ζωγράφοι, ελληνική τέχνη, θαλασσογραφίες, τοπία, ζωγραφική, λογοτεχνία, Έλληνες ζωγράφοι, σύγχρονη σκέψη, καράβια, τέχνη, σύγχρονοι ζωγράφοι, ποίηση, πορτρέτα, πίνακες ζωγραφικής, έργα ζωγραφικής, ελληνικά τοπία
t
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες
Κυριακή 4 Νοεμβρίου 2018
Αντρέι Βάιντα: Ο Ιππότης του αντισοβιετισμού και της ελευθερίας!
Λίγους μήνες πριν από το θάνατό του θα εκτελέσει το κύκνειο άσμα του, στην ηλικία των 90. AFTERIMAGE, 2016: σπαρακτική ελεγεία για τον ζωγράφο και γλύπτη Βλαντισλάβ Στρεμίνσκι που κατακρεουργήθηκε με τον πιο βάρβαρο και ανηλεή τρόπο από τον κόκκινο φασισμό και πέθανε στην κυριολεξία από την πείνα!
"Το Afterimage είναι το πορτρέτο ενός αδιάσπαστου ανθρώπου– ενός ανθρώπου βέβαιου για τις αποφάσεις που έχει πάρει."(Αντρέι Βάιντα).
Παρασκευή 12 Μαΐου 2017
ζητούντα τα καλά και τα συμφέροντα...
*
Ἐγέμισες ἀηδίας τὰς ψυχὰς ἡμῶν...
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Παρασκευή 13 Σεπτεμβρίου 2013
αν δεν έχω κάψει ό,τι λάτρεψα και λατρέψει ό,τι έχω κάψει...
Είναι της μοίρας μου να κάνω τον ολοκληρωμένο γύρο των δυνατών απόψεων πάνω σε όλα τα θέματα, να γνωρίσω διαδοχικά όλες τις προτιμήσεις και όλες τις απέχθειες, και να δέσω , να λύσω, να ξαναδέσω όλους αυτούς τους κόμπους που είναι γεγονότα μιας ζωής...
Δεν έχω πια ηλικία...
Κι αυτή η ζωή δεν θα είναι τελειωμένη, αν δεν έχω κάψει ό,τι λάτρεψα και λατρέψει ό,τι έχω κάψει.
Κυριακή 14 Ιουλίου 2013
Ὅπου καὶ νὰ ταξιδέψω ἡ Ἑλλάδα μὲ πληγώνει...
κι ἂν «ὁρῶμεν ἀνθοῦν πέλαγος Αἰγαῖον νεκροῖς»
εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ θέλησαν νὰ πιάσουν τὸ μεγάλο καράβι μὲ τὸ κολύμπι
ἐκεῖνοι ποὺ βαρέθηκαν νὰ περιμένουν τὰ καράβια ποὺ δὲν μποροῦν νὰ κινήσουν
τὴν ΕΛΣΗ τὴ ΣΑΜΟΘΡΑΚΗ τὸν ΑΜΒΡΑΚΙΚΟ.
Γιώργος Σεφέρης
Με τον τρόπο του Γ.Σ.
Ὅπου καὶ νὰ ταξιδέψω ἡ Ἑλλάδα μὲ πληγώνει
Στὸ Πήλιο μέσα στὶς καστανιὲς τὸ πουκάμισο τοῦ Κενταύρου
γλιστροῦσε μέσα στὰ φύλλα γιὰ νὰ τυλιχτεῖ στὸ κορμί μου
καθὼς ἀνέβαινα τὴν ἀνηφόρα κι ἡ θάλασσα μ᾿ ἀκολουθοῦσε
ἀνεβαίνοντας κι αὐτὴ σὰν τὸν ὑδράργυρο θερμομέτρου
ὡς ποὺ νὰ βροῦμε τὰ νερὰ τοῦ βουνοῦ.
Στὴ Σαντορίνη ἀγγίζοντας νησιὰ ποὺ βουλιάζαν
ἀκούγοντας νὰ παίζει ἕνα σουραύλι κάπου στὶς ἀλαφρόπετρες
μοῦ κάρφωσε τὸ χέρι στὴν κουπαστὴ
μιὰ σαΐτα τιναγμένη ξαφνικὰ
ἀπὸ τὰ πέρατα μιᾶς νιότης βασιλεμένης.
Στὶς Μυκῆνες σήκωσα τὶς μεγάλες πέτρες καὶ τοὺς θησαυροὺς τῶν Ἀτρειδῶν
καὶ πλάγιασα μαζί τους στὸ ξενοδοχεῖο τῆς «Ὡραίας Ἑλένης τοῦ Μενελάου»
χάθηκαν μόνο τὴν αὐγὴ ποὺ λάλησε ἡ Κασσάντρα
μ᾿ ἕναν κόκορα κρεμασμένο στὸ μαῦρο λαιμό της.
Στὶς Σπέτσες στὸν Πόρο καὶ στὴ Μύκονο
μὲ χτίκιασαν οἱ βαρκαρόλες.
Τί θέλουν ὅλοι αὐτοὶ ποὺ λένε
πὼς βρίσκουνται στὴν Ἀθήνα ἢ στὸν Πειραιά;
Ὁ ἕνας ἔρχεται ἀπὸ Σαλαμίνα καὶ ρωτάει τὸν ἄλλο μήπως «ἔρχεται ἐξ Ὁμονοίας»
«Ὄχι ἔρχομαι ἐκ Συντάγματος» ἀπαντᾶ κι εἶν᾿ εὐχαριστημένος
«βρῆκα τὸ Γιάννη καὶ μὲ κέρασε ἕνα παγωτό».
Στὸ μεταξὺ ἡ Ἑλλάδα ταξιδεύει
δὲν ξέρουμε τὴν πίκρα τοῦ λιμανιοῦ σὰν ταξιδεύουν ὅλα τὰ καράβια
περιγελᾶμε ἐκείνους ποὺ τὴ νιώθουν.
Παράξενος κόσμος ποὺ λέει πὼς βρίσκεται στὴν Ἀττικὴ
καὶ δὲ βρίσκεται πουθενὰ
ἀγοράζουν κουφέτα γιὰ νὰ παντρευτοῦνε
κρατοῦν «σωσίτριχα» φωτογραφίζουνται
ὁ ἄνθρωπος ποὺ εἶδα σήμερα καθισμένος σ᾿ ἕνα φόντο μὲ πιτσούνια καὶ μὲ λουλούδια
δέχουνταν τὸ χέρι τοῦ γέρο φωτογράφου νὰ τοῦ στρώνει τὶς ρυτίδες
ποὺ εἶχαν ἀφήσει στὸ πρόσωπό του
ὅλα τὰ πετεινὰ τ᾿ οὐρανοῦ.
Στὸ μεταξὺ ἡ Ἑλλάδα ταξιδεύει ὁλοένα ταξιδεύει
κι ἂν «ὁρῶμεν ἀνθοῦν πέλαγος Αἰγαῖον νεκροῖς»
εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ θέλησαν νὰ πιάσουν τὸ μεγάλο καράβι μὲ τὸ κολύμπι
ἐκεῖνοι ποὺ βαρέθηκαν νὰ περιμένουν τὰ καράβια ποὺ δὲν μποροῦν νὰ κινήσουν
τὴν ΕΛΣΗ τὴ ΣΑΜΟΘΡΑΚΗ τὸν ΑΜΒΡΑΚΙΚΟ.
Σφυρίζουν τὰ καράβια τώρα ποὺ βραδιάζει στὸν Πειραιὰ
σφυρίζουν ὁλοένα σφυρίζουν μὰ δὲν κουνιέται κανένας ἀργάτης
καμμιὰ ἁλυσίδα δὲν ἔλαμψε βρεμένη στὸ στερνὸ φῶς ποὺ βασιλεύει
ὁ καπετάνιος μένει μαρμαρωμένος μὲς στ᾿ ἄσπρα καὶ στὰ χρυσά.
Ὅπου καὶ νὰ ταξιδέψω ἡ Ἑλλάδα μὲ πληγώνει
παραπετάσματα βουνῶν ἀρχιπέλαγα γυμνοὶ γρανίτες...
τὸ καράβι ποὺ ταξιδεύει τὸ λένε ΑΓΩΝΙΑ 937.
Α/Π Αὐλίς, περιμένοντας νὰ ξεκινήσει Καλοκαίρι 1936
Τρίτη 12 Απριλίου 2011
Κι᾿ ἡ φύσις ηὗρε τὴν καλὴ καὶ τὴ γλυκιά της ὥρα...
Κι᾿ ἡ φύσις ηὗρε τὴν καλὴ καὶ τὴ γλυκιά της ὥρα...

Διονύσιος Σολωμός (1798-1857)
Διονύσιος Σολωμός
Ελεύθεροι Πολιορκημένοι
Σχεδίασμα Γ
ΙΙΙ.
Δὲν τοὺς βαραίν᾿ ὁ πόλεμος, ἀλλ᾿ ἔγινε πνοή τους,
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . κ᾿ ἐμπόδισμα δὲν εἶναι
στὲς κορασιὲς νὰ τραγουδοῦν, καὶ στὰ παιδιὰ νὰ παίζουν.
ΙV.
Ἀπὸ τὸ μαῦρο σύγνεφο κι᾿ ἀπὸ τὴ μαύρη πίσσα,
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Ἀλλ᾿ ἥλιος, ἀλλ᾿ ἀόρατος αἰθέρας κοσμοφόρος,
ἀπὸ τὸ μαῦρο σύγνεφο κι ἀπὸ τὴ μαύρη πίσσα,
ὁ στύλος φανερώνεται, μὲ κάτου μαζωμένα
τὰ παλληκάρια τὰ καλά, μ᾿ ἀπάνου τὴ σημαία,
ποὺ μουρμουρίζει καὶ μιλεῖ καὶ τὸ Σταυρὸν ἁπλώνει
παντόγυρα στὸν ὄμορφον ἀέρα τῆς ἀντρείας.
Κι ὁ οὐρανὸς καμάρωνε, κι ἡ γῆ χεροκροτοῦσε·
κάθε φωνὴ κινούμενη κατὰ τὸ φῶς μιλοῦσε,
κι ἐσκόρπα τὰ τρισεύγενα λουλούδια τῆς ἀγάπης:
«Ὄμορφη, πλούσια, κι ἄπαρτη, καὶ σεβαστή, κι᾿ ἁγία!»
V.
Ἀπὸ τὴν ἄπειρην ἐρμιὰ τὰ μάτια μαθημέναΧαμογελάσαν κι᾿ ἄστραψαν, κ᾿ εἶπαν τὰ μαῦρα χείλη:
«Παιδί, στὴν πόρτα χαίρεσαι μὲ τὴ βοή, ποὺ στέρνεις·
Μπροστά, λαγέ, στὸν κυνηγό, κατακαμπῆς καπνίζεις·
Γλάρε, στρειδόφλουντσα ξερνᾶς, ἀφρό, σαλιγκοκαύκι.»
Καὶ τώρα δά, τ᾿ ἀράθυμο πάτημ᾿ ἀργοπορώντας,
κατὰ τὸ κάστρο τὸ μικρὸ πάλε κοιτᾶ, καὶ σφίγγει,
σφίγγει στενὰ τὴ σπάθα του στὸ λαβωμένο στῆθος,
ποὺ μέσα ἀγρίκα τὴν ψυχὴ μεγάλη καὶ τὴ θλίψη.
VΙ.
Ο Πειρασμός
Ἒστησ᾿ ὁ Ἔρωτας χορὸ μὲ τὸν ξανθὸν Ἀπρίλη,
Κι᾿ ἡ φύσις ηὗρε τὴν καλὴ καὶ τὴ γλυκιά της ὥρα,
Καὶ μὲς στὴ σκιὰ ποὺ φούντωσε καὶ κλεῖ δροσιὲς καὶ μόσχους
Ἀνάκουστος κιλαϊδισμὸς καὶ λιποθυμισμένος.
Νερὰ καθάρια καὶ γλυκά, νερὰ χαριτωμένα,
Χύνονται μὲς στὴν ἄβυσσο τὴ μοσχοβολισμένη,
Καὶ παίρνουνε τὸ μόσχο της, κι᾿ ἀφήνουν τὴ δροσιά τους,
Κι᾿ οὖλα στὸν ἥλιο δείχνοντας τὰ πλούτια της πηγῆς τους,
Τρέχουν ἐδῶ, τρέχουν ἐκεῖ, καὶ κάνουν σὰν ἀηδόνια.
Ἔξ᾿ ἀναβρύζει κι᾿ ἡ ζωή, σ᾿ γῆ, σ᾿ οὐρανό, σὲ κύμα.
Ἀλλὰ στῆς λίμνης τὸ νερό, π᾿ ἀκίνητό ῾ναι κι ἄσπρο,
Ἀκίνητ᾿ ὅπου κι᾿ ἂν ἰδῆς, καὶ κάτασπρ᾿ ὡς τὸν πάτο,
Μὲ μικρὸν ἴσκιον ἄγνωρον ἔπαιξ᾿ ἡ πεταλούδα,
Ποῦ ῾χ᾿ εὐωδίσει τς ὕπνους της μέσα στὸν ἄγριο κρίνο.
Ἀλαφροΐσκιωτε καλέ, γιὰ πὲς ἀπόψε τί ῾δες·
Νύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια!
Χωρὶς ποσῶς γῆς, οὐρανὸς καὶ θάλασσα νὰ πνένε,
Οὐδ᾿ ὅσο κάν᾿ ἡ μέλισσα κοντὰ στὸ λουλουδάκι,
Γύρου σὲ κάτι ἀτάραχο π᾿ ἀσπρίζει μὲς στὴ λίμνη,
Μονάχο ἀνακατώθηκε τὸ στρογγυλὸ φεγγάρι,
Κι᾿ ὄμορφη βγαίνει κορασιὰ ντυμένη μὲ τὸ φῶς του.
VII.
Ἔρμα ῾ν᾿ τὰ μάτια, ποὺ καλεῖς, χρυσὲ ζωῆς ἀέρα.
Τρίτη 29 Μαρτίου 2011
ἄρχισε κι ἡ βροχή νά λιώνει τά μεσάνυχτα...
σάν πρόθεση ναυαγισμένη
κάτι μακρύ νά διηγηθεῖ...

Arnold Μac Gorter, Μετά τη βροχή (1866-1933)
Κική Δημουλά
Τα πάθη της βροχής
ἄλλη γραφή κι ἄλλην ἀνάγνωση
μοῦ ‘μαθε γιά τούς ἤχους.
Κι ὅλη τή νύχτα ἀκούω καί διαβάζω τή βροχή,
σίγμα πλάι σέ γιῶτα, γιῶτα κοντά στό σίγμα,
κρυστάλλινα ψηφία πού τσουγκρίζουν
καί μουρμουρίζουν ἕνα ἐσύ, ἐσύ, ἐσύ.
Κάθε σταγόνα κι ἕνα ἐσύ,
ὅλη τή νύχτα
ὁ ἴδιος παρεξηγημένος ἦχος,
ἀξημέρωτος ἦχος,
ἀξημέρωτη ἀνάγκη ἐσύ,
βραδύγλωσση βροχή,
σάν πρόθεση ναυαγισμένη
κάτι μακρύ νά διηγηθεῖ
καί λέει μόνο ἐσύ, ἐσύ,
νοσταλγία δισύλλαβη,
ἔνταση μονολεκτική,
τό ἕνα ἐσύ σά μνήμη,
τό ἄλλο σάν μομφή
καί σάν μοιρολατρία,
τόση βροχή γιά μιά ἀπουσία,
τόση ἀγρύπνια γιά μιά λέξη,
πολύ μέ ζάλισε ἀπόψε ἡ βροχή
μ’ αὐτή της τή μεροληψία
ὅλο ἐσύ, ἐσύ, ἐσύ,
σάν ὅλα τ’ ἄλλα νά ‘ναι ἀμελητέα
καί μόνο ἐσύ, ἐσύ.
Τετάρτη 16 Μαρτίου 2011
μαρτυρικὸ τεράστιο σύμβολο ὄλου τοῦ πόνου τοῦ πανάρχαιου...
τοῦ κόσμου, τωρινοῦ καὶ περασμένου,
μαρτυρικὸ τεράστιο σύμβολο ὄλου
τοῦ πόνου τοῦ πανάρχαιου...

Γιάννης Σταύρου, Άγγελος Σικελιανός, πορτρέτο
(μικτή τεχνική)
Άγγελος Σικελιανός
Ιερά οδός
Ἀπὸ τὴ νέα πληγὴ ποὺ μ᾿ ἄνοιξεν ἡ μοίρα
ἔμπαιν᾿ ὁ ἥλιος, θαρροῦσα, στὴν καρδιά μου
μὲ τόση ὁρμή, καθὼς βασίλευε, ὅπως
ἀπὸ ραγισματιὰν αἰφνίδια μπαίνει
τὸ κύμα σὲ καράβι π᾿ ὁλοένα
βουλιάζει.
Γιὰ ἐκεῖνο πιὰ τὸ δείλι,
σὰν ἄρρωστος, καιρό, ποὺ πρωτοβγαίνει
ν᾿ ἀρμέξει ζωὴ ἀπ᾿ τὸν ἔξω κόσμον, ἤμουν
περπατητὴς μοναχικὸς στὸ δρόμο
ποὺ ξεκινᾶ ἀπὸ τὴν Ἀθήνα κ᾿ ἔχει
σημάδι του ἱερὸ τὴν Ἐλευσίνα.
Τί ἦταν γιὰ μένα αὐτὸς ὁ δρόμος πάντα
σὰ δρόμος τῆς Ψυχῆς.
Φανερωμένος
μεγάλος ποταμός, κυλοῦσε ἐδῶθε
ἀργὰ συρμένα ἀπὸ τὰ βόδια ἁμάξια
γεμάτα ἀθεμωνιὲς ἢ ξύλα, κι ἄλλα
ἁμάξια, γοργὰ ποὺ προσπερνοῦσαν,
μὲ τοὺς ἀνθρώπους μέσα τοὺς σὰν ἴσκιους.
Μὰ παραπέρα, σὰ νὰ χάθη ὁ κόσμος
κ᾿ ἔμειν᾿ ἡ φύση μόνη, ὥρα κι ὥρα
μίαν ἡσυχία βασίλεψε. K᾿ ἡ πέτρα
π᾿ ἀντίκρισα σὲ μία ἄκρη ριζωμένη,
θρονί μου φάνη μοιραμένο μου ἦταν
ἀπ᾿ τοὺς αἰῶνες. K᾿ ἔπλεξα τὰ χέρια,
σὰν κάθισα, στὰ γόνατα, ξεχνώντας
ἂν κίνησα τὴ μέρα αὐτὴ ἢ ἂν πῆρα
αἰῶνες πίσω αὐτὸ τὸν ἴδιο δρόμο.
Μὰ νά· στὴν ἡσυχία αὐτή, ἀπ᾿ τὸ γύρο
τὸν κοντινό, προβάλανε τρεῖς ἴσκιοι.
Ἕνας Ἀτσίγγανος ἀγνάντια ἐρχόταν,
καὶ πίσωθέ του ἀκλούθααν, μ᾿ ἁλυσίδες
συρμένες, δυὸ ἀργοβάδιστες ἀρκοῦδες.
Καὶ νά· ὡς σὲ λίγο ζύγωσαν μπροστά μου
καὶ μ᾿ εἶδε ὁ Γύφτος, πρὶν καλὰ προφτάσω
νὰ τὸν κοιτάξω, τράβηξε ἀπ᾿ τὸν ὦμο
τὸ ντέφι καί, χτυπώντας το μὲ τό ῾να
χέρι, μὲ τ᾿ ἄλλον ἔσυρε μὲ βία
τὶς ἁλυσίδες. K᾿ οἱ δυὸ ἀρκοῦδες τότε
στὰ δυό τους σκώθηκαν, βαριά.
Ἡ μία,
(ἤτανε ἡ μάνα, φανερά), ἡ μεγάλη,
μὲ πλεχτὲς χάντρες ὅλο στολισμένο
τὸ μέτωπο γαλάζιες, κι ἀπὸ πάνω
μίαν ἄσπρη ἀβασκαντήρα, ἀνασηκώθη
ξάφνου τρανή, σὰν προαιώνιο νά ῾ταν
ξόανο Μεγάλης Θεᾶς, τῆς αἰώνιας Μάνας,
αὐτῆς τῆς ἴδιας ποὺ ἱερὰ θλιμμένη,
μὲ τὸν καιρὸν ὡς πῆρε ἀνθρώπινη ὄψη,
γιὰ τὸν καημὸ τῆς κόρης της λεγόνταν
Δήμητρα ἐδῶ, γιὰ τὸν καημὸ τοῦ γιοῦ της
πιὸ πέρα ἦταν Ἀλκμήνη ἢ Παναγία.
Καὶ τὸ μικρὸ στὸ πλάγι της ἀρκούδι,
σὰ μεγάλο παιχνίδι, σὰν ἀνίδεο
μικρὸ παιδί, ἀνασκώθηκε κ᾿ ἐκεῖνο
ὑπάκοο, μὴ μαντεύοντας ἀκόμα
τοῦ πόνου του τὸ μάκρος, καὶ τὴν πίκρα
τῆς σκλαβιᾶς, ποὺ καθρέφτιζεν ἡ μάνα
στὰ δυὸ πυρά της ποὺ τὸ κοίτααν μάτια!
Ἀλλ᾿ ὡς ἀπὸ τὸν κάματον ἐκείνη
ὀκνοῦσε νὰ χορέψει, ὁ Γύφτος, μ᾿ ἕνα
῾πιδέξιο τράβηγμα τῆς ἁλυσίδας
στοῦ μικροῦ τὸ ρουθούνι, ματωμένο
ἀκόμα ἀπ᾿ τὸ χαλκὰ ποὺ λίγες μέρες
φαινόνταν πὼς τοῦ τρύπησεν, αἰφνίδια
τὴν ἔκαμε, μουγκρίζοντας μὲ πόνο,
νὰ ὀρθώνεται ψηλά, πρὸς τὸ παιδί της
γυρνώντας τὸ κεφάλι, καὶ νὰ ὀρχιέται
ζωηρά.
K᾿ ἐγώ, ὡς ἐκοίταζα, τραβοῦσα
ἔξω ἀπ᾿ τὸ χρόνο, μακριὰ ἀπ᾿ τὸ χρόνο,
ἐλεύτερος ἀπὸ μορφὲς κλεισμένες
στὸν καιρό, ἀπὸ ἀγάλματα κ᾿ εἰκόνες·
ἤμουν ἔξω, ἤμουν ἔξω ἀπὸ τὸ χρόνο.
Μὰ μπροστά μου, ὀρθωμένη ἀπὸ τὴ βία
τοῦ χαλκὰ καὶ τῆς ἄμοιρης στοργῆς της,
δὲν ἔβλεπα ἄλλο ἀπ᾿ τὴν τρανὴν ἀρκούδα
μὲ τὶς γαλάζιες χάντρες στὸ κεφάλι,
μαρτυρικὸ τεράστιο σύμβολο ὅλου
τοῦ κόσμου, τωρινοῦ καὶ περασμένου,
μαρτυρικὸ τεράστιο σύμβολο ὄλου
τοῦ πόνου τοῦ πανάρχαιου, ὁπ᾿ ἀκόμα
δὲν τοῦ πληρώθη ἀπ᾿ τοὺς θνητοὺς αἰῶνες
ὁ φόρος τῆς ψυχῆς.
Τί ἐτούτη ἀκόμα
ἦταν κ᾿ εἶναι στὸν Ἅδη.
Καὶ σκυμμένο
τὸ κεφάλι μου κράτησα ὁλοένα,
καθὼς στὸ ντέφι μέσα ἔριχνα, σκλάβος
κ᾿ ἐγὼ τοῦ κόσμου, μιὰ δραχμή.
Μὰ ὡς, τέλος,
ὁ Ἀτσίγγανος ξεμάκρυνε, τραβώντας
ξανὰ τὶς δυὸ ἀργοβάδιστες ἀρκοῦδες,
καὶ χάθηκε στὸ μούχρωμα, ἡ καρδιά μου
μὲ σήκωσε νὰ ξαναπάρω πάλι
τὸ δρόμον ὁποὺ τέλειωνε στὰ ῾ρείπια
τοῦ Ἱεροῦ τῆς Ψυχῆς, στὴν Ἐλευσίνα.
K᾿ ἡ καρδιά μου, ὡς ἐβάδιζα, βογγοῦσε:
«Θά ῾ρτει τάχα ποτέ, θὲ νά ῾ρτει ἡ ὥρα
ποὺ ἡ ψυχὴ τῆς ἀρκούδας καὶ τοῦ Γύφτου,
κ᾿ ἡ ψυχή μου, ποὺ Μυημένη τηνὲ κράζω,
θὰ γιορτάσουν μαζί;»
Κι ὡς προχωροῦσα,
καὶ βράδιαζε, ξανάνιωσα ἀπ᾿ τὴν ἴδια
πληγή, ποὺ ἡ μοίρα μ᾿ ἄνοιξε, τὸ σκότος
νὰ μπαίνει ὁρμητικὰ μὲς στὴν καρδιά μου,
καθὼς ἀπὸ ραγισματιὰν αἰφνίδια μπαίνει
τὸ κύμα σὲ καράβι ποὺ ὁλοένα
βουλιάζει. Κι ὅμως τέτοια ὡς νὰ διψοῦσε
πλημμύραν ἡ καρδιά μου, σᾶ βυθίστη
ὡς νὰ πνίγηκε ἀκέρια στὰ σκοτάδια,
σὰ βυθίστηκε ἀκέρια στὰ σκοτάδια,
ἕνα μούρμουρο ἁπλώθη ἀπάνωθέ μου,
ἕνα μούρμουρο,
κ᾿ ἔμοιαζ᾿ ἔλλε:
«Θὰ ῾ρτει.»
(ἀπὸ τὸ Λυρικὸς Βίος, E´, Ἴκαρος 1968)
Κυριακή 10 Οκτωβρίου 2010
Σχόλια & ζωγράφοι, Έλληνες ζωγράφοι: φθινοπωρινά τοπία των ποιητών & των ζωγράφων...
Εποχή για ποίηση, ζωγραφική, σκέψεις...
Αναδεικύονται τα χρώματα, σκεπάζεται η ασχήμια, ηρεμεί η ψυχή...
Αρσένι Ταρκόφσκι
Τον τελευταίο μήνα του φθινοπώρου
Τον τελευταίο μήνα του φθινοπώρου,
στην παρακμή
μιας πικρής πολύ ζωής,
γεμάτος θλίψη
μπήκα
στο άφυλλο και ανώνυμο δάσος.
Ήταν ως την άκρη πλυμένο
με λευκό σαν γάλα
γυαλί ομίχλης.
Πάνω στα σταχτιά κλαριά
κύλησαν δάκρυα καθαρά
πού μόνο τα δέντρα στάζουν παραμονές
χειμώνα πού αποχρωματίζονται τα πάντα.
Και τότε έγινε θαύμα:
στο ηλιοβασίλεμα
αντιφέγγισε από το σύννεφο το γαλανό χρώμα,
και φωτεινή αχτίνα, δραπέτευσε σαν μέσα στον Ιούνιο
απ' τις μελλοντικές ημέρες στο παρελθόν μου.
Κι έκλαιγαν τα δέντρα στις παραμονές
των αγαθών έργων και των γιορταστικών γενναιοδωριών,
των ευτυχισμένων τρικυμιών πού στροβιλίζονται στο γαλάζιο,
κι έσυραν τα πετούμενα τον κυκλικό τους χορό,
καθώς τα χέρια πάνω στα πλήκτρα
πήγαιναν από το χώμα ως τις ψηλότερες νότες.
(μτφ Μαξίμ Κισιλιέρ - Λίνος Ιωαννίδης)
Πέμπτη 30 Σεπτεμβρίου 2010
Σχόλια & ζωγράφοι, Έλληνες ζωγράφοι: Θα μαζέψω μιαν αγκαλιά σπάρτα, κλωνάρια μυγδαλιάς, να ζεστάνω το μοναχικό σπίτι...
Σπύρος Τσακνιάς
Άλλοθι
Θα μαζέψω μιαν αγκαλιά σπάρτα, κλωνάρια μυγδαλιάς, να ζεστάνω το μοναχικό σπίτι, τ' άδειο δωμάτιο. Θα συμμαζέψω τα σκορπισμένα χαρτιά, θα πετάξω τ' αποτσίγαρα, θα συγυρίσω τ' ανάρμοστα όνειρα, τις ατίθασες μνήμες. Θα διώξω
τον ίσκιο που ρίχνουν οι λέξεις πάνω στα ποιήματα, τον ίσκιο που ρίχνουν τα ποιήματα πάνω στη δυστυχία, να μείνει ανόθευτο το βράδυ κι η γαλήνη του, κι ο πόνος, γυμνό μαχαίρι, ν' αστράφτει στο σκοτάδι. Όχι
δεν με τρομάζει το σκοτάδι. Νυχτοβατώ ανάμεσα σε πράγματα που ήταν κάποτε ανθρώπινα κι έγιναν φαντάσματα: ο σκυθρωπός καθρέφτης, η βαρύθυμη καρέκλα, τ' απαρηγόρητο σκαμνί, η απελπισμένη σιφονιέρα. Όχι
δεν προσπαθώ να σας γελάσω: Αν είναι να ζήσουμε δίχως αυταπάτες, πρέπει να συνηθίσουμε στο πολικό ψύχος ενός μοναχικού σπιτιού, ενός άδειου δωματίου. Γι' αυτό στρέφομαι στ' αγριολούλουδα, τα βότανα, τ' άνθη της σέρας, τα εξημερωμένα φυτά. Είναι κι αυτό ένα άλλοθι, ή μια ακόμη αυταπάτη,
- η τελευταία αυταπάτη. Μη με ρωτήσετε ποιος φταίει, δεν ξέρω ποιον να κατηγορήσω κι αν είναι σκόπιμο ν' αναζητούμε πάντα κάποιον ένοχο ή κάποιο εξιλαστήριο θύμα ή μήπως είναι απείρως προτιμότερο να ζούμε με την υποψία μιας απέραντης αθωότητας.
ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΠΟΛΥΧΩΡΟΣ ΠΟΛΥΕΔΡΟ
γράμματα-τέχνες
Ξαναδιαβάζοντας... συγγραφείς και κείμενα του 20 αιώνα
Σπύρος Τσακνιάς(1929-1999)
Ο Β’ κύκλος εκδηλώσεων
Ξαναδιαβάζοντας... συγγραφείς και κείμενα του 20 αιώνα
Σάββατο 2.10.2010
με αφιέρωμα στον Σπύρο Τσακνιά.
Παρουσιάζουν:
Δημήτρης Δασκαλόπουλος, ποιητής, βιβλιογράφος και κριτικός της λογοτεχνίας και Χριστόφορος Μηλιώνης, συγγραφέας.
Βιβλιοπωλείο - Πολυχώρος Πολύεδρο, Πάτρα
Είκοσι Έλληνες συγγραφείς του εικοστού αιώνα
Σημαντικά λογοτεχνικά κείμενα που προκάλεσαν ζωηρό ενδιαφέρον μικρές ή και μεγαλύτερες αναγνωστικές και καλλιτεχνικές συντροφιές, αλλά σήμερα βρίσκονται στις “παρυφές του ισχύοντος κανόνα”.
Ο κύκλος ομιλιών του ΠΟΛΥΕΔΡΟΥ εστιάζει σε κείμενα και συγγραφείς που είναι λίγο ή ελάχιστα γνωστά στο ευρύτερο κοινό για να μας θυμίσουν ότι η λογοτεχνία δεν είναι αναγκαστικά αναλώσιμη ύλη· Ότι η κριτική μας σκέψη οξύνεται όταν επιστρέφουμε στα αμνημείωτα δραστικά ίχνη του παρελθόντος · ότι η αναγνωστική απόλαυση βαθαίνει και ολοκληρώνεται όταν ξαναδιαβάζουμε…Ο Σπύρος Τσακνιάς γεννήθηκε το 1929 στη Λαμία. Φοίτησε στην Ανωτάτη Εμπορική και εργάστηκε για ένα διάστημα ως δημοσιογράφος. Στα γράμματα εμφανίστηκε στα μέσα της δεκαετίας του ΄50. Παράλληλα με το ποιητικό του έργο ασχολήθηκε με την κριτική. Κατά καιρούς είχε τακτικές στήλες βιβλιοκρισίας στα περιοδικά «Λέξη» και «γράμματα και τέχνες» και στις εφημερίδες «Το Βήμα» και « Τα Νέα». Πλούσιο και το μεταφραστικό του έργο που καλύπτει ποίηση, πεζογραφία και δοκίμιο. Πέθανε στην Αθήνα τον Μάιο του 1999.
Έργα του:
Εν Αυλίδι (ποίηση) 1976
Ιστορίες για τον Σέργιο (ποίηση) 1979
Ο κύκλος (ποίηση) 1982
Πτέρυξ χρονίων παθήσεων (ποίηση) 1983
Η βαλίτσα του ξένου (πεζογραφία) 1983
Δακτυλικά απωτυπώματα ( δοκίμιο) 1984
Ονειροσκόπιο (ποίηση) 1987
Χαμηλό βαρομετρικό (ποίηση) 1987
Ετερώνυμα (δοκίμιο) 1990
Επί τα ίχνη (δοκίμιο) 1992
Ορατότης μηδέν (ποίηση) 1993
A propos - Αναστοχασμοί και σχόλια (δοκίμιο) 2000
Πρόσωπα και μάσκες (δοκίμιο)
Τετάρτη 18 Αυγούστου 2010
Σχόλια & ζωγράφοι, ζωγραφική: Μια έρημος είναι το σπίτι της ψυχής του καθενός μας...

Γιάννης Σταύρου, Πλοία στο λιμάνι, λάδι σε καμβά
Οκτάβιο Πας
«Μια έρημος είναι το σπίτι της ψυχής του καθενός μας. Ο καθένας πρέπει να ανακαλύψει την έρημό του. Μόνο έτσι μπορεί να αντέξει το ανεξήγητο της ύπαρξής του. Και το ανεξήγητο πιάνει πολύ περισσότερο χώρο μέσα μας από όσο είναι δυνατόν να εξηγήσουμε!
Δυστυχώς η πιο σημαντική γνώση είναι η γνώση ότι το ανεξήγητο της ύπαρξης μας κάνει συγκεκριμένους, μας κάνει ανθρώπινες οντότητες! Επειδή η ψυχή έχει σκεπαστεί από το μυαλό στην εποχή μας, κυριαρχούν ο εθνικισμός και ο θρησκευτικός φανατισμός, που για μένα είναι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Ο άνθρωπος δεν έχει ανάγκη να πιστέψει σε έναν θεό, όταν έχει την ψυχή του σε εγρήγορση! Στον Θεό πιστεύουν όσοι χάνουν την ψυχή τους. Ο Θεός έρχεται να γεφυρώσει τον άνθρωπο που απώλεσε την ψυχή του με το άγνωστο, με το ανεξήγητο της ύπαρξης!».
Από συνέντευξη του Οκτάβιο Πας στον Θανάση Λάλλα, ΒΗΜΑ (26-4-1998)

Octavio Paz (1914-1998)
Ηλιόπετρα
(απόσπάσματα)
μια ιτιά κρυστάλλινη, μια υδρόεσσα λεύκα,
ένα ανεμοδαρμένο σιντριβάνι,
ένα δέντρο βαθύ που όμως χορεύει,
το πέρασμα ενός ποταμού που ελίσσεται,
μακραίνει, αναποδίζει, αλλάζει κοίτη
και πάντα εκβάλλει:
μία πορεία γαλήνια
άστρου ή άνοιξης που δεν επείγει,
νερό που με τα βλέφαρα κλεισμένα
όλη τη νύχτα μαντικό αναβλύζει,
μια ομόφωνη ροή κύμα το κύμα
ώσπου να κρύψει η τρικυμία τα πάντα,
μια πράσινη επικράτεια δίχως δύση
όπως η λάμψη η άγρια των φτερούγων
σαν ξεδιπλώνουν στ' ουρανού τη μέση,
μία πορεία ανάμεσα απ' τις λόχμες
των ημερών που θά 'ρθουν κι η μοιραία
λάμψη της δυστυχίας σαν τραγούδι
ενός πουλιού που απολιθώνει δάση
και κείνες οι ευτυχίες απ' το μέλλον
μες στα κλαδιά που ξεθωριάζουν,
ώρες φωτός που ήδη πουλιά ραμφίζουν,
οιωνοί που δραπετεύουν απ' τα χέρια,
μια παρουσία σαν έξαφνο τραγούδι,
σαν άνεμος που τραγουδά στις φλόγες,
δυο μάτια που τον κόσμο μετεωρίζουν
μ' όλα τα πέλαγα και τα βουνά του,
σώμα από φως που φίλτραρε ο αχάτης,
μηροί από φως, κοιλιά από φως, οι κόλποι,
οι βράχοι του ήλιου, ένα κορμί στο χρώμα
του σύννεφου, στο χρώμα άλτριας μέρας,
η ώρα σπινθηρίζει, παίρνει σώμα,
είναι ορατός στο σώμα σου ήδη ο κόσμος,
διάφανος μες στη διαφάνειά σου [...]
γραφή φωτιάς επάνω στον νεφρίτη,
άνασσα των φιδιών, σχισμή στον βράχο,
στήλη του ατμού, πηγή μέσ' απ' την πέτρα,
αυλή του φεγγαριού, αετοράχη,
σπέρμα γλυκάνισου, θανάτου αγκάθι
ελάχιστο που δίνει αθάνατα άλγη,
ποιμένισσα κοιλάδων υποβρύχιων,
επόπτρια μες στην κοιλάδα του Άδη,
λιάνα πιασμένη απ' τους γκρεμούς του ιλίγγου,
φυτό που αναρριχάται όλο φαρμάκι,
λουλούδι ανάστασης, ζωής σταφύλι,
κυρά της αστραπής και της φλογέρας,
βραγιά των γιασεμιών, στο τραύμα αλάτι,
μπουκέτο ρόδα στον τουφεκισμένο,
σελήνη της αγχόνης, χιόνι Αυγούστου,
γραφή θαλάσσης πάνω στον βασάλτη,
πάνω στην έρημο η γραφή του ανέμου,
μια διαθήκη του ήλιου, ρόδι, στάχυ,
όψη καμένη, καταφαγωμένη,
όψη εφηβική, κατατρεγμένη,
χρόνια φαντάσματα, κύκλιες ημέρες
που σ' ίδια αυλή οδηγούν, στον ίδιο τοίχο,
καίει η στιγμή, κι είναι μια όψη μόνο
οι όψεις οι διαδοχικές της φλόγας,
ένα όνομα όλα τα ονόματα είναι,
όλα τα πρόσωπα είναι ένα μόνο,
μονάχα μια στιγμή όλοι οι αιώνες,
και πάντα στους αιώνες των αιώνων
θα φράζουν του αύριο την οδό δυο μάτια,
τίποτα εμπρός μου, μια στιγμή μονάχα
ανακτημένη απόψε, ονειρεμένη
πέρ' απ' του ονείρου τις μεικτές εικόνες,
στ' όνειρο επάνω βίαια λαξεμένη,
απ' το μηδέν βγαλμένη αυτής της νύχτας,
με τα δικά μου χέρια αναστημένη
γράμμα το γράμμα, ενώ έξω επείγει ο χρόνος
και της ψυχής μου κρούει σκαιά τις πόρτες
ο κόσμος με ωράριο σαρκοβόρο
----------------------------
Από το βιβλίο: ΟΚΤΑΒΙΟ ΠΑΣ, Ηλιόπετρα,
μετάφραση-επίμετρο Κώστας Κουτσουρέλης,
δίγλωσση έκδοση, Μαΐστρος, Αθήνα 2007
Πηγή, Ιστότοπος Κώστα Κουτσουρέλη




