Σε μια Βαβέλ δεμένους μάς κρατάνε
κακά στοιχειά· το μάγεμα τους λύσε...
Φρανσίσκο Γκόγια, Ο μεγάλος τράγος
Κωστής Παλαμάς
Σατυρικά Γυμνάσματα
*
Πολεμάς να στυλώσεις, κυβερνήτη,
με τα καράβια και με τα φουσάτα
της Πολιτείας το σαλεμένο σπίτι.
Του κάκου ιδρώνεις, έμπα σ’ άλλη στράτα,
το νου μας πρώτα στύλωσε και χτίσε,
και πρώτ’ απ’ όλα αλφαβητάρι κράτα.
Δάσκαλος γίνε, αλήθεια αν ήρωας είσαι.
Σε μια Βαβέλ δεμένους μάς κρατάνε
κακά στοιχειά· το μάγεμα τους λύσε.
και στα χείλια οι καρδιές μας πάλε ας πάνε.
Σύμμετρα υψώσου, πύργε της ζωής!
Τρανοί κι αν είναι οι τάφοι, τάφοι θα ’ναι.
Στον ήλιο τόπο θέλουμε κι εμείς.
*
Οι βωμοί συντριμμένοι, και σβησμένα
τα πολυκάντηλα όλα της λατρείας.
Ούτ’ η Αθηνά, πολεμική παρθένα,
και μήτε η ευλογία της Παναγιάς.
Σ’ αρχαία και νέα, παλάτια και ρημάδια
τ’ άδειο παντού· το κρύο της αθεΐας.
Σαν αγριμιών και σαν αρνιών κοπάδια,
ζουν οι ζωές, τρων, τρώγονται και πάνε.
Κι απάνου απ’ όλα των θεών τα βράδια
υπέρθεα ξωτικά φεγγοβολάνε
μακριά από μας Ιδέα και Επιστήμη.
Βάρβαροι σε ναούς τις προσκυνάνε.
Τ' άτι σου ακόμα μας πατά, Μπραΐμη!
ζωγράφοι, ελληνική τέχνη, θαλασσογραφίες, τοπία, ζωγραφική, λογοτεχνία, Έλληνες ζωγράφοι, σύγχρονη σκέψη, καράβια, τέχνη, σύγχρονοι ζωγράφοι, ποίηση, πορτρέτα, πίνακες ζωγραφικής, έργα ζωγραφικής, ελληνικά τοπία
t
Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...
Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παλαμάς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παλαμάς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Τετάρτη 15 Ιουνίου 2016
Τρίτη 19 Απριλίου 2016
Kαι φαγωμένοι οι θεοί, όλο υπάρχουν...
Στα γηρατιά και στο θάνατο παραδομένος θεός πάντα
τα γηρατιά και το θάνατο δε θα τα βρω, δεν τα ξέρω.
Kαι φαγωμένοι οι θεοί, ρουφημένοι, και κομματιασμένοι,
γίνονται πάλι οι παράνομοι ακέριοι, το θέλω τους νόμος,
ξαναγεννιούνται, όλο υπάρχουν...
Γιάννης Σταύρου, Ελαιώνας στην Αττική, λάδι σε καμβά
Κωστής Παλαμας
Oμηρικός Ύμνος
B´. O Δημοφών
(απόσπασμα)
Δήμητρα, ευφραίνεται η γη σαν της ρίχνης χρυσά τα μαλλιά σου,
κι όπου φανής και στη γη μας νησί των μακάρων η γη μας.
Δράκοντες πάντα φτερώνουν, Tριπτόλεμε, το άρμα σου κι όταν
η Περσεφόνη κ’ η Δήμητρα σ’ έχουν ανάμεσα, πρώτος
τη γη, είσαι θεός, την οργώνεις.
Kαι με φορέματα και με διαμάντια τής δίνεις της φύσης
πάλι το φως, τη δροσιά, τη φωτιά, τη φωνή και το χρώμα,
ξάνα της δίνεις το δέντρο, τ’ αστάχι, το κλήμα, το φύτρο,
και με τα χέρια σου προικιά νυφιάτικα που δε μετριένται
κι αχειροποίητα της πλάθεις.
Mόνος μου εγώ μόνος θεός αμνημόνευτος, άγνωρος, ξένος
είμαι από τότε που η θέαινα μ’ οργή και με πίκρα βαλμένη
να ταπεινώνη θνητούς και να κρύβη μακάριους, μ’ αφήνει
παραριμμένο κι ας μου είταν θρεμμένη ολοκλήρωτη η σάρκα
στην αμβροσία και στη φλόγα.
Στα γηρατιά και στο θάνατο παραδομένος θεός πάντα
τα γηρατιά και το θάνατο δε θα τα βρω, δεν τα ξέρω.
Kαι φαγωμένοι οι θεοί, ρουφημένοι, και κομματιασμένοι,
γίνονται πάλι οι παράνομοι ακέριοι, το θέλω τους νόμος,
ξαναγεννιούνται, όλο υπάρχουν.
Ίακχος. Mου λεν τούτο τ’ όνομα. Tάχα είμ’ εκείνος; Ω! τάχα
με τους αγνούς μυστικούς τούς πιστούς, με τους όσιους ο πρώτος
το χορό σταίνω και θεός και πατώ και με στέρεα τα πόδια,
κι όσο αλαφρά, φορεσιά μου τα ρόδα, τα σμύρτα στεφάνι,
μες στη νύχτα, είμαι τ’ άστρο;
Eίμαι ο Διόνυσος; όχι, της Δήμητρας κρυφός νυμφίος,
και της Aριάδνης γαμπρός και μανία των Bακχίδων εκείνος.
Δεν είμαι Ίακχος, ούτε Διόνυσος όσο αν τους μοιάζω.
Aν απ’ ανθρώπου κάποια ήμερη γέννα πηγάζω, ένας είμαι
θεάνθρωπος, άνθρωπος όχι.
Eίν’ ο πατέρας Kελεός μηνυτής ορθρινός της ημέρας
που ξημερώνει και ηλιόχαρη σε όλους και πάντα θεών είναι.
Xέρι ο Tριπτόλεμος, δόξα κλητή, διαλεμένη, οδηγήτρα,
ο Eύμολπος της συμφωνίας ιερής τελεστής πρωτοψάλτης·
δε λέει κανείς τ’ όνομά μου.
Kάτου απ’ τον κόσμο των θεών ουλαμός των ημίθεων. Kαι μόνος
μένω με τ’ όνομα σα να μην είναι τ’ αμίλητο απ’ όλους,
όνομ’ ανάκουστο, ανάφερτο σαν το θνητό που του δόθη·
μ’ αν είν’ η πράξη μου αργή, τι κυρίαρχο γοργό μου το πνεύμα,
θεός, θνητός όχι, δεν είμαι.
τα γηρατιά και το θάνατο δε θα τα βρω, δεν τα ξέρω.
Kαι φαγωμένοι οι θεοί, ρουφημένοι, και κομματιασμένοι,
γίνονται πάλι οι παράνομοι ακέριοι, το θέλω τους νόμος,
ξαναγεννιούνται, όλο υπάρχουν...
Γιάννης Σταύρου, Ελαιώνας στην Αττική, λάδι σε καμβά
Κωστής Παλαμας
Oμηρικός Ύμνος
B´. O Δημοφών
(απόσπασμα)
Δήμητρα, ευφραίνεται η γη σαν της ρίχνης χρυσά τα μαλλιά σου,
κι όπου φανής και στη γη μας νησί των μακάρων η γη μας.
Δράκοντες πάντα φτερώνουν, Tριπτόλεμε, το άρμα σου κι όταν
η Περσεφόνη κ’ η Δήμητρα σ’ έχουν ανάμεσα, πρώτος
τη γη, είσαι θεός, την οργώνεις.
Kαι με φορέματα και με διαμάντια τής δίνεις της φύσης
πάλι το φως, τη δροσιά, τη φωτιά, τη φωνή και το χρώμα,
ξάνα της δίνεις το δέντρο, τ’ αστάχι, το κλήμα, το φύτρο,
και με τα χέρια σου προικιά νυφιάτικα που δε μετριένται
κι αχειροποίητα της πλάθεις.
Mόνος μου εγώ μόνος θεός αμνημόνευτος, άγνωρος, ξένος
είμαι από τότε που η θέαινα μ’ οργή και με πίκρα βαλμένη
να ταπεινώνη θνητούς και να κρύβη μακάριους, μ’ αφήνει
παραριμμένο κι ας μου είταν θρεμμένη ολοκλήρωτη η σάρκα
στην αμβροσία και στη φλόγα.
Στα γηρατιά και στο θάνατο παραδομένος θεός πάντα
τα γηρατιά και το θάνατο δε θα τα βρω, δεν τα ξέρω.
Kαι φαγωμένοι οι θεοί, ρουφημένοι, και κομματιασμένοι,
γίνονται πάλι οι παράνομοι ακέριοι, το θέλω τους νόμος,
ξαναγεννιούνται, όλο υπάρχουν.
Ίακχος. Mου λεν τούτο τ’ όνομα. Tάχα είμ’ εκείνος; Ω! τάχα
με τους αγνούς μυστικούς τούς πιστούς, με τους όσιους ο πρώτος
το χορό σταίνω και θεός και πατώ και με στέρεα τα πόδια,
κι όσο αλαφρά, φορεσιά μου τα ρόδα, τα σμύρτα στεφάνι,
μες στη νύχτα, είμαι τ’ άστρο;
Eίμαι ο Διόνυσος; όχι, της Δήμητρας κρυφός νυμφίος,
και της Aριάδνης γαμπρός και μανία των Bακχίδων εκείνος.
Δεν είμαι Ίακχος, ούτε Διόνυσος όσο αν τους μοιάζω.
Aν απ’ ανθρώπου κάποια ήμερη γέννα πηγάζω, ένας είμαι
θεάνθρωπος, άνθρωπος όχι.
Eίν’ ο πατέρας Kελεός μηνυτής ορθρινός της ημέρας
που ξημερώνει και ηλιόχαρη σε όλους και πάντα θεών είναι.
Xέρι ο Tριπτόλεμος, δόξα κλητή, διαλεμένη, οδηγήτρα,
ο Eύμολπος της συμφωνίας ιερής τελεστής πρωτοψάλτης·
δε λέει κανείς τ’ όνομά μου.
Kάτου απ’ τον κόσμο των θεών ουλαμός των ημίθεων. Kαι μόνος
μένω με τ’ όνομα σα να μην είναι τ’ αμίλητο απ’ όλους,
όνομ’ ανάκουστο, ανάφερτο σαν το θνητό που του δόθη·
μ’ αν είν’ η πράξη μου αργή, τι κυρίαρχο γοργό μου το πνεύμα,
θεός, θνητός όχι, δεν είμαι.
Παρασκευή 4 Μαρτίου 2016
ο ψεύτης είδωλο είναι εδώ, το προσκυνά η πλεμπάγια...
Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα
ραγιάδες έχεις, μάνα γη, σκυφτούς για το χαράτσι
κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα
των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι...
Φρανσίσκο Γκόγια, Ο μεγάλος τράγος, λάδι σε καμβά
Κωστής Παλαμάς
Γύριζε
Γύριζε, μη σταθείς ποτέ, ρίξε μας πέτρα μαύρη
ο ψεύτης είδωλο είναι εδώ, το προσκυνά η πλεμπάγια
η Αλήθεια τόπο να σταθή για μια στιγμή δε θάβρη.
Αλάργα. Νέκρα της ψυχής της χώρας τα μουράγια.
Η Πολιτεία λωλάθηκε, κι απόπαιδα τα κάνει
το Νου, το Λόγο, την Καρδιά, τον Ψάλτη, τον Προφήτη
κάθε σπαθί κάθε φτερό, κάθε χλωρό στεφάνι
στη λάσπη. Σταύλος ο ναός, μπουντρούμι και το σπίτι.
Από θαμπούς δερβίσηδες και στέρφους μανταρίνους,
κι από τους χαλκοπράσινους η Πολιτεία πατιέται.
Χαρά στους χασομέρήδες! Χαρά στους Αρλεκίνους!
Σκλάβος ξανάσκυψε ο ρωμιός και δασκαλοκρατιέται
Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα
ραγιάδες έχεις, μάνα γη, σκυφτούς για το χαράτσι
κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα
των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι.
Και δημοκόποι Κλέωνες και λογοκόποι Ζωίλοι
και Μαμμωνάδες βάρβαροι και χαύνοι λεβαντίνοι
λύκοι, κοπάδια, οι πιστικοί και ψωριασμένοι οι σκύλοι
και οι χαροκόποι αδιάντροποι, και πόρνη η Ρωμιοσύνη!

Κωστής Παλαμάς (1859-1943)
(λεπτομέρεια από το έργο του Γεωργίου Ροϊλού
"Μεγάλοι ποιητές της γενιάς μου")
ραγιάδες έχεις, μάνα γη, σκυφτούς για το χαράτσι
κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα
των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι...
Φρανσίσκο Γκόγια, Ο μεγάλος τράγος, λάδι σε καμβά
Κωστής Παλαμάς
Γύριζε
Γύριζε, μη σταθείς ποτέ, ρίξε μας πέτρα μαύρη
ο ψεύτης είδωλο είναι εδώ, το προσκυνά η πλεμπάγια
η Αλήθεια τόπο να σταθή για μια στιγμή δε θάβρη.
Αλάργα. Νέκρα της ψυχής της χώρας τα μουράγια.
Η Πολιτεία λωλάθηκε, κι απόπαιδα τα κάνει
το Νου, το Λόγο, την Καρδιά, τον Ψάλτη, τον Προφήτη
κάθε σπαθί κάθε φτερό, κάθε χλωρό στεφάνι
στη λάσπη. Σταύλος ο ναός, μπουντρούμι και το σπίτι.
Από θαμπούς δερβίσηδες και στέρφους μανταρίνους,
κι από τους χαλκοπράσινους η Πολιτεία πατιέται.
Χαρά στους χασομέρήδες! Χαρά στους Αρλεκίνους!
Σκλάβος ξανάσκυψε ο ρωμιός και δασκαλοκρατιέται
Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα
ραγιάδες έχεις, μάνα γη, σκυφτούς για το χαράτσι
κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα
των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι.
Και δημοκόποι Κλέωνες και λογοκόποι Ζωίλοι
και Μαμμωνάδες βάρβαροι και χαύνοι λεβαντίνοι
λύκοι, κοπάδια, οι πιστικοί και ψωριασμένοι οι σκύλοι
και οι χαροκόποι αδιάντροποι, και πόρνη η Ρωμιοσύνη!

Κωστής Παλαμάς (1859-1943)
(λεπτομέρεια από το έργο του Γεωργίου Ροϊλού
"Μεγάλοι ποιητές της γενιάς μου")
Τρίτη 16 Φεβρουαρίου 2016
από που έρχεται, που πάει δεν ξέρει...
Μόνο η ψυχή μου, σαν το πολικό τ’ αστέρι ασάλευτη...
Γιάννης Σταύρου, Δύση στον Θερμαϊκό, λάδι σε καμβά
Κωστής Παλαμάς
Γύρω στο εφτάστερο τ’ αμάξι
Γύρω στο εφτάστερο τ’ αμάξι
αμέτρητοι γιγάντων κόσμοι και θηρίων,
ο Γαλαξίας, ήλιων ωκεανός, ο Ωρίων,
τα Ζώδια, του Απείρου τέρατα και τρόμοι.
Μουγκρίζει ο Λέων στην ερμιά των αιθερίων,
κι η Λύρα παίζει, και σαν τρόπαιο και η Κόμη
της Βερενίκης δείχνεται, ρυθμοί και νόμοι
μέσα στο χάος χάνονται των μυστηρίων.
Και με τον Ήλιο Κρόνος, Άρης, Γη, Αφροδίτη,
σέρνονται φεύγουν, τρέχουνε κυνηγημένοι
προς του Ηρακλή το μεγαλόκοσμο μαγνήτη.
Μόνο η ψυχή μου, σαν το πολικό τ’ αστέρι ασάλευτη,
όμως λαχταρίζοντας προσμένει.
Δεν ξέρει από που έρχεται, που πάει δεν ξέρει.
Γιάννης Σταύρου, Δύση στον Θερμαϊκό, λάδι σε καμβά
Κωστής Παλαμάς
Γύρω στο εφτάστερο τ’ αμάξι
Γύρω στο εφτάστερο τ’ αμάξι
αμέτρητοι γιγάντων κόσμοι και θηρίων,
ο Γαλαξίας, ήλιων ωκεανός, ο Ωρίων,
τα Ζώδια, του Απείρου τέρατα και τρόμοι.
Μουγκρίζει ο Λέων στην ερμιά των αιθερίων,
κι η Λύρα παίζει, και σαν τρόπαιο και η Κόμη
της Βερενίκης δείχνεται, ρυθμοί και νόμοι
μέσα στο χάος χάνονται των μυστηρίων.
Και με τον Ήλιο Κρόνος, Άρης, Γη, Αφροδίτη,
σέρνονται φεύγουν, τρέχουνε κυνηγημένοι
προς του Ηρακλή το μεγαλόκοσμο μαγνήτη.
Μόνο η ψυχή μου, σαν το πολικό τ’ αστέρι ασάλευτη,
όμως λαχταρίζοντας προσμένει.
Δεν ξέρει από που έρχεται, που πάει δεν ξέρει.
Παρασκευή 18 Σεπτεμβρίου 2015
κι εσείς, των προλετάριων οι λαμπάδες - των «όλα αλλάζουν» οι διαλαλητάδες...
υπέρθεα ξωτικά φεγγοβολάνε
μακριά από μας Ιδέα και Επιστήμη...
Γιάννης Σταύρου, Βιομηχανικό τοπίο, Πειραιάς, λάδι σε καμβα
Κωστής Παλαμάς
Σατιρικά
Ιδεολόγοι και νιτερεσολόγοι,
κι όσους μεθάνε της ζωής οι χάρες,
κι εσείς με του ασκητή το κομπολόγι,
κι εσείς, τραγουδιστές με τις κιθάρες,
κι εσείς που τη ζωή κατάρα κλαίτε,
κι εσείς με των παθών τις λιγωμάρες,
κι εσείς που σε νερά γαλήνης πλέτε,
των «όλα αλλάζουν» οι διαλαλητάδες,
κι όσοι στο γυρισμό των ίδιων καίτε
λιβάνι, κι όσοι καταφρονητάδες
των όχλων, κι εσείς οι άθεοι κι όσοι θρήσκοι,
κι εσείς, των προλετάριων οι λαμπάδες,
κι όλοι, υπεράνθρωποι, άνθρωποι, ανθρωπίσκοι!
*
Οι βωμοί συντριμμένοι, και σβησμένα
τα πολυκάντηλα όλα της λατρείας.
Ούτ’ η Αθηνά, πολεμική παρθένα,
και μήτε η ευλογία της Παναγιάς.
Σ’ αρχαία και νέα, παλάτια και ρημάδια
τ’ άδειο παντού· το κρύο της αθεΐας.
Σαν αγριμιών και σαν αρνιών κοπάδια,
ζουν οι ζωές, τρων, τρώγονται και πάνε.
Κι απάνου απ’ όλα των θεών τα βράδια
υπέρθεα ξωτικά φεγγοβολάνε
μακριά από μας Ιδέα και Επιστήμη.
Βάρβαροι σε ναούς τις προσκυνάνε.
Τ' άτι σου ακόμα μας πατά, Μπραΐμη!
μακριά από μας Ιδέα και Επιστήμη...
Γιάννης Σταύρου, Βιομηχανικό τοπίο, Πειραιάς, λάδι σε καμβα
Κωστής Παλαμάς
Σατιρικά
Ιδεολόγοι και νιτερεσολόγοι,
κι όσους μεθάνε της ζωής οι χάρες,
κι εσείς με του ασκητή το κομπολόγι,
κι εσείς, τραγουδιστές με τις κιθάρες,
κι εσείς που τη ζωή κατάρα κλαίτε,
κι εσείς με των παθών τις λιγωμάρες,
κι εσείς που σε νερά γαλήνης πλέτε,
των «όλα αλλάζουν» οι διαλαλητάδες,
κι όσοι στο γυρισμό των ίδιων καίτε
λιβάνι, κι όσοι καταφρονητάδες
των όχλων, κι εσείς οι άθεοι κι όσοι θρήσκοι,
κι εσείς, των προλετάριων οι λαμπάδες,
κι όλοι, υπεράνθρωποι, άνθρωποι, ανθρωπίσκοι!
*
Οι βωμοί συντριμμένοι, και σβησμένα
τα πολυκάντηλα όλα της λατρείας.
Ούτ’ η Αθηνά, πολεμική παρθένα,
και μήτε η ευλογία της Παναγιάς.
Σ’ αρχαία και νέα, παλάτια και ρημάδια
τ’ άδειο παντού· το κρύο της αθεΐας.
Σαν αγριμιών και σαν αρνιών κοπάδια,
ζουν οι ζωές, τρων, τρώγονται και πάνε.
Κι απάνου απ’ όλα των θεών τα βράδια
υπέρθεα ξωτικά φεγγοβολάνε
μακριά από μας Ιδέα και Επιστήμη.
Βάρβαροι σε ναούς τις προσκυνάνε.
Τ' άτι σου ακόμα μας πατά, Μπραΐμη!
Σάββατο 18 Ιουλίου 2015
φάμπρικες, μπάνκες, σπίτια αποκαΐδια...
Σαν αγριμιών και σαν αρνιών κοπάδια,
ζουν οι ζωές, τρων, τρώγονται και πάνε...
Γιάννης Σταύρου, Νύχτα στον Πειραιά, λάδι σε καμβά
Κωστής Παλαμάς
Σατυρικά Γυμνάσματα
*
Οι βωμοί συντριμμένοι, και σβησμένα
τα πολυκάντηλα όλα της λατρείας.
Ούτ’ η Αθηνά, πολεμική παρθένα,
και μήτε η ευλογία της Παναγιάς.
Σ’ αρχαία και νέα, παλάτια και ρημάδια
τ’ άδειο παντού· το κρύο της αθεΐας.
Σαν αγριμιών και σαν αρνιών κοπάδια,
ζουν οι ζωές, τρων, τρώγονται και πάνε.
Κι απάνου απ’ όλα των θεών τα βράδια
υπέρθεα ξωτικά φεγγοβολάνε
μακριά από μας Ιδέα και Επιστήμη.
Βάρβαροι σε ναούς τις προσκυνάνε.
Τ' άτι σου ακόμα μας πατά, Μπραΐμη!
*
Σκύλος κοκαλογλείφτης φέρνει γύρα
κρακ! τακ! της γειτονιάς τους τενεκέδες.
Ο ποσαπαίρνης με το θεσιθήρα
για την πατρίς καυγά στους καφενέδες.
Οι γάτοι λυγεροί στα κεραμίδια
ταιριάζουν ερωτόπαθους γιαρέδες.
Φαγοπότι, ξαπλωταριό, τα ίδια.
Τα θέατρα, τις ταβέρνες, τα πορνεία,
φάμπρικες, μπάνκες, σπίτια αποκαΐδια,
τ’ ανταμώνει αττικότατη αρμονία.
Και κοιμισμένη στα όνειρά της βλέπει
μουρλή γλωσσοκοπάνα Πολιτεία
τον Περικλή. Μα ο Χασεκής τής πρέπει.
*
Ιδεολόγοι και νιτερεσολόγοι,
κι όσους μεθάνε της ζωής οι χάρες,
κι εσείς με του ασκητή το κομπολόγι,
κι εσείς, τραγουδιστές με τις κιθάρες,
κι εσείς που τη ζωή κατάρα κλαίτε,
κι εσείς με των παθών τις λιγωμάρες,
κι εσείς που σε νερά γαλήνης πλέτε,
των «όλα αλλάζουν» οι διαλαλητάδες,
κι όσοι στο γυρισμό των ίδιων καίτε
λιβάνι, κι όσοι καταφρονητάδες
των όχλων, κι εσείς οι άθεοι κι όσοι θρήσκοι,
κι εσείς, των προλετάριων οι λαμπάδες,
κι όλοι, υπεράνθρωποι, άνθρωποι, ανθρωπίσκοι!
ζουν οι ζωές, τρων, τρώγονται και πάνε...
Γιάννης Σταύρου, Νύχτα στον Πειραιά, λάδι σε καμβά
Κωστής Παλαμάς
Σατυρικά Γυμνάσματα
*
Οι βωμοί συντριμμένοι, και σβησμένα
τα πολυκάντηλα όλα της λατρείας.
Ούτ’ η Αθηνά, πολεμική παρθένα,
και μήτε η ευλογία της Παναγιάς.
Σ’ αρχαία και νέα, παλάτια και ρημάδια
τ’ άδειο παντού· το κρύο της αθεΐας.
Σαν αγριμιών και σαν αρνιών κοπάδια,
ζουν οι ζωές, τρων, τρώγονται και πάνε.
Κι απάνου απ’ όλα των θεών τα βράδια
υπέρθεα ξωτικά φεγγοβολάνε
μακριά από μας Ιδέα και Επιστήμη.
Βάρβαροι σε ναούς τις προσκυνάνε.
Τ' άτι σου ακόμα μας πατά, Μπραΐμη!
*
Σκύλος κοκαλογλείφτης φέρνει γύρα
κρακ! τακ! της γειτονιάς τους τενεκέδες.
Ο ποσαπαίρνης με το θεσιθήρα
για την πατρίς καυγά στους καφενέδες.
Οι γάτοι λυγεροί στα κεραμίδια
ταιριάζουν ερωτόπαθους γιαρέδες.
Φαγοπότι, ξαπλωταριό, τα ίδια.
Τα θέατρα, τις ταβέρνες, τα πορνεία,
φάμπρικες, μπάνκες, σπίτια αποκαΐδια,
τ’ ανταμώνει αττικότατη αρμονία.
Και κοιμισμένη στα όνειρά της βλέπει
μουρλή γλωσσοκοπάνα Πολιτεία
τον Περικλή. Μα ο Χασεκής τής πρέπει.
*
Ιδεολόγοι και νιτερεσολόγοι,
κι όσους μεθάνε της ζωής οι χάρες,
κι εσείς με του ασκητή το κομπολόγι,
κι εσείς, τραγουδιστές με τις κιθάρες,
κι εσείς που τη ζωή κατάρα κλαίτε,
κι εσείς με των παθών τις λιγωμάρες,
κι εσείς που σε νερά γαλήνης πλέτε,
των «όλα αλλάζουν» οι διαλαλητάδες,
κι όσοι στο γυρισμό των ίδιων καίτε
λιβάνι, κι όσοι καταφρονητάδες
των όχλων, κι εσείς οι άθεοι κι όσοι θρήσκοι,
κι εσείς, των προλετάριων οι λαμπάδες,
κι όλοι, υπεράνθρωποι, άνθρωποι, ανθρωπίσκοι!
Σάββατο 6 Ιουνίου 2015
στου κόλακα τα χέρια και στου ψεύτη...
Στη γη που πιάνει και προκόβει ο σπόρος
κάθε λογής τζουτζέδων και πιερρότων...
Φρανσίσκο Γκόγια, Ο μεγάλος τράγος, λάδι σε καμβά
Κωστής Παλαμάς
Σατιρικά Γυμνάσματα
Ο κόλακας κι ο ψεύτης χαλασμοί σου,
της αμαρτίας πατρίδα, άμυαλη Μάνα ,
του κόσμου είσαι το σκύβαλο· απελπίσου!
Σε λιώσανε τα χάιδια τα λαοπλάνα
στου κόλακα τα χέρια και στου ψεύτη·
χτυπήστε τη νεκρώσιμη καμπάνα!
Η ψυχή μου με το θυμό παντρεύτη·
δε στρώνω στο κιβούρι σου πορφύρα
το δεκαπεντασύλλαβο του Κλέφτη.
Χορδή στη σιδερένια σου την λύρα,
σκληρή και λαμπερή σαν το διαμάντι,
ταίριασα κι άλλη μια· για σένα πήρα
το τρίστιχο απ’ την Κόλαση του Δάντη!
*
Σκύλος κοκαλογλείφτης φέρνει γύρα
κρακ! τακ! της γειτονιάς τους τενεκέδες.
Ο ποσαπαίρνης με το θεσιθήρα
για την πατρίς καυγά στους καφενέδες.
Οι γάτοι λυγεροί στα κεραμίδια
ταιριάζουν ερωτόπαθους γιαρέδες.
Φαγοπότι, ξαπλωταριό, τα ίδια.
Τα θέατρα, τις ταβέρνες, τα πορνεία,
φάμπρικες, μπάνκες, σπίτια αποκαΐδια,
τ’ ανταμώνει αττικότατη αρμονία.
Και κοιμισμένη στα όνειρά της βλέπει
μουρλή γλωσσοκοπάνα Πολιτεία
τον Περικλή. Μα ο Χασεκής τής πρέπει.
*
Τα κεφάλια του Γένους και του Κράτους.
Ο βουλευτής κι ο δάσκαλος. Τα πιάσαν
όλα τα πόστα! Νους, καρδιά, δικά τους.
Δέσαν το νου· την καρδιά τη ντροπιάσαν.
Νά το ρουσφέτι νά κι η ελληνικούρα,
τ’ άρματά τους. Με κείνα μας χαλάσαν.
Η σκέψη, νούλα. Η Τέχνη, πατσαβούρα.
Ο ψευτοαττικιστής κι ο ψηφοφόρος.
Τ’ άγιο κόνισμα, μια καλικατούρα.
Στη γη που πιάνει και προκόβει ο σπόρος
κάθε λογής τζουτζέδων και πιερρότων,
κι εγώ φυτρώνω ανάξιος ριμαδόρος
μαύρων θυμών και πορφυρών ερώτων.
κάθε λογής τζουτζέδων και πιερρότων...
Φρανσίσκο Γκόγια, Ο μεγάλος τράγος, λάδι σε καμβά
Κωστής Παλαμάς
Σατιρικά Γυμνάσματα
Ο κόλακας κι ο ψεύτης χαλασμοί σου,
της αμαρτίας πατρίδα, άμυαλη Μάνα ,
του κόσμου είσαι το σκύβαλο· απελπίσου!
Σε λιώσανε τα χάιδια τα λαοπλάνα
στου κόλακα τα χέρια και στου ψεύτη·
χτυπήστε τη νεκρώσιμη καμπάνα!
Η ψυχή μου με το θυμό παντρεύτη·
δε στρώνω στο κιβούρι σου πορφύρα
το δεκαπεντασύλλαβο του Κλέφτη.
Χορδή στη σιδερένια σου την λύρα,
σκληρή και λαμπερή σαν το διαμάντι,
ταίριασα κι άλλη μια· για σένα πήρα
το τρίστιχο απ’ την Κόλαση του Δάντη!
*
Σκύλος κοκαλογλείφτης φέρνει γύρα
κρακ! τακ! της γειτονιάς τους τενεκέδες.
Ο ποσαπαίρνης με το θεσιθήρα
για την πατρίς καυγά στους καφενέδες.
Οι γάτοι λυγεροί στα κεραμίδια
ταιριάζουν ερωτόπαθους γιαρέδες.
Φαγοπότι, ξαπλωταριό, τα ίδια.
Τα θέατρα, τις ταβέρνες, τα πορνεία,
φάμπρικες, μπάνκες, σπίτια αποκαΐδια,
τ’ ανταμώνει αττικότατη αρμονία.
Και κοιμισμένη στα όνειρά της βλέπει
μουρλή γλωσσοκοπάνα Πολιτεία
τον Περικλή. Μα ο Χασεκής τής πρέπει.
*
Τα κεφάλια του Γένους και του Κράτους.
Ο βουλευτής κι ο δάσκαλος. Τα πιάσαν
όλα τα πόστα! Νους, καρδιά, δικά τους.
Δέσαν το νου· την καρδιά τη ντροπιάσαν.
Νά το ρουσφέτι νά κι η ελληνικούρα,
τ’ άρματά τους. Με κείνα μας χαλάσαν.
Η σκέψη, νούλα. Η Τέχνη, πατσαβούρα.
Ο ψευτοαττικιστής κι ο ψηφοφόρος.
Τ’ άγιο κόνισμα, μια καλικατούρα.
Στη γη που πιάνει και προκόβει ο σπόρος
κάθε λογής τζουτζέδων και πιερρότων,
κι εγώ φυτρώνω ανάξιος ριμαδόρος
μαύρων θυμών και πορφυρών ερώτων.
Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2015
σύνεργα του πνιγμού για σε και οράματα της πλάνης...
Το σήμερα είτανε νωρίς, τ’ αύριο αργά θα είναι,
δε θα σου στρέξη τ’ όνειρο, δε θάρθ’ η αυγή που θέλεις,
με τον καημό τ’ αθανάτου που δεν το φτάνεις, μείνε,
κυνηγητής του σύγγνεφου, του ίσκιου Πραξιτέλης...
Γιάννης Σταύρου, Νυχτερινές ανταύγειες, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)
Κωστής Παλαμάς
Η ασάλευτη ζωή
Και τ’ άγαλμα αγωνίστηκα για το ναό να πλάσω
στην πέτρα τη δική μου απάνω,
και να το στήσω ολόγυμνο, και να περάσω,
και να περάσω, δίχως να πεθάνω.
και τό’πλασα. Κ’οι άνθρωποι, στενοί προσκυνητάδες
στα ξόανα τ’ άπλαστα μπροστά και τα κακοντυμένα,
θυμού γρικήσαν τίναγμα και φόβου ανατριχάδες,
κ’ είδανε σαν αντίμαχους και τ’ άγαλμα κ’ εμένα.
Και τ’ άγαλμα στα κύμβαλα, κ’ εμέ στην εξορία.
Και προς τα ξένα τράβηξα το γοργοπέρασμά μου
και πριν τραβήξω, πρόσφερα παράξενη θυσία
έσκαψα λάκκο, κ’ έθαψα στο λάκκο τ’ άγαλμά μου.
Και του ψιθύρησα: «Αφαντο βυθίσου αυτού και ζήσε
με τα βαθιά ριζώματα και με τ’ αρχαία συντρίμμια,
όσο που νάρθ’ η ‘ωρα σου, αθάνατ’ άνθος είσαι,
ναός να ντύση καρτερεί τη θεία δική σου γύμνια!»
Και μ’ ένα στόμα διάπλατο, και με φωνή προφήτη,
μίλησ’ ο λάκκος: «Ναός κανείς, βάθρο ούτε, φως, του κάκου.
Για δω, για κει, για πουθενά το άνθος σου, ω τεχνίτη!
Κάλλιο για πάντα να χαθή μέσ’ στ’ άψαχτα ενός λάκκου.
Ποτέ μην έρθ’ η ώρα του! Κι αν έρθη κι αν προβάλη,
μεστός θα λάμπη και ο ναός από λαό αγαλμάτων,
τ’ αγάλματα αψεγάδιαστα, κ’ οι πλάστες τρισμεγάλοι
γύρνα ξανά, βρυκόλακα, στη νύχτα των μνημάτων!
Το σήμερα είτανε νωρίς, τ’ αύριο αργά θα είναι,
δε θα σου στρέξη τ’ όνειρο, δε θάρθ’ η αυγή που θέλεις,
με τον καημό τ’ αθανάτου που δεν το φτάνεις, μείνε,
κυνηγητής του σύγγνεφου, του ίσκιου Πραξιτέλης.
Τα τωρινά και τ’ αυριανά, βρόχοι και πέλαγα, όλα
σύνεργα του πνιγμού για σε και οράματα της πλάνης
μακρότερη απ’ τη δόξα σου και μια του κήπου βιόλα
και θα περάσης, μάθε το, και θα πεθάνης!»
Κ’ εγώ αποκρίθηκα: «Ας περάσω κι ας πεθάνω!
Πλάστης κ’ εγώ μ’ όλο το νου και μ’ όλη την καρδιά μου
λάκκος κι ας φάη το πλάσμα μου, από τ’ αθάνατα όλα
μπορεί ν’ αξίζει πιο πολύ το γοργοπέρασμά μου».
δε θα σου στρέξη τ’ όνειρο, δε θάρθ’ η αυγή που θέλεις,
με τον καημό τ’ αθανάτου που δεν το φτάνεις, μείνε,
κυνηγητής του σύγγνεφου, του ίσκιου Πραξιτέλης...
Γιάννης Σταύρου, Νυχτερινές ανταύγειες, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)
Κωστής Παλαμάς
Η ασάλευτη ζωή
Και τ’ άγαλμα αγωνίστηκα για το ναό να πλάσω
στην πέτρα τη δική μου απάνω,
και να το στήσω ολόγυμνο, και να περάσω,
και να περάσω, δίχως να πεθάνω.
και τό’πλασα. Κ’οι άνθρωποι, στενοί προσκυνητάδες
στα ξόανα τ’ άπλαστα μπροστά και τα κακοντυμένα,
θυμού γρικήσαν τίναγμα και φόβου ανατριχάδες,
κ’ είδανε σαν αντίμαχους και τ’ άγαλμα κ’ εμένα.
Και τ’ άγαλμα στα κύμβαλα, κ’ εμέ στην εξορία.
Και προς τα ξένα τράβηξα το γοργοπέρασμά μου
και πριν τραβήξω, πρόσφερα παράξενη θυσία
έσκαψα λάκκο, κ’ έθαψα στο λάκκο τ’ άγαλμά μου.
Και του ψιθύρησα: «Αφαντο βυθίσου αυτού και ζήσε
με τα βαθιά ριζώματα και με τ’ αρχαία συντρίμμια,
όσο που νάρθ’ η ‘ωρα σου, αθάνατ’ άνθος είσαι,
ναός να ντύση καρτερεί τη θεία δική σου γύμνια!»
Και μ’ ένα στόμα διάπλατο, και με φωνή προφήτη,
μίλησ’ ο λάκκος: «Ναός κανείς, βάθρο ούτε, φως, του κάκου.
Για δω, για κει, για πουθενά το άνθος σου, ω τεχνίτη!
Κάλλιο για πάντα να χαθή μέσ’ στ’ άψαχτα ενός λάκκου.
Ποτέ μην έρθ’ η ώρα του! Κι αν έρθη κι αν προβάλη,
μεστός θα λάμπη και ο ναός από λαό αγαλμάτων,
τ’ αγάλματα αψεγάδιαστα, κ’ οι πλάστες τρισμεγάλοι
γύρνα ξανά, βρυκόλακα, στη νύχτα των μνημάτων!
Το σήμερα είτανε νωρίς, τ’ αύριο αργά θα είναι,
δε θα σου στρέξη τ’ όνειρο, δε θάρθ’ η αυγή που θέλεις,
με τον καημό τ’ αθανάτου που δεν το φτάνεις, μείνε,
κυνηγητής του σύγγνεφου, του ίσκιου Πραξιτέλης.
Τα τωρινά και τ’ αυριανά, βρόχοι και πέλαγα, όλα
σύνεργα του πνιγμού για σε και οράματα της πλάνης
μακρότερη απ’ τη δόξα σου και μια του κήπου βιόλα
και θα περάσης, μάθε το, και θα πεθάνης!»
Κ’ εγώ αποκρίθηκα: «Ας περάσω κι ας πεθάνω!
Πλάστης κ’ εγώ μ’ όλο το νου και μ’ όλη την καρδιά μου
λάκκος κι ας φάη το πλάσμα μου, από τ’ αθάνατα όλα
μπορεί ν’ αξίζει πιο πολύ το γοργοπέρασμά μου».
Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2015
ρίξε μας πέτρα μαύρη...
Από θαμπούς δερβίσηδες και στέρφους μανταρίνους,
κι από τους χαλκοπράσινους η Πολιτεία πατιέται.
Χαρά στους χασομέρήδες! Χαρά στους Αρλεκίνους!...

Κωστής Παλαμάς (1859-1943)
(λεπτομέρεια από το έργο του Γεωργίου Ροϊλού
"Μεγάλοι ποιητές της γενιάς μου")
Κωστής Παλαμάς
Γύριζε
Γύριζε, μη σταθείς ποτέ, ρίξε μας πέτρα μαύρη
ο ψεύτης είδωλο είναι εδώ, το προσκυνά η πλεμπάγια
η Αλήθεια τόπο να σταθή για μια στιγμή δε θάβρη.
Αλάργα. Νέκρα της ψυχής της χώρας τα μουράγια.
Η Πολιτεία λωλάθηκε, κι απόπαιδα τα κάνει
το Νου, το Λόγο, την Καρδιά, τον Ψάλτη, τον Προφήτη
κάθε σπαθί κάθε φτερό, κάθε χλωρό στεφάνι
στη λάσπη. Σταύλος ο ναός, μπουντρούμι και το σπίτι.
Από θαμπούς δερβίσηδες και στέρφους μανταρίνους,
κι από τους χαλκοπράσινους η Πολιτεία πατιέται.
Χαρά στους χασομέρήδες! Χαρά στους Αρλεκίνους!
Σκλάβος ξανάσκυψε ο ρωμιός και δασκαλοκρατιέται.
Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα
ραγιάδες έχεις, μάνα γη, σκυφτούς για το χαράτσι
κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα
των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι.
Και δημοκόποι Κλέωνες και λογοκόποι Ζωίλοι
και Μαμμωνάδες βάρβαροι και χαύνοι λεβαντίνοι
λύκοι, κοπάδια, οι πιστικοί και ψωριασμένοι οι σκύλοι
και οι χαροκόποι αδιάντροποι, και πόρνη η Ρωμιοσύνη!
κι από τους χαλκοπράσινους η Πολιτεία πατιέται.
Χαρά στους χασομέρήδες! Χαρά στους Αρλεκίνους!...

Κωστής Παλαμάς (1859-1943)
(λεπτομέρεια από το έργο του Γεωργίου Ροϊλού
"Μεγάλοι ποιητές της γενιάς μου")
Κωστής Παλαμάς
Γύριζε
Γύριζε, μη σταθείς ποτέ, ρίξε μας πέτρα μαύρη
ο ψεύτης είδωλο είναι εδώ, το προσκυνά η πλεμπάγια
η Αλήθεια τόπο να σταθή για μια στιγμή δε θάβρη.
Αλάργα. Νέκρα της ψυχής της χώρας τα μουράγια.
Η Πολιτεία λωλάθηκε, κι απόπαιδα τα κάνει
το Νου, το Λόγο, την Καρδιά, τον Ψάλτη, τον Προφήτη
κάθε σπαθί κάθε φτερό, κάθε χλωρό στεφάνι
στη λάσπη. Σταύλος ο ναός, μπουντρούμι και το σπίτι.
Από θαμπούς δερβίσηδες και στέρφους μανταρίνους,
κι από τους χαλκοπράσινους η Πολιτεία πατιέται.
Χαρά στους χασομέρήδες! Χαρά στους Αρλεκίνους!
Σκλάβος ξανάσκυψε ο ρωμιός και δασκαλοκρατιέται.
Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα
ραγιάδες έχεις, μάνα γη, σκυφτούς για το χαράτσι
κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα
των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι.
Και δημοκόποι Κλέωνες και λογοκόποι Ζωίλοι
και Μαμμωνάδες βάρβαροι και χαύνοι λεβαντίνοι
λύκοι, κοπάδια, οι πιστικοί και ψωριασμένοι οι σκύλοι
και οι χαροκόποι αδιάντροποι, και πόρνη η Ρωμιοσύνη!
Πέμπτη 30 Οκτωβρίου 2014
ο ψεύτης είδωλο είν' εδώ, το προσκυνά η πλεμπάγια...
Από θαμπούς ντερβίσηδες και στέρφους μανταρίνους
κι από τους χαλκοπράσινους η Πολιτεία πατιέται.
Χαρά στους χασομέρηδες! Χαρά στους αρλεκίνους!..

Κωστής Παλαμάς (1859-1943)
(λεπτομέρεια από το έργο του Γεωργίου Ροϊλού
"Μεγάλοι ποιητές της γενιάς μου")
Κωστής Παλαμάς
Γύριζε
Γύριζε, μὴ σταθῇς ποτέ, ρίξε μας πέτρα μαύρη,
ὁ ψεύτης εἴδωλο εἶν᾿ ἐδῶ, τὸ προσκυνᾷ ἡ πλεμπάγια,
ἡ Ἀλήθεια τόπο νὰ σταθῇ μιὰ σπιθαμὴ δὲ θἄβρῃ.
Ἀλάργα. Μόρα τῆς ψυχῆς τῆς χώρας τὰ μουράγια.
Ἀπὸ θαμποὺς ντερβίσηδες καὶ στέρφους μανταρίνους
κι ἀπὸ τοὺς χαλκοπράσινους ἡ Πολιτεία πατιέται.
Χαρὰ στοὺς χασομέρηδες! Χαρὰ στοὺς ἀρλεκίνους!
Σκλάβος ξανάσκυψε ὁ ρωμιὸς καὶ δασκαλοκρατιέται.
Δὲν ἔχεις, Ὄλυμπε, θεούς, μηδὲ λεβέντες ἡ Ὄσσα,
ραγιάδες ἔχεις, μάννα γῆ, σκυφτοὺς γιὰ τὸ χαράτσι,
κούφιοι καὶ ὀκνοὶ καταφρονοῦν τὴ θεία τραχιά σου γλώσσα,
τῶν Εὐρωπαίων περιγελᾷ καὶ τῶν ἀρχαίων παλιάτσοι.
Καὶ δημοκόποι Κλέωνες καὶ λογοκόποι Ζωίλοι,
καὶ Μαμμωνᾶδες βάρβαροι, καὶ χαῦνοι λεβαντίνοι.
λύκοι, ὦ κοπάδια, οἱ πιστικοὶ καὶ ψωριασμένοι οἱ σκύλοι
κι οἱ χαροκόποι ἀδιάντροποι καὶ πόρνη ἡ Ρωμιοσύνη!
κι από τους χαλκοπράσινους η Πολιτεία πατιέται.
Χαρά στους χασομέρηδες! Χαρά στους αρλεκίνους!..

Κωστής Παλαμάς (1859-1943)
(λεπτομέρεια από το έργο του Γεωργίου Ροϊλού
"Μεγάλοι ποιητές της γενιάς μου")
Κωστής Παλαμάς
Γύριζε
Γύριζε, μὴ σταθῇς ποτέ, ρίξε μας πέτρα μαύρη,
ὁ ψεύτης εἴδωλο εἶν᾿ ἐδῶ, τὸ προσκυνᾷ ἡ πλεμπάγια,
ἡ Ἀλήθεια τόπο νὰ σταθῇ μιὰ σπιθαμὴ δὲ θἄβρῃ.
Ἀλάργα. Μόρα τῆς ψυχῆς τῆς χώρας τὰ μουράγια.
Ἀπὸ θαμποὺς ντερβίσηδες καὶ στέρφους μανταρίνους
κι ἀπὸ τοὺς χαλκοπράσινους ἡ Πολιτεία πατιέται.
Χαρὰ στοὺς χασομέρηδες! Χαρὰ στοὺς ἀρλεκίνους!
Σκλάβος ξανάσκυψε ὁ ρωμιὸς καὶ δασκαλοκρατιέται.
Δὲν ἔχεις, Ὄλυμπε, θεούς, μηδὲ λεβέντες ἡ Ὄσσα,
ραγιάδες ἔχεις, μάννα γῆ, σκυφτοὺς γιὰ τὸ χαράτσι,
κούφιοι καὶ ὀκνοὶ καταφρονοῦν τὴ θεία τραχιά σου γλώσσα,
τῶν Εὐρωπαίων περιγελᾷ καὶ τῶν ἀρχαίων παλιάτσοι.
Καὶ δημοκόποι Κλέωνες καὶ λογοκόποι Ζωίλοι,
καὶ Μαμμωνᾶδες βάρβαροι, καὶ χαῦνοι λεβαντίνοι.
λύκοι, ὦ κοπάδια, οἱ πιστικοὶ καὶ ψωριασμένοι οἱ σκύλοι
κι οἱ χαροκόποι ἀδιάντροποι καὶ πόρνη ἡ Ρωμιοσύνη!
Πέμπτη 4 Απριλίου 2013
ένα πλήθος ανίδεοι και στριμμένοι...
Της σάτιρας και της ποίησης, της παντοτινής επικαιρότητας....

Κωστής Παλαμάς (1859-1943)
(λεπτομέρεια από το έργο του Γεωργίου Ροϊλού
"Μεγάλοι ποιητές της γενιάς μου")
Κωστής Παλαμάς
Σατιρικά γυμνάσματα...
Οι κηφήνες, οι βάτραχοι κι οι ακρίδες...
Τρανοί πολιτικοί, γραμματισμένοι
στις αφρόντιστες μέσα εφημερίδες:
ένα πλήθος ανίδεοι και στριμμένοι.
*
Διαβασμένοι, ντοτόροι, σπιρουνάτοι,
ρασοφόροι, δασκάλοι, ρουσφετλήδες,
οικοπεδοφαγάδες, αβοκάτοι,
κομματάρχηδες και κοτζαμπασήδες,
και της γραμματικής οι μανταρίνοι
και της πολιτικής οι φασουλήδες,
ταρτούφοι, ραμπαγάδες, ταρταρίνοι!
*
Σκύλος κοκκαλογλύφτης φέρνει γύρα
Κρακ! Τακ! της γειτονιάς τους τενεκέδες.
Ο ποσαπαίρνης με το θεσιθήρα
για την πατρίς καυγά στους καφενέδες.
Οι γάτοι λιγεροί στα κεραμίδια
Ταιριάζουν ερωτόπαθους γιαρέδες.
Φαγοπότι, ξαπλωταριό, τα ίδια.
Τα θέατρα, τις ταβέρνες, τα πορνεία,
φάμπρικες, μπάνκες, σπίτια, αποκαΐδια,
τ' ανταμώνει αττικώτατη αρμονία.
*
Τα παθητικά κρυφομιλήματα...
Κάποτε κάπου
Κάποτε κάπου αφάνταστο τραγούδησα τραγούδι
σε τούτον το σκοπό,
κάποτε, πρώτη και στερνή φορά? και δεν το βρίσκω
για να το ξαναπώ.
Στ' άδειο σεντούκι του γυρτός ο σφιχτοχέρης, ίδιος,
πάθος, χαμός, ω λύπη !
Του τρέμουνε τα δάχτυλα σα να μετράν ακόμα
το θησαυρό που λείπει.
Βαστώ μιας φλόγας τον καπνό κ' ενός καπνού τον ίσκιο
σε τούτον το σκοπό.
Κάποτε κάπου αφάνταστο τραγούδησα τραγούδι?
ξανά δε θα το πώ.
'Απαντα, τομ. Ζ΄, σελ. 479
Η ασάλευτη ζωή...
Τον πόνο σου
Τον πόνο σου εδώ πέρα μη τον παρατάς,
με μια φροντίδα μητρική ταξίδεψέ τον,?
όπου ζωή, όπου όνειρο, στα μακρινά και στα ψηλά??
και πήγαινέ τον ύστερα και ριζοφύτεψέ τον?
εκεί στη χώρα την κατάνακρη τού αμίλητου?
στα μάτια του συμμάζωξε και θάψε τη φωνή του,?
κι ανίσως δε βαστάξουνε τα μάτια του και κλείσουνε,?
κλείσε κ' εσύ τα μάτια σου και πέθανε μαζί του.?
'Απαντα, τομ. Γ΄, σελ. 158

Κωστής Παλαμάς (1859-1943)
(λεπτομέρεια από το έργο του Γεωργίου Ροϊλού
"Μεγάλοι ποιητές της γενιάς μου")
Κωστής Παλαμάς
Σατιρικά γυμνάσματα...
Οι κηφήνες, οι βάτραχοι κι οι ακρίδες...
Τρανοί πολιτικοί, γραμματισμένοι
στις αφρόντιστες μέσα εφημερίδες:
ένα πλήθος ανίδεοι και στριμμένοι.
*
Διαβασμένοι, ντοτόροι, σπιρουνάτοι,
ρασοφόροι, δασκάλοι, ρουσφετλήδες,
οικοπεδοφαγάδες, αβοκάτοι,
κομματάρχηδες και κοτζαμπασήδες,
και της γραμματικής οι μανταρίνοι
και της πολιτικής οι φασουλήδες,
ταρτούφοι, ραμπαγάδες, ταρταρίνοι!
*
Σκύλος κοκκαλογλύφτης φέρνει γύρα
Κρακ! Τακ! της γειτονιάς τους τενεκέδες.
Ο ποσαπαίρνης με το θεσιθήρα
για την πατρίς καυγά στους καφενέδες.
Οι γάτοι λιγεροί στα κεραμίδια
Ταιριάζουν ερωτόπαθους γιαρέδες.
Φαγοπότι, ξαπλωταριό, τα ίδια.
Τα θέατρα, τις ταβέρνες, τα πορνεία,
φάμπρικες, μπάνκες, σπίτια, αποκαΐδια,
τ' ανταμώνει αττικώτατη αρμονία.
*
Τα παθητικά κρυφομιλήματα...
Κάποτε κάπου
Κάποτε κάπου αφάνταστο τραγούδησα τραγούδι
σε τούτον το σκοπό,
κάποτε, πρώτη και στερνή φορά? και δεν το βρίσκω
για να το ξαναπώ.
Στ' άδειο σεντούκι του γυρτός ο σφιχτοχέρης, ίδιος,
πάθος, χαμός, ω λύπη !
Του τρέμουνε τα δάχτυλα σα να μετράν ακόμα
το θησαυρό που λείπει.
Βαστώ μιας φλόγας τον καπνό κ' ενός καπνού τον ίσκιο
σε τούτον το σκοπό.
Κάποτε κάπου αφάνταστο τραγούδησα τραγούδι?
ξανά δε θα το πώ.
'Απαντα, τομ. Ζ΄, σελ. 479
Η ασάλευτη ζωή...
Τον πόνο σου
Τον πόνο σου εδώ πέρα μη τον παρατάς,
με μια φροντίδα μητρική ταξίδεψέ τον,?
όπου ζωή, όπου όνειρο, στα μακρινά και στα ψηλά??
και πήγαινέ τον ύστερα και ριζοφύτεψέ τον?
εκεί στη χώρα την κατάνακρη τού αμίλητου?
στα μάτια του συμμάζωξε και θάψε τη φωνή του,?
κι ανίσως δε βαστάξουνε τα μάτια του και κλείσουνε,?
κλείσε κ' εσύ τα μάτια σου και πέθανε μαζί του.?
'Απαντα, τομ. Γ΄, σελ. 158
Ετικέτες
Γιάννης Σταύρου,
έλληνες ζωγράφοι,
ζωγραφική,
ζωγράφοι,
Παλαμάς,
πίνακες ζωγραφικής,
ποιητές
Κυριακή 11 Νοεμβρίου 2012
Σκλάβος ξανάσκυψε ο ρωμιός και δασκαλοκρατιέται...
Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα,
ραγιάδες έχεις, μάννα γη, σκυφτούς για το χαράτσι,
κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα,
των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι...
Κωστής Παλαμάς
Από την Πολιτεία και τη μοναξιά
Από θαμπούς ντερβίσηδες και στέρφους μανταρίνους
κι από τους χαλκοπράσινους η Πολιτεία πατιέται.
Χαρά στους χασομέρηδες! Χαρά στους αρλεκίνους!
Σκλάβος ξανάσκυψε ο ρωμιός και δασκαλοκρατιέται.
Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα,
ραγιάδες έχεις, μάννα γη, σκυφτούς για το χαράτσι,
κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα,
των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι.
Και δημοκόποι Κλέωνες και λογοκόποι Ζωίλοι,
Και Μαμμωνάδες βάρβαροι, και χαύνοι λεβαντίνοι·
Λύκοι, κοπάδια, οι πιστικοί και ψωριασμένοι οι σκύλοι
Κι οι χαροκόποι αδιάντροποι, και πόρνη η Ρωμιοσύνη!
ραγιάδες έχεις, μάννα γη, σκυφτούς για το χαράτσι,
κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα,
των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι...
Κωστής Παλαμάς
Από την Πολιτεία και τη μοναξιά
Η Πολιτεία λωλάθηκε, κι απόπαιδα τα κάνει
το Νου, το Λόγο, την Καρδιά, τον Ψάλτη, τον Προφήτη·
κάθε σπαθί, κάθε φτερό, κάθε χλωρό στεφάνι,
στη λάσπη. Σταύλος ο ναός, μπουντρούμι και το σπίτι…
το Νου, το Λόγο, την Καρδιά, τον Ψάλτη, τον Προφήτη·
κάθε σπαθί, κάθε φτερό, κάθε χλωρό στεφάνι,
στη λάσπη. Σταύλος ο ναός, μπουντρούμι και το σπίτι…
Από θαμπούς ντερβίσηδες και στέρφους μανταρίνους
κι από τους χαλκοπράσινους η Πολιτεία πατιέται.
Χαρά στους χασομέρηδες! Χαρά στους αρλεκίνους!
Σκλάβος ξανάσκυψε ο ρωμιός και δασκαλοκρατιέται.
Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα,
ραγιάδες έχεις, μάννα γη, σκυφτούς για το χαράτσι,
κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα,
των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι.
Και δημοκόποι Κλέωνες και λογοκόποι Ζωίλοι,
Και Μαμμωνάδες βάρβαροι, και χαύνοι λεβαντίνοι·
Λύκοι, κοπάδια, οι πιστικοί και ψωριασμένοι οι σκύλοι
Κι οι χαροκόποι αδιάντροποι, και πόρνη η Ρωμιοσύνη!
Δε φτάνει
Δε φτάνει
να λαμπ' η αλήθεια
Πρέπει και να σφάζη!
Ω αυγές
Ω αυγές των ανιστόρητων ψυχών, των άγριων τόπων!
Παρασκευή 17 Αυγούστου 2012
Βοσκοί, στη μάντρα της Πολιτείας, οι λύκοι!
Βοσκοί, στη μάντρα της Πολιτείας, οι λύκοι! Οι λύκοι!
Στα όπλα, Ακρίτες! Μακριά και οι φαύλοι και οι περιττοί,
Καλαμαράδες και δημοκόποι και μπολσεβίκοι
Για λόγους άδειους ή για του ολέθρου τα έργα βαλτοί.
Κωστής Παλαμάς
(με αφορμή την Μικρασιατική Καταστροφή)Κυριακή 23 Οκτωβρίου 2011
Οι κηφήνες, οι βάτραχοι κι οι ακρίδες...
Πατριδογνωσία...
Κωστής Παλαμάς
Σατιρικά γυμνάσματα (1907-1909)

Κωστής Παλαμάς (1859-1943)
(λεπτομέρεια από το έργο του Γεωργίου Ροϊλού
"Μεγάλοι ποιητές της γενιάς μου")
(Αποσπάσματα) :
Οι κηφήνες, οι βάτραχοι κι οι ακρίδες...
Τρανοί πολιτικοί, γραμματισμένοι
στις αφρόντιστες μέσα εφημερίδες:
ένα πλήθος ανίδεοι και στριμμένοι.
Διαβασμένοι, ντοτόροι, σπιρουνάτοι,
ρασοφόροι, δασκάλοι, ρουσφετλήδες,
οικοπεδοφαγάδες, αβοκάτοι,
κομματάρχηδες και κοτζαμπασήδες,
και της γραμματικής οι μανταρίνοι
και της πολιτικής οι φασουλήδες,
ταρτούφοι, ραμπαγάδες, ταρταρίνοι!
Ζαγάρια και τσακάλια και κοκκόροι,
σηκωτοί κάθε τόσο στο ποδάρι,
μόρτηδες, λούστροι, αργοί, λιμοκοντόροι
Πρόγονους πάρε, απόγονους, δαιμόνους,
όλα της Ιστορίας τα συναξάρια,
όλους του Ελληνισμού τους φανφαρόνους,
όλα της Ρωμιοσύνης τα καμάρια,
του Λόγου τις κορφές, τους παραλήδες,
τους σοφούς, των πολέμων τα λιοντάρια,
Όμηρους, Αρχιμήδες, Αχιλλήδες,
καθώς περνούν ανάκατα στη στράτα,
Καποδίστρηδες, Διάκους, Κοραήδες.
Όλα φκιάστα γκιουβέτσι και σαλάτα,
νά και το ρετσινάτο στην ταβέρνα,
και τα βιολιά, και ρίξου τους και φά’ τα.
Κέρνα, ρούφα, ξεφάντωνε, και ξέρνα.
Σκύλος κοκκαλογλύφτης φέρνει γύρα
Κρακ! Τακ! της γειτονιάς τους τενεκέδες.
Ο ποσαπαίρνης με το θεσιθήρα
για την πατρίς καυγά στους καφενέδες.
Οι γάτοι λιγεροί στα κεραμίδια
Ταιριάζουν ερωτόπαθους γιαρέδες.
Φαγοπότι, ξαπλωταριό, τα ίδια.
Τα θέατρα, τις ταβέρνες, τα πορνεία,
φάμπρικες, μπάνκες, σπίτια, αποκαΐδια,
τ’ ανταμώνει αττικώτατη αρμονία.
Κωστής Παλαμάς
Σατιρικά γυμνάσματα (1907-1909)

Κωστής Παλαμάς (1859-1943)
(λεπτομέρεια από το έργο του Γεωργίου Ροϊλού
"Μεγάλοι ποιητές της γενιάς μου")
(Αποσπάσματα) :
Οι κηφήνες, οι βάτραχοι κι οι ακρίδες...
Τρανοί πολιτικοί, γραμματισμένοι
στις αφρόντιστες μέσα εφημερίδες:
ένα πλήθος ανίδεοι και στριμμένοι.
Διαβασμένοι, ντοτόροι, σπιρουνάτοι,
ρασοφόροι, δασκάλοι, ρουσφετλήδες,
οικοπεδοφαγάδες, αβοκάτοι,
κομματάρχηδες και κοτζαμπασήδες,
και της γραμματικής οι μανταρίνοι
και της πολιτικής οι φασουλήδες,
ταρτούφοι, ραμπαγάδες, ταρταρίνοι!
Ζαγάρια και τσακάλια και κοκκόροι,
σηκωτοί κάθε τόσο στο ποδάρι,
μόρτηδες, λούστροι, αργοί, λιμοκοντόροι
Πρόγονους πάρε, απόγονους, δαιμόνους,
όλα της Ιστορίας τα συναξάρια,
όλους του Ελληνισμού τους φανφαρόνους,
όλα της Ρωμιοσύνης τα καμάρια,
του Λόγου τις κορφές, τους παραλήδες,
τους σοφούς, των πολέμων τα λιοντάρια,
Όμηρους, Αρχιμήδες, Αχιλλήδες,
καθώς περνούν ανάκατα στη στράτα,
Καποδίστρηδες, Διάκους, Κοραήδες.
Όλα φκιάστα γκιουβέτσι και σαλάτα,
νά και το ρετσινάτο στην ταβέρνα,
και τα βιολιά, και ρίξου τους και φά’ τα.
Κέρνα, ρούφα, ξεφάντωνε, και ξέρνα.
Σκύλος κοκκαλογλύφτης φέρνει γύρα
Κρακ! Τακ! της γειτονιάς τους τενεκέδες.
Ο ποσαπαίρνης με το θεσιθήρα
για την πατρίς καυγά στους καφενέδες.
Οι γάτοι λιγεροί στα κεραμίδια
Ταιριάζουν ερωτόπαθους γιαρέδες.
Φαγοπότι, ξαπλωταριό, τα ίδια.
Τα θέατρα, τις ταβέρνες, τα πορνεία,
φάμπρικες, μπάνκες, σπίτια, αποκαΐδια,
τ’ ανταμώνει αττικώτατη αρμονία.
Πέμπτη 30 Δεκεμβρίου 2010
Σχόλια & ζωγράφοι, ζωγραφική: μενεξεδένιο αἷμα γοργοστάζ᾿ ἡ Ἀθήνα...
Λεηλατήθηκε η πατρίδα μας...
Πριν την τελική αυλαία, ας θυμηθούμε τους στίχους του ποιητή...
μενεξεδένιο αἷμα γοργοστάζ᾿ ἡ Ἀθήνα
κάθε ποὺ τὴ χτυπᾶν τοῦ Δειλινοῦ τὰ βέλη...
Κωστής Παλαμάς
Πατρίδες
Ἐδῶ οὐρανὸς παντοῦ κι ὁλοῦθε ἥλιου ἀχτίνα,
καὶ κάτι ὁλόγυρα σὰν τοῦ Ὑμηττοῦ τὸ μέλι,
βγαίνουν ἀμάραντ᾿ ἀπὸ μάρμαρο τὰ κρίνα,
λάμπει γεννήτρα ἑνὸς Ὀλύμπου ἡ θεία Πεντέλη.
Στὴν ὀμορφιὰ σκοντάβει σκάφτοντας ἡ ἀξίνα,
στὰ σπλάχνα ἀντὶ θνητοὺς θεοὺς κρατᾶ ἡ Κυβέλη,
μενεξεδένιο αἷμα γοργοστάζ᾿ ἡ Ἀθήνα
κάθε ποὺ τὴ χτυπᾶν τοῦ Δειλινοῦ τὰ βέλη.
Τῆς ἱερῆς ἐλιᾶς ἐδῶ ναοὶ καὶ οἱ κάμποι
ἀνάμεσα στὸν ὄχλο ἐδῶ ποὺ ἀργοσαλεύει
καθὼς ἀπάνου σ᾿ ἀσπρολούλουδο μία κάμπη,
ὁ λαὸς τῶν λειψάνων ζῆ καὶ βασιλεύει
χιλιόψυχος, τὸ πνεῦμα καὶ στὸ χῶμα λάμπει,
τὸ νιώθω, μὲ σκοτάδια μέσα μου παλεύει
Ἐκεῖ ποὺ ἀκόμα ζοῦν οἱ Φαίακες τοῦ Ὁμήρου
καὶ σμίγ᾿ ἡ Ἀνατολὴ μ᾿ ἕνα φιλὶ τὴ Δύση,
κι ἀνθεῖ παντοῦ μὲ τὴν ἐλιὰ τὸ κυπαρίσσι,
βαθύχρωμη στολὴ στὸ γαλανὸ τοῦ Ἀπείρου
----
Πατρίδες! Ἀέρας, γῆ, νερό, φωτιά! Στοιχεῖα,
ἀχάλαστα καὶ ἀρχὴ καὶ τέλος τῶν πλασμάτων,
σὰ θὰ περάσω στὴ γαλήνη τῶν μνημάτων,
θὰ σᾶς ξανάβρω, πρώτη καὶ στερνὴ εὐτυχία!
Πριν την τελική αυλαία, ας θυμηθούμε τους στίχους του ποιητή...
μενεξεδένιο αἷμα γοργοστάζ᾿ ἡ Ἀθήνα
κάθε ποὺ τὴ χτυπᾶν τοῦ Δειλινοῦ τὰ βέλη...
Κωστής Παλαμάς
Πατρίδες
Ἐδῶ οὐρανὸς παντοῦ κι ὁλοῦθε ἥλιου ἀχτίνα,
καὶ κάτι ὁλόγυρα σὰν τοῦ Ὑμηττοῦ τὸ μέλι,
βγαίνουν ἀμάραντ᾿ ἀπὸ μάρμαρο τὰ κρίνα,
λάμπει γεννήτρα ἑνὸς Ὀλύμπου ἡ θεία Πεντέλη.
Στὴν ὀμορφιὰ σκοντάβει σκάφτοντας ἡ ἀξίνα,
στὰ σπλάχνα ἀντὶ θνητοὺς θεοὺς κρατᾶ ἡ Κυβέλη,
μενεξεδένιο αἷμα γοργοστάζ᾿ ἡ Ἀθήνα
κάθε ποὺ τὴ χτυπᾶν τοῦ Δειλινοῦ τὰ βέλη.
Τῆς ἱερῆς ἐλιᾶς ἐδῶ ναοὶ καὶ οἱ κάμποι
ἀνάμεσα στὸν ὄχλο ἐδῶ ποὺ ἀργοσαλεύει
καθὼς ἀπάνου σ᾿ ἀσπρολούλουδο μία κάμπη,
ὁ λαὸς τῶν λειψάνων ζῆ καὶ βασιλεύει
χιλιόψυχος, τὸ πνεῦμα καὶ στὸ χῶμα λάμπει,
τὸ νιώθω, μὲ σκοτάδια μέσα μου παλεύει
Ἐκεῖ ποὺ ἀκόμα ζοῦν οἱ Φαίακες τοῦ Ὁμήρου
καὶ σμίγ᾿ ἡ Ἀνατολὴ μ᾿ ἕνα φιλὶ τὴ Δύση,
κι ἀνθεῖ παντοῦ μὲ τὴν ἐλιὰ τὸ κυπαρίσσι,
βαθύχρωμη στολὴ στὸ γαλανὸ τοῦ Ἀπείρου
----
Πατρίδες! Ἀέρας, γῆ, νερό, φωτιά! Στοιχεῖα,
ἀχάλαστα καὶ ἀρχὴ καὶ τέλος τῶν πλασμάτων,
σὰ θὰ περάσω στὴ γαλήνη τῶν μνημάτων,
θὰ σᾶς ξανάβρω, πρώτη καὶ στερνὴ εὐτυχία!
Ετικέτες
Γιάννης Σταύρου,
έλληνες ζωγράφοι,
ζωγραφική,
ζωγραφική τοπία,
ζωγράφοι,
ιστορικά τοπία,
Παλαμάς
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)










