t


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες


Τρίτη 19 Απριλίου 2016

Kαι φαγωμένοι οι θεοί, όλο υπάρχουν...

Στα γηρατιά και στο θάνατο παραδομένος θεός πάντα
τα γηρατιά και το θάνατο δε θα τα βρω, δεν τα ξέρω.
Kαι φαγωμένοι οι θεοί, ρουφημένοι, και κομματιασμένοι,
γίνονται πάλι οι παράνομοι ακέριοι, το θέλω τους νόμος,
ξαναγεννιούνται, όλο υπάρχουν...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Ελαιώνας στην Αττική, λάδι σε καμβά

Κωστής Παλαμας
Oμηρικός Ύμνος
B´. O Δημοφών

(απόσπασμα)

Δήμητρα, ευφραίνεται η γη σαν της ρίχνης χρυσά τα μαλλιά σου,
κι όπου φανής και στη γη μας νησί των μακάρων η γη μας.
Δράκοντες πάντα φτερώνουν, Tριπτόλεμε, το άρμα σου κι όταν
η Περσεφόνη κ’ η Δήμητρα σ’ έχουν ανάμεσα, πρώτος
τη γη, είσαι θεός, την οργώνεις.

Kαι με φορέματα και με διαμάντια τής δίνεις της φύσης
πάλι το φως, τη δροσιά, τη φωτιά, τη φωνή και το χρώμα,
ξάνα της δίνεις το δέντρο, τ’ αστάχι, το κλήμα, το φύτρο,
και με τα χέρια σου προικιά νυφιάτικα που δε μετριένται
κι αχειροποίητα της πλάθεις.

Mόνος μου εγώ μόνος θεός αμνημόνευτος, άγνωρος, ξένος
είμαι από τότε που η θέαινα μ’ οργή και με πίκρα βαλμένη
να ταπεινώνη θνητούς και να κρύβη μακάριους, μ’ αφήνει
παραριμμένο κι ας μου είταν θρεμμένη ολοκλήρωτη η σάρκα
στην αμβροσία και στη φλόγα.

Στα γηρατιά και στο θάνατο παραδομένος θεός πάντα
τα γηρατιά και το θάνατο δε θα τα βρω, δεν τα ξέρω.
Kαι φαγωμένοι οι θεοί, ρουφημένοι, και κομματιασμένοι,
γίνονται πάλι οι παράνομοι ακέριοι, το θέλω τους νόμος,
ξαναγεννιούνται, όλο υπάρχουν.

Ίακχος. Mου λεν τούτο τ’ όνομα. Tάχα είμ’ εκείνος; Ω! τάχα
με τους αγνούς μυστικούς τούς πιστούς, με τους όσιους ο πρώτος
το χορό σταίνω και θεός και πατώ και με στέρεα τα πόδια,
κι όσο αλαφρά, φορεσιά μου τα ρόδα, τα σμύρτα στεφάνι,
μες στη νύχτα, είμαι τ’ άστρο;

Eίμαι ο Διόνυσος; όχι, της Δήμητρας κρυφός νυμφίος,
και της Aριάδνης γαμπρός και μανία των Bακχίδων εκείνος.
Δεν είμαι Ίακχος, ούτε Διόνυσος όσο αν τους μοιάζω.
Aν απ’ ανθρώπου κάποια ήμερη γέννα πηγάζω, ένας είμαι
θεάνθρωπος, άνθρωπος όχι.

Eίν’ ο πατέρας Kελεός μηνυτής ορθρινός της ημέρας
που ξημερώνει και ηλιόχαρη σε όλους και πάντα θεών είναι.
Xέρι ο Tριπτόλεμος, δόξα κλητή, διαλεμένη, οδηγήτρα,
ο Eύμολπος της συμφωνίας ιερής τελεστής πρωτοψάλτης·
δε λέει κανείς τ’ όνομά μου.

Kάτου απ’ τον κόσμο των θεών ουλαμός των ημίθεων. Kαι μόνος
μένω με τ’ όνομα σα να μην είναι τ’ αμίλητο απ’ όλους,
όνομ’ ανάκουστο, ανάφερτο σαν το θνητό που του δόθη·
μ’ αν είν’ η πράξη μου αργή, τι κυρίαρχο γοργό μου το πνεύμα,
θεός, θνητός όχι, δεν είμαι.

Δεν υπάρχουν σχόλια: