t


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ζωγράφοι καράβια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ζωγράφοι καράβια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 1 Ιουνίου 2025

Τι τρομερή εποχή...

«Τι τρομερή εποχή... αυτή όπου ηλίθιοι κυβερνούν τυφλούς» 
Γουίλιαμ Σαίξπηρ
*
«What a terrible era in which idiots govern the blind» 
William Shakespeare

Κυριακή 8 Αυγούστου 2021

μέλλον...

 "Μην ορκίζεσαι στο μέλλον, αν το έχεις κακομεταχειριστει στο παρελθόν."
Σαίξπηρ, Ριχάρδος ΙΙΙ
*  
"Don’t swear by the future, because you’ve ruined it before it has even arrived."
William Shakespeare, Richard III


Τρίτη 28 Ιουλίου 2015

με στ’ άγρια νερά, τα νεραϊδένια...

Σήκω, παιδί, ακολούθησέ με!
Aκολούθησέ με στ’ άγρια νερά,
τα νεραϊδένια· πιάσε με απ’ το χέρι:
καν δεν φαντάζεσαι τι θρήνος είναι ο κόσμος...


Come away, O human child!
To the waters and the wild
With a faery, hand in hand,
For the world's more full of weeping than you can understand...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Αποθήκες στο λιμάνι, λάδι σε καμβά

Γουίλιαμ Μπάτλερ Γέιτς
Μην αγαπάς για πολύ καιρό

Μην αγαπάς, γλυκιά μου, για πολύ καιρό:
εγώ γέρασα –χρόνια και χρόνια– αγαπώντας
και κατάντησα εκτός μόδας,
σαν τραγούδι παλιό.

Τα χρόνια της νιότης, κανένας μας
δεν ξεχώριζε τη σκέψη του
από του άλλου τη σκέψη∙
κοινή και αδιαίρετη η ύπαρξή μας κρινόταν.

Μα κάτι σ’ εκείνη άλλαξε ξαφνικά –
μην αγαπάς για πολύ καιρό,
ειδάλλως καταντάς –γερνώντας–
εκτός μόδας, σαν τραγούδι παλιό.

Tο κλεμμένο παιδί
(απόσπασμα)

Kατ’ όπου σκάζει κύμα το φεγγάρι
και με φως τη σκοτεινη άμμο σκεπάζει,
–ακτή ακτές μακριά από το Pόουζες–
σέρνουμε γόνατα, σέρνουμε πέλματα,
και πανάρχαιους χορούς υφαίνουμε
πλέκοντας δάχτυλα, πλεκοντας βλέμματα,
μέχρι να δύσει η μέρα το φεγγάρι· χορεύουμε, χορεύουμε
και κυνηγάμε τ’ αφρισμένα κύματα,
ενώ στον ύπνο του ο κόσμος
κοιμάται άγχος και διλήμματα.
Σήκω, παιδί, ακολούθησέ με!
Aκολούθησέ με στ’ άγρια νερά,
τα νεραϊδένια· πιάσε με απ’ το χέρι:
καν δεν φαντάζεσαι τι θρήνος είναι ο κόσμος.

(Μετ. Μιχάλης Παπαντωνόπουλος)

William Butler Yeats
O Do Not Love Too Long

SWEETHEART, do not love too long:
I loved long and long,
And grew to be out of fashion
Like an old song.
All through the years of our youth
Neither could have known
Their own thought from the other's,
We were so much at one.
But O, in a minute she changed -
O do not love too long,
Or you will grow out of fashion
Like an old song.

The Stolen Child

WHERE dips the rocky highland
Of Sleuth Wood in the lake,
There lies a leafy island
Where flapping herons wake
The drowsy water rats;
There we've hid our faery vats,
Full of berrys
And of reddest stolen cherries.
Come away, O human child!
To the waters and the wild
With a faery, hand in hand,
For the world's more full of weeping than you can understand.

Where the wave of moonlight glosses
The dim gray sands with light,
Far off by furthest Rosses
We foot it all the night,
Weaving olden dances
Mingling hands and mingling glances
Till the moon has taken flight;
To and fro we leap
And chase the frothy bubbles,
While the world is full of troubles
And anxious in its sleep.
Come away, O human child!
To the waters and the wild
With a faery, hand in hand,
For the world's more full of weeping than you can understand.

Where the wandering water gushes
From the hills above Glen-Car,
In pools among the rushes
That scarce could bathe a star,
We seek for slumbering trout
And whispering in their ears
Give them unquiet dreams;
Leaning softly out
From ferns that drop their tears
Over the young streams.
Come away, O human child!
To the waters and the wild
With a faery, hand in hand,
For the world's more full of weeping than you can understand.

Away with us he's going,
The solemn-eyed:
He'll hear no more the lowing
Of the calves on the warm hillside
Or the kettle on the hob
Sing peace into his breast,
Or see the brown mice bob
Round and round the oatmeal chest.
For he comes, the human child,
To the waters and the wild
With a faery, hand in hand,
For the world's more full of weeping than he can understand.

Σάββατο 16 Μαΐου 2015

Κυκλώνες, από ανέκαθεν...

Αναρριχώνται πάνω σε μελανό τοπίο, η νύχτα
Δεν χρειάζεται αστέρια, πουθενά
δεν ρωτάνε για σένα...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Νύχτα στο λιμάνι, λάδι σε καμβά

Πάουλ Τσέλαν
Ακροτελεύτια μουσική

Κάποτε,
τότε τον άκουσα,
τότε ξέπλυνε τον κόσμο,
αθέατος, στο μάκρος της νύχτας,
αληθινά.

Μονάχος και ατελεύτητος,
εκμηδενιζόμενος,
να εκμηδενίζει.

Φως ήταν. Απελευθέρωση

(μετ. Μηνάς Δημάκης)

...Στρέτο

Εκτοπισμένος  στον
Περίβολο
Με το αδιάψευστο ίχνος

Χόρτο, γραμμένο ξεχωριστά. Οι πέτρες, λευκές,
Με τις σκιές των καλαμιών:
Μη διαβάζεις πια- κοίτα!
Μη κοιτάς πια -προχώρα!

Προχώρα, η ώρα σου
Δεν έχει αδελφές, είσαι -
Είσαι στο σπίτι. Ενας τροχός, βραδύς,
Κυλά μόνος του, οι ακτίνες
Αναρριχώνται,
Αναρριχώνται πάνω σε μελανό τοπίο, η νύχτα
Δεν χρειάζεται αστέρια, πουθενά
δεν ρωτάνε για σένα.

πουθενά
δεν
ρωτάνε για σένα-

Ο τόπος , όπου κείτονταν, έχει
Ονομα-δεν έχει
κανένα. Δεν κείτονταν εκεί. Κάτι
υπήρχε ανάμεσά τους. Δεν
έβλεπαν διαμέσου.

Δεν έβλεπαν, όχι
Μιλούσαν για
Λέξεις. Καμμία
Δεν ξύπνησε, ο
Ύπνος
Τους τύλιξε.                   

Τύλιξε, τύλιξε. Πουθενά
Δεν ρωτούν-

Εγώ είμαι, εγώ
Κοιτόμουν ανάμεσά σας, ήμουν
Ανοιχτός, ήμουν
Ακουστός. Σας ένευα, η ανάσα σας
Υπάκουε, εγώ
Είμαι ακόμα, αλλά εσείς-
κοιμόσαστε

είμαι ακόμα-

Χρόνια,
Χρόνια, χρόνια, ένα δάχτυλο
Ψηλαφεί  πάνω και κάτω, ψηλαφεί
Ολόγυρα:
Αρθρώσεις, αισθητές, εδώ
Χάσκει χάσμα βαθύ, εδώ
συγκολλούνται και πάλι -ποιος
το κάλυψε;

Το κάλυψε                                                                     
-ποιος;

Ηρθε, ήρθε.
Ηρθε μια λέξη, ήρθε,
Ηρθε διασχίζοντας τη νύχτα,
Ηθελε να φωτίζει, ήθελε να φωτίζει

Τέφρα.
Τέφρα, τέφρα.
Νύχτα.
Νύχτα-και-νύχτα. Πήγαινε
Προς το μάτι, το υγρό.

Πήγαινε
Προς το μάτι,
Το υγρό-

Κυκλώνες.
Κυκλώνες, από ανέκαθεν,
Στρόβιλος μορίων, το άλλο
Εσύ
Το ξέρεις βέβαια, εμείς
Το διαβάσαμε στο βιβλίο, ήταν
άποψη.

Ηταν, ήταν
Αποψη. Πώς
Πιαστήκαμε
Πώς -μ'
Αυτά
Τα χέρια;

Επίσης ήταν γραμμένο  ότι.
Πού; Απλ-
ώσαμε μια σιωπή επάνω του,
Γαλουχημένη με δηλητήριο, μεγάλη
Μια
Πράσινη
Σιωπή, ένα σέπαλο,
μια σκέψη για κάτι Φυτικό κρεμόταν από αυτό-
Πράσινη, ναι
Κρεμόταν, ναι,
Κάτω από μοχθηρό
Ουρανό.

Για κάτι, ναι
Φυτικό

Ναι.
κυκλώνες, στρό-
βιλος μορίων, έμεινε
Χρόνος, έμεινε,
Να προσπαθήσουμε με την πέτρα-ήταν
Φιλόξενη, δεν
διέκοπτε τη λέξη. Πόσο
τυχεροί είμασταν:

Κοκκώδης,
Κοκκώδης και ινώδης. Μισχώδης,
Πυκνή,
Βοτρυώδης και ακτινοειδής, νεφρώδης,
Επίπεδη και
Θρομβώδης, χαλαρή, δια-
κλαδιζόμενη-: αυτή, αυτό
Δεν διέκοπτε, μι-
λούσε,
Μιλούσε ευχαρίστως σε στεγνά μάτια, προτού να τα κλείσει.

Μιλούσε, μιλούσε
Ηταν, ήταν

Δεν χαλαρώναμε, στεκόμασταν
Στο μέσον, ένα
Πορώδες οίκημα, και ερχόταν.

Ερχόταν πάνω μας, έρχόταν
Διαμέσου, μπάλωνε
Αθέατο, μπάλωνε
Την τελευταία  μεμβράνη,
Και
Τον κόσμο, ένα χιλιοκρύσταλλο,
Σχηματιζόταν γοργά.

Σχηματιζόταν, σχηματιζόταν.
Μετά-

Νύχτες, ξέπλεκες, κύκλοι,
Πράσινοι ή γαλάζιοι, κόκκινα
Τετράγωνα: ο
Κόσμος ποντάρει το εσώτερο είναι του
Στο παιχνίδι με τις νέες
Ωρες, -Κύκλοι κόκκινοι ή μελανοί, φωτεινά
Τετράγωνα, καμμία
Ιπτάμενη σκιά,
Καμμία
μετροτράπεζα, κανένας
θυμός δεν ανεβαίνει να παίξει μαζί.

Ανεβαίνει και                                                                  
Παίζει μαζί

Στο πέταγμα  της γλαυκός με
Την απολιθωμένη λέπρα,
στα
εξαφανισμένα χέρια μας
στην
τελευταία απόρριψη,
Πάνω από το αλαιξίσφαιρο
Στο γκρεμισμένο τείχος:

Ορατά, και
πάλι: τα ρείθρα, οι

Χορωδίες τότε, οι
Ψαλμοί. Ω, Ω-
Σαννά.

Επίσης στέκουν ακόμα  ναοί. ενα
Αστέρι
Εχει ακόμα φως.
Τίποτα
Τίποτα δεν χάθηκε.

Ω-
Σαννά.

Στη φυγή της γλαυκός, εδώ,
Οι διάλογοι, υπόφαιοι,
Των ιχνών  των υπογείων υδάτων.

(υπόφαιοι,                                                                        των                                                                            
ιχνών των υπογείων υδάτων---

Εκτοπισμένος
Στον περίβολο
Με
Το αδιάψευστο
Ιχνος:

Χόρτο,
Χόρτο,
Γραμμένο ξεχωριστά.)

(μετ. Ιωάννα Αβραμίδου)

Κυριακή 5 Απριλίου 2015

Αποκοιμήθη ο ήλιος, ίσκιοι σ' ολάκερο τον ωκεανό...

Και τότε κατηφορίσαμε στο καράβι,
Κυλήσαμε την καρένα στη θάλασσα τη θεοτική...

Γιάννης Σταύρου, Καράβι, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Έζρα Πάουντ
Κάντο Ι
(μετ. Γιώργος Σεφέρης)

Καὶ τότε κατηφορίσαμε στὸ καράβι,
Κυλήσαμε τὴν καρένα στὴ θάλασσα τὴ θεοτική,  
Σηκώσαμε τ' ἄλμπουρο καὶ τὸ πανὶ στὸ μελανὸ τοῦτο καράβι,  
Καὶ τὸ φορτώσαμε μ' ἀρνιά, φορτώσαμε μαζὶ καὶ τὰ κορμιά μας  
Βαριὰ ἀπὸ δάκρυα, κι οἱ ἀγέρηδες ὁλόπρυμα  
Μᾶς πῆραν πέρα μακριὰ μὲ τὸ πρησμένο καραβόπανο,  
Τῆς Κίρκης τούτη ἡ τέχνη, τῆς καλοχτένιστης θεᾶς.  
Τότες καθίσαμε στὴν κουπαστή, κι ὁ ἀγέρας μάγκωνε τὸ τιμόνι.  
Ἔτσι ὁλάρμενοι, περνούσαμε τὸ πέλαγο ὡς νὰ τελειώ­σει ἡ μέρα.  
Ἀποκοιμήθη ὁ ἥλιος, ἴσκιοι σ' ὁλάκερο τὸν ὠκεανό,  
Καὶ τότες μπήκαμε στὰ πιὸ βαθιὰ νερά,  
Στὶς Κιμμέριες χῶρες, καὶ στὶς πολυάνθρωπες πολι­τεῖες 
 Σκεπασμένες μὲ μιὰ κρουστὴ καταχνιά, ποτὲς δὲν τὴν τρυπάει 
Ὁ ἀχτιδοβόλος ἥλιος  
Μήτε ὅταν βγαίνει στ' ἀψηλὰ κοντὰ στ' ἀστέρια  
Μήτε ὅταν σκύβει νὰ γυρίσει πίσω ἀπὸ τὸν οὐρανό·  
Νύχτα ὁλόμαυρη τεντωμένη ἐκεῖ πάνω στοὺς ἄμοιρους ἀνθρώπους.  
Πίσω τὸ ρέμα τοῦ ὠκεανοῦ, κι ἤρθαμε τότε  
Στὸν τόπο πού μᾶς ἁρμήνεψε ἡ Κίρκη.  
Ἐδῶ κάνανε θυσίες ὁ Περιμήδης κι ὁ Εὐρύλοχος  
Καὶ τραβώντας τὸ σπαθὶ ἀπὸ τὸ μερί μου  
Ἔσκαψα τὸ τετράπηχο χαντάκι·  
Χύσαμε τότε σπονδὲς στὸν κάθε νεκρό,  
Πρῶτα ὑδρόμελι κι ἔπειτα γλυκὸ κρασί, νερὸ κι ἄσπρο ἀλεύρι.  
Καὶ προσευκήθηκα πολὺ στ' ἀδύναμα κεφάλια τοῦ θα­νάτου·  
Καθὼς γυρίσω στὴν Ἰθάκη, ἄγονους ταύρους τοὺς κα­λύτερους  
Νὰ τοὺς θυσιάσω, πλούτη στοιβάζοντας στὴν πυρά,  
Καὶ γιὰ τὸν Τειρεσία μοναχὰ ἕνα ἀρνί, ἕναν κατάμαυρο μπροστάρη.  
Χύθηκε τὸ αἷμα σκοτεινὸ στὸν τράφο,  
Ψυχὲς ἔξω ἀπὸ τὸ Ἔρεβος, λείψανα πεθαμένων, νυφάδες,  
Νέοι καὶ γέροντες ποὺ βασανίστηκαν πολύ· 
Ψυχὲς κηλιδωμένες ἀπὸ δάκρυα νωπά, τρυφερὲς παρ­θένες,  
Ἄντρες πολλοί, χτυπημένοι μὲ τὶς χάλκινες λόγχες τῶν κονταριῶν,  
Σκύλα τῆς μάχης, ἔχοντας ἀκόμη τ' ἄρματα ματω­μένα,  
Τοῦτοι πληθαῖναν καὶ μαζεύουνταν τριγύρω μου, φω­νάζοντας,  
Ἄχνα μὲ σκέπασε. 
Πρόσταξα στοὺς συντρόφους κι ἄλ­λα σφαχτάρια.  
Σφάξανε τὸ κοπάδι, ἀρνιὰ σφαγμένα μὲ τὸ χαλκὸ·  
Ἔχυσα μύρα κι ἔκραξα στοὺς θεοὺς  
Στὸν κραταιὸ Πλούτωνα καὶ στὴν παινεμένη Περσε­φόνη·  
Γύμνωσα τὸ στενὸ σπαθί,  
Κάθισα γιὰ νὰ διώχνω τοὺς βιαστικοὺς ἀδύναμους νεκρούς,  
Ὅσο ν' ἀκούσω τὸν Τειρεσία.  
Ἀλλὰ ἦρθε πρῶτος ὁ Ἐλπήνωρ, ὁ φίλος μας Ἐλπή­νωρ, 
Ἄθαφτος, ἀπορριγμένος πάνω στὴ μεγάλη γῆς,  
Κουφάρι ποὺ τ' ἀφήσαμε στὸ σπίτι τῆς Κίρκης,  
Ἄκλαυτο κι ἀσαβάνωτο· τὰ βάσανα μᾶς κέντριζαν γι' ἀλλοῦ.  
Ἀξιολύπητο πνεῦμα. 
Καὶ φώναξα μιλώντας βιαστικά:  
«Ἐλπήνωρ, πῶς ἔφτασες στὸ σκοτεινὸ τοῦτο ἀκρο­γιάλι ;  
Πεζοδρόμος ἦρθες ξεπερνώντας τοὺς θαλασσινούς;»  
Καὶ αὐτὸς βαριὰ μιλώντας : 
«Τύχη κακιὰ καὶ τὸ πολὺ κρασί. 
Γλίστρησα στὸ μέ­γαρο τῆς Κίρκης.  
Κατεβαίνοντας τὴν ἀψηλὴ σκάλα ἀφύλαχτος  
Ἔπεσα πάνω στὸν τοῖχο,  
Τσάκισα τὸ κόκαλο τοῦ αὐχένα, κι ἡ ψυχὴ γύρεψε τὸν Ἅδη.  
Μὰ ἐσύ, Βασιλιά, παρακαλῶ θυμήσου με, ἄκλαυτον, ἄθαφτο,  
Σώριασε τ' ἅρματά μου, φτιάξε μου τάφο στὴν ἀκρο­γιαλιά, καὶ γράψε:  
Ἕνας ἄμοιρος ἄνθρωπος καὶ μ’ ὄνομα μελλούμενο.  
Καὶ στῆσε τὸ κουπί μου ποὺ ἔλαμνα μαζὶ μὲ τοὺς συν­τρόφους.»  
Ἦρθε κι ἡ Ἀντίκλεια καὶ τὴν ἔδιωξα, κι ὕστερα ὁ Τει­ρεσίας ὁ Θηβαῖος,  
Κρατώντας τὸ χρυσὸ ραβδί, μὲ γνώρισε καὶ μίλησε πρῶτος: 
«Ἦρθες ξανά;  
Γιατί; Κακορίζικε ἄνθρωπε,  
Μέσα στοὺς ἀνήλιαγους νεκρούς, στὴν ἄχαρη τούτη χώρα;  
Τραβήξου ἀπ' τὸν τάφρο, ἄφησε τὸ αἱματερὸ πιοτό μου 
Γιὰ νὰ μαντέψω.» 
Καὶ τραβήχτηκα πίσω,  
Κι αὐτὸς δυναμωμένος ἀπὸ τὸ αἷμα εἶπε τότες : 
«Ὀ­δυσσέα  
Θὰ γυρίσεις διαβαίνοντας τὸν πεισμωμένο Ποσειδώνα  
Πάνω σὲ μαῦρες θάλασσες,  
Θὰ χάσεις ὅλους τοὺς συντρόφους.» 
Καὶ τότες ἡ Ἀντί­κλεια ἦρθε.  
Μεῖνε ἥσυχος Divus. 
Θέλω νὰ πῶ τὸν Ἀντρέα Divus,  
In officina Wecheli, ἔξω ἀπὸ τὸν Ὅμηρο·  
Κι ἀρμένισε πλάι σὲ Σειρῆνες κι ἔπειτα πέρα στ' ἀνοιχτὰ  
Καὶ πρὸς τὴν Κίρκη.
Venerandam,
Κατὰ τὴ φράση τοῦ Κρητικοῦ, χρυσοστέφανη Ἀφρο­δίτη,  
Cypri munimenta sortita est, πασίχαρη, orichalci μὲ τὶς μαλαματένιες  
Ζῶνες καὶ τοὺς στηθόδεσμους, σὺ μὲ τὰ μαῦρα βλέφαρα  
Φέρνοντας τὸ χρυσὸ κλωνάρι τοῦ Ἀργειφόντη. 
Ἔτσι λοιπόν:

Δευτέρα 30 Μαρτίου 2015

Νύχτα γεμάτη τρικυμιά και ταραχές και αντάρες...

Δέρνει η λαχτάρα την ψυχή του δύστυχου διαβάτη,
που μάταια μέσ’ στη σκοτεινιά ζητάει το μονοπάτι·
βάλτος δω, γκρεμνός εκεί, αντίκρυ βράχοι αράδα,
τρέμει τες πέτρες, τες σπηλιές, της νύχτας τη μαυράδα...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Καράβι σε τρικυμία, Λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Όσσιαν
Νύχτα
(εκδοχή του James Macpherson 1760)

Μαύρη είναι η νύχτα ολόμαυρη, κατάχνια κατεβαίνει
μέσ’ στο σκοτάδι τ’ ουρανού έν’ άστρο δεν προβαίνει·
είναι στη λίμνη ταραχή, θολούρα και φοβέρα,
να βόγγει ακούω μέσ’ στα κλαδιά του λόγγου τον αέρα.

Μακριά μακριά σαν θλιβερό παράπονο γρικιέται
ο χείμαρρος, που απ’ του βουνού την κορυφή πετιέται·
από το δένδρο που έρημο, μνήμα έρημο φυλάει
της νύχτας τ’ άχαρο πουλί, βαριά μοιρολογάει.

Για ιδές το τι σηκώνεται πέρα απ’ το περιγιάλι·
είναι στοιχειό, σειέται, πετά, ξαναγυρίζει πάλι.
Μέσα στη νύχτα θα διαβεί απόψε πεθαμένος,
ακούς το σκύλο που αλυχτά στο λόγγο τρομαγμένος;

Τρέμει τ’ αλάφι στο βουνό και το κεφάλι γέρνει,
που κρύος αέρας και βροχή ακόπιαστα το δέρνει.
Στου βράχου τη χαραματιά η αγριόγιδα φωλιάζει,
το κεφαλάκι το πουλί, με τα φτερά σκεπάζει
και το θεριό τ’ αημέρωτο μέσ’ στη σπηλιά τραβιέται
πάλι της νύχτας το πουλί, το άχαρο γρικιέται,
να σκούζει αργά, λυπητερά, εις την ετιά αποκάτου
και ο λύκος ν’ αποκρένεται, με βογγητό θανάτου.

Δέρνει η λαχτάρα την ψυχή του δύστυχου διαβάτη,
που μάταια μέσ’ στη σκοτεινιά ζητάει το μονοπάτι·
βάλτος δω, γκρεμνός εκεί, αντίκρυ βράχοι αράδα,
τρέμει τες πέτρες, τες σπηλιές, της νύχτας τη μαυράδα.

Αγανακτώντας, τρέμοντας δεξιά ζερβιά κινάει,
βλέπει ένα αυλάκι, προς αυτό σπουδαχτικά τραβάει.
Τα δένδρα ξεριζώνονται και ροβολούν οι βράχοι,
ο αέρας παίρνει τα κλαδιά απ’ του βουνού τη ράχη·
έν’ άγριο φάντασμα θεριού, που αντίκρυ μεγαλώνει
και μέσ’ στο στήθος μου η καρδιά ακίνητη παγώνει.

Νύχτα γεμάτη τρικυμιά και ταραχές και αντάρες,
κρυφές κραυγές γυρίζουνε και ανήκουστες τρομάρες.
Πετούν οι ίσκιοι των νεκρών στο λόγγο όπου περάσω,
την κατοικιά σου, αδέλφι μου, άνοιξε να ησυχάσω.

(μετ. Ιούλιος Τυπάλδος)

Τετάρτη 11 Μαρτίου 2015

Π. Κονδύλης: Για την ψυχοπνευματική εξαθλίωση του ελληνικού λαού

...Οι σημερινοί Έλληνες αντιδρούν με έντονες αντανακλαστικές κινήσεις μονάχα σ’ ό,τι τους ερεθίζει άμεσα και ειδικά· οι δηλώσεις κάποιου «φιλέλληνα» στη Χαβάη ή κάποιου «μισέλληνα» στη Γροιλανδία ευφραίνουν ή εξάπτουν, αναλόγως, τα πνεύματα πολύ περισσότερο απ’ ό,τι τα απασχολούν τα ουσιώδη...
Παναγιώτης Κονδύλης

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Τελευταίο δρομολόγιο, λάδι σε καμβά

Παναγιώτης Κονδύλης (1943-1998)
Αποσπάσματα

...(όπου) το έθνος συρρικνώνεται και φθίνει, εκεί η διάσταση ανάμεσα σε εθνική μυθολογία και εθνική πραγματικότητα έχει, μακροπρόθεσμα τουλάχιστον, μοιραίες συνέπειες...

...Το γεγονός, το οποίο περιπλέκει αφάνταστα τη σημερινή ελληνική κατάσταση, κάνοντάς τη να φαίνεται κατ’ αρχήν αδιέξοδη , είναι ότι η υπέρβαση του παρασιτικού καταναλωτισμού ειδικότερα και του κοινωνικού και ιστορικού παρασιτισμού γενικότερα, η εκλογίκευση της οικονομίας και της εθνικής προσπάθειας στο σύνολο της, δεν προσκρούουν απλώς στα οργανωμένα συμφέροντα μιας μειοψηφίας, η οποία στο κάτω-κάτω θα μπορούσε να παραμερισθεί με οποιαδήποτε μέσα και προ παντός με τη συμπαράσταση της μεγάλης πλειοψηφίας. Τα πράγματα είναι ακριβώς αντίστροφα. 
Για να ακριβολογήσουμε, βέβαια, πρέπει να προσθέσουμε ότι σε σχέση με τη σύγχρονη Ελλάδα η έννοια του παρασιτισμού μόνον οξύμωρα μπορεί να χρησιμοποιηθεί: γιατί εδώ δεν πρόκειται για έναν λίγο-πολύ υγιή εθνικό κορμό, ο οποίος έχει αρκετές περισσές ικμάδες ώστε να τρέφει και μερικά παράσιτα ποσοτικώς αμελητέα, παρά για ένα πλαδαρό σώμα πού παρασιτεί ως σύνολο εις βάρος ολόκληρου του εαυτού του, ήτοι τρώει τις σάρκες του και συχνότατα και τα περιττώματα του. 
Οι κοινωνικές και ατομικές συμπεριφορές, πού ευδοκιμούν μοιραία σε τέτοιο μικροβιολογικό περιβάλλον, συμφυρόμενες με ζωτικότατα κατάλοιπα αιώνων ραγιαδισμού, βαλκανικού πατριαρχισμού και πελατειακού κοινοβουλευτισμού, αποτελούν την άκρα αντίθεση και τον κύριο φραγμό προς κάθε σύλληψη και λύση των προβλημάτων της εθνικής επιβίωσης πάνω σε βάση μακροπρόθεσμης και οργανωμένης συλλογικής προσπάθειας. 
Η σημερινή ψυχοπνευματική εξαθλίωση του ελληνικού λαού στο σύνολο του δεν νοείται ωστόσο εδώ με τη στενή σημασία των διαφόρων ηθικολόγων, παρά πρωταρχικά ως μέγεθος πολιτικό: έγκειται στην επίμονη και ιδιοτελή παραγνώριση της αδήριτης σχέσης πού υφίσταται ανάμεσα σε απόδοση και απόλαυση, και κατ’ επέκταση στην αδιαφορία απέναντι στην υπονόμευση. 
Η συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού όλων των κοινωνικών στρωμάτων έχει εν τω μεταξύ συνυφάνει, κατά τρόπους κλασσικά απλούς ή απείρως ευρηματικούς, την ύπαρξη και τις απασχολήσεις της με τη νοοτροπία και με την πρακτική του παρασιτικού καταναλωτισμού και του κοινωνικού παρασιτισμού του εθνικού μέλλοντος εξ αιτίας απολαύσεων μη καλυπτομένων από αντίστοιχη απόδοση...
Παναγιώτης Κονδύλης

Δευτέρα 2 Μαρτίου 2015

η ανατριχίλα Tου χρόνου...

Συνείδηση φανέρωμα συγκίνησης
περιπαίζεις την ύπαρξη
Οι αγάπες του χρόνου συχνάζουν τα τοπία σου...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Καράβια στον Θερμαϊκό, λάδι σε καμβά

Σαραντάρης Γιώργος
Σελήνη    

Aπό ένα θαύμα
Aπό ένα πρόσωπο πρωίας
Παίρνεται ο θυμός μου

Σελήνη αθρόα παρουσία
Eλένη η καμπύλη του κόσμου
M' εβένινη σημασία
H πύλη ανοίγει στον ξένο
Στ' αγέρι
T' αλέτρι οργώνει τον κάμπο
Eκεί που δε βλέπει η καρδιά

Bελάζουν τ' αστέρια στην κρύπτη

Της Ακριβής Pέμβης    

Aπό μια θύμηση περάστηκε ο ύπνος
Aπό την άνοιξη βγήκαμε στο καλοκαίρι,
Ήρωες της ακριβής ρέμβης,
Kαι δεν απόρησε ο νους μας
Δε σπάσαμε κέφι και καρδιές
Όπως μυθέσκετο η ψυχή μας·
Tεντωμένοι καθ' όλη μας την ύπαρξη
Aκούσαμε να πέφτει η ανατριχίλα
Tου χρόνου,
Δεν είδαμε παρά την Πλάση μοναχή
Nα βόσκει την όμορφη γοητεία της
Στην άπλα που της δώρησε ο Θεός
Ξεφάντωμα εξαίσιο

Ο λίγος χρόνος των πουλιών

Μέσα στον απέραντο ουρανό
Ο λίγος χρόνος των πουλιών
Είναι λύπη;
Είναι χαρά;
Το φως έρχεται
Εκλέγει τα πουλιά
Το φως δεν καταστρέφει
Ανάμεσά μας πάντοτε ένας
Εκείνος που μαθαίνει τα νιάτα τ' ουρανού
Και που πετάει με τα πουλιά
Μέσα στον αιθέρα.

Ψυχή

Συνείδηση φανέρωμα συγκίνησης
περιπαίζεις την ύπαρξη
Οι αγάπες του χρόνου συχνάζουν τα τοπία σου
τρέμεις στα φύλλα του είναι
γεμίζεις το σύμπαν
εν ξέρεις φυγή
οθείς ταξίδια

Στις πλάτες σου φτερουγίζει ο κόσμος
φως σε λούζει ο ήλιος.

Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2015

και το φεγγάρι ταξιδεύει πάντα ίδιο...

αφού δεν έχει δεύτερη ζωή ν' αλλάξουμε
και το φεγγάρι ταξιδεύει πάντα ίδιο...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Αναμονή με φεγγάρι, λάδι σε καμβά

Νίκος Καρούζος
Νεότερος

Αἰσθάνομαι μόνος
ἀφοῦ δὲν ἔχει δεύτερη ζωὴ ν᾿ ἀλλάξουμε
καὶ τὸ φεγγάρι ταξιδεύει πάντα ἴδιο.
Σύντροφε οὐρανὲ
ἄλλοτε ἡ ἐλπίδα φεγγοβολοῦσε στὰ χέρια
κοιτάζω τὸ σῶμα βρίσκω τ᾿ ὄνειρο
πάει κ᾿ ἡ ἀγάπη
χάνεται
σὰν τὸ νερὸ στὴν πέτρα.
Τί εἶναι πιὰ ἕνα δέντρο τί εἶναι τ᾿ ἀσημένια φύλλα;
Μέσ᾿ στὴν ὁρμὴ τῆς ἐρημιᾶς γινόμαστε διάφανοι.

Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2015

Μήνυμα δε μου έρχεται κανένα...

προς τα καράβια πού 'φυγαν εκοίταζαν - ακόμα...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Ναυτική ιστορία, λάδι σε καμβά

Κώστας Ουράνης
Nel mezzo del᾿ cammin...

Νά ῾μαι κ᾿ ἐγὼ στὸ μέσο της ζωῆς μου,
μὰ δάσο σκοτεινὸ δὲ βλέπω μπρός μου
κι οὔτε τὸ φάντασμα τοῦ Βιργιλίου,
νὰ γίνει παραστάτης κι ὁδηγός μου.

Οὔτε δάσο, οὔτε φάντασμα! Μονάχα
μιὰ πένθιμη ἐρημία ποὺ μὲ παγώνει.
Ὅσο βαδίζω, τόσο καὶ πλαταίνει
τῆς σιωπῆς ὁ κύκλος ποὺ μὲ ζώνει...

Σὰν ξένη, σὰν ἀπίθανη ἱστορία
σ᾿ ἕνα παλιὸ βιβλίο ἰστορημένη
καὶ ποὺ θαμπὰ τὴν κράτησεν ἡ μνήμη -
ὅλη ἡ ζωή μου, τώρα, ἡ περασμένη.

Μήνυμα δὲ μοῦ ἔρχεται κανένα
κι ἄνοιξη πιὰ καμμία δὲν περιμένω:
στὸ δρόμο τὸ γυμνὸ ποὺ περπατάω,
ὡσότου νὰ πεθάνω - θὰ πεθαίνω!


Νοσταλγίες

Μοιάζω τοὺς γέρους ναυτικοὺς μὲ τὶς ρυτιδωμένες
καὶ τὶς σφιγγώδεις τὶς μορφές, ποὺ εἶδα στὴν Ὁλλανδία,
παράμερα στῶν λιμανιῶν τοὺς φάρους καθισμένους
νὰ βλέπουνε, ἀμίλητοι, νὰ φεύγουνε τὰ πλοῖα.
Τὰ μάτια τους, ποὺ εἴχανε δεῖ κυκλῶνες καὶ ναυάγια,
λαχταριστά, νοσταλγικὰ τὰ παρακολουθοῦσαν,
καθὼς σηκώναν τὶς βαριὲς ποὺ τρίζαν ἄγκυρές τους
καὶ μπρὸς στοὺς φάρους ἤρεμα, πελώρια περνοῦσαν.
Σὲ λίγο τὴν ἀπέραντη τὴ θάλασσα ἀλαργεύαν
καὶ χάνονταν, ἀφήνοντας στὴν πορφυρὴ τὴ δύση
ἕναν καπνό, ποὺ αὐλάκωνε τὸν οὐρανὸ πρὶν σβήσει:
κι ὅμως οἱ γέροι ναυτικοί, ἀκίνητοι στοὺς φάρους,
μὲ τὴ μεγάλη πίπα τους σβησμένη πιὰ στὸ στόμα,
πρὸς τὰ καράβια πού ῾φυγαν ἐκοίταζαν - ἀκόμα...

Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2015

Γιάννης Κοντός, τέλος...

Όπως αντιλαμβάνεσθε,
όλα μαθηματικώς με οδηγούν
στην επόμενη στροφή που περιμένει:
ο γκρεμός, η θάλασσα, η απογείωση...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Καράβι στον Θερμαϊκό, λάδι σε καμβά

Γιάννης Κοντός (1943-21/1/2015)

Πίσω από τα καθημερινά

Πίσω από τα καθημερινά τα πράγματα
Υπάρχει ένα καθημερινό όνειρο
Να πάρεις το λεωφορείο, να πιεις καφέ,
να αποστρέψεις τα μάτια από ψεύτικους ουρανούς,
πολιτικές εξουσίες,εξουσίες ξυράφια
από ψεύτικους ουρανούς

Η λέξη στο μαχαίρι, τα μυστικά στους δρόμους

Βρίσκεσαι σπίτι και προσπαθείς να στηρίξεις
το ταβάνι με τους καπνούς του τσιγάρου
Γυρνάς στη τσέπη ανάποδα και προσπαθείς
να αποστρέψεις τα μάτια από ψεύτικους ουρανούς

πολιτικές εξουσίες,εξουσίες ξυράφια
από ψεύτικους ουρανούς

Η λέξη στο μαχαίρι, τα μυστικά στους δρόμους.

Ράλι

Σήμερα οδηγώ πολύ νευρικά
και με μεγάλες ταχύτητες την πολυθρόνα μου.
Ήδη έχω σπάσει τρεις φορές
το φράγμα του νέφους.
Έχουν σακατευθεί, έχουν σκοτωθεί
πολλοί σωσίες μου. Έμεινα μόνος.
Μόνος οδηγώ αυτόν τον κίνδυνο.
Περνώ αστραπιαία και με κοιτούν
με απορία. Ούτε κατάλαβα ποτέ
γιατί τρέχω έτσι ακίνητος, αφηρημένος,
κοιτώντας αλλού την ησυχία.
Τα σήματα της τροχαίας κάποιος
τα έχει αλλάξει και δείχνουν συνέχεια μονόδρομο.
Πολλές φορές την πόλη την έχω δει ανάποδα
ή έχω πέσει σε βαθιά νερά.
Άλλες φορές οι λακούβες είναι στρωμένες
με μπαμπάκι, η ορατότητα αρίστη.
Όπως αντιλαμβάνεσθε,
όλα μαθηματικώς με οδηγούν
στην επόμενη στροφή που περιμένει:
ο γκρεμός, η θάλασσα, η απογείωση.

Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2015

Πάρε μας, νύχτα...

Δε μας έδωσε σημεία το φως
και μάταια περιμένουμε.
Λύτρωσέ μας, νύχτα...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Νυχτερινό, λάδι σε καμβά

Νίκος Καρούζος
Διάλογος Τρίτος

Νύχτα εξοντωτική,
το κυριακάτικο φως περιμένουμε.
Κι΄ αν είναι να μην έρθει
απαγχόνισέ μας απ΄ τα΄ άστρα,
να αιωρούμεθα προς δόξαν του μηδέν.
Καταβροχθίσαμε τον πόνο,
τι άλλο μας μένει,
μπορούμε να φύγουμε.
Πάρε μας, νύχτα
καθώς μια τελευταία ομορφιά του κόσμου,
αν είναι
να μην
έρθει
το φως.
Μη μας εγκαταλείψεις,
απ΄ το γαλάζιο σου φόρεμα πιαστήκαμε,
στο μαύρο ήλιο μη μας αφήσεις.
Είναι μοιραίο
να
μη
διακρίνουμε τότε.
και θα χτυπούμε το στήθος στις ακρογιαλιές της φωνής μας
για ένα κύμα
αν γυρίζουν πίσω τα κύματα,
για να μας πάνε, να μας πάνε …
Δε μας έδωσε σημεία το φως
και μάταια περιμένουμε.
Λύτρωσέ μας, νύχτα.

Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2015

Γκρεμίσανε τα φράγματα και τι μ’ αυτό;

Καράβια ταξιδεύουν
στην Κίνα, την Ασία
κι ένα μικρό πλεούμενο
για την Αχερουσία...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Καράβια ταξιδεύουν, λάδι σε καμβά

Νίκος Γκάτσος
Γκρεμίσανε τα φράγματα

Εδώ που τώρα φτάσαμε
τι γίνεται μετά
κερδίσαμε ή χάσαμε
κανείς δε μας ρωτά

Τον δρόμο τον περάσαμε
μαζί και χωριστά
σωστά τα λογαριάσαμε
δε βγήκανε σωστά.

Κερδίσαμε ή χάσαμε
ποιος μας ρωτά;

Για να κριθούν τα πράγματα
στο δύσκολο καιρό
γκρεμίσανε τα φράγματα
να τρέξει το νερό

Μα τα παλιά φαντάσματα
σαν είδαν το σεισμό
οργώσαν τα χαλάσματα
και σπείραν διχασμό

Γκρεμίσανε τα φράγματα
και τι μ’ αυτό;

Κι εσείς που δοκιμάσατε
της ήττας την ντροπή
κερδίσατε ή χάσατε
κανείς δε θα το πει

Μα σίγουρα διαβάσατε
τι γράφει το χαρτί
Ούτε σε ήλιο μοιάσατε
ούτε και σ’ αστραπή

Κερδίσατε ή χάσατε
ποιος θα το πει;

Αχερουσία

Καράβια ταξιδεύουν
στην Κίνα, την Ασία
κι ένα μικρό πλεούμενο
για την Αχερουσία

Κόσμος το βλέπει στο γυαλό
κι εκείνο προχωράει
χιλιάδες οι αμαρτωλοί
κι ο Αδης δε χωράει

Τρέχει παλεύει ο άνθρωπος
και χάνει το μυαλό του
για το σκυλί τον Κέρβερο
να βρει τον οβολό του

Δόξα και πλούτη κι ομορφιά
και της ζωής το ψέμα
όλα βουλιάζουν κάποτε
στου Αχέροντα το ρέμα

Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2015

Ναυτική ιστορία...

Φτάνει ως το λιμάνι
φτάνει ως το καράβι
φτάνει ως τα κατάρτια...


http;//yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Ναυτική ιστορία, λάδι σε καμβα

Μίλτος Σαχτούρης
Ο ουρανός

Πουλιά μαύρες σαΐτες τής δύσκολης πίκρας
δεν είν' εύκολο πράμα ν' αγαπήσετε τον ουρανό
πολύ μάθατε να λέτε πως είναι γαλάζιος
ξέρετε τις σπηλιές του το δάσος τους βράχους του;
έτσι καθώς περνάτε φτερωτές σφυρίχτρες
ξεσκίζετε τη σάρκα σας πάνω στα τζάμια του
κολλούν τα πούπουλά σας στην καρδιά του

Και σαν έρχεται η νύχτα με φόβο απ' τα δέντρα
κοιτάτε τ' άσπρο μαντίλι το φεγγάρι του
τη γυμνή παρθένα που ουρλιάζει στην αγκαλιά του
το στόμα της γριάς με τα σάπια τα δόντια του
τ' άστρα με τα σπαθιά και με τους χρυσούς σπάγγους
την αστραπή τον κεραυνό τη βροχή του
τη μακριά ηδονή του γαλαξία του

Ο βυθός

Ένας ναύτης ψηλά
στα κάτασπρα ντυμένος
τρέχει μέσ' στο φεγγάρι

Κι η κοπέλα απ' τη γης
με τα κόκκινα μάτια
λέει ένα τραγούδι
που δε φτάνει ως το ναύτη

Φτάνει ως το λιμάνι
φτάνει ως το καράβι
φτάνει ως τα κατάρτια

Μα δε φτάνει ψηλά στο φεγγάρι

Πέμπτη 25 Δεκεμβρίου 2014

Στην ατμόσφαιρα του Παπαδιαμάντη...

Καλά Χριστούγεννα & Ευτυχισμένο 2015

Ο καιρός ήτον γλυκύς καὶ μαλακός. Είχε κάμει σφοδρόν χειμώνα προ των Χριστουγέννων.
Ο καπετὰν Ηλίας ελογάριαζεν ότι θα είχε καιρόν να φθάση, το αργότερον, την εσπέραν της παραμονής του Αγίου Βασιλείου, εις την μικράν νήσον του, απέχουσαν περί τα τριάντα ναυτικά μίλια από τον Βόλον.
Και με όλα τα εναντία και τα ενδεχόμενα, και αν τυχόν θα ηναγκάζετο, από παρακαιρόν, να πλησιάση εις κανέν από τα προσφιλή λιμανάκια του, τα εντός του κόλπου ή τα έξω, εις το πέλαγος - επειδή ήτο πολύ συντηρητικός, και προβλεπτικός, ως κυβερνήτης πλοίου, και δεν του ήρεσκε ν᾿ αρμενίζη την νύκτα αφ᾿ εσπέρας, ειμή μόνον μετα τα μεσάνυκτα, όταν θα είχεν ημέραν εμπρός του. Τα λιμανάκια ταύτα δεν εχρειάζοντο κατάστιχον δια να καταριθμηθώσιν! ήσαν η Χονδρή Άμμος, το Ελαφοκκλήσι, ο Άι-Σώστης, το Απάγκειο και ο Χαμογιαλός...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Καλοτάξιδο, λάδι σε καμβά

Αλεξανδρος Παπαδιαμάντης
Τα λιμανάκια

Τέλος, ἀφοῦ ἔφερε πολλὲς βόλτες, ἐντὸς τῆς παραθαλασσίας ἀγορᾶς τοῦ Βόλου, ὁ καπετὰν Ἠλίας τῆς Μπαμπλένως ― καὶ ποῦ νὰ θυμηθῇ ὅλας τὰς παραγγελίας ὅσας τοῦ εἶχον φορτώσει ἀπὸ τὸ νησὶ οἱ καλοὶ πατριῶταί του! Ἔπρεπε νὰ ἦτον ὁ νοῦς του κατάστιχον τοῦ Δελχαρόγιαννου τοῦ χασάπη, ἢ ἔπρεπε νὰ ἦτον ἀποθήκη παλαιῶν πραγμάτων τοῦ γερο-Πανᾶ, διὰ νὰ τὰ ἐνθυμῆται ὅλα, μὲ αὔξοντα ἀριθμόν, μὲ εἶδος καὶ ποσόν, καὶ μὲ ὄνομα. Ἄλλος τοῦ εἶχε δώσει προκαταβολὴν πενῆντα λεπτὰ διὰ νὰ τοῦ ἀγοράσῃ ἕνα τρυγολόγον* ἢ ἕνα κυρτὸν σουγιάν, «γκέκαν» καλούμενον, καὶ ἄλλος τοῦ εἶχε δώσει δύο δραχμὰς διὰ νὰ τοῦ φέρῃ μισὴ δουζίναν πιᾶτα. Ἄλλος τοῦ εἶχε παραγγείλει λαιμοδέτην, ἄλλος καπέλον, καὶ ἄλλος ἕνα κεφαλοτύρι. Ὁ Γιάννης ὁ Ἀντώναρος τοῦ εἶχε παραγγείλει μίαν σβάρναν διὰ τὸ ἰσοπέδωμα τῶν βώλων τοῦ χώματος μετὰ τὸ ὄργωμα, κ᾿ ἡ Μαργαρὼ τῆς Πασσίνας τοῦ εἶχε δώσει λεπτὰ διὰ νὰ τῆς ψωνίσῃ κουντοῦρες* κόκκινες ἢ παντόφλες μυτερές.
Ἀφοῦ ἐψώνισεν ὅλας τὰς παραγγελίας, ὅπως ἐνθυμήθη, καὶ τὰς ἐπὶ πιστώσει καὶ τὰς ἐπὶ προκαταβολῇ, καὶ τοῦ ἔμειναν ἀκόμη 1,20 ἀπὸ τὰ ξένα λεπτά, ὅσα εἶχε βάλει χωριστὰ εἰς μίαν σακκούλαν, καὶ τὰς ἔβαλεν εἰς τὸ ἀριστερὸν θυλάκιον τοῦ γελέκου, διὰ νὰ ἐπιστρέψῃ τὸ μικρὸν τοῦτο ποσὸν εἰς πάντα ὅστις θὰ τὸ ἀπῄτει ―μὰ δὲν ἦτον τὸ μυαλό του ρολόι διὰ νὰ τὰ ἐνθυμῆται ὅλα· ἕνας νοῦς, κι αὐτὸς ρωμαίικος― ἐμβαρκάρισεν εἰς τὴν βρατσέραν, ὣς τρεῖς ὧρες νύκτα, μὲ σκοπὸν ν᾿ ἀποπλεύσῃ μετὰ τὰ μεσάνυκτα.
Ἐξημέρωνεν ἡ 30 Δεκεμβρίου.
Ὁ καιρὸς ἦτον γλυκὺς καὶ μαλακός. Εἶχε κάμει σφοδρὸν χειμῶνα πρὸ τῶν Χριστουγέννων.
Ὁ καπετὰν Ἠλίας ἐλογάριαζεν ὅτι θὰ εἶχε καιρὸν νὰ φθάσῃ, τὸ ἀργότερον, τὴν ἑσπέραν τῆς παραμονῆς τοῦ Ἁγίου Βασιλείου, εἰς τὴν μικρὰν νῆσόν του, ἀπέχουσαν περὶ τὰ τριάντα ναυτικὰ μίλια ἀπὸ τὸν Βόλον.
Καὶ μὲ ὅλα τὰ ἐναντία καὶ τὰ ἐνδεχόμενα, καὶ ἂν τυχὸν θὰ ἠναγκάζετο, ἀπὸ παρακαιρόν*, νὰ πλησιάσῃ εἰς κανὲν ἀπὸ τὰ προσφιλῆ λιμανάκια του, τὰ ἐντὸς τοῦ κόλπου ἢ τὰ ἔξω, εἰς τὸ πέλαγος ― ἐπειδὴ ἦτο πολὺ συντηρητικός, καὶ προβλεπτικός, ὡς κυβερνήτης πλοίου, καὶ δὲν τοῦ ἤρεσκε ν᾿ ἀρμενίζῃ τὴν νύκτα ἀφ᾿ ἑσπέρας, εἰμὴ μόνον μετὰ τὰ μεσάνυκτα, ὅταν θὰ εἶχεν ἡμέραν ἐμπρός του. Τὰ λιμανάκια ταῦτα δὲν ἐχρειάζοντο κατάστιχον διὰ νὰ καταριθμηθῶσιν! ἦσαν ἡ Χονδρὴ Ἄμμος, τὸ Ἐλαφοκκλήσι, ὁ Ἁι-Σώστης, τὸ Ἀπάγκειο καὶ ὁ Χαμογιαλός. Καὶ δὲν θὰ ἦτο βεβαίως ἀνάγκη νὰ προσεγγίσῃ εἰς ὅλα, ὅπως ἄλλοτε τοῦ εἶχε συμβῆ. Ἀλλὰ τώρα ἔπρεπε νὰ εὑρίσκεται τὴν παραμονὴν τοῦ Ἁγίου Βασιλείου εἰς τὴν νῆσόν του, διὰ νὰ ἀποβιβάσῃ ὅλα τὰ ἐμπορεύματα καὶ τὰς παραγγελίας, διὰ νὰ ἑορτάσουν οἱ ἄνθρωποι τὴν Πρωτοχρονιάν, μὲ χαρὰν καὶ ὑγείαν.
*
* *
Ἀφοῦ ἔπλευσε πέντε μίλια ἐντὸς τοῦ κόλπου, εἰς τὰς τρεῖς μετὰ τὰ μεσάνυκτα, ἐσηκώθη ἄνεμος, ὁ ὁποῖος ἐφαίνετο νὰ ἔρχεται ἀπὸ ἄλλα μπογάζια, ἀπὸ τὰ στενὰ τὰ μεταξὺ Εὐβοίας καὶ τῆς Στερεᾶς. Ὁ ἄνεμος αὐτὸς δὲν ἦτον πολὺ σφοδρός, οὔτε κυρίως ἐναντίος, ἀλλ᾿ ἦτον ὀχληρός. Ἐπειδὴ ἦτον νύκτα ἀκόμη ―ἤθελε τρεῖς ὧρες νὰ χαράξῃ, τέσσερες ὣς ποὺ νὰ βγῇ ὁ ἥλιος― κ᾿ ἐπειδὴ ἦτον χειμώνας καιρός, ὁ καπετὰν Ἠλίας, διὰ τὸ ἀσφαλέστερον ἐγύρισε τὴν πλώρην πρὸς τὸν Γραῖον, κατὰ τὴν στεριάν, κ᾿ ἐπῆγε κ᾿ ἤραξεν εἰς τὴν Χονδρὴν Ἄμμον.
Μόλις ηὗρε τὸν βυθὸν ἡ ἄγκυρα, κι ὁ ἄνεμος ἐφάνη ὅτι ἐκόπασεν ἐντὸς τοῦ κόλπου. Ἡ βοὴ ἔπαυσε νὰ ἔρχεται ἔξωθεν, ἀπὸ τὸ στόμιον τοῦ μικροῦ ὅρμου. Ὁ κυβερνήτης τῆς βρατσέρας, διὰ νὰ μὴ χασομερᾷ, ἐσαλπάρισε πάλιν, ἰσάρισε* τὲς μποῦμες* τῶν δύο καταρτιῶν, τὰς ὁποίας μόλις εἶχε μαϊνάρει, ἔβαλε πλώρην πρὸς ἀνατολὰς κ᾿ ἔπλευσε πρὸς τὸ Τρίκκερι, τὸ ὑψηλὸν ἀκρωτήριον, τὸ κλεῖον τὸν Παγασιτικόν.
Ἀλλὰ πρὶν φθάσῃ ἀκόμη ἐκεῖ, καὶ πρὶν δυνηθῇ, εἰς τὰς πρώτας ἀκτῖνας τοῦ ἡλίου ν᾿ ἀντικρύσῃ τὰς κοκκινωπὰς οἰκίας τοῦ γραφικοῦ χωρίου, εἰς τὸ ὕψος τοῦ λόφου, ὁ ἄνεμος ἐφάνη ὅτι ἐτράπη πρὸς ἀνατολάς, καὶ ἤρχετο ἀντίπρῳρα εἰς τὴν βρατσέραν. Ἀκόμη δὲν εἶχε χαράξει καλά! Ὁ καπετὰν Ἠλίας τῆς Μπαμπλένως ἐστράφη ἀριστερά, κ᾿ ἐπῆγε κ᾿ ἔρριψε τὴν ἄγκυραν εἰς τὸ Ἐλαφοκκλήσι, τὸν μικρὸν ὡραῖον λιμενίσκον. Ἴσως ἐκεῖ ἦσαν οἱ Ἀφέται τῶν ἀρχαίων.
Ὁ ἄνεμος ἦτο πράγματι ἀπηλιώτης, καὶ ὅσο πήγαινεν ἐφρεσκάριζε. Ὁ Ἠλίας τῆς Μπαμπλένως εἶχε τόσα ἐμπορεύματα εἰς τὸ ἀμπάρι ―ὀρύζια, καπνά, πάστες, βαρέλια ρωμιοῦ καὶ ρακίου― τόσας παραγγελίας εἰς τὴν κάμεραν τῆς πρύμνης. Δὲν τὸν ἔμελεν ἂν αὐτὸς ἢ τὸ σκάφος ἐκινδύνευε, τὸν ἔμελεν ὅμως πολὺ διὰ τὰ πράγματα τὰ ξένα.
Ἡ βρατσέρα του ἦτο συγχρόνως ἡ Πάραλος καὶ ἡ Σαλαμινία τῆς μικρᾶς νήσου. Ὅπως λέγουν ὅτι εἰς περασμένους χρόνους, ἂν δὲν ἔστελλεν ὁ Ἰμάμης τῆς Προύσης μήνυμα ὅτι ἔκαμε φεγγάρι, δὲν ἠδύνατο ὁ Σουλτᾶνος νὰ κάμῃ μπαϊράμι, καὶ ἂς ἦτον εἰς ὅλον τὸν κόσμον ὁρατὸν ἀπὸ δύο ἢ τριῶν ἡμερῶν τὸ φεγγάρι ὀφθαλμοφανῶς, οὕτω, ἂν ἡ βρατσέρα τοῦ καπετὰν Ἠλία δὲν κατέπλεεν εἰς τὴν μικρὰν νῆσον νὰ φέρῃ τὰ τόσα ὀψώνια, σχεδὸν δὲν θὰ ἠδύναντο οἱ κάτοικοι νὰ κάμουν Χριστούγεννα ἢ Πρωτοχρονιὰν ἢ Λαμπρήν.
Ὁ Ἠλίας τῆς Μπαμπλένως ἦτο χρηστὸς καὶ εἰλικρινὴς ἄνθρωπος. Μίαν μόνην ἀπιστίαν εἶχε κάμει ὅταν ἦτο πάρα πολὺ νέος ― τὸ κρῖμά του τὸ εἶχεν ἐξομολογηθῆ τότε εἰς τὸν πνευματικόν, κ᾿ ἔκτοτε τὸ διηγεῖτο εἰς πολλοὺς ἀνθρώπους. Μὲ τὸ δασκάλευμα ἑνὸς γεροντοτέρου, ὅστις ἐφαίνετο νὰ εἶναι πεπειραμένος περὶ τὰ τοιαῦτα, εἶχον καταχρασθῆ δεκάδας τινὰς κεραμιδίων ἀπὸ τὰ πλινθοποιεῖα τῶν Ὠρεῶν. Ἀλλὰ μόλις εἶχε διαπραχθῆ ἡ κλοπή, ὅταν ἔκυψεν ὁ Ἠλίας νὰ λύσῃ τὴν μπαρούμαν* τῆς φελούκας διὰ νὰ ἀνέλθῃ εἰς τὸ πλοῖον, τεραστία σμέρνα ἀναπηδήσασα ἀπὸ ἕνα χάραυλον* ἢ θαλάμι* ἐκεῖ πλησίον, τοῦ ἔφαγε τρομερὰ τὰ κρέατα τῆς ὠλένης τῆς δεξιᾶς, μὲ τοὺς θηριώδεις ὀδόντας της.
Αὐτὴ ἦτον ἡ πρώτη καὶ τελευταία φορὰ διὰ τὸν νεαρὸν τότε ναυτικόν. Ἡ σμέρνα εἶχεν ἀποσταλῆ θεόθεν ὡς τιμωρός. Καὶ μετὰ εἰκοσαετίαν ὕστερον ὁ Ἠλίας ἐδείκνυε τὰς οὐλὰς τοῦ φοβεροῦ δήγματος εἰς ὅλους πρὸς ὅσους διηγεῖτο τὸ γεγονός, τὸ ὁποῖον ἦτο ἀληθέστατον ὡς φαίνεται.
*
* *
Εὐτυχῶς, μετὰ τὴν ἀνατολὴν τοῦ ἡλίου, ὁ λεβάντης ἤρχισε νὰ καταπραΰνεται, εἶτα ἐκόπασεν ὁλοσχερῶς. Ὁ καπετὰν Ἠλίας, ὅστις εἶχεν ἐξέλθει μὲ τὴν βαρκούλαν εἰς τὰ ὀλίγα βράχια τὰ ὁποῖα ἔκλειον τὸν ὅρμον πρὸς ἀνατολάς, καὶ ἠσχολεῖτο νὰ μαζώξῃ κοχύλια καὶ πεταλίδας, ὁποὺ ἔβοσκαν ἐκεῖ ἐν ἀφθονίᾳ εἰς τὸν ἴσκιον τοῦ θαλασσίου βράχου, μετὰ λύπης ἀφῆκε τὸ προσφιλὲς λιμανάκι του ―ἦτο μία ποιητικωτάτη μικρὰ ἀγκάλη τοῦ ἐδάφους, ὅπου ἡμέρευαν τὰ ἄγρια κύματα κ᾿ ἐγυάλιζε γαλανὰ ὁ πόντος― κ᾿ ἐξέπλευσε πάλιν πρὸς ἀνατολάς. Τώρα θὰ ἐξήρχετο πλέον εἰς τὸ ἀνοικτὸν πέλαγος, καὶ ὁ Θεὸς βοηθός!
Πολὺ χορευτικὸν καὶ μὲ ἀποτόμους λικνισμοὺς ἦτο τὸ πέραμα ἐκεῖνο. Ἀχαλίνωτον, μὲ τὰς λευκὰς χαίτας τῶν κυμάτων, ἀδιακόπως ὀρθουμένας καὶ ἀναπηδώσας, πλέον ἄγνωστον δρόμον πρὸς τὸν ἀτελεύτητον ὑγρὸν κύκλον, βαῖνον πρὸς τὸ ἄπειρον, πρὸς τὴν αἰωνιότητα, τὸ πέλαγος, ἀναχόρταγον, εἶχε φάγει πολλὰ σκάφη καὶ σκελετά, πολλὰ σκαριὰ πλοίων, καὶ πολλὰ κουφάρια ἀνθρώπων. Αἱ καλαὶ οἰκοκυράδες, αἱ εὐλαβεῖς χριστιαναί, γύρω εἰς τὰ χωριὰ καὶ εἰς τὰς νήσους, ἐμαγείρευαν ἐξαιρέτως τὸν ὀρφόν, τὴν συναγρίδα, καὶ ὅλα τὰ μεγάλα νόστιμα ὀψάρια, ἀλλὰ ποῦ νὰ δοκιμάσουν τὴν γεῦσιν, νὰ κοιτάξουν τὸ φαγὶ στ᾿ ἁλάτι! Τὰ ὀψάρια ἐκεῖνα ἦτο πιθανὸν νὰ εἶχαν θίξει πνιγμένους ἀνθρώπους, καὶ ποία καλὴ χριστιανὴ θὰ τὰ ἔβαζε ποτὲ στὸ στόμα της!
*
* *
Ἀφοῦ ἔκαμψεν ἡ βρατσέρα τὸ Τρίκκερι, καὶ εἶχεν ἀπομακρυνθῆ ὣς ἓν μίλιον εἰς τὸ πέλαγος, ἤρχισε νὰ λικνίζεται πολὺ δυνατὰ πλευρόθεν, ἐξ ἀριστερῶν πρὸς τὰ δεξιά. Ὁ ἄνεμος εἶχε ψηλώσει καὶ τὸν ἐπῆγε Γραῖον.
Ὁ κυβερνήτης διέταξε τὸν ναύτην καὶ τὸν μοῦτσόν του νὰ ποδίσουν, καὶ στραφέντες εἰσέπλευσαν εἰς τὸν Ἁι-Σώστην, τὸν φερώνυμον ὅρμον, καὶ ἠγκυροβόλησαν. Ἄ! τώρα ἀντίκρυζαν τὴν ὡραίαν καταπράσινην νῆσον, ὁποὺ ἦτον ὡς παράδεισος φυτευμένος ἀνάμεσα εἰς τὰ τέσσερα πέλαγα, τὰ ὁποῖα τὴν ἔβρεχαν ὡς οἱ τέσσαρες ποταμοὶ τὸ πάλαι τὸν κῆπον τῆς Ἐδέμ. Δὲν ἦσαν μακρὰν πλέον· ἀπεῖχον δέκα μίλια, καὶ νὰ ἔσκαζεν ὁ ἐχθρός, ὣς τὴν ἄλλην ἡμέραν, τὴν 31ην ὅλοι οἱ ἄνεμοι θὰ ἐκόπαζον, καὶ ἡ βρατσέρα θὰ κατευωδώνετο εἰς τὸν πλοῦν της.
Ἐνύκτωσεν ἤδη. Ὁ Ἠλίας τῆς Μπαμπλένως εἶχεν ἀπόφασιν, πρὶν φέξῃ ἡ ἄλλη μέρα, μετὰ τὸ μεσονύκτιον, κοντὰ τὰ χαράματα, νὰ πλεύσῃ εἰς τὸ ποθητὸν τέρμα τοῦ ταξιδιοῦ του.
Πράγματι, ὁ Ἁι-Σώστης τοὺς ἐβοήθησε, καὶ δὲν ἐχρειάσθη πλέον, ὅταν ἀπέπλευσαν περὶ τὸ λυκαυγές, νὰ προσεγγίσουν καὶ εἰς τὰ ἄλλα δύο λιμανάκια, οὔτε εἰς τὸ Ἀπάγκειο οὔτε εἰς τὸν Χαμογιαλόν. Ἦτο γαλήνη κατὰ τὰς πρωινὰς ὥρας. Ἀλλὰ τὸ σκάφος δὲν ἐπροχώρει, ὅθεν ἔδεσεν γιουντέκι* μὲ τὴν φελούκαν, κ᾿ ἐρρυμουλκοῦσαν τὸ πλοῖον κωπηλατοῦντες, ὁ καπετὰν Ἠλίας καὶ ὁ ναύτης του. Μόνος ὁ μικρὸς μοῦτσος ἔμεινεν ἐπὶ τῆς βρατσέρας κρατῶν τὸ πηδάλιον.
Ἀτυχῶς, ὅταν τοὺς ἐπῆρεν ἡ δυτικὴ ἀκτὴ τοῦ νησιοῦ, πελαγίσιος ἄνεμος σφοδρὸς ἦλθε πάλιν ἐξ ἀριστερῶν, καὶ ἤρχισε νὰ κλυδωνίζεται θλιβερὰ τὸ μικρὸν σκάφος. Ὁ Ἠλίας τῆς Μπαμπλένως καὶ ὁ ναύτης του ἔλυσαν τὸ γιουντέκι, ἀνῆλθον ἐπὶ τῆς βρατσέρας, κ᾿ ἐχειρίσθησαν τὰ ἄρμενα καὶ τὸ πηδάλιον. Ἐμαϊνάρισαν* τὰ πανιά, κ᾿ ἔμεινε τὸ σκάφος ξυλάρμενον*.
Νὰ διαπλεύσῃ τις ὅλον τὸν κόλπον καὶ τὸ πέλαγος, ν᾿ ἀράξῃ εἰς τρία λιμανάκια ―τὴν Χονδρὴν Ἄμμον, τὸ Ἐλαφοκκλήσι καὶ τὸν Ἁι-Σώστην― μόνον εἰς τ᾿ Ἀπάγκειο καὶ εἰς τὸν Χαμογιαλὸν νὰ μὴ προσεγγίσῃ ― νὰ φθάσῃ ἀποκάτω ἀπὸ τὴν Σκίαθον, καὶ ἀντὶ νὰ σὲ προστατεύσῃ ἡ χαριτωμένη ἀκτὴ τοῦ ὡραίου νησιοῦ, νὰ σὲ κλυδωνίζῃ καὶ νὰ σὲ χορεύῃ διαβολικὸν χορὸν ὁ πελαγίσιος ἄνεμος! Καὶ μάλιστα νὰ ἐξημερώνῃ ἡ Πρωτοχρονιά, καὶ νὰ κοντεύῃ ἡ μέρα τῆς παραμονῆς νὰ βραδιάσῃ! ὤ, αὐτό, ἦτο μεγάλη ἀτυχία, πρέπει νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν.
Καὶ ἂν τοὐλάχιστον ἠδύνατο ὁ καπετὰν Ἠλίας, ὅπως ἔσωσε τὸν ἑαυτόν του, τοὺς ἀνθρώπους του καὶ τὸ σκάφος, νὰ σώσῃ ὅλας τὰς παραγγελίας καὶ τὰ ἐμπορεύματα! Φεῦ! εὑρέθη διὰ πρώτην φορὰν εἰς τὴν ζωήν του, εἰς τὴν σκληρὰν ἀνάγκην νὰ κάμῃ ἀβαρίαν, μερικήν! Κ᾿ ἐν πρώτοις ἐβύθισε σιμὰ εἰς τὴν ἀκτὴν τρία βαρέλια ρώμι, τὰ ὁποῖα ὅμως ἦτο βέβαιος ὅτι θὰ ἐπανευρίσκοντο σχεδὸν ἀλώβητα τὴν ἐπιοῦσαν, ὅταν θὰ ἔπαυεν ἡ τρικυμία!
Ἡ βρατσέρα ἦτο ἐν ἀγωνίᾳ, μόλις δύο μίλια μακρὰν τοῦ λιμένος, ἀντικρὺ εἰς μίαν κρημνώδη ἀκτήν, πλὴν δὲν ἠδύνατο νὰ πλησιάσῃ. Εἶτα ἔρριψεν εἰς τὴν θάλασσαν ἕνα σάκκον μὲ ρύζι, καὶ δύο κάσσες μὲ σαπούνια. Τὸ ἀμπάρι ἄδειασεν ἀρκετά, κ᾿ ἐξαλάφρωσε τὸ σκάφος.
Ἂς ἔσωζε τοὐλάχιστον τὰς παραγγελίας! Ἀλλὰ πίσω εἰς τὴν καμπίναν, σιμὰ εἰς τ᾿ ἄλλα ὀψώνια, ἦτο μία δέσμη ἀπὸ χαρτόνι γεμᾶτον ἀπὸ βαρέα σίδερα, ἐργαλεῖα, καὶ ἀπὸ πάνω ἦτον ἕνα ψαλίδι, τὸ ὁποῖον εἶχε παραγγείλει εἰς τὸν καπετὰν Ἠλίαν, νὰ τῆς φέρῃ ἀπὸ τὸν Βόλον, ἡ Μαριὼ ἡ Μαλλίνα. Ὁ ναύτης, κατὰ διαταγὴν τοῦ κυβερνήτου, ἔρριψε τὸ βαρὺ τοῦτο πρᾶγμα εἰς τὴν θάλασσαν. Καὶ μαζὶ μὲ τ᾿ ἄλλα σίδερα, ἐπῆγε καὶ τὸ ψαλίδι στὸν πάτον. Ὤ, νὰ τὸ ἔβλεπεν ἡ Μαριὼ ἡ Μαλλίνα, πῶς κατεποντίσθη οὕτω τὸ ψαλίδι της, πόσα θὰ ἔκοβεν ἡ γλῶσσά της ἐναντίον τοῦ καπετὰν Ἠλία.
Πλήν, ἀπὸ πάνω ἀπὸ τὰ σίδερα καὶ τὸ ψαλίδι, εἰς τὴν ἰδίαν δέσμην, ἦσαν κ᾿ οἱ κουντοῦρες οἱ κόκκινες, μυτερές, τῆς Μαργαρῶς τῆς Πασσίνας. Ἐξ ἀπροσεξίας τοῦ ναύτου ἐπῆγαν κ᾿ οἱ κουντοῦρες μαζὶ μὲ τὰ σίδερα. Ὁ καπετὰν Ἠλίας ἐπρόφθασε καὶ τὰς εἶδεν ἐν ἀκαρεῖ, ὡς πτερωτάς, παλλομένας, πρὶν βυθισθοῦν εἰς τὸ κῦμα. Ὤ, πόσον ἐλυπήθη! Καὶ τί λόγον θὰ ἔδιδεν εἰς τὴν γειτόνισσάν του, τὴν Μαργαρὼ τῆς Πασσίνας;
Τὸ μόνον πρᾶγμα ἐξ ὅλων τῶν παραγγελιῶν τὸ ὁποῖον ἐκ προθέσεως ἔρριψαν εἰς τὴν θάλασσαν, ἦτο ἡ «σβάρνα», οἱονεὶ χερσαία σχεδία ἀπὸ χονδρὰς σανίδας δεμένας μὲ σίδερα, ἡ ἀγορασθεῖσα κατὰ παραγγελίαν τοῦ ζευγηλάτου, Γιάννη τοῦ Ἀντώναρου. Καὶ τὴν ὥραν ὁποὺ ἡ βρατσέρα ἤρχισε τέλος νὰ στεγάζεται ἀπὸ τὸν ἄνεμον, καὶ νὰ εἰσέρχεται εἰς τὸν λιμένα, βασίλευμα ἡλίου, ἐνῷ παρέκαμπτε τὸ Καλαμάκι, τὸν κάβον ὅστις κλείει ἐκ δυσμῶν τὸν λιμένα, ὁ καπετὰν Ἠλίας, τοῦ ἐφάνη ὅτι ἔβλεπε μίαν κάπαν καὶ μίαν ἀνθρωπίνην κατατομήν, ἱσταμένην ἐπὶ τοῦ βράχου καὶ χειρονομοῦσαν πρὸς τὸ μέρος τῆς βρατσέρας. Ἐπίστευσεν ὅτι θὰ ἦτο ὁ Γιάννης ὁ Ἀντώναρος, ὅστις βεβαίως ἠρώτα μακρόθεν τὸν κυβερνήτην ἂν τοῦ ἔφερε τὴν σβάρναν. Ἀλλὰ τὴν φωνὴν τὴν ἔπαιρνεν ὁ ἄνεμος.
Ὅταν ὅμως ἡ βρατσέρα ἐπλησίασεν, ἅμα ἐνύχτωσεν, εἰς τὸν βράχον τοῦ Ἐπάνω Μαχαλᾶ, ὁ Ἠλίας τῆς Μπαμπλένως ἤκουσεν εὐκρινῶς τὴν ὀξεῖαν φωνὴν τῆς Μαργαρῶς τῆς Πασσίνας, τῆς γειτονίσσης του:
― Θυμήθηκες νὰ μοῦ φέρῃς τὶς κουντοῦρες, καπετὰν Ἠλία;

Κυριακή 30 Νοεμβρίου 2014

Άσε τότε τὸ κύμα όπου θέλει να σπάζει...

Τί γυρεύεις, τί θέλεις μη κι εσύ το γνωρίζεις;
Έχεις πιάσει ποτέ σου ττ τί κυνηγάς;
Μη ' που σπέρνεις καλό το κακό δε θερίζεις;...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Στο κύμα. λάδι σε καμβά

Κωνσταντίνος Χατζόπουλος
Ασ' τη βάρκα

Ἄσ᾿ τὴ βάρκα στὸ κῦμα ὅπου θέλει νὰ τρέχει,
ἂς ὁρίζει τ᾿ ἀγέρι, τιμόνι-πανί,
τὰ φτερὰ ἅπλωσε πλέρια, ἄκρη ὁ κόσμος δὲν ἔχει,
εἶναι πι᾿ ὄμορφοι οἱ ἄγνωστοι πάντα γιαλοί,
ἡ ζωὴ μία δροσιὰ εἶναι, ἕνα κῦμα, ἂς τὸ φέρει
ὅπου θέλει τ᾿ ἀγέρι, ὅπου ξέρει τ᾿ ἀγέρι.
Ἂς ἀλλάζουν λιβάδια μὲ βράχους καὶ δάση,
γύρω ἂς φεύγουν ποῦ πύργοι, ποῦ καλύβας καπνός,
εἴτ᾿ εἰδύλλιο γελούμενο ἀπλώνετ᾿ ἡ πλάση,
εἶτ᾿ ἀντάρτες καὶ μπόρες σου κρεμᾷ ὁ οὐρανός,
μὴ θαρρεῖς τὸ πανί σου μπορεῖς νὰ βαστάξεις,
ὅπου θέλει τὸ κῦμα μαζί του θ᾿ ἀράξεις.
Τί γυρεύεις, τί θέλεις μὴ κι ἐσὺ τὸ γνωρίζεις;
Ἔχεις πιάσει ποτέ σου τὸ τί κυνηγᾷς;
Μή ῾που σπέρνεις καλὸ τὸ κακὸ δὲ θερίζεις;
Δὲ σκοντάβεις σὲ ρώτημα σ᾿ ὅτι ρωτᾷς;
Ὅτι σ᾿ ἔχει μαγέψει κι ὅτι σοῦ ῾χει γελάσει,
τό ῾χεις μόνος κερδίσει, μοναχὸς ἑτοιμάσει;

,
ἄσ᾿ τὶς ζάλες νὰ σέρνουν τυφλὰ τὴ καρδιὰ
κι ἂν τριγύρω βογγὰ κι ἂν ψηλὰ συννεφιάζει,
κάπου ὁ ἥλιος σὲ κάποιο γιαλὸ θὰ γελᾷ
κι ἂν πικρό τη ψυχή σου τὸ δάκρυ τὴ ραίνει
πάντα κάπου κρυφή, μιὰ χαρὰ τὴ προσμένει.



Παρασκευή 28 Νοεμβρίου 2014

Ένα καράβι φεύγει...

Ωστόσο αφήνοντας για πάντα το λιμάνι,
ένα τεράστιο ψυχρό κενό έχει κάνει.
Και τώρα που στο πέλαγο αρμενίζει
κι ο δειλινός ο ήλιος το φωτίζει...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Δειλινό στον Θερμαϊκό, λάδι σε καμβά

Κώστας Ουράνης
Ένα καράβι φεύγει

Ἕνα μεγάλο τετρακάταρτο καράβι
ἀφήνει ἀγάλια τὸ λιμάνι πρὸς τὸ βράδυ.

Ἡ νηνεμία τῶν νερῶν, καθὼς τὴ σχίζει,
μ᾿ ἀντιφεγγίσματα λευκῶν πανιῶν γεμίζει.

Εἶν᾿ ἕνα ξενικὸ καράβι, στὰ πλευρά του
μὲ κόπο συλλαβίζει ὁ κόσμος τ᾿ ὄνομά του.

Ἀπὸ ποιὰ μακρινὰ ἔχει ἔρθει μέρη
καὶ τὸ ποῦ πάει κανένας δὲν τὸ ξέρει.

Οὔτ᾿ ἕνα ἄσπρο μαντήλι δὲν τὸ χαιρετάει,
τώρα ποὺ ἀπ᾿ τ᾿ ἀκρολίμανο σιγὰ περνάει.

Μόνο οἱ γυναῖκες τὸ κοιτᾶν ἀπ᾿ τὰ μπαλκόνια,
σὰ ν᾿ ἀπολησμονήθηκαν ἐκεῖ ἀπὸ χρόνια.

Ὡστόσο ἀφήνοντας γιὰ πάντα τὸ λιμάνι,
ἕνα τεράστιο ψυχρὸ κενὸ ἔχει κάνει.

Καὶ τώρα ποὺ στὸ πέλαγο ἀρμενίζει
κι ὁ δειλινὸς ὁ ἥλιος τὸ φωτίζει,

-λάμπουν ἀπὸ χρυσάφι τὰ κατάρτια,
πορφύρες κυματίζουνε στὰ ξάρτια-,

οἱ ἀνθρῶποι ποὺ κοιτᾶν στὴν παραλία
νοιώθουν πιὸ ἄδεια, πιὸ στενὴ τὴν πολιτεία

καὶ πιὸ γυμνὴ ὁ καθένας τὴ ζωή του
-σὰν κάτι νὰ τοὺς ἔφυγε μαζί του...

Τρίτη 18 Νοεμβρίου 2014

τόσο κοντά στον άνθρωπο η κόλαση είναι...

Απ’ τα πολλά δάκρυα τα μάτια μου μουλιάζουν και να συνεχίσω δύναμη δε μου μένει, γιατί το νιώθω πως έφτασε η στιγμή κοντά στους ανθρώπους με το κτηνώδικο πρόσωπο να γυρίσω; όμως…κουράγιο!..

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Νυχτερινή βάρδια, λάδι σε καμβά

Λωτρεαμόν
Από τα Άσματα του Μαλντορόρ

Γέρο-ωκεανέ, με τα κρυστάλλινα κύματα, με τις γαλάζιες γραμμές που βλέπει κανείς πάνω στις ροζιασμένες των μούτσων πλάτες αναλογικά μοιάζεις; ένα τεράστιο μπλε σημάδι πάνω στο σώμα της γης είσαι: αυτή η παρομοίωση μ’ αρέσει. Γι αυτό, στην πρώτη σου θέα, μια μακριά πνοή θλίψης, που θα την πέρναγε κανείς για μουρμουρητό της αύρας, περνάει, ανεξίτηλα χνάρια στις βαριά κλονισμένες ψυχές αφήνοντας, και συ ξαναφέρνεις στη θύμηση των εραστών σου, που δεν το αντιλαμβάνονται πάντα, το σκληρό αρχίνισμα τ’ ανθρώπου, τότε που πρωτογνωρίζει τον πόνο για να μην τον αποχωριστεί ποτέ πια.
Σε χαιρετώ, γέρο-ωκεανέ!

Γέρο-ωκεανέ, το σύμβολο της απαραλλαξίας είσαι: για πάντα ίδιος με τον εαυτό σου. Δεν αλλάζεις μ’ έναν τρόπο ουσιαστικό κι αν τα κύματά σου σε κάποιαν άκρη μανιάζουν, σε μιαν άλλη, λιγάκι πιο πέρα, την πιο τέλεια γαλήνη παρουσιάζουν. Δεν είσαι σαν τον άνθρωπο εσύ, που σταματάει στο δρόμο να χαζέψει δυο σκυλιά που απ’ το σβέρκο αρπαχτήκαν, μα δε σταματά όταν περνά μια κηδεία; που το πρωί στα κέφια του είναι και το βράδυ κατσούφης; που γελάει σήμερα κι αύριο κλαίει.
Σε χαιρετώ, γέρο-ωκεανέ!

Γέρο-ωκεανέ, τα νερά σου πικρά είναι. Έχουν την ίδια γεύση με τη χολή που διυλίζει η κριτική για τις καλές τέχνες, για τις επιστήμες, για όλα. Αν κάποιος έχει ταλέντο, ηλίθιο τον βγάζουν; αν κάποιος όμορφη κορμοστασιά έχει, φριχτός καμπούρης γίνεται. Σίγουρα, πολύ πάνω στον άνθρωπο οι ατέλειές του θα πρέπει να βαραίνουν για να τις κρίνει έτσι, κι ας φταίει ο ίδιος για τα τρία τέταρτα απ’ αυτές!
Σε χαιρετώ, γέρο-ωκεανέ!

…Πες μου, λοιπόν, αν είσαι συ το λημέρι του πρίγκιπα του σκότους. Πες το μου…πες το μου, ωκεανέ (μονάχα σε μένα, για να μη λυπήσεις αυτούς που μέχρι τώρα άλλο από αυταπάτες δε γνώρισαν), κι αν αυτό που ξεσηκώνει τις θύελλες και τ’ αλμυρά σου νερά ψηλά μέχρι τα σύννεφα εξακοντίζει η ανάσα του Σατανά είναι. Να μου το πεις πρέπει γιατί χαρά μεγάλη θα μου δώσει να μάθω πως τόσο κοντά στον άνθρωπο η κόλαση είναι. Αυτή τη στροφή με τούτη την παράκληση να τελειώσω θα ’θελα. Γι αυτό, για ακόμη μια φορά, να σε χαιρετήσω και ν’ αποχαιρετήσω θέλω! Γέρο-ωκεανέ, με τα κρυστάλλινα κύματα… Απ’ τα πολλά δάκρυα τα μάτια μου μουλιάζουν και να συνεχίσω δύναμη δε μου μένει, γιατί το νιώθω πως έφτασε η στιγμή κοντά στους ανθρώπους με το κτηνώδικο πρόσωπο να γυρίσω; όμως…κουράγιο! Μια μεγάλη προσπάθεια ας κάνουμε και, με συναίσθηση του καθήκοντος, στη μοίρα μας επάνω σε τούτη τη γη ας ανταποκριθούμε.
Σε χαιρετώ, γέρο-ωκεανέ.

(Μετ. Γιάννης Ευαγγελίδης)



Comte de Lautréamont
Les Chants de Maldoror - Chant I
Strophe 9


Je me propose, sans être ému, de déclamer à grande voix la strophe sérieuse et froide que vous allez entendre. vous, faites attention à ce qu’elle contient, et gardez-vous de l’impression pénible qu’elle ne manquera pas de laisser, comme une flétrissure, dans vos imaginations troublées. Ne croyez pas que Je sois sur le point de mourir, car Je ne suis pas encore un squelette, et la vieillesse n’est pas collée à mon front. Écartons en conséquence toute idée de comparaison avec le cygne, au moment où son existence s’envole, et ne voyez devant vous qu’un monstre, dont Je suis heureux que vous ne puissiez pas apercevoir la figure  ; mais, moins horrible est-elle que son âme. Cependant, Je ne suis pas un criminel... Assez sur ce sujet. Il n’y a pas longtemps que j’ai revu la mer et foulé le pont des vaisseaux, et mes souvenirs sont vivaces comme si Je l’avais quittée la veille. Soyez néanmoins, si vous le pouvez, aussi calmes que moi, dans cette lecture que Je me repens déjà de vous offrir, et ne rougissez pas à la pensée de ce qu’est le cœur humain. O poulpe, au regard de soie ! toi, dont l’âme est inséparable de la mienne ; toi, le plus beau des habitants du globe terrestre, et qui commandes à un sérail de quatre cents ventouses ; toi, en qui siégent noblement, comme dans leur résidence naturelle, par un commun accord, d’un lien indestructible, la douce vertu communicative et les grâces divines, pourquoi n’es-tu pas avec moi, ton ventre de mercure contre ma poitrine d’aluminium, assis tous les deux sur quelque rocher du rivage, pour contempler ce spectacle que j’adore 

Vieil océan, aux vagues de cristal, tu ressembles proportionnellement à ces marques azurées que l’on voit sur le dos meurtri des mousses  ; tu es un immense bleu, appliqué sur le corps de la terre : j’aime cette comparaison. Ainsi, à ton premier aspect, un souffle prolongé de tristesse, qu’on croirait être le murmure de ta brise suave, passe, en laissant des ineffaçables traces, sur l’âme profondément ébranlée, et tu rappelles au souvenir de tes amants, sans qu’on s’en rende toujours compte, les rudes commencements de l’homme, où Il fait connaissance avec la douleur, qui ne le quitte plus. Je te salue, Vieil océan

Vieil océan, ta forme harmonieusement sphérique, qui réjouit la face grave de la géométrie, ne me rappelle que trop les petits yeux de l’homme, pareils à ceux du sanglier pour la petitesse, et à ceux des oiseaux de nuit pour la perfection circulaire du contour. Cependant, l’homme s’est cru beau dans tous les siècles. moi, Je suppose plutôt que l’homme ne croit à sa beauté que par amour-propre ; mais, qu’Il n’est pas beau réellement et qu’Il s’en doute  ; car, pourquoi regarde-t-Il la figure de son semblable avec tant de mépris ? Je te salue, Vieil océan

Vieil océan, tu es le symbole de l’identité : toujours égal à toi-même. tu ne varies pas d’une manière essentielle, et, si tes vagues sont quelque part en furie, plus loin, dans quelque autre zone, elles sont dans le calme le plus complet. tu n’es pas comme l’homme, qui s’arrête dans la rue, pour voir deux boule-dogues s’empoigner au cou, mais, qui ne s’arrête pas, quand un enterrement passe ; qui est ce matin accessible et ce soir de mauvaise humeur ; qui rit aujourd'hui et pleure demain. Je te salue, Vieil océan

Vieil océan, Il n’y aurait rien d’impossible à ce que tu caches dans ton sein de futures utilités pour l’homme. tu lui as déjà donné la baleine. tu ne laisses pas facilement deviner aux yeux avides des sciences naturelles les mille secrets de ton intime organisation : tu es modeste. L’homme se vante sans cesse, et pour des minuties. Je te salue, Vieil océan

Vieil océan, les différentes espèces de poissons que tu nourris n’ont pas juré fraternité entre elles. Chaque espèce vit de son côté. Les tempéraments et les conformations qui varient dans chacune d’elles, expliquent, d’une manière satisfaisante, ce qui ne paraît d’abord qu’une anomalie. Il en est Ainsi de l’homme, qui n’a pas les mêmes motifs d’excuse. Un morceau de terre est-Il occupé par trente millions d’êtres humains, ceux-ci se croient obligés de ne pas se mêler de l’existence de leurs voisins, fixés comme des racines sur le morceau de terre qui suit. En descendant du grand au petit, Chaque homme vit comme un sauvage dans sa tanière, et en sort rarement pour visiter son semblable, accroupi pareillement dans une autre tanière. La grande famille universelle des humains est une utopie digne de la logique la plus médiocre. En outre, du spectacle de tes mamelles fécondes, se dégage la notion d’ingratitude ; car, on pense aussitôt à ces parents nombreux, Assez ingrats envers le Créateur, pour abandonner le fruit de leur misérable union. Je te salue, Vieil océan

Vieil océan, ta grandeur matérielle ne peut se comparer qu’à la mesure qu’on se fait de ce qu’Il a fallu de puissance active pour engendrer la totalité de ta masse. on ne peut pas t’embrasser d’un coup d’œil. Pour te contempler, Il faut que la vue tourne son télescope, par un mouvement continu, vers les quatre points de l’horizon, de même qu’un mathématicien, afin de résoudre une équation algébrique, est obligé d’examiner séparément les divers cas possibles, avant de trancher la difficulté. L’homme mange des substances nourrissantes, et fait d’autres efforts, dignes d’un meilleur sort, pour paraître gras. Qu’elle se gonfle tant qu’elle voudra, cette adorable grenouille. sois tranquille, elle ne t’égalera pas en grosseur ; Je le suppose, du moins. Je te salue, Vieil océan

Vieil océan, tes eaux sont amères. C’est exactement le même goût que le fiel que distille la critique sur les beaux-arts, sur les sciences, sur tout. si quelqu’un a du génie, on le fait passer pour un idiot ; si quelque autre est beau de corps, C’est un bossu affreux. Certes, Il faut que l’homme sente avec force son imperfection, dont les trois quarts d’ailleurs ne sont dus qu’à lui-même, pour la critiquer Ainsi  Je te salue, Vieil océan

Vieil océan, les hommes, malgré l’excellence de leurs méthodes, ne sont pas encore parvenus, aidés par les moyens d’investigation de la science, à mesurer la profondeur vertigineuse de tes abîmes ; tu en as que les sondes les plus longues, les plus pesantes, ont reconnu inaccessibles. Aux poissons... ça leur est permis : pas aux hommes. Souvent, Je me suis demandé quelle chose était le plus facile à reconnaître : la profondeur de l’océan ou la profondeur du cœur humain  Souvent, la main portée au front, debout sur les vaisseaux, tandis que la lune se balançait entre les mâts d’une façon irrégulière, Je me suis surpris, faisant abstraction de tout ce qui n’était pas le but que Je poursuivais, m’efforçant de résoudre ce difficile problème  Oui, quel est le plus profond, le plus impénétrable des deux : l’océan ou le cœur humain ? si trente ans d’expérience de la vie peuvent jusqu’à un certain point pencher la balance vers l’une ou l’autre de ces solutions, Il me sera permis de dire que, malgré la profondeur de l’océan, Il ne peut pas se mettre en ligne, quant à la comparaison sur cette propriété, avec la profondeur du cœur humain. j’ai été en relation avec des hommes qui ont été vertueux. Ils mouraient à soixante ans, et chacun ne manquait pas de s’écrier : "Ils ont fait le bien sur cette terre, C’est-à-dire qu’Ils ont pratiqué la charité : voilà tout, ce n’est pas malin, chacun peut en faire autant." Qui comprendra pourquoi deux amants qui s’idolâtraient la veille, pour un mot mal interprété, s’écartent, l’un vers l’orient, l’autre vers l’occident, avec les aiguillons de la haine, de la vengeance, de l’amour et du remords, et ne se revoient plus, chacun drapé dans sa fierté solitaire. C’est un miracle qui se renouvelle Chaque jour et qui n’en est pas moins miraculeux. Qui comprendra pourquoi l’on savoure non seulement les disgrâces générales de ses semblables, mais encore les particulières de ses amis les plus chers, tandis que l’on en est affligé en même temps ? Un exemple incontestable pour clore la série : l’homme dit hypocritement Oui et pense non. C’est pour cela que les marcassins de l’humanité ont tant de confiance les uns dans les autres et ne sont pas égoïstes. Il reste à la psychologie beaucoup de progrès à faire. Je te salue, Vieil océan

Vieil océan, tu es si puissant, que les hommes l’ont appris à leurs propres dépens. Ils ont beau employer toutes les ressources de leur génie... incapables de te dominer. Ils ont trouvé leur maître. Je dis qu’Ils ont trouvé quelque chose de plus fort qu’eux. Ce quelque chose a un nom. Ce nom est : l’océan ! La peur que tu leur inspires est telle, qu’Ils te respectent. malgré cela, tu fais valser leurs plus lourdes machines avec grâce, élégance et facilité. tu leur fais faire des sauts gymnastiques jusqu’au ciel, et des plongeons admirables jusqu’au fond de tes domaines : un saltimbanque en serait jaloux. Bienheureux sont-Ils, quand tu ne les enveloppes pas définitivement dans tes plis bouillonnants, pour aller voir, sans chemin de fer, dans tes entrailles aquatiques, comment se portent les poissons, et surtout comment Ils se portent eux-mêmes. L’homme dit : "Je suis plus intelligent que l’océan." C’est possible ; C’est même Assez vrai ; mais l’océan lui est plus redoutable que lui à l’océan : C’est ce qu’Il n’est pas nécessaire de prouver. Ce patriarche observateur, contemporain des premières époques de notre globe suspendu, sourit de pitié, quand Il assiste aux combats navals des nations. voilà une centaine de léviathans qui sont sortis des mains de l’humanité. Les ordres emphatiques des supérieurs, les cris des blessés, les coups de canon, C’est du bruit fait exprès pour anéantir quelques secondes. Il paraît que le drame est fini, et que l’océan a tout mis dans son ventre. La gueule est formidable. elle doit être grande vers le bas, dans la direction de l’inconnu  Pour couronner enfin la stupide comédie, qui n’est pas même intéressante, on voit, au milieu des airs, quelque cigogne, attardée par la fatigue, qui se met à crier, sans arrêter l’envergure de son vol : "Tiens ... Je la trouve mauvaise  Il y avait en bas des points noirs ; j’ai fermé les yeux : Ils ont disparu." Je te salue, Vieil océan

Vieil océan, ô grand célibataire, quand tu parcours la solitude solennelle de tes royaumes flegmatiques, tu t’enorgueillis à juste titre de ta magnificence native, et des éloges vrais que Je m’empresse de te donner. Balancé voluptueusement par les molles effluves de ta lenteur majestueuse, qui est le plus grandiose parmi les attributs dont le souverain pouvoir t’a gratifié, tu déroules, au milieu d’un sombre mystère, sur toute ta surface sublime, tes vagues incomparables, avec le sentiment calme de ta puissance éternelle. elles se suivent parallèlement, séparées par de courts intervalles. A peine l’une diminue, qu’une autre va à sa rencontre en grandissant, accompagnées du bruit mélancolique de l’écume qui se fond, pour nous avertir que tout est écume. (Ainsi, les êtres humains, ces vagues vivantes, meurent l’un après l’autre, d’une manière monotone ; mais, sans laisser de bruit écumeux). L’oiseau de passage se repose sur elles avec confiance, et se laisse abandonner à leurs mouvements, pleins d’une grâce fière, jusqu’à ce que les os de ses ailes aient recouvré leur vigueur accoutumée pour continuer le pèlerinage aérien. Je voudrais que la majesté humaine ne fût que l’incarnation du reflet de la tienne. Je demande beaucoup, et ce souhait sincère est glorieux pour toi. ta grandeur morale, image de l’infini, est immense comme la réflexion du philosophe, comme l’amour de la femme, comme la beauté divine de l’oiseau, comme les méditations du poète. tu es plus beau que la nuit. Réponds-moi, océan, veux-tu être mon frère ? Remue-toi avec impétuosité... plus... plus encore, si tu veux que Je te compare à la vengeance de Dieu  ; allonge tes griffes livides, en te frayant un chemin sur ton propre sein... C’est bien. Déroule tes vagues épouvantables, océan hideux, compris par moi seul, et devant lequel Je tombe, prosterné à tes genoux. La majesté de l’homme est empruntée ; Il ne m’imposera point : toi, Oui. Oh ! quand tu t’avances, la crête haute et terrible, entouré de tes replis tortueux comme d’une cour, magnétiseur et farouche, roulant tes ondes les unes sur les autres, avec la conscience de ce que tu es, pendant que tu pousses, des profondeurs de ta poitrine, comme accablé d’un remords intense que Je ne puis pas découvrir, ce sourd mugissement perpétuel que les hommes redoutent tant, même quand Ils te contemplent, en sûreté, tremblants sur le rivage, alors, Je vois qu’Il ne m’appartient pas, le droit insigne de me dire ton égal. C’est pourquoi, en présence de ta supériorité, Je te donnerais tout mon amour (et nul ne sait la quantité d’amour que contiennent mes aspirations vers le beau), si tu ne me faisais douloureusement penser à mes semblables, qui forment avec toi le plus ironique contraste, l’antithèse la plus bouffonne que l’on ait jamais vue dans la création : Je ne puis pas t’aimer, Je te déteste. pourquoi reviens-Je à toi, pour la millième fois, vers tes bras amis, qui s’entr'ouvrent, pour caresser mon front brûlant, qui voit disparaître la fièvre à leur contact  Je ne connais pas ta destinée cachée ; tout ce qui te concerne m’intéresse. dis-moi donc si tu es la demeure du prince des ténèbres. dis-le moi... dis-le moi, océan (à moi seul, pour ne pas attrister ceux qui n’ont encore connu que les illusions), et si le souffle de Satan crée les tempêtes qui soulèvent tes eaux salées jusqu’aux nuages. Il faut que tu me le dises, parce que Je me réjouirais de savoir l’enfer si près de l’homme. Je veux que celle-ci soit la dernière strophe de mon invocation. Par conséquent, une seule fois encore, Je veux te saluer et te faire mes adieux ! Vieil océan, aux vagues de cristal... mes yeux se mouillent de larmes abondantes, et Je n’ai pas la force de poursuivre ; car, Je sens que le moment venu de revenir parmi les hommes, à l’aspect brutal ; mais... courage !Faisons un grand effort, et accomplissons, avec le sentiment du devoir, notre destinée sur cette terre. Je te salue, Vieil océan

Δευτέρα 27 Οκτωβρίου 2014

χάνεται ο χρόνος...

σαν τίποτα να μην είχε γίνει
σαν η μάχη να μην είχε περάσει πάνω από τα κεφάλια μας...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Τελευταίο δρομολόγιο, λάδι σε καμβά

Γιώργος Σαραντάρης
Ακόμα δεν μπόρεσα

Ἀκόμα δὲν μπόρεσα νὰ χύσω ἕνα δάκρυ
πάνω στὴν καταστροφὴ
δὲν κοίταξα ἀκόμα καλὰ τοὺς πεθαμένους,
δὲν πρόφτασα νὰ δῶ πὼς λείπουνε
ἀπὸ τὴ συντροφιά μου,
πὼς ἔχασαν τὸν ἀέρα ποὺ ἐγὼ ἀναπνέω
καὶ πὼς ἡ μουσικὴ τῶν λουλουδιῶν,
ὁ βόμβος τῶν ὀνομάτων ποὺ ἔχουνε τὰ πράγματα
δὲν ἔρχεται στ᾿ αὐτιά τους·
ἀκόμα δὲν χλιμίντρισαν τ᾿ ἄλογα
ποὺ θὰ μὲ φέρουν πλάι τους.
Νὰ τοὺς μιλήσω,
νὰ κλάψω μαζί τους
καὶ ὕστερα νὰ τοὺς σηκώσω ὄρθιους·
ὅλοι νὰ σηκωθοῦμε σὰν ἕνας ἄνθρωπος,
σὰν τίποτα νὰ μὴν εἶχε γίνει
σὰν ἡ μάχη νὰ μὴν εἶχε περάσει πάνω ἀπὸ τὰ κεφάλια μας.

Πρόλογος

Κόβεται ἡ δική μας ἀναπνοή,
χάνεται ὁ χρόνος, παιδιά·
σὲ φωνὴ μοιάζει
ποὺ ζύγωσε
μᾶς προσπέρασε
μὰ δὲν ἀκούστηκε,
κι ἕνας ἀπὸ μᾶς, ὁ πιὸ καλός,
ἐλπίζει ἀκόμα
ἀλλὰ ντρέπεται νὰ τὸ πεῖ...

Πέμπτη 9 Οκτωβρίου 2014

Ερημιά...

Στους ερημικούς αυτούς παγετώνες
που βαδίζεις τώρα
οι φωνές των ανθρώπων ακούγονται
ολοένα και πιό μακρυνές...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Μαύρο καράβι, λάδι σε καμβά

Φαίδρος Μπαρλάς
Ωδή του Σεπτεμβρίου

Αυτός ο μήνας πώς την σκάβει την ψυχή.
πώς η αξίνα
χτυπάει αναπάντεχα τις ρίζες,
με το κρυμμένο, πεντακάθαρο νερό.

Δεν είναι σαν την Άνοιξη ο καιρός,
αυτός, ο δροσερά συννεφιασμένος.
αυτός ζητάει πάντα πιο πολλά
και τέτοια που δεν ξέρει να ονομάσει.

Και τούτη η γλύκα μες στο αίμα σαν χυμός
από κατάμαυρο βατόμουρο, σαν πάρει
να σκοτεινιάζει ή άμα βρέξει ξαφνικά.

Πρόσωπα βιαστικά μες τη βροχή,
πολύ πιο έντονα, βαθύτερα από πάντα,
πρόσωπα μες από το θαύμα της βροχής.

Στην παραζάλη του νερού ανακατώνεται
μες στο παρόν όλο βουή το παρελθόν.

Άκου όταν τελειώσει αυτή η βροχή,
μπορείς κατάματα στ' αστέρια να καπνίσεις
την πίπα απ' το παλιό τριανταφυλλόξυλο.

Ή πάλι να χαθείς μεσ' στην πλατεία,
μες στη ζεστή εγκαρδιότητα που έχουν
το πλήθος που βουίζει ο ψίθυρός του,
τα μαγαζιά που ετοιμάζονται να κλείσουν
κι αυτά τα φώτα που δεν στέγνωσαν ακόμη.

Eρημιά

Στους ερημικούς αυτούς παγετώνες
που βαδίζεις τώρα
οι φωνές των ανθρώπων ακούγονται
ολοένα και πιό μακρυνές...

Τι να τα κάνεις τα πρόσωπα τα ξένα
που τ' αποστρέφεσαι
και σ' αποστρέφονται κι αυτά;
Μονάχα ενός Πεπρωμένου
ακολουθεί τα βήματά σου ένα προς ένα
στυγνό κι αδιάφορο άλλοτε το πρόσωπο
κι άλλοτε περιπαιχτικό.....

...Έχω, αδελφέ μου, μια πίκρα
που ταιριάζει πολύ με την δική σου΄
όμως
αν στην φωνάξω, δεν θα καταλάβεις
όπως
κ' εγώ δεν θα την καταλάβω
την δική σου...