Όποιος την ιστορία του την ίδια δεν ξέρει, το πώς και το γιατί εδώ και τρεις χιλιάδες χρόνια, στης αμάθειας το σκοτάδι μένει και ζει μονάχα απ' τη μια στην άλλη μέρα.

Το ταλέντο του ανθρώπου αναπτύσσεται μέσα στη μόνωση. Αλλά ο πραγματικός του χαρακτήρας διαπλάθεται μέσα στις τρικυμίες της ζωής.

Περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, ο χαρακτήρας ενός ανθρώπου φαίνεται απ’ αυτό που θεωρεί αστείο.

Αν σε δεχτώ όπως είσαι, θα σε κάνω χειρότερο. Αν όμως σε αντιμετωπίσω σαν να είσαι αυτό που είσαι ικανός να γίνεις, θα σε βοηθήσω να το πετύχεις.

Δεν υπάρχουν ούτε δυο άνθρωποι στον κόσμο που να βλέπουν τη ζωή με τον ίδιο ακριβώς τρόπο.

Ό,τι δεν αρχίζει σήμερα, ποτέ δεν τελειώνει αύριο.

Πέμπτη 6 Νοεμβρίου 2014

ήξερε την άσωστη κατάσταση...

Πολύκρουνη η θύελλα σπάζει τα ματογυάλια της κι ο μέγας
τρόμος αδράχνει τα μελλούμενα
σχηματίζοντας αποστήματα στη μνήμη...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου,Αναγνώστρια, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Νίκος Καρούζος

Η έναστρη φωτεινότητα

Ο άνθρωπος που εισόρμησε πια στην απώτερη θλίψη
με δίχως έστω ένα τριαντάφυλλο
μ' εκείνα τ' ακατέργαστα στην ώχρα μεινεσμένα μάτια
στο μισοσκέπαστο ερημόκκλησο σέρνοντας
τη μεγάλη ανάπηρη σιωπή στο καροτσάκι της ομιλίας
ανέκαθεν ήξερε την άσωστη κατάσταση-: πως είμαστε
καθημαγμένοι ερασιτέχνες του Πραγματικού
μ' ένα μυστήριο που βεβηλώνει τη διάνοια διχάζοντας
πριν η δορά της θάλασσας σηκώσει το ανάστημα του Άδη.

Πολύκρουνη η θύελλα σπάζει τα ματογυάλια της κι ο μέγας
τρόμος αδράχνει τα μελλούμενα
σχηματίζοντας αποστήματα στη μνήμη.
Κατάχαμα της ασίγαστης σιγής ένα κινούμενο
κειμήλιο-σκουλήκι.

Η ζωή που μικραίνει: η μεγάλη αλήθεια.
Στον οπού πιάνει το τσαπί γίνεται τσάπισμα
στον οπού πίνει το νερό γίνεται πιόμα.
Έρχεται έαρ αειπάρθενο προφέροντας αρώματα
κρατεί μια κατάμαυρη λεπτότατη κλωστή
στα ύπαιθρα της νύχτας
το σημείο του γκιώνη που είν' άγνωστο πέρα...

Παρασκευή 26 Σεπτεμβρίου 2014

Πρόοδος, αυτή η μεγάλη αίρεση των εκφυλισμένων...

Δεν μπορώ να συλλάβω κάποιο τύπο ομορφιάς, στον οποίο δεν υπάρχει μελαγχολία...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Πορτρέτο νέας γυναίκας, λάδι σε καμβά

Σαρλ Μπωντλαίρ
Αποφθέγματα

Ποιος θα τολμούσε να αναθέσει στην Τέχνη τη στείρα ασχολία να μιμείται τη Φύση;

Το να είμαι ένας χρήσιμος άνθρωπος, μου φαινόταν πάντα εντελώς αποτρόπαιο.

Το ξέφρενο πάθος για την Τέχνη είναι μια γάγγραινα που καταβροχθίζει όλα τα άλλα.

Η ποίηση και η πρόοδος μοιάζουν με δυο ανθρώπους που μισούνται με ένα ενστικτώδες μίσος και που όταν συναντηθούν στον ίδιο δρόμο, ο ένας από τους δύο πρέπει να παραμερίσει.

Όταν ο ποιητής κυνηγάει έναν ηθικό σκοπό, περιορίζει την ποιητική του δύναμη.

Ελεύθερε άνθρωπε, πάντα θα λατρεύεις τη θάλασσα!

Η μελέτη της ομορφιάς είναι μια μονομαχία στην οποία ο καλλιτέχνης βγάζει μια κραυγή τρόμου πριν νικηθεί.

Τι κι αν έρχεσαι από τον Παράδεισο ή την Κόλαση, δεν έχει σημασία, ω Ομορφιά!

Δεν μπορώ να συλλάβω κάποιο τύπο ομορφιάς, στον οποίο δεν υπάρχει μελαγχολία.

Για να μην είστε οι βασανισμένοι σκλάβοι του χρόνου,
μεθύστε χωρίς διακοπή.
Με κρασί, με ποίηση, με αρετή, με ό,τι θέλετε!

Στη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του ανθρώπου ξέχασαν δύο δικαιώματα: της αντίρρησης και της φυγής.

Το Κακό γίνεται πάντα χωρίς προσπάθεια, φυσικά, μοιραία. Το Καλό είναι πάντα αποτέλεσμα κάποιας τεχνικής.

Η φαντασία είναι το βασίλειο της αλήθειας, ενώ το εφικτό είναι μια από τις επαρχίες της αλήθειας.

Ας είμαστε επιφυλακτικοί απέναντι στον κοινό άνθρωπο, στην κοινή λογική, στο συναίσθημα, στην έμπνευση και στο προφανές.

Υπάρχουν μόνο τρία πλάσματα άξια σεβασμού: ο ιερέας, ο πολεμιστής, ο ποιητής. Να γνωρίζεις, να σκοτώνεις, να δημιουργείς.

Αυτή η ζωή είναι ένα νοσοκομείο όπου κάθε άρρωστος έχει τη διακαή επιθυμία να αλλάξει κρεβάτι.

Αυτό που είναι μεθυστικό στο κακό γούστο είναι η αριστοκρατική ηδονή να γίνεσαι δυσάρεστος.

Μια όαση τρόμου μέσα σε μια έρημο ανίας.

Θα ήταν ωραίο να είναι κανείς εκ περιτροπής θύμα και δήμιος.

Δυο θεμελιώδεις λογοτεχνικές αρετές: η αναφορά σε υπερφυσικές δυνάμεις και η ειρωνεία.

Έχω περισσότερες αναμνήσεις από όσες αν ήμουν χιλίων ετών.

Λαμβανομένων όλων υπόψη, η δουλειά τελικά είναι λιγότερη βαρετή από το να διασκεδάζεις.

Τι είναι η τέχνη; Πορνεία.

Πρόοδος, αυτή η μεγάλη αίρεση των εκφυλισμένων.

Η πρόοδος είναι ένα δόγμα των αργόσχολων και των Βέλγων.

Ω, κτήνος αναντικατάστατο, βάναυσο, υποκριτή αναγνώστη μου…άνθρωπέ μου… αδελφέ μου.

Τετάρτη 3 Σεπτεμβρίου 2014

ένα κλειστό παράθυρο...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Πορτρέτο νέας γυναίκας, λάδι σε καμβά 

Σαρλ Μπωντλαίρ
Η καρδιά μου ξεγυμνωμένη
(απόσπασμα)

Αυτός που κοιτάζει έξω από ένα ανοικτό παράθυρο, δεν βλέπει ποτέ τόσα πράγματα, όσο αυτός, που κοιτάζει ένα κλειστό παράθυρο.

Δεν υπάρχει αντικείμενο πιο βαθύ, πιο μυστήριο, πιο πλούσιο, πιο σκοτεινό, πιο λαμπερό, από ένα παράθυρο, που το φωτίζει ένα κερί.Αυτό, που μπορούμε να δούμε στον ήλιο, είναι πάντα λιγότερο ενδιαφέρον απ' αυτό που συμβαίνει πίσω από ένα τζάμι.Μέσα σ' αυτή τη μαύρη ή φωτεινή τρύπα, ζήσε τη ζωή, ονειρέψου τη ζωή, υπόφερε τη ζωή.

Πέρα από τα κύματα των σκεπών, βλέπω μια ώριμη γυναίκα, ρυτιδιασμένη κιόλας, κακόμοιρη, πάντοτε σκυφτή πάνω σε κάτι, και που δεν βγαίνει ποτέ.Με το πρόσωπό της, με τα ρούχα της, με τη χειρονομία της με σχεδόν τίποτα, ξανάπλασα την ιστορία αυτής της γυναίκας, ή μάλλον τον μύθο της, και καμιά φορά την λέω στον εαυτό μου, κλαίγοντας.

Αν ήταν ένας κακόμοιρος άνδρας, θα' πλαθα και τη δική του με την ίδια άνεση.

Και πέφτω να κοιμηθώ, υπερήφανος που έζησα και υπόφερα μέσα σ' άλλους παρά μέσα μου.
Ίσως θα μου πείτε: "Είσαι βέβαιος, πως αυτός ο μύθος είναι αληθινός;" Τι σημασία έχει η πραγματικότητα έξω από μένα, εφ' όσον με βοήθησε να ζήσω, να νιώσω πως υπάρχω και τι είμαι;

(μετ. Ιωάννα Ευσταθιάδου - Λάππα)

Σάββατο 31 Μαΐου 2014

Άλλοτε η θάλασσα...

Μιλῶ γιατὶ ὑπάρχει ἕνας οὐρανὸς ποὺ μὲ ἀκούει
Μιλῶ γιατὶ μιλοῦν τὰ μάτια σου
Καὶ δὲν ὑπάρχει θάλασσα δὲν ὑπάρχει χώρα
Ὅπου τὰ μάτια σου δὲ μιλοῦν...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Πορτρέτο νέας γυναίκας, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Γιώργος  Σαραντάρης

Άλλοτε η θάλασσα...

Ἄλλοτε ἡ θάλασσα μᾶς εἶχε σηκώσει στὰ φτερά της
Μαζί της κατεβαίναμε στὸν ὕπνο
Μαζί της ψαρεύαμε τὰ πουλιὰ στὸν ἀγέρα
Τὶς ἡμέρες κολυμπούσαμε μέσα στὶς φωνὲς καὶ τὰ χρώματα
Τὰ βράδια ξαπλώναμε κάτω ἀπ᾿ τὰ δέντρα καὶ τὰ σύννεφα
Τὶς νύχτες ξυπνούσαμε γιὰ νὰ τραγουδήσουμε
Ἦταν τότε ὁ καιρὸς τρικυμία χαλασμὸς κόσμου
Καὶ μονάχα ὕστερα ἡσυχία
Ἀλλὰ ἐμεῖς πηγαίναμε χωρὶς νὰ μᾶς ἐμποδίζει κανεὶς
Νὰ σκορπᾶμε καὶ νὰ παίρνουμε χαρὰ
Ἀπὸ τοὺς βράχους ὡς τὰ βουνὰ μᾶς ὁδηγοῦσε ὁ Γαλαξίας
Καὶ ὅταν ἔλειπε ἡ θάλασσα ἦταν κοντὰ ὁ Θεός

Όνειρο

Σὰν ἄσπρο σύννεφο
ἡ σκιά σου σκεπάζει τὸν ὕπνο
ποὺ σ᾿ ἕνα δυσεύρετο παράδεισο κοιμᾶμαι·
ἀκούω πὼς τραγουδᾶς κάτω ἀπ᾿ τὸν ἥλιο,
μὰ μὲς στὴ φωνή σου λιγώνω
καὶ δὲ βλέπω τὸν οὐρανό

Η ποίηση

Δὲ μπορῶ νὰ βρῶ πιά, τί θέλει νὰ πεῖ ποίηση. Μοῦ
διαφεύγει. Τὸ ἤξερα, ἀλλὰ τώρα μοῦ διαφεύγει. Ἂν
κάποιος μοῦ ρωτήσει αὐτὴ τὴ στιγμή, θὰ ντροπιαστῶ.
Γιατὶ ἐξακολουθῶ νὰ εἶμαι ἐνδόμυχα βέβαιος πὼς ἡ
ποίηση εἶναι μιὰ οὐσία, ἀπαράλλαχτα ὅπως καὶ ἡ ζωή. Καὶ
κρύβω, κρύβομαι, κάτι κρύβω, ἀπὸ κάποιον κρύβομαι. Σὰ
ν᾿ ἀρχίζω νὰ γίνομαι τρελός, καὶ νὰ ντρέπομαι.
Ἀλλὰ ἡ ποίηση; Κάποιος θὰ σταθεῖ ἱκανὸς νὰ πεῖ στοὺς
ἄλλους, ὄχι σ᾿ ἐμένα ποὺ ἂν καὶ τὸ ξέρω φεύγω, τί εἶναι
ποίηση!

Ο ύπνος μέσα στα μάτια...

Ὁ ὕπνος μέσα στὰ μάτια κελαηδᾶ
Σὰν νὰ ἦταν τὸ νερὸ τῆς βρύσης
Σὰν νὰ ἦταν ὁ βοσκὸς τοῦ παραμυθιοῦ
Ποὺ ἔτρεφε γένια ὁλόασπρα
Καὶ μάζευε παιδιὰ νὰ τὰ στείλει στὸν οὐρανὸ
Νὰ τὰ δεῖ ἐκεῖ πρὶν αὐτὸς ἀποθάνει

Μιλώ

Μιλῶ γιατὶ ὑπάρχει ἕνας οὐρανὸς ποὺ μὲ ἀκούει
Μιλῶ γιατὶ μιλοῦν τὰ μάτια σου
Καὶ δὲν ὑπάρχει θάλασσα δὲν ὑπάρχει χώρα
Ὅπου τὰ μάτια σου δὲ μιλοῦν
Τὰ μάτια σου μιλοῦν ἐγὼ χορεύω
Λίγη δροσιὰ μιλοῦν κι ἐγὼ χορεύω
Λίγη χλόη πατοῦν τὰ πόδια μου
Ὁ ἄνεμος φυσᾶ πού μᾶς ἀκούει

Παρασκευή 23 Μαΐου 2014

όταν θα' χω απ΄τη μνήμη των γύρω χαθεί...

Ὢ τῶν ψυχῶν κακιὰ πληγή! Τὸ θὲς κι ἐσὺ Ὀμορφιά!
Μὲ τὰ λαμπρά, τὰ φλογερά σου μάτια ὡς φωταψία,
κάψε καὶ τὰ ρημάδια αὐτὰ π᾿ ἀφῆσαν τὰ θηρία!


Γιάννης Σταύρου, Πορτρέτο νέας γυναίκας, λάδι σε καμβά

Σαρλ Μπωντλαίρ
Το παλιό μπουκαλάκι

Σὰ σεντούκι ἀνοίξεις παλιό, ἀπ᾿ τὴν Ἀνατολὴ φερμένο
ποὺ ἡ κλειδαριά του μορφάζει, τρίζοντας φρικτὰ
κι ἀπ᾿ αὐτὸ ξεχυθοῦν, μύρια ἀρώματα βαριὰ ποὺ ζαλίζουν

ἢ σὲ σπιτιοῦ ἐρημωμένου ντουλάπα παμπάλαιη
Σκονισμένο καὶ μαῦρο ξεβιδώσεις μπουκαλάκι
κι ἀπ᾿ αὐτὸ ἀναπηδήσει μία ψυχὴ μὲ λαχτάρα νὰ ἐπιστρέψει

Χίλιες σκέψεις ποὺ κοιμόνταν στὰ βαριὰ τὰ ἐρέβη, ἐπιστρέφουν
-χρυσαλίδες ποὺ ἀστράφτουν, μὲ ὁρμὴ
τὰ γαλάζια καὶ ρὸζ σὰ μὲ γλάσο φτιαγμένα
φτερὰ τοὺς τινάζουν

ζαλισμένος τὰ μάτια σου κλείνεις
τὴ ψυχή σου ὁ ἴλιγγος νικημένη ἀδράχνει
μὲ ὁρμὴ τὴ σκουντᾶ σὲ βάραθρο μαῦρο
σκοτεινό, ἀπὸ ἀνθρώπινα μιάσματα γεμάτο

Στὴν ἄκρη τοῦ γκρεμοῦ τήνε σπρώχνει
κεῖ ὅπου ὁ Λάζαρος ζέων, τὸ σάβανό του
μὲ δύναμη σκίζει καὶ τὸ πτῶμα ξυπνᾶ
γοητευτικὸ μὰ καὶ πένθιμο, μιᾶς ἀγάπης παλιᾶς ξεχασμένης

Κι ἐγὼ ἔτσι, ὅταν θὰ ῾χω ἀπ᾿ τὴ μνήμη τῶν γύρω χαθεῖ
καὶ θὰ μ᾿ ἔχουν πετάξει ραγισμένο, εὐτελὲς μπουκαλάκι
στὴ γωνιὰ μιᾶς ἀπαίσιας ντουλάπας λυπημένο καὶ βρώμικο
θολό, σκονισμένο

Τὸ φέρετρό σου θὰ ῾χω γίνει ἀγαπημένη μου ἀνομία,
μάρτυς ολεθριας δύναμης ποὺ πάνω μου, κάποτε ἀσκοῦσες
προσφιλὲς δηλητήριο ἀπὸ ἀγγέλους φτιαγμένο
ἡδύποτο ποὺ μοῦ κατέτρωγε τὴ καρδιὰ καὶ τὸ αἷμα.

Συνομιλία

Εἶσαι ὄμορφη σὰ ρόδινο τοῦ φθινοπώρου δείλι!
μὰ ἡ λύπη ὡς κύμα μέσα μου φουσκώνει σκοτεινό,
κι ἀφήνει ὅταν πισωδρομᾶ στὰ ράθυμά μου χείλη,
τῆς θύμησης τῆς πιὸ πικρῆς τὸν κατασταλαγμό.

Μάταια γλυστρᾷ τὸ χέρι σου στοῦ στήθους μου τὰ ψύχη·
καλή μου, κεῖνο ποὺ ζητᾶ ρημάδι ἐγίνη πιά,
ἀπ᾿ τῆς γυναίκας τ᾿ ἄγριο τὸ δόντι καὶ τὸ νύχι.
Μὴ τὴ καρδιά μου πιὰ ζητᾶς, τὴ φάγανε θεριά.

Εἶν᾿ ἡ καρδιά μου ἀνάκτορο, ἀπ᾿ ὄχλους ρημαγμένο·
μεθοῦν ἐκεῖ, σκοτώνονται, τραβιοῦνται ἀπ᾿ τὰ μαλλιά!
Μ᾿ ἀπὸ τὸ στῆθος σου ἄρωμα βγαίνει, τὸ γυμνωμένο!...

Ὢ τῶν ψυχῶν κακιὰ πληγή! Τὸ θὲς κι ἐσὺ Ὀμορφιά!
Μὲ τὰ λαμπρά, τὰ φλογερά σου μάτια ὡς φωταψία,
κάψε καὶ τὰ ρημάδια αὐτὰ π᾿ ἀφῆσαν τὰ θηρία!

Charles Baudelaire

Le Flacon

II est de forts parfums pour qui toute matière
Est poreuse. On dirait qu'ils pénètrent le verre.
En ouvrant un coffret venu de l'Orient
Dont la serrure grince et rechigne en criant,

Ou dans une maison déserte quelque armoire
Pleine de l'âcre odeur des temps, poudreuse et noire,
Parfois on trouve un vieux flacon qui se souvient,
D'où jaillit toute vive une âme qui revient.

Mille pensers dormaient, chrysalides funèbres,
Frémissant doucement dans les lourdes ténèbres,
Qui dégagent leur aile et prennent leur essor,
Teintés d'azur, glacés de rose, lamés d'or.

Voilà le souvenir enivrant qui voltige
Dans l'air troublé; les yeux se ferment; le Vertige
Saisit l'âme vaincue et la pousse à deux mains
Vers un gouffre obscurci de miasmes humains;

II la terrasse au bord d'un gouffre séculaire,
Où, Lazare odorant déchirant son suaire,
Se meut dans son réveil le cadavre spectral
D'un vieil amour ranci, charmant et sépulcral.

Ainsi, quand je serai perdu dans la mémoire
Des hommes, dans le coin d'une sinistre armoire
Quand on m'aura jeté, vieux flacon désolé,
Décrépit, poudreux, sale, abject, visqueux, fêlé,

Je serai ton cercueil, aimable pestilence!
Le témoin de ta force et de ta virulence,
Cher poison préparé par les anges! liqueur
Qui me ronge, ô la vie et la mort de mon coeur!

Causerie

Vous êtes un beau ciel d'automne, clair et rose!
Mais la tristesse en moi monte comme la mer,
Et laisse, en refluant, sur ma lèvre morose
Le souvenir cuisant de son limon amer.

— Ta main se glisse en vain sur mon sein qui se pâme;
Ce qu'elle cherche, amie, est un lieu saccagé
Par la griffe et la dent féroce de la femme.
Ne cherchez plus mon coeur; les bêtes l'ont mangé.

Mon coeur est un palais flétri par la cohue;
On s'y soûle, on s'y tue, on s'y prend aux cheveux!
— Un parfum nage autour de votre gorge nue!...

Ô Beauté, dur fléau des âmes, tu le veux!
Avec tes yeux de feu, brillants comme des fêtes,
Calcine ces lambeaux qu'ont épargnés les bêtes!

Τετάρτη 21 Μαΐου 2014

Η ζωή είναι ένα τεράστιο θέατρο...

Η ζωή είναι άθλιο πράγμα. Αποφάσισα να περάσω τη ζωή μου σκεπτόμενος αυτό ακριβώς.

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Αναγνώστρια, λάδι σε καμβά

Άρθουρ Σοπενχάουερ
Αποφθέγματα

Ο θάνατος είναι το δαιμόνιο που εμπνέει, ο μουσηγέτης της φιλοσοφίας. Χωρίς αυτός, δύσκολα θα μπορούσε να φιλοσοφήσει ο άνθρωπος.

Ο γιατρός βλέπει τον άνθρωπο σε όλη του την αδυναμία· ο δικηγόρος σε όλη του την κακία· και ο θεολόγος σε όλη του τη βλακεία.

Το ταλέντο πετυχαίνει ένα στόχο που κανένας άλλος δεν μπορεί να πετύχει. Η ιδιοφυΐα πετυχαίνει ένα στόχο που κανένας άλλος δεν μπορεί να δει.

Γενικά, οι γυναίκες πολύ λίγο επηρεάζονται απ' την ωραιότητα, και ιδίως του προσώπου. Εκείνο που συντελεί στην κατάκτησή τους είναι η σωματική ρώμη και το θάρρος του άντρα.

Η έμφυτη ικανότητα μπορεί πολλές φορές ν' αναπληρώσει την έλλειψη μόρφωσης, αλλά καμιά πνευματική μόρφωση δεν μπορεί ν' αναπληρώσει την έλλειψη έμφυτης ικανότητας.

Η ζωή δεν είναι τίποτα άλλο, παρά ένας αγώνας για την ύπαρξη, με τη βεβαιότητα ότι στο τέλος θα νικηθούμε.

Κάθε ερωτικό αίσθημα, οποιαδήποτε αιθαιριότητα κι αν περιβάλλεται, όλες τις ρίζες του τις έχει στο φυσικό γενετήσιο ένστικτο.

Λίγοι άνθρωποι έχουν το χάρισμα να λάμπουν σε μια παρέα, αλλά πάρα πολλοί διαθέτουν τη δύναμη να είναι ευχάριστοι.

Με προσοχή να εκφέρεις κρίση, ακόμα και όταν η υπόθεση είναι καλή. Γιατί είναι εύκολο να πληγώσει κανείς ανθρώπους, αλλά αδύνατο να τους διορθώσει.

Ο άνθρωπος κάνει σίγουρα εκείνο που θέλει, όμως είναι δύσκολο ν' αποφασίσει τι είναι αυτό που θέλει.

Ο εγωισμός είναι τόσο μεγάλους, που η υφήλιος ολόκληρη δεν μπορεί να τον χωρέσει. Γιατί αν έμπαινε σε καθέναν το δίλημμα να εκλέξει ανάμεσα στην εκμηδένιση του σύμπαντος και στη δική του προσωπική καταστροφή, δεν είναι ανάγκη να πω εγώ ποια θα ήταν η απάντηση.

Πρέπει κανείς να γεράσει για να καταλάβει πόσο μικρή είναι η ζωή.

Σε κάθε περίσταση χρειάζεται για τον καθένα κάποια ποσότητα από φροντίδες, δυστυχήματα ή αθλιότητες, όπως στο πλοίο χρειάζεται το έρμα για να κρατιέται σε ισορροπία και να προχωρεί κανονικά.

Το να έχουμε σταθερές αρχές και να τις ακολουθούμε παρά τις αντίθετες ορμές και τους πειρασμούς, αυτό είναι ακριβώς εκείνο που ονομάζεται εγκράτεια.

Από τα μικροπράγματα καταλαβαίνουμε καλύτερα τον χαρακτήρα του ανθρώπου. Γιατί στα μεγάλα είναι πιο προσεκτικός και κρύβεται

Κάθε κοινωνική συναναστροφή απαιτεί αμοιβαία προσαρμογή και διάθεση, γι’ αυτό όσο πιο μεγάλη τόσο και πιο ανούσια. Εντελώς ο εαυτός του μπορεί να είναι κανείς μόνο εφόσον μένει μόνος του. Μόνον τότε είναι ελεύθερος.

Εκείνο που οι άνθρωποι ονομάζουν μοίρα, στην ουσία είναι ένα σύνολο ανοησιών που έκαναν.

Οι παλιάνθρωποι είναι πάντοτε κοινωνικοί και μάλιστα όταν ένας άνθρωπος έχει μέσα του μια στάλα ευγένεια, δεν βρίσκει μεγάλη ευχαρίστηση στη συντροφιά των άλλων.

Κάθε αλήθεια περνάει από τρία στάδια. Πρώτα γελοιοποιείται. Μετά βρίσκει σφοδρή αντίθεση. Και στο τέλος θεωρείται αυτονόητη.

Τιμή είναι η εξωτερική συνείδηση. Συνείδηση είναι η εσωτερική τιμή.

Η έγνοια της μετριότητας είναι πώς θα σκοτώσει τον χρόνο. Ο σοφός προσπαθεί να εκμεταλλευτεί κάθε δευτερόλεπτο.

Κάθε άνθρωπος θεωρεί τα όρια του δικού του οπτικού πεδίου σαν τα όρια του κόσμου.

Το γενικότερο δίδαγμα της ιστορίας είναι: τα ίδια, με διαφορετικό τρόπο. Όποιος έχει διαβάσει Ηρόδοτο έχει διαβάσει σχεδόν όλη την ιστορία.

Οι άνθρωποι χρειάζονται κάποια εξωτερική απασχόληση, επειδή είναι αδρανείς εσωτερικά.

Ο κόσμος είναι μια δική μου ιδέα.

Δύο είναι οι εχθροί της ανθρώπινης ευτυχίας: πόνος και ανία.

Όσο πιο περιορισμένος είναι ο ορίζοντας και ο κύκλος της δραστηριότητας και των επαφών μας, τόσο πιο ευτυχισμένοι είμαστε. Γιατί με το άνοιγμα του ορίζοντα πολλαπλασιάζονται και μεγεθύνονται οι έγνοιες, οι επιθυμίες, ο τρόμος.

Η μεγαλοφυΐα στην καθημερινή ζωή είναι τόσο χρήσιμη όσο ένα αστρονομικό τηλεσκόπιο στο θέατρο.

Για να μπορέσει κανείς να πορευτεί στη ζωή, καλό είναι να εφοδιαστεί με μεγάλα αποθέματα προνοητικότητας και επιείκειας. Με τα πρώτα θα φυλαχτεί από ζημιές και απώλειες και με τα δεύτερα από τσακωμούς και προστριβές.

Το μίσος πηγάζει από την καρδιά, η περιφρόνηση, από το κεφάλι.

Είτε πρόκειται για μουσική είτε για φιλοσοφία είτε για ζωγραφική ή ποίηση, το έργο μιας μεγαλοφυΐας δεν είναι κάτι προς χρήση. Ο χαρακτηρισμός του ανώφελου σημαδεύει τα έργα της μεγαλοφυΐας.

Η ζωή είναι ένα τεράστιο θέατρο, όπου παίζεται η ίδια τραγωδία με διαφορετικούς τίτλους.

Η ζωή είναι ένα εκκρεμές που κινείται μεταξύ πόνου και απελπισίας.

Οι δημοσιογράφοι είναι σαν τα σκυλιά. Οποτεδήποτε κάτι κινείται, αρχίζουν να γαβγίζουν.

Πέμπτη 28 Νοεμβρίου 2013

ανεπαίσθητη θλίψη...

Οι καλύτερες στιγμές του ανθρώπινου είδους είναι όταν έκφράζει μια μελαγχολική τρυφερότητα, μια ανεπαίσθητη θλίψη. Το ύφος μιας ανυπεράσπιστης εγκαρτέρησης κάνει πιο συμπαθητικό και τον πλεον γελοίο πίθηκο, ακόμα και την αηδιαστική ύαινα...(*)
-
http://yannisstavrou.blogspot.com 
  
(*) Δε μπορώ παρά να προσθέσω το σχόλιο του φίλου Θαλή Παπακωνσταντίνου στην παραπάνω μου διατύπωση:

Ωραία σκέψη, πολύ! ! Η αποστασιοποιημένη παρατήρηση - που  συμβαίνει συνήθως λόγω μιας στιγμής νοητικής διαύγειας  ή άλλοτε  επειδή ο νους  ως μηχανή κάνει μερικές φορές ανεπαίσθητες παύσεις (επειδή ανεβάζει ή κατεβάζει στροφές), απ'το να δημιουργεί άπειρες επιθυμίες, μας φέρνει νομίζω σε αυτή την κατάσταση της ανεπαίσθητης θλίψης (όπου δεν είμαστε "αλλού"  αλλά  σε μια χαλαρή εγρήγορση νοητικά). Είναι όντως υπέροχες στιγμές κι αν ο άνθρωπος προσπαθούσε να τις παρατήνει, θα μπορούσε ακόμη και να εξελιχθεί.
Οι ύαινες είναι πράγματι ελεεινές, το ίδιο και οι ιπποπόταμοι... 

Τετάρτη 20 Νοεμβρίου 2013

πιότερο μὲ τὸ Θάνατο παρὰ μὲ τὴ Ζωή...

στοῦ ὥριου ματιοῦ σου τ᾿ ὄνειρο τ᾿ ὡραῖο ν᾿ ἀρμενίσει,
καὶ στῶν βλεφάρων σου τὴ σκιὰ πολὺ νὰ κοιμηθεῖ!

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Πορτρέτο νέας γυναίκας, λάδι σε καμβά, λεπτομέρεια

Σαρλ Μπωντλαίρ

Semper Eadem

«Ποῦθ᾿ ἡ ἀλλώτικη», ἔλεγες, «ἡ θλίψη αὐτὴ σὲ πιάνει,
ποὺ λούζει σὰ τὴ θάλασσα τὸ βράχο τὸ γυμνό»;
Ἅμα ἡ καρδιά μας μιὰ φορὰ τὸ τρύγημά της κάνει,
καὶ ζεῖ κανεὶς εἶν᾿ ἄσκημο! τὸ ξέρουν ὅλοι αὐτό·

εἶν᾿ ἕνας πόνος ξάστερος, δὲν εἶναι κρύφιος! ἔλα!
σὰ τὴ δική σου τὴ χαρά, φαίνεται στὴ στιγμή.
Πάψε λοιπὸν νὰ μὲ ρωτᾶς, περίεργη κοπέλα,
κι ἂν κι ἡ φωνή σου εἶναι γλυκιά, σώπα, ὡραία μου σύ.

Σώπαινε, ἀνίδεη ψυχή, μ᾿ ὅλα ξετρελαμένη!
στόμα μὲ γέλιο παιδικό! Οἱ ἄνθρωποι εἶναι δεμένοι
πιότερο μὲ τὸ Θάνατο παρὰ μὲ τὴ Ζωή.

Ἄστη καρδιά μου, ἄστηνα στὸ ψέμα νὰ μεθύσει!
στοῦ ὥριου ματιοῦ σου τ᾿ ὄνειρο τ᾿ ὡραῖο ν᾿ ἀρμενίσει,
καὶ στῶν βλεφάρων σου τὴ σκιὰ πολὺ νὰ κοιμηθεῖ!

Charles Baudelaire

Semper Eadem

«D'où vous vient, disiez-vous, cette tristesse étrange,
Montant comme la mer sur le roc noir et nu?»
— Quand notre coeur a fait une fois sa vendange
Vivre est un mal. C'est un secret de tous connu,

Une douleur très simple et non mystérieuse
Et, comme votre joie, éclatante pour tous.
Cessez donc de chercher, ô belle curieuse!
Et, bien que votre voix soit douce, taisez-vous!

Taisez-vous, ignorante! âme toujours ravie!
Bouche au rire enfantin! Plus encor que la Vie,
La Mort nous tient souvent par des liens subtils.

Laissez, laissez mon coeur s'enivrer d'un mensonge,
Plonger dans vos beaux yeux comme dans un beau songe
Et sommeiller longtemps à l'ombre de vos cils!

Τετάρτη 10 Απριλίου 2013

Ποίηση: σῶσε τὴν τελευταία ὥρα τούτη τοῦ ἀνθρώπου...

σῶσε τὴν τελευταία ὥρα τούτη τοῦ ἀνθρώπου
τὴν πιὸ στυγνὴ καὶ τὴν πιὸ ἀπεγνωσμένη
ποὺ ὁ Θάνατος
ποὺ ἡ Μοναξιὰ
ποὺ ἡ Σιωπὴ
τὸν καρτεροῦν σὲ μία στιγμὴ μελλούμενη...


 


Άρης Δικταίος
Η ποίηση

Μὰ ἐσὺ Ποίηση
ποὺ ἔντυνες μία φορὰ τὴ γυμνὴ μέθη μας
ὅταν κρυώναμε καὶ δὲν εἴχαμε ροῦχο νὰ ντυθοῦμε
ὅταν ὀνειρευόμαστε, γιατί δὲν ὑπῆρχε ἄλλη ζωὴ νὰ ζήσουμε
δὲ θὰ ὑπάρξουν πιὰ σύννεφα γιὰ νὰ ταξιδέψουμε τὴ ρέμβη μας;
δὲ θὰ ὑπάρξουν πιὰ σώματα γιὰ νὰ ταξιδέψουμε τὸν ἔρωτά μας;
Μὰ ἐσὺ Ποίηση
ποὺ δὲν μπορεῖς νὰ κλειστεῖς μέσα σὲ σχήματα
μὰ ἐσὺ Ποίηση
ποὺ δὲ μποροῦμε νὰ σ᾿ ἀγγίξουμε μὲ τὸ λόγο
ἐσὺ
τὸ στερνὸ ἴχνος τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ ἀνάμεσά μας
σῶσε τὴν τελευταία ὥρα τούτη τοῦ ἀνθρώπου
τὴν πιὸ στυγνὴ καὶ τὴν πιὸ ἀπεγνωσμένη
ποὺ ὁ Θάνατος
ποὺ ἡ Μοναξιὰ
ποὺ ἡ Σιωπὴ
τὸν καρτεροῦν σὲ μία στιγμὴ μελλούμενη

Τετάρτη 7 Μαρτίου 2012

πως είσαι η ζωή κι είσαι το τίποτα....

O θάνατος θα ‘ρθει και θα ‘χει τα μάτια σου

Τσέζαρε Παβέζε

O θάνατος θα ‘ρθει και θα ‘χει τα μάτια σου

αυτός ο θάνατος που μας συντροφεύει

απ’ το πρωί ως το βράδυ, άγρυπνος,

κρυφός, σαν μια παλιά τύψη

ή μια παράλογη συνήθεια. Τα μάτια σου

θα ‘ναι μια άδεια λέξη.

Κραυγή που έσβησε, σιωπή.

Έτσι τα βλέπεις κάθε πρωινό

όταν μονάχη σκύβεις

στον καθρέφτη. Ω, αγαπημένη ελπίδα,

αυτή τη μέρα θα μάθουμε και εμείς

πως είσαι η ζωή κι είσαι το τίποτα.


Για όλους ο θάνατος έχει ένα βλέμμα

O θάνατος θα ‘ρθει και θα ‘χει τα μάτια σου

Θα’ ναι σαν ν’ αφήνεις μια συνήθεια,

σαν ν’ αντικρίζεις μέσα στον καθρέφτη

να αναδύεται ένα πρόσωπο νεκρό,

σαν ν’ ακούς ένα κλεισμένο στόμα.

Θα κατέβουμε στην άβυσσο βουβοί.

(μετάφραση: Σωτήρης Τριβιζάς)

* Γιάννης Σταύρου, Πορτρέτο νέας γυναίκας, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Σάββατο 5 Μαρτίου 2011

Θα κατέβουμε στην άβυσσο βουβοί...


Γιάννης Σταύρου, πορτρέτο νέας γυναίκας, λάδι σε καμβά

Ω, αγαπημένη ελπίδα,
αυτή τη μέρα θα μάθουμε και εμείς
πως είσαι η ζωή κι είσαι το τίποτα...

Τσέζαρε Παβέζε

O θάνατος θα ‘ρθει και θα ‘χει τα μάτια σου

O θάνατος θα ‘ρθει και θα ‘χει τα μάτια σου
αυτός ο θάνατος που μας συντροφεύει
απ’ το πρωί ως το βράδυ, άγρυπνος,
κρυφός, σαν μια παλιά τύψη
ή μια παράλογη συνήθεια. Τα μάτια σου
θα ‘ναι μια άδεια λέξη.
Κραυγή που έσβησε, σιωπή.
Έτσι τα βλέπεις κάθε πρωινό
όταν μονάχη σκύβεις
στον καθρέφτη. Ω, αγαπημένη ελπίδα,
αυτή τη μέρα θα μάθουμε και εμείς
πως είσαι η ζωή κι είσαι το τίποτα.

Για όλους ο θάνατος έχει ένα βλέμμα
O θάνατος θα ‘ρθει και θα ‘χει τα μάτια σου
Θα’ ναι σαν ν’ αφήνεις μια συνήθεια,
σαν ν’ αντικρίζεις μέσα στον καθρέφτη
να αναδύεται ένα πρόσωπο νεκρό,
σαν ν’ ακούς ένα κλεισμένο στόμα.
Θα κατέβουμε στην άβυσσο βουβοί.

Πέμπτη 9 Δεκεμβρίου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, Έλληνες ζωγράφοι: ἔτσι νικήτρα πάντοτε, μοιάζει ἡ σκιὰ ἡ δική σου...

Ὁ ἥλιος ἐσκοτείνιασε τὴ φλόγα τῶν κεριῶν·
ἔτσι νικήτρα πάντοτε, μοιάζει ἡ σκιὰ ἡ δική σου
μὲ τὸν ἀθάνατο ἥλιον, ὦ ψυχή, ποὺ φῶς σκορπίζει!

Σαρλ Μπωντλαίρ

Η ψυχική αυγή

Ὅταν τὸ φῶς της ρίχνει ἡ αὐγὴ τὸ λευκορροδισμένο
στοὺς γλεντοκήπους καὶ γροικοῦν σὰν τύψη τὸ Ἰδεῶδες,
κάτι τὸ ἐκδικητικὸ καὶ τὸ μυστηριῶδες,
ἕν᾿ ἄγγελο στὸ κτῆνος τους, ξυπνᾷ, τὸ ναρκωμένο.

Τῶν ψυχικῶν τότε οὐρανῶν τ᾿ ἄφθαστο γαλανό,
γιὰ κεῖνον ποὺ ρεμβάζει ὠχρὸς καὶ ποὺ ὑποφέρει ἀκόμα,
ἀνοίγεται καὶ τὸν τραβᾷ καθὼς βαράθρου στόμα.
Ἔτσι, γλυκιὰ Θεά μου, ἁγνὸ Πλάσμα καὶ φωτεινό,

στὰ καπνισμένα ἐρείπια τῶν ἠλιθίων γλεντιῶν,
πιὸ φωτεινή, πιὸ ρόδινη, πιὸ ὡραία ἡ θυμησή σου,
ἀδιάκοπα στὰ ἐκστατικὰ μάτια μου φτερουγίζει.

Ὁ ἥλιος ἐσκοτείνιασε τὴ φλόγα τῶν κεριῶν·
ἔτσι νικήτρα πάντοτε, μοιάζει ἡ σκιὰ ἡ δική σου
μὲ τὸν ἀθάνατο ἥλιον, ὦ ψυχή, ποὺ φῶς σκορπίζει!

Charles Baudelaire

L'Aube spirituelle

Quand chez les débauchés l'aube blanche et vermeille
Entre en société de l'Idéal rongeur,
Par l'opération d'un mystère vengeur
Dans la brute assoupie un ange se réveille.

Des Cieux Spirituels l'inaccessible azur,
Pour l'homme terrassé qui rêve encore et souffre,
S'ouvre et s'enfonce avec l'attirance du gouffre.
Ainsi, chère Déesse, Etre lucide et pur,

Sur les débris fumeux des stupides orgies
Ton souvenir plus clair, plus rose, plus charmant,
À mes yeux agrandis voltige incessamment.

Le soleil a noirci la flamme des bougies;
Ainsi, toujours vainqueur, ton fantôme est pareil,
Ame resplendissante, à l'immortel soleil!