t


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες

Τετάρτη, 29 Απριλίου 2015

Το άρχειν ήδιστον...και η αναξιοκρατία σε όλο της το μεγαλείο...

Δεν υπάρχει τίποτε πιο άνισο από την ίση μεταχείριση των ανίσων...
Αριστοτέλης, 384 - 322 πΧ
Όταν είμασταν νέοι, κάναμε όνειρα ότι θα δημιουργήσουμε ένα τόσο απλό είδος διακυβέρνησης, που θα μπορεί να κυβερνήσει και μία μαγείρισσα...
Νάντια Βαλαβάνη, Υπουργός Οικονομικών, 2015 μΧ

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Γυαλιά με βιβλία, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Αριστοτέλης
Αποφθέγματα

Μάλλον φιλούσιν οι ποιήσαντες ευ τους παθόντας ή οι παθόντες ευ τους ποιήσαντας.
μτφρ: περισσότερο αγαπούν οι ευεργέτες τους ευεργετούμενους παρά οι ευεργετούμενοι τους ευεργέτες

Το κάλλος παντός επιστολίου συστατικώτερον.
μτφρ: η ομορφιά είναι η καλύτερη συστατική επιστολή

Ερωτηθείς τι έστιν ελπίς, « Εγρηγορότος, » είπεν, «ενύπνιον. »
μτφρ: Όταν ρωτήθηκε τι είναι ελπίδα; «Το όνειρο ενός ξύπνιου», είπε
(από τον Διογένη Λαέρτιο)


Απεκρίθη εκ παλαιοτέρου του βαρβάρου έθνεος το ελληνικόν εόν και δεξιώτερον και ευηθείης ηλιθίου απηλλαγμένον μάλλον.
μτφρ: Ξεχώρισε από παλιά το Ελληνικό έθνος από τους βαρβάρους όντας πιο ικανό και περισσότερο απαλλαγμένο από την ηλιθιότητα

Οι βάρβαροι δουλικώτεροι τα ήθη φύσει των Ελλήνων.
μτφρ: οι βάρβαροι είναι εκ φύσεως πιο δουλοπρεπείς από τους Έλληνες

Όμοια γάρ ως επί το πολύ τα μέλλοντα τοις γεγονόσι.
μτφρ: τα περισσότερα από αυτά που θα γίνουν στο μέλλον είναι ίδια μ’ αυτά που έχουν γίνει

Ο άνθρωπος είναι ον φύσει κοινωνικό και πολιτικό. Αυτός που μπορεί να ζήσει μακριά απ’ τις ανθρώπινες κοινωνίες είναι είτε θηρίο είτε θεός.

Είναι χαρακτηριστικό του καλλιεργημένου μυαλού να μπορεί να απολαύσει μια ιδέα χωρίς να την αποδεχθεί.

Οι μητέρες αγαπούν τα παιδιά τους πιο πολύ από τους πατεράδες. Κι αυτό, διότι πρώτον ο τοκετός είναι οδυνηρός, και δεύτερο, είναι σίγουρες ότι τα παιδιά που γέννησαν είναι δικά τους

Τα πράγματα που πρέπει να κάνεις, τα μαθαίνεις κάνοντάς τα.

Είναι χαρακτηριστικό του μεγαλόψυχου ανθρώπου να μη ζητάει χάρες, αλλά να είναι έτοιμος να κάνει το καλό στους άλλους.

Είμαστε όλοι φίλοι των ευτυχούντων, ενώ των δυστυχούντων δεν είναι φίλος ούτε ο πατέρας.

Συνήθως, την ισχυρότερη μνήμη την έχουν εκείνοι που είναι αργοί στην αντίληψη.

Όλες οι ανθρώπινες πράξεις έχουν ως αίτιο ένα από τα εξής επτά: τύχη, φύση, παρόρμηση, συνήθεια, λογική, πάθος, πόθο.

Ουκ εν τω πολλώ το ευ, αλλ’ εν τω ευ το πολύ.

Φιλία εστί μία ψυχή εν δυσί σώμασιν ενοικουμένη.

Τα αγαθά κόποις κτώνται.

Ουδείς φίλος ώ πολλοί φίλοι.

Εν τη προαιρέσει η μοχθηρία και το αδικείν.
μτφρ: η μοχθηρία και η αδικία υπάρχουν από πρόθεση [και όχι τυχαία ή κατά λάθος]

Η φύσις μηδέν μήτε ατελές ποιεί μήτε μάτην.

Η πενία πολλών εστιν ενδεής, η δ’ απληστία πάντων.
μτφρ: η φτώχεια είναι έλλειψη πολλών πραγμάτων και η απληστία όλων

Έξις δευτέρα φύσις.

Ακούσας υπό τινος λοιδορείσθαι, «Απόντα με,» έφη, «και μαστιγούτω.»
μτφρ: όταν άκουσε ότι κάποιος τον κορόιδευε, «όταν λείπω, μπορούν και να με μαστιγώσουν», είπε
(από τον Διογένη Λαέρτιο)


Άνευ των αναγκαίων αδύνατον και ζην και εύ ζην.

Το άρχειν ήδιστον.

Πάντες άνθρωποι φύσει ορέγονται του ειδέναι.

Ωσπερ σώμα στερηθέν ψυχής πίπτει, ούτω καί πόλις, μή όντων νόμων, καταλύεται.
μτφρ: Οπως το σώμα, όταν στερηθεί της ψυχής πεθαίνει, έτσι και η πόλη, όταν δεν υπάρχουν νόμοι, καταλύεται

Πόλεμος γαρ σχολείον αρετής εστί

Ο δε ψευδής λόγος γίνεται παρά το πρώτον ψεύδος.

Έστιν ουν τραγωδία μίμησις πράξεως σπουδαίας και τελείας, μέγεθος εχούσης, ηδυσμένω λόγω, δρώντων και ου δι’ απαγγελίας, δι’ ελέου και φόβου περαίνουσα την των τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν.

Τας ουσίας αι μικραί δαπάναι δαπανώσι.
μτφρ: τις περιουσίες οι μικρές δαπάνες τις εξαφανίζουν

Όλως το πλουτείν εστιν εν τω χρήσθαι και ουχί εν τω κεκτήσθαι.

Ανδρείος ο περί τον καλόν θάνατον αδεής.
μτφρ: ανδρείος είναι αυτός που δεν φοβάται τον τιμημένο θάνατο

Αδύνατον τον μηδέν πράττοντα πράττειν εύ.

Άνευ αιτίου ουδέν εστιν.

Το νυν εστι μεσότης τις.

Δει γαρ την μεν τέχνην χρήσθαι τοις οργάνοις, την δε ψυχήν τω σώματι.
μτφρ: πρέπει η τέχνη να χρησιμοποιεί όργανα και η ψυχή το σώμα

Όπου άμιλλα ενταύθα και νίκη εστί.

Η φύσις ουδέν ποιεί άλματα.

Η μεν εμπειρία τέχνην εποίησεν, η δ’ απειρία τύχην.

Άπας ό βίος των ανθρώπων φύσει και νόμοις διοικείται.

Νέος δ’ έμπειρος ουκ έστιν, πλήθος γαρ χρόνου ποιεί την εμπειρίαν.

Πόλις εστί κοινωνία πολιτών πολιτείας.

Ανοήτου ευδαίμονος ήθος πλούτου εστί.

Τα φυτά των ζώων ένεκέν εστι και τα ζώα των ανθρώπων χάριν.

Πολλαί μεταβολαί γίνονται και παντοίαι τύχαι κατά τον βίον.

Καματηρόν το άρχειν.

Υπεροχής επιθυμεί η νεότης, η δε νίκη υπεροχή τις.

Περί ουδέν των ανθρωπίνων έργων υπάρχει βεβαιότης.

Δεσπότης δούλου δείται και δούλος δεσπότου.

Τέλος πάσης ενεργείας εστί το κατά την έξιν.

Παιδία και θηρία διώκει τας ηδονάς.

Ουδείς γαρ ον φοβείται φιλεί.

Αι παροιμίαι παλαιάς εισίν φιλοσοφίας εγκαταλείμματα, περισωθέντα διά συντομίαν και δεξιότητα.

Δεν υπάρχει τίποτε πιο άνισο από την ίση μεταχείριση των ανίσων.

Άμιλλα είναι η τάση να φτάσει κανένας τον άλλον, που τον θαυμάζει, ή και να τον ξεπεράσει, χωρίς να αισθάνεται φθόνο, αν ο άλλος τον ξεπερνάει.

Κάθε εργασία επί πληρωμή αποσπά και φθείρει το μυαλό.

Κάλλιο τρελός με όλους παρά συνετός και μόνος.

Ερωτηθείς τι ποτ' αυτώ περιγέγονεν εκ φιλοσοφίας, έφη, «Το ανεπιτάκτως ποιείν ά τινες διά τον από των νόμων φόβον ποιούσιν.»
μετ : Αυτό που πέτυχα με τη φιλοσοφία, ήταν να κάνω με τη θέλησή μου αυτά που οι άλλοι τα κάνουν επειδή φοβούνται τους νόμους.
(από τον Διογένη Λαέρτιο)

Η οικογένεια είναι η ένωση που καθιερώθηκε από τη φύση για την εξυπηρέτηση των καθημερινών αναγκών του ανθρώπου.

Το όλον είναι μεγαλύτερο από το άθροισμα των μερών του.

Τρίτη, 28 Απριλίου 2015

Κατέβαινε το φως -μια ωχρή αγωνία...

Κι όταν το θάμπος άρχιζε να φθάνει
κι η νύχτα τ' αργά μάγια να κλώθει,
το φεγγάρι, παντού, σα φλόγα απλώθη...
Κι ήταν το βράδυ αυτό που 'χα πεθάνει...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Θεσσαλονίκη με φεγγάρι, λάδι σε καμβά

Ναπολέων Λαπαθιώτης
Κούραση

Εἶμαι τόσο κουρασμένος ἀπ᾿ τὰ λόγια τὰ ῾πωμένα
κι ἀπ᾿ τὰ λόγια ποὺ θὰ ποῦμε κι ἀπ᾿ τοὺς ἄλλους κι ἀπὸ μένα
κι ἀπ᾿ τὸ κάλεσμα τοῦ στίχου, μὲ τὸ μάταιο λυρισμό,
ποὺ ἡ ψυχή μου δὲν ἐλπίζει, παρὰ μόνο στὸ Λιμάνι
καὶ στὸ σάλπισμα τῆς Μοίρας, ποὺ μιὰ μέρα θὰ σημάνει
τὸν αἰώνιο Γυρισμό!

Τότε μόνο, λυτρωμένος ἀπ᾿ τῆς γῆς τὴν ἱστορία,
μέσ᾿ στῶν κόσμων καὶ τῶν ἄστρων τὴν ἀτέρμονη πορεία,
φῶς ἀνέσπερο, χυμένο σὲ μιὰν ἔξαλλη στροφή,
τὸ Τραγούδι τὸ Μεγάλο, ποὺ ποτὲ δὲν ἔχω γράψει,
τὸ στερνό μου τὸ Τραγούδι, σὰ μιὰ δόξα ποὺ θ᾿ ἀνάψει,
τότε μόνο θὰ γραφεῖ!

Βαθύ κι εξαίσιο βράδυ

Ἦταν ἕνα βαθὺ κι ἐξαίσιο βράδυ.
-Βράδυ λεπτὸ κι ἀσύλληπτο, Χιμαίρας!-
Ποτέ, τόσο πολύ, τέλος ἡμέρας,
δὲν εἶχε λάμψει τόσο, σὰ πετράδι...

Κατέβαινε τὸ φῶς -μιὰ ὠχρὴ ἀγωνία-,
σὲ κήπους, ὅλο βάλσαμα γιομάτους,
τ᾿ ἄνθη μεθοῦσαν ἀπὸ τ᾿ ἄρωμά τους,
μέσα σε μιὰν ἀνείπωτη ἁρμονία...

Δὲν εἶχε κἂν ὑπάρξει τέτοια δύση,
μήτε στὸ νοῦ τῶν πιὸ γλυκῶν ζωγράφων.
Ἀκόμα καὶ τὰ μάρμαρα τῶν τάφων,
μιὰ δόξα μυστικὰ τά ῾χε κερδίσει...

Κι ὅταν τὸ θάμπος ἄρχιζε νὰ φθάνει
κι ἡ νύχτα τ᾿ ἀργὰ μάγια νὰ κλώθει,
τὸ φεγγάρι, παντοῦ, σὰ φλόγα ἁπλώθη...
Κι ἦταν τὸ βράδυ αὐτὸ πού ῾χα πεθάνει...

Δευτέρα, 27 Απριλίου 2015

αγνοημένες λεπτομέρειες...

προσαρμόζοντάς το
στα όρια των αντοχών σου,
για το διαγραφόμενο θάνατο,
του γύρα σου
           από σένα
                      στημένου κόσμου...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Πεπρωμένο, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Ήρκος Ρ. Αποστολίδης
Ό,τι μπορείς...

Κάποτε, μια μέρα ξαφνικά,
συνειδητοποιείς πως μάταια πολεμάς για ό λ α·
ξεπερνάν τις δυνάμεις σου τα πράγματα, ξεφεύγουν...
Κ' εσύ παρακολουθείς, ολο΄΄ενα λιγώτερα μπορώντας...

Οι ενθουσιώδεις της νιότης σου αποφάσεις,
για κάτι εντελώς διαφορετικό απρόσβλητο,
εκπορευόμενο απ' τη δύναμή σου
και τις απόλυτες βεβαιότητες της ηλικίας σου,
χτυπιούνται, μιά-μιά, σιγά-σιγά,
κάπως σα δοκιμαστικά στην αρχή,
κ' έπειτα συστηματικά,
απ' όλες εκείνες τις αγνοημένες λεπτομέρειες,
που ορθώνονται γίγαντες μπροστά σου,
καταβάλλοντάς σε, κι αλλοιώνοντάς σε...

Θαρρούσες νίκες τα στοιχήματά σου,
ξεχνώντας τις μεγάλες, καραδοκούσες εκκρεμότητες...
Τις αναχωρήσεις, εκείνους κ' εκείνα
που θα χάνονταν ανεπιστρεπτί,
δείχνοντάς σου το σκοτεινό δρλομο
να στρώνεται μπροστά σου σταθερά...

Και τότε, αποφασίζεις αναδίπλωση·
παύεις να πιστεύης στην τόση τάχα σημασία
της όποιας επεκτατικής αγάπης σου·
μετριάζεις το θρασυμένο εγώ σου,
προσαρμόζοντάς το
στα όρια των αντοχών σου,
για το διαγραφόμενο θάνατο,
του γύρα σου
           από σένα
                      στημένου κόσμου...

(Ήρκος Ρ. Αποστολίδης, "Ούτε πενηνταεφτά", Εκδ. Τυπωθήτω, 2015)

Κυριακή, 26 Απριλίου 2015

το άσπρο χαρτί...

άνθη της πέτρας φυσιογνωμίες
που ήρθαν όταν κανένας δε μιλούσε και μου μίλησαν
που μ' άφησαν να τις αγγίξω ύστερ' απ' τη σιωπή
μέσα σε πεύκα σε πικροδάφνες και σε πλατάνια...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Άνθρωπος και δέντρο, λάδι σε καμβά

Σεφέρης Γιώργος
Θερινό Ηλιοστάσι

T' άσπρο χαρτί σκληρός καθρέφτης
επιστρέφει μόνο εκείνο που ήσουν.

T' άσπρο χαρτί μιλά με τη φωνή σου,
τη δική σου φωνή
όχι εκείνη που σ' αρέσει·
μουσική σου είναι η ζωή
αυτή που σπατάλησες.
Mπορεί να την ξανακερδίσεις αν το θέλεις
αν καρφωθείς σε τούτο τ' αδιάφορο πράγμα
που σε ρίχνει πίσω
εκεί που ξεκίνησες.

Tαξίδεψες, είδες πολλά φεγγάρια πολλούς ήλιους
άγγιξες νεκρούς και ζωντανούς
ένιωσες τον πόνο του παλικαριού
και το βογκητό της γυναίκας
την πίκρα του άγουρου παιδιού -
ό,τι ένιωσες σωριάζεται ανυπόστατο
αν δεν εμπιστευτείς τούτο το κενό.
Ίσως να βρεις εκεί ό,τι νόμισες χαμένο·
τη βλάστηση της νιότης, το δίκαιο καταποντισμό της ηλικίας.

Zωή σου είναι ό,τι έδωσες
τούτο το κενό είναι ό,τι έδωσες
το άσπρο χαρτί.

Άνθη της πέτρας


Άνθη της πέτρας μπροστά στην πράσινη θάλασσα
με φλέβες που μου θύμιζαν άλλες αγάπες
γυαλίζοντας στ' αργό ψιχάλισμα,
άνθη της πέτρας φυσιογνωμίες
που ήρθαν όταν κανένας δε μιλούσε και μου μίλησαν
που μ' άφησαν να τις αγγίξω ύστερ' απ' τη σιωπή
μέσα σε πεύκα σε πικροδάφνες και σε πλατάνια.

Σάββατο, 25 Απριλίου 2015

Είναι η εποχή της μεγάλης πτώσης;

Πλουτίζουμε μέσα στη σιωπή. Αναπτυσσόμαστε τρώγοντας τις σάρκες μας. Ακούμε τις κραυγές που βγάζουν τ' αγάλματα όταν πέφτουν. Δε νοσταλγούμε. Πεθαίνουμε περιμένοντας να ζήσουμε. Αρχίζουμε να παίζουμε (σ)το μεγάλο παιχνίδι της συνείδησης. Το καλοκαίρι... «Το καλοκαίρι φεύγει από πάνω μας/ Όπως φεύγει το αίμα απ' τον σκοτωμένο». Να υπάρξουμε... Ναι, να υπάρξουμε. Αλλά πώς; *

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Κυριακάτικος περίπατος, Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά

Μαρία Κέντρου - Αγαθοπούλου, 
Άνοιξη

Γιατί και γω να μη μπορώ να γράψω
Ένα ποίημα τρυφερό
Σήμερα που είναι τόσο ευήλιος ο καιρός

Προσπαθώ

Ακουμπώ στο ηλιόλουστο κάγκελο
Και ρεμβάζω

«Ω γλυκύ μου έαρ»
Κι αρχίζει να βρέχει πολύ

(Μητέρα δεν έρχεσαι στο σπίτι;)

Τραβώ τις κουρτίνες ως το λαιμό
Κι όλο: ενθάδε κείται
Ενθάδε κείται η Άνοιξη
«Γλυκύτατό μου τέκνο»
Νεκρό

Πτώση

...Είδα ένα άγαλμα να πέφτει
Μέσα στο λάκκο που έσκαψαν
Τα ίδια του τα πόδια βαθμηδόν
Απ' την πολλή ακινησία
Είπαν μερικοί
Ή το σαθρό του βάθρο
Από καθίζηση είπαν άλλοι
(Οι πιο ειδικοί)
Όμως εγώ κρατούσα το μυστικό
Εκείνης της εξήγησης
Και της αιτίας το βάρος κουβαλούσα
Μες του κρανίου μου την κρύπτη
Εκεί...
______________________________

Είναι η εποχή της μεγάλης πτώσης;
Ναι. Τα πιο ουσιώδη της ζωής έχουν εκπέσει. Μερικές φορές αναγκάζομαι να κάνω συγκρίσεις με το παρελθόν, αν και δεν είμαι νοσταλγός του παρελθόντος. Τότε βλέπω πόσο έχουν αλλάξει τα πράγματα, πόσο πτωτικά κινούνται όλα. Αν δεν έχεις προσωπικές αντιστάσεις, αν δεν πιστεύεις σε έναν δικό σου θεό, δε μπορεί παρά να αλλοτριωθείς και να πέσεις στη λούμπα. Όσο για το άγαλμα που αναφέρω στο ποίημα, όταν το έγραφα σκεφτόμουν ότι συχνά θεοποιούμε πρόσωπα και καταστάσεις. Αργότερα, βλέπουμε ότι επρόκειτο τελικά για κάτι ψεύτικο. Πρέπει να περιμένει κανείς το μέλλον για να διαπιστώσει αν άξιζε να πιστεύει σε κάτι. *
______________________________

Σαν παλιά λατέρνα

...Μια σκόνη καφέ σκούρα
Κάθεται πάνω στα ποιήματά μου
Και γω αισθάνομαι να παλιώνω
Ανεπανόρθωτα...


Ο μοτοσυκλετιστής

Τι ν' απόγινε άραγε
Εκείνος ο θορυβοποιός
Της νύχτας
Καβάλα στο μηχανικό του ζώο
Να κραδαίνει την άσφαλτο
Χωρίς φρένο
Να παίζει ώρα ύπνου
Με τις φρένες μας
Εδώ μέσα
Στο σακατεμένο κρανίο

Προχτές το μεσονύχτι
Που κοίταζα απ' το παράθυρό μου
Το νέο φεγγάρι
Άκουσα θόρυβο παράξενο
Να 'ρχεται από ψηλά
Και μου φάνηκε πως τον είδα
Ένας άγγελος πάνω σε μοτοσυκλέτα
Να διασχίζει τους δρόμους τ' ουρανού
Κι απ' το σπασμένο καθρεφτάκι του
Να με κοιτάζει περίλυπος

Βγάλε μου σε παρακαλώ
Μια ωραία φωτογραφία
Να τη στείλω στο κορίτσι μου
Έτσι απάνω στη μοτοσυκλέτα μου
Με το ένα χέρι στο χειρόφρενο
Το άλλο να σιάζει τα σγουρά μαλλιά μου
Θέλω να φαίνεται καλά
Το καινούργιο μου πέτσινο
Το σιδερένιο μου κράνος
Να διακρίνεται προπάντων
Ο ίλιγγος στο πρόσωπό μου
Και κείνο του θανάτου
Το αναπόφευκτο

* Από συνέντευξη της ποιήτριας Μαρίας Κέντρου-Αγαθοπούλου στο lifo.gr.

Παρασκευή, 24 Απριλίου 2015

νύφη και θύμα ενός φαντάσματος...

Διότι κανείς δεν δίνει φάρμακα στον δηλητηριαστή,
στον θαυματοποιό τα καλά σύνεργα, ή ένα τουφέκι
στον μελαγχολικό που πλήττει...


One should not give a poisoner medicine,
A conjurer fine apparatus, nor
A rifle to a melancholic bore... 


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Πευκοδάσος, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Ουίσταν Χιου Ώντεν
Οι προετοιμασίες

Εβδομάδες πριν από την έναρξη, όλα είχαν παραγγελθεί
στις καλύτερες του είδους– εταιρίες. Όργανα
που όλα τ’ αλλόκοτα φαινόμενα μετρούν
και προκαλούν κενώσεις, στα έντερα ή στην καρδιά.
Ένα ρολόι, ασφαλώς, το πέταγμα της ανυπόμονης ψυχής
να παρακολουθεί,
λάμπες για το σκοτάδι, σκίαστρα για τον ήλιο.
Επίσης, το προαίσθημα επέμεινε για  ένα όπλο
και για τις χάντρες τις πολύχρωμες, που μαλακώνουν
το μάτι των αγρίων.

Θεωρητικώς, η Πρόβλεψή τους ήτανε ορθή,
εάν, βεβαίως, προέκυπτε η κατάλληλη κατάσταση.
Ατυχώς, η κατάσταση αυτή ήταν ετούτων των ιδίων.

Διότι κανείς δεν δίνει φάρμακα στον δηλητηριαστή,
στον θαυματοποιό τα καλά σύνεργα, ή ένα τουφέκι
στον μελαγχολικό που πλήττει.

Wystan Hugh Auden
The Preparations

All had been ordered weeks before the start
From the best firms at such work: instruments
To take the measure of all queer events,
And drugs to move the bowels or the heart.

A watch, of course, to watch impatience fly,
Lamps for the dark and shades against the sun;
Foreboding, too, insisted on a gun,
And coloured beads to soothe a savage eye.

In theory they were sound on Expectation,
Had there been situations to be in;
Unluckily they were their situation:

One should not give a poisoner medicine,
A conjurer fine apparatus, nor
A rifle to a melancholic bore.

Ω, και ποιός να υμνήσει δύναται

Ω, και ποιός να υμνήσει δύναται
τον κόσμο των δικών του πεποιθήσεων;
Απερίσκεπτα παίζουν τα παιδιά
στου σπιτιού του γύρω τα λιβάδια.
Στα δάση του η αγάπη δεν γνωρίζει το άδικο,
οι ταξιδιώτες πορεύονται με τη συνήθη τους αταραξία,
και στου τάφου τη δροσερή σκιά
ηχούν, πλήρη εμπιστοσύνης, τα βήματα της ηλικίας.
Ω, και ποιος να ζωγραφίσει δύναται του δένδρου τη λαμπρότητα,
τη χλόη της φαντασίας;
Αλλ’ η δημιουργία και η φύλαξή τους
θα ‘ναι η μόνη του ανταμοιβή:
Και θ’ αγρυπνά και θα προσέχει, θα δακρύζει,
την αγάπη του πατέρα του θ’ αρνιέται,
στης μητέρας του τη μήτρα όλο θα χάνεται,
νύκτες οκτώ μέσα σε ύπνο ακόλαστο
κι ύστερα, τη νύκτα την ενάτη, θα γίνει αυτός
νύφη και θύμα ενός φαντάσματος,
κι εκεί, στο λάκκο πεταγμένος τον τρομακτικό,
μονάχος του θ’ αντέχει την οργή.

(μετ. Σπύρος Ηλιόπουλος)

Πέμπτη, 23 Απριλίου 2015

έχουν ξεχάσει να διαβάζουν...

κι όλα τα βουλιαγμένα καράβια βγήκαν
στον αφρό
κι ο καπετάνιος ζωντανός
κι οι ναύκληροι να χαμογελάνε...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Θερμαϊκός, λάδι σε καμβά

Μίλτος Σαχτούρης
Τα γράμματα

Θα πάψω πια να γράφω ποιήματα
έριξες το χρυσό σου δαχτυλίδι μες στη
θάλασσα
στην αμμουδιά με το νεκρό κρανίο
κι όλα τα βουλιαγμένα καράβια βγήκαν
στον αφρό
κι ο καπετάνιος ζωντανός
κι οι ναύκληροι να χαμογελάνε

είπα θα πάψω πια να γράφω ποιήματα

και στο παράθυρο του σπιτιού μου του προγονικού
ο πατέρας μου και η μητέρα μου
κουνάνε τα μαντίλια τους και χαιρετάνε

τα ποιήματά μου όμως δε μπόρεσαν να
τα διαβάσουν
έχουν ξεχάσει να διαβάζουν
λένε το κάπα άλφα και το δέλτα έψιλον

και συ μου είπες ψέματα
στον τόπο αυτό του κόκκινου γελαστού
κρανίου με ξεγέλασες
γι’ αυτό κι εγώ σε γέλασα
και με πιστέψατε

κατάρα με τις εφτά σκιές

πάντα θα γράφω ποιήματα

Ο στρατιώτης ποιητής

Δεν έχω γράψει ποιήματα
μέσα σε κρότους
μέσα σε κρότους
κύλησε η ζωή μου

Τη μιάν ημέρα έτρεμα
την άλλην ανατρίχιαζα
μέσα στο φόβο
μέσα στο φόβο
πέρασε η ζωή μου

Δεν έχω γράψει ποιήματα
δεν έχω γράψει ποιήματα
μόνο σταυρούς
σε μνήματα
καρφώνω

Τετάρτη, 22 Απριλίου 2015

η τύχη παίζει...

...στην τύχη μη βασίζεσαι πολύ.
Με αβέβαιη τύχη ο στόλος σου αρμενίζει
στ’ άπιστο κύμα· τι εύκολα, στοχάσου,
τα πλοία τα σπάει μιας τρικυμίας οργή!..


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Μαύρο καράβι, λάδι σε καμβά

Φρήντριχ Σίλλερ
Το δαχτυλίδι του Πολυκράτη

Στο ξώστεγο στεκόταν του σπιτιού του
και τη Σάμο, που τύραννός της ήταν,
την κοίταε με καμάρι και χαρά.
«Όλα όσα βλέπεις, όλα εγώ τα ορίζω,
παραδέξου πως είμαι ευτυχισμένος».
Έτσι λέει στον Αιγύπτιο βασιλιά.

«Σ’ ευνόησαν οι θεοί· ναι, αυτό είν’ αλήθεια·
εκείνους που ίσοι πρώτα ήταν μ’ εσένα
το σκήπτρο σου τους πιέζει δυνατό.
Αλλά ένας ζει που εκδίκηση διψάει·
όσο αγρυπνά του οχτρού σου αυτού το μάτι,
καλότυχο πώς θέλεις να σε πω;»

Ακόμα ο λόγος έστεκε του ρήγα
και να, σταλμένος απ’ τη Μίλητο, ένας
μαντατοφόρος φτάνει βιαστικά.
«Αφέντη», λέει στον τύραννο, «έλα βάλε
δάφνης χλωρό στεφάνι στο κεφάλι
και της θυσίας η κνίσα ας πάει ψηλά.

Ο οχτρός σου πάει, τον βρήκε το κοντάρι·
ο Πολύδωρος, ο άξιος στρατηγός σου,
με στέλνει εδώ, το νέο να φέρω αυτό...»
Και βγάζει από μια μαύρη ευθύς λεκάνη
ένα κεφάλι, ματωμένο ακόμα,
πολύ γνωστό, που τρόμαξαν κι οι δυο.

Με φρίκη κάνει πίσω ο ξένος ρήγας,
με ανήσυχη ματιά, και λέει: «Ωστόσο
στην τύχη μη βασίζεσαι πολύ.
Με αβέβαιη τύχη ο στόλος σου αρμενίζει
στ’ άπιστο κύμα· τι εύκολα, στοχάσου,
τα πλοία τα σπάει μιας τρικυμίας οργή!»

Το λόγο δεν προφταίνει ν’ αποσώσει·
χαράς φωνές κι αλαλαγμοί τον κόβουν,
που απ’ το λιμάνι φτάνουν ως εδώ.
Βαριά με ξένα πλούτια φορτωμένος
των πλοίων ο πολυκάταρτος ο λόγγος
στης πατρίδας γυρίζει το γιαλό.

Τ’ ακούει ο ξένος ρήγας και σαστίζει.
«Σήμερα η τύχη σου είναι στα καλά της,
μα η τύχη παίζει, έχε το νου σου εσύ.
Οι Κρητικοί, πρωτοτεχνίτες στα όπλα,
πολέμου σκιάχτρα αντίκρυ σου έχουν στήσει
κι είναι κοντά σε τούτο το νησί».

Το ’πε δεν το ’πε, κι απ’ τα πλοία τα πλήθη
χυμούν, φωνή χιλιόστομη αλαλάζει:
«Νίκη! Δε μας φοβίζουνε οι οχτροί·
ο πόλεμος πια τέλειωσε και πάει,
τα κρητικά που αρμένιζαν καράβια
τα σκόρπισε η φουρτούνα εδώ κι εκεί!»

Τ’ ακούει κι ανατριχιάζει ο ξένος φίλος:
«Σε κρίνω — πώς αλλιώς; — ευτυχισμένον,
μα τρέμω αν θα μπορέσεις να σωθείς.
Οι θεοί φθονούν, κι αυτό ’ναι που φοβούμαι·
ανόθευτη χαρά απ’ αυτούς στον κόσμο
ποτέ θνητός δεν έλαβε κανείς.

Κι εμένα σε καλό μου βγήκαν όλα,
σ’ όλες τις πράξεις που έκαμα ως μονάρχης
οι θεοί μ’ ευνόησαν, μα έναν ακριβό,
που ο κληρονόμος μου ήταν, μου τον πήραν,
τον είδα, ωιμέ, νεκρό· στην ευτυχία
το φόρο μου τον πλέρωσα κι εγώ.

Από κακό να φυλαχτείς αν θέλεις,
να δέεσαι στους αόρατους, και πόνο
να σου δίνουν μαζί με τη χαρά.
Δεν ξέρω εγώ θνητό που να του δώσαν
τα δώρα τους οι ουράνιοι απλόχερα όλα
και να ’χει φτάσει σε καλά στερνά.

Οι θεοί αν αυτή τη χάρη δε σου κάνουν,
τη συμφορά προκάλεσέ την ο ίδιος·
άκου με που σα φίλος σου μιλώ·
κι απ’ τ’ αγαθά σου αυτό που το ’χεις πρώτο
και την καρδιά σου πιότερο σου ευφραίνει
πάρ’ το και ρίχ’ το ο ίδιος στο γιαλό».

Τρομάζει αυτός. «Απ’ όλους του νησιού μου
τους θησαυρούς το δαχτυλίδι τούτο
είναι ό,τι εγώ λογιάζω πιο ακριβό.
Στις Ερινύες το δίνω κι ας σχωρέσουν
οι θεές την ευτυχία μου».
Και πετάει στη θάλασσα τ’ ωραίο διαμαντικό.

Πρωί πρωί την άλλη μέρα κιόλας
ένας ψαράς στον τύραννο πηγαίνει
τον Πολυκράτη με όψη γελαστή:
«Δέξου από μένα. αφέντη, αυτό το δώρο·
είν’ ένα ψάρι που έπιασα· άλλο τέτοιο
ποτέ σε δίχτυ δεν έχει πιαστεί».

Κι ο μάγερας, σαν άνοιξε το ψάρι,
έρχεται βιαστικός και σαστισμένος
και φωνάζει με βλέμμα εκστατικό:
«Αφέντη, μέσ’ στο ψάρι, στην κοιλιά του,
βρήκα το δαχτυλίδι σου, δεν έχει
σύνορα το καλό σου ριζικό».

Ο ξένος ρήγας τότε ανατριχιάζει.
«Στο σπίτι σου άλλο δεν μπορώ να μείνω
και φίλος μου πια να ’σαι δεν μπορείς.
Οι αθάνατοι ποθούνε το χαμό σου.
Φεύγω να μη χαθώ κι εγώ μαζί σου».
Έτσι είπε και στο πλοίο του μπήκε ευθύς.

(μετ. Θρασύβουλος Σταύρου)

Τρίτη, 21 Απριλίου 2015

Ο Μινώταυρος δεν αντιστάθηκε σχεδόν καθόλου...

 Ο πρωινός ήλιος άστραφτε πάνω στο μπρούντζινο σπαθί. Δεν είχε μείνει ούτε σταγόνα αίμα.
«Θα το πιστέψεις, Αριάδνη;» είπε ο Θησέας. «Ο Μινώταυρος δεν αντιστάθηκε σχεδόν καθόλου.»

http://yannisstavrou.blogspot.com
Ο Θησέας σκοτώνει τον Μινώταυρο, Αθηναϊκός Αμφορέας, αρχές του 5ου αιώνα πΧ

http://yannisstavrou.blogspot.com 

Χόρχε Λουίς Μπόρχες
Το σπίτι του Αστερίου

Borges Jorge Luis2Ξέρω πως με λένε φαντασμένο, ίσως και μισάνθρωπο, ίσως και τρελό. Οι κατηγορίες αυτές (που θα τις τιμωρήσω όταν έρθει η ώρα) είναι γελοίες. Μπορεί να είναι αλήθεια ότι δε βγαίνω από το σπίτι μου, αλήθεια είναι όμως και ότι οι πόρτες του (άπειρες τον αριθμό) είναι ανοιχτές μέρα και νύχτα τόσο για τους ανθρώπους όσο και για τα ζώα. Όποιος θέλει, μπαίνει. Δεν θα βρει εδώ γυναικείες πομπές ούτε τις αλλόκοτες τελετουργίες των ανακτόρων, θα βρει όμως γαλήνη και απομόνωση. Θα βρει ακόμα κι ένα σπίτι που είναι μοναδικό σ' όλη τη γη. (Ψεύδονται όσοι λένε πως στην Αίγυπτο υπάρχει ένα παρόμοιο.) Ακόμα κι οι συκοφάντες μου παραδέχονται πως σ' ολόκληρο το σπίτι δεν υπάρχει ούτε ένα έπιπλο. Άλλη γελοιότητα είναι το ότι τάχα εγώ, ο Αστέριος, είμαι φυλακισμένος. Να το ξαναπώ ότι δεν υπάρχει ούτε μία κλειδωμένη πόρτα; Να προσθέσω ότι δεν υπάρχει ούτε μία κλειδωνιά; Ένα σούρουπο μάλιστα, βγήκα στο δρόμο· κι αν γύρισα εδώ πριν πέσει η νύχτα, ήταν γιατί με φόβισαν τα πρόσωπα του πλήθους, πρόσωπα ξεθωριασμένα και πλατσουκωτά, σαν ανοιχτή παλάμη. Ο ήλιος είχε βασιλέψει πια, αλλά απ' το απελπισμένο κλάμα ενός παιδιού και τις ηλίθιες ικεσίες του όχλου, κατάλαβα πως μ' είχαν αναγνωρίσει. Ο κόσμος προσευχόταν, έφευγε μακριά, έπεφτε στα γόνατα· μερικοί σκαρφάλωσαν στον στυλοβάτη του Ναού των Λάβρεων άλλοι μάζευαν πέτρες. Κάποιος, αν δεν κάνω λάθος, έπεσε στη θάλασσα για να κρυφτεί. Δεν είναι τυχαίο που η μητέρα μου ήταν βασίλισσα: δεν μπορώ να συχνωτίζομαι με τον όχλο, αν και το ζητάει η ταπεινοφροσύνη μου.

Πάντως, είμαι μοναδικός. Δεν μ' ενδιαφέρει τι μπορεί να μεταδώσει ένας άνθρωπος στους άλλους· κι εγώ, σαν τον φιλόσοφο, είμαι της γνώμης ότι τίποτα δεν μπορεί να μεταδοθεί με την τέχνη της γραφής. Οι κοινότοπες και ενοχλητικές λεπτομέρειες δεν έχουν καμία θέση στο πνεύμα μου, που είναι πλασμένο για τα σπουδαία· ποτέ μου δεν κατάφερα να συγκρατήσω σε τι διαφέρει το ένα γράμμα από το άλλο. Κάποια γενναιόδωρη αδημονία δεν μου επέτρεψε να μάθω να διαβάζω. Καμιά φορά, μετανιώνω γι' αυτό, γιατί οι νύχτες και οι μέρες είναι μεγάλες.
Να διευκρινίσω ότι δε μου λείπουν οι διασκεδάσεις. Σαν το κριάρι που χιμάει να κερατίσει, διασχίζω τρέχοντας τις πέτρινες στοές, ώσπου να σωριαστώ στο χώμα, ζαλισμένος. Κρύβομαι πίσω από μια στέρνα ή στη στροφή ενός διαδρόμου και καμώνομαι ότι με κυνηγούν. Έχει κάτι εξώστες, απ' όπου αφήνομαι να πέφτω ώσπου να γεμίσω αίματα. Οποιαδήποτε στιγμή μπορώ να παίξω τον κοιμισμένο, κρατώντας τα μάτια μου κλειστά και βαριανασαίνοντας. (Κάπου κάπου κοιμάμαι στ' αλήθεια· κάπου κάπου ανοίγω τα μάτια μου, και το χρώμα της μέρας έχει αλλάξει.) Απ' όλα όμως τα παιχνίδια μου, αυτό που μ' αρέσει πιο πολύ είναι να παίζω τον άλλο Αστέριο. Κάνω πως με επισκέπτεται και πως του δείχνω το σπίτι. Όλο ευγένεια και φιλοφρονήσεις του λέω: Τώρα επιστρέφουμε στην προηγούμενη διασταύρωση ή Τώρα βγαίνουμε σε μια άλλη αυλή ή Καλά το φαντάστηκα πως θα σου άρεσε το φρεάτιο ή Κοίτα εδώ μια στέρνα που γέμισε άμμο ή Τώρα θα δεις πώς διακλαδώνεται το υπόγειο. Καμιά φορά κάνω λάθος, και τότε γελάμε κι οι δυο με την καρδιά μας.

Τα παιχνίδια αυτά δεν είναι το μόνο πράγμα που έχω κατεβάσει απ' το κεφάλι μου· μ' έχει απασχολήσει πολύ και το σπίτι. Όλοι οι χώροι του σπιτιού επαναλαμβάνονται πολλές φορές, και κάθε μέρος είναι άλλο μέρος. Δεν υπάρχει μία αυλή, ένα πηγάδι, μία ποτίστρα, ένα παχνί- υπάρχουν δεκατέσσερα [ = άπειρα] παχνιά, ποτίστρες, πηγάδια, αυλές. Το σπίτι είναι μεγάλο όσο και ο κόσμος· ή, μάλλον, είναι ο κόσμος. Να όμως που, για να 'χω εξαντλήσει τις αυλές με τα πηγάδια και τις κονισαλέες στοές από γκρίζα πέτρα, βγήκα μια μέρα στο δρόμο και είδα τον Ναό των Λάβρεων και τη θάλασσα. Αυτό δεν το 'χα καταλάβει, μέχρι που ήρθε ένα όραμα της νύχτας και μου αποκάλυψε ότι οι ναοί και οι θάλασσες είναι πάλι δεκατέσσερις [= άπειρες]. Τα πάντα είναι πολλές φορές, δεκατέσσερις φορές, υπάρχουν όμως και δυο πράγματα στον κόσμο που δείχνουν να είναι μόνο μια φορά: πάνω, ο δυσνόητος ήλιος· κάτω, ο Αστέριος. Μπορεί και να 'μαι εγώ που έπλασα τ' αστέρια και τον ήλιο και το θεόρατο σπίτι, μα τώρα δεν θυμάμαι τίποτα.

Κάθε εννιά χρόνια, έρχονται στο σπίτι εννιά άνθρωποι για να τους λυτρώσω απ' το κακό. Ακούω τα βήματα τους ή τις φωνές τους στα βάθη των πέτρινων στοών και τρέχω όλος χαρά να τους προϋπαντήσω. Η τελετή διαρκεί λίγα λεπτά. Ο ένας μετά τον άλλο σωριάζονται, χωρίς να λερώσω τα χέρια μου με αίμα. Εκεί που πέφτουν, εκεί μένουν, κι αυτό με βοηθάει να ξεχωρίζω τη μια στοά απ' την άλλη. Δεν ξέρω ποιοι είναι, ξέρω όμως πως ένας από δαύτους, την ώρα που ξεψυχούσε, προφήτεψε πως κάποτε θα 'ρχόταν κι ο δικός μου λυτρωτής. Από τότε, δεν με βαραίνει η μοναξιά, γιατί ξέρω ότι ο λυτρωτής μου ζει και μια μέρα θα προβάλει μέσ' από τη σκόνη. Αν η ακοή μου μπορούσε να συλλάβει όλους τους ψίθυρους στον κόσμο, θα ξεχώριζα τα βήματα του. Είθε να με πάει σε κάποιον χώρο με λιγότερες στοές και λιγότερες πόρτες. Πώς θα 'ναι ο λυτρωτής μου; αναρωτιέμαι. Θα 'ναι ταύρος ή άνθρωπος; Θα 'ναι μήπως ταύρος με ανθρώπινο κεφάλι; Ή θα 'ναι σαν κι εμένα;

Ο πρωινός ήλιος άστραφτε πάνω στο μπρούντζινο σπαθί. Δεν είχε μείνει ούτε σταγόνα αίμα.
«Θα το πιστέψεις, Αριάδνη;» είπε ο Θησέας. «Ο Μινώταυρος δεν αντιστάθηκε σχεδόν καθόλου.»

Δευτέρα, 20 Απριλίου 2015

Έφυγε και ο Απόλλωνας, εφύγαν κι οι Δρυάδες...

...και τα βουνά
με τις γαλήνιες γραμμές, Πεντέλες, Υμηττοί,
είναι σαν είδη για ξεσκόνισμα, τόσο βουτημένα
στις ανταύγειες της δύσπνοιας. Έφυγε και ο Απόλλωνας,
εφύγαν κι οι Δρυάδες, πάνε μακριά από την αναμμένη πέτρα...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Πλαγιά στον Υμηττό, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Τάκης Παπατσώνης
Μεγάλη αναμονή της επιούσης

Καμωμένος από πηλούς, από φθαρτές ουσίες
ο άνθρωπος, δεν έχει σταθερή ενατένιση, ούτε ομοιάζει
άνθρωπος προς άνθρωπο· σπουδαίες διαφορές τον κόσμο χωρίζουν.
Γι’ αυτό βλέπεις άλλον ν’ αρκείται στον κόσμο
που μοναχός του δημιουργεί, ενώ άλλος παρέκει
τα περιμένει έξωθεν όλα, είτε από τον πλησίον, είτε από τον ουρανό.
Πικρά λυπούμαι το αδύνατο τούτο μέρος των ανθρώπων.
Καμωμένοι δεν είναι όλοι να θαμπώνονται από κάθε στιγμή
της ημέρας ή της νύχτας, από κάθε δίπλα της δημιουργίας,
από κάθε αποσκίαση του βουνού, από κάθε τροπή του καιρού.
Γράφω για όσους δεν έχουν το κράτος να ξεδιαλύνουν
τα μεγαλεία των μικρών πραγμάτων και τα πολλά των ολίγων.
Γι’ αυτούς απομένει το μέγα θέλγητρο της αναμονής.
Γι’ αυτούς απομένει ο λαμπρός Ήλιος της Επιούσης.
Κάθε νύχτα περιμένουν. Περιμένουν το μέλλον της Ημέρας,
τρέφουν την ελπίδα που θα τους κομίσει το μέγα Απρόοπτο,
την αψηλή φαντασία, τη νέα σπουδή, το βαθύ πάθος,
ό,τι κάνει να σπαράζουνε επί καλού τους ή κακού τους οι ψυχές.
Φθάνει να τους κομίσει κάτι ογκώδες νέο, ας είναι τραγικό,
ας είναι αγαθό, μόνο η φριχτή ηρεμία να μην είναι πια,
η πραϋντική, η ηρεμία της βλακείας και της ανοστιάς.

Εν ώρα θερινή

Έχω αντικρύ μου τις δήθεν δροσιές αυτού του κήπου.
Πότε πια θα περάσει ο μπερδεμένος κόμπος των ζεστών ημερών.
Πότε πια θα περάσουμε τον κατάξερο κάβο των ζεστών ημερών.
Πιέζομαι να καταλάβω αυτό που λένε Θαύμα του Ήλιου.
Αυτό που λένε φως της Ελλάδας ή Απολλώνιαν Αίγλη,
ο μισός εαυτός μου μονάχα το νιώθει, ο άλλος μισός
το απωθεί. Άλλωστε με το να παρατραβά
ο κόμπος των ζεστών ημερών, έγινε μια σκονισμένη
μουντάδα όλος ο ουρανός· και τα βουνά
με τις γαλήνιες γραμμές, Πεντέλες, Υμηττοί,
είναι σαν είδη για ξεσκόνισμα, τόσο βουτημένα
στις ανταύγειες της δύσπνοιας. Έφυγε και ο Απόλλωνας,
εφύγαν κι οι Δρυάδες, πάνε μακριά από την αναμμένη πέτρα.

Η Πέτρα

Δίχως διάκριση εχτός, αχ, μιας, Θεέ μου. Της βαριάς,
της οξείας εκείνης Πέτρας, που έταξες μερικών ανθρώπων
να τους βαραίνει το στήθος τις νύχτες τόσο πολύ και ασφυχτικά,
τόσο απελπιστικά και ωραία. Που, αν πρόκειται να αποσειστεί ποτέ,
θα ’ναι για να την διαδεχτεί η διαρκής του τάφου.
Τόσο κυριαρχικά, τόσο έμμονα έχει στηθεί για πάντα.

Ο τριπρόσωπος μάγος

Τον ίλιγγο των στροβίλων σου, πόσο περίτεχνα
τον αποκρύβεις με την επίφαση της γαλήνης.
«Γαλήνια νύχτα» σε ονομάζουν, εσένα, του οίστρου
την προφυλακή. Κι όντως, στον άνθρωπο, που ενόσω ζει,
τον τρέφει η απατηλότητα των όσων φαινομένων
που του προσφέρνονται να τα ορμηνέψει
όπως του βολεί, παρέχεις, νύχτα, μεταξύ των άλλων
σωτήριων το πλέον σωτήριο, την επίφαση της γαλήνης σου.        

Κυριακή, 19 Απριλίου 2015

Έγραψα για σιωπές, για νύχτες, έδωσα λέξεις στ’ απερίγραπτο...

Το βράδυ, μια θύελλα  δάγκασε τον ουρανό.
Οι χυμοί των δένδρων στέγνωσαν σε αμμουδιές παρθένες,
και ο αέρας του Θεού  πάγωσε τις λίμνες 
Κλαίγοντας, αντίκρισα το χρυσό,
– να το γευτώ όμως αδύνατο... 


Un orage vint chasser le ciel. Au soir
L'eau des bois se perdait sur les sables vierges,
Le vent de Dieu jetait des glaçons aux mares ;
Pleurant, je voyais de l'or - et ne pus boire...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Λεύκες στον Λαγκαδά, λάδι σε καμβά

Αρθούρος Ρεμπώ
Μια εποχή στην κόλαση

Παραλήρημα
ΙΙ
Η Αλχημεία του Λόγου

(απόσπασμα)

Εφηύρα των φωνηέντων το χρωματολόγιο! Το Άλφα για το μαύρο, το Έψιλον για το λευκό, το Ιώτα για το κόκκινο, το Όμικρον για το κυανό, το Ύ(U)ψιλον για το πράσινο. Οριοθέτησα τη μορφή και την κίνηση κάθε συμφώνου, και, με ενστικτώδεις ρυθμούς, κολακεύτηκα με την ανακάλυψη μιας ποιητικής γλώσσας, που σήμερα ή αύριο, όλοι θ’ αναγνώριζαν. Και κράτησα για μένα τη μετάφραση της.

Αρχικά ήταν κάτι σαν έρευνα. Έγραψα για σιωπές, για νύχτες, έδωσα λέξεις στ’ απερίγραπτο, σταμάτησα την περιδίνηση.
*
Πολύ πιο μακριά κι απ΄ τα πουλιά, τις αγέλες και τις χωριατοπούλες
Τι να’ πια άραγε, στα ρείκια που γονάτισα
με ιτιές άγουρες τριγυρισμένος
καταμεσής  μιας πράσινης και χλιαρής απογευματινής ομίχλης; 

Τι θα μπορούσα να ρουφήξω  απ’ το νεαρό πουλί
-Φτελιές δίχως φωνή, λιβάδια δίχως άνθους, συννεφιασμένος ουρανός!
Να μεθύσω με τούτες τις κιτρινισμένες κολοκύθες,
μακριά απ΄ την καλύβα Αγάπη μου;
Λίγο χρυσό πιοτό σε κάνει να ιδρώνεις. 
Ως πανδοχείου έμοιαζα φτηνό σημάδι
-Το βράδυ, μια θύελλα  δάγκασε τον ουρανό.
Οι χυμοί των δένδρων στέγνωσαν σε αμμουδιές παρθένες,
και ο αέρας του Θεού  πάγωσε τις λίμνες 
Κλαίγοντας, αντίκρισα το χρυσό,
– να το γευτώ όμως αδύνατο. 

Τέσσερις, ξημερώνοντας καλοκαίρι,
κι η απουσία της αγάπης παρατείνεται.
Κάτω από θάμνους αναθυμιάζει
τ’ άρωμα γιορτινής νυχτός. 

Εκεί πέρα, στη θεόρατη ξυλαποθήκη
Με τον ήλιο των Εσπερίδων,
Ξεμπράτσωτοι πιάνουν δουλειά οι ξυλοκόποι. 

Και στις βαλτώδεις έρημους τους, ήσυχα,
ανεκτίμητης αξίας  φατνώματα κατασκευάζουν
όπου η πόλη ουρανούς ψεύτικους θα ζωγραφίσει. 

Ω  τούτοι οι  εργάτες,
θελκτικοί Σκλάβοι Βαβυλώνιου Βασιλέα,
Αφροδίτη! Άσε για μια στιγμή τους εραστές
που’ χουν ψυχές στεφανωμένες. 

Βασίλισσα των ποιμένων με τ’ ακριβότερο ποτό
ξεδίψασε τους γρήγορα,
που τώρα αναπαύονται
καρτερώντας να βουτηχτούν στη θάλασσα καταμεσήμερο.   
*
Το παλιομοδίτικο στυλ ποίησης έπαιξε πάντα έναν σημαντικό ρόλο στην αλχημεία του λόγου μου.

Εθίστηκα στις στοιχειώδεις παραισθήσεις:  Θα μπορούσα ξεκάθαρα να διακρίνω ένα μουσουλμανικό τέμενος αντί ενός εργοστασίου, μία ορδή αγγέλων τυμπανιστών, άμαξες με άλογα στα μονοπάτια τ’ ουρανού, ένα ατελιέ στο βυθό μιας λίμνης· σημεία και τέρατα. Ο τίτλος μίας επιθεώρησης με γέμισε δε δέος.

Και έτσι εξήγησα τις μαγικές σοφιστείες μου μεταγράφοντας τις λέξεις σε οράματα!

Τελικά, άρχισα να θεωρώ την αναταραχή του μυαλού μου ως ιερό πράγμα. Αδρανούσα χτυπημένος από ένα τυραννικό πυρετό: Φθόνησα την ευδαιμονία των ζώων – κάμπιες, οι οποίες απεικονίζουν την αθωότητα της αγέννητης ψυχής, τυφλοπόντικες, ο λήθαργος της παρθενίας!

(μετ. Γιάννης Αντιόχου)

Arthur Rimbaud
Une saison en enfer

Délires
II
Alchimie du Verbe


J'inventai la couleur des voyelles ! - A noir, E blanc, I rouge, O bleu, U vert. - Je réglai la forme et le mouvement de chaque consonne, et, avec des rythmes instinctifs, je me flattai d'inventer un verbe poétique accessible, un jour ou l'autre, à tous les sens. Je réservais la traduction.

Ce fut d'abord une étude. J'écrivais des silences, des nuits, je notais l'inexprimable. Je fixais des vertiges.
*
Loin des oiseaux, des troupeaux, des villageoises,
Que buvais-je, à genoux dans cette bruyère
Entourée de tendres bois de noisetiers,
Dans un brouillard d'après-midi tiède et vert ?

Que pouvais-je boire dans cette jeune Oise,
- Ormeaux sans voix, gazon sans fleurs, ciel couvert ! -
Boire à ces gourdes jaunes, loin de ma case
Chérie? Quelque liqueur d'or qui fait suer.

Je faisais une louche enseigne d'auberge.
- Un orage vint chasser le ciel. Au soir
L'eau des bois se perdait sur les sables vierges,
Le vent de Dieu jetait des glaçons aux mares ;

Pleurant, je voyais de l'or - et ne pus boire. -

À quatre heures du matin, l'été,
Le sommeil d'amour dure encore.
Sous les bocages s'évapore
L'odeur du soir fêté.
Là-bas, dans leur vaste chantier,
Au soleil des Hespérides,
Déjà s'agitent - en bras de chemise -
Les Charpentiers.

Dans leurs Déserts de mousse, tranquilles,
Ils préparent les lambris précieux
Où la ville
Peindra de faux cieux

O, pour ces Ouvriers charmants
Sujets d'un roi de Babylone,
Vénus ! quitte un instant les Amants
Dont l'âme est en couronne.

O Reine des Bergers,
Porte aux travailleurs l'eau-de-vie,
Que leurs forces soient en paix
En attendant le bain dans la mer à midi
*
La vieillerie poétique avait une bonne part dans mon alchimie du verbe.

Je m'habituai à l'hallucination simple : je voyais très franchement une mosquée à la place d'une usine, une école de tambours faite par des anges, des calèches sur les routes du ciel, un salon au fond d'un lac ; les monstres, les mystères ; un titre de vaudeville dressait des épouvantes devant moi.

Puis j'expliquai mes sophismes magiques avec l'hallucination des mots !

Je finis par trouver sacré le désordre de mon esprit. J'étais oisif, en proie à une lourde fièvre : j'enviais la félicité des bêtes, - les chenilles, qui représentent l'innocence des limbes, les taupes, le sommeil de la virginité !

Σάββατο, 18 Απριλίου 2015

οι λέξεις είναι ότι μού απόμεινε...

Δεν θα σταθώ ξανά στην αμμουδιά
μήτε θα νιώσω στην ακτή σου
έτσι όπως ένιωσα ξυπόλυτο παιδί,
ή να σε δώ να κυματίζεις στο άγγιγμα τ’ανέμου...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Εκδρομή, λάδι σε καμβά

Ούγκο Φώσκολος
Ύμνος στη Ζάκυνθο

Από μικρός στους μητρικούς μου λόφους
ελάτρεψα την θείαν Αφροδίτη.

Ζάκυνθος, χαίρε. Στις ακτές του Αδρία,
στη στερνή κατοικία των Εφεστίων
θεών και των προγόνων μου, θ’ αφήσω
τα τραγούδια μου και τα κόκαλα μου,
και σ’ εσέ μοναχά τους στοχασμούς μου,
γιατί όποιος την πατρίδα του ξεχάσει
μήτε στα θεία δεν ομιλεί με σέβας.

Ζάκυνθος, ιερή χώρα. Στους λόφους
ήσαν ναοί, και στα ισκιερά της δάση
η λατρεία της Άρτεμης και οι ύμνοι
στον ένοχο Λαομέδοντα, πριν μάθει
ο Ποσειδώνας στο Ίλιο πώς να στήσει
τους φημισμένους πύργους του πολέμου.

Η Ζάκυνθος είν’ όμορφη. Της δίνουν
θησαυρούς μύριους τ’ αγγλικά καράβια,
κι από ψηλά της στέλνει ο αιώνιος ήλιος
τις ζωογόνες αχτίδες του. Κι ο Δίας
τα διάφανα σύγνεφα της χαρίζει.

Κι έχει τους πυκνοφύτευτους ελαιώνες,
τους αμπελόφυτους του Βάκχου κάμπους,
και την υγεία τη ρόδινη σκορπίζει
αύρα γλυκιά που μυρωμένη πνέει
από κήπους ανθών κι αιώνιων κέδρων.

(μετ. Μαρίνος Σιγούρος)

Στη Ζάκυνθο

Δεν θα σταθώ ξανά στην αμμουδιά
μήτε θα νιώσω στην ακτή σου
έτσι όπως ένιωσα ξυπόλυτο παιδί,
ή να σε δώ να κυματίζεις στο άγγιγμα τ’ανέμου
της θαλασσόγενης Θεάς. Ήσουν το νησί
που η Αφροδίτη έκανε με το πρώτο της χαμόγελο,
Η Ζάκυνθος, την στιγμή που γεννήθηκε.
Κανένα τραγούδι τον πολύφυλλο ουρανό σου δεν αγκάλιασε,
ούτε κι’ αυτού που την καταιγίδα την θανατερή τραγούδησε
και πώς ο Οδυσσέας ξεπέρασε τις κακοτυχίες του
και ανδρείος και φημισμένος, γύρισε τελικά στο σπίτι του.

Μερικοί δεν θα επιστρέψουν πίσω: Κι’ εγώ επίσης
παλεύοντας την μοίρα μου, εξόριστος είμαι
από τη πατρίδα. Ω, εσύ μητρώα γη μου,
οι λέξεις είναι ότι μού απόμεινε πια να σου στείλω.

Ugo Foscolo

A Zacinto

Né più mai toccherò le sacre sponde
ove il mio corpo fanciulletto giacque,
Zacinto mia, che te specchi nell'onde
del greco mar da cui vergine nacque
Venere, e fea quelle isole feconde
col suo primo sorriso, onde non tacque
le tue limpide nubi e le tue fronde
l'inclito verso di colui che l'acque
cantò fatali, ed il diverso esiglio
per cui bello di fama e di sventura
baciò la sua petrosa Itaca Ulisse.
Tu non altro che il canto avrai del figlio,
o materna mia terra; a noi prescrisse
il fato illacrimata sepoltura.

Παρασκευή, 17 Απριλίου 2015

κοπήκανε οι φωνές μου...

Ο ρυθμός μου ολοένα τραγουδάει
πως το όνειρο έσβησε για πάντα
Και μες στο αχνό το βράδυ
μαθαίνει η καρδιά μου
την τραγωδία τη φθινοπωρινή
που τα δέντρα αργοστάζουν...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Δυο πράσινα μήλα, λάδι σε καμβα

Φεντερίκο Γκαρσία Λόρκα
Γη

Προχωρούμε
πάνω σ’έναν καθρέφτη
δίχως ασήμι
πάνω σ’ένα κρύσταλλο
δίχως σύννεφα.
Αν οι ίριδες γεννιόνταν
στην ανάστροφη όψη
αν τα ρόδα γεννιόνταν
στην ανάστροφη όψη
αν όλες οι ρίζες
κοιτούσαν τ’ αστέρια
κι ο νεκρός δεν έκλεινε τα μάτια του
θα γινόμασταν σαν κύκνοι.

(μετ.Βαρβιτσιώτη)


Βγαίνει το φεγγάρι

Όταν βγαίνει το φεγγάρι
οι καμπάνες χάνονται
κι εμφανίζονται τ’ απρόσβατα
τα μονοπάτια

Όταν βγαίνει το φεγγάρι
η θάλασσα σκεπάζει τη γη
κι η καρδιά αισθάνεται νησί
καταμεσίς του απείρου

Κανείς δεν τρώει πορτοκάλια
κάτω απ’ την πανσέληνο
Πρέπει να φας
πράσινα φρούτα και παγωμένα

Όταν βγαίνει το φεγγάρι
με τα εκατό όμοια πρόσωπα
το αργυρό νόμισμα
κλαίει στην τσέπη

(μετ. Καππάτου)

Άλλο τραγούδι

Έσβησε τ’ όνειρο για πάντα!
Στη βροχερή τη νύχτα
μαθαίνει η καρδιά μου
την τραγωδία τη φθινοπωρινή
που τα δέντρα αργοστάζουν

Και μες στη γλυκειά θλίψη
του τοπίου που πεθαίνει
κοπήκανε οι φωνές μου
Έσβησε το όνειρο για πάντα.
Για πάντα!Θεέ μου!
Κι όλο πέφτει το χιόνι
στον έρημο κάμπο
της ζωής μου,
κι η πλάνη
που πάει μακρυά,φοβάται
μην παγώσει ή μην χαθεί

Πώς μου λέει το νερό
πως το όνειρο έσβησε για πάντα!
Είναι τ’ όνειρο απέραντο;
Η ομίχλη το κρατάει
κι η ομίχλη δεν είν’ άλλο
παρά η κούραση μόνο του χιονιού.

Ο ρυθμός μου ολοένα τραγουδάει
πως το όνειρο έσβησε για πάντα
Και μες στο αχνό το βράδυ
μαθαίνει η καρδιά μου
την τραγωδία τη φθινοπωρινή
που τα δέντρα αργοστάζουν.

Πέμπτη, 16 Απριλίου 2015

Είναι δυνατόν να δίνεις αξία στη ζωή, μέσα σε μια πλάση που το πνεύμα έχει πεθάνει;

Όταν κάνουμε τη δουλειά μας σκεφτόμενοι ότι μπορεί να πεθάνουμε την επόμενη στιγμή, δεν μπορεί παρά να τη δούμε να πλημμυρίζει ξαφνικά από νόημα και ζωή...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Δύση στον Θερμαϊκό, λάδι σε καμβά

Γιούκιο Μίσιμα
Η ηθική των σαμουράι στη σύγχρονη Ιαπωνία
(αποσπάσματα, Εκδ. Ερατώ, μετ. Γιώργος Βλάχος)

...Σήμερα απλώς δεν θέλουμε να μιλάμε για το θάνατο. Δεν θέλουμε να αντλήσουμε απ' αυτόν τα ωφέλιμα στοιχεία του και να τα εντάξουμε στην καθημερινότητά μας. Προσπαθούμε συνεχώς να κατευθύνουμε το βλέμμα μας προς ένα φωτεινό ορόσημο, την εξωτερική επιφάνεια, τη ζωή και αγωνιζόμαστε μη μας ξεφύγει κάτι που να δείχνει τη δύναμη με την οποία ο θάνατος τρώει σιγά σιγά τη ζωή μας. Πρόκειται για μια διαδικασία με την οποία ο εκλογικευμένος ανθρωπισμός μας, ενώ επιτελεί αδιάκοπα το έργο του στρέφοντας τα μάτια του σύγχρονου ανθρώπου προς τη λαμπρότητα της ελευθερίας και της προόδου, σπρώχνει ταυτόχρονα το ζήτημα του θανάτου από το επίπεδο της συνείδησης όλο και βαθύτερα μέσα στο υποσυνείδητο, μετατρέποντάς το έτσι σε μια ακόμα πιο επικίνδυνη, εκρηκτική, εσωστρεφή παρόρμηση. Αγνοούμε ότι το να επαναφέρουμε το θάνατο στο επίπεδο της συνείδησης αποτελεί ένα σημαντικό στοιχείο διανοητικής υγείας.

Ο καθημερινός στοχασμός του θανάτου είναι το ίδιο ακριβώς με την επικέντρωση στη ζωή. Όταν κάνουμε τη δουλειά μας σκεφτόμενοι ότι μπορεί να πεθάνουμε την επόμενη στιγμή, δεν μπορεί παρά να τη δούμε να πλημμυρίζει ξαφνικά από νόημα και ζωή.

Η ασχολία των σαμουράι ήταν ο θάνατος. Ασχέτως τού πόσο ειρηνική ήταν η εποχή, ο θάνατος ήταν το υπέρτατο κίνητρό τους, κι αν έστω και μια στιγμή έδειχναν φόβο και δισταγμό μπροστά του, εκείνη ακριβώς τη στιγμή έπαυαν να είναι σαμουράι.

Είτε συλλογιστούμε τον φυσικό θάνατο είτε, από την άλλη, όπως κάνει το Χαγκακούρε, το θάνατο στη μάχη ή ακόμα και την αυτοκτονία - ως την κατάλληλη ολοκλήρωση της πορείας ενός ανθρώπου προς την τελείωση - μου φαίνεται ότι δεν υπάρχει και μεγάλη διαφορά. Το γεγονός ότι κάποιος είναι προορισμένος για άνθρωπος της πράξης, δεν αλλάζει ούτε αλαφραίνει με οποιονδήποτε τρόπο τον φυσικό νόμο που λέει ότι όλα τα ανθρώπινα όντα υφίστανται το πέρασμα του χρόνου. "Ένα δίλημμα μεταξύ ζωής και θανάτου λύσε το απλά, διαλέγοντας αμέσως το θάνατο".

Βλέπουμε την Ιαπωνία να γλεντοκοπά βυθισμένη σε ευμάρεια και να κολυμπάει στο χρήμα και στην πνευματική της κενότητα. Είναι δυνατόν να δίνεις αξία στη ζωή, μέσα σε μια πλάση που το πνεύμα έχει πεθάνει; Ζήτω ο αυτοκράτορας! Νομίζω ότι ούτε καν με προσέχουν...

Ο Ναός του Χρυσού Περιπτέρου
(αποσπάσματα, Εκδ. Καστανιώτη, μετ. Λήδα Παλλάντιου)

...Kαθόμουν μπροστά στο γραφείο μου, στον δεύτερο όροφο του σπιτιού, και αγνάντευα τους λόφους. Οι ηλιαχτίδες της δύσης έκαναν τα νιόβγαλτα φύλλα να λαμπυρίζουν στις πλαγιές και είχα την αίσθηση πως μια χρυσή οθόνη είχε ξεδιπλωθεί καταμεσής των αγρών. Τούτη η θέα μου έφερνε πάντα στον νου τον Χρυσό Ναό. Μόλο που έτυχε πολλές φορές να δω σε φωτογραφίες τον πραγματικό Χρυσό Ναό, δέσποζε πάντα μέσα μου η εικόνα του Χρυσού Ναού των αφηγήσεων του Πατέρα. Ο Πατέρας δεν μου είχε πει ποτέ ότι ο πραγματικός Χρυσός Ναός ανάδινε μαλαματένιες λάμψεις, ή κάτι παρόμοιο. Κι όμως, σύμφωνα με τα λεγόμενά του, τίποτε πάνω σε αυτή τη Γη δεν του παράβγαινε σε ομορφιά. Τα γράμματα με τα οποία γραφόταν το όνομα του Ναού, ακόμη και ο ήχος αυτής της λέξης, του έδιναν κάτι το μυθικό που χαράχτηκε ανεξίτηλα μες στην καρδιά μου. Όταν έβλεπα τους αγρούς μακριά να λαμποκοπούν στον ήλιο, ήμουν σίγουρος ότι ήταν ο χρυσαφένιος ίσκιος του αόρατου ναού. Το πέρασμα Γιοσιζάκα, όριο ανάμεσα στην Επαρχία Φουκούι και στη δική μας, εκείνη του Κιότο, βρίσκεται α- κριβώς στα ανατολικά. Ο ήλιος ανατέλλει κατευθείαν πάνω από το βουνό. Παρότι η σημερινή πόλη του Κιότο βρίσκεται στην ακριβώς αντίθετη πλευρά, συνήθιζα να βλέπω τον Χρυσό Ναό να ξεπροβάλλει ραδινός ανάμεσα στις πρώτες ηλιαχτίδες και να υψώνεται μέσ' από τις πτυχώσεις των ανατολικών εκείνων λόφων. Κοντολογίς, ο ναός μού επισήμαινε παντού την παρουσία του. Εκεί που δεν τον έφτανε η ματιά, γινόταν ένα με τη θάλασσα. Γιατί, παρότι ο κόλπος του Μαϊζούρου βρίσκεται μόνο τριάμισι μίλια δυτικά του χωριού Σιρακού, οι λόφοι έστεκαν εμπόδιο στη θέα του νερού. Κάτι σαν προαίσθημα πλανιόταν...

...Σκεφτόμουν ακόμη τον επιχρυσωμένο χάλκινο φοίνικα που στεφάνωνε τη στέγη του Χρυσού Ναού μένοντας χρόνο με τον χρόνο εκτεθειμένος στα στοιχεία της φύσης. Το μυστη- ριώδες χρυσό πουλί δεν έκραξε ποτέ το αχνοξημέρωμα, μήτε άνοιξε ποτέ τα φτερά του - πράγματι, λες κι είχε ολότελα ξεχάσει πως ήταν πουλί. Κι όμως, δεν ήταν αλήθεια πως δεν πετούσε. Αν άλλα πουλιά πετούν στον αέρα, ο χρυσός φοίνικας πετούσε αιώνια μέσα στον χρόνο με τα λαμπερά φτερά του. Ο χρόνος έπληξε τούτα τα φτερά. Τα έπληξε και άλλαξε πορεία. Και ο φοίνικας, έτοιμος να πετάξει, στάθηκε ασάλευτος, με ορθωμένες τις φτερούγες του και μια σπίθα οργής στα μάτια, σείοντας την ουρά του και απλώνοντας με γενναιότητα τα μεγαλόπρεπα χρυσά του πόδια. Ενώ έκανα παρόμοιες σκέαρεις, ο Χρυσός Ναός φάνταζε στα μάτια μου σαν όμορφο καράβι που διασχίζει τη θάλασσα του χρόνου...

Τετάρτη, 15 Απριλίου 2015

Μα πού ’ναι τα χιόνια τ’ αλλοτινά;

Ηχώ απαλή, σκιά σε λίμνη, τρόμοι
των φύλλων, ροδοσύννεφα πρωινά,
η εμορφιά τους δεν έδυσεν ακόμη.
Μα πού ’ναι τα χιόνια τ’ αλλοτινά;..


Echo, parlant quant bruit on mène
Dessus rivière ou sur étang,
Qui beauté eut trop plus qu'humaine ?
Mais où sont les neiges d'antan ?..


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Στο δάσος με τις κουτσουπιές, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Φρανσουά Βιγιόν
Μπαλάντα των Κυριών του παλιού καιρού

Πέστε μου πού, σε ποιο μέρος της γης,
είναι η Φλώρα, η ωραία από τη Ρώμη,
η Αλκιβιάδα, κι ύστερα η Θαΐς,
η ξαδέλφη της με τη χρυσή κόμη;
Ηχώ απαλή, σκιά σε λίμνη, τρόμοι
των φύλλων, ροδοσύννεφα πρωινά,
η εμορφιά τους δεν έδυσεν ακόμη.
Μα πού ’ναι τα χιόνια τ’ αλλοτινά;

Πού ’ναι η αγνή και φρόνιμη Ελοΐς;
Γι’ αυτήν είχε τότε καλογερέψει
ο Πέτρος Αμπαγιάρ. Άλλος κανείς
όμοια στον έρωτα δε θα δουλέψει.
Κι η βασίλισσα που έκαμε τη σκέψη
κι έριξε στο Σηκουάνα, αληθινά,
το σοφό Μπουριντάν για να μουσκέψει;
Μα πού ’ναι τα χιόνια τ’ αλλοτινά;

Η ρήγισσα Λευκή, ρόδον αυγής,
με τη φωνή της τη γλυκά ακουσμένη,
η Βέρθα, η Βεατρίκη, η Αρεμβουργίς
του Μαίν, η Σπαρτιάτισσα η Ελένη,
κι η καλή Ιωάννα από τη Λορραίνη,
όλες ανοίξεως όνειρα τερπνά,
η ανάμνησή τους ζωηρή απομένει.
Μα πού ναι τα χιόνια τ’ αλλοτινά;

Πρίγκιψ, αν τις αναζητείτε τώρα,
τάχα θα τις έβρετε πουθενά,
τάχα θα υπάρχουν σε καμιά χώρα;
Μα πού ’ναι τα χιόνια τ’ αλλοτινά;

(μετ. Κώστας Καρυωτάκης)

François Villon  
Ballade des Dames du temps jadis

Dites-moi où, n'en quel pays,
Est Flora la belle Romaine,
Archipiades, ne Thaïs,
Qui fut sa cousine germaine,
Echo, parlant quant bruit on mène
Dessus rivière ou sur étang,
Qui beauté eut trop plus qu'humaine ?
Mais où sont les neiges d'antan ?

Où est la très sage Héloïs,
Pour qui fut châtré et puis moine
Pierre Esbaillart à Saint-Denis ?
Pour son amour eut cette essoine.
Semblablement, où est la roine
Qui commanda que Buridan
Fût jeté en un sac en Seine ?
Mais où sont les neiges d'antan ?

La roine Blanche comme un lis
Qui chantait à voix de sirène,
Berthe au grand pied, Bietrix, Aliz,
Haramburgis qui tint le Maine,
Et Jeanne, la bonne Lorraine
Qu'Anglais brûlèrent à Rouen ;
Où sont-ils, où, Vierge souvraine ?
Mais où sont les neiges d'antan ?

Prince, n'enquerrez de semaine
Où elles sont, ni de cet an,
Que ce refrain ne vous remaine :
Mais où sont les neiges d'antan ?

Τρίτη, 14 Απριλίου 2015

Όχι όχι τέλειωσε δεν υπάρχει σωτηρία...

Σε σκοτεινά δωμάτια κλεισμένοι
δεν ξέρουν αν θα πεθάνουν
παραμονεύουν
με μαύρες μάσκες και βαριά τηλεσκόπια
με τ' άστρα στην τσέπη τους βρωμισμένα με ψίχουλα...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Καληνύχτα, λάδι σε καμβά

Μίλτος Σαχτούρης
Ο σωτήρας

Μετρώ στα δάχτυλα των κομμένων χεριών μου
τις ώρες που πλανιέμαι στα δώματα αυτά τ' ανέμου
δεν έχω άλλα χέρια αγάπη μου κι οι πόρτες
δε θέλουνε να κλείσουν κι οι σκύλοι είναι ανένδοτοι

Με τα γυμνά μου πόδια βουτηγμένα στα βρώμια αυτά νερά
με τη γυμνή καρδιά μου αναζητώ (όχι για μένα)
ένα γαλανό παράθυρο
πώς χτίσανε τόσα δωμάτια τόσα βιβλία τραγικά
δίχως μιά χαραμάδα φως
δίχως μιά αναπνοή οξυγόνου
για τον άρρωστο αναγνώστη

Αφού κάθε δωμάτιο είναι και μιά ανοιχτή πληγή
πώς να κατέβω πάλι σκάλες που θρυμματίζονται
ανάμεσα απ' το βούρκο πάλι και τ' άγρια σκυλιά
να φέρω φάρμακα και ρόδινες γάζες
κι αν βρω το φαρμακείο κλειστό
κι αν βρω πεθαμένο το φαρμακοποιό
κι αν βρω τη γυμνή καρδιά μου στη βιτρίνα του φαρμακείου

Όχι όχι τέλειωσε δεν υπάρχει σωτηρία

Θα μείνουν τα δωμάτια όπως είναι
με τον άνεμο και τα καλάμια του
με τα συντρίμια των γυάλινων προσώπων που βογγάνε
με την άχρωμη αιμορραγία τους
με χέρια πορσελάνης που απλώνονται σε μένα
με την ασυχώρετη λησμονιά

Ξέχασαν τα δικά μου σάρκινα χέρια που κόπηκαν
την ώρα που μετρούσα την αγωνία τους

Αστεροσκοπείο

Διαρρήχτες του ήλιου
δεν είδαν ποτέ τους πράσινο κλωνάρι
δεν άγγιξαν φλογισμένο στόμα
δεν ξέρουν τί χρώμα έχει ο ουρανός

Σε σκοτεινά δωμάτια κλεισμένοι
δεν ξέρουν αν θα πεθάνουν
παραμονεύουν
με μαύρες μάσκες και βαριά τηλεσκόπια
με τ' άστρα στην τσέπη τους βρωμισμένα με ψίχουλα
με τις πέτρες τών δειλών στα χέρια
παραμονεύουν σ' άλλους πλανήτες το φως

Να πεθάνουν

Να κριθεί κάθε Άνοιξη από τη χαρά της
από το χρώμα του το κάθε λουλούδι
από το χάδι του το κάθε χέρι
απ' τ' ανατρίχιασμα του το κάθε φιλί

Δευτέρα, 13 Απριλίου 2015

μόρτηδες, λούστροι, αργοί, λιμοκοντόροι...

Κι ο Ρωμιός; Αφερίμ! Μυαλό; Κουκούτσι.
Από τον καφενέ στην Πόλη μπαίνει,
του ναργελέ κρατώντας το μαρκούτσι...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Φρανσίσκο Γκόγια, Η αυλή των τρελών (1794)

Κωστής Παλαμάς
Σατυρικά Γυμνάσματα

Όχι λόγια χοντρά και λόγια κούφια

Όχι λόγια χοντρά και λόγια κούφια·
μ’ όλους και με κανέναν δεν ταιριάζουν.
Πούθε κρατεί του κάθε αχρείου η σκούφια

κράχ’ το με λόγια που να ξεσκεπάζουν·
πες τη ντροπή τού τάδε και τού δείνα·
τα λόγια πότε αέρας, πότε σφάζουν.

Όλα, πρόσωπα, τζάκια, τούτα, εκείνα,
τα δεφτέρια μας άνοιξε ολονών
και το στόμα σου διάπλατο, κι αρχίνα

και ψάλλε τα νεκρών και ζωντανών,
νοικοκυραίων και κατεργαραίων,
και των αρχόντων, και των πιο τρανών.

Στάσου προφήτης, ρίξου των Εβραίων!

*
Φασουλήδες, μακριά, κι εσείς, παλιάτσοι!

Φασουλήδες, μακριά, κι εσείς, παλιάτσοι!
Στην αστόχαστη πλέμπα μην πλερώνεις,
Σατιριστή, του σκλάβου το χαράτσι.

Σίδερο ο στίχος για να τον πυρώνεις.
Σημάδεψε και τρύπησε και δείρε,
τα νύχια σου, αϊτού νύχια· σκούξε, γκιόνης.

Και πόμπεψε και μες στη λάσπη σύρε
της αμαρτίας την πόρνη· και γοργά
και τ' όρνιο σαΐτεψέ το· αυτό μας πήρε

το νου, τη γνώμη, την παλικαριά.
Αλιά σας, ψεύτες, άμυαλοι, κιοτήδες!
Σατιριστή κι εκδικητή, καρδιά!

Μήτε οι παλιάτσοι, μήτε οι φασουλήδες.

*
Ζαγάρια και τσακάλια και κοκόροι

Ζαγάρια και τσακάλια και κοκόροι,
σηκωτοί κάθε τόσο στο ποδάρι,
μόρτηδες, λούστροι, αργοί, λιμοκοντόροι.

Στον αφέντη χαρά που τούς λανσάρει!
Και ποια είναι τα σωστά, ποια τα μεγάλα
που την ορμή τούς δίνουν και τη χάρη;

Προδότες οι Τρικούπηδες. Κρεμάλα!
Κι οι Ψυχάρηδες; Γιούχα! Πλερωμένοι.
Νά η Ελλάδα! Αρσακιώτισσα δασκάλα,

με λογιότατους παραγιομισμένη.
Κι ο Ρωμιός; Αφερίμ! Μυαλό; Κουκούτσι.
Από τον καφενέ στην Πόλη μπαίνει,

του ναργελέ κρατώντας το μαρκούτσι.

Κυριακή, 12 Απριλίου 2015

Ελληνικό Πάσχα - Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Διά του σημάντρου τούτου ήρχισε να κρούη ο ιερεύς εις τροχαίους πρώτον (τον Αδάμ, Αδάμ, Αδάμ) είτα εις ιάμβους (το τάλαντον, το τάλαντον), και να εξυπνά τας μεσονυκτίους ηχούς. Οι βοσκοί ενωτισθέντες τον μονότονον ήχον ετινάχθησαν δια μιάς επάνω, επέταξαν τας κάπας των, ενίφθησαν και έτρεξαν εις την Εκκλησίαν, κρατούντες τας λαμπάδας των. Ο ιερεύς έβαλεν ευλογητόν, έψαλε μόνος του την παννυχίδα, όλον το Κύματι Θαλάσσης, εθυμίασεν, έκαμεν απόλυσιν, είτα φορέσας επιτραχήλιον και φελόνιον, ήναψε μεγάλην λαμπάδα, και βαστάζων αυτήν εξήλθεν εις τα βημόθυρα και ήρχισε να ψάλλη μεγαλοφώνως το Δεύτε λάβετε φως. Οι βοσκοί ήναψαν τας λαμπάδας των, ομοίως και αι γυναίκες, κ' εξήλθον όλοι εις το προαύλιον, του ιερέως κρατούντος τήν τε Ανάστασιν και το Ευαγγέλιον μετά του θυμιατού, και ψάλλοντος, Την Ανάστασίν σου, (Χριστέ) Σωτήρ...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Ύδρα, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Λαμπριάτικος ψάλτης

Ἐὰν ὁ ἥρως τοῦ παρόντος διηγήματος ἦτο αὐτούσιος ὁ γράφων, τότε ὁ ἐπὶ κεφαλῆς τίτλος θὰ εἶχε μᾶλλον τροπικὴν καὶ ἀλληγορικὴν σημασίαν. Διότι, ναὶ μέν, εὐδοκίᾳ τῆς θείας Προνοίας, εἶναι ἀληθὲς ὅτι καὶ χάρις εἰς τὴν φιλάδελφον προθυμίαν τοῦ χωρικοῦ καὶ ἀρχοντικοῦ φίλου μου κὺρ Γιάννη Πεντελιώτου, ἀξιοῦμαι σχεδὸν κατ᾽ ἔτος ἀνελλιπῶς, κατὰ τὰς περιδόξους ταύτας ἡμέρας, νὰ συμψάλλω ἐναμίλλως μετ᾽ αὐτοῦ, ὑποβαστάζοντος διὰ τῆς χειρὸς τὰ γυαλιά του, ἀγαπῶντος τὸ πολίτικον ὕφος, παρατείνοντος ἐπ᾽ ἄπειρον τὰ μουσικὰ κῶλα καὶ τὰς καταλήξεις του, εἰς τὸν μικρὸν ἀγροτικὸν ναΐσκον τοῦ χωρίου Θ. ὅπου μυροβολεῖ ἑλισσόμενον εἰς κυανοῦς στεφάνους τὸ μοσχολίβανον, περιβάλλον ὡς διὰ φεύγοντος πλαισίου τοὺς ἀκτινωτοὺς στεφάνους καὶ τὰς σεμνὰς ὄψεις τῶν ἁγίων, καὶ ὅπου μὲ τὰς κεντητὰς ποδιάς των καὶ τὰ λευκὰ κολόβια αἱ νεαραὶ χωρικαὶ προσέρχονται φέρουσαι ἀγκαλίδας ρόδων καὶ ἴων καὶ θημωνίας ὅλας δενδρολιβάνου, καταφορτώνουσαι μὲ λόφους ἀνθέων τὸν πενιχρὸν ἐπιτάφιον, μὴ ἔχοντα ἀνάγκην ἄλλης πολυτελείας. Ἐκεῖ εἰσβάλλει οὐλαμὸς ὅλος αὐτοσχεδίων ψαλτῶν, κρατούντων ἀνὰ ἓν φυλλάδιον τοῦ ἐπιταφίου εἰς τὴν χεῖρα, οἵτινες φιλοτιμοῦνται νὰ ψάλλωσιν ἐν σπαρακτικῇ παραφωνίᾳ τὰ ἐγκώμια, καταστρέφοντες διὰ κωμικῶν σφαλμάτων καὶ τὰς ὀλίγας λέξεις, ὅσαι εἶναι ὀρθῶς τυπωμέναι εἰς τὰ φυλλάδια ἐκεῖνα.
Χωρὶς νὰ εἶμαι κύριον μέρος τοῦ αὐτοσχεδίου τούτου χοροῦ, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι, καίτοι προσπαθῶν νὰ συμψάλλω ὑποφερτὰ κάπως μὲ τὸν ἀρχοντικὸν καὶ πρόθυμον φίλον μου, οὐχ ἧττον ὑστερῶ αὐτοῦ κατὰ πολλά, καὶ διὰ τοῦτο ἐπεκαλέσθην ἐν ἀρχῇ, ὡς ἐπιείκειαν ἐκ μέρους τοῦ ἀναγνώστου, τὴν τροπικὴν τοῦ τίτλου ἐκδοχήν, καθ᾽ ὃν δηλ. τρόπον εἰς ὅλους τοὺς ναούς, παρουσιάζονται κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας πολλοὶ τέως ἄγνωστοι, μουσόληπτοι ἐκ τοῦ παραχρῆμα, λαμπριάτικοι ψάλται, οὕτω καὶ ὁ γράφων, ἐνῷ καθ᾽ ὅλον τὸν ἄλλον χρόνον σιωπᾷ, παρουσιάζεται, δὶς τοῦ ἔτους οὗτος, τὰ Χριστούγεννα καὶ τὸ Πάσχα, κατ᾽ ἀποκοπὴν διηγηματογράφος. Τὸ πρᾶγμα ἤρχισε νὰ γίνεται κάπως φορτικόν, καὶ πολλοὶ μὲν ἐσκανδαλίσθησαν, τινὲς δὲ καὶ τὸ ἀπεδοκίμασαν. Ἀρκοῦσι τόσαι ἄλλαι μανίαι, τόσοι ξενισμοί. Ἡμεῖς δὲν εἴμεθα Ἄγγλοι οὔτε Ἀμερικάνοι. Μὴ μᾶς σκοτίζῃς καὶ σύ. Πόθεν ἔλαβες ἀφορμὴν νὰ ὑποθέσῃς ὅτι τὸ κοινὸν θέλγεται ἀπὸ τὰς ἀναμνήσεις σου ἢ συγκινεῖται ἀπὸ τὰ αἰσθήματά σου; Τὸ ἔκαμες μίαν φορὰν ἢ δύο. Ἀρκεῖ. Παῦσε πλέον. Δὲν βλέπεις ὅτι τὸ αἰώνιον θέμα σου ἐξηντλήθη, καὶ ὅτι εὑρίσκεσαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προσπαθῇς βίᾳ νὰ παρουσιάσῃς ἁπλῆν παραλλαγὴν κατ᾽ ἔτος;
Ἐν πρώτοις, καλὸν θὰ ἦτο νὰ διακρίνωμεν ὅ,τι εἶναι πράγματι ξενισμὸς ἀπὸ ὅ,τι δύναται νὰ εἶναι, ἐκ τῆς φύσεως τῶν πραγμάτων, κοινὸν εἰς πάντα τὰ ἔθνη. Λόγου χάριν, τὸ νὰ ἐκδίδωνται τὰ περιοδικὰ κατὰ Σάββατον ἢ Κυριακὴν εἶναι ξενισμός; Τὸ νὰ δημοσιεύουν αἱ πολιτικαὶ ἐφημερίδες φιλολογικωτέραν ὕλην κατὰ Κυριακήν, εἶναι ξενισμός; Ἑνὶ λόγῳ, τὸ νὰ σχολάζῃ τις κατὰ τὰς ἑορτὰς ἀπὸ τῆς τύρβης τοῦ κόσμου, ὡς καὶ ἀπὸ τῆς ἀναγνώσεως ἄρθρων πολιτικῶν, καὶ νὰ αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκην ἁβροτέρας, τερπνοτέρας, ἀκοπωτέρας ἀναγνώσεως εἶναι ξενισμός; Ἔστω, ἀλλὰ δύνασαι νὰ δημοσιεύῃς ἐν ἡμέραις ἑορτῶν διηγήματα ἢ περιγραφάς, χωρὶς νὰ κάμνῃς ποσῶς λόγον περὶ τῶν Χριστουγέννων καὶ τοῦ Πάσχα.
Ἰδοὺ λοιπὸν ποῖον τὸ αἴτιον τῆς δυσφορίας των ― καὶ πόσον ἀφελῶς τὸ ὁμολογοῦσι… τὸ ἐξωτερικεύουσι. Νὰ φιλοξενηθῇς ἡγεμονικῶς εἰς τὰ μέγαρα μεγάλου ἄρχοντος, καὶ νὰ μὴ προπίῃς εἰς τιμὴν τοῦ οἰκοδεσπότου! Νὰ ἀπολαύσῃς (ξενίας δεσποτικῆς καὶ ἀθανάτου τραπέζης) καὶ νὰ μὴ ἀποδώσῃς εὐχαριστίαν εἰς τὸν ἑστιάτορα! Ἀλλ᾽ εἰς τὰ διηγημάτια, ὅσα ἐδημοσίευσα κατὰ καιροὺς ὁ ὑποφαινόμενος τὰ Χριστούγεννα ἢ τὸ Πάσχα ἐνεπνεύσθην, ἀληθῶς, ἀπὸ τὰς ἀναμνήσεις μου καὶ τὰ αἰσθήματά μου, τὰ ὁποῖα θέλγουσι καὶ συγκινοῦσιν ἐμὲ αὐτόν ― ἴσως καὶ ὀλίγους ἐκλεκτοὺς φιλαναγνώστας. Ὅτι δὲ τοιοῦτοι ὑπάρχουσιν, ἀποδεικνύεται ἐκ τούτου, ὅτι δύο τῶν ἐφημερίδων, αἱ κορυφαῖαι τῆς πρωτευούσης, ὡς καὶ τὸ μονάκριβον περιοδικόν, δεξιοῦνται τὰ ἑορτάσιμα διηγημάτια τῶν ἡμερῶν τούτων. Ἔπειτα οὐδαμοῦ σχεδὸν θὰ εὕρητε ὅτι ἐπεζήτησα βεβιασμένην θέσιν ἢ πλοκήν, ὅπως γαλβανίσω τὴν περιέργειαν τοῦ ἀναγνώστου. Ὅπου γίνεται λόγος περὶ ξενιτευμένων, οἵτινες ἐπιστρέφουσι μετὰ μακρὰν ἀπουσίαν ἢ στέλλουσι γράμματα μετὰ ὑλικῆς παρηγορίας εἰς τοὺς οἰκείους, ταῦτα ὅλα βασίζονται ἐπὶ τῆς πραγματικότητος, καθόσον ὅλοι οἱ ζήσαντες εἰς παραθαλασσίους καὶ ναυτικοὺς τόπους τῆς Ἑλλάδος κάλλιστα γνωρίζουσιν ὅτι, κατὰ τὰς παραμονὰς ἰδίως τῶν ἑορτῶν, πολλοὶ ξενιτευμένοι, ἐνῷ συνήθως φαίνονται ψυχροὶ καὶ ἀπεσκληρυμμένοι τὸν φλοιόν, αἴφνης ἐνθυμοῦνται τοὺς οἰκείους των, καὶ ἢ ἐπιστρέφουσιν εἰς τὰς πατρίδας, ἢ ἂν αὐτοὶ κωλύωνται ὑπὸ φιλοτιμίας νὰ κατέλθωσιν εὐπροσώπως, ὄχι σπανίως ἀποστέλλουσι παραμυθίαν εἰς τὰς γηραιὰς μητέρας καὶ τὰς ἀδελφάς των. Ἐν ἄλλοις γίνεται λόγος περὶ τῶν κοινωνικῶν καὶ οἰκογενειακῶν ἐθίμων τῶν σχετιζομένων μὲ τὰς ἑορτάς, καὶ ἀλλαχοῦ πάλιν ἡ ἀσθενὴς πλοκὴ στρέφεται περὶ νεωτεριστικόν τι καὶ φθοροποιὸν ἔθιμον. Τί τὸ ἀπίθανον εἰς ὅλα ταῦτα;
Ἀλλὰ τὰ πλεῖστα τῶν ὑπ᾽ ἐμοῦ γραφέντων ἑορτασίμων διηγημάτων ἔχουσιν, ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ ὁ λατινικὸς ὅρος, a priori* τὴν ὑπόθεσιν, εἶναι δηλαδὴ μᾶλλον θρησκευτικά. ― Ποίαν χάριν, σᾶς παρακαλῶ, ποίαν δύναμιν ἢ πρωτοτυπίαν θὰ εἶχε τὸ νὰ λάβῃ τις τὸν κόπον νὰ περιγράψῃ λεπτομερῶς πῶς χωρικὸς ἱερεὺς ἀπῆλθε νὰ λειτουργήσῃ εἰς ἐξωκκλήσιον, χάριν μικρᾶς κοινότητος ἀγροίκων ἢ βοσκῶν, ποῖοι καὶ πόσοι μετέσχον τῆς πανηγύρεως, καὶ ποῖά τινα ἦσαν τὰ ἤθη τῶν πανηγυριστῶν; Τοῦτο θὰ ἦτο ὅλως εὐτελὲς καὶ ταπεινόν, κατὰ τὴν γνώμην τῶν κριτικῶν. Τὸ νὰ γράψῃ τις, ὅτι γηραιὸς ἀνὴρ ἐφόνευσε τὴν συμβίαν του, κατ᾽ αὐτὴν τὴν ἡμέραν τῶν Χριστουγέννων ―χωρὶς μήτε ὁ ἀναγνώστης μήτε ὁ συγγραφεὺς νὰ ὑποπτεύωσι κἂν διατί τὴν ἐφόνευσε―, τοῦτο εἶναι ὑψηλὸν καὶ πολυτελές, κατὰ τὴν ἐκτίμησιν μερικῶν. Μετὰ τοιοῦτον ἔγκλημα κατ᾽ αὐτὴν τὴν ἁγίαν ἡμέραν, τὸ θέμα ἐξηντλήθη, καὶ ὅλα τὰ Χριστουγεννιάτικα καὶ τὰ πασχαλινὰ διηγήματα δὲν πρέπει πλέον νὰ βλέπωσι τὸ φῶς.
Μὴ θρησκευτικά, πρὸς Θεοῦ! Τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος δὲν εἶναι Βυζαντινοί, ἐνοήσατε; Οἱ σημερινοὶ Ἕλληνες εἶναι κατ᾽ εὐθεῖαν διάδοχοι τῶν ἀρχαίων. Ἔπειτα ἐπολιτίσθησαν, ἐπροώδευσαν καὶ αὐτοί. Συμβαδίζουν μὲ τἆλλα ἔθνη. Ποίαν ποίησιν ἔχει τὸ νὰ γράψῃς ὅτι ὁ Χριστὸς «δέχεται τὴν λατρείαν τοῦ πτωχοῦ λαοῦ», καὶ ὅτι ὁ πτωχὸς ἱερεὺς «προσέφερε τῷ Θεῷ θυσίαν αἰνέσεως»; Καὶ νὰ περιγράφῃς τὸ ἐσωτερικὸν τοῦ ναΐσκου, μὲ τὰς νυσταλέας κανδήλας καὶ τὰς ἀμαυρὰς μορφὰς τῶν Ἁγίων ὁλόγυρα! Δὲν τὰ ἐννοοῦμεν ἡμεῖς αὐτά. Ἡμεῖς θέλομεν διήγημα, τὸ ὁποῖον νὰ εἶναι ὅλον ποίησις, ὄχι πεζὴ πραγματικότης. Σὺ δὲ πῶς τολμᾷς νὰ γράφῃς, ὁμιλῶν περὶ Ἰουλιανοῦ τοῦ Παραβάτου, καρφωμένου εἰς τὸν τοῖχον ἀπὸ τὴν λόγχην τοῦ Ἁγ. Μερκουρίου, τοιαύτην βλάσφημον φράσιν: «Πελιδνὸς ὁ παράφρων τύραννος…»; Ὅταν συγγραφεὺς ἄλλος, καὶ ἄλλης περιωπῆς δημοσιεύσας πρὸ ἐτῶν ἱστορικοφανταστικὸν δρᾶμα, προέτασσε χυδαῖα ἀληθῶς προλεγόμενα, δι᾽ ὧν ὕβριζε βαναύσως τὴν θρησκείαν τῶν πατέρων του ― τότε οὐδεὶς λόγος ἦτο ὅπως σκανδαλισθῇ τις, διότι τὸ πρᾶγμα ἦτο τῆς μόδας. Ἀλλὰ σύ, νὰ τολμᾷς νὰ ἐκφράζεσαι μὲ τοιαύτην ἀσεβῆ γλῶσσαν περὶ τοῦ Ἰουλιανοῦ ἐκείνου, τοῦ Παραβάτου ἢ Ἀποστάτου καλουμένου ― ἡ θρασύτης ὑπερβαίνει πᾶν ὅριον. Καὶ ὅμως ὁ σοφὸς ἐπικριτὴς δὲν ἐνόησεν ὅτι ἡ φράσις ἦτο ἐξ ἀντικειμένου, ὅπως λέγουσιν αὐτοί· ἀπέδιδε δηλ. διὰ λέξεων τὰ χρώματα τοῦ ζωγράφου· καὶ ὅτι πᾶν ζήτημα περὶ τῶν δοξασιῶν τοῦ γράφοντος (ὅστις ἐν τούτοις δὲν ἀρνεῖται ὅτι συμμερίζεται τὴν γνώμην τοῦ Βυζαντινοῦ τοιχογράφου) παρέλκει ὅλως.
Διὰ νὰ δώσωμεν πέρας εἰς τὸ προοίμιον αὐτό, θὰ εἴπωμεν μὲ δύο λέξεις ὅτι: Τὸ σημερινὸν ἔθνος δὲν ἐπῆγε, δυστυχῶς, τόσον ἐμπρός, ὅσον λέγουν αὐτοί. Τὸ ἔθνος τὸ ἑλληνικόν, τὸ δοῦλον τοὐλάχιστον, εἶναι ἀκόμη πολὺ ὀπίσω, καὶ τὸ ἐλεύθερον δὲν δύναται νὰ τρέξῃ ἀρκετὰ ἐμπρός, χωρὶς τὸ ὅλον νὰ διασπαραχθῇ, ὡς διασπαράσσεται, φεῦ! ἤδη. Ὁ τρέχων πρέπει νὰ περιμένῃ καὶ τὸν ἑπόμενον, ἐὰν θέλῃ ἀσφαλῶς νὰ τρέχῃ· ὁ ἐλεύθερος πρέπει νὰ βοηθῇ τὸν δεσμώτην ἢ πρέπει νὰ τὸν ἀνακουφίζῃ. Ὅσον παρέρχεται ὁ χρόνος, τόσον τὸ ἐλεύθερον ἔθνος καθίσταται οἴμοι! ἀνικανώτερον ὅπως δώσῃ χεῖρα βοηθείας εἰς τὸ δοῦλον ἔθνος. Ἄγγλος ἢ Γερμανὸς ἢ Γάλλος δύναται νὰ εἶναι κοσμοπολίτης ἢ ἀναρχικὸς ἢ ἄθεος ἢ ὅ,τιδήποτε. Ἔκαμε τὸ πατριωτικὸν χρέος του, ἔκτισε μεγάλην πατρίδα. Τώρα εἶναι ἐλεύθερος νὰ ἐπαγγέλλεται, χάριν πολυτελείας, τὴν ἀπιστίαν καὶ τὴν ἀπαισιοδοξίαν. Ἀλλὰ Γραικύλος τῆς σήμερον, ὅστις θέλει νὰ κάμῃ δημοσίᾳ τὸν ἄθεον ἢ τὸν κοσμοπολίτην, ὁμοιάζει μὲ νᾶνον ἀνορθούμενον ἐπ᾽ ἄκρων ὀνύχων καὶ τανυόμενον νὰ φθάσῃ εἰς ὕψος καὶ φανῇ καὶ αὐτὸς γίγας. Τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος, τὸ δοῦλον, ἀλλ᾽ οὐδὲν ἧττον καὶ τὸ ἐλεύθερον, ἔχει καὶ θὰ ἔχῃ διὰ παντὸς ἀνάγκην τῆς θρησκείας του.
Τὸ ἐπ᾽ ἐμοί, ἐνόσῳ ζῶ καὶ ἀναπνέω καὶ σωφρονῶ, δὲν θὰ παύσω πάντοτε, ἰδίως δὲ κατὰ τὰς πανεκλάμπρους ταύτας ἡμέρας, νὰ ὑμνῶ μετὰ λατρείας τὸν Χριστόν μου, νὰ περιγράφω μετ᾽ ἔρωτος τὴν φύσιν καὶ νὰ ζωγραφῶ μετὰ στοργῆς τὰ γνήσια ἑλληνικὰ ἤθη. Ἐὰν ἐπιλάθωμαί σου, Ἱερουσαλήμ, ἐπιλησθείη ἡ δεξιά μου, κολληθείη ἡ γλῶσσά μου τῷ λάρυγγί μου, ἐὰν οὐ μή σου μνησθῶ.
*
Ἀλλ᾽ ὁ ἥρως τοῦ παρόντος διηγήματος εἶναι ὁ κὺρ Κωνσταντὸς ὁ Ζ᾽μαροχάφτης, τρίτος πάρεδρος τοῦ δήμου Λίτης, τοῦ χωρίου Ἀν…, ὅστις ὑπεσχέθη, ὡς εἶχε πάντοτε συνήθειαν εὐκόλως νὰ ὑπόσχεται (εἰς τὴν ἀρετὴν δὲ ταύτην ἴσως ὤφειλε καὶ τὴν ἐπιτυχίαν του εἰς τὰ πολιτικά· διότι ἐνῷ ὁ α΄ καὶ ὁ β΄ πάρεδρος εἰς πᾶσαν ἐκλογήν, ἐμάχοντο πάντοτε περὶ τῆς πρώτης τάξεως πρὸς ἀλλήλους, αὐτός, μετριόφρων καὶ χωρὶς κεράσματα, ἐξελέγετο ἀσφαλῶς τρίτος ἑκάστοτε, μὴ ὑπάρχοντος τετάρτου συναγωνιστοῦ), ὑπεσχέθη, λέγω, νὰ ὑπάγῃ νὰ συλλειτουργήσῃ τὸν παπα-Διανέλον τὸν Πρωτέκδικον, ἔξω, εἰς τὸ παρεκκλήσιον τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου. Ὁ ναΐσκος εὑρίσκετο τρεῖς ὥρας μακρὰν τῆς πόλεως, καὶ ὁ παπα-Διανέλος ὁ Πρωτέκδικος εἶχεν ἀπέλθει ἐκεῖ ἀπὸ τῆς πρωίας τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, ἀφοῦ ἔλαβε τὴν ὑπόσχεσιν τοῦ κὺρ Κωνσταντοῦ ὅτι θὰ ἔφθανε πρὸς τὸ βράδυ διὰ νὰ ψάλῃ καὶ συνεορτάσωσιν ὁμοῦ τὴν Ἀνάστασιν. Ἄλλον βοηθὸν ὁ παπὰς δὲν εἶχεν· ὁ νεώτερος υἱός του ἑτοιμαζόμενος ἐφέτος δι᾽ ἐξετάσεις εἰς τὸ Διδασκαλεῖον, δὲν ἠδυνήθη νὰ ἔλθῃ τὸ Πάσχα· ὁ ἄλλος ἔλειπε διαρκῶς ναύτης μὲ τὰ καράβια του. Θυγατέρας, τὸ ἄφθονον τοῦτο προϊὸν τοῦ τόπου ―καὶ τῆς ἱερατικῆς ἐγγάμου τάξεως μάλιστα― τοῦ εἶχεν ἀφήσει πλησμονὴν ἡ μακαρίτισσα ἡ πρεσβυτέρα, πέντε τὸν ἀριθμόν, ἂς εἶχαν ζωήν, ὁποὺ δὲν ἔπαυαν ἀενάως νὰ μεγαλώνουν, νὰ μὴν ἀβασκαθοῦν· ἦσαν τόσον γείτονες τὴν ἡλικίαν, ὥστε δὲν ἐπρόφθανε νὰ μεγαλώσῃ ἡ μία, καὶ ἡ ἄλλη ἀμέσως τὴν ἔφθανεν· ὅσον ἐμεγάλωναν τόσον ἐφαίνοντο, καὶ μάλιστα αἱ μεσαῖαι τρεῖς, ἴσαι περίπου εἰς τὰ χρόνια, ἴσαι καὶ εἰς τὸ ἀνάστημα· καὶ ὁ παπα-Διανέλος, ἀκούσιος ἱερομόναχος, δὲν ἦτο ἐλεύθερος οὔτε εἰς μοναστήριον νὰ καταφύγῃ.
Τὸν τριῶν ὡρῶν δρόμον ἀπὸ τὴν πολίχνην εἰς τὸ ἐξωκκλήσιον εἶχε διανύσει τὸ πρωί, ἀπολείτουργα, ὁ παπα-Διανέλος, ἀκολουθούμενος ἀπὸ τὰς δύο νεωτέρας θυγατέρας του, κορασίδας δέκα καὶ δώδεκα ἐτῶν, καὶ ἀπὸ ὁμάδα ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ γυναικῶν φιλεόρτων, προπορευομένου τοῦ ὄνου του, φορτωμένου τὸ δισάκκιον μὲ τὰ ἱερὰ τοῦ παπᾶ. Ὁ ἥλιος ἦτον ὣς δύο καλαμιὲς ὑψηλά, ὅταν ἐξῆλθον εἰς τοῦ Γιατροῦ τ᾽ Ἀμπέλι, εἶτα ἔφθασαν εἰς τὰ Βουρλίδια, εἶτα ἀνῆλθον ἀσθμαίνοντες εἰς τοῦ Ματαρώνα τὸν Πεῦκον, ὅστις ἵστατο τότε ἀκόμη ἐκεῖ καὶ εὐηργέτει τοὺς ὁδοιπόρους μὲ τὴν παρήγορον σκιάν του εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ ὑψώματος, πρὶν ἀσυνείδητος βάρβαρος, τῇ ἀνοχῇ ἢ τῇ ἐνοχῇ ἐκείνων τοὺς ὁποίους ὁ πλέον ἄτυχος τῶν λαῶν τοῦ κόσμου, ἐκ περιτροπῆς ἐκλέγει ἄρχοντας καὶ προστάτας του, ρίψῃ ἀσπλάγχνως κάτω τὸ περικαλλὲς δένδρον καὶ ἀπογυμνώσῃ τὸ τοπίον τοῦ μοναδικοῦ στολισμοῦ του.
Ἐκεῖθεν ἀνῆλθον εἰς τὸ Πετράλωνον καὶ εἰς τοῦ Σταμέλου τὴν Βρυσούλαν, καὶ ἀνέβησαν δι᾽ ἀνωφεροῦς ὁδοῦ εἰς τοῦ Κανάκη τὴν Βρύσιν καὶ διὰ τῆς Κλινιᾶς κατῆλθον εἰς τοῦ Χαιρημονᾶ τὸ ρέμα, καὶ ἔφθασαν εἰς τὴν βόρειον ἀκτὴν τῆς νήσου, ἐφ᾽ ὕψους τῆς ὁποίας, περίοπτος ἐκ τοῦ πελάγους, ἀκούων τοὺς κτύπους τοῦ πλήττοντος τὰς ἀκτὰς κύματος, σιωπηλὸς καὶ διηγούμενος πέντε αἰώνων σπαρακτικὴν ἱστορίαν μαρτυρίου καὶ αἵματος, ἐγείρεται πενιχρὸς ἀλλὰ σεμνὸς τῆς Ἀποτομῆς τοῦ τιμίου Προδρόμου ὁ ἱερὸς ναΐσκος.
Εἰσῆλθον εἰς τὸν περίβολον τοῦ ναοῦ καὶ ἐξεφόρτωσαν τὸ ὀνάριον. Αἱ γυναῖκες ροδοκόκκιναι, ἐξαναμμέναι ἐκ τῆς ὁδοιπορίας, ἀενάως κελαδοῦσαι καὶ καγχάζουσαι, ἐτίναξαν τὰ οὐδόλως κορνιακτισμένα κράσπεδά των, καὶ ἐφόρεσαν ἐπὶ τοῦ κοντοῦ φουστανίου τῆς ὁδοιπορίας τὰς μακρὰς καὶ πολυπτύχους ἐσθῆτας. Ὁ παπὰς ἔρριψε κάτω τὴν μίαν ἄκραν τοῦ στακτεροῦ ζωστικοῦ του, κ᾽ ἐφόρεσεν ἄνωθεν αὐτοῦ τὸ μαῦρον ράσον του. Εἰσῆλθον ὅλοι εἰς τὸν ναὸν κ᾽ ἐπροσκύνησαν.
Ἐκ τῶν γυναικῶν, αἱ μὲν συνέλεξαν χαμόκλαδα καὶ ἤναψαν φωτιάν, διὰ νὰ ψήσωσι καφὲν καὶ προσφέρωσιν εἰς τὸν ἱερέα, αἱ δὲ ἔδρεψαν ἐκ τῶν εὐωδῶν θάμνων δέσμας σχοίνων καὶ πριναρίων καὶ φασκομηλεῶν, καὶ συνέδεσαν προχείρως διὰ κλωστῆς σκούπας, καὶ ἤρχισαν γοργὰ καὶ στρωτὰ νὰ σκουπίζωσιν ἄλλαι τὸ ἔδαφος τοῦ ναοῦ, ἄλλαι τὸ προαύλιον· ὁ ἱερεὺς ἀπετέλεσε σκούπαν ἐκ δάφνης καὶ μύρτου καὶ δενδρολιβάνου, καὶ ἐσάρωσε μόνος του τὸ Θυσιαστήριον, καὶ ὅλον τὸ ἱερὸν Βῆμα. Δὲν ἔπαυε δὲ νὰ γογγύζῃ καὶ νὰ διαμαρτύρηται ἐναντίον τῆς ἀβελτηρίας, ὡς ἔλεγε, τῶν βοσκῶν καὶ τῶν αἰπόλων, αὐτῶν ἐκείνων οἵτινες τὸν εἶχον προσκαλέσει νὰ τοὺς κάμῃ Ἀνάστασιν εἰς τὸ βουνόν, καὶ ἐκ τῶν ὁποίων κανεὶς δὲν εἶχε φανῆ ἀκόμη· αὐτοὶ προέβαινον ἐνίοτε μέχρι τῆς βεβηλώσεως τοῦ νὰ εἰσάγωσιν, ἴσως ἐν καιρῷ βροχῆς, τὰ θρέμματά των ἐντὸς τῶν ἐξωκκλησίων, ὡς ἠδύνατο νὰ πεισθῇ τις ἐκ τῆς παρουσίας διαφόρων ἰχνῶν τῆς εἰσβολῆς, τὰ ὁποῖα οὐδ᾽ εἶχον λάβει τὸν κόπον νὰ ἐξαλείψωσιν. Ἔνδοθεν τοῦ ἱεροῦ Βήματος, ἐνῷ ἔκυπτε διὰ νὰ σκουπίσῃ, ἠκούετο ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν ψιθυρίζων μετὰ στεναγμοῦ:
― Ἄχ! ἀλλοίμονο… «Ἀνθρώπους καὶ κτήνη σώσεις, Κύριε!»
― Δὲν τσάκισε κανεὶς τὸ ποδαράκι του! ἔκραξεν ἀπαντῶσα ἔξωθεν εἰς τὸν στεναγμὸν τοῦ ἱερέως ἡ θεια-Σειραϊνώ, ἡ ἀληθὴς σημαιοφόρος τῶν ἐξοχικῶν λειτουργιῶν καὶ τῶν πανηγυρίων.
― «Ἀνθρώπους καὶ κτήνη!», ἐψιθύρισε πάλιν ὁ ἱερεύς.
Εἶχε παρέλθει ἤδη ἡ μεσημβρία, καὶ ὁ ἱερεὺς μετὰ τοῦ μικροῦ ποιμνίου ἐκάθησαν νὰ γευματίσωσιν ὑπὸ τὴν ἱερὰν ἐλαίαν, ἐν τῷ περιβόλῳ τοῦ ναΐσκου, ἐγγὺς τοῦ παμπαλαίου ἐκείνου λιθοκτίστου κιβουρίου, τὸ ὁποῖον κατ᾽ ἄλλους ἦτο στέρνα ὕδατος καὶ κατ᾽ ἄλλους κοιμητήριον ἢ ὀστεοθήκη. Ἡ θειὰ τὸ Μαθηνώ, γηραιὰ εὐλαβὴς κατὰ τοὺς μέν, ψευτομετάνισσα κατὰ τοὺς δέ, ἐνάρετος γυνή, ἀποβλέψασα πρὸς τὸ κτίριον τοῦτο μετὰ στεναγμοῦ εἶπεν:
―Ἡμεῖς τρῶμε, κορίτσια· νὰ ἔχουν τάχα κ᾽ οἱ φτωχοί, νὰ φᾶνε!
― Τρῶν οἱ πεθαμένοι, θεια-Μαθηνώ; εἶπε τὸ Ἀγλαώ, ἡ δωδεκαέτις παιδίσκη τοῦ ἱερέως.
― Οἱ πεθαμένοι τρῶνε κόλλυβα, ἐγὼ τὸ ξέρω, προσέθηκε τὸ Καλλιοπώ, ἡ δεκαέτις μικρὰ ἀδελφή της· καὶ γι᾽ αὐτό, ἡμεῖς στὸ σπίτι ὅσα κόλλυβα μᾶς φέρουνε, ὅλα τὰ μοιράζουμε στοὺς φτωχοὺς καὶ στὰ παιδιὰ τὰ γειτονόπουλα, γιὰ νὰ ἔχῃ ἡ μάννα μας, ἡ φτωχή, νὰ φάῃ στὸν ἄλλον κόσμο…
― Σιωπή, Καλλιοπώ! εἶπεν ὁ ἱερεύς, θέλων νὰ κρύψῃ τὴν συγκίνησίν του.
Πρὸ δώδεκα καὶ πλέον ἐτῶν ὁ παπα-Διανέλος ἔσχε φίλον τινὰ ἑλληνοδιδάσκαλον, χρηστὸν ἄνδρα, ἀλλ᾽ ὅστις εἶχε ἀδυναμίαν εἰς τὰ ἑλληνικὰ ὀνόματα. Εἶχε γίνει σύντεκνος τοῦ ἱερέως, καὶ βαπτίσας τὰς δύο τελευταίας κόρας του εἶχε δώσει αὐταῖς ἀρχαιοπρεπῆ ὀνόματα, τὰ ὁποῖα ὅμως, ἐπειδὴ εὑρέθησαν ἐπὶ οὐδετέρου ἐδάφους, ἐξουδετερώθησαν, ὡς εἰκός, καὶ αὐτά.
― Τί! ἔχει δίκιο τὸ κορίτσι, παπά· ἀνέκραξεν ἡ θειὰ τὸ Μαθηνώ, ἥτις ἐνθυμήθη τότε τὰ «πεθαμένα της», τέσσαρα παιδιὰ καὶ τὸν ἄνδρα της, ὁποὺ εἶχε θάψει, μείνασα μὲ δύο θυγατέρας, ὑπάνδρους, τὰς ὁποίας εἶχε στήριγμα ἀκόμη εἰς τὸν κόσμον· ἔχει δίκιο τὸ κορίτσι. Ὁ παπα-Θεόφιλος, ὁ μακαρίτης ἡγούμενος τῆς Μεγαλόχαρης τῆς Εὐαγγελίστρας, τὸ ἴδιο μᾶς ἔλεγε, γιὰ ἕναν ποὺ τὸν εἶχε πλακώσει ὁ μάγγανος, ποὺ τὸν εἶχαν ὅλοι γιὰ πεθαμένον, ποὺ ἡ γυναίκα του τοῦ ἔκαμε τὰ τρίμερα καὶ τὰ νιάμερα, καὶ Ἄγγελος Κυρίου ἔπαιρνε τὸ πιάτο μὲ τὰ κόλλυβα, καθὼς ἦταν σταυρωμένο μὲ τὶς σταφίδες καὶ μὲ τὰ ρόιδα καὶ τὸ πήγαινε εἰς τὸν πλακωμένον κ᾽ ἔτρωγε, δὲν ξέρω πόσες μέρες, κι ἀνάσαινε ἀπὸ μιὰ τρύπα τῆς γῆς, θαρρῶ, ὣς ποὺ ὁ ἄνθρωπος δὲν ἀπέθανεν, κ᾽ ἐσήκωσεν τὸ μάγγανο, καὶ τὸν ξελευθέρωσεν, δὲν εἶν᾽ ἀλήθεια αὐτά, παπά;
― Ἀλήθεια εἶναι, βλοημένη, ἀπήντησεν ὁ ἱερεύς· ἀλλὰ τώρα εἶναι… γιὰ ὅσους θέλουν νὰ τὰ πιστεύσουν.
― Κι ὅσοι δὲν τὰ πιστεύουν;
― Θὰ πᾶνε στὴν Κόλαση, τὸ ξέρω ἐγώ, εἶπε τὸ Καλλιοπώ.
― Μὰ σὰν εἶν᾽ ἀλήθεια, παπά, γιατί ὁ Ἄγγελος Κυρίου δὲ σήκωνε μιὰ καὶ καλὴ τὸ μάγγανο νὰ ξελευθερώσῃ τὸν ἄνθρωπο; εἶπεν ἡ Ἀννούδα, μία τῶν γυναικῶν.
― Γιατὶ ὁ σκοπὸς δὲν ἦτον νὰ δειχθῇ ἡ παντοδυναμία τοῦ Θεοῦ, ὁποὺ εἶναι ἀποδειγμένη δι᾽ ἀπείρων θαυμάτων, ἀπήντησεν ὁ ἱερεύς, ἀλλὰ νὰ φανερωθῇ μόνον ἡ δύναμις τῶν μνημοσύνων καὶ τῶν διὰ τοὺς νεκροὺς προσφορῶν, καὶ ὅτι τίποτε τὸ ὁποῖον θυσιάζει ὁ ἄνθρωπος, τίποτε τὸ ὁποῖον προσφέρει εἰς τὸν Θεόν, εἰς τοὺς πτωχούς, καμμία καλὴ πρᾶξις, καμμία ἀρετή, καμμία ὑπομονή, κανὲν μαρτύριον, κανὲν δάκρυ, τίποτε δὲν χάνεται. Ὅλα σπείρονται εἰς γῆν ἀγαθήν, ὡς ὁ κόκκος τοῦ σίτου, εἶπεν ὁ Κύριος, ὅπου ἐὰν πέσῃ εἰς τὴν γῆν καὶ ἀποθάνῃ (καὶ τοιαῦτα εἶναι τὰ κόλλυβα, τοιοῦτοι καὶ οἱ νεκροί), πολὺν καρπὸν φέρει. «Οἱ σπείροντες ἐν δάκρυσιν, ἐν ἀγαλλιάσει θεριοῦσι.» Κεῖνοι ποὺ σπείρουν μὲ δάκρυα, μὲ χαρὰν καὶ ἀγαλλίασιν θὰ θερίσουν.
― Τὸ λέγει αὐτὸ τὸ Εὐαγγέλιον;
― Τὸ λέγει τὸ Ψαλτήρι, ἀλλὰ τὸ ἴδιο εἶναι, γιατὶ καὶ τὸ Ψαλτήρι εἶναι λόγος Θεοῦ, καὶ ἐμπνευσμένον ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον. Καὶ ὅταν θάπτωμεν νεκρὸν ἐν Χριστῷ εὐσεβῶς ζήσαντα, εἶναι ὡς νὰ σπείρωμεν εἰς τὴν γῆν κόκκον σίτου… καὶ ὁ Κύριος θὰ τὸν ἀναστήσῃ ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ, καθὼς ὁ ἴδιος ηὐδόκησε νὰ μᾶς τὸ ὑποσχεθῇ.
«Ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, κἂν ἀποθάνῃ ζήσεται… κἀγὼ ἀναστήσω αὐτὸν ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ.»
― Ἀμήν! εἶπεν ἡ θειὰ τὸ Μαθηνώ, καὶ τὰ δάκρυά της, ἐπὶ τῇ μνήμῃ τοῦ ἀνδρὸς καὶ τῶν τεσσάρων παιδίων, ταχέως ἐξητμίσθησαν, ὡς σταγόνες ὄμβρου μετὰ θερινὸν ὑετόν, ἐντὸς τῆς κοίτης πάλαι ξηρανθέντος χειμάρρου.
*
Τὸ δειλινὸν ἐφάνησαν μακρόθεν νὰ καταβαίνωσι τὴν ράχιν ἐρχόμεναι αἱ καλυβιώτισσαι γυναῖκες, αἱ ποιμενίδες καὶ βοσκίδες τῶν ἀγροτικῶν συνοικιῶν. Ἦλθαν φέρουσαι πελωρίους κοφίνους, γεμάτους ἄνθη, λαμπάδας, κηρία καὶ ἀγγεῖα μὲ ἔλαιον, καὶ πρόσφορα καὶ μικρὰς φιαλίδας μὲ νᾶμα, ἢ ὁδηγοῦσαι ὀνάρια μὲ τὰ σάγματα ἐπεστρωμένα διὰ κιλιμίων καὶ χραμίων, φορτωμένα τορβάδες καὶ δισάκκια μὲ φλάσκας οἴνου, μὲ τυρία νωπὰ ἢ ζεματισμένα καὶ κόκκινα αὐγά. Κατόπιν ἐφάνησαν σφυρίζοντες ἀλλοκότως δύο ἢ τρεῖς βοσκοὶ μὲ τὰς ἀγέλας των, τὰς ὁποίας ὡδήγησαν παρὰ τὸν ἀπότομον κρημνὸν πρὸς τὴν θάλασσαν. Οἱ τράγοι ἐπήδων ἀπὸ βράχον εἰς βράχον, ἀπὸ ὄχθον εἰς ὄχθον, ἀπὸ κοίλωμα εἰς κοίλωμα, ἐνῷ τὰ ἐρίφια χαριέντως σκιρτῶντα ἔτρεχον κατόπιν τῶν αἰγῶν βελάζοντα, ἀγαλλόμενα πρὸς τὴν νέαν δι᾽ αὐτὰ ἀπόλαυσιν τοῦ ἀγνώστου τούτου πράγματος, τῆς ζωῆς, ἐκθέτοντα εἰς τὸν ἥλιον τὰ στακτερὰ ἢ στικτὰ καὶ λευκὰ καὶ μαῦρα τριχώματά των, ἐνῷ οἱ βοσκοί, ὑψηλοί, ρωμαλέοι, τραχεῖς, φριξότριχες, ἡλιοκαεῖς τὴν ὄψιν, ἔτρεχον ἐμπρὸς καὶ ὀπίσω μὲ τὰς μακράς, ἴσας μὲ τὸ ἀνάστημά των, καμπύλας τὴν λαβὴν ράβδους των, σοβοῦντες μετὰ πολυήχου συριγμοῦ τὴν δυσάγωγον καὶ σκιρτητικὴν ἀγέλην.
Τελευταῖοι ἔφθασαν οἱ ποιμένες ἄνευ τῶν ἀμνάδων των, τὰς ὁποίας εἶχον ἀφήσει ὀπίσω εἰς τὰς μάνδρας, κομίσαντες μόνον δύο ἀρνία σφαγμένα. Ἔφθασαν συγυρισμένοι, ἀλλαγμένοι, στολισμένοι ὅλοι των, μὲ καθαροὺς χιτῶνας, κοντὰ βρακία καὶ ὑψηλὲς βλαχόκαλτσες, μὲ πλατέα ζωνάρια κίτρινα ἢ κόκκινα, ξυραφισμένοι καὶ μὲ τοὺς λινόχρους ἢ καστανοὺς μύστακας ἀγκιστροειδεῖς.
Ταχέως ἔκλινεν ἡ ἡμέρα καὶ ὁ ἥλιος ἔδυσεν εἰς μίαν ράχιν τοῦ Πηλίου, ἀντικρύ, ἀφοῦ ἐπὶ πέντε λεπτὰ τῆς ὥρας εἶχε μείνει στεφανωμένος μὲ κυάνεα καὶ περιπόρφυρα χρυσαυγῆ νέφη, ἀντιλαμβάνων ὁ ἴδιος ὅσην ἀπέδιδε δόξαν καὶ λάμψιν, καὶ ἐπὶ δέκα λεπτὰ ἀκόμη, ἀφοῦ ἐβασίλευσεν, αἱ ἀκτῖνες τῆς στέψεώς του ἔμειναν χρυσοφαεῖς, πορφυρίζουσαι, κυανίζουσαι, βάπτουσαι τὸ βουνὸν μὲ ἰῶδες χρῶμα. Εἶτα κατῆλθεν ἠρέμα ἐπὶ τῶν πλευρῶν τοῦ ὄρους ἡ νύξ, σπείρουσα παντοῦ τὸ βαθὺ καὶ ἄρρητον μυστήριόν της καὶ οἱ ἔμψυχοι κρότοι καὶ ψίθυροι τῆς φύσεως ἐξηγέρθησαν εἰς τὰς ράχεις, εἰς τοὺς λόγγους, εἰς τὰς φάραγγας, καὶ ἡ ὀφρὺς τοῦ βουνοῦ ἠτμίσθη καὶ συνεστάλη ὑγρὰ καὶ τὸ βλέφαρον τοῦ λόφου κατῆλθε, καὶ ἐκλείσθη εἰς ἕν, βουνόν, ρεματιὰ καὶ κάμπος. Καὶ ὁ μπαρμπα-Κωνσταντὸς ὁ Ζ᾽μαροχάφτης, τρίτος πάρεδρος τοῦ χωρίου 〈Ἀν…〉, τοῦ Δήμου Λίτης δὲν ἐφάνη οὐδαμόθεν νὰ ἔρχεται.
Ἦτο δὲ ἀνήσυχος ὁ ἱερεύς, καὶ φόβος ἦτο νὰ μείνωσι χωρὶς Ἀνάστασιν καὶ λειτουργίαν. Διότι εὐλόγως δὲν ἠδύνατο ἄνευ βοηθοῦ νὰ ἱεροπρακτήσῃ. Λειτουργία χωρὶς ἕνα τοὐλάχιστον ψάλτην ἢ ἀναγνώστην δὲν γίνεται. Οἱ ποιμένες καὶ οἱ βοσκοὶ ἦσαν ὅλοι, ὡς εἰκός, οὐ μόνον ἀγράμματοι, ἀλλὰ καὶ ἀλιβάνιστοι οἱ κακόμοιροι πολλοὶ τούτων.
― Τώρα, τί νὰ κάμουμε;… Ὁρίστε σοῦ ὑπόσχονται σίγουρα μιὰ δουλειά, κ᾽ ὕστερα σ᾽ ἀφήνουν μὲς στὴ μέση! Ἀνθρώπους καὶ κτήνη σώσεις, Κύριε!
Ἤλπιζεν ἐν τούτοις ἀκόμη ὅτι ὁ μπαρμπα-Κωνσταντὸς θὰ ἤρχετο. Ἀργοστόλιστος* ἦτο πάντοτε, τὸν ἤξευρεν. Ἀλλὰ τώρα ἦτο σκοτεινὴ ἀκόμη νὺξ καὶ μόνον τὰ ἄστρα ἔλαμπαν ἄνω. Ὀλίγῳ ὕστερον ἀνέτελλεν ἡ σελήνη, καὶ τότε ἐλπὶς ἦτο νὰ ἔλθῃ.
Παρῆλθον δύο ὧραι καὶ ἡ σελήνη ἀνέτειλε κολοβὴ ἀπὸ τὸ σκοτεινὸν βουνὸν ἄνω, ἀνερχομένη βραδέως εἰς τὸ στερέωμα, καὶ αἱ τάξεις τῶν ἄστρων ἠραιώθησαν ἐπ᾽ ἄπειρον καὶ ὅλα σχεδὸν ἠμαυρώθησαν εἰς τὴν διάβασίν της. Παρῆλθεν ἀκόμη μία ὥρα. Ὁ μπαρμπα-Κωνσταντὸς δὲν ἐφάνη.
Ὁ ἱερεὺς ἤρχισε ν᾽ ἀγανακτῇ.
―Ὁ ἀσυνείδητος! ὁ μωρός… Ἥμαρτον, Κύριε! «Ἀνθρώπους καὶ κτήνη».
Ἤθελε νὰ στείλῃ ἕνα τῶν ποιμένων εἰς τὴν πολίχνην, ὅπως ζητήσῃ καὶ εὕρῃ ἕνα συλλειτουργὸν νὰ τοῦ φέρῃ. Ἀλλ᾽ οἱ ποιμένες καὶ οἱ βοσκοὶ ὅλοι ἔρρεγχον ἐξηπλωμένοι μεταξὺ τῶν σχοίνων καὶ τῶν κομαρεῶν, τυλιγμένοι εἰς τὰς κάπας των, εὐχαριστημένοι ὅτι ἐπανῆλθεν ἡ ἄνοιξις καὶ εὕρισκαν ὀλιγώτερον παγερὰν τῆς γῆς τὴν ὑγρασίαν. Καὶ αἱ γυναῖκές των πλαγιασμέναι καὶ αὐταί, ὕπνωττον ὀλιγώτερον ἀκουστῶς ὄπισθεν τοῦ ἱεροῦ Βήματος, τυλιγμέναι μὲ τὰ χράμια καὶ τὰ κιλίμια, τὰ ὁποῖα εἶχον φέρει ἐπεστρωμένα ἐπὶ τῶν σαγμάτων τῶν ὄνων. Καὶ αἱ ἐκ τῆς πολίχνης ἐλθοῦσαι γυναῖκες, κύπτουσαι ἐπὶ τῶν καλαθίων των, ἔξω τῆς θύρας τοῦ ναοῦ, ὑπὸ τὸν ἐστεγασμένον πρόναον καὶ ἐντὸς τῆς ξυλίνης κιγκλίδος, ἐλαγοκοιμῶντο καὶ αὐταί. Μόνον ὁ ἱερεὺς ἀνησύχει καὶ ἦτο ἄγρυπνος.
― Τὰ ξέρω ἐγὼ ἀπ᾽ ὄξου τὰ πλιότερα τὰ γράμματα, παπά, τοῦ ἔλεγεν ἡ θειὰ τὸ Μαθηνώ, διὰ νὰ τοῦ δώσῃ θάρρος· τὰ κανοναρχῶ κειδὰ στ᾽ αὐτὶ τοῦ γερο-Φιλιππῆ, κι ὁ γερο-Φιλιππής, ὁπού ᾽ν᾽ θεοφοβούμενος ἄνθρωπος, θὰ τὰ λέῃ κειδὰ ὅπως-ὅπως…
― Νά δὰ ἡ ὥρα νὰ σὲ κάμουμε καὶ ψάλτη, Μαθηνώ! ἀπήντησε γελάσας ὁ ἱερεύς.
― Ψάλτης δὲ θὰ γένω, μόνε κανονάρχος. Μοναχοί μας θά ᾽μαστε… Κανένας γραμματισμένος δὲν εἶναι γιὰ νὰ μᾶς γελάσῃ… Ἡ ἁγιωσύνη σ᾽ βρίσκεις τὸν ἦχο τοῦ μπαρμπα-Φιλιππῆ, κ᾽ ἐγὼ τοῦ λέω τὰ λόγια ὅσα θυμοῦμαι. Νά ᾽ξερα ἀπὸ μέσα ἀπ᾽ τὸ χαρτὶ νὰ διαβάσω, θαρρῶ πὼς δὲ θὰ ἦτον ἁμαρτία νὰ ψάλω καὶ μοναχή μου.
Ὣς τόσον ἐπλησίαζε μεσονύκτιον, καὶ δὲν ἦτον ἐλπὶς νὰ ἔλθῃ πλέον ὁ μπαρμπα-Κωνσταντός, ὁ τρίτος πάρεδρος. Ὁ ἱερεὺς δὲν ἀπεφάσισε νὰ ἐξυπνίσῃ κανένα ἐκ τῶν βοσκῶν καὶ τὸν στείλῃ εἰς τὴν πόλιν, ὡς ἐσκέφθη κατ᾽ ἀρχάς, διότι ἐλογάριασεν ὅτι τόσαι ὀλίγαι ὧραι ἔμενον ἕως νὰ ξημερώσῃ, ὥστε μέχρις οὗ ὑπάγῃ ὁ ἀποσταλησόμενος εἰς τὴν πόλιν, ζητήσῃ καὶ κατορθώσῃ νὰ εὕρῃ ψάλτην, ἑωσότου πείσῃ καὶ φέρῃ αὐτόν, καὶ φθάσωσιν ὁμοῦ εἰς τὸν Ἅγιον Ἰωάννην, θὰ ἦτο ἀκριβῶς δύο ὧρες ἡμέρα… καὶ ἡ Ἀνάστασις ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ τὰ μεσάνυκτα, ἢ καὶ βραδύτερόν τι.
Ὁ παπα-Διανέλος ἐσηκώθη στενάζων, εἰσῆλθεν εἰς τὸν ναόν, καὶ προσεκύνησεν εἰς τὰς βαθμίδας τοῦ ἱεροῦ Βήματος. Εὐθὺς κατόπιν του ἔτρεξαν ἡ γρια-Μαθηνὼ καὶ ἡ θειὰ τὸ Σειραϊνώ, ἡ σημαιοφόρος τῶν πανηγύρεων. Αἱ δύο γυναῖκες ἤρχισαν νὰ ἀναζωπυρῶσι τὰ φιτίλια, νὰ ρίπτωσιν ἔλαιον εἰς τὰς κανδήλας καὶ νὰ κάμνωσιν ἐγκαρδίους σταυρούς. ᾘσθάνοντο ἀνέκφραστον χαρὰν καὶ γλύκαν εἰς τὰ σωθικά των. Ἦτο Ἀνάστασις, Ἀνάστασις! Τὸ πρόσωπον τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ ἔλαμπε μὲ ἅγιον φῶς, δεξιὰ τῆς Ἱερᾶς Πύλης. Ἡ μορφὴ τῆς Δεσποίνης Θεοτόκου ἤστραπτεν ἐξ ἀφάτου χαρᾶς ἀριστερόθεν, κρατούσης τὸ θεῖον βρέφος της. Ἡ ὄψις τοῦ τιμίου Προδρόμου, μὲ ἕνα βόστρυχον τῆς κόμης φρίττοντα πρὸς τὰ ἄνω, ὡς νὰ ἔμεινεν ἀνωρθωμένος ἀπὸ τὴν πρόσψαυσιν τοῦ θηριώδους δημίου τοῦ ἀποκόψαντος τὴν σεβάσμιον κάραν τοῦ μείζονος ἐξ ὅσων ἐγέννησαν κατὰ φύσιν αἱ γυναῖκες ἀνδρῶν, ἐσελαγίζετο ἐκ μυστικῆς εὐφροσύνης παραπλεύρως ἐκείνου οὗ τὴν φρικτὴν κορυφὴν ἠξιώθη νὰ χειροθετήσῃ. Καὶ ὁ ἠγαπημένος μαθητὴς ἦτο ἀκόμη ἐκεῖ, καὶ συνέχαιρεν ἐπὶ τῇ Ἀναστάσει, ἂν καὶ πτυχή τις μερίμνης συνέστελλε τὸ ὑψηλὸν μέτωπόν του, προβλέποντος ὅτι θρασὺς ἱερόσυλος ἔμελλε μετ᾽ οὐ πολὺ νὰ τὸν ἁρπάσῃ ἐκ τῆς κόγχης του διὰ νὰ τὸν μεταφέρῃ εἰς Ἀθήνας καὶ τὸν καθιδρύσῃ ὄχι εἰς ναὸν καὶ ὁλοκαύτωμα καὶ θυσιαστήριον, ὄχι εἰς τόπον τοῦ καρπῶσαι, ἀλλ᾽ εἰς Μουσεῖον, Ὕψιστε Θεέ! εἰς Μουσεῖον, ὡς νὰ εἶχε παύσει ν᾽ ἀσκῆται εἰς τὸν τόπον τοῦτον ἡ χριστιανικὴ λατρεία, καὶ τὰ σκεύη αὐτῆς ν᾽ ἀνῆκον εἰς θαμμένον παρελθόν, καὶ νὰ ἦσαν ἀντικείμενον περιεργείας!… Ἵλεως γενοῦ αὐτοῖς, Κύριε!
*
Τέλος, δὲν ἦτο ἐλπὶς νὰ ἔλθῃ ὁ κὺρ Κωνσταντός, καὶ ὤφειλον ἐκ τῶν ἐνόντων νὰ ψάλωσι τὴν ἀκολουθίαν. Αἱ ἐκ τῆς πόλεως γυναῖκες, ἡ μία μετὰ τὴν ἄλλην, ἀποτινάξασαι τὴν ὑπνώδη νάρκην, εἰσῆλθον εἰς τὸν ναΐσκον. Αἱ ἐκ τῶν ἀγρῶν ποιμενίδες δὲν ἤργησαν νὰ ἐξυπνήσωσιν, ὁ δὲ παπα-Διανέλος ἐξῆλθε πρὸς στιγμήν, καὶ λαβὼν τεμάχιον παλαιᾶς σανίδος καὶ σφυροειδὲς ξύλον, κατεσκεύασεν αὐτοσχέδιον σήμαντρον, διότι φεῦ! δὲν ὑπῆρχε πρὸ πολλοῦ κώδων, ὅστις νὰ ἐξυπνᾷ τοὺς πρὸ αἰώνων κοιμηθέντας καὶ νὰ συγκινῇ τὴν κόνιν τῶν ἀπὸ γενεῶν κοιμηθέντων κατοίκων τῆς πάλαι ποτὲ ὑπαρξάσης πόλεως. Διὰ τοῦ σημάντρου τούτου ἤρχισε νὰ κρούῃ ὁ ἱερεὺς εἰς τροχαίους πρῶτον (τὸν Ἀδάμ, Ἀδάμ, Ἀδάμ) εἶτα εἰς ἰάμβους (τὸ τάλαντον, τὸ τάλαντον), καὶ νὰ ἐξυπνᾷ τὰς μεσονυκτίους ἠχούς. Οἱ βοσκοὶ ἐνωτισθέντες τὸν μονότονον ἦχον ἐτινάχθησαν διὰ μιᾶς ἐπάνω, ἐπέταξαν τὰς κάπας των, ἐνίφθησαν καὶ ἔτρεξαν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, κρατοῦντες τὰς λαμπάδας των. Ὁ ἱερεὺς ἔβαλεν εὐλογητόν, ἔψαλε μόνος του τὴν παννυχίδα, ὅλον τὸ Κύματι Θαλάσσης, ἐθυμίασεν, ἔκαμεν ἀπόλυσιν, εἶτα φορέσας ἐπιτραχήλιον καὶ φελόνιον, ἤναψε μεγάλην λαμπάδα, καὶ βαστάζων αὐτὴν ἐξῆλθεν εἰς τὰ βημόθυρα καὶ ἤρχισε νὰ ψάλλῃ μεγαλοφώνως τὸ Δεῦτε λάβετε φῶς. Οἱ βοσκοὶ ἤναψαν τὰς λαμπάδας των, ὁμοίως καὶ αἱ γυναῖκες, κ᾽ ἐξῆλθον ὅλοι εἰς τὸ προαύλιον, τοῦ ἱερέως κρατοῦντος τήν τε Ἀνάστασιν καὶ τὸ Εὐαγγέλιον μετὰ τοῦ θυμιατοῦ, καὶ ψάλλοντος, Τὴν Ἀνάστασίν σου, 〈Χριστὲ〉 Σωτήρ. Εἶτα ἡ ἱερὰ εἰκὼν καὶ τὸ Εὐαγγέλιον, ἀπετέθησαν ἐπὶ τῆς πεζούλας, ἐκπληρούσης χρέη τρισκελίου, ἐφ᾽ ἧς αἱ γυναῖκες εἶχον στρώσει μεταξοϋφὲς μακρὸν προσόψιον. Ὁ ἱερεὺς ἀνέγνω ἀργὰ τὸ κατὰ Μᾶρκον Διαγενομένου τοῦ Σαββάτου, εἶτα θυμιάσας καὶ ἐκφωνήσας τὸ Δόξα τῇ ὁμοουσίῳ, ἤρχισε νὰ ψάλλῃ λαμπρᾷ τῇ φωνῇ τὸ Χριστὸς ἀνέστη. Ἀφοῦ τὸ ἔψαλε τρὶς ὁ ἴδιος, καὶ ἀνὰ ἅπαξ ἢ δὶς δύο τῶν βοσκῶν, οἵτινες δὲν ἦσαν μὲν πλέον γραμματισμένοι ἀπὸ τοὺς λοιπούς, ἀλλ᾽ εἶχον ὀλιγώτερον τραχεῖαν τὴν προφορὰν κ᾽ «ἐγύριζε κάπως ἡ γλῶσσά των», ἔλαβε θάρρος καὶ ἡ θεια-Μαθηνὼ καὶ τὸ ἔψαλεν ἅπαξ, ὁμοίως καὶ ἡ θειὰ τὸ Σεραϊνώ, ἐνῷ τὸ Καλλιοπὼ καὶ τὸ Ἀγλαὼ καὶ ἡ Ἀννούδα καὶ ἄλλαι γυναῖκες ἔπνιγον τοὺς καγχασμούς των εἰς τὰς παλάμας, μὲ τὰς ὁποίας ὡς δι᾽ ἑκουσίου φιμώτρου εἶχον περιλάβει τὰ στόματά των.
Τελευταῖον εἰς ἐπισφράγισιν τὸ ἔψαλε πάλιν ὁ ἱερεύς, καὶ εἶτα εἶπε τὰ Εἰρηνικά. Μεθ᾽ ὅ, ἀναλαβὼν τὴν Ἀνάστασιν καὶ τὸ Εὐαγγέλιον, εἰσῆλθεν εἰς τὸν ναόν, ἀκολουθούμενος ὑπὸ τοῦ λαοῦ. Ἔψαλε τὸ Ἀναστάσεως ἡμέρα καὶ τὰ δύο τροπάρια τῆς πρώτης ᾠδῆς, ἀκολούθως εἰσῆλθεν εἰς τὸ ἱερόν, καὶ ἐξελθὼν πάλιν, ἔλαβε καιρόν*, καὶ πάλιν εἰσῆλθε, καὶ ἤρχισε νὰ φορῇ ὅλην τὴν ἱερὰν στολήν του. Ἡ ψαλμῳδία εἶχε διακοπῆ ἐξ ἀνάγκης. Ἡ θεια-Μαθηνὼ ἐπλησίασεν εἰς τὸν γερο-Φιλιππήν, πρωτοκάθεδρον τῆς τάξεως τῶν ποιμένων, κ᾽ ἐδοκίμασε νὰ κανοναρχήσῃ πρὸς αὐτόν.
― Ψάλε, γερο-Φιλιππή, «Καθαρθῶμεν τὰς αἰσθήσεις».
Ἀλλὰ τοῦ γερο-Φιλιππῆ δὲν ἐγύριζεν ἡ γλῶσσά του νὰ εἴπῃ Καθαρθῶμεν τὰς αἰσθήσεις.
Τότε ἡ θειὰ τὸ Μαθηνὼ ἤρχισε σιγὰ-σιγὰ νὰ ψάλλῃ:
Καθαρθῶμεν τὰς αἰσθήσεις καὶ ὀψόμεθα, τῷ ἀπροσίτῳ φωτὶ τῆς Ἀναστάσεως, κτλ.
Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ ἀκριβὴς προφορὰ εἰς τὸ στόμα της ἦτο Καθαρθῶμεν τὰς ἰσθήσεις κὶ οὐψόμεθα
― Αὐτὸ τὸ εἴπαμε, βλοημένη, ἔκραξεν ὁ ἱερεὺς ἀπὸ τοῦ ἱεροῦ Βήματος. Δεῦτε πόμα πίωμεν καινόν, εἶναι τώρα.
― Ἄ! Ναί, ἔκαμεν ἡ θειὰ τὸ Μαθηνὼ καὶ ἤρχισε:
Δεῦτε πόμα πίουμιν κινόν
Ἀλλ᾽ ὁ ἱερεύς, ὅστις ἐξηκολούθει νὰ ἐνδύηται, ἐνόησεν ὅτι ἢ τὴν προσκομιδὴν ἔπρεπε ν᾽ ἀναβάλῃ, ἢ τὴν ἀκολουθίαν νὰ διακόψῃ. Καὶ ταῦτα μὲν ἐπεδέχοντο οἰκονομίαν, ἀλλὰ δὲν ἔβλεπε πῶς θὰ τὰ ἐκατάφερναν εἰς τὴν λειτουργίαν.
Ἐφόρει ἓν ἕκαστον τῶν ἀμφίων κ᾽ ἐψιθύριζε τὰ διατεταγμένα λόγια:
«Ἀγαλλιάσεται ἡ ψυχή μου ἐπὶ τῷ Κυρίῳ, ἐνέδυσε γάρ με ἱμάτιον σωτηρίου καὶ χιτῶνα εὐφροσύνης περιέβαλέ με. Ὡς νυμφίον περιέβαλέ με μίτραν καὶ ὡς νύμφην κατεκόσμησέ με κόσμῳ.»
Εἶτα ἤρχιζε νὰ ψάλλῃ τὰ τροπάρια τοῦ Κανόνος:
Νῦν πάντα πεπλήρωται φωτός, οὐρανός τε καὶ γῆ καὶ τὰ καταχθόνια
Εἶτα πάλιν, φορῶν τὸ ἐπιτραχήλιον ὑπεψιθύριζεν: «Εὐλογητὸς ὁ Θεὸς ὁ ἐκχέων τὴν χάριν αὑτοῦ ἐπὶ τοὺς ἱερεῖς αὑτοῦ, ὡς μύρον ἐπὶ κεφαλῆς τὸ καταβαῖνον ἐπὶ πώγωνα…»
Καὶ πάλιν ἔψαλλε:
Χθὲς συνεθαπτόμην σοι Χριστέ, συνεγείρομαι σήμερον ἀναστάντι σοι
Εἶτα φορῶν τὸ περιζώνιον, ἔλεγεν:
«Εὐλογητὸς ὁ Θεὸς ὁ περιζωννύων με δύναμιν, καὶ ἔθετο ἄμωμον τὴν ὁδόν μου.» Ἢ περνῶν τὸ ἓν ἐπιμάνικον, ἀπήγγελλεν: «Ἡ δεξιά σου χεὶρ Κύριε, δεδόξασται ἐν ἰσχύι…»
Καὶ διακόπτων τοῦτο, ἔψαλλε τὴν καταβασίαν:
Δεῦτε πόμα πίωμεν καινόν, οὐκ ἐκ πέτρας ἀγόνου
Ἀφοῦ ὅμως ἐνεδύθη τὴν ἱερατικὴν στολὴν ὅλην, ἐξῆλθεν ἔξω κ᾽ ἐχοροστάτησε, κ᾽ ἔψαλεν ὁ ἴδιος ὅλον τὸν Κανόνα, ἔμελλε δὲ νὰ μεταβῇ εἰς τοὺς Αἴνους καὶ ν᾽ ἀρχίσῃ τὸν ἀσπασμόν, ὅταν εἷς τῶν βοσκῶν, ὅστις εἶχεν ἐξέλθει, διὰ νὰ ἰδῇ πῶς εἶχον αἱ αἶγές του, ἐπανῆλθεν εἰς τὸν ναΐσκον καὶ ἀνήγγειλεν ὅτι κάποιος φωνάζει βοήθειαν μέσα ἀπ᾽ τοῦ Χαιρημονᾶ τὸ ρέμα, καὶ ὅτι εἶναι βαθιὰ κάτω καὶ δὲν τὸν εἶδε, μόνον τὴν φωνήν του ἤκουσεν.
Ὁ ἱερεὺς ἐστράφη.
― Τί τρέχει;
― Δὲ ξέρου τί νὰ εἶναι, εἶπεν ὁ βοσκός… βαθιὰ κάτ᾽ χουϊάζει… «ποῦ εἴσαστε, ποῦ εἴσαστε;» Νὰ πάρου μιὰ λαμπάδα νὰ πάου νὰ ἰδῶ;
― Νὰ πᾷς.
Δύο ἢ τρεῖς ἄλλοι νεαροὶ βοσκοὶ καὶ ποιμένες ἔλαβον ἀμέσως τὰς λαμπάδας των κι ἔτρεξαν ἔξω.
*
Ἀφοῦ ἔφερε γῦρο ὅλην τὴν ἡμέραν τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, ὁ κὺρ Κωνσταντὸς ὁ Ζ᾽μαροχάφτης, τρίτος πάρεδρος κτλ., ἐπὶ τέλους, ὣς δύο ὥρας πρὸ τῆς δύσεως τοῦ ἡλίου, ἀπεφάσισε νὰ ἐξέλθῃ εἰς τὰ Λιβάδια, ἔξω τῆς πόλεως, ὅπου εἶχε δεμένον τὸ ὀνάριόν του, διὰ νὰ τὸ λύσῃ, ὅπως φορτώσῃ ἐπ᾽ αὐτοῦ τὴν μικρὰν ἀποσκευήν του, καὶ ἐκκινήσῃ διὰ τὸν Ἅγιον Ἰωάννην τὸν Πρόδρομον, καθ᾽ ἣν εἶχε δώσει ὑπόσχεσιν εἰς τὸν παπα-Διανέλον. Ἀλλὰ τότε μόνον ἐνόησεν ὅτι εἶχε λησμονήσει ἀπὸ τὸ πρωὶ νὰ τὸ ἀλλάξῃ, ἤτοι νὰ τὸ μετατοπίσῃ εἰς ἄλλην βοσκήν, καὶ τὸ πτωχὸν τὸ ὀνάριον δὲν ἐφαίνετο πολὺ χορτᾶτον, ὅταν ὁ κύριός του τὸ ἔλυσεν. Ἐκ τοῦ τρόπου μεθ᾽ οὗ ἀνώρθωσεν ἐλαφρῶς τὰ χαμηλωμένα αὐτιά του, τὸ ζῷον ἐφαίνετο νὰ ἐλπίζῃ ὅτι ὁ ἀφέντης του θὰ τὸ μετέθετε τέλος εἰς ἄλλην βοσκήν, ἀλλ᾽ ὁ μπαρμπα-Κωνσταντὸς τὸ ὡδήγησεν εἰς τὴν οἰκίαν του, ὅπου ἐφόρτωσεν ἐπάνω του ἕνα πενιχρὸν τορβάν, περικλείοντα τρόφιμα, ἐπέστρωσεν ἐπὶ τοῦ σάγματος παλαιὸν ξεθωριασμένον κιλίμιον, καὶ ἀναβὰς ὁ ἴδιος ἐκάθισε μονόπλευρα ἐπ᾽ αὐτοῦ.
Ἔκαμε τὸν σταυρόν του κ᾽ ἐξεκίνησεν. Ἀλλὰ δὲν ἤργησε νὰ καταλάβῃ ὅτι τὸ ζωντόβολον, ἕνεκα τοῦ γήρατος καὶ τῆς μετρίας τροφῆς τὴν ὁποίαν εἶχε λάβει, δὲν θ᾽ ἀντεῖχε καλῶς εἰς τὴν μακρὰν ὁδοιπορίαν, καὶ ὅτι θὰ ἦτο ἱκανὸν νὰ μαραζώσῃ τὸν ἀναβάτην. Ἅμα ἔφθασεν εἰς τὸν Ἐπάνω Ἁι-Γιαννάκην, οὐ μακρὰν τῆς πόλεως, κατέβη καὶ ἀπεφάσισε νὰ ὁδηγῇ τὸ ὀνάριον πεζὸς βαίνων. Ἀλλὰ καὶ πάλιν τὸ ζῷον δὲν ἐβάδιζε καλῶς, μὲ ὅλους τοὺς κτύπους ὅσους τοῦ κατέφερε μὲ μίαν λεπτὴν βέργαν εἰς τὰ ὀπίσω του. Ἀπεφάσισε λοιπὸν ν᾽ ἀπαλλαγῇ τῆς συντροφίας, ἥτις θὰ ἦτο μᾶλλον βάρος ἢ βοήθεια δι᾽ αὐτόν, καὶ νὰ δέσῃ κάπου τὸ ζῷον διὰ νὰ τὸ ἀφήσῃ νὰ βοσκήσῃ. Ἐζήτησε μέρος κατάλληλον διὰ νὰ τὸ δέσῃ, ἀλλὰ δὲν εὗρεν εἰς τὸν Ἐπάνω Ἁι-Γιαννάκην πλουσίαν βοσκήν. Κατέβη ὀπίσω εἰς τὸν Κάτω Ἁι-Γιαννάκην, ἀλλ᾽ ἀφοῦ κ᾽ ἐκεῖ δὲν εὗρεν ἱκανὸν χόρτον, διηυθύνθη ἀπώτερον κάπου εἰς τὴν θέσιν Ἔρμο Χωριό, κ᾽ ἐκεῖ ἔδεσε τέλος τὸ ζῷον εἰς τὴν ρίζαν ἀγρίου δένδρου, ἐντὸς ἀσπάρτου ἀγροῦ καὶ πλησίον εἰς ἕνα φράκτην. Αὐτὸς δὲ ἐφορτώθη εἰς τὸν ὦμον τὸν τορβὰν καὶ τὸ κιλίμιον, ἔβαλεν ὄπισθέν του εἰς τὴν μέσην μικρὸν κλαδευτήρι, καὶ κρατῶν τὴν λεπτὴν ράβδον του, ἐξεκίνησε πεζός. Εἶχε χασομερήσει σωστὴν μίαν ὥραν εἰς ὅλας αὐτὰς τὰς φροντίδας.
«Τώρα, εἶπε μέσα του, εἶναι καιρὸς νὰ τὸ βάλω στὰ πόδια, διὰ νὰ μὴ νυχτώσω (καὶ πάλιν θὰ νυχτώσω), ἐκτὸς ἐὰν ἀπομείνω· ἀλλὰ ν᾽ ἀπομείνω δὲν πρέπει, γιατὶ ἔδωκα ὑπόσχεσιν τοῦ παπᾶ.» Οὕτως εἶπε καὶ οὕτως ἔκαμε. Καὶ ἤρχισε νὰ κόφτῃ δρόμον μὲ ὅλα τὰ ἑξήκοντα ἔτη του, μὲ ὅλον τὸ δημογεροντικὸν καὶ προεστάδικον τῆς διαίτης καὶ τοῦ ἤθους του, τὸ βραχὺ ἀνάστημα, τὸ ὠχρὸν λεπτόδερμον καὶ καταπονημένον πρόσωπον, καὶ μεθ᾽ ὅλον τὸ κανονικόν, καίτοι παλαιὸν καὶ ἐφθαρμένον τῆς βράκας καὶ τοῦ φεσίου. Ἦτο παλαιὸς γεωργοκτηματίας ἀπὸ οἰκογένειαν, μὲ ὅλα τὰ κτήματά του ἐνυπόθηκα, ἐκ τῶν ἁπλοϊκῶν ἐκείνων τοὺς ὁποίους εὗρε λείαν εὔκολον καὶ καλὸν ἕρμαιον ἡ ἄπληστος καὶ ἰδιοτελὴς πανουργία τῶν παντοπωλῶν, μικρεμπόρων καὶ τοκιστῶν τῆς χθές, τῶν νεοπλούτων τῆς σήμερον, κατὰ πόλεις καὶ κώμας.
Ὁ μπαρμπα-Κωνσταντὸς ἀνέβη τὲς Βίγλες καὶ ἔφθασεν εἰς τοῦ Κ᾽φαντώνη τὸ Καλύβι, εἶτα κατέβη εἰς τὸ ρέμα, τὸ συνορεῦον πρὸς τὸ Λεχούνι, ὅπου εὑρίσκεται ὁ νερόμυλος τοῦ Δήμου τοῦ Βλάχου, κ᾽ ἐκεῖθεν ἤρχισε ν᾽ ἀναβαίνῃ τὸν μικρὸν ἀνήφορον τοῦ Ἁγίου Χαραλάμπους.
Ὁ ἥλιος εἶχε δύσει, ὅταν ἔφθασεν εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ βουνοῦ, καὶ ἀντικρὺ τοῦ βραχώδους καὶ ἀποτόμου ὄρους, ὅπου κεῖται τὸ μικρὸν διαλυμένον μονύδριον. Ὁ παπα-Ἀζαρίας ὁ Σύγκελλος, ἡγούμενος τοῦ ἐρήμου ἀδελφότητος μοναστηρίου, οὐδὲν ἄλλο ἔχων πνευματικὸν ποίμνιον εἰμὴ μίαν ὑπέργηρων καλογραῖαν ἐνενηκοντοῦτιν καὶ ἕνα ἄχρηστον ὑποτακτικὸν ἡλικιωμένον, ναυαγὸν τοῦ κόσμου καὶ ἀπόχηρον, εἶχεν ἐξέλθει εἰς τὰ πρόθυρα τῆς μονῆς, καὶ ἔβλεπε τὰς τελευταίας ἀκτῖνας τοῦ ἡλίου ἐπιχρυσούσας διά τινας στιγμὰς ἀκόμη τὰς κορυφὰς τῶν ἀνατολικῶν ἀπέναντι ὀρέων, ὅταν εἶδε τὸν μπαρμπα-Κωνσταντὸν νὰ προκύψῃ ὄπισθεν τῆς τελευταίας αἱμασιᾶς, τῆς χαραττούσης ἑκατέρωθεν τὸν δρόμον.
― Ποῦ σ᾽ αὐτὸ τὸν κόσμο, κὺρ Κωνσταντέ;… Σὰν τὰ χιόνια!
― Εὐλογεῖτε, πάτερ!… Καὶ ὁ μπαρμπα-Κωνσταντός, ἀφοῦ ἔκαμε τὸν σταυρόν του τρίς, ἀποβλέπων πρὸς τὸ ἱερὸν τοῦ Ἁγίου Χαραλάμπους, ἤρχισεν ἀσθμαίνων νὰ διηγῆται πῶς ὁ παπα-Διανέλος ὁ Πρωτέκδικος ἐκλήθη ἀπὸ τοὺς βοσκοὺς καὶ ποιμένας νὰ κάμῃ Ἀνάστασιν καὶ νὰ λειτουργήσῃ ἐπάνω εἰς τὸν Ἅγιον Ἰωάννην τὸν Πρόδρομον, πῶς ἐκάλεσε καὶ αὐτόν, τὸν κὺρ Κωνσταντόν, νὰ ὑπάγῃ νὰ τὸν βοηθήσῃ, πῶς ὁ παπὰς εὑρίσκετο ἀπὸ τῆς πρωίας, ὀπίσω εἰς τὸν Ἅγιον Ἰωάννην, χωρὶς νὰ ἔχῃ ἄλλον βοηθὸν ἢ συλλειτουργόν, πῶς αὐτός, ὁ κὺρ Κωνσταντός, ἠργοπόρησε νὰ ἐκκινήσῃ, ἕνεκα τοῦ ὀναρίου του, τὸ ὁποῖον δὲν ἀντεῖχεν εἰς τὴν ὁδοιπορίαν, καὶ ἤθελε κάθε τόσον ἄλλαγμα βοσκῆς (καὶ ὁ Θεὸς δὲν εἶχε ρίξει τὸ ἔτος ἐκεῖνο ἀφθόνους βροχάς, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ δαψίλεια βοσκῆς εἰς τὰ Λιβάδια), καὶ τέλος, πῶς ὁ κὺρ Κωνσταντὸς εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην ν᾽ ἀποφασίσῃ νὰ ὑπάγῃ πεζὸς ἐπάνω εἰς τὸν Ἅγιον Ἰωάννην διὰ νὰ μὴ γελάσῃ τὸν παπάν, ἐπειδὴ εἶχε δοσμένον τὸν λόγον του, νὰ ὑπάγῃ νὰ τὸν βοηθήσῃ.
― Μὰ τώρα νύχτωσες… θὰ νυχτώσῃς… εἶπεν ὁ Ἁιχαραλαμπίτης ὁ ἱερεύς· πῶς θὰ πᾷς ὣς ἐκεῖ;… εἶναι μιάμιση ὥρα δρόμος ἀκόμα… καὶ τὸ φεγγάρι θ᾽ ἀργήσῃ τρεῖς ὧρες νὰ βγῇ… σκοτίδι, ἄσ᾽βος.
― Πῶς νὰ κάμω; εἶπεν ὁ μπαρμπα-Κωνσταντός, ὅστις ἤρχισεν εὐθὺς νὰ ὀκνῇ καὶ νὰ διστάζῃ.
― Σκοτίδ᾽ ἄσ᾽βος1, ἐπανέλαβεν ὁ παπα-Ἀζαρίας, τὸ φεγγάρι θ᾽ ἀργήσῃ τρεῖς ὧρες… πῶς θὰ πᾷς ὣς ἐκεῖ, μοναχός σου;… Κακοστρατιά, κλεφτότοπος… θὰ πέσῃς σὲ κανένα γκρεμνὸ νὰ κατασκοτωθῇς.
― Τί μὲ συμβουλεύεις, γέροντα, νὰ κάμω;… εἶπε ψοφοδεὴς ὁ μπαρμπα-Κωνσταντὸς ὁ πάρεδρος.
*
Ὁ παπα-Ἀζαρίας ἐσκέφθη πρὸς στιγμήν, ἀλλ᾽ ἡ ὄψις του δὲν ἐξέφραζε πνευματικόν τι. Ἴσως ἔλεγε μέσα του: «Τί ἤθελα, τί γύρευα ἐγὼ νὰ τοῦ πῶ τέτοια πράματα νὰ τὸν δειλιάσω;… Αὐτὸς εἶναι ἕτοιμος… ἀφορμὴ ἐγύρευε νὰ μείνῃ μὲς στὴ μέση… καὶ νὰ κάμῃ Ἀνάσταση στὸν Ἅγιο Χαράλαμπο».
Εἶτα εἶπε μεγαλοφώνως:
― Τί νὰ σοῦ πῶ κ᾽ ἐγώ; Ἐσεῖς πᾶτε καὶ δίνετε ὑπόσχεση, κ᾽ ὕστερα δὲ ξέρετε νὰ σηκωθῆτε μὲ τὴν ὥρα σας τοὐλάχιστον, νὰ πᾶτε κεῖ ποὺ ἔχετε δώσει λόγο… κι ἄλλος ἂς καρτερῇ… ἕνα πρᾶμα ποὺ σοῦ εἶναι κοπιαστικὸ καὶ δύσκολο, ἀπ᾽ ἀρχῆς πρέπει νὰ τὸ συλλογίζεσαι, νὰ τὸ μετρᾷς καλά, νὰ μὴ δίνῃς τὸ λόγο σου… Τί δουλειὰ εἶχες, ἐσύ, νοικοκύρης ἄνθρωπος, νὰ τρέχῃς στὰ κατσάβραχα, ἀπάνω στὸν Ἁι-Γιάννη, γιὰ νὰ κάμῃς Πάσχα;… Δὲν ἤξερες νὰ ᾽ρθῇς στὸν Ἁι-Χαράλαμπο;… Τί σὲ κάμω ἐγώ;… Ἐδῶ θελὰ χρησιμέψῃς… θελὰ ψάλουμε μαζὶ τὴν Ἀνάσταση, θελὰ λειτουργηθῇς μιὰ χαρά, καὶ ἡ μυζήθρα καὶ τὸ χλωρὸ τυρὶ δὲν ἤθελε μᾶς λείψῃ… Ἔχω κ᾽ ἐκεῖνο τὸν ἀχαΐρευτο τὸν ὑποτακτικό μου τὸ Γαβριήλ, ὁποὺ δὲ φελᾷ τίποτε… ἔχω καὶ τὴ γριὰ τὴν Εὐπραξία, ἕνα σωρὸ κόκκαλα, νά ᾽χουμε τὴν εὐκή της… τρεῖς κοῦκοι! Μὰ οἱ βοσκοί, ἂς εἶναι καλά, τὲς καλὲς μέρες ἔρχονται, μᾶς κάνουν γενιά*… μόνον ἐφέτος ποὺ μᾶς πῆρε τοὺς πλιότερους ὁ παπα-Διανέλος, πίσω στὸν Ἁι-Γιάννη, ἀλλὰ μένουν κάτι λιγοστοί…
Ἐνταῦθα ἦλθεν εἰς τὸν παπα-Ἀζαρίαν ὁ πειρασμὸς νὰ κρατήσῃ τὸν κὺρ Κωνσταντὸν εἰς τὸν Ἅγιον Χαράλαμπον, ἀφήνων τὸν παπα-Διανέλον ἄνευ βοηθοῦ, διὰ νὰ τὸν ἐκδικηθῇ διότι τοῦ ἀφῄρεσε τοὺς πλείονας τῶν βοσκῶν του. Ἀλλὰ δὲν τὸ ἐχώρησεν ἡ συνείδησίς του, καὶ ἐντονώτερον ἐξηκολούθησε:
― Τώρα, ὅπως καὶ νὰ τὸ κάμῃς ἄσχημα εἶναι… μὰ τὸ καλύτερο εἶναι νὰ τραβήξῃς τὸ δρόμο σου νὰ πᾷς… Ἔδωκες τὸ λόγο σου… εἶναι μεγάλη ἁμαρτία ν᾽ ἀφήσῃς τὸν παπὰ χωρὶς βοηθό, τέτοια μεγάλη μέρα.
Ὁ μπαρμπα-Κωνσταντὸς δὲν ἀπέσπα τὸ βλέμμα ἀπὸ τὰς κυανᾶς καὶ κοκκίνας ὑάλους τῆς θυρίδος τοῦ ἱεροῦ Βήματος, ἥτις ἐφαίνετο προσελκύουσα αὐτὸν ὡς μαγνήτης, καὶ νοερῶς συνέκρινε τὴν σχετικὴν ἀνάπαυσιν, ἣν θὰ εἶχεν εἰς τὸν Ἅγιον Χαράλαμπον, ὅπου θὰ εὕρισκε ζεστὸν κελλίον μὲ ἄφθονον πῦρ καὶ καφὲν πρὸ τῆς Ἀναστάσεως, μὲ γάλα καὶ αὐγὰ μετὰ τὴν λειτουργίαν, καὶ διπλοῦν θαλπερὸν καὶ ἀναπαυτικὸν ὕπνον πρὸ καὶ μετὰ τὴν ἀκολουθίαν, μὲ τὴν ἐρημίαν, μὲ τοὺς βράχους, τοὺς σχοίνους καὶ τὰς κομαριὰς τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου, ὅπου θὰ ὑπῆρχε μόνον ὕπαιθρον ἢ ἀνεπαρκὲς ὑπόστεγον καὶ παραπολλὴ δρόσος πρωιμωτέρα ἢ ὥστε νὰ εἶναι ἐπιθυμητή.
― Μὴ στέκεσαι καθόλου, ἐπανέλαβεν ὁ Ἁιχαραλαμπίτης· τράβα, γιατὶ θὰ νυχτώσῃς, καὶ θ᾽ ἀργήσῃ τὸ φεγγάρι νὰ βγῇ.
― Τώρα νύχτωσε ποὺ νύχτωσε, εἶπεν ἀποφασιστικῶς ὁ μπαρμπα-Κωνσταντός· καλύτερα εἶναι νὰ καθίσω πρὸς ὥρα νὰ ξεκουραστῶ, ὣς ποὺ νὰ βγῇ τὸ φεγγάρι…
― Καὶ ὕστερα;
―Ὕστερα πηγαίνω μὲ τὸ φεγγάρι.
― Μὰ θὰ πᾷς;
― Θὰ πάω.
― Ξέρεις καλὰ τὸ δρόμο;
― Τί θὰ πῇ;… Μπορεῖ νὰ ἔχω χρόνια νὰ πάω, μὰ τὸν δρόμο τὸν θυμοῦμαι… Κ᾽ ἔπειτα, ἂν ἔρθῃ κανένας ἀπ᾽ τοὺς ξωμερίτες* φίλος μου…
― Ἔ!
― Θὰ τὸν παρακαλέσω νὰ μὲ πάῃ ὀλίγο παραπάνω, εἶπεν ὁ μπαρμπα-Κωνσταντός.
―Ὥστε δὲν ξέρεις καλὰ τὸ δρόμο;
―Ὄχι ἀλλὰ…
― Φοβᾶσαι τὰ στοιχειά; ἐκάγχασεν ὁ ἱερεύς.
― Θεὸς νὰ φυλάῃ… δὲν φοβοῦμαι τίποτε μὲ τὴν δύναμιν τοῦ Θεοῦ… μὰ ἡ συντροφιὰ εἶναι πάντα καλύτερη.
― Ἂς εἶναι, δὲν μπορῶ νὰ σὲ διώξω… ἔμβα μὲς στὸ κελλὶ νὰ ξεκουραστῇς, καὶ σὰ βγῇ τὸ φεγγάρι, νὰ πᾷς…
― Εὐλόγησον.
Ὁ μπαρμπα-Κωνσταντὸς εἰσῆλθεν εἰς τὸ κελλίον, κ᾽ ἐξηπλώθη ἐπὶ τοῦ χαμηλοῦ ἐπεστρωμένου σοφᾶ*, μὲ τοὺς πόδας πρὸς τὴν ἑστίαν, ὅπου ἔκαιεν ἀσθενὲς πῦρ ἑτοιμόσβεστον. Ὁ μπαρμπα-Κωνσταντὸς ἐσκεπάσθη μὲ τὸ κιλίμι τὸ ὁποῖον ἐκόμιζε, καὶ μετ᾽ ὀλίγα λεπτὰ ἀπεκοιμήθη. Ἦτο δὲ ἤδη νύξ.
*
Τὸ κελλίον ὅπου εἶχεν εἰσέλθει ὁ μπαρμπα-Κωνσταντὸς ἦτο τὸ ἓν ἐκ τῶν δύο ὅσα ἐκράτει ὁ ἡγούμενος, τὸ ὁποῖον ἐχρησίμευεν ἅμα ὡς προθάλαμος, ὡς μαγειρεῖον καὶ ὡς πρόχειρον «ἀρχονταρίκι». Μόλις εἶχεν ἀποκοιμηθῆ ὁ γηραιὸς πάρεδρος, καὶ εἰσῆλθεν ὁ ὑποτακτικὸς Γαβριήλ, μὲ ἄσπρον κιουλάφι, μὲ ζωστικὸν πάνινον ξεθωριασμένον καὶ χωρὶς ράσον, κρατῶν λυχνίαν μὲ τὴν ἀριστεράν, καυσόξυλα καὶ χαμόκλαδα μὲ τὴν δεξιάν.
― Ἄλλος μουσαφίρης πάλε! ἐγόγγυσεν ἅμα εἶδε τὸν κὺρ Κωνσταντὸν κοιμώμενον· κουτσοὶ-στραβοὶ στὸν Ἁι-Παντελέημονα! Εὐλόγησον, πατέρες!
Ἐκρέμασε τὸ λυχνάριον ἐπὶ τοῦ πτερυγίου τῆς ἑστίας, ἐγονάτισε καὶ ἤρχισε νὰ ξανάπτῃ τὴν φωτιάν, καὶ ἐξηκολούθησεν:
― Ἀπὸ ποῦ μὲ τὸ καλό, αὐτὸς πάλε! Ἂς εἶν᾽ καλὰ οἱ χριστιανοί! Τὰ ποτήρια ξεπλύνετε, καὶ οἱ παῖδες ἂς κερνοῦν. Ζήτω ἡ κρασοκατάνυξις! εὐλόγησον, πατέρες!
Ἔκυψεν εἰς τὴν ἑστίαν καὶ ἤρχισε νὰ φυσᾷ διὰ φυσητῆρος ἐκ καλάμου. Εἶτα ἐπανέλαβεν:
― «Ἔδωκας ἡγούμενε, τῶν καλογήρων διακόνημα…»
Ἔψαλε τοῦτο εἰς ἦχον τέταρτον, μεθ᾽ ὃ εἰς πεζὸν λόγον προσέθηκε:
― Ποῦ τοὺς βρίσκει, ὁ γέροντάς μου, καὶ τοὺς μαζώνει! Τρέχα, Γαβριήλ. Καφέδες, Γαβριήλ. Καὶ νὰ ἔφερναν τίποτε πρόσφορα, τὸ ἐλάχιστο! Μ᾽ αὐτοὶ ἔρχονται ἄδεια τὰ χέρια. «Τοῦ κελλάρη ἔδωκας κλειδιὰ εἰς τὰ χέρια του» (τοῦτο τὸ εἶπε ψαλτά· εἶτα χῦμα). Βάστα, γερο-Γαβριήλ. Σὰν εἶσ᾽ ἀββάς, βάστα!
Τὴν στιγμὴν ἐκείνην, ὁ μπαρμπα-Κωνσταντὸς ἔκαμε κίνησίν τινα, ἐμισοξύπνησε, κ᾽ ἐγύρισεν ἀπὸ τὸ ἄλλο πλευρόν.
― Χαλάλι νὰ τοῦ γίνῃ! ἐγόγγυσεν ὁ πάτερ Γαβριήλ. Νυστασμένος μᾶς ἦλθε, ὁ ἄνθρωπος. Θέλω νὰ ξέρω, αὐτοί, κάτω στὸ χωριό, δὲν κοιμοῦνται τάχα, δὲν ἔχουν σπίτια, δὲν ἔχουν κάμαρες; Κινοῦν δύο ὧρες δρόμο κ᾽ ἔρχονται στὸν Ἁι-Χαράλαμπο γιὰ νὰ κοιμηθοῦν; Ταμάμ*! Εὐλόγησον, πατέρες…
Καὶ εἶτα ἔψαλε:
― «Δίδει τὸν οἶνον λιγοστόν…»
Ἀλλ᾽ ὁ μπαρμπα-Κωνσταντός, καίτοι στραφεὶς ἐπὶ τοῦ ἄλλου πλευροῦ, δὲν ἐπανεῦρε τὸν ὕπνον, ἀλλ᾽ ἀνασηκωθεὶς ἐπὶ τοῦ ἀγκῶνος, ἐγύρισε βλέμμα πρὸς τὸν μοναχὸν καὶ τὸν ἠρώτησε:
― Τί ὥρα εἶναι, πάτερ;
― Τί ὥρα;… ὥρα ποὺ νύχτωσε… ὥρα ποὺ φέγγουν τ᾽ ἀστέρια…
― Τὸ φεγγάρι δὲ βγῆκε ἀκόμα;
― Τί νὰ σὲ κάμῃ τὸ φεγγάρι, χριστιανέ μου;… Τὸ φεγγάρι δὲν κόβει μονέδα…
― Περιμένω νὰ βγῇ τὸ φεγγάρι γιὰ νὰ φύγω, καὶ γι᾽ αὐτὸ σ᾽ ἐρωτῶ, εἶπεν ἡσύχως ὁ μπαρμπα-Κωνσταντός.
― Νὰ φύγῃς;… γιὰ ποῦ, ἂν θέλῃ ὁ Θεός;
― Δὲν ἦρθαν τίποτε ξωμερίτες ἀπ᾽ τὰ καλύβια;
― Μοῦ κάνουν τὴ χάρη νὰ μὴ ᾽ρθοῦν, εἶπεν ὁ Γαβριήλ. Σοῦ φέρνουν ἕνα πρόσφορο καὶ σοῦ φαρμακώνουν μιὰ κόττα ὁλάκερη· σοῦ φέρνουν ὀλίγο νᾶμα, καὶ σοῦ ἀδειάζουν μιὰ δαμιτζάνα σωστή…
*
Τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἠκούσθη ἡ φωνὴ τοῦ ἡγουμένου ἀπὸ τῆς θύρας τοῦ κελλίου.
― Ἄ! ξυπνητὸς εἶσαι, κύριε πάρεδρε, ἔλεγεν ὁ παπα-Ἀζαρίας· κ᾽ ἐγὼ ἐνόμισα, ὅτι ὁ Γαβριὴλ ὡμιλοῦσε πάλι μοναχός του, καθὼς τὸ συνηθίζει. Καλὰ ποὺ ἔπιασε κουβέντα μὲ ἄνθρωπον.
― Χμ… Γχ… ἔπνιξε τοὺς γογγυσμούς του μέσα του ὁ Γαβριήλ. Εἶτα ψιθύρῳ τῇ φωνῇ προσέθηκεν: Εὐλόγησον, πατέρες!
― Δὲν ἐκοιμήθηκα καθόλου, γέροντα, ἀπήντησεν ὁ μπαρμπα-Κωνσταντός, ὅστις πράγματι δὲν ἐνθυμεῖτο ποσῶς ἂν εἶχε κοιμηθῆ ἢ ὄχι.
― Καὶ δὲν ἄκουσες τὸν Γαβριὴλ νὰ μιλῇ μοναχός του;…
― Δὲν τὸν ἄκουσα… Ἴσως νὰ ἔκλεψα ἕναν ὕπνον ἴσα μὲ ἕνα Πιστεύω.
― Περιμένω τοὺς βοσκούς, ὅπου εἶναι ἔφθασαν, εἶπεν ὁ Ἁιχαραλαμπίτης ἱερεύς· ἅμα ἔλθουν, ἐγὼ ὁ ἴδιος θὰ ὑποχρεώσω ἕναν ἀπ᾽ αὐτοὺς νὰ σὲ συντροφέψῃ γι᾽ ἀπάνου…
― Εὐλόγησον, εἶπεν ὁ μπαρμπα-Κωνσταντός, ὅστις δὲν τὸ ἐπεθύμει διακαῶς μέσα του.
―Ὣς ποὺ νὰ ἔλθουν, ἐπανέλαβεν ὁ παπα-Ἀζαρίας, ἐπειδὴ συνηθίζω καὶ διαβάζω τὰς Πράξεις ἀποβραδύς, κατὰ τὸ παλαιὸν Τυπικόν, νὰ πάρουμε ἕναν καφέ, καὶ νὰ μὲ συντροφέψῃς, ἂν ἀγαπᾷς, εἰς τὴν ἐκκλησίαν, διὰ νὰ μὲ βοηθήσῃς νὰ διαβάσουμε μαζὶ τὰς Πράξεις.
― Εὐχαρίστως, εἶπεν ὁ μπαρμπα-Κωνσταντός.
― Τὲς διαβάζω ἐγὼ τὲς Πράξεις, ἐγόγγυσεν ὁ Γαβριήλ, ὅστις ἐζήλευεν ἅμα ἔβλεπεν ἔκτακτον βοηθὸν ἢ ψάλτην ἐν τῷ ναΐσκῳ.
―Ἐσύ, Γαβριήλ, θὰ κάμῃς περισσότερα λάθη ἀπὸ ὅσες λέξεις εἶναι τυπωμένες μὲς στὸ βιβλίο. Μόνον νὰ μᾶς κάμῃς δύο καλοὺς καφέδες, ἰδιορρυθμίτικους3, καὶ νὰ μᾶς τοὺς φέρῃς ἀπὸ κεῖ. Ὁρίστε, κὺρ Κωνσταντέ, νὰ περάσουμε στὸ κελλὶ τὸ ἄλλο.
Ὁ μπαρμπα-Κωνσταντὸς ἠγέρθη, ἔλαβε τὴν ράβδον του, τὸν τορβὰν καὶ τὸ κιλίμι καὶ μετέβη εἰς τὸ κελλίον τοῦ πατρὸς Ἀζαρία.
*
Οἱ τρεῖς νεαροὶ βοσκοί, κρατοῦντες τὰς λαμπάδας των χαμηλὰ μὲ τὴν ἀριστεράν, περισκέποντες τὸ φῶς μὲ τὴν δεξιὰν ἀπὸ τῆς προσπνεούσης νυκτερινῆς αὔρας, ἐνῷ ἡ σελήνη, ὑψηλὰ ἀναπλέουσα τὸν οὐρανόν, εἶχε κρυφθῆ εἰς σύννεφα, ἔτρεξαν πρῶτοι ἐμπρός, ὁ δὲ πρῶτος ἀναγγείλας τὴν εἴδησιν αἰπόλος ἤρχετο ὀπίσω. Κατέβησαν κάτω εἰς τὸ ρεῦμα, χωρὶς ν᾽ ἀκούωσι φωνάς, καὶ ἤρχισαν νὰ ὑποπτεύωσιν ὅτι ὁ πρῶτος βοσκὸς ἴσως εἶχεν αὐτιασθῆ*, καὶ εἶχεν ἀκούσει φωνὰς μὴ ὑπαρχούσας πράγματι. Ἀλλ᾽ ὁ αἰπόλος διεμαρτύρετο λέγων ὅτι δὲν ἠπατήθη, καὶ ὅτι εἶχεν ἀκούσει εὐκρινῶς φωνὴν λέγουσαν: «Ποῦ εἴσαστε; Ποῦ εἴσαστε;»
Διὰ νὰ βεβαιωθῇ ἔτι μᾶλλον αὐτὸς πείθων καὶ τοὺς ἄλλους, ὁ βοσκὸς ἤρχισε νὰ φωνάζῃ: «Ἔ! δῶ εἴμαστε! Ποιὸς εἶναι;»
Ἀσθενὴς φωνὴ ἀπήντησεν. Ἀλλὰ δὲν διέκριναν τὰς λέξεις.
Ἀφοῦ προέβησαν ὀλίγα βήματα παρεμπρός, οἱ βοσκοὶ πάλιν ἐφώναξαν: «Ἔ! ποιὸς εἶσαι; Ποῦ βρίσκεσαι;»
Ἡ φωνὴ εὐκρινέστερον ἀπήντησε:
«Δῶ εἶμαι!… ἐλᾶτε παραδῶ…» Καὶ ἡ φωνὴ ἐπνίγη εἰς στεναγμόν.
― Κάποιος θά ᾽πεσε κ᾽ ἐγκρεμοτσακίσθη πουθενὰ μὲς στὸ ρέμα, ἐσκέφθη μεγαλοφώνως ὁ εἷς τῶν βοσκῶν.
Τῷ ὄντι, ὅταν ἤκουσαν τὸν μορμυρισμὸν τοῦ ὕδατος τοῦ μικροῦ χειμάρρου, ρέοντος διὰ μέσου βράχων καὶ ἀμμωδῶν χώρων ἐναλλὰξ εἰς τὸ βάθος τῆς κοιλάδος, κ᾽ ἐπλησίασαν εἰς τὴν ρίζαν ἑνὸς βράχου, εἶδον τὸ σῶμα ἀνθρώπου κειμένου ἐκεῖ, δίπλα εἰς τὸ ψιθυρίζον καὶ κατερχόμενον εἰς τὴν θάλασσαν ἑλικοειδὲς ρεῦμα.
Ἦτο αὐτὸς ὁ κὺρ Κωνσταντός, ὁ τρίτος πάρεδρος.
Τὸν ἀνεκίνησαν. Δὲν ἦτο βαρέως πληγωμένος, ἀλλ᾽ εἶχε βαρέσει εἰς τὴν ἀριστερὰν πλευράν, πεσὼν ἀπὸ ὕψος ἀνδρικοῦ ἀναστήματος, ἀπὸ τὸν βράχον.
Περὶ ὥραν δεκάτην εὐρωπαϊστί, ἀφοῦ ἀνέτειλεν ἡ σελήνη, εἶχεν ἀναχωρήσει ἀπὸ τὸν Ἅγιον Χαράλαμπον, ὄχι τόσον διότι τὸ ἐπεθύμει, ὅσον διότι ὁ παπα-Ἀζαρίας, ὁ ὑποχρεωτικὸς καὶ πρόθυμος φίλος ὅταν ἐπρόκειτο ν᾽ ἀποπέμψῃ ὀχληρόν, εἶχε παρακαλέσει ἕνα τῶν ἐλθόντων χωρικῶν, καὶ εἶχεν ἐπιμείνει ἵνα συνοδεύσῃ οὗτος τὸν μπαρμπα-Κωνσταντὸν ἀπερχόμενον εἰς Ἅγιον Ἰωάννην, ὅπου εἶχε δώσει ὑπόσχεσιν νὰ ὑπάγῃ.
Ὁ χωρικός, μὲ προθυμίαν ὄχι ἐμφαντικωτέραν τῆς τοῦ παπα-Ἀζαρία, μεγαλυτέραν δὲ τῆς τοῦ κὺρ Κωνσταντοῦ, συνώδευσε τὸν πάρεδρον εἰς ἱκανὸν μέρος τῆς ὁδοῦ ἕως εἰς τὰ Καμπιά, εἰς τὸ ὕψος τοῦ βουνοῦ ὁπόθεν ἔπρεπε νὰ κατηφορίσῃ τις διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τὸν ναΐσκον τοῦ Προδρόμου, κ᾽ ἐκεῖ, ἀφοῦ τοῦ ἔδειξεν ἀκριβῶς τὸν δρόμον, τοῦ εὐχήθη καλὴν Ἀνάστασιν καὶ τὸν ἐγκατέλιπε μόνον.
Ὁ μπαρμπα-Κωνσταντὸς ἠκολούθησε κατ᾽ ἀρχὰς ἐπὶ πολὺ τὸν κύριον δρόμον, ὅστις ἦτο μοναδικὸς καὶ εὐδιάκριτος ὑπὸ τὸ φῶς τῆς σελήνης, μόνην συντροφίαν ἔχων τοὺς θάμνους, ὅσοι ἵσταντο δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ διαχαράσσοντες τὴν ὁδόν, τὰ δένδρα τὰ ὁποῖα ἐλάμβανον φανταστικὰ σχήματα ἢ ἐσχημάτιζον σκιὰς ἐν μέσῳ τῶν ὁποίων τὸ ὄμμα ἔβλεπε πολλάκις φάσματα καὶ ἀκινήτους ἀνθρώπους, τοὺς βράχους οἵτινες, καθόσον ἐπλησίαζε πρὸς τὴν βόρειον ἀκτήν, ἐπληθύνοντο κ᾽ ἐξετόπιζον τὰ δένδρα, τὸ δειλὸν κελάδημα ὀλίγων πτηνῶν κρυμμένων εἰς τὰς λόχμας, τὸν κρότον τῆς αὔρας σειούσης τοὺς κλῶνας καὶ τὰς κορυφὰς τῶν δένδρων, καὶ τὸν μυστηριώδη θροῦν τῆς φυλλάδος τὸν παραγόμενον ὑπ᾽ ἀγνώστων νυκτερινῶν πλασματίων, ὑπὸ μικρῶν κατωτέρων πνοῶν κρυπτουσῶν τὴν ὕπαρξίν των ἐν μέσῳ τοῦ σκότους καὶ τῆς μοναξίας.
Ἀλλ᾽ ὅταν ἔφθασεν εἰς μέρος ὅπου ἡ ὁδὸς ἐτέμνετο εἰς δύο μικρὰ μονοπάτια, τὸ ἓν ἀνατολικώτερον, τὸ ἄλλο βορειοδυτικόν, εὑρέθη εἰς ἀμηχανίαν ποῖον μονοπάτι νὰ λάβῃ. Ὅσον καὶ ἂν εἶναι ἐντόπιος εἷς ἄνθρωπος, ὅστις ἐκτάκτως, ἅπαξ κατὰ δύο ἢ τρία ἔτη, ἐξέρχεται εἰς μακρὰν σχετικῶς ἐκδρομήν, εἰς τοὺς μικροὺς τόπους, πάντοτε εὑρίσκεται εἰς ἀμηχανίαν, ὅταν μάλιστα τὸ τοπίον εἶναι κάπως ἄγριον, καὶ δὲν ἔχῃ ὁ ἴδιος κτήματα εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο. Οἱ δρόμοι ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος ἀλλάζουν, πολλάκις παλαιαὶ ὁδοὶ ἐκχερσοῦνται ἢ καλλιεργοῦνται καὶ δὲν πατοῦνται πλέον ἐκ τῆς πλεονεξίας μικροῦ γαιοκτήμονος, ὅστις περιφράττει ἐντὸς τοῦ χωραφίου του ἓν ἢ δύο στρέμματα γῆς περισσότερον, καὶ μεταθέτει τὸν φράκτην μίαν ἢ δύο ὀργυιὰς ἀπωτέρω. Ἐνίοτε συμβαίνει καὶ τὸ ἐναντίον· ἀδιαφιλονίκητος ἐλαιὼν γνωστοῦ κτηματίου πατεῖται καὶ γίνεται δρόμος, χάριν τῆς εὐκολίας τῶν διαβατῶν. Ἄλλοτε οἱ βοσκοὶ καὶ αἱ αἶγές των ἀνοίγουσι νέον μονοπάτι διὰ νὰ ἀραδίζουν*, ἄλλοτε ἐγκαταλείπουσι καὶ ἀφήνουσι νὰ ἐκχερσωθῇ παλαιὰ καὶ γνώριμος ὁδός.
Ἀφοῦ ἐπὶ πολὺ ἐδίστασεν, ὁ μπαρμπα-Κωνσταντὸς ἐπροτίμησε τέλος τὸ βορειανατολικὸν μονοπάτι, καὶ κατέβη ταχέως εἰς τὸ ρεῦμα τοῦ Χαιρημονᾶ. Ἀλλ᾽ ἐκεῖ δὲν δύναται νὰ βαδίζῃ τις, ἐκτὸς ἂν εἶναι δωδεκαετὴς παῖς, καὶ ψάχνει διὰ καβούρια, τὴν ἡμέραν. Ὁ δὲ κὺρ Κωνσταντὸς ἦτο ἑξηκοντούτης, ἦτο νὺξ καὶ δὲν ἐζήτει καβούρια. Τὸ ρεῦμα τῆς πηγῆς τοῦ Χαιρημονᾶ, ἑνούμενον κατωτέρω μὲ τὸ ρεῦμα τῆς Παναγίας Δομάν, σχηματίζει ποτάμιον κατερχόμενον εἰς τὴν θάλασσαν δι᾽ ἀποτόμου κατωφερείας, διὰ βράχων καὶ μικρῶν καταρρακτῶν. Στιγμήν τινα, καθ᾽ ἣν ἡ σελήνη εἶχε κρυβῆ ἄνω εἰς νέφος, δὲν εἶδε καλά, δὲν ἐπάτησε στερεά, ὠλίσθησεν ἀπὸ ἕνα βράχον κ᾽ ἔπεσε μὲ τὴν κεφαλὴν καὶ τὸν κορμὸν εἰς τὴν ἄμμον, μὲ τοὺς πόδας εἰς τὸ νερόν. Ὁ μπαρμπα-Κωνσταντὸς ἐκτύπησεν ἐλαφρῶς καὶ ἐπόνεσεν, ἐκ τοῦ τιναγμοῦ μᾶλλον καὶ τοῦ φόβου, ἢ ἐκ τοῦ κατάγματος. Εὐτυχῶς, ὀλίγῳ πρίν, ὅταν εὑρίσκετο εἰς τὸ ὕψωμα, ἐπάνω εἰς μέγαν ὑπερκείμενον βράχον, εἶχεν ἰδεῖ τὴν ἀντιλαμπὴν τοῦ μικροῦ ναΐσκου, ὅπου ἀρτίως εἶχε ψαλῆ ἡ Ἀνάστασις, καὶ εἶχεν ἐννοήσει ὅτι δὲν ἀπεῖχε πλέον πολὺ ἀπὸ τὸν Ἅγιον Ἰωάννην. Ζαλισμένος ἀπὸ τὴν πτῶσιν, ἤρχισε, μὲ ὅσην εἶχεν ἀκόμη δύναμιν νὰ φωνάζῃ: «Ποῦ εἴσαστε; ποῦ εἴσαστε;» καὶ τὴν φωνὴν ταύτην εἶχεν ἀκούσει ὁ πρῶτος βοσκός, ὅστις εἶχεν ἐξέλθει πρὸς στιγμὴν τοῦ ναοῦ διὰ νὰ ἴδῃ πῶς εἶχον αἱ αἶγές του.
*
Ὁ κὺρ Κωνσταντὸς ἐσηκώθη χωλαίνων, ἠκολούθησε τοὺς βοσκούς, ἔφθασεν εἰς τὸν ναΐσκον, ὅταν ὁ ἱερεὺς εἶχεν ἀρχίσει τὸν ἀσπασμόν, ἐπροσκύνησε καὶ ἔλαβε τὴν θέσιν του εἰς τὸν χορόν. Ἔψαλεν εἰς ὅλην τὴν λειτουργίαν, μὲ ὅλον τὸ πέσιμόν του καὶ τὸ πόνεμά του.
Ἔξω, ὑπὸ τὸ φέγγος τῆς σελήνης, δεξιόθεν τοῦ ναΐσκου, ἔβρεμε γενναῖον πῦρ, καὶ ὁ μπαρμπα-Δημήτρης ὁ Καμπογιάννης, ὁ ἐκ τῶν πλησιοχώρων τῆς πολίχνης ἐλθὼν ποιμήν, εἶχεν ὀβελίσει ἤδη ἕνα ἀμνὸν καὶ τὸν ἔψηνε. Δίπλα του πρόθυμος διὰ νὰ τὸν βοηθῇ ἐκάθητο, ἀκουμβῶν ἐπ᾽ αὐτοῦ τοῦ τοίχου τῆς ἐκκλησίας, ἀνθρωπίσκος τις ἐκ τῆς πόλεως, ὅστις δὲν εἶχεν ἐννοηθῆ πότε καὶ πῶς εἶχεν ἔλθει ἐκεῖ, ὁ Γιάννης ὁ Μπουκώσης. Ἀνάμεσα εἰς τὴν πυρὰν καὶ εἰς τὸν τοῖχον, ὁ μπαρμπα-Δημήτρης ὁ Καμπογιάννης, μὲ τὴν κιτρίνην ζωνάραν, τὸ ξυραφισμένον γένειον καὶ τὸν ἀγκιστροειδῆ μύστακα, εἶχεν ἀφήσει τὸ μαχαίρι του μετὰ τοῦ θηκαρίου, καὶ ὁ Γιάννης ὁ Μπουκώσης ἀπὸ πολλῆς ὥρας δὲν εἶχε παύσει νὰ ρίπτῃ τὸ βλέμμα ἐναλλάξ, εἰς τὸ ροδοκοκκινίζον σφαχτὸν καὶ εἰς τὸ μαχαίριον. Ἀντικρύ, παρὰ τὴν ρίζαν ἑνὸς σχοίνου, ἵστατο μεγάλη ὀκταόκαδος φλάσκα. Ἐκ τοῦ τρόπου μεθ᾽ οὗ ἵστατο ἀκουμβημένη εἰς τὸ κλαδίον τοῦ σχοίνου ἐφαίνετο πλήρης οἴνου, μοσχάτου καὶ μαύρου μεμειγμένου. Τὸ ροδοκοκκινίζον σφαχτὸν ἔκνιζε καὶ ἔσιζεν εἰς τὸ πῦρ, ἡ φλάσκα, ὡς ἄλλη κλῶσσα καλοῦσα τοὺς νεοσσούς της ὑπὸ τὰς πτέρυγας, ἐφαίνετο καλοῦσα τοὺς βοσκοὺς εἰς εὐωχίαν ὑπὸ τοὺς ἀτμούς της, ἑτοίμη νὰ κλώξῃ καὶ νὰ φυσήσῃ εἰς τὴν ἐλαχίστην ἐπαφὴν τῆς χειρός, εἰς τὴν ἐλαχίστην προσέγγισιν τοῦ χείλους εἰς τὴν θηλήν της.
Δύο χωρικοὶ ὄρθιοι, πέντε βήματα μακρὰν τοῦ ψητοῦ, τῆς φλάσκας καὶ τοῦ σχοίνου, ἵσταντο καὶ συνωμίλουν ζωηρῶς. Εἶχαν εὕρει τὴν ὥραν καὶ τὸν τόπον νὰ λογομαχήσωσι δι᾽ ἓν χωράφιον τεσσάρων στρεμμάτων, περὶ τοῦ ὁποίου ἐμάχοντο ἀπὸ ἐτῶν.
Ἀντικρύ, πρὸς μεσημβρίαν, ἐπὶ τοῦ βραχώδους λόφου, ἀνάμεσα εἰς πέντε βράχους, εἰς τρία μονοπάτια καὶ εἰς κρημνόν, εὑρίσκετο τὸ διαφιλονικούμενον χωράφιον. Ὁ εἷς τῶν χωρικῶν ἐχειρονόμει, κ᾽ ἐδείκνυε πρὸς τὰ ἐκεῖ, καὶ ἰσχυρίζετο ὅτι τὸ χωράφιον τὸ ἰδικόν του εἶχεν σύνορον ἀκριβῶς τὸν τρίτον βράχον πρὸς τὰ δεξιά.
―Ἐγὼ τὸ ηὗρα παππουδικό μου, ἔλεγε· δὲ ρωτᾷς καὶ τὸ Γιάννη τῆς Ψαροδήμαινας, ποὺ εἴμαστε γειτόνοι, ἐδῶ καὶ τριάντα χρόνια…
― Τὰ σύνορα εἶναι μὲς στὴ μέση, ἀνάμεσα στὸν δεύτερο καὶ στὸν τρίτο βράχο, ἐκεῖ ποὺ βαθουλαίνει ὁ τόπος, διετείνετο ὁ ἄλλος χωρικός· φαίνεται ἀκόμη ποὺ ἦτον, τὸν παλαιὸν καιρό, ἀποσκαφή*…
― Κοτζὰμ βράχος, ἀντέκρουεν ὁ πρῶτος, κ᾽ ἐγὼ θὰ πάω νὰ γυρέψω νὰ βρῶ τὴν ἀποσκαφή, γιὰ νὰ τὴν κάμω σύνορό μου;…
Ὁ μπαρμπα-Δημήτρης ὁ Καμπογιάννης ἤρχισε νὰ γυρίζῃ ἀμελέστερον τὴν σούβλαν μὲ τὸ σφαχτόν, καὶ ἡ προσοχή του ὅλη ἀπερροφήθη ὑπὸ τῶν δύο χωρικῶν καὶ τῆς λογομαχίας των.
Ὁ Γιάννης ὁ Μπουκώσης ἔλαβε σιγὰ-σιγὰ τὸ μαχαίριον, τὸ ἀπεγύμνωσεν ἀπὸ τὸ θηκάριόν του, ἔκοψεν ἐπιτηδείως τεμάχιον ἀπὸ τὰ νεφραιμιὰ τοῦ σφαχτοῦ, τὸ ὁποῖον ἔπαυσε σχεδὸν νὰ περιστρέφεται, καὶ τὸ κατεβρόχθισεν ἀπλήστως.
Ὁ μπαρμπα-Δημήτρης οὐδὲ παρατήρησε κἂν τὴν κλοπὴν καὶ τὴν λαιμαργίαν τοῦ ἀνθρωπίσκου. Ἐξηκολούθησε νὰ προσέχῃ εἰς τοὺς δύο ἐρίζοντας.
― Καὶ εἶναι καὶ μέσα στὸ μπολετὶ* καθαρὰ γραμμένο, ἔλεγεν ὁ πρῶτος τῶν δύο· τὸ πῆγα στὸν παπα-Λευθέρη, ποὺ ξέρει νὰ διαβάζῃ τὰ παλαιὰ γράμματα, καὶ μοῦ τὸ διάβασε τόσες φορές.
― Ἀπὸ μπολετιὰ δὲν ἱδρώνει ἐμένα τὸ μάτι μου, ἀντέλεγεν ὁ δεύτερος· σὰν ἔχῃς ὄρεξη, δὲν πᾷς στὸν μπάρμπ᾽ Ἀναγνώστη τὸν Ἀγέλαστο, νὰ σοῦ φτιάσῃ ὅσα ψεύτικα μπολετιὰ θέλεις…
Ὁ Δημήτρης ὁ Καμπογιάννης ἐπρόσεχεν ὅλος εἰς τὴν λογομαχίαν τῶν δύο ἀγροτῶν. Ὁ Γιάννης ὁ Μπουκώσης ἔλαβεν ἐκ νέου τὸ μαχαίριον, τὸ ὁποῖον δὲν εἶχεν ἐπιστρέψει εἰς τὸ θηκάριόν του, ἔκοψε δεύτερον, γενναιότερον τεμάχιον ἀπὸ τὸ μισοψημένον σφαχτόν, καὶ τὸ κατέπιε μονοκόμματον.
Ἡ ἔρις τῶν δύο χωρικῶν ἐξηκολούθει, καὶ ἡ προσοχὴ μεθ᾽ ἧς τὴν παρηκολούθει ὁ Καμπογιάννης ἦτο ἀδιάπτωτος. Ὁ Μπουκώσης, ὅστις ἐνόει τὴν μυστηριώδη γλῶσσαν τῆς φλάσκας, δι᾽ ἧς αὕτη ἐκάλει τοὺς φίλους της, ὡς ἡ κλῶσσα τοὺς νεοσσούς της, ἔκαμεν ἓν βῆμα μὲ τὸν δεξιὸν πόδα ἐν σχήματι ὀρθῆς γωνίας, δεύτερον βῆμα μὲ τὸ ἀριστερὸν γόνυ εἰς τὸ ἔδαφος, ἐξηπλώθη τετραποδίζων, ἐπλησίασεν εἰς τὸν σχοῖνον, καὶ λαβὼν τὴν μεγάλην οἰνοβριθῆ φλάσκαν τὴν ἐπλησίασεν εἰς τὰ χείλη του, καὶ ἔπιε γενναίαν δόσιν ἀπνευστί.
Εἶτα, φύσει φρόνιμος καὶ γνωρίζων ὅτι, ἂν ἔκαμνε καὶ τρίτην ἀπόπειραν κατὰ τοῦ σφαχτοῦ, ἦτο φόβος μὴ φωραθῇ ἐπὶ τέλους, ἐπέστρεψε παρὰ τὸν τοῖχον τῆς ἐκκλησίας, ὀλίγον τι ἀπώτερον τῆς πυρᾶς, ἐμαζεύθη κ᾽ ἐφαίνετο τόσον ἄκακος καὶ νῆστις, ὡς νὰ μὴν εἶχε πασχάσει ὅλως.
*
Ὅταν, ἀφοῦ ὁ ἱερεὺς ἐξῆλθε τελευταῖος ἀπὸ τῆς λειτουργίας, καὶ ἐστρώθη ἡ τράπεζα εἰς τὰ πρόθυρα τοῦ ναοῦ (ἦτον περὶ τὰ γλυκοχαράματα), ὁ μπαρμπα-Δημήτρης ὁ Καμπογιάννης ἐπεχείρησε νὰ τεμαχίσῃ τὸ ψητόν, παρετήρησεν ὅτι κάτι ἔλειπεν ἀπὸ τὰ νεφραιμιά, ἀλλ᾽ ἐκαμώθη ὅτι δὲν ἐνόησε τίποτε, καὶ ἀποτεινόμενος πρὸς τὸν Γιάννην τὸν Μπουκώσην, εἶπε:
― Κοίταξε!… Περίεργο… Δὲν εἶναι παράξενο νὰ γεννήθηκε σακάτικο αὐτὸ τὸ ἀρνί, παιδί μου Γιάννη;
Ἐξηκολούθησεν ἡσύχως νὰ κατακόπτῃ τὸ ψητόν, εἶτα ἐπανέλαβε:
― Πολλὰ παράξενα σημεῖα καὶ θάματα γίνονται σ᾽ αὐτὰ τὰ στερνὰ τὰ χρόνια… Γιά βάλε μὲ τὸ νοῦ σου, νὰ φέρω ἀρνὶ σακάτικο γεννημένο ἀπ᾽ τὴ μάννα του, καὶ νὰ μὴν τὸ καταλάβω!… Τί νὰ γένῃ, ἂς ἔχῃ δόξα ὁ Θεός!
Ὁ Γιάννης ὁ Μπουκώσης δὲν εἶπε γρῦ. Ἀλλὰ τὴν τελευταίαν στιγμήν, καθ᾽ ἣν παρετίθετο ἐπὶ τῆς τραπέζης τὸ ψητόν, ὁ μπαρμπα-Δημήτρης ἔκρυψεν ἐπιτηδείως τὰς δύο στάμνας τοῦ νεροῦ ὁποὺ εἶχεν ἀκόμη γεμᾶτες, κ᾽ ἐπαρουσίασεν εἰς τὴν τράπεζαν δύο ἄδειες, λέγων ὅτι δυστυχῶς εἶχε λησμονήσει νὰ στείλῃ ἐγκαίρως εἰς τοῦ Χαιρημονᾶ τὴν βρύσιν νὰ πάρῃ νερόν, καὶ ἦτον ἀνάγκη νὰ ὑπάγῃ τώρα κάποιος.
― Σ᾽ ἐσένα πέφτει ὁ κλῆρος, παιδί μου Γιάννη, εἶπεν ἀποτεινόμενος πρὸς τὸν Μπουκώσην. Σύρε νὰ γεμίσῃς τὰ δυὸ σταμνιά, νά ᾽χῃς τὴν εὐκὴ τοῦ παπᾶ μας, καὶ σὲ καρτεροῦμε, δὲν τρῶμε… Πάρε καὶ μιὰ ἀναμμένη λαμπάδα νὰ βλέπῃς στὸ δρόμο, καὶ πάτει γερά, ὄμορφα ὄμορφα… νὰ μὴ σπάσῃς τὰ σταμνιά, καὶ τὸ πάθῃς σὰν τὸ τραγούδι ποὺ λένε… καὶ μᾶς ἀφήσῃς κ᾽ ἐμᾶς χωρὶς νερό.
Ὁ Γιάννης ὁ Μπουκώσης ἐπεθύμει ν᾽ ἀρνηθῇ, ἀλλὰ δὲν ἐτόλμα. Ἐφορτώθη τὰ δύο σταμνία κ᾽ ἐξεκίνησε διὰ τὴν πηγὴν τοῦ Χαιρημονᾶ, ἥτις ἀπεῖχε περὶ τὰ δύο μίλια, καὶ ἥτις ἔτρεχε τόσον φειδωλὴ ὡς τὸ δάκρυ τῶν ἐξηντλημένων ὀφθαλμῶν. Ἐχρειάζετο σωστὴν μίαν ὥραν διὰ νὰ ὑπάγῃ, νὰ γεμίσῃ τὰ σταμνία καὶ νὰ ἐπιστρέψῃ.
Εὐθὺς ὡς ἀνεχώρησεν οὗτος, ὁ μπαρμπα-Δημήτρης ὁ Καμπογιάννης, ἔβγαλεν εἰς τὸ φανερὸν τὰς δύο πλήπεις στάμνας, καὶ ἐπειδὴ ὁ ἱερεὺς δὲν ἐνόει, ἐξηγήθη καὶ εἶπεν:
― Εἶχα νερό, μὰ ἤθελα νὰ τόνε παιδέψω, τὸν ἀφιλότιμο… Ἀκοῦς ἐκεῖ, νὰ μοῦ κάμῃ γρουσουζιὰ χρονιάρα μέρα, νὰ μοῦ κόψῃ μεζέδες ἀπ᾽ τὸ σφαχτό, ἐνῷ τὸ ἔψηνα, καὶ νὰ μὴν πάρω κάβο!
*
Ὅταν ἐπέστρεψεν ἀπὸ τὴν βρύσιν τοῦ Χαιρημονᾶ φέρων τὰ δύο σταμνία ὁ Γιάννης ὁ Μπουκώσης, ἦτο ἤδη ἡμέρα, τὸ ψητὸν εἶχε καταβροχθισθῆ, καὶ μόνη ἡ διακριτικὴ φιλαδελφία τῆς θεια-Μαθηνῶς τῆς Ψευτομετάνισσας, καὶ τῆς θεια-Σεραΐνας τῆς σημαιοφόρου τῶν πανηγυρίων, τοῦ εἶχε φυλάξει ὀλίγα τεμάχια τοῦ ἀμνοῦ διὰ νὰ φάγῃ καὶ κάνῃ Λαμπρήν, ὁ πειναλέος ἀνθρωπίσκος.