t


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αθηναϊκό τοπίο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αθηναϊκό τοπίο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 26 Ιουνίου 2014

αμαρτίαι γονέων & πεζοδρόμηση Πανεπιστημίου...

Αμαρτίαι κεχηναίων…
του ΛΕΑΝΔΡΟΥ ΣΛΑΒΗ
(Eφημερίδα του "Κ.Σ.Μ."/τεύχος 172/Ιούνιος 2014)

Πόσοι και πόσοι, όταν τους δοθεί η ευκαιρία, δεν αποφαίνονται ότι «αμαρτίαι γονέων, παιδεύουσι τέκνα»; Στην πράξη, βέβαια, αυτό δεν επαληθεύεται πάντοτε. Πλην, ίσως, στην περίπτωση της πολιτικής, όπου οι αμαρτίες ενός πολιτικού παιδεύουν, με ελάχιστες εξαιρέσεις, τους («έως τρίτης και τετάρτης γενεάς» κατά τας γραφάς) επιγόνους του που τον διαδέχονται στις αρμοδιότητές του. Και τούτο ανεξάρτητα από το εάν οι «αμαρτίες» οφείλονται σε πολιτική οκνηρία, σε κομματική πονηρία, σε ψηφοθηρική λαθροχειρία ή σε ιδεοληπτική αβελτηρία.

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Ακρόπολις, λάδι σε καμβά

Στην τελευταία υποπίπτουν κατά συρροήν διάφοροι αιθεροβάμονες και “χαζοβιόληδες” οραματιστές, που επιβάλλουν τις επιλογές τους, χωρίς να εξηγήσουν πλήρως στους πολίτες τις επιπτώσεις τους. Οι τελευταίοι, είτε από αδυναμία είτε από υστεροβουλία, προσκολλώνται στην ειδυλλιακή εικόνα που τους πλασάρουν και τα βάζουν με τους διαδόχους του οραματιστή που δεν καταφέρνουν να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά τις παρενέργειες, για τις οποίες δεν είναι υπεύθυνοι. Αυτοί δε, συχνά διστάζουν να ανατρέψουν μια επιλογή που κληρονόμησαν, ακόμα και αν δεν είναι αργά. Καραδοκεί το πολιτικό κόστος της απογοήτευσης μιας μωρόπιστης κοινής γνώμης ή κάποιων κακόπιστων δυναμικών ομάδων.

Μια τέτοια διαδικασία θα πληρώσουν οι κάτοικοι της πρωτεύουσας (πρωτίστως) και της χώρας (δευτερευόντως) εξαιτίας της φαεινής ιδέας μιας ακολουθίας οραματιστών που ήθελαν και θέλουν τον κεντρικότερο δρόμο της Αθήνας πεζόδρομο. Πρώτος τους πλάνεψε ένας (μακαρίτης πια) πολυπράγμονας πολιτικός που αράδιαζε κατά καιρούς διάφορες παρόμοιες φουτουριστικές ανοησίες. Από αυτόν η σκυτάλη έφτασε στα χέρια ενός θηλυκού γένους διάττοντα αστέρα της πολιτικής. Αυτή την ενέταξε, ως “βαρύ πυροβολικό” του, σε ένα (χωρίς ραχοκοκαλιά και δήθεν μεγαλόπνοο) συνονθύλευμα παρεμβάσεων στον αττικό χώρο. Πριν, όμως, προλάβει να αλλάξει τα φώτα του τελευταίου, απήλθε, τιμής ένεκεν, για την Πόλη του Φωτός.

Ωστόσο, αυτή η εξέλιξη δεν ανέστειλε τις πορεία της δρομολόγησης του οραματισμού, που καθιερώθηκε ως «Rethink Athens», καθώς ένα ίδρυμα ανέλαβε την χρηματοδότηση, πιθανότατα από την αντιζηλία του προς άλλο ίδρυμα που προωθούσε ένα πολύ πιο φιλόδοξο και ουσιαστικό έργο ανάπλασης στο Λεκανοπέδιο. Έτσι, διενεργήθηκε αρχιτεκτονικός διαγωνισμός και επιλέχθηκε για εφαρμογή μία μελέτη. “Μελέτη” τρόπος του λέγειν, γιατί έχει περιοριστεί στην φιλοτεχνία των ωραίων εικόνων που θα προκύψουν από το έργο και έχει αδιαφορήσει για τις επιπτώσεις του στις γύρω περιοχές (και ακόμα παραπέρα), παραγνωρίζοντας το ότι, αν δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις, μια “όαση” στη μια πλευρά συνεπάγεται μια “κόλαση” στην άλλη! Στη συγκεκριμένη δε περίπτωση όχι μόνον δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις, αλλ’, αντί να προβλεφθούν κάποια μέτρα που θα άμβλυναν τις παρενέργειες, το έργο εμπλουτίστηκε με πάρεργα που θα τις κάνουν ανυπόφορες!

Η ψευδεπίγραφη μελέτη είναι ελλιπής. Και τούτο κυρίως επειδή δεν περιέχει μελέτη κυκλοφοριακών επιπτώσεων. Με την πεζοδρόμηση καταργείται ο ένας από τους τρεις οδικούς άξονες της πόλης που εξυπηρετούν τις δύο κατευθύνσεις κυκλοφορίας οχημάτων στο κέντρο της και ενώνουν – καθώς δεν υπάρχουν περιφερειακές διαδρομές με κατάλληλη κυκλοφοριακή δυναμικότητα – τις δυτικές, τις ανατολικές, τις βόρειες και τις νότιες περιοχές της πόλης μεταξύ τους. Μάλιστα, ο άξονας που αφαιρείται από την κυκλοφορία, δηλαδή η Πανεπιστημίου, είναι αυτός που διαθέτει τις μισές από το σύνολο των λωρίδων κυκλοφορίας των τριών αξόνων! Ένας δεύτερος άξονας, η Ακαδημίας, αντιδρομείται, κάποια τμήματα στενών κεντρικών δρόμων πεζοδρομούνται και αυτά, ενώ δυο τρεις άλλοι κάπως φαρδύτεροι γειτονικοί μονόδρομοι, όπως η Μάρνη, των οποίων ο κυκλοφοριακός φόρτος θα αυξηθεί, περιορίζονται στο μισό πλάτος για να εξυπηρετηθεί η αντίθετη κίνηση. Σε μια άλη δε καίρια οδική αρτηρία, την Πατησίων, σε ένα μεν τμήμα της περιορίζεται το ωφέλιμο για τη κίνηση πλάτος, σε ένα δε άλλο απαγορεύεται η κυκλοφορία. Και τούτο για να περάσει τι λιγότερο αποδοτικό μέσο συγκοινωνίας για μια πόλη σαν την Αθήνα: το τραμ! Και όλα αυτά χωρίς καμία μελέτη για το τι θα συμβεί στις περιοχές που θα δεχθούν την κυκλοφορία που θα εκδιωχθεί από τους δρόμους που θα πεζοδρομηθούν ή θα μειωθεί το πλάτος τους! Χωρίς καμία πρόβλεψη για το πώς θα εξυπηρετηθεί η οδική επικοινωνία μεταξύ των αντιδιαμετρικών περιφερειακών συνοικιών της πόλης! Η δήθεν κυκλοφοριακή μελέτη περιορίζεται στα βελάκια που υποδεικνύουν τις νέες ή τις εναλλακτικές διαδρομές. Χωρίς να εξετάζεται αν αυτές αντέχουν τον κυκλοφοριακό φόρτο που τους επιφυλάσσεται. Χωρίς να ελέγχεται αν μπορούν να ελιχθούν σ’αυτές τα οχήματα που στέλνουν εκεί. Αν δεν ήταν για κλάματα η κατάσταση, θα είναι για γέλια να βλέπει κανείς τρόλλεϋ και λεωφορεία να προσπαθούν να στρίψουν σε ώρες αιχμής από την Βασ. Σοφίας στην Ακαδημίας!

Και όλα αυτά σε μία εποχή οικονομικής δυσπραγίας και επενδυτικής ένδειας της χώρας. Και τόσο η κυβέρνηση όσο και η δημοτική αρχή σωπαίνουν, χωρίς να είναι βέβαιο ότι σύσσωμες συντάσσονται ασμένως με το έργο. Βέβαια, δεν είναι εύκολο και χωρίς πολιτικό κόστος να αντιταχθούν μετωπικά σ’αυτό το ανοσιούργημα. Πώς να αρνηθούν την χρηματοδότηση από ένα ιδιωτικό κοινωφελές ίδρυμα όταν ζητιανεύουν την συνδρομή ιδιωτών για κάθε τι; Πώς να αποκηρύξουν το πνευματικό τέκνο ενός “αείμνηστου” οραματιστή; Πώς να διαφωτίσουν μια κοινή γνώμη που έχει πέσει θύμα μιας πολυετούς πλύσης εγκεφάλου; Πώς να αποφύγουν να ανοίξουν νέο μέτωπο με τις δυναμικές ομάδες που επενδύουν στην ταλαιπωρία και την απόγνωση του πολίτη;

Ευτυχώς, τουλάχιστον για την τιμή των όπλων της κοινότητας των τεχνικών αυτής της χώρας, υπήρξαν μερικές θαρραλέες φωνές που δεν έπαψαν να αναδεικνύουν τα (κατ’ευφημισμόν απλά) αδύνατα σημεία του έργου και να προσπαθούν να συνετίσουν τους άβουλους αρμόδιους· «φωνές βοόντων εν τη ερήμω» τόσο καιρό, αποφάσισαν να προχωρήσουν την ύστατη στιγμή σε πιο δραστικές ενέργειες.

Είθε να μην αποδειχθούν μάταιες! Και να πνίξουν εν τη γενέσει των άλλες ανάλογες παρεμβάσεις που οραματίζονται αυτοί που περιέβαλαν με επιστημονικό κύρος το έργο. Γιατί αυτοί οι, μιας και της αυτής κοπής, καθηγητάδες πήραν θάρρος από την απουσία επίσημων αντιδράσεων και άρχισαν να απεργάζονται νέες ταλαιπωρίες για τους πολίτες. Ανάμεσα σε αυτές την μετατροπή της Συγγρού από αυτοκινητόδρομο σε αστική λεωφόρο (ευφημισμός το στενέματός της) και τη διάνθισή της με τον απαραίτητο προσφιλή τους μαϊντανό: τον σύγχρονο αραμπά, δηλαδή το τραμ! Και αυτό τη στιγμή που συντελείται πραγματική κοσμογονία στην απόληξή της, στο Φαληρικό Δέλτα, και στο παραλιακό μέτωπο, η οποία θα αυξήσει αναπόδραστα την κυκλοφορία προς και από αυτούς τους προορισμούς!
Και αποφεύγουν, ίσως και σκόπιμα, να επιστήσουν την προσοχή της κυβέρνησης ότι θα ήταν προτιμότερη η εξυπηρέτηση της περιοχής με διακλάδωση της Γραμμής 2 του σύγχρονου μετρό, παρά της Γραμμής 1 του κατά κάποιο τρόπο παρωχημένου και πιο αργού ηλεκτρικού. Μην ζητάτε, όμως, τόση εγρήγορση από αυτούς των οποίων οι ανησυχίες περιορίζονται στο να ενυπνιάζονται την “νεφελοκοκκυγία” τους κατά τη διάρκεια του ημερήσιου νήδυμού τους.

Υστερόγραφο:
Το έργο θα μπορούσε υπό ορισμένες συνθήκες να είναι αποδοτικό ή, έστω, πιο ανώδυνο.
- Αν δεν ήταν πρωθύστερο. Αν, δηλαδή, είχαν προηγηθεί άλλες παρεμβάσεις που θα άμβλυναν τις παρενέργειές του. Όπως αν η Αθήνα είχε αποκτήσει ένα επαρκές δίκτυο μετρό που θα περιόριζε δραστικά τις υπόλοιπες επίγειες μετακινήσεις. Όπως αν είχαν υλοποιηθεί διάφορες προτάσεις αποσυμφόρησης του κέντρου με εναλλακτικές διαδρομές ή με μεγαλεπήβολα έργα, σαν την σήραγγα κάτω από τον Λυκαβηττό.
- Αν δεν ήταν προϊόν ιδεοληψιών. Όπως των εμμονών των εμπνευστών του, με κύρια την ολέθρια επέκταση της γραμμής του τραμ.
- Αν δεν ήταν μονόπλευρο. Όπως αν προέβλεπε μερικές απλές και ουσιαστικές επικουρικές παρεμβάσεις, όπως την δημιουργία ενός δακτυλίου συνεχούς και ταχείας κυκλοφορίας Ακαδημίας – Πατησίων/Αιόλου – Σταδίου – Βασ. Γεωργίου – Βασ. Σοφίας πέριξ της Πανεπιστημίου, με την προϋπόθεση της δραστικής διαπλάτυνσης της Ακαδημίας και της Σταδίου και την εγκατάλειψη της φαιδράς ιδέας του κλεισίματος της Πατησίων για χάρη της επέκτασης του τραμ.
Όσο δε για το ίδρυμα, αν, όντως, ήθελε να προσφέρει κάτι σήμερα στην πόλη, ας χρηματοδοτούσε κάποιο άλλο έργο, όχι τόσο φανταχτερό, αλλά πολύ πιο ουσιαστικό. Όπως, λόγου χάριν, την περίφημη Γραμμή 4 (ή γραμμή “U”) του μετρό που αραχνιάζει χρόνια τώρα σε κάποια συρτάρια αρμοδίων, ενώ θα εξυπηρετούσε άμεσα κα αποτελεσματικά καθημερινά δεκάδες χιλιάδες κατοίκων και επισκεπτών της πόλης.
Μήπως έφτασε ο καιρό to rethink «Rethink Athens»;

Τρίτη 25 Μαρτίου 2014

Σηκωθείτε ω σφαγμένοι της Ελλάδας...

Με αφορμή την επέτειο της 25ης Μαρτίου...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Ακρόπολη 05.45, λάδι σε καμβά

Διονύσιος Σολωμός

Οι σφαγμένοι της Ελλάδας

«Ἀπὸ τοὺς φοβεροὺς γκρεμνούς, τὶς χαμηλὲς κοιλάδες καὶ τὰ ψηλὰ βουνά, ἀπὸ τὴν ἐρημιὰ τῶν ποταμῶν καὶ τῆς θάλασσας, ἀπὸ τοὺς δρόμους, τὶς σπηλιές, τὰ πηγάδια, ἀκόμη καὶ μέσα ἀπὸ τὰ ζεστὰ κρεβάτια, σηκωθεῖτε, ὦ σφαγμένοι τῆς Ἑλλάδας, καὶ προσευχηθεῖτε!».

Αὐτὰ εἶπε ἡ βαθειὰ φωνή, ἐξακοντισμένη πρὸς τὸ χῶρο τοῦ ὀνείρου, καὶ ἡ ψυχὴ ἦταν ὅλη ὄργανο πνευματικό, ἕτοιμη νὰ δεχτεῖ γρήγορα τὸ κοντινὸ καὶ τὸ μακρινό, τὸ φωτεινὸ καὶ τὸ σκοτεινό, τὸ ἀνθρώπινο καὶ τὸ θεῖο. Καὶ τὸ ὄνειρο, ἀπαντώντας μὲ θαυμαστὴ ταχύτητα, ἔδωσε πίσω ὅλα τὰ πνεύματα ποὺ εἶχαν προσκαλεστεῖ καὶ τὰ ἔσπρωξε ἀμέτρητα καὶ σφιγμένα τὸ ἕνα στὸ ἄλλο, σ᾿ ἕνα διάστημα χωρὶς ὅρια, ποὺ ἔμοιαζε ὠκεανὸς χωρὶς στεριὲς καὶ νησιά, ἢ σὰν οὐρανὸς χωρὶς ἄστρα.

Ἐμπρὸς στὰ μάτια μου τὰ δακρυσμένα καὶ ἔκπληκτα, ὅλοι μουρμούριζαν καὶ ἔτρεμαν ὅπως τὰ ἀναρίθμητα φύλλα ἑνὸς πελώριου δέντρου ποὺ τὸ δονεῖ ὁ ἀέρας. Τὰ φύλλα ποὺ τὸ φθινόπωρο τὰ παίρνει ἀπὸ τὰ δέντρα καὶ τὰ στρώνει στὴ γῆ, ἦταν τίποτα ἐμπρὸς σ᾿ αὐτὸ τὸ πλῆθος. Ὅλοι εἶχαν τὸ χέρι στὴν καρδιὰ σὰν ἀπὸ ἀπέραντο πόνο, καὶ προσεύχονταν ὁμόφωνα. Ἡ προσευχὴ ἦταν θερμὴ καὶ βαθειά, ἀλλὰ οἱ φωνὲς ἀδύνατες καὶ χωρὶς ἦχο, ὅπως αὐτὲς ποὺ βγάζομε στὸν ὕπνο μας τὸν τρομαγμένο. Ξαφνικὰ ξέσπασε ἀπὸ ὅλους ἕνας ἀνεμοστρόβιλος ἀπὸ φωνές, πάμπολλες ὅπως ἡ ἄμμος ποὺ στροβιλίζεται ἀπὸ μανιασμένο ἄνεμο. Ὡστόσο μία χαρὰ φανερωνόταν μέσα στὸν ἔρημο αἰθέρα. Μιὰ μαυροφόρα γυναῖκα στάθηκε ψηλά, καὶ ἡ ἀγκαλιὰ ποὺ ἄνοιξε πρὸς ὅλους, κοιτάζοντας ὅλους, ἦταν φανερὰ ἐκείνη ποὺ ἔσφιξε μητρικὰ τὸν Σωτῆρα.


Μετάφραση. Από τα «Ποιήματα και Πεζά».
Επιμέλεια-Εισαγωγή: Στυλιανός Αλεξίου. Εκδ. Στιγμή, Αθήνα 1994.

Τρίτη 6 Απριλίου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, σύγχρονοι ζωγράφοι: Αθηναϊκό τοπίο χθες & σήμερα...

Πεζογραφία & ζωγραφική, ζωγράφοι, σύγχρονοι Έλληνες ζωγράφοι


Γιάννης Σταύρου, Εκκλησάκι στην Αττική, λάδι σε καμβά

Αθήνα, 1896...

Μολυσμένο περιβάλλον, ακαθαρσίες, φαλακροί λόφοι, λιγοστό πράσινο, ασχήμια...

Πάνω απ' όλα, ασυνειδησία, παντελής απουσία συλλογικότητας, έχθρες, βάρβαρη εγωπάθεια, ασυγκράτητη πολιτική ρουσφετολογία...

Παρούσες όλες οι καταβολές του σημερινού ελληνικού μορφώματος...

Καθόλου δύσκολο να συνάξεις τις ρίζες της κατάντιας της εποχής μας. Με μόνη διαφορά, ουσιαστική για μας, τον αριθμό του πληθυσμού. Άλλο να μετράς τους βαρβάρους σε χιλιάδες, κι άλλο σε εκατομμύρια. Τότε ο μοναχικός ονειροπόλος μπορούσε να ξεφύγει - ανηφόριζε στην Καισαριανή και το τοπίο άλλαζε, για παράδειγμα. Σήμερα, ουκ έστιν τόπος...

Η Αθήνα του χθες, στα κείμενα του Ροίδη...

Εμμανουήλ Ροίδης
Οι Αθηναϊκοί δρόμοι

Πολὺ περισσότερον παρ᾿ ὅσα ἀπὸ τὸν καιρὸν τοῦ Ἀμποῦ ἕως σήμερον ἔτυχε νὰ διαβάσω εἰς τὸν ξένον τύπον ὑβριστικὰ διὰ τὴν Ἑλλάδα, μ᾿ ἔκαμαν νὰ ἐντρέπωμαι αἱ κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν Ὀλυμπιακῶν Ἀγώνων συστάσεις τῶν ἰδικῶν μας ἐφημερίδων πρὸς τὴν ἀστυνομίαν καὶ τοὺς οἰκοκυραίους νὰ ἐπιμεληθοῦν πρὸς χάριν τῶν ξένων τὴν καθαριότητα τῶν δρόμων καὶ νὰ φροντίσουν νὰ μὴ βρωμοῦν αἱ μάνδραι καὶ νὰ μὴν εἶναι τὰ πεζοδρόμια παραρτήματα μακελλείων καὶ λαχανοπωλείων. Ὅλα αὐτὰ ἐζητοῦντο ὡς καὶ ὅταν ἐπρόκειτο νὰ ἐπισκεφθοῦν τὰς Ἀθήνας οἱ αὐτοκράτορες Δὸν Πέτρος καὶ Γουλιέλμος, ὡς μέτρα ἔκτακτα, μὲ τὴν ὑπόμνησιν μάλιστα ὅτι δὲν θὰ παρατείνοντο ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας αἱ τοιαύται περὶ καθαριότητος ἐνοχλήσεις.

Τί ἄλλο δύναταί τις ἐκ τῶν συστάσεων τούτων νὰ συμπεράνη παρὰ μόνον ὅτι, καθὼς οἱ Τζιφούτιδες τῆς Βλαχίας ἀλλάζουν ὑποκάμισον καὶ κυνηγοῦν τὰς ψείρας των μόνον κατὰ τὰς μεγάλας των θρησκευτικὰς ἑορτάς, οὕτω καὶ οἱ κάτοικοι τῶν Ἀθηνῶν μόνον εἰς ἐκτάκτους περιστάσεις πρέπει ν᾿ ἀναπνέουν ἄοσμον ἀέρα, νὰ μὴ γλιστροῦν εἰς αἵματα καὶ νὰ μὴ σκοντάπτουν εἰς σάπια πορτοκάλια καὶ λείψανα γάτων καὶ ὀρνίθων; Μὴ βιασθῆτε νὰ μὲ κατατάξητε εἰς τὸ γένος τῶν ἀναμασητικῶν ζῴων ἂν σᾶς ὁμιλῶ διὰ τὴν κατάστασιν τῶν ἀθηναϊκῶν δρόμων. Οὔτε καμῆλα εἶμαι οὔτε ἐπικήδειος ρήτωρ διὰ νὰ μοῦ ἀρέσουν τὰ ἀναμασήματα.

Τοῦτο ὅμως ἐσυλλογίσθην, ὅτι μετὰ τοὺς Ὀλυμπιακοὺς Ἀγῶνας οἱ Ἀθηναῖοι, ἐξιππασθέντες ἀπὸ τὴν λαμπρότητα τῆς πανηγύρεως, τὴν συρροὴν τοῦ τόσου κόσμου, τὴν παρουσίαν τοῦ βασιλέως καὶ τῶν πριγκήπων, τὰς σημαίας, τὰ σαλπίσματα, τὰς φωτοχυσίας, τὰς μουσικὰς καὶ τοῦ Λούη τὰς τιμάς, ἐκατάντησαν ὅλοι ἀθλομανεῖς. Ἡ Πλάκα, πρὸ πάντων, ὅπου κατοικῶ, ἔγεινεν ὅλη ἕνα εἶδος σταδίου. Καθ᾿ ἡμέραν κινδυνεύω ν᾿ ἀνατραπῶ ἀπὸ ὑποψηφίους μαραθωνοδρόμους ἢ νὰ σπάσουν οἱ δισκοβόλοι τὴν κεφαλήν μου. Διὰ νὰ σχηματίσητε ἰδέαν τοῦ βαθμοῦ εἰς τὸν ὁποῖον ἔφθασεν ἡ ἀγωνομανία, ἀρκεῖ νὰ σᾶς εἴπω ὅτι κάθε ἀπόγευμα περὶ τὴν δύσιν τοῦ ἡλίου ἠμπορεῖ ὁ διαβάτης νὰ καμαρώση περὶ τὸν Πλάτανον τῆς Πλάκας καὶ τὸ φανάρι τοῦ Διογένους, ἐκτὸς τῶν παίδων καὶ νεανίσκων, καὶ ἀρκετὰ μεγάλα ἀγοροκόριτζα νὰ σηκώνουν βάρη, νὰ πηδοῦν, νὰ ρίπτουν δίσκους καὶ νὰ τρέχουν, χωρὶς φόβον νὰ δείξουν τὸ χρῶμα τῆς καλτσοδέτας των, συμμεριζόμενα, ὡς φαίνεται, τὰς περὶ ἐξισώσεως τῶν δυὸ φύλων προοδευτικὰς ἰδέας τῆς «Ἐφημερίδος τῶν Κυριῶν».

Καλὰ θὰ ἐκάμνατε νὰ στείλετε ἐκεῖ κανένα ἀπὸ τοὺς ρεπόρτερ σας νὰ περιγράψη αὐτὰ τὰ σπαρτιατικὰ παιγνίδια, διότι ἀξίζουν τὸν κόπον. Ἐγὼ ἤθελα μόνον νὰ σᾶς ὑποδείξω ὅτι ἀφοῦ ἀπὸ τόσα ἔτη βοᾶ ὅλος ὁ κόσμος κατὰ τοῦ κονιορτοῦ, τῆς λάσπης, τῶν λάκκων καὶ τῆς δυσωδίας καὶ ματαίως ἀγωνίζεται ὅλος ὁ τύπος νὰ φέρῃ εἰς θεογνωσίαν τοὺς δημοτικούς μας ἄρχοντας καὶ τὴν ἀστυνομίαν, καλὸν ἴσως θὰ ἦτο ν᾿ ἀποταθῆ σήμερον πρὸς διόρθωσιν τοῦ κακοῦ εἰς τὴν ἀγωνομανίαν, νὰ προσπαθήση δηλαδὴ νὰ πείση τοὺς φιλάθλους ὅτι χωρὶς πνεύμονας ὑγιεῖς ἀδύνατον εἶναι νὰ ὑπάρξουν μυῶνες ἰσχυροί· ὅτι ἐφ᾿ ὅσον ἐξακολουθοῦν ν᾿ ἀναπνέουν τὰς ἀναθυμιάσεις τῆς Πλάκας, τῆς Βάθειας, τῆς Παλαιᾶς Ἀγορᾶς, τοῦ Ροδακιοῦ καὶ τοῦ Βαθρακονησίου, χάνουν τὸν καιρόν των γυμναζόμενοι καὶ ὀνειρευόμενοι τὰς δάφνας τοῦ Λούη, τοῦ ροφῶντος καθαρὸν ἀέρα εἰς τὸ Μαρούσι, ἢ τῶν ἀθλητῶν τῆς Ἀμερικῆς, ὅπου σκουπίζονται οἱ δρόμοι τετράκις τὴν ἡμέραν καὶ καταδικάζονται εἰς βαρὺ πρόστιμον οἱ ρίπτοντες ἀπὸ τὸ παράθυρον, ὄχι κοφίνια σκουπιδίων, ἀλλὰ καὶ μίαν μαραμένην ἀνθοδέσμην.

Τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο εἶναι ἴσως τὸ μόνον δυνάμενον νὰ συγκινήση τοὺς ἀγωνιστάς μας, ἀφοῦ οὔτε περὶ τῆς ὑγείας των πολυφροντίζουν οὔτε φαίνεται νὰ τοὺς ἐνοχλῆ πολὺ ἡ ἀκαθαρσία. Οἱ πανηγυρισταὶ τῆς Θείας Προνοίας συγκαταλέγουν εἰς τὰ εὐεργετήματα αὐτῆς τὴν ἐπιδεκτικότητα τῶν αἰσθήσεών μας νὰ καταντοῦν μὲ τὸν καιρὸν καὶ τὴν συνήθειαν ἀναίσθητοι εἰς τὰ δυσάρεστα θεάματα, ἀκούσματα καὶ μυρίσματα. Καὶ ἔχουν μέγα δίκαιον. Πρόχειρον τούτου ἀπόδειξιν μᾶς δίδουν οἱ ἐνορίται τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, τῶν ὁποίων, ὡς συνήθισαν τὰ αὐτία τὴν ρινοφωνίαν τοῦ ψάλτου, οὕτω πλησιάζουν καὶ οἱ ὀφθαλμοὶ νὰ συνηθίσουν τὴν νεοχάρακτον ἐπὶ τοῦ τοίχου τοῦ ναοῦ ἑξάπηχυν ἐκείνην γελοιογραφίαν, ἥτις τόσον πολὺ τοὺς ἐσκανδάλιζε κατὰ τὰς πρώτας ἡμέρας.

Ἡ ὄσφρησις πρὸ πάντων εἶναι ἐξ ὅλων μας τῶν αἰσθήσεων ἡ ἐπιδεκτικωτέρα νὰ μεταβληθῆ διὰ τῆς ἕξεως εἰς ἀναισθησίαν. Γνωρίζετε βεβαίως τὸ περίφημον ποίημα τοῦ Βωδελαίρ, τὸ Ψοφίμι (la charogne), μὲ τὴν ἀνοικτήν του κοιλίαν, ὅπου βόσκουν κοπρόμυγες, μαμούνια, σκώληκες καὶ ἀσκάριδες. Ὁ ποιητὴς εὕρισκε τρόπον νὰ μυρίζεται τὸ πρᾶγμα τοῦτο «ὡς ἄνθος» καὶ ὅλοι τὸν ἐνόμισαν τρελλόν, δέκα ἔτη πρὶν τρελλαθῆ. Τὸ κατόρθωμα τοῦ Βωδελαὶρ δύναται βεβαίως νὰ θεωρηθῆ ὡς ἐξαιρετικόν, οὐδεμίαν ὅμως ἐπιδέχεται ἀμφισβήτησιν ὅτι οὔτε οἱ ζωογδάρται, οὔτε οἱ ταμπάκηδες, οὔτε οἱ σκουπιδοξύστες, οὔτε οἱ βαλσαμωταὶ ὀρνέων, οὔτε οἱ κάτοικοι τῶν ὁδῶν Αἴαντος καὶ Πρωτογένους ἐνοχλοῦνται πολὺ ἀπὸ τὴν ποιότητα τοῦ ἀέρος τὸν ὁποῖον ἀναπνέουν. Ἡ μύτη των καταντᾷ μὲ τὸν καιρὸν στωική. Τὸ κακὸν εἶναι ὅτι δὲν ηὐδόκησεν ἡ Θεία Πρόνοια νὰ καταστήση καὶ τοὺς πνεύμονας ἡμῶν ἐπίσης ἐπιδεκτικοὺς νὰ ἐξοικειωθοῦν μὲ τὰ μολύσματα τῆς ἀτμοσφαίρας.

Δὲν ἐννοῶ βεβαίως ὅτι ὅλοι οἱ μετερχόμενοι ἀκάθαρτα ἐπαγγέλματα καὶ ὅλοι οἱ γείτονες κοπρώνων ἀποθνῄσκουν ἀπὸ φθίσιν, κακοήθη πυρετόν, κοιλιακὸν τῦφον ἢ συψαιμίαν, ἀλλὰ μόνον ὅτι δὲν ἔχομεν δίκαιον νὰ περιφρονῶμεν τόσον πολὺ τοὺς ἰατροστατιστικοὺς πίνακας, ἐκ τῶν ὁποίων προκύπτει ὅτι εἰς ὅλας τὰς πόλεις τῆς Εὐρώπης ὁ ἀριθμὸς τῶν νόσων καὶ ὁ μέσος ὅρος τῆς ἀνθρωπίνης ζωῆς διαφέρει πολὺ κατὰ τὰ ἐπαγγέλματα καὶ τὰς συνοικίας. Δὲν ἔχω πρόχειρον τὸν Bouchardat, διὰ νὰ σᾶς παρατάξω ἀριθμοὺς καὶ τί λέγει περὶ τῆς εὐρωστίας τῶν epuarisseurs, τῶν boyandiers, τῶν chiffonniers καὶ τῶν ἄλλων καταδικασμένων ἐκ τοῦ ἐπαγγέλματός των ν᾿ ἀναπνέουν εἰς τὸ Παρίσι ἀθηναϊκὸν ἀέρα· δὲν βλέπω ὅμως καὶ τὴν ἀνάγκην ν᾿ ἀναζητήσω ξένα παραδείγματα, ἀφοῦ πρόχειρα καὶ πειστικώτατα εἶναι τὰ δικά μας.

Σοφὸς καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου μας μοῦ ἔλεγε πρό τινων μηνῶν ὅτι εἰς μόνην τὴν περισσοτέραν ἀκαθαρσίαν τοῦ Γαζοχωρίου, τῆς Ἁγίας Τριάδος καὶ ἐν γένει τῶν κάτω μαχαλάδων πρέπει ν᾿ ἀποδοθῆ ὁ μεγαλείτερος ἀριθμὸς τῶν προώρων θανάτων. Εὔκολον καὶ ἀσφαλέστατον μέσον ἀποδείξεως θὰ ἦτο ἡ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐπιγραφῆς τῶν ἐπικηδείων πλακῶν ἢ σταυρῶν ἐξακρίβωσις τοῦ μέσου ὅρου τῆς ἡλικίας εἰς τὴν ὁποίαν ἀπέθαναν οἱ ἀναπαυόμενοι εἰς τὸ κοιμητήριον τῆς Βάθειας καὶ οἱ εὐτυχήσαντες ν᾿ ἀναπνεύσουν καθαρώτερον ἀέρα πρὶν ἐνταφιασθοῦν εἰς τὸ Α´ νεκροταφεῖον. Ἡ διαφορὰ θὰ ἦτο, πιστεύω, μεγάλη, ἀφοῦ καὶ ἐκ πρώτης ὄψεως προξενεῖ ἀλγεινὴν ἔκπληξιν εἰς τὸν ἐπισκέπτην τοῦ λαϊκοῦ Β´ νεκροταφείου τὸ μέγα πλῆθος τῶν παιδικῶν καὶ νεανικῶν σταυρῶν.

Ἀλλὰ σκοπός μου σήμερον δὲν εἶναι νὰ θρηνήσω ἐπ᾿ αὐτῶν, ἀλλὰ μόνον νὰ ὑποδείξω ὅτι ἡ σημερινὴ ἀγωνομαχία παρέχει εἰς τὸν τύπον μοναδικὴν εὐκαιρίαν νὰ τὴν ἐκμεταλλευθῇ ὑπὲρ τῆς καθαριότητος καὶ τῆς εὐπρεπείας τῶν δρόμων τῆς πρωτευούσης. Τὴν ἐλπίδα ἐπιτυχίας ἐνισχύει ἡ σύμπτωσις ὅτι ἡ ἀγωνιστίτις αὕτη ἐπέσκηψεν ὀξυτέρα ἐπὶ τῶν κατοικούντων τὰς ρυπαρὰς συνοικίας. Τούτους πρόκειται ὁ τύπος νὰ πείση, ὄχι ὅτι κινδυνεύει τὸ στῆθος των ἀπὸ φθίσιν, ἀφοῦ δὲν τοὺς μέλλει περὶ τούτου, ἀλλ᾿ οἱ μυῶνες των ἀπὸ ἀτροφίαν, καὶ μάταιον εἶναι νὰ γυμνάζωνται, νὰ τρέχουν, νὰ δισκοβολοῦν καὶ νὰ βλέπουν εἰς τὸν ὕπνον των ὀλυμπιακὰ βραβεῖα, ἐφ᾿ ὅσον ἐξακολουθοῦν νὰ τρέφουν τοὺς πνεύμονάς των μὲ τελμάτων, σφαγείων καὶ βόθρων ἀναθυμιάσεις. Καὶ δὲν ἀρκεῖ μόνον νὰ τοὺς πείσετε, ἀλλὰ πρέπει καὶ τὴν ὀργὴν τῶν νὰ ἐξεγείρετε κατὰ τῶν πρωταιτίων τοῦ μολυσμοῦ, κατὰ παντὸς ὑπὲρ τὸ μέτρον ρυπαροῦ μπακάλη, χασάπη, μανάβη καὶ μαγείρου, κατὰ τῶν ὑπαιθρίων κοπριστῶν, κατὰ τῶν δειλιώντων νὰ ἐκτελέσουν τὸ καθῆκον τῶν ἀστυφυλάκων, πρὸ πάντων ὅμως κατὰ τοῦ βουλευτοῦ, τοῦ δένοντος τὰς χεῖρας τῆς ἀστυνομίας καὶ παρέχοντος, ὡς βδελυρὸν ρουσφέτι εἰς τοὺς προστατευομένους του, ἀπεριόριστον ἄδειαν δηλητηριάσεως τῆς ἀθηναϊκῆς ἀτμοσφαίρας. Χωρὶς νὰ εἶμαι Ἰησουίτης πιστεύω ὅτι ἡ ἁγιότης τοῦ σκοποῦ δικαιολογεῖ τὴν χρῆσιν καὶ ὀλίγης δημοκοπίας. Πόσον δὲ εἶναι ἡ τοιαύτη λαϊκὴ ἐξέγερσις κατεπείγουσα, τοῦτο θέλω προσπαθήσει ν᾿ ἀποδείξω περιάγων εἰς μερικὰ ἀθηναϊκὰ κοπροχώρια τοὺς ἀναγνώστας τῆς «Ἑστίας».

Ἐ. Ροΐδης, 1896


Εμμανουήλ Ροίδης

Αι εξοχαί των Αθηνών

(αποσπάσματα)

...................................

Τὸ ὕδωρ ἀγοράζεται ἢ ἁρπάζεται ὑπὸ τῶν Ἀθηναίων, τὰ δὲ δάση κατατρώγουσιν οἱ αἶγες ἢ ἐρημοῦσιν αἱ ἀνὰ πᾶν ἔτος ἀναπτόμεναι πρὸς αὔξησιν τῆς βοσκησίμου ἐκτάσεως πυρκαϊαί, τῶν ὁποίων ἀδύνατον εἶναι νὰ εὑρεθῶσι καὶ νὰ τιμωρηθῶσιν οἱ πασίγνωστοι αὐτουργοί, διὰ τὸν λόγον ὅτι δὲν ἔχουν ψήφους τὰ δένδρα καὶ ἔχουν ψήφους οἱ αἰγοβοσκοί. Τὰ ἀνοσιουργήματα ταῦτα προκαλοῦσι μὲν παροδικὴν ἐξέγερσιν τοῦ τύπου, ἀλλὰ μετ᾿ ὀλίγον λησμονοῦνται, ὅπως καὶ τὰ κατὰ καιροὺς ἀνακύψαντα ἐκ τῆς λήθης σχέδια τῆς ἀειμνήστου βασιλίσσης Ἀμαλίας περὶ ἀναδασώσεως τοῦ Ὑμηττοῦ. Τὸ ἀληθὲς εἶναι ὅτι ὁ Ἕλλην δὲν συμπαθεῖ πρὸς τὰ φυτά, ἑξαιρουμένων τῶν προσοδοφόρων. Πολλοὶ τεχνοκρῖται κατηγόρησαν τοὺς ἀρχαίους ὡς ἀνικάνους νὰ αἰσθανθῶσι καὶ νὰ ὑμνήσωσι τὰ θέλγητρα τῆς φύσεως, ὅπως οἱ σήμερον ρομαντικοί. Τὴν μομφὴν ταύτην δύναται νὰ εὕρη ἄδικον ὁ ἀναγινώσκων τὸν Οἰδίποδα ἐπὶ Κολωνῷ ἢ τὸν Ἰππόλυτον Στεφανηφόρον, ὄχι ὅμως καὶ ὁ ἀποβλέπων εἰς τὴν παρὰ τῶν ἀπογόνων αὐτῶν ἀνοχὴν τῆς καταστροφῆς τῶν δασῶν καὶ τῆς μεταποιήσεως εἰς ἄσβεστον γραφικωτάτων λόφων τῶν Ἀθηνῶν. Παραπέμποντες ἤδη εἰς τὸν Βεδέκερ καὶ τὰ Ἑλληνικὰ τοῦ Ραγκαβῆ τοὺς ἐπιθυμοῦντας τοπογραφικὰς καὶ ἀρχαιολογικὰς εἰδήσεις περὶ τῶν περιχώρων τῶν Ἀθηνῶν, θέλομεν ἀρκεσθῆ νὰ εἴπωμεν ὀλίγα τινὰ μόνο περὶ ἐκείνων τὰ ὁποῖα θεωροῦμεν ἀξιώτερα προστασίας.

Εἰς εἴκοσι λεπτῶν ἀπόστασιν ἀπὸ τῆς πλατείας τῆς Ὁμονοίας εὑρίσκει τις παρὰ τὴν ὄχθην ἢ μᾶλλον παρὰ τὴν κοίτην τοῦ Κηφισσοῦ τὴν Κολοκυνθοῦν καὶ τὰ συνεχόμενα μετ᾿ αὐτῆς Σεπόλια. Ὁ Ραγκαβὴβ μέμφεται τὸν Στράφωνα ἐπὶ ἀνακριβείᾳ ὡς εἰπόντα ὅτι ὁ ποταμὸς οὗτος ξηραίνεται τὸ θέρος, ἐνῷ εἶναι ἀέναον τὸ ρεῖθρον αὐτοῦ. Ὅταν πρωτοῆλθα ὀλίγον πρὸ τῆς μεταπολιτεύσεως εἰς τὴν Ἑλλάδα, εὗρον ὅτι εἶχε δίκαιον ὁ Ραγκαβὴς καὶ ἄδικον ὁ Στράβων. Κατ᾿ οὐδεμίαν τότε ὥραν τοῦ ἔτους ἔλειπε τὸ ὕδωρ ἐκ τοῦ Κηφισσοῦ. Δὲν ἔτυχε μὲν νὰ προβῶ εἰς καταμετρήσεις πρὸς ἐξακρίβωσιν τοῦ βάθους αὐτοῦ, κάλλιστα ὅμως ἐνθυμοῦμαι ὅτι, ὅταν μὲν ἦτο ὀλίγον ἔβρεχε μέχρι μέσης κνήμης τοὺς πόδας τοῦ ἵππου μου, καὶ ὅταν ἦτο πολὺ ἔφθανε μέχρι τῶν ἰδικῶν μου καὶ πολλάκις ἔτυχε διερχόμενος τὰ Σεπόλια νὰ περιπλεχθῶ εἰς ἀδιέξοδον λαβύρινθον διασταυρουμένων ρυακίων. Ταῦτα εἶναι περασμένα μεγαλεῖα καὶ σήμερον ὁ πόταμος οὗτος εἶναι σχεδὸν πάντοτε ξηρός. Ἐν ἐλλείψει ὅμως ὕδατος ὑπάρχουσι δυὸ καλλιμάρμαραι γέφυραι πρὸς ὑπέρβασιν ρεύματος ἀνυπάρκτου.

Ἀλλὰ καὶ οὕτω δὲν ἀπώλεσαν, δὲ ἐμὲ τολάχιστον, ὅλα των τὰ θέλγητρα τὰ Σεπόλια. Ἡ ἀπομένουσα ὀλίγη ὑγρασία ἀρκεῖ νὰ καταστήσῃ τερπνότατον τὸν περίπατον παρὰ τὴν κοίτην τοῦ πρώην Κηφισσοῦ. Ἡ βλάστησις δὲν δύναται μὲν νὰ ὀνομασθῆ πλουσία, ἀλλὰ εἶναι ἀπαράμιλλος κατὰ τὴν ποικιλίαν. Ἂν ἦμην βοτανικὸς θὰ ἠδυνάμην πρὸς πίστωσιν τούτου νὰ παρατάξω τὰ ὀνόματα ποικίλων φιλύδρων ἀνθυλλίων, σπαρτίων καὶ σπαθοχόρτων, καὶ παρ᾿ αὐτοῖς παντοία εἴδη καρδάμων, ρόκας, ἐλελισφάκων καὶ βατομούρων. Ὀλίγον ἄνωθεν τῆς Κολοκυνθοῦς ἐκπλήσσει κάπως τὸν διαβάτην ἡ αἰφνιδία συνάντησις λιμνάζοντος νερομαζώματος. Τὸ ὕδωρ τοῦτο, τὸ ἀντανακλῶν φυλλώματα καὶ ἀναπαυόμενον ἐπὶ χορτοσκεποῦς κοίτης, φαίνεται τόσο πράσινον, ὥστε θὰ τὸ ὑπέθετε τις ἄποτον ἂν δὲν ἔβλεπε νὰ τὸ ροφῶσιν ἀπλήστως αἱ ἀγελάδες, αἱ φημιζόμεναι ὡς δειναὶ ὑδατογνώστριαι.

....................................

Ἐκ διαμέτρου ἀντίθετος εἶναι ὁ τύπος τῆς Καισαριανῆς, τῆς ποιητικωτάτης τῶν γειτόνων ἐξοχῶν. Αὕτη κεῖται εἰς μίαν καὶ ἡμίσειαν περίπου ὥραν πεζοπορίας ἀπὸ τῆς ὁδοῦ Κηφισσίας, εἰς ἱκανὸν ὕψος, ἐπὶ συδένδρου πλάτης τοῦ Ὑμηττοῦ. Τὸν κόπον τῶν ποδῶν ἀμείβει γενναίως ἡ ἐντρύφησις τῆς ὁράσεως εἰς θέαμα τοῦ ὁποίου αὐξάνουσι τὰ θέλγητρα ἐφ᾿ ὅσον τὶς ἀναβαίνει. Ἡ ἵδρυσις τῆς μονῆς ταύτης ἀνάγεται εἰς τὸν δέκατον πέμπτον αἰῶνα καὶ ἡ ὄψις αὐτῆς, ὡς πάντων τῶν μεσαιωνικῶν μοναστηρίων, μετέχει τῆς τοῦ φρουρίου. Ὅταν ἐπεσκέφθημεν αὐτὴν πρώτην φορὰν πρὸ τριακονταετίας, ἦτο μὲν ἤδη ἐν συνόλῳ ἠρειπωμένη, ἀλλ᾿ ἀπέμενεν ἀκόμη σειρὰ κελλίων κατοικησίμων καὶ κατοικημένων. Σήμερον ἠρειπώθησαν καὶ ταῦτα καὶ δὲν ἀπομένουν παρὰ ἄστεγοι τοῖχοι.

Οὐδ᾿ εἶναι μικροτέρα ἡ ζημία τῆς ἀραιώσεως τοῦ παρακειμένου δάσους, τοῦ ὁποίου ἀπέμειναν μόναι αἱ ἐλαίαι. Τὸ δάσος τοῦτο δὲν ἦτο μὲν ἐκτεταμένον, ἀλλ᾿ ἦτο τὸ μόνον ἐκ τῶν ὅσων εἶδον εἰς τὰ περίχωρα τῆς Ἀττικῆς τὸ παρέχον τὴν δυσεύρετον παρ᾿ ἡμῖν ἀπόλαυσιν περιπάτου ἢ ἀναπαύσεως ὑπὸ τὸν πράσινον θόλον ὑψηλῶν δένδρων. Πρὸς ἐκτίμησιν τοῦ μεγέθους τῆς ζημίας ἀρκεῖ τις ν᾿ ἀναλογισθῆ ὅτι χρήματα μόνο χρειάζονται πρὸς οἰκοδομὴν ἐντὸς δυὸ ἢ τριῶν ἐτῶν ὅσον δήποτε μεγαλοπρεποῦς λιθίνου θόλου, ἐνῷ ἀπαιτεῖται παρέλευσις ὁλοκλήρου αἰῶνος ὅπως ἀνέλθωσι τὰ δένδρα εἰς ὕψος ἱκανὸν νὰ σχηματίσωσι τοιοῦτον. Περὶ τούτου ὅμως ὀλίγον φροντίζουσιν οἱ μὴ διακρινομένοι βεβαίως ἐπὶ ἀλσοφιλίᾳ Ἀθηναῖοι.

Ἐ. Ροΐδης, 1896

Κυριακή 3 Ιανουαρίου 2010

έκαμαν οίστρο της ζωής τον φόβο του θανάτου...

Αθηναϊκό τοπίο & ζωγραφική


Γιάννης Σταύρου, Ακαδημία, λάδι σε καμβά

Κέντρο της Αθήνας.

Καλοκαιρινή ζέστη της νεότητας μας - δεν αναφερόμαστε στους σημερινούς καύσωνες...

Το ελληνικό φώς, οι έλληνες - με το βλέμμα του ποιητή...

Εις την Οδόν των Φιλελλήνων
Ανδρέας Εμπειρίκος

Mια μέρα που κατέβαινα στην οδόν των Φιλελλήνων, μαλάκωνε η άσφαλτος κάτω απ' τα πόδια και από τα δένδρα της πλατείας ηκούοντο τζιτζίκια, μέσ' στην καρδιά των Aθηνών, μέσ' στην καρδιά του θέρους.
Παρά την υψηλήν θερμοκρασίαν, η κίνησις ήτο ζωηρά. Aίφνης μία κηδεία πέρασε. Oπίσω της ακολουθούσαν πέντε-έξη αυτοκίνητα με μελανειμονούσας, και ενώ στα αυτιά μου έφθαναν ριπαί πνιγμένων θρήνων, για μια στιγμή η κίνησις διεκόπη. Tότε, μερικοί από μας (άγνωστοι μεταξύ μας μέσ' στο πλήθος) με άγχος κοιταχθήκαμε στα μάτια, ο ένας του άλλου προσπαθώντας την σκέψι να μαντεύση. Έπειτα, διαμιάς, ως μία επέλασις πυκνών κυμάτων, η κίνησις εξηκολούθησε.
Ήτο Iούλιος. Eις την οδόν διήρχοντο τα λεωφορεία, κατάμεστα από ιδρωμένον κόσμο ― από άνδρας λογής-λογής, κούρους λιγνούς και άρρενας βαρείς, μυστακοφόρους, από οικοκυράς χονδράς, ή σκελετώδεις, και από πολλάς νεάνιδας και μαθητρίας, εις των οποίων τους σφικτούς γλουτούς και τα σφύζοντα στήθη, πολλοί εκ των συνωθουμένων, ως ήτο φυσικόν, επάσχιζαν (όλοι φλεγόμενοι, όλοι στητοί ως Hρακλείς ροπαλοφόροι) να κάμουν με στόματα ανοικτά και μάτια ονειροπόλα, τας συνήθεις εις παρομοίους χώρους επαφάς, τας τόσον βαρυσημάντους και τελετουργικάς, άπαντες προσποιούμενοι ότι τυχαίως, ως εκ του συνωστισμού, εγίνοντο επί των σφαιρικών θελγήτρων των δεκτικών μαθητριών και κορασίδων αυταί αι σκόπιμοι και εκστατικοί μέσα εις τα οχήματα επαφαί - ψαύσεις, συνθλίψεις και προστρίψεις.
Nαι, ήτο Iούλιος· και όχι μόνον η οδός των Φιλελλήνων, μα και η Nτάπια του Mεσολογγιού και ο Mαραθών και οι Φαλλοί της Δήλου επάλλοντο σφύζοντες στο φως, όπως στου Mεξικού τας αυχμηράς εκτάσεις πάλλονται ευθυτενείς οι κάκτοι της ερήμου, στην μυστηριακή σιγή που περιβάλλει τας πυραμίδας των Aζτέκων.
Tο θερμόμετρον ανήρχετο συνεχώς. Δεν ήτο θάλπος, αλλά ζέστη - η ζέστη που την γεννά το κάθετο λιοπύρι. Kαι όμως, παρά τον καύσωνα και την γοργήν αναπνοήν των πνευστιώντων, παρά την διέλευσιν της νεκρικής πομπής προ ολίγου, κανείς διαβάτης δεν ησθάνετο βαρύς, ούτε εγώ, παρ' όλον ότι εφλέγετο ο δρόμος. Kάτι σαν τέττιξ ζωηρός μέσ' στην ψυχή μου, με ηνάγκαζε να προχωρώ, με βήμα ελαφρόν υψίσυχνον. Tα πάντα ήσαν τριγύρω μου εναργή, απτά και δια της οράσεως ακόμη, και όμως, συγχρόνως, σχεδόν εξαϋλούντο μέσα στον καύσωνα τα πάντα - οι άνθρωποι και τα κτίσματα - τόσον πολύ, που και η λύπη ακόμη ενίων τεθλιμμένων, λες και εξητμίζετο σχεδόν ολοσχερώς, υπό το ίσον φως.
Tότε εγώ, με ισχυρόν παλμόν καρδίας, σταμάτησα για μια στιγμή, ακίνητος μέσα στο πλήθος, ως άνθρωπος που δέχεται αποκάλυψιν ακαριαίαν, ή ως κάποιος που βλέπει να γίνεται μπροστά του ένα θαύμα και ανέκραξα κάθιδρως:
"Θεέ ! O καύσων αυτός χρειάζεται για να υπάρξη τέτοιο φως ! Tο φως αυτό χρειάζεται, μια μέρα για να γίνη μια δόξα κοινή, μια δόξα πανανθρώπινη, η δόξα των Eλλήνων, που πρώτοι, θαρρώ, αυτοί, στον κόσμον εδώ κάτω, έκαμαν οίστρο της ζωής τον φόβο του θανάτου".