t


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μαζική δημοκρατία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μαζική δημοκρατία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 27 Απριλίου 2014

Π. Κονδύλης: το τέλος των ιδεολογιών ως μερική επιστροφή στο ζωικό βασίλειο...

Παναγιώτης Κονδύλης
Ένα κείμενο...


Ώστε η Δύση νίκησε την Ανατολή μονάχα όταν ή αστική ταξική κοινωνία είχε δώσει πια τη θέση της στη μαζική δημοκρατία, πράγμα που έκαμε την κομμουνιστική κριτική του καπιταλισμού να φαίνεται απαρχαιωμένη και μάλλον αδιάφορη. Για να το πούμε παραδοξολογικά: ο αποχαιρετισμός από την Ουτοπία στην Ανατολή έγινε δυνατός χάρη στην πραγμάτωση της Ουτοπίας στη Δύση. Πράγματι, στη δυτική μαζική δημοκρατία ξεπεράσθηκε για πρώτη φορά στην παγκόσμια ιστορία η σπάνη των αγαθών και η κοινωνία αρθρώθηκε κατά μεγάλο μέρος με βάση τα κριτήρια της λειτουργικότητας και της απόδοσης, ήτοι πραγματώθηκε κατ’ αρχήν η ισότητα σε στενή συνάφεια με τον κατακερματισμό της κοινωνίας σε άτομα, ενώ συνάμα η αυτοπραγμάτωση του άτομου οιονεί ανακηρύχθηκε σε σκοπό του κράτους. Οι ελλείψεις και οι σκιές αυτής της εικόνας είναι γνωστές με το παραπάνω, όμως δεν άλλάζουν τίποτε στο γεγονός ότι αυτή ή -εξαμβλωματική, γελοιογραφική, ιλαροτραγική ή ό,τι άλλο- πραγμάτωση της Ουτοπίας εν τέλει αφόπλισε την κομμουνιστική κριτική του φιλελευθερισμού και του καπιταλισμού.

Έτσι, η σύγχρονη μαζική δημοκρατία παραμέρισε με μια και μόνη κίνηση το αντικείμενο των εννοιών «συντηρητισμός», «φιλελευθερισμός» και «σοσιαλισμός».
Με την άκρα κατάτμηση της κοινωνίας σε άτομα και την απεριόριστη κοινωνική κινητικότητα, την οποία χρειάζεται απολύτως για να λειτουργήσει, διέλυσε τα μεγάλα συλλογικά υποκείμενα, με τα όποια συνδέονταν οι έννοιες εκείνες όσο είχαν συγκεκριμένο ιστορικό περιεχόμενο και συγκεκριμένη ιστορική αναφορά. Άλλωστε το κοινό τους πεπρωμένο απέρρεε από την κοινή τους καταγωγή και σταδιοδρομία. Διαμορφώθηκαν μέσα στην κοσμοϊστορική στροφή από τη societas civilis στη μαζική κοινωνία ή από τον αγροτικό στον βιομηχανικό πολιτισμό και έδωσαν από διαφορετικές κοινωνικοπολιτικές και κοσμοθεωρητικές σκοπιές απαντήσεις στα μεγάλα ερωτήματα που αναγκαστικά έθεσε η στροφή αυτή.

Η διαδικασία, στην οποία αναφερόμαστε, άρχισε με την ευλαβή υποταγή του άνθρωπου στον Θεό και τέλειωσε με την υπεροπτική κυριαρχία του πάνω στη Φύση, ξεκίνησε από την αυτονόητη ένταξη του ατόμου σε μια κοινωνική ομάδα και έφθασε στην κατάτμηση της κοινωνίας σε άτομα, ορμήθηκε από πάγια ιεραρχημένες ουράνιες και γήινες ουσίες και κατέληξε σε λειτουργίες συνδυάσιμες κατά βούληση. Οι όροι αυτοί εμπεριέχουν τα κεντρικά θέματα των Νέων Χρόνων, τα οποία εξειδικεύθηκαν στην ιδιαίτερη προβληματική της φιλοσοφίας και της κοινωνικής θεωρίας. Από την άποψη αυτή, ο συντηρητισμός, ο φιλελευθερισμός και ο σοσιαλισμός ανήκουν λόγω των ειδοποιών γνωρισμάτων τους στους Νέους Χρόνους, κι επομένως ή διαπίστωση, ότι αυτές οι έννοιες στην πορεία του αιώνα μας έχασαν προοδευτικά το πραγματικό τους περιεχόμενο, αναγκαστικά γεννά το ερώτημα αν οι Νέοι Χρόνοι ως ιστορική εποχή έφθασαν στο τέρμα τους. Στην προοπτική αυτή δεν μπορεί ούτε η κατάλυση του μαρξισμού να θεωρηθεί ως νίκη των φιλελεύθερων ιδεών. Γιατί, από την άποψη της ιστορίας των ιδεών, ο μαρξισμός πήρε τις θεμελιώδεις του προκείμενες από τον φιλελευθερισμό: όπως και τούτος, επιδίωξε μια σύνθεση οικονομισμού και ανθρωπισμού, ενώ συνάμα θέλησε να κατανοήσει τον κόσμο με βάση την ιστορία ως πρόοδο. Απ’ αυτή τη σκοπιά η ήττα του μαρξισμού σημαίνει τον παραμερισμό των τελευταίων συστηματικά οργανωμένων υπολειμμάτων του ανθρωπιστικού φιλελευθερισμού και την τελειωτική νίκη μιας σκέψης, την οποία μπορούμε να ονομάσουμε προσωρινά μεταμοντέρνα, αν θυμόμαστε συνεχώς τις μαζικοδημοκρατικές της ρίζες και λειτουργίες.

Η διαπίστωση της απαρχαίωσης του πολιτικού λεξιλογίου μετά τη νίκη των δυτικών μαζικών δημοκρατιών πάνω στον κομμουνισμό δεν είναι απαραίτητη μονάχα για τους σκοπούς της ακαδημαϊκής ερευνάς. Γιατί η πλανητική πολιτική θα διαμορφωθεί μελλοντικά με δεδομένο το γεγονός ότι τα δρώντα υποκείμενα θα αποδέχονται μαζικοδημοκρατικές αξίες και μαζικοδημοκρατικούς σκοπούς, από την απλώς ποσοτική άνοδο του βιοτικού επιπέδου ίσαμε την ποιοτική εξίσωση των ευκαιριών και της απόλαυσης τόσο εντός των επί μέρους εθνών όσο και στις σχέσεις των εθνών μεταξύ τους. Αυτό σημαίνει πρώτα-πρώτα ότι τα οικονομικά (επίμαχα) ζητήματα θα αποκτήσουν μεγαλύτερο πολιτικό βάρος, ότι δηλ η πολιτική όλο και περισσότερο θα κατανοείται και θα ασκείται, ξεκινώντας από την οικονομία, ενώ θα περάσει στο περιθώριο το παραδοσιακά πρωταρχικό πρόβλημα του άριστου κράτους και του άριστου πολιτεύματος. Είναι αξιοσημείωτο ότι μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου φαίνεται να διαμορφώνεται σε παγκόσμιο επίπεδο μια σύμπνοια πάνω στο πρόβλημα τούτο, ήτοι υφίσταται μια διάθεση μίμησης των πολιτικών θεσμών της Δύσης σε τούτη ή σε κείνη την παραλλαγή. Αυτό συναρτάται με τη συγχώνευση πολιτικής και οικονομίας, γιατί θεωρείται ότι οι τέτοιοι θεσμοί ευνοούν την οικονομική πρόοδο. Συνάμα εμφανίσθηκαν στον ορίζοντα του πλανήτη μας, που στενεύει όλο και περισσότερο, σοβαρότατα προβλήματα, όπως το οικολογικό και το πληθυσμιακό, που ούτε συλλαμβάνονται ούτε και αντιμετωπίζονται με βάση τις νοητικές κατηγορίες και τις συνήθεις σκέψης του συντηρητισμού, του φιλελευθερισμού και του σοσιαλισμού. Όπως εν τω μεταξύ γνωρίζουμε, η συντήρηση έχει γίνει από καιρό οργανωτικό ζήτημα, η ελευθερία σε μαζικές κοινωνίες μπορεί εύκολα να οδηγήσει στην έκρηξη ή στη διάλυση, ενώ ο άκαμπτος σχεδιασμός γεννά κακά που δεν μπορεί να θεραπεύσει ο ίδιος.

Ωστόσο θα ήταν ευσεβής πόθος να πιστεύει κανείς ότι η αναπόδραστη αποκοπή από τις παραδοσιακές πολιτικές έννοιες καθώς και η συγχώνευση της πολιτικής με την οικονομία θα καταργήσουν ή έστω θα μετριάσουν τις συγκρούσεις ανάμεσα στις ανθρώπινες ομάδες. Χωρίς αμφιβολία θα αποϊδεολογοποιήσουν την πολιτική, δηλ θα μειώσουν ή θα αφανίσουν την επιρροή των ιδεολογιών εκείνων, οι όποιες νομιμοποιούσαν την πολιτική δραστηριότητα από τον καιρό της γαλλικής Επανάστασης και μετά. Όμως είναι κοντόθωρο να αποδίδει κανείς τούς πολιτικούς αγώνες των τελευταίων δύο αιώνων απλώς σε ιδεολογικό φανατισμό και να περιμένει ex contrario από το «τέλος των ιδεολογιών» και το τέλος των αγώνων. Οι αποϊδεολογοποιημένοι αγώνες θα είναι ίσως σφοδρότεροι από τούς ιδεολογικούς, αν ορισμένα αγαθά αποδειχθούν σπάνια ακριβώς σε μιαν εποχή όπου ύψιστος σκοπός της ανθρωπότητας θεωρείται η υπέρβαση της σπάνης των αγαθών. Η άποϊδεολογοποίηση και η συγχώνευση της πολιτικής με την οικονομία σε τελευταία ανάλυση σημαίνουν ότι στο έξης οι αγώνες θα διεξάγονται για χειροπιαστά υλικά αγαθά, δίχως αξιόλογες ιδεολογικές διαμεσολαβήσεις. Για να είμαστε λοιπόν ακριβείς θα έπρεπε να χαρακτηρίσουμε το τέλος των ιδεολογιών ως μερική επιστροφή στο ζωικό βασίλειο. Αν είναι ωραίο και ευκταίο να φθάσει ως εκεί ο αποχαιρετισμός από την Ουτοπία, παραμένει βέβαια ζήτημα γούστου.

ΠΗΓΗ: ΛΟΓΙΚΗ ΕΛΛΑΔΑ

Τετάρτη 3 Ιουλίου 2013

Περί δημοκρατίας αποφθέγματα...


 
Το κυλικείο του ελληνικού κοινοβουλίου...
(δια χειρός του ζωγράφου David Teniers,του νεότερου) 

Δημοκρατία: Η καταπίεση του λαού από το λαό για το λαό

Oscar Wilde

Η δημοκρατία επιτάσσει την ανάληψη δημοσίων αξιωμάτων από έναν μικρό αριθμό διεφθαρμένων, βάσει της ψήφου ενός πλήθους ανικάνων.

George Bernard Shaw

Ο εκπλεπτυσμένος άνθρωπος σέβεται πολύ τη δημοκρατία για να διακινδυνεύσει να την απορρυθμίσει ψηφίζοντας.

Roland Topor

Τετάρτη 15 Αυγούστου 2012

Στη μνήμη του Παναγιώτη Κονδύλη

Η διάδοση της δυτικής μαζικής δημοκρατίας σε παγκόσμια κλίμακα όχο μόνον δεν θα γεννήσει παντού πιστά αντίγραφα, αλλά θα αλλάξει και αυτήν την ίδια στις μητροπολιτικές χώρες, πυροδοτώντας παράλληλα οξύτατους αγώνες κατανομής. 
Αν ο 20ος αιώνας σήμανε τη διάψευση της κομμουνιστικής ουτοπίας, ο 21ος θα χαρακτηρισθεί από την κατάρρευση της φιλελεύθερης. Ποιά συγκεκριμένα γεγονότα θα συγκροτήσουν τις μεγάλες ροπές κατά τον 21ο αιώνα, που θα είναι ο συκλονιστικότερος και τραγικότερος της ανθρώπινης Ιστορίας, δεν μπορούμε να ξέρουμε. 
Ένα ωστόσο είναι βέβαιο: η Ιστορία δεν τελείωσε, κανείς απ' όσους ζουν σήμερα δεν πρόκειται να πεθάνει γνωρίζοντας πως θα τελειώσει. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να περιγράψουμε τις κινητήριες δυνάμεις της, μέσα στη δεδομένη βραχυπρόθεσμη ή μακροπρόθεσμη συγκυρία. Και η περιγραφή αυτή δεν είναι έργο του ιδεολόγου και του ηθικολόγου - απαιτεί ματιά ασκημένη στη θέαση της ιστορικότητας των φαινομένων.

Παναγιώτης Κονδύλης, "Από τον 20ο στον 21ο αιώνα"
Εκδ. Θεμέλιο, 1998

Τρίτη 14 Ιουλίου 2009

Η συνήθεια του καπνού θυσιάζεται στο βωμό της μαζικής δημοκρατίας

Εις ανάμνησιν των ωραίων, ποιητικών ημερών…

Έντονες ή ήρεμες συζητήσεις, γέλια ή θλίψη, παρέα με φίλους – μόνιμη συντροφιά ο καπνός, σε καφέ, σε μπαρ, στην ταβέρνα…

Ευλογημένες συνήθειες που θυσιάζονται στο βωμό της πολιτικής ορθότητας κι ευτέλειας της μαζικής δημοκρατίας και των μαζανθρώπων της…

kekkeris

Γιάννης Σταύρου, Κόκκινο χαρμάνι, λάδι σε καμβά

Για τον καπνό…

Το τσιγάρο είναι η πιο τέλεια μορφή απόλαυσης. Είναι ηδονικό και σε αφήνει ανικανοποίητο. Τι περισσότερο να ζητήσει κανείς;.

Οσκαρ Ουάιλντ

Πιστεύω ότι το κάπνισμα της πίπας συμβάλλει σε μια πιο ήρεμη και αντικειμενική κρίση για όλες τις ανθρώπινες σχέσεις πέρα από τα στερεότυπα.

Άλμπερτ Αινστάιν

Το φαγητό και ο ύπνος είναι οι μόνες δραστηριότητες που επιτρέπεται να διακόψουν την απόλαυση ενός τσιγάρου.

Εάν δεν μπορώ να καπνίσω τσιγάρα στον άλλο κόσμο, τότε δεν υπάρχει περίπτωση να πάω!

Καπνίζω με μέτρο. Μόνο ένα τσιγάρο τη φορά!

Πάντα είχα σαν κανόνα να μην καπνίζω όταν κοιμάμαι και να μην σταματάω όταν είμαι ξύπνιος.

Μαρκ Τουέιν

Tο πακέτο των τσιγάρων, η τελετουργία με την οποία τα βγάζουμε από κει, το άναμμα του αναπτήρα, κι εκείνο το αλλόκοτο σύννεφο που μας διαπερνά και που εισπνέουν τα ρουθούνια μας, αποτελούν ισχυρά θέλγητρα που έχουν σαγηνέψει και κατακτήσει τον κόσμο.

Ζαν Κοκτό

(Για το οινόπνευμα και τον καπνό)…Τους δύο πατέρες της δυνατής φιλίας και των γόνιμων ονειροπολήσεων.

Λουί Μπουνιουέλ

Εμάς που λατρέψαμε την καρέτα καρέτα, χωρίς ποτέ να διανοηθούμε να την καπνίσουμε ή να την μασήσουμε, γιατί δεν μας αφήνετε να ζούμε με τα καρέλια καρέλια, ακόμα κι αν δεν τραβάμε ούτε τζούρα απ’ αυτά; Δεν ακούτε τη βραχνή από το τσιγάρο φωνή του ποιητή; Πόσο βαθιά και σε τι κλουβί πρέπει να τον παραχώσετε για να μη σας ενοχλεί η φωνή του;

Δημήτρης Νόλλας, “Φύλλα καπνού”

Πέμπτη 4 Ιουνίου 2009

Μαζική δημοκρατία και πολυτονικό σύστημα...

Η χαμένη πολιτεία της Θεσσαλονίκης…

rose-x

Γιάννης Σταύρου, Αρόδο, Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά

Η αλλαγή του πολυτονικού συστήματος σε μονοτονικό ήταν ένα από τα βασικά όπλα της “μαζικής δημοκρατίας” που οδήγησαν στη σημερινή εξαθλίωση του ελληνικού κοινωνικού και φυσικού τοπίου.

Μην ξεχνάμε ότι στοχαστές όπως ο Παναγιώτης Κονδύλης και ο Ρένος Αποστολίδης επέμεναν να γράφουν πολυτονικά…

Ανακάλυψα στο διαδίκτυο το άρθρο του φίλου μου Στάντη και το δημοσιεύω πάραυτα:

*Στάντης Αποστολίδης – Η εκδίκηση των τόνων!

Οι συνέπειες από την κατάργηση του πολυτονικού συστήματος

Άρθρο στην Ελευθεροτυπία, στήλη Βιβλιοθήκη, 03 Μαρτίου 2006
http://www.enet.gr/online/online_issues.jsp?dt=03/03/2006&pid=51&id=59095528

Αναφορά στο βιβλίο:
ΙΩΑΝΝΗΣ ΤΣΕΓΚΟΣ – ΘΑΛΗΣ ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ – ΔΗΜΗΤΡΑ ΒΕΚΙΑΡΗ
Η εκδίκηση των τόνων (Η επίδραση των αρχαίων ελληνικών
και του μονοτονικού στην ψυχοεκπαιδευτική εξέλιξη του παιδιού)
«ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ», ΣΕΛ. 152, ΕΥΡΩ 15,6


Όταν ψηφιζόταν σε μεταμεσονύκτια συνεδρίαση της Βουλής η τροπολογία Βερυβάκη για το μονοτονικό, η τότε κυβέρνηση, θωπεύοντας τον αριστερίστικο λαϊκισμό, ξεπούλαγε κάτι που ούτως ή άλλως δεν γνώριζε και δεν την ενδιέφερε! Ένα κομμάτι της Παιδείας συνυφασμένο, όχι μόνο με την αρχαιοελληνική παράδοση, αλλά και με την πνευματική παρακαταθήκη του νέου Ελληνισμού από το 18ο ήδη αιώνα! Ολ’ οι θαυμαστοί 300, μαζί, συμπεριφέρθηκαν σαν αγράμματη γριούλα που βρίσκοντας στο σεντούκι της παλιά μπαρουτοκαπνισμένα κουμπούρια, τα δίνει στο γύφτο για ν’ αδειάσει τον τόπο από τη «σαβούρα». Δεν ρωτάει κανέναν, και δεν θα μάθει ποτέ τι έχασε…

Κι ας φώναζε ο Ελύτης: «Είμαι υπέρ του παλαιού συστήματος, εναντίον του μονοτονικού και υπέρ της διδασκαλίας των Αρχαίων. Είναι η βάση για να ξέρεις την ετυμολογία των λέξεων». (Και πώς θα καταλάβεις άραγε Ελύτη χωρίς αυτή την έρμη την ετυμολογία;) Κι αλλού ξανά, γραφικότερα: «…κάθε ύψιλον, κάθε οξεία, κάθε υπογεγραμμένη, δεν είναι παρά ένας κολπίσκος, μια κατωφέρεια, μια κάθετη βράχου πάνω σε καμπύλη πρύμνας πλεούμενου, κυματιστοί αμπελώνες, υπέρθυρα εκκλησιών…». Δεν ήξερε αυτός, ήταν ποιητής!

Κι ας επέμενε ο Καστοριάδης: «Ν’ αφήσετε τους τόνους και τα πνεύματα, γιατί αυτοί που τους βάλανε ήξεραν τι κάνανε. Η κατάργησή τους είναι κατάργηση της ορθογραφίας, που αποτελεί καταστροφή της συνέχειας. Ήδη τα παιδιά δεν μπορούν να καταλάβουν Καβάφη, Σεφέρη, Ελύτη, γιατί αυτοί είναι γεμάτοι από τον πλούτο των αρχαίων ελληνικών. Δηλαδή, πάμε να καταστρέψουμε ό,τι χτίσαμε!» Ήταν οπισθοδρομικός αυτός, παρωχημένος!

Κι ας ανέλυε ο Ρένος Αποστολίδης, φιλολογικότατα: «Η ορθογραφία δεν μπορεί παρά να είναι ιστορική, αφού η ορθή γραφή κάθε λέξης ακριβώς [...] εκκαλεί όλο το παρελθόν εμπειρίας, που αιώνες ποικιλοχρησίας συσσώρευσαν μέσα της, δυναμικοποιεί δηλαδή το θησαυρό της σε νόημα και ποιότητες ανεκτίμητες και βοηθεί άρα στο να ξελαμπικάρεται η λέξη διαρκώς, ν’ αναπαρθενεύεται, να γίνεται η σημασία της πολυδύναμη…!»

Πλανιόντουσαν όλοι, κι εμείς, πραγματιστές, προσγειωμένοι, πρακτικοί, βρήκαμε τη λύση! Κι όχι πως ήταν τάχα θέμα ΠΑΣΟΚ. Η δεξιά αντιπολίτευση λούφαζε με μόνη αντιγνωμία τού -κατά φαντασίαν «συγγραφέα» κιόλας!- Αβέρωφ, που ψέλλισε πως: «χρειάζεται μια ειδική μελέτη», παραδεχόμενος όμως πάντως πως «είναι μία απλούστευση, η οποία θα είναι χρήσιμη για την… απλούστευση (sic) των νέων γενεών». Πολύ σωστά: «Για την απλούστευση των νέων γενεών»! Για να τους απλουστεύουμε, να τους διευκολύνουμε, να τους αλαφρύνουμε από το περιττό βάρος της γνώσης, της προσπάθειας, του όλου παραδεδομένου γλωσσικού πλούτου, αφήνοντας αδειανό τον εγκέφαλο για να τον γεμίσουν άμεσα με «πόκεμον» και joystick, με Excel και Word αργότερα. Έτσι, μας ενοχλούσε, λέει, το ιστορικό σύστημα τονισμού, παραήταν σύνθετο, «κούραζε αναίτια τα παιδιά», και το πετάξαμε στα σκουπίδια, χωρίς κανείς να σκεφτεί πως το απλούστερο που υιοθετήθηκε είν’ εξ ορισμού κι ατελέστερο, κι άρα γι’ αδαείς της γλώσσας μόνον, και για τις καθημερινές μας κουβέντες, ούτε για Επιστήμη ούτε για Λογοτεχνία στα σοβαρά ούτε για λόγο «ανεβασμένο» γενικώς, παρά για ομιλούντες μπαμπουίνους…

Μα ήταν πάντα η μεγάλη μάζα των αγραμμάτων, των τεμπέληδων μαθητών και των πεισματωμένων γονιών από τα δικά τους παθήματα από κακούς κι ανέμπνοους δασκάλους, που ποτέ δεν τους είχαν εξηγήσει τι εσήμαινε κάθε σύμβολο, παρά ήξεραν μοναχά να κόβουν βαθμούς με χαιρεκακία για κάθε δασεία που ‘βρισκαν να σου ‘χει ξεφύγει σαν τους τροχαίους της επαρχίας με τα ραντάρ. Κι ήταν και τα συμφέροντα των εκδοτών και των συγκροτημάτων Τύπου που ‘ριχναν τόσο το κόστος της στοιχειοθεσίας και, και, και… Για όλους βολικό!

Και βρισκόμαστε να ‘χουν περάσει 20 χρόνια αποξένωσης από την ιστορική μορφή των λέξεων χωρίς μια επιστημονική μελέτη για το τι σήμαινε γνωστικά αυτή η απώλεια! Και τώρα η απάντηση δεν μας έρχεται από δάσκαλους, με τη συγκομισμένη πείρα της καθημερινής διδακτικής (αλλά και πόσο σπαταλημένη όμως στους λαβύρινθους της περιπτωσιολογίας!), μήτ’ από γλωσσολόγους, μήτ’ από παιδαγωγούς, παρά από τους γιατρούς! Ναι, από ψυχιάτρους και στατιστικολόγους, που μιλάνε με την αδυσώπητη γλώσσα των αριθμών για την «εκδίκηση των τόνων»!

Το βιβλίο των Τσέγκου-Παπαδάκη-Βεκιάρη δεν είναι παρά μια γλαφυρή δημοσίευση (κι απολύτως βατή στον μη εξοικειωμένο αναγνώστη) των αποτελεσμάτων μιας ψυχιατρικής έρευνας πάνω σε 50 παιδιά πρώτης έως τρίτης Δημοτικού, προσεκτικά επιλεγμένα, ώστε ν’ αποτελούν αντιπροσωπευτικό δείγμα πληθυσμού, δίχως καμμία ιδιαιτερότητα, που αφού μετρήθηκαν αναλυτικά μ’ έγκυρες δοκιμασίες (tests) οι ψυχικές τους δεξιότητες, τα μισά απ’ αυτά διδάχτηκαν εθελοντικά Αρχαία και πολυτονικό παράλληλα προς τ’ άλλα τους μαθήματα. Και με το τέλος της χρονιάς ξανάγινε η ίδια αντικειμενική αξιολόγηση των ικανοτήτων τους. Τ’ αποτελέσματα παρουσιάζονται με απόλυτη σαφήνεια σε μόλις δύο σελίδες:

Οι «πολυτονικοί» εμφανίζουν στατιστικώς σημαντική ανοδική διαφορά στη «συναρμολόγηση αντικειμένων», στη «διάκριση γραφημάτων», στη «μνήμη σχημάτων»! Αντιθέτως, οι «μονοτονικοί» παρουσίασαν διαφορά μονάχα στη «μνήμη εικόνων» αλλά… προς τα κάτω! Συμπερασματικά, διαπιστώθηκε ότι η διδασκαλία της ιστορικής ορθογραφίας επιδρά θετικά στις οπτικοαντιληπτικές ικανότητες και λειτουργίες των παιδιών, και μάλιστα στην κρίσιμη ηλικία των 6-9 ετών, όπως αυτές κατεξοχήν αναπτύσσονται. Και γιατί; Η επίδραση αυτή ανάγεται άμεσα στο είδος του ερεθίσματος: όσο πλουσιότερο σε οπτικά σημεία (τόνους και πνεύματα) το γνωστικό αντικείμενο τόσο περισσότερο εξαναγκάζεται σε εστίαση της προσοχής του ο δέκτης κι εξασκείται στην αναγνώρισή τους, αποκτώντας επιπλέον ικανότητα ταχύτερης οφθαλμικής κίνησης και ισχυρότερης συγκέντρωσης. Τα πολλά λόγια βλάπτουν, οι τόνοι όμως ωφελούν!

Όσοι θα ‘θελαν να ερευνήσουν ακριβέστερα το πώς και τι, μπορούν να μελετήσουν τις 50 σελίδες με τους διαφωτιστικότατους πίνακες και τα συγκριτικά διαγράμματα ή να ελέγξουν τη μεθοδολογία της έρευνας. Οι δύο σελίδες ωστόσο των πορισμάτων θα ‘πρεπε να τυπωθούν σε είκοσι ή τριάντα χιλιάδες αντίτυπα και να μοιραστούν σ’ όλους τους εκπαιδευτικούς που διδάσκουν Ελληνικά στα σχολεία, για να ξέρουν πόσο στραβώνει τα παιδιά και η δικιά τους άγνοια πλέον, και να ‘ναι συνυπεύθυνοι με την αβελτηρία τους εφεξής να υψώνουν τη φωνή τους και για θέματα παιδείας καθαρά, κι όχι μόνο για τους μισθούς τους έξω από τα υπουργεία, με τις ντουντούκες!

Θυμάστε που, χρόνια πίσω, κάτι δάσκαλοι του «πρακτικού» ισχυρίζονταν πως ήταν ανώτερο από το «κλασικό» διότι «τα μαθηματικά οξύνουν τον νουν». Κι εμείς κοροϊδεύαμε βέβαια, μα έλα που βρέθηκε επιστημονικά μετρημένο, με τα μαθηματικά τους κιόλας, πως τ’ Αρχαία και η ορθογραφία εντέλει όξυναν περισσότερο τον νουν! Αυτή κι αν είν’ εκδίκηση των τόνων!..

Πέρα όμως από αστεία κι αντεκδικήσεις, χρόνια τώρα ακούγονται τα φληναφήματα διαφόρων πως τάχα «τίποτε δεν χάσαμε με το μονοτονικό» κι «άχρηστες όλες εκείνες οι κουτσουλιές πάνω απ’ τις λέξεις» και «οι αρχαίοι δεν τα ‘χαν, οι Αλεξανδρινοί τα πρόσθεσαν» και «το ποτάμι δεν γυρίζει πίσω» κι άλλα τέτοια επιπόλαια κι αντιεπιστημονικά. Οι αποδείξεις για το τι χάσαμε βρίσκονται μπρος στα μάτια μας. Μήπως ξαναδιαβάζουν κάποιοι στον τοίχο, γραμμένο από αόρατο χέρι, εκείνο «Μανή, θεκέλ, φάρες» που είδε ο τελευταίος Βαβυλώνιος βασιλιάς, σαν έμπαινε κιόλας στις πύλες της πρωτεύουσας του ο Πέρσης που θα τον αφάνιζε κι αυτόν και το θρόνο του;.. «Μετρημένα, ζυγισμένα, διαιρεμένα» -δηλαδή: «τέλειωσες!» τον προειδοποιούσε τότε ο προφήτης. Μήπως δεν χρειαζόμαστε προφήτες πια, παρά μάς αρκούν οι φωνές όσων ξέραν ακόμα να χρησιμοποιούν αυτά τα «σημαδάκια» που μονοκοντυλιά κατάργησαν ανεγκέφαλοι κυβερνώντες, κι αν δεν μπορούν να σκεπάσουν τα μουγκανητά των «αρμοδίων» των υπουργείων όποιας Παιδείας εδώ και μίαν εικοσαετία, είναι πάντως σοβαρότατες και τώρα πια κι επιστημονικά επιβεβαιωμένες, ώστε να υποψιάζουν για το τι επίκειται;

Ασφαλώς το ποτάμι δεν γυρίζει πίσω! Μόνο, συμφορά μας! Θα τρέχουμε για καθαρό νερό από τα νάματά του, αύριο με τον κουβά, μεθαύριο με το κουταλάκι!*

* Ο γράφων υπήρξε παθών του παλιού κακού εκπαιδευτικού συστήματος ως ανορθόγραφος στους τόνους και τα πνεύματα, καθ’ ο ακουστικός τύπος κι όχι οπτικός, και έκλαψε πικρά πάνω σε δασυνόμενες που του ξέφευγαν μονίμως, κι ωστόσο η μάθηση γίνεται μετά λύπης, όπως τό ‘λεγε κι ο Αριστοτέλης, ενώ η «χαρούμενη γνώση» δυστυχώς ακόμα δεν βρέθηκε!

Παρασκευή 12 Δεκεμβρίου 2008

Δεκέμβριος 2008 - Έργα & ημέρες - Ελλάδα

isokratis

...δεν δημιούργησαν μια πολιτεία….που εκπαίδευε τους πολίτες να θεωρούν δημοκρατία την ατιμωρησία, ελευθερία την παρανομία, ισονομία την αναίδεια και ευδαιμονία την εξουσία του καθενός να κάνει ό,τι θέλει, αλλά μια πολιτεία η οποία, δείχνοντας την απέχθειά της για όσους τα έκαναν αυτά και τιμωρώντας τους, έκανε όλους τους πολίτες καλύτερους και πιο σώφρονες...

Ισοκράτης (436 - 338 π.Χ.), Αεροπαγιτικός (7.20)


Παναγιώτης Κονδύλης: "όσα ωφελούν τους ιδιοτελείς προπαγανδίζουν οι αφελείς"

Πέμπτη 28 Αυγούστου 2008

"Η τεχνική και το ιδεώδες", Παναγιώτης Κονδύλης


Γιάννης Σταύρου, Άνθρωπος και δέντρο, λάδι σε καμβά


Μόλις τώρα ανακαλύψαμε ένα άρθρο του Παναγιώτη Κονδύλη με τίτλο "Η τεχνική και το ιδεώδες", στην εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ που είχε δημοσιευτεί στις 7 Ιουνίου 1998, λίγο πριν από τον θάνατό του. Για άλλη μια φορά, η σκέψη αυτού του μοναδικού στοχαστή θα καταδείξει ανεπανάληπτα την εποχή μας. Επιπλέον σχόλια περιττεύουν. Ας χαρούμε το κείμενο του...

Οι νεότερες συζητήσεις περί τεχνικής στρέφονται γύρω από δύο μεγάλα θέματα. Αφενός πρόκειται για τις επιπτώσεις του τεχνικού τρόπου σκέψης και της τεχνικής πράξης πάνω στην «ουσία» ή στην «ανθρωπιά» του ανθρώπου ως προσώπου· αφετέρου πρόκειται για τις συνέπειες των τεχνικών εξελίξεων σε ό,τι αφορά την ανθρωπότητα ως σύνολο, η οποία αυτή τη φορά ­ καθώς ενδιαφέρει η ζωή και η επιβίωσή της ­ θεωρείται ως συλλογική οντότητα και ως βιολογικό είδος.

Πάνω στα δύο αυτά προβλήματα διατυπώθηκαν όλες οι δυνατές αισιόδοξες ή απαισιόδοξες απόψεις και δεν είναι δυνατό να πει κανείς κάτι σχετικά δίχως να επαναλάβει πράγματα ήδη ειπωμένα. Δεν είναι αυτή η πρόθεσή μας. Εμάς ενδιαφέρει περισσότερο η ενδεικτική σημασία του γεγονός ότι κατά τις τελευταίες δεκαετίες το κέντρο βάρους της συζήτησης μετατοπίστηκε από το πρώτο θέμα στο δεύτερο. Ασφαλώς τα δύο θέματα διασταυρώνονται σε ουσιώδη σημεία, προπαντός αν κάποιος, σκεπτόμενος με το πνεύμα της ανθρωπιστικής παράδοσης, πιστεύει ότι η επιβίωση είναι δυνατή και εύλογη μονάχα ως ηθικά αγαθός βίος. Ωστόσο η διαφορά ανάμεσα στις δύο προβληματικές παραμένει εννοιολογικά σαφής και μεθοδικά χρήσιμη. Και η μετάβαση από το ιδεώδες της ολόπλευρης προσωπικότητας στο ιδεώδες της συλλογικής επιβίωσης σημαδεύει μια βαθιά ιστορική τομή.

Η αύξουσα απόσταση ανάμεσα στην ανθρωπιστική και στην τεχνική παιδεία αποτυπώθηκε κατά τη δεκαετία του 1960 στη γνωστή ρήση για τις «δύο κουλτούρες». Η ρήση αυτή γεννούσε την εντύπωση ότι δύο περίπου ισοδύναμες τάσεις αναμετριούνται και η έκβαση της αναμέτρησης παραμένει ανοιχτή. Η τέτοια εντύπωση ήταν απατηλή. Η ραγδαία ανάπτυξη της τεχνικής μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο είχε προδιαγράψει την κατάρρευση της ανθρωπιστικής παιδείας και μόνο η επήρεια του νόμου της αδρανείας διασφάλιζε τη σχετικά μακρά επιβίωση του αστικού πνεύματος μέσα στον κόσμο της μαζικής δημοκρατίας. Ετσι η κατάρρευση πήρε τη μορφή ανώδυνου θανάτου, τον οποίο ακολούθησε μια πολυτελής κηδεία. Ακριβώς όταν πρωτοδιατυπώθηκε η παραπάνω ρήση, η ανθρωπιστική παιδεία έχανε την τελευταία της μάχη ενάντια στις ενωμένες δυνάμεις της πολιτισμικής επανάστασης και της οικονομίας, οι οποίες, παρά την αντίθεσή τους, ασπάζονταν από κοινού το σύνθημα ότι η παιδεία πρέπει να τεθεί στην υπηρεσία της «πράξης» και της «κοινωνίας». Με τις λέξεις αυτές η κάθε πλευρά εννοούσε βέβαια κάτι διαφορετικό. Δεν ήταν δύσκολο όμως να προβλέψει κανείς τίνος η ερμηνεία θα επικρατούσε.

Αισθητική του παλιατζίδικου

Ωστόσο η πολιτισμική επανάσταση της δεκαετίας του 1960 και του 1970 προχώρησε ακόμη περισσότερο. Υιοθέτησε βασικά μοτίβα της παλαιότερης καλλιτεχνικής avant-garde και προλείανε τον δρόμο του «μεταμοντερνισμού» γκρεμίζοντας τις ιεραρχίες του ανθρωπιστικού παιδευτικού κανόνα και νομιμοποιώντας ό,τι πριν φαινόταν καθημερινό ή τετριμμένο μέσω της σουρεαλιστικής «αισθητικής του παλιατζίδικου». Παράλληλα αποσυντέθηκε το ιδεώδες της προσωπικότητας που θεμελιωνόταν στις ιεραρχίες αυτές, κάνοντας τόπο στην αντίληψη ενός ρευστού εγώ, ανοιχτού σε όλες τις δυνατότητες της «αυτοπραγμάτωσης». Η πρόθεση ήταν χειραφετητική, όμως το χειροπιαστό αποτέλεσμα ήταν η διαμόρφωση και ενίσχυση των πνευματικών στάσεων οι οποίες συνυφαίνονται με τη λειτουργία μιας μαζικής δημοκρατίας, στηριζόμενης στη μαζική παραγωγή και στη μαζική κατανάλωση.

Η αντίθεση ανάμεσα στις «δύο κουλτούρες», υπό την έννοια δύο διαφορετικών παιδευτικών ιδεωδών, διευθετήθηκε έτσι από μόνη της, μολονότι όσοι τράφηκαν με την ανθρωπιστική παιδεία το κατάλαβαν αυτό πολύ αργά και πολύ απρόθυμα. Τη δραστική τούτη λύση την επέβαλαν αντικειμενικοί λόγοι και όχι π.χ. η πρωταρχική και αθεράπευτη ασυμβιβασία της ανθρωπιστικής παιδείας με την τεχνική καθ' εαυτήν. Μέσα στην αστική - ανθρωπιστική ιεραρχία των πνευματικών αξιών η επιστήμη κατείχε υψηλότατη θέση, στενά δεμένη μαζί της ήταν η τεχνική, και ο μεγάλος τεχνικός ­ είτε ως μοναχικός εφευρέτης είτε ως δαμαστής των φυσικών δυνάμεων για οικονομικούς σκοπούς ­ πρόβαλλε ως νέος Προμηθέας μέσα στο πάνθεο των μεγάλων ατόμων, δίπλα στον καλλιτέχνη και στον φιλόσοφο. Ηταν και ο ίδιος αδρή ενσάρκωση του αστικού ιδεώδους της προσωπικότητας και η εργασία του όφειλε να δημιουργήσει τις υλικές προϋποθέσεις για την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας εν γένει. Ωστε η τεχνική όφειλε να υπηρετήσει την ανάπτυξη εκείνου το οποίο θεωρούσε κανείς ως άξιο να αναπτυχθεί με βάση το ανθρωπιστικό ιδεώδες της προσωπικότητας.

Αυτή ήταν η αστικοφιλελεύθερη σύνθεση τεχνικής και ανθρωπισμού και η μαρξιστική ουτοπία μιας εκτεχνικευμένης κοινωνίας ελεύθερων ολόπλευρων ατόμων δεν ήταν παρά η εσχατολογική εκδοχή τούτης της σύνθεσης. Την τεχνική δεν τη θεωρούσαν ως ύβριν ο αστός ή ο ανθρωπιστής, παρά τη μομφή αυτή τη διατύπωσαν πρώτοι οι πατριαρχικοί αριστοκράτες μεγαλογαιοκτήμονες και οι εκπρόσωποι του κλασικού συντηρητισμού, τον κόσμο των οποίων τον σάρωσε η δεύτερη βιομηχανική επανάσταση. Μεταγενέστεροι εχθροί του φιλελευθερισμού υποστήριξαν, αντίθετα, ότι η τεχνική πρέπει να κατανοηθεί μάλλον ως ειμαρμένη παρά ως ύβρις και ότι η κατάφαση αυτής της ειμαρμένης, πέραν ανθρωπιστικών ελπίδων ή συντηρητικών αρών, θα μπορούσε να καταστήσει τον «Εργάτη» (Jünger) ή τους «Καίσαρες της Βιομηχανίας» (Spengler) ικανούς για μεγάλα ιστορικά επιτεύγματα.

«Δεξιά» και «αριστερά» καταφύγια

Μετά την αποσύνθεση του κλασικού συντηρητισμού η μομφή της ύβρεως παραχείμασε σε διάφορα «δεξιά» και «αριστερά» καταφύγια. Εγινε και πάλι επίκαιρη όταν ο ανταγωνισμός ανάμεσα στις «δύο κουλτούρες» έληξε λόγω ατροφίας της μιας τους και όταν το ζήτημα της τεχνικής άρχισε πλέον να εξετάζεται όχι στην ατομικιστική προοπτική του ανθρωπιστικού παιδευτικού ιδεώδους αλλά κυρίως σε συνάρτηση με τη συλλογική επιβίωση. Η στροφή αυτή απέρρευσε από έναν διπλό φόβο: τον φόβο μπροστά σε έναν ατομικό πόλεμο και σε μιαν οικολογική κατάρρευση. Και στις δύο περιπτώσεις το παράδοξο είναι ότι όσο μεγαλώνει ο φόβος τόσο πιο απαραίτητη γίνεται η τεχνική, έτσι ώστε αποκλείεται η επιστροφή σε συνθήκες όπου θα έλειπαν όσοι κίνδυνοι γέννησε ακριβώς η τεχνική. Η ύπαρξη των ατομικών όπλων εξανάγκασε καθ' εαυτήν τους πρωταγωνιστές του Ψυχρού Πολέμου να διευρύνουν και να τελειοποιήσουν τα οπλοστάσιά τους ήδη προκειμένου να διαθέτουν δυνατότητα αποτροπής. Η πιθανότητα και η καταστροφικότητα ενός ατομικού πολέμου αυξανόταν παράλληλα με την προσπάθεια της αποτροπής, δηλαδή της παρεμπόδισης του πολέμου διά μέσου επιπρόσθετης τεχνικής προόδου. Ο φαύλος κύκλος τερματίστηκε όχι από την εσωτερική λογική αυτής της κατάστασης αλλά από εξωτερικούς παράγοντες, οι οποίοι εξανάγκασαν σε υποχώρηση τον έναν από τους δύο ανταγωνιστές.

Πολύ λιγότερο πρέπει να αναμένεται η επέμβαση του από μηχανής θεού στον οικολογικό τομέα. Αν εδώ υπάρχει πράγματι κάποια διέξοδος, αυτή είναι ότι η τεχνική θα εξουδετερώσει η ίδια τις ανεπιθύμητες παρενέργειές της. Παράγει όμως αυτές τις παρενέργειες ακριβώς επειδή η αναπαραγωγή της κοινωνικής ζωής εξαρτάται όλο και περισσότερο από τεχνικές διαδικασίες και εξελίξεις. Ακόμη και οι σφοδρότεροι κατήγοροι της σύγχρονης τεχνικής δεν θα μπορέσουν να αμφισβητήσουν ότι χωρίς υψηλή εκτεχνίκευση θα κατέρρεε ο ανεφοδιασμός των σημερινών μαζικών κοινωνιών. Ηδη η διατροφή έξι (και αύριο οχτώ ή δέκα) δισεκατομμυρίων ανθρώπων καθιστά αναπόδραστες εκτεταμένες τεχνικές επεμβάσεις στη φύση και η οικολογική επιβάρυνση θα αυξηθεί αναγκαστικά στον βαθμό που οι παγκόσμιες καταναλωτικές προσδοκίες θα προσανατολισθούν στο δυτικό πρότυπο. Ο φόβος μπροστά στις συνέπειες της τεχνικής και οι τεχνικές ανάγκες της κοινωνίας αυξάνονται παράλληλα, ενώ τόσο ο φόβος όσο και οι ανάγκες ανάγονται σε υπαρξιακά - βιολογικά αίτια.

Δεν ενδείκνυται πάντοτε να κάνει κανείς την ανάγκη φιλοτιμία, συχνά όμως το απαιτούν οι εκάστοτε ιδεολογικές ανάγκες. Σύμφωνα με τον τρόπο με τον οποίο η σημερινή Δύση κατανοεί και νομιμοποιεί τον εαυτό της, η τεχνική δεν είναι απλώς κάτι κοινωνικά απαραίτητο αλλά επιπλέον συνδέεται και με το δυτικό ιδεώδες περί ελευθερίας. Αφενός αποτελεί, όπως λέγεται, δημιούργημα και συνάμα επιβεβαίωση της ορθολογικότητας εκείνης, η οποία προστατεύει τα πνεύματα από τη σκοταδιστική «μεταφυσική», επομένως ενισχύει πραγματιστικές ή ανεκτικές στάσεις και έτσι εδραιώνει την πλουραλιστική δημοκρατία. Αφετέρου η τεχνική συναρτάται με ένα άλλο έρεισμα της δημοκρατίας, την ελεύθερη οικονομία. Γιατί η τελευταία χρειάζεται οπωσδήποτε την τεχνική πρόοδο και την προωθεί αδιάκοπα μέσω του ανταγωνισμού των επιχειρήσεων.

Αντιδημοκρατικός ανορθολογισμός

Τούτη η άκρως γενναιόδωρη σύνδεση της τεχνικής με μιαν ορθολογικότητα, η οποία τάχα υπηρετεί την ελευθερία, συμβάλλει ασφαλώς στην καθησύχαση των υπαρξιακών φόβων και γεννά το παρήγορο αίσθημα ότι τουλάχιστο κάνει κανείς ό,τι είναι πολιτικά και ηθικά ορθό, έστω και αν δεν γνωρίζει πού μας οδηγεί αυτό το ορθό. Αν δεν υπεισερχόταν ο ιδεολογικός - ψυχολογικός παράγοντας, θα ήσαν ηπιότερες οι μομφές που διατυπώνουν οι φύλακες της political correctness εναντίον της «εχθρότητας προς την τεχνική» ως έκφρασης ενός αντιδημοκρατικού ανορθολογισμού.

Οι μομφές αυτές γίνονται τόσο σφοδρότερες όσο περισσότερο απειλεί να διαφύγει κάθε ελέγχου ο φόβος που συνεχίζει να υπάρχει πίσω από τις καθησυχάσεις και τις παρηγόριες.

Βέβαια, παρά τις ιδεολογικές υπερασπίσεις της τεχνικής, το γόητρό της έχει μειωθεί στα τελευταία 20 χρόνια. Πρακτικά αποφασιστικό παραμένει ωστόσο το γεγονός ότι κανείς δεν έχει να προτείνει μια ρεαλιστική εναλλακτική λύση προς την τεχνική πρόοδο. Οσο καθαρότερα διαγράφεται πίσω από τον Προμηθέα ο μαθητευόμενος μάγος τόσο εντείνεται η εξάρτηση από τις εμπνεύσεις του. Εμπιστεύεται κανείς την τύχη του στην τεχνική χωρίς να την εγκωμιάζει και χωρίς να υπερβαίνει ολοκληρωτικά μιαν εσωτερική δυσπιστία. Οι πλείστοι άνθρωποι στις δυτικές κοινωνίες, αν καθόλου στοχάζονται πάνω σε τέτοια ζητήματα, ελπίζουν προφανώς ότι η τεχνική θα βρει εγκαίρως τις απαιτούμενες λύσεις. Η ελπίδα ως μορφή παραίτησης μοιάζει η ψυχολογικά προσφορότερη διέξοδος, όταν θέλει κανείς να αποφύγει μορφές παραίτησης πολύ χειρότερες.

Ετσι κι αλλιώς δεν υπάρχουν πολλές δυνατότητες επιλογής. Αν η τεχνική συνθηκολογήσει σε παγκόσμιο επίπεδο μπροστά στη δημογραφική και στην οικολογική επιβάρυνση, τότε σίγουρα μας περιμένει ο κανιβαλισμός. Υπ' αυτήν την έννοια ο ανθρωπισμός συνεχίζει να εξαρτάται από την τεχνική. Αλλά ένας ανθρωπισμός ο οποίος με τα νώτα στον τοίχο αγωνίζεται ίσα ίσα για να αποφευχθούν οι χείριστες καταστροφές και να διασωθεί η βιολογική ουσία του είδους «άνθρωπος» είναι γι' αυτόν και μόνο τον λόγο ένας κολοβωμένος ανθρωπισμός. Το αστικοφιλελεύθερο ανθρωπιστικό ιδεώδες κατέρρευσε εξαιτίας της τεχνικής προόδου, η οποία κατέστησε δυνατή τη μετάβαση στη μαζική δημοκρατία της μαζικής παραγωγής και της μαζικής κατανάλωσης. Αν παρ' όλ' αυτά η τεχνική παραμένει ο έσχατος φύλακας του ανθρωπισμού, ο λόγος είναι ότι στο μεταξύ άλλαξε ριζικά η σημασία του τελευταίου.

Παρασκευή 25 Ιουλίου 2008

Θεσσαλονίκη: περί της αισθητικής των πόλεων...


Γιάννης Σταύρου, Στο λιμάνι (λεπτομέρεια)

Από συνέντευξη του Γιάννη Σταύρου στην εφημερίδα ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ, με αφορμή τις τελευταίες δημοτικές εκλογές…

____________________________________________

“…Τα δημοσιογραφικά ερωτήματα αφορούν “προοδευτικούς” ανθρώπους, στους οποίους δεν ανήκω, οπότε θάχετε μιάν αρνητική ίσως θέση – απάντηση.

Οι περισσότεροι χαίρονται όταν μια ανθρώπινη κοινότητα, μια πόλη δηλαδή, μεγαλώνει. Εγώ δυστυχώς είμαι από αυτούς που θλίβονται. Γεννήθηκα και μεγάλωσα στο κέντρο αυτής της Θεσσαλονίκης του ’50, που αν μη τι άλλο, είχε μόνο προβλήματα. Χωματόδρομοι, λάσπη στα παπούτσια, αποχετεύσεις βομβαρδισμένες, βρωμόνερα και λερωμένο χιόνι τον χειμώνα, σκόνη που σε τύφλωνε με τον καλοκαιρινό βαρδάρη. Ομίχλη, αναδουλειές, φτώχια και σχετική πάντα μιζέρια.

Από τότε πολλά άλλαξαν. Μια έντιμη γνώμη είναι ότι πρόκειται για μια άλλη πόλη σήμερα. Εξελιγμένη! Βέβαια αυτή η εξέλιξη είναι στα μέτρα του σύγχρονου Έλληνα με τον οποίο διαφωνώ κάθετα, με αποτέλεσμα να εμμένω σε ρομαντικές αντιδραστικές ίσως θέσεις, που καθόλου δεν υπηρετούν το λαϊκό φρόνημα και τις ανάγκες του. Με δυο λόγια, αγάπησα την πόλη που γεννήθηκα, δέθηκα με την ανεπανάληπτη εικόνα και την καθημερινότητα της, αγάπησα αυτό που ήταν και όχι αυτό που γίνεται. Ίσως τελικά, τη φτώχεια και την αξιοπρέπεια της. Ποτέ δεν ένοιωσα αυτή την ψυχολογική μείωση απέναντι στην Αθήνα γιατί η πόλη που μεγάλωσα δεν με έκανε να νιώθω επαρχιώτη.

Αυτά! Θα σκέφτεστε βέβαια ότι χάνω την επαφή με την πραγματικότητα και απαντώ άλλα αντ’ άλλων. Καθόλου σας διαβεβαιώ! Απλά διαφωνώ. Όσο για το τι θα πρότεινα, σε σχέση με τις δημοτικές πρωτοβουλίες, και το, ποιοί θ’αναλάβουν να συνεχίσουν αυτά τα θεάρεστα έργα που θα βοηθήσουν την πόλη, ο κατάλογος μου είναι μακρύς και αντιφατικός. Είμαι κατ’αρχήν σίγουρος ότι δεν αλλάζουν τα πράγματα, αλλάζουν τα πρόσωπα και όχι πάντα. Τα πρόσωπα που ψηφίζει ο λαός προτείνονται από τα κόμματα, ανήκουν σ’αυτά, άρα αυτόματα είναι άτομα μειωμένης αντίληψης και αποδοτικότητας. Θα εφαρμόσουν όλες τις πρακτικές τους σύμφωνα με τις κομματικές επιλογές κι αντιλήψεις, άρα αντίθετες με την φαντασία, την επινοητικότητα, την αισθητική. Από την άλλη είναι μακράν κάθε πρακτικής και ας εμφανίζονται ως πρακτικιστές. Για να μη σας κουράζω, τόποι που διοικούνται από κάθε είδους πλειοψηφείες, με αφήνουν παγερά αδιάφορο, οπότε και οι εξελίξεις που συμβαίνουν επίσης…”