t


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες

Κυριακή, 28 Φεβρουαρίου 2010

Σχόλια & σύγχρονοι ζωγράφοι, ζωγράφική: ως περιέργου τύπου του γένους των διπόδων...

Λογοτεχνία & σύγχρονοι έλληνες ζωγράφοι, ζωγραφική


Γιάννης Στάυρου, Δέντρο στον Υμηττό, λάδι σε καμβά

Πάντα χαριτωμένος και οξυδερκέστατος ο Ροίδης...

Απολαύστε τις απόψεις του περί ανθρώπινης ευτυχίας...

Εμμανουήλ Ροίδης

O Aγιοπετρίτης

Αι ιδέαι ημών περί ευτυχίας φαίνονται μεταβαλλόμεναι μετά της ηλικίας. Ο άνθρωπος, τον οποίον κατήντησα κατά το γήρας μου να θεωρώ ως τον ευτυχέστατον των επί της γης θνητών, ουδενός μοι εφάνη άξιος εξαιρετικού μακαρισμού, ότε συνέβη νέος ων να τον συναντήσω. Ενεχαράχθη μεν η εικών αυτού εν τη μνήμη μου ανεξαλείπτως ως περιέργου τύπου του γένους των διπόδων, απτέρων και πλατωνύχων ζώων, ως ωνόμαζεν ο Πλάτων τους ανθρώπους, αλλά μετ' ουδενός συνεδέετο αισθήματος φθόνου της επιγείου τύχης του, την οποίαν δεν ηδυνάμην τότε να φαντασθώ πολύ διαφέρουσαν της των προβάτων και των αροτήρων βοών, ίνα μη είπω των οστρειδίων και των σπόγγων.
Την άνοιξιν του έτους 1864 σπεύδων να φέρω εις πέρας ικανώς γνωστόν νεανικόν μου πόνημα, το οποίον δεν μοι είναι ευχάριστον να μνημονεύσω, έτυχε να λάβω ανάγκην μεσαιωνικών τινων τόμων, μη υπαρχόντων ούτε εν τη δημοσία ούτε εν ουδεμιά άλλη εν Αθήναις βιβλιοθήκη. Εσκέφθην να κομίσω αυτούς εξ Ευρώπης και ανεδίφησα τους τιμοκαταλόγους των παλαιοπωλών, αλλά τα βιβλία ταύτα ήσαν μάλλον ακριβά. Οικονομικώτερον λοιπόν και βεβαίως διασκεδαστικώτερον μοι εφάνη να εκπηδήσω προς αναζήτησιν αυτών εις την πλησιεστάτην ευρωπαϊκήν βιβλιοθήκην. Τοιαύτη ήτο η της Νεαπόλεως. Εκεί εύρον όσα εζήτουν πλην της απαραιτήτως εις εμέ αναγκαίας ιστορικής πραγματείας του Σπαγχάιμ, του διηγουμένου πράγματα εκπληκτικά και απίστευτα περί του Πάπα Ιωάννου του ογδόου. «Το σύγγραμμα τούτο δεν έχομεν ημείς, μοι απήντησεν ο βιβλιοφύλαξ, αλλά γνωρίζω ότι υπάρχει αντίτυπον αυτού εν τη ιδιαιτέρα βιβλιοθήκη του Σεμιναρίου του Αγ. Πέτρου. Πολύ όμως αμφιβάλλω αν θα σας επιτραπή να εξετάσητε αυτό».
Αφού διέπλευσα πέλαγος προς αναζήτησιν της μονογραφίας ταύτης, άδικον θα ήτο να φεισθώ ωρών τινων σιδηροδρομικής πορείας. Την μεθεπιούσαν ευρισκόμην εις μίαν των αυλών του Αγ. Πέτρου αναζητών την είσοδον του Σεμιναρίου, φιλόφρων δέ τις ρασοφόρος ευηρεστήθη να με οδηγήση εις το κατάλυμα του θυρωρού της ιερατικής σχολής. Ούτος ήτο σεβάσμιος πρεσβύτης, φέρων στακτόχρουν εκ χονδρού υφάσματος επενδύτην σχήματος κάπως μεσαιωνικού, εξ ίσου αρχαϊκάς μαλλίνας περικνημίδας και πόρπας εκ χάλυβος εις τα υποδήματα στιλπνάς και μεγάλας, οίας εφόρουν των προπάππων του οι πατέρες. Αλλά πολύ μάλλον της ενδυμασίας είλκυσε την προσοχήν μου η έκφρασις του προσώπου του. Εν αυτή εικονίζετο ποσόν ηρέμου μακαριότητος, όσον παρ' ουδενί άλλω ανθρώπω έτυχέ ποτε να θαυμάσω. Παροιμιώδης κατήντησεν η έκφρασις υπερανθρώπου γαλήνης, ην κατώρθωνον οι αρχαίοι γλύπται να μεταδώσωσιν εις των θεών την φυσιογνωμίαν, αλλ' έτι πληρεστέρα μ' εφάνη του γέροντος εκείνου θυρωρού η αποξένωσις από πάσης δυναμένης να ταράξη την ηρεμίαν των θνητών συγκινήσεως. Εκ πρώτης όψεως ηδύνατό τις να μαντεύση, ότι ουδέποτε ο άνθρωπος εκείνος έτυχε να κλαύση ή να γελάση, ουδ' ηδύνατο να εννοήση πώς κατώρθωσεν ο χρόνος να σκάψη επί του μαρμαρίνου προσώπου του ρυτίδας. Ότε εισήλθον, εκράτει επί των γονάτων μικρόν ερίφιον, μετά του οποίου εφαίνετο φιλικώς συνδιαλεγόμενος, αφού δε επληροφορήθη ότι επεθύμουν να εισαχθώ εις το αρχείον του Σεμιναρίου, ηγέρθη βραδέως, απέθεσεν ηρέμα το εύμορφον ζώον επί του τάπητος, αφού ησπάσθη αυτό δις, και είτα δια βραδείας μελωδικής φωνής: «Αναβαίνω, είπε, να ίδω αν ο οσιώτατος αρχειοφύλαξ είναι επάνω. Περιμείνατε, παρακαλώ, ολίγα λεπτά». Το δωμάτιον όπου ευρισκόμην ωμοίαζε κελλίον ασκητού. Μόνον αυτού κόσμημα ήσαν αι επί του τοίχου λιθογραφίαι ενδόξων Παπών και ρήσεις των πατέρων της Εκκλησίας εντός πλαισίων εκ χρυσοχάρτου. Το κελλίον εκοινώνει δι' ανοικτής θύρας προς κήπον, εις τον οποίον μετέβην όπως αναμείνω του θυρωρού την επιστροφήν. Το περιβόλιον τούτο πολύ απείχε της κλασσικής λαμπρότητος των περιωνύμων βατικανείων κήπων και εφαίνετο από πολλού εγκαταλειφθέν υπό των κηπουρών εις μόνης της φύσεως την πρόνοιαν. Ούτε σκιάδας έβλεπέ τις εν αυτώ, ούτε πίδακας, ούτε άγαλμα κανέν, ουδ' άνθη διακρινόμενα δια την χροιάν ή την ευωδίαν, αλλά μόνον αγριάνθεμα, μολόχας, μαργαρίτας, παπαρούνας, φασκόμηλα χόρτον δύο πόδας υψηλόν και πολλάς πορτοκαλέας βριθούσας καρπών, μη αξιουμένων, ως φαίνεται, συλλογής, διότι έστιζε την περί τα δένδρα χλόην πλήθος ερυθροχρύσων σφαιρών. Οι ορίζοντες τον κήπον τοίχοι εκαλύπτοντο μέχρι της κορυφής υπό αιγοκλημάτων και εις γωνίαν τινά αυτού ανέβλυζεν ηρέμα βρύσις σιωπηλή ως η του Σιλωάμ περικυκλουμένη υπό καρδάμων και άλλων φιλύδρων φυτών. Πάντα ταύτα μετέδιδον εις το ακτένιστον εκείνο κηπάριον χροιάν αγροτικήν και ερημικήν εκπλήττουσαν κάπως τον θεατήν, μη αναμένοντα να εύρη γωνίαν Σκήτης ή Θηβαΐδος παρά το πολυθόρυβον ανάκτορον του πολυπράγμονος Πίου του ενάτου.
Τους ρεμβασμούς τούτους διέκοψεν η επιστροφή του θυρωρού ακολουθουμένου υπό του αχωρίστου αυτού εριφίου, όστις χωρίς να βιάζεται μοι ανήγγειλε δια της αυτής φωνής ιεροψάλτου, ότι ο σεβασμιώτατος αρχειοφύλαξ εξυρίζετο και μόνον μετά ημίσειαν ώραν θα μετέβαινεν εις το αρχείον. «Δύναμαι, ηρώτησα, να περιμείνω εδώ;» ―«Μάλιστα, κύριε», και ταύτα λέγων μοι προσέφερε πορτοκάλιον ξινώτερον λεμονίου. Μη δυνάμενος να επαινέσω την ποιότητα του καρπού συνεχάρην αυτόν δια την ωραιότητα των δασυφύλλων πορτοκαλεών. ―«Τας εφύτευσα, μοι είπεν, εγώ προ πεντήκοντα τεσσάρων ετών, είμαι ο αρχαιότατος 'Αγιοπετρίτης'».
Η λέξις αύτη είναι αμετάφραστος εις άλλην γλώσσαν. Sampietrini ονομάζονται εν Ρώμη ιδιαιτέρα τις τάξις ανθρώπων, μόνον έργον εχόντων να εξυπηρετώσι, να καθαρίζωσι και να στολίζωσι κατά τας εορτάς τον αχανή ναόν του Αγ. Πέτρου και τα απειράριθμα αυτού θυσιαστήρια. Ούτοι δύνανται να θεωρηθώσιν αποτελούντες ως και τα αγάλματα αναπόσπαστον μέρος του πολυδαιδάλου τούτου εκκλησιαστικού λαβυρίνθου. Πολλοί εξ αυτών έζησαν και απέθαναν χωρίς να εξέλθωσι του ιερού περιβόλου. Τοιούτος ήτο και ο μετ' εμού διαλεγόμενος μακάριος θυρωρός.
― Ο πατήρ μoυ, μοι είπεν, ήτο Αγιοπετρίτης, επιμελητής του μεγάλου πoλυελαίoυ, και η μήτηρ μου Αγιοπετρίτισσα σαρώτρια του τάφου του Πάπα Παύλου Βοργέζη. Ο Άγιος Πέτρος είναι ο πατρικός μου οίκος.
― Αλλ' υποθέτω ότι εξήλθες ενίοτε εξ αυτού;
― Ουδέποτε. Πού θέλετε να υπάγω;
― Πώς! Δεν γνωρίζεις την Ρώμην;
― Την βλέπω εκ της κορυφής του μεσαίου θόλου. Φαίνεται πολύ καλά, ως και τα περίχωρα της πόλεως. Διατί λοιπόν να μετακινηθώ, αφού έχω εδώ πάντα όσα δύναται η καρδία μου να επιθυμήση; Διάγω βίον Σεραφείμ. Ακούω κατά πάσαν πρωίαν την λειτουργίαν. Βλέπω εξερχομένας όλας τας λιτανείας· παρευρίσκομαι εις μεγαλοπρεπείς τελετάς και λαμπράς κατά την Μεγάλην Εβδομάδα φωτοχυσίας, ακούω περίφημον μουσικήν και παρίσταμαι συχνότατα εις την διάβασιν του Πάπα· ούτος γνωρίζει το όνομά μου, μοι δίδει πάντοτε την ευλογίαν του και ενίοτε δύο ή τρία τάληρα, τα οποία δεν ηξεύρω τί να κάμω, αφού με τρέφει εκ των περισσευμάτων της τραπέζης του και κατά τα Ιωβηλαία μοι δίδει ο άγιος άνθρωπος νέαν ενδυμασίαν.
― Και δεν επιθυμείς, ηρώτησα, τίποτε άλλο;
― Επιθυμώ ως όλος ο κόσμος να υπάγω εις τον Παράδεισον και ελπίζω ότι θέλει εκπληρωθή ο πόθος μου, αφού ο παναγιώτατος Πάπας με υπεσχέθη να τελέση ο ίδιος λειτουργίαν υπέρ της ψυχής μου κατά την ημέραν του θανάτου μου. Και εις την ανάμνησιν της υποσχέσεως εκείνης υγραίνοντο εξ ευγνωμοσύνης οι οφθαλμοί του και έτι μεγαλητέρα εικονίζετο επί του προσώπου του μακαριότης, ως αν υπό το κράτος ουρανίας εκστάσεως έβλεπε την ψυχήν του πτερυγίζουσαν ήδη προς τας μακαρίους μονάς.
Το κατ' εμέ ομολογώ ότι κάπως με συνεκίνησε και έτι μάλλον μ' εξέπληξεν η τελεία αύτη αποξένωσις από πάσης φιλοδοξίας και παντός επιγείου πόθου, εκδηλουμένη τόσον πλησίον της αυλής του Βατικανού, του τεραστίου τούτου λέβητος, όπου κοχλάζουσιν ακοιμήτως τα αγριώτατα ιερατικά πάθη, η ακόρεστος φιλαρχία, ο δόλος, η ραδιουργία και η άσβεστος δίψα προαγωγής, όπου και αυτοί οι κανδηλανάπται βλέπουσι καθ' ύπνους ουχί τον παράδεισον, αλλά μίτραν επισκόπου ή πορφύραν καρδιναλίου. Ολιγώτερον ίσως της ανακαλύψεως απλοϊκής πίστεως και ταπεινής μακαριότητος εν τω περιβόλω του Βατικανού θα με εξέπλησσεν η απροσδόκητος συνάντησις φοίνικος εν Σιβηρία ή χλοεράς εν Αττική κοιλάδος.
Την συνέντευξιν διέκοψεν η προσέλευσις νεαρού και χαριεστάτου αββά εν ιοχρόω στολή καταβάντος, όπως μοι αναγγείλη ότι ηδυνάμην ήδη ν' ανέλθω εις το αρχείον. Αγνοώ διατί ονομάζεται αρχείον, ενώ πράγματι ουδέν άλλο είναι ή πλουσία αλλ' έρημος κατά την ώραν εκείνην βιβλιοθήκη. Οι δύο οσιώτατοι φύλακες με υπεδέχθησαν μετά του ρωμαϊκού εκείνου μειδιάματος, του οποίου απέβη παροιμιώδης απανταχού της γης η ευπροσηγορία και η γλυκύτης. Αλλ' ότε παρεκάλεσα να μοι επιτραπή να λάβω σημειώσεις εκ της διατριβής του Σπαγχάιμ, συνωφρυώθησαν, αντήλλαξαν ταχύ βλέμμα προς αλλήλους, ο δε νεώτερος, αφού υπεκρίθη ότι ερευνά τον κατάλογον, μοι απήντησε «μετά βαθυτάτης λύπης» ότι η διατριβή αύτη δεν ευρίσκεται ούτε εν τη Βιβλιοθήκη του Σεμιναρίου ούτε εν τη Βατικανείω. Καίτοι εγνώριζον ότι υπάρχει, απρεπές εθεώρησα να φανώ δυσπιστών εις τους λόγους των ευγενεστάτων εκείνων κληρικών, οίτινες άλλως ουδεμίαν είχον υποχρέωσιν να μοι ανακοινώσωσιν όσα δεν εθεώρουν συντελούντα προς αύξησιν της δόξης της Aγίας έδρας. Όπως μη φανώ δυσαρεστηθείς εκ της αρνήσεως, παρέμεινα παρ' αυτοίς επί ημίσειαν ακόμη ώραν, υποκρινόμενος ότι θαυμάζω τας επιδειχθείσας μοι εικόνας προραφαηλιτών ζωγράφων, τας πολύ ομοιαζούσας τας ημετέρας βυζαντινάς μαυρογραφίας.
Καταβαίνων εκ του αρχείου επανεύρον τον θυρωρόν περιπατούντα βραδέως και μεγαλοπρεπώς εν τω κήπω του, μεθ' όσης ο Αδάμ προ του αμαρτήματος εν τω κήπω της Εδέμ μακαριότητος, συγχρόνως δε απήγγελλε στροφήν του γνωστού λατινοβαρβάρου καλογηρικού χαιρετισμού:
Fac me vere tecum stere
Iuxta crucem tecum stare.
Fac ut portem Christi mortem
Passionis fac consortem.
Εκ διαλειμμάτων διέκοπτε τον περίπατον και την απαγγελίαν, όπως αποσπάση ξηρά τινα φύλλα στίζοντα δια κιτρίνης κηλίδος την κόμην των πορτοκαλεών. Την ασχολίαν ταύτην εθεώρησα πρέπον να διακόψω, όπως τον ευχαριστήσω και τον αποχαιρετίσω. Ούτος μοι απέδωκεν ευπροσηγόρως το φιλοφρόνημα, αλλ' ουδεμίαν έδειξε προθυμίαν να επαναλάβη την διακοπείσαν συνδιάλεξιν. Εφαίνετο ήδη λησμονήσας με, η δε αλήθεια είναι ότι η επίσκεψίς μου επροξένησεν εις αυτόν πολύ μικροτέραν εντύπωσιν ή κίτρινον στίγμα επί του χλοερού φυλλώματος πορτοκαλέας.
Η φυσιογνωμία του αγαθού τούτου Αγιοπετρίτου παρέμεινεν, ως είπον, εν τη μνήμη μου ανεξάλειπτος, εφ' όσον δε γηράσκω, τοσούτον μάλλον κλίνω να πιστεύσω ότι ούτος είναι πράγματι ο ευτυχέστατος εξ όσων συνήντησα επί της γης ανθρώπων. Τούτον ουδεμία φαίνεται πληγώσασα εκ των ακανθών, δι' ων ο πανάγαθος Θεός εθεώρησε πρέπον (δεν ηξεύρω διατί) να στρώση την επίγειον ημών πορείαν. Ου μόνον ουδέποτε ησθάνθη ουδ' ήτο επιδεκτικός να αισθανθή οξείαν λύπην, αλλ' ουδέ δύναται η ευτυχία του να θεωρηθή εγκειμένη εις μόνην την απουσίαν πάσης οδύνης, αφού πιστεύει ακραδάντως ότι κατέχει πάντα όσα είναι επί της γης επιθυμητά, παν δε άλλο πλην τούτων ούτε ποθεί, ούτε γνωρίζει, ουδέ δύναται να φαντασθή. Άδικον δε θα ήτο να ομοιωθή προς τους πολύποδας και τους σπόγγους, αφού έχει πλήρη συνείδησιν της κατακλυζούσης πάσαν ώραν του βίου του ευδαιμονίας. Χάριν αυτού φαίνεται νομίζων ότι ανήγειρεν ο Μιχαήλ Άγγελος εις τετρακοσίων ποδών ύψος τον μεγαλοπρεπέστατον της οικουμένης θόλον, ότι εικόνισεν ο Ραφαήλ τας καλλίστας Παναγίας του και χάριν αυτού ετόνισαν τα γλυκύτατα αυτών μέλη ο Χένδελ και ο Παλεστρίνας. Τα τελειότατα των αριστουργημάτων δύναται να θεωρήση ως αποτελούντα αναπόσπαστον μέρος αυτού, αφού κατά το ιερόν λόγιον «Ταύτα εν αυτώ εισιν και αυτός εν αυτοίς εστιν». Αλλά πλην των υψίστων της τέχνης, ο μακάριος ούτος θυρωρός φαίνεται ικανώτατος να εκτιμήση και άλλας ταπεινοτέρας απολαύσεις, το θάλπος εν ώρα χειμώνος του ρωμαϊκού ηλίου, το κελάρυσμα της βρύσεως, την βλάστησιν των πορτοκαλεών, πιθανώτατα δε και τα καρυκεύματα του παπικού μαγειρείου, αφού μετά τόσον θερμής ευγνωμοσύνης εμνημόνευσεν, ότι ηυδόκει ο άγιος Ποντίφηξ να τρέφη αυτόν εκ των περισσευμάτων της ιδίας τραπέζης. Ουδέ πρέπει να πιστεύση τις ότι αρκεί μόνη η ευσέβεια και η τυφλή πίστις, όπως καταστήση πάντας τους θερμώς αγαπώντας τον Θεόν μακαρίους. Απ' εναντίας εκ των περισωθέντων απομνημονευμάτων των επισημοτάτων αγίων πληροφορούμεθα, ότι σπανίως έτυχεν ούτοι να γευθώσι, δεν λέγομεν αμιγούς ευδαιμονίας, αλλά τουλάχιστον ψυχικής γαλήνης. Την καρδίαν αυτών εσπάρασσεν ο διηνεκής φόβος μη δεν έπραξαν ικανά, όπως αξιωθώσι της ευνοίας ή τύχωσι της συγγνώμης του Θεού. Εθάμβωνε μεν ενίοτε την όρασιν αυτών η οπτασία του παραδείσου, αλλά και πολλάκις περιερρέοντο υπό ψυχρού ιδρώτος αναλογιζόμενοι ότι αιώνια και φοβερά ήσαν και της κολάσεως τα βασανιστήρια. Όσοι δε πλην του Θεού ηγάπων και τον πλησίον, οι φύσει ευαίσθητοι και φιλάνθρωποι, αδύνατον ήτο να αισθανθώσι χαράν αναλογιζόμενοι ότι πολλοί ήσαν περί αυτούς οι πεινώντες, ριγούντες, φθισιώντες, ανάπηροι και λεπροί. Αλλ' ο πράγματι μακάριος εκείνος άνθρωπος ουδέποτε εφαίνετο ταραχθείς υπό τοιούτων σκέψεων. Ενώ ηυφραίνετο εν τη απολαύσει πάντων όσα ενόμιζε κατά τον παρόντα βίον επιθυμητά, ητένιζε μετά θάρρους εις τα μέλλοντα, πιστεύων ότι διακρίνει ευκρινώς εν τω παραδείσω την φωταυγή θέσιν την προωρισμένην αυτώ προς μακαριότητα αιωνίαν. Αλλά και πώς ήτο δυνατόν ν' αμφιβάλλη περί της κατοχής αυτής, αφού αυτός ο επί της γης αντιπρόσωπος του Χριστού υπεσχέθη αυτώ να τελέση ο ίδιος κατά την ημέραν του θανάτου αυτού λειτουργίαν υπέρ της ψυχής του; Πας μετά τοιαύτην υπόσχεσιν δισταγμός θα ήτο εξ ίσου παράλογος, όσον και πάσα περί της πληρωμής ανησυχία κομιστού συναλλάγματος φέροντος του Ρόσχιλδ την υπογραφήν.

Παρασκευή, 26 Φεβρουαρίου 2010

Σχόλια & ζωγραφική, ζωγράφοι: Κβαντική αμνησία, παραλληλα συμπαντα κλπ...

Επιστήμη & ζωγραφική, ζωγράφοι, σύγχρονοι ζωγράφοι


Γιάννης Σταύρου, The Spirit of the Sailor, λάδι σε καμβά

Υπάρχει τρόπος τελικά να ελπίσουμε σ' έναν καλύτερο κόσμο...

Πώς; Είναι απλό, αποδρώντας ς από το δικό μας σύμπαν και μετακομίζοντας σε ένα παράλληλο...

Ας πούμε, για παράδειγμα, ότι ταξιδεύουμε στο σύμπαν που δεν έχει πραγματοποιηθεί η παρακμή του δυτικού πολιτισμού...

Ή στο σύμπαν όπου η Ελλάδα είναι ακόμη ωραία, η Αθήνα μια πόλη με ένα εκατομμύριο κατοίκους, διαυγής, ρομαντική κι ονειροπόλα...

Είναι μόνο θέμα τεχνολογίας - ζητείται όχημα απόδρασης...

Η "κβαντική αμνησία" που μας κάνει να ξεχνάμε ότι ο χρόνος κυλά (και) ανάποδα

Η «κβαντική εμπλοκή», το μυστηριώδες φαινόμενο, σύμφωνα με το οποίο, κατά την κβαντομηχανική, δύο πράγματα σε απόσταση μεταξύ τους, μπορούν αυτόματα να αλληλεπιδρούν και να αλλάζουν ταυτόχρονα, ίσως πάει πολύ μακρύτερα - ή μάλλον πολύ πιο κοντά - από ό,τι φανταζόμαστε: στο ίδιο μας το κεφάλι, στη μνήμη και τη συνείδησή μας. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς ενός αμερικανού φυσικού του αμερικανικού πανεπιστημίου ΜΙΤ, όλοι μας βλέπουμε γύρω μας παράξενα πράγματα, όπως σπασμένα τζάμια που ξαφνικά αυτοεπιδιορθώνονται μόνα τους, σπασμένα αυγά που ξανασυναρμολογούνται ή φλιτζάνια καφέ που ξαφνικά ζεσταίνονται μόνα τους - απλώς δεν τα θυμόμαστε!
Ο εξωφρενικός αυτός ισχυρισμός έγινε με κάθε σοβαρότητα από τον φυσικό Λορέντσο Μακόνε και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό φυσικής «Physical Review Letters», σύμφωνα με τον «Γκάρντιαν» και το «New Scientist».

Όπως αναφέρει ο επιστήμονας, στην καθημερινότητα όλοι βιώνουμε υποκειμενικά το γνωστό «βέλος του χρόνου», δηλαδή αν ένας καφές κρυώσει ή ένα τζάμι σπάσει, η διαδικασία αυτή δεν μπορεί να αντιστραφεί χρονικά από μόνη της - εκτός κι επέμβουμε εμείς στη συνέχεια.
Τα καθημερινά φαινόμενα υπάγονται στο δεύτερο «νόμο της θερμοδυναμικής», που λέει ότι η «εντροπία», δηλαδή ο βαθμός αταξίας ενός κλειστού συστήματος ποτέ δεν μειώνεται, ούτε προς το μέλλον ούτε προς το παρελθόν. Το μυστήριο του «βέλους του χρόνου» είναι ότι η εντροπία (αταξία) αυξάνει μόνο προς το μέλλον, όπως ακριβώς η θερμότητα κινείται πάντα προς μια κατεύθυνση: από το πιο ζεστό αντικείμενο προς το πιο κρύο και όχι αντίστροφα.
Πιο απλά, όταν ένα τζάμι σπάσει (δηλαδή αυξηθεί η «αταξία» του, άρα και η συνολική εντροπία στο σύμπαν), δεν είναι δυνατό η ζημιά να αποκατασταθεί μόνη της, δηλαδή να μειωθεί η εντροπία (θα πρέπει αργότερα να έρθει ο τζαμάς και να καταβάλει νέα προσπάθεια, δηλαδή νέα ενέργεια, για να το φτιάξει). Αν, πάλι, ένα συμπιεσμένο αέριο διαχυθεί στην ατμόσφαιρα, δεν πρόκειται ξανά μόνο του να συμπιεστεί στο δοχείο όπου βρισκόταν πριν κοκ. Όσο πιο μεγάλη η εντροπία σε ένα σύστημα τόσο λιγότερη πληροφορία περιέχει.
Όμως ο νόμος της εντροπίας είναι ουσιαστικά στατιστικός και αφορά μεγάλους αριθμούς σωματιδίων (που απαρτίζουν το σπασμένο τζάμι, το διαφυγόν αέριο κ.λπ).
Το πρόβλημα -και το μυστήριο- είναι ότι, σύμφωνα με τους φυσικούς, οι νόμοι που κυβερνούν τη συμπεριφορά των μεμονωμένων σωματιδίων δεν υπόκεινται ομοίως στο «βέλος του χρόνου», αλλά αντίθετα επιτρέπουν την αντιστροφή της κατεύθυνσης στον χρόνο. Θεωρητικά, αυτό θα σήμαινε ότι το σπασμένο τζάμι αυτομάτως παύει να είναι σπασμένο!
Σύμφωνα με τον Μακόνε, στην πραγματικότητα τέτοια γεγονότα που μειώνουν την αταξία και την εντροπία (ο καφές ξαναζεσταίνεται μόνος του, το τζάμι αυτοεπιδιορθώνεται αστραπιαία, το αέριο ξαναμπαίνει στο δοχείο κ.λπ.) συμβαίνουν συνεχώς γύρω μας, απλώς δεν μπορούμε να τα δούμε, επειδή η μνήμη του γεγονότος έχει διαγραφεί από τον εγκέφαλό μας «κατ' ανάγκην». Ο Μακόνε τονίζει ότι οι μνήμες σχηματίζονται μεν, αλλά αμέσως διαγράφονται.
Όπως υποστηρίζει (χρησιμοποιώντας μαθηματικούς υπολογισμούς για να υποστηρίξει τη θέση του), όταν βλέπουμε γύρω μας, η μνήμη μας βρίσκεται σε μια «κβαντική εμπλοκή» με το περιβάλλον μας. Ο παρατηρητής (εμείς) που παρατηρεί ένα αντικείμενο και «εμπλέκεται» κβαντικά με αυτό, αυξάνει τις πληροφορίες που εισρέουν στον εγκέφαλό του, την ίδια στιγμή που μικραίνει η πληροφορία (και αυξάνεται η εντροπία) στο υπό παρατήρηση αντικείμενο. Όταν όμως «απεμπλεκόμαστε» από αυτό, αυτομάτως διαγράφεται η μνήμη του παρατηρητή, δηλαδή η δική μας.
Φυσικά, παρά τους θεωρητικούς συλλογισμούς του και τις μαθηματικές εξισώσεις του, ο Μακόνε δεν μπορεί να αποδείξει χειροπιαστά ότι όντως γύρω μας κάθε στιγμή συμβαίνουν τέτοια απίστευτα πράγματα και ότι όντως η φύση σε μεγάλη κλίμακα συμπεριφέρεται κβαντομηχανικά. Αυτό που δείχνει - ή προσπαθεί να δείξει- είναι ότι αν (και μόνο αν) τέτοια πράγματα συμβαίνουν, τότε δεν θα τα θυμόμαστε.
Από την πλευρά του, ο Μακόνε θεωρεί ότι πράγματι η φύση συμπεριφέρεται τόσο στο μικροεπίπεδο όσο και στο μακροεπίπεδο κβαντικά, επειδή τελικά το σύμπαν δεν είναι ενιαίο, αλλά αποτελεί ένα πολύ-σύμπαν αποτελούμενο από πολλά παράλληλα σύμπαντα, ένα για κάθε ξεχωριστή φυσική πραγματικότητα. Σε κάποια από αυτά τα σύμπαντα (που το μυαλό μας «διαγράφει»), τα σπασμένα αυγά και τα σπασμένα τζάμια ξανακολλάνε μόνα τους. Αλλά, δυστυχώς, προς το παρόν τουλάχιστον, ούτε αυτό μπορεί να αποδειχτεί.

πηγή: To Βήμα, 11 Σεπτεμβρίου 2009

Τετάρτη, 24 Φεβρουαρίου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, σύγχρονοι ζωγράφοι: Εάν η ελπίδα εξαφανιστεί και αρχίσει η Βαβέλ...

Ποιητές & ζωγράφοι, ζωγραφική, σύγχρονοι ζωγράφοι


Γιάννης Σταύρου, Ελαιώνας, λάδι σε καμβά

Federico García Lorca
Φθινοπωρινό τραγούδι

Σήμερα νιώθω στην καρδιά
ένα αβέβαιο τρέμουλο αστεριών,
αλλά το μονοπάτι μου χάνεται
στην ψυχή της ομίχλης.
Το φως μου κόβει τα φτερά
και ο πόνος της θλίψης μου
μουσκεύει τις αναμνήσεις
στην πηγή της ιδέας.

Όλα τα τριαντάφυλλα είναι άσπρα,
τόσο άσπρα όσο η λύπη μου,
και δεν είναι τα άσπρα τριαντάφυλλα,
που έχει χιονίσει πάνω τους.
Πριν είχαν το ουράνιο τόξο.
Αλλά ότι και στην ψυχή χιονίζει.
Το χιόνι της ψυχής έχει
τις νιφάδες των φιλιών και των σκηνών
που βυθίστηκαν στη σκιά ή στο φως
ανάλογα ποιός τις σκέφτεται.

Το χιόνι πέφτει απ' τα τριαντάφυλλα,
αλλά αυτό της ψυχής μένει,
και τ' αρπαχτικά νύχια των χρόνων
κάνουν ένα σάβανο μ' αυτά.

Θα λιώσει το χιόνι
όταν θα μας πάρει ο θάνατος;
Ή αργότερα θα υπάρξει ένα άλλο χιόνι
και άλλα τριαντάφυλλα τελειότερα;
Θα είναι μαζί μας η ειρήνη
όπως μας δίδαξε ο Χριστός;
Ή δεν θα είναι ποτέ δυνατή
η λύση αυτού του προβλήματος;

Κι αν η αγάπη μας εξαπατά;
Ποιόν η ζωή ενθαρρύνει εάν το λυκόφως μας βυθίζει
στην αληθινή επιστήμη
του Αγαθού που ίσως δεν υπάρχει,
και του Κακού που παραμονεύει δίπλα;

Εάν η ελπίδα εξαφανιστεί
και αρχίσει η Βαβέλ,
ποιά δάδα θα φωτίζει
τους δρόμους της Γης;

Εάν το γαλάζιο είναι ένα όνειρο,
Τί θα είναι η αθωότητα;
Τί θα είναι η καρδιά
αν ο Έρωτας δεν έχει βέλη;

Κι αν ο θάνατος είναι ο θάνατος,
τί θα είναι οι ποιητές
και τα βαρετά πράγματα
που κανείς πια δε θυμάται;
Ω Ήλιε των ελπίδων!
Γάργαρο νερό! Καινούριο φεγγάρι!
Καρδιές των παιδιών!
Ψυχές σκληρές πέτρινες!
Σήμερα νιώθω στην καρδιά
ένα αβέβαιο τρέμουλο αστεριών
και όλα τα τριαντάφυλλα
είναι τόσο άσπρα όσο η θλίψη μου.

Τρίτη, 23 Φεβρουαρίου 2010

Σχόλια & ζωγραφική, έλληνες ζωγράφοι: Αντικατοπρισμοί, οφθαλμαπάτες, Fata Morgana...

Αντικατοπτρισμοί & ζωγραφική, ζωγράφοι, έλληνες ζωγράφοι


Γιάννης Σταύρου, Αντικατοπτρισμοί, λάδι σε καμβά

Δύσκολο σήμερα να ονειρευόμαστε ένα καλύτερο μέλλον...

Δύσκολο να αισιοδοξούμε και να ελπίζουμε...

Τα όνειρα μας ανήκουν πλέον στον κόσμο των ψευδαισθήσεων, των παραισθήσεων, της οφθαλμαπάτης, της Fata Morgana...

Η Φάτα Μοργκάνα του μύθου

Η ονομασία Φάτα Μοργκάνα αποτελεί ιταλική μετάφραση του ονόματος της Μόργκαν λε Φέι, της μάγισσας και ετεροθαλούς αδελφής του Βασιλιά Αρθούρου.

Ήταν νεράιδα των θρύλων του Βασιλιά Αρθούρου. Ορισμένοι θεωρούν ότι προήλθε από την κελτική Muirgen (Θαλασσογεννημένη), άλλοι από την ιρλανδική θεά του πολέμου Μόριγκαν και άλλοι από τη Μόντρον, την κελτική Ματρώνα.
Γνώριζε τις τέχνες της θεραπείας και της μεταμόρφωσης και βασίλευε μαζί με τις οκτώ αδελφές της στο νησί Άβαλον, όπου μεταφέρθηκε και συνέχισε να ζει αιώνια ο Αρθούρος μετά τον τραυματισμό του...

Η Φάτα Μοργκάνα της ποίησης

Νίκος Καββαδίας, FATA MORGANA

Θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό
στάλα τη στάλα συναγμένο απ' το κορμί σου
σε τάσι αρχαίο, μπακιρένιο αλγερινό,
που κοινωνούσαν πειρατές πριν πολεμήσουν.
Στρείδι ωκεάνιο αρραβωνίζεται το φως.
Γεύση από φλούδι του ροδιού, στυφό κυδώνι
κι ο άρρητος τόνος, πιο πικρός και πιο στυφός,
που εναποθέτανε στα βάζα οι Καρχηδόνιοι.
Πανί δερμάτινο, αλειμμένο με κερί,
οσμή από κέδρο, από λιβάνι, από βερνίκι,
όπως μυρίζει αμπάρι σε παλιό σκαρί
χτισμένο τότε στον Ευφράτη στη Φοινίκη.
Χόρτο ξανθό τρίποδο σκέπει μαντικό.
Κι ένα ποτάμι με ζεστή, λιωμένη πίσσα,
άγριο, ακαταμάχητο, απειλητικό,
ποτίζει τους αμαρτωλούς που σ' αγαπήσαν.
Rosso romano, πορφυρό της Δαμασκός,
δόξα του κρύσταλλου, κρασί απ' τη Σαντορίνη.
Ο ασκός να ρέει, κι ο Απόλλωνας βοσκός
να κολυμπάει τα βέλη του με διοσκουρίνη.
Σκουριά πυρόχρωμη στις μίνες του Σινά.
Οι κάβες της Γερακινής και το Στρατόνι.
Το επίχρισμα. Η άγια σκουριά που μας γερνά,
μας τρέφει, τρέφεται από μας και μας σκοτώνει.
Καντήλι, δισκοπότηρο χρυσό, αρτοφόρι.
'Αγια λαβίδα κι ιερή από λαμινάρια.
Μπροστά στη Πύλη, δυο δαιμόνοι σπαθοφόροι
και τρεις Αγγέλοι με σπασμένα τα κοντάρια.


Πούθ' έρχεσαι; Απ' τη Βαβυλώνα.
Πού πας; Στο μάτι του κυκλώνα.
Ποιαν αγαπάς; Κάποια τσιγγάνα.
Πώς τη λένε; Φάτα Μοργκάνα.
Πάντα οι κυκλώνες έχουν γυναικείο
όνομα. Εύα από τη Κίο.
Η μάγισσα έχει τρεις κόρες στ' Αμανάτι
κι η τέταρτη είν' εν' αγόρι μ' ένα μάτι.
Ψάρια που πετάν μέσα στην άπνοια,
όστρακα, λυσίκομες κοπέλες,
φίδια της στεριάς και δέντρα σάπια,
άρμπουρα και τιμόνια και προπέλες.
Να 'χαμε το λύχνο του Αλαδίνου
ή το γέρο νάνο απ' τη Καντόνα.
Στείλαμε το σήμα του κινδύνου
πάνω σε άσπρη πέτρα με σφεντόνα.
Δαίμονας γεννά τη νηνεμία.
Ξόρκισε, Allodetta, τ' όνομά του.
Λούφαξεν ο δέκτης τ' ασυρμάτου,
και φυλλομετρά το καζαμία.
Ο άνεμος κλαίει. Σκυλί στα λυσσιακά του.
Γεια χαρά, στεριά κι αντίο, μαστέλο.
Γλίστρησε η ψυχή μας από κάτου,
έχει και στη κόλαση μπορντέλο.


Αντικατοπρισμοί, οφθαλμαπάτες, Fata Morgana...

Kαι επιστημονικά...

Κατώτερος αντικατοπτρισμός:
η “βρεγμένη άσφαλτος” των δρόμων

Τις μέρες του καλοκαιριού, οδηγώντας το αυτοκίνητό στους επαρχιακούς ή εθνικούς δρόμους με ηλιόλουστο καιρό και υψηλή θερμοκρασία, αντικρίζεις ξαφνικά μπροστά σου στα 150 – 200 μέτρα τη “βρεγμένη άσφαλτο” του δρόμου από το ένα άκρο έως το άλλο.

Όταν πλησιάζεις, διαπιστώνεις πως ο δρόμος είναι στεγνός και στη συνέχεια το “βρεγμένο” εμφανίζεται όλο και μακρύτερα.

“Οι βρεγμένοι δρόμοι” είναι το είδωλο του χρώματος του ουρανού που καθρεπτίζεται στην άσφαλτο. Το φαινόμενο αυτό λέγεται αντικατοπτρισμός και σημαίνει την εμφάνιση ενός αντικειμένου σε διαφορετική θέση στην ατμόσφαιρα από εκείνη που πράγματι είναι. Αυτό εκδηλώνεται όταν η ευθύγραμμη διάδοση των ακτίνων του ηλίου (του φωτός) καμπυλώνεται καθώς αυτές φθάνουν σε στρώματα αέρος της ατμόσφαιρας που έχουν διαφορετική πυκνότητα εξαιτίας της διαφορετικής θερμοκρασίας τους.

Παρόμοια φαινόμενα αντικατοπτρισμού, παρατηρούνται κυρίως στην έρημο όταν τις μεσημβρινές ώρες του καλοκαιριού οι διψασμένοι ταξιδιώτες βλέπουν από κάποια απόσταση να λαμπιρίζουν λίμνες με νερό στην άμμο.

Στον αντικατοπτρισμό τα αντικείμενα πολλές φορές παρατηρούνται όχι μόνο σε διαφορετική θέση αλλά και αντεστραμμένα όπως π.χ. οι φοίνικες στην έρημο.
Το είδος αυτό του αντικατοπτρισμού όπου το αντικείμενο φαίνεται σε χαμηλότερη θέση από την πραγματική, καλείται κατώτερος και οφείλεται στο γεγονός ότι οι ακτίνες
του ηλίου φθάνουν στο μάτι του παρατηρητή “από κάτω”, εξαιτίας της καμπύλωσής τους στο διαχωριστικό στρώμα του θερμού και κρύου σχετικά αέρα.

Ανώτερος αντικατοπτρισμός:
η Φάτα Μοργκάνα

Ο ανώτερος αντικατοπτρισμός δημιουργείται με τις ίδιες διαδικασίες όπως ο κατώτερος, αλλά όταν ο αέρας είναι ψυχρότερος στο έδαφος από το ανώτερο στρώμα του. Στην περίπτωση αυτή τα αντικείμενα εμφανίζονται ανυψωμένα και μεγεθυσμένα.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα ανώτερου αντικατοπτρισμού είναι η γνωστή μας Φάτα Μοργκάνα (η Ξανθιά Μοργκάνα). Αυτή παρατηρείται σε ορισμένες ακτές θαλασσών και
συνίσταται στην ανύψωση των ακτών υπό μορφή τείχους, μεγαλοπρεπών μεγάρων, παράξενων τοπίων κ.λπ., όταν αυτές παρατηρούνται από κάποια απόσταση. Αυτό
συμβαίνει γιατί ο αέρας κοντά στην επιφάνεια της θάλασσας είναι πιο κρύος από τα ανώτερα στρώματα.

Η Φάτα Μοργκάνα παρατηρείται κυρίως από τις ακτές του Ρήγιου της Καλαβρίας της νότιας Ιταλίας απέναντι στις ακτές της Μεσσήνης στη Σικελία, από όπου είναι και η
ονομασία της. Η Φάτα Μοργκάνα σύμφωνα με το μύθο, ήταν ετεροθαλής αδερφή του βασιλιά Αρθούρου, ζούσε σε κρυστάλλινο παλάτι μέσα στη θάλασσα και είχε μαγικές
δυνάμεις να χτίζει κάστρα στον αέρα επάνω από τις ακτές.

Φαινόμενα “Φάτα Μοργκάνα” στην Ελλάδα αναφέρεται πως εμφανίζονται στο βόρειο Ευβοϊκό κόλπο κοντά στη Λάρυμνα και πιθανόν και αλλού.

Εκτός από τη Φάτα Μοργκάνα, στην ίδια κατηγορία του αντικατοπτρισμού, πρέπει να υπάγονται και τα “ψηλά βουνά” που είχαν δει οι πρώτοι εξερευνητές στις παγωμένες
εκτάσεις του βόρειου πόλου και τα οποία βέβαια ποτέ δε βρέθηκαν από τους μετέπειτα επισκέπτες του.

Δευτέρα, 22 Φεβρουαρίου 2010

Σχόλια & σύγχρονοι έλληνες ζωγράφοι: δεν υπάρχουν προβλέψεις...

Επιστήμη & ζωγραφική, ζωγράφοι, σύγχρονοι ζωγράφοι


Γιάννης Σταύρου, Θεσσαλονίκη των χρωμάτων, λάδι σε καμβά

Και μία ασφαλής πρόβλεψη: Τη "Θεσσαλονίκη των χρωμάτων" που ζήσατε κάποτε - δεν πρόκειται να την ξαναβρείτε...

Δυστυχώς δεν θα μπορεσουμε ποτέ να προβλέψουμε τα μέλλοντα...

Ούτε να πάρουμε τα αναγκαία μέτρα προς αποφυγείν...

Βέβαια ένα είναι σίγουρο, ότι θα πηγαίνουμε πάντα προς το χειρότερο - αλλά οι συγκεκριμένες μορφές που θα πάρει η καταστοφική μας εξελιξη δεν θα προβλεφθούν ποτέ με ακρίβεια...

Ούτε προαισθήσεις υπάρχουν - κάποιοι απλώς είναι καλύτεροι παρατηρητές σε σχέση με κάποιους άλλους, με αποτέλεσμα να αντιλαμβάνονται καλύτερα τα φαινόμενα μιας κατάστασης ή ενός χαρακτήρα...

Όσοι δε νομίζουν ότι κάτι που τους συμβαίνει, το έχουν ξαναζήσει (deja vu), ας επισκεφτούν κανένα γιατρό...

Οι τελευταίες έρευνες της επιστήμης:

Deja vu - Η σκοτεινή πλευρά της οικειότητας

της Elen Philips

Εχει συμβεί στους περισσότερους από εμάς. Μια παράξενη αίσθηση βιώματος που μας κατακλύζει αναπάντεχα χωρίς προφανή αιτιολογία και μας αποσυντονίζει. Ποιο βραχυκύκλωμα στη σχέση χώρου, χρόνου και αναμνήσεων προκαλεί το d j vu;

Ο κ. Π., ένας ογδοντάχρονος πολωνός μετανάστης και πρώην μηχανικός, αντιμετώπιζε προβλήματα μνήμης ζώντας σε μια μόνιμη αίσθηση deja vu. Δεν ήθελε να βλέπει τηλεόραση ή να διαβάζει εφημερίδα επειδή, όπως υποστήριζε, τα είχε ξαναδεί όλα. Οταν έβγαινε για περίπατο, έλεγε ότι τα ίδια πουλιά κελαηδούσαν στα ίδια δέντρα και τα ίδια αυτοκίνητα περνούσαν μπροστά του την ίδια ώρα κάθε μέρα. Ο γιατρός τού σύστησε να δει έναν ειδικό στη μνήμη, ο κ. Π. όμως αρνήθηκε. Ηταν πεπεισμένος ότι το είχε ήδη κάνει.

Το deja vu- ή προμνησία- μπορεί να συμβεί στον οποιονδήποτε και οποιοσδήποτε είχε ποτέ αυτή την εμπειρία θα αναγνωρίσει αμέσως την περιγραφή της. Δεν είναι απλώς μια αίσθηση ότι έχετε ξαναδεί ή ξανακάνει κάτι· είναι μια αναπάντεχη, άτοπη και συχνά ανησυχητική αίσθηση ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται- και μάλιστα με απίθανο τρόπο. Δεν μπορείτε να τοποθετήσετε ακριβώς την προηγούμενη εμπειρία και μπορεί να μοιάζει με προαίσθηση ή με όνειρο. Υποκειμενικό, παράξενο και φευγαλέο και επιπλέον βεβαρημένο με παραφυσικές ερμηνείες, το φαινόμενο ήταν δύσκολο στη μελέτη και ελάχιστα δημοφιλές στους επίδοξους ερευνητές. Σήμερα η κατάσταση έχει αλλάξει και αυτό οφείλεται σε έναν βαθμό στον κ. Π. και σε μερικούς ακόμη σπάνιους ανθρώπους που σαν αυτόν πάσχουν από άνοια και ζουν ένα μόνιμο dejavu, όπως και στην ανακάλυψη ότι μια ομάδα ανθρώπων που πάσχουν από επιληψία έχει «αύρες» deja-vu πριν από μια κρίση. Χάρη σε αυτούς οι ερευνητές μπορούν να μελετήσουν τη διαδικασία την ώρα που αυτή συντελείται, δημιουργώντας έτσι ελπίδες ότι τα μυστικά αυτού του παράξενου φαινομένου ίσως τελικά μπορέσουν να αποκαλυφθούν. Ως τώρα το deja vu όχι μόνο φαίνεται να ανοίγει ένα ενδιαφέρον παράθυρο στους παράξενους τρόπους λειτουργίας της μνήμης μας αλλά επιπλέον προσφέρει μερικές ενδείξεις για τον τρόπο με τον οποίο ξεχωρίζουμε τι είναι πραγματικό και τι φανταστικό, τι είναι όνειρο και τι είναι ανάμνηση - ένα από τα πραγματικά μυστήρια της συνείδησης.

Βιολογικά αδιέξοδα

Αν αφήσουμε κατά μέρος τις εικασίες για προηγούμενες ζωές και τηλεπαθητικά φαινόμενα, οι πρώτες βιολογικές ερμηνείες του deja vu βασίστηκαν σε υποθέσεις ότι δύο αισθητικά σήματα του εγκεφάλουένα από κάθε μάτι ή από κάθε ημισφαίριο- «αποσυγχρονίζονται» με κάποιον τρόπο δίνοντας την εντύπωση ότι έχουμε ξανά την ίδια εμπειρία ή ξαναζούμε το ίδιο γεγονός. Η «νοητική διπλωπία», όπως ονομάστηκε, είναι ελκυστική ως υπόθεση, αλλά τα στοιχεία την αντικρούουν. Οι πληροφορίες από τα δύο μάτια αναμειγνύονται στα αρχικά στάδια της οπτικής επεξεργασίας πολύ προτού αντιληφθούμε μια εικόνα. Επιπλέον το deja vu- κάτι παράδοξο αν σκεφθεί κανείς ότι ο όρος σημαίνει «ήδη ιδωμένο»- μπορεί να συμβεί και σε τυφλούς ανθρώπους, σύμφωνα με τον Κρις Μούλιν, ψυχολόγο του βρετανικού Πανεπιστημίου του Λιντς. Επίσης υπάρχουν περιπτώσεις ανθρώπων στους οποίους τα δύο ημισφαίρια του φλοιού έχουν αποχωριστεί χειρουργικά σε μια προσπάθεια ανακούφισης σοβαρών μορφών επιληψίας. Αν η θεωρία της νοητικής διπλωπίας ήταν σωστή, θα περίμενε κανείς ότι θα ζούσαν μια μόνιμη κατάσταση deja vu, κάτι τέτοιο όμως δεν έχει αναφερθεί ως τώρα. Μια δεύτερη υπόθεση στρέφεται προς κάποιο είδος διαταραχής της αντίληψης του χρόνου. Με κάποιον τρόπο τα εισερχόμενα μηνύματα θα πρέπει να παρερμηνεύονται και να ταξινομούνται με μια λανθασμένη σήμανση χρόνου κάνοντας την εμπειρία να φαίνεται παλιά αλλά ταυτοχρόνως και καινούργια. Αν φανταστούμε το σύστημα μνήμης του εγκεφάλου σαν ένα τεράστιο μαγνητόφωνο, είναι σαν η κεφαλή της εγγραφής να έχει μπερδευτεί με την κεφαλή αναπαραγωγής. Η ιδέα αυτή δεν φαίνεται ωστόσο να έχει καμία ανατομική βάση.

Αποσπασματική ανάμνηση

Τώρα μια καινούργια θεωρία κερδίζει αξιοπιστία. Ισως το deja vu να δίνει την αίσθηση ότι ξαναζεί κανείς μια παλιά εμπειρία επειδή αυτό πραγματικά συμβαίνει - τουλάχιστον σε έναν βαθμό. Η ψυχολόγος Ανν Κλίριτου Πολιτειακού Πανεπιστημίου του Κολοράντο κατέληξε σε αυτό το συμπέρασμα ασχολούμενη με προβλήματα μνήμης. Θέλοντας να εξηγήσει περιστατικά όπως όταν έχουμε κάτι στην άκρη της γλώσσας μας αλλά δεν μας «έρχεται» στο μυαλό ή όταν αναγνωρίζουμε ένα πρόσωπο αλλά δεν μπορούμε να το τοποθετήσουμε άρχισε να ψάχνει κοινά στοιχεία με το deja vu. «Μια θεωρία για το deja vu υποστηρίζει ότι αποτελεί μια διαδικασία της μνήμης» δηλώνει. «Κάποια χαρακτηριστικά μιας νέας κατάστασης μπορεί να είναι οικεία από μια προηγούμενη κατάσταση».

Τα πρώτα πειράματά της φαίνεται να υποστηρίζουν αυτή τη θεωρία, παρ΄ όλα αυτά η ερευνήτρια αναγνωρίζει ότι ακόμη λείπουν πολλά στοιχεία για να συμπληρωθεί η εικόνα. «Το deja vu είναι μοναδικό ακριβώς επειδή δεν αποτελεί μία ακόμη περίπτωση οικειότητας, αλλά αντίθετα δημιουργεί μια έντονη αίσθηση ότι κάτι δεν πάει καλά».

Πώς μπορεί να εξηγηθεί αυτό; Ενα ενδεχόμενο είναι ότι το deja vu βασίζεται σε μια αποσπασματική ανάμνηση η οποία προέρχεται από κάτι πιο ανεπαίσθητο, όπως μια ομοιότητα ανάμεσα στη διαμόρφωση ή στη διάταξη των δύο σκηνών. Ας πούμε ότι βρίσκεστε στο καθιστικό του καινούργιου σπιτιού ενός φίλου με την παράξενη αίσθηση ότι έχετε ξαναβρεθεί σε αυτόν τον χώρο αλλά γνωρίζοντας ότι αυτό είναι αδύνατον. Μπορεί απλώς η διάταξη των επίπλων να είναι παρόμοια με κάποια που έχετε ξαναδεί αλλού, οπότε η αίσθηση οικειότητας σας φαίνεται άτοπη, υποστηρίζει η κυρία Κλίρι.

Για να εξετάσει αυτή την ιδέα η ομάδα της δημιούργησε μια μεγάλη σειρά εικόνων που έδειχναν σκηνές όπως το εσωτερικό ενός μπαρ, μια αίθουσα μπόουλινγκ, τοπία ή δωμάτια ενός σπιτιού. Οι εθελοντές είδαν ένα τμήμα αυτών των εικόνων και στη συνέχεια τους εξέτασαν σε ένα καινούργιο τμήμα στο οποίο οι μισές εικόνες ήταν εντελώς καινούργιες και οι άλλες μισές έμοιαζαν με εκείνες του πρώτου τμήματος στη δομή ή στη διαμόρφωση αλλά όχι στο περιεχόμενο. Οχι μόνο οι παρόμοιες διατάξεις προκάλεσαν ένα αίσθημα οικειότητας, χωρίς οι εθελοντές να μπορούν να θυμηθούν την αιτία του, αλλά επιπλέον ορισμένοι από αυτούς ανέφεραν μια αίσθηση ανεξήγητου, εφόσον τους είχαν πει ότι όλες οι σκηνές ήταν διαφορετικές.

Παρ΄ ότι η ιδέα της οικειότητας έχει κερδίσει πολλούς οπαδούς, ο κ. Μούλιν είναι ένας από εκείνους που δεν έχουν πειστεί. Αιτία, η μελέτη που έκανε σε έναν επιληπτικό μαζί με τον Ακίρα Ο΄ Κόνορ,ο οποίος σήμερα εργά ζεται στο Πανεπιστήμιο της Ουάσιγκτον. Οι αύρες d j vu του 35χρονου αυτού άνδρα είχαν αρκετή διάρκεια ώστε να επιτρέπουν τη διεξαγωγή πειραμάτων. Οι ερευνητές θεώρησαν ότι, αν η ρίζα του d j vu είναι η οικειότητα, θα έπρεπε να μπορούν να σταματήσουν το φαινόμενο αποσπώντας την προσοχή του άνδρα από την εικόνα που κοιτάζει. Ακόμη όμως και όταν κοίταζε αλλού, το d j vu δεν υποχωρούσε και ακολουθούσε την όραση και την ακοή του υποδηλώνοντας ότι η οικειότητα δεν είναι το κλειδί. Το ίδιο το γεγονός ότι μια αύρα επιληψίας μπορεί να προκαλέσει d j vu άλλωστε υποδηλώνει ότι μια λανθασμένη δραστηριότητα σε ένα συγκεκριμένο τμήμα του εγκεφάλου οδηγεί σε λανθασμένα αισθήματα οικειότητας, υποστηρίζει ο κ. Μούλιν.

Το παζλ του διχασμού


Πώς όμως; Ο κ. Μούλιν και ο κ. Ο΄ Κόνορ θεωρούν ότι το deja vu αποτελεί συνέπεια ενός διχασμού ανάμεσα στην οικειότητα και στην ανάσυρση μνήμης. Ξέρουμε ότι μπορούμε να έχουμε μια αίσθηση οικειότητας με ένα πρόσωπο ή ένα όνομα χωρίς να μπορούμε να θυμηθούμε από πού το γνωρίζουμε. Χρησιμοποιώντας την ύπνωση ο κ. Ο΄ Κόνορ και ο κ. Μούλιν κατόρθωσαν να δημιουργήσουν μια πιο μυστηριώδη αίσθηση οικειότητας η οποία κάνει τους εθελοντές να την παρομοιάζουν με το deja vu. Στη μία ομάδα δόθηκε να λύσει ένα παζλ. Στη συνέχεια, κατά τη διάρκεια ύπνωσης, είπαν στους εθελοντές ότι θα τους έδιναν ξανά το παζλ αλλά δεν θα έπρεπε να το θυμούνται. Στην άλλη ομάδα δεν δόθηκε το παζλ αλλά κατά τη διάρκεια της ύπνωσης είπαν στους εθελοντές ότι θα τους το έδιναν αργότερα και ότι θα έπρεπε να αισθανθούν αισθήματα οικειότητας, χωρίς όμως να κατανοούν τον λόγο. Και στις δύο περιπτώσεις δημιουργήθηκε μια αίσθηση παράξενης οικειότητας την οποία ορισμένοι εθελοντές παρομοίασαν με το deja vu. Οι δύο ερευνητές ελπίζουν ότι η δυνατότητα πρόκλησης μιας παρόμοιας με το deja vu κατάστασης στο εργαστήριο θα τους επιτρέψει να διερευνήσουν το φαινόμενο. Επίσης θεωρούν ότι τα πειράματά τους υποστηρίζουν την ιδέα πως η οικειότητα και η ανάκληση της μνήμης μπορούν να διχαστούν και ότι μπορεί κανείς να έχει αίσθηση οικειότητας χωρίς να έχει προηγούμενη εμπειρία κάποιου πράγματος.

Μελέτες του εγκεφάλου υποστηρίζουν επίσης την ιδέα ότι η ανάμνηση και η οικειότητα διαβιβάζονται από ξεχωριστά κυκλώματα, σύμφωνα με τονΤζον Αγκλετον,ο οποίος πρόσφατα αξιολόγησε απεικονίσεις του εγκεφάλου και μελέτες σε ζώα. Υποδεικνύουν ότι διαφορετικά τμήματα του μέσου κροταφικού λοβού ευθύνονται για διαφορετικές πλευρές της ανάσυρσης αναμνήσεων: ο ιππόκαμπος διαχειρίζεται την ανάμνηση, ιδιαίτερα τις αυτοβιογραφικές μνήμες, ενώ μελέτες δείχνουν ότι ο παραϊππόκαμπος, και ιδιαίτερα ο περιρινικός φλοιός, ίσως προκαλεί τα αισθήματα οικειότητας.

Αυτό ταιριάζει με τις ενδείξεις από τις τομογραφίες του εγκεφάλου του κ. Π. και άλλων ανθρώπων με ανάλογη κατάσταση, οι οποίες δείχνουν τεράστιου βαθμού εκφύλιση στον μέσο κροταφικό λοβό, όπως και με το γεγονός ότι η επιληψία που δημιουργεί αύρες deja vu ξεκινά από τον μέσο κροταφικό λοβό.

Πρόκληση οικειότητας

Είναι πιθανόν τόσο ο κ. Μούλιν όσο και η κυρία Κλίρι να έχουν δίκιο. Ο περιρινικός φλοιός ίσως αποθηκεύει πληροφορίες που αφορούν τις σχέσεις του χώρου, και όχι του χρόνου, του τόπου και της αλληλουχίας των γεγονότων, οπότε τα φυσιολογικά αισθήματα οικειότητας μπορούν να προέρχονται από τη διάταξη και τη δομή μιας σκηνής, υποστηρίζοντας τα ευρήματα της κυρίας Κλίρι. Πράγματι, όπως υποστηρίζει ο ψυχολόγος Αλαν Μπράουντου Νότιου Μεθοδιστικού Πανεπιστημίου του Ντάλας, συγγραφέας του βιβλίου Τhe deja vu experience, υπάρχουν πολλοί τρόποι πρόκλησης της αίσθησης οικειότητας. Στα πειράματά του την έχει για παράδειγμα προκαλέσει αποσπώντας την προσοχή των εθελοντών όταν κοίταζαν μια εικόνα και δείχνοντάς τους την ξανά αργότερα ή δείχνοντάς τους εικόνες πραγμάτων που είχαν ξεχάσει. «Οπως ένας στομαχόπονος μπορεί να πονάει με τον ίδιο τρόπο αλλά να προκαλείται από ένα σωρό διαφορετικές διαδικασίες,έτσι μπορεί να γίνεται και με το deja vu»λέει.

Το πραγματικό πρόβλημα στην ερμηνεία του deja vu ωστόσο δεν είναι ο τρόπος με τον οποίο έχουμε μια αίσθηση οικειότητας χωρίς να την αναγνωρίζουμε αλλά το γιατί αυτό μας φαίνεται τόσο ανησυχητικό. ΟΕντ Γουάιλνττου Ινστιτούτου Νευρολογίας του Λονδίνου υποστηρίζει ότι η διάθεση και το συναίσθημα έχουν επίσης σημαντικό ρόλο. Χρειάζεται ο κατάλληλος συνδυασμός σημάτων, όχι απλώς η διάταξη μιας εικόνας αλλά και το πώς αισθανόμαστε εκείνη τη στιγμή, για να πιστέψουμε ότι κάτι μας είναι οικείο ενώ στην πραγματικότητα δεν είναι.

Ο ρόλος του συναισθήματος

Ο κ. Μούλιν συμφωνεί ότι ίσως πρόκειται για ζήτημα διαβάθμισης. Οι περιοχές που θεωρείται ότι διαχειρίζονται την ανάμνηση, την οικειότητα και τα συναισθήματα είναι στενά συνδεδεμένες. Ενας μικρός βαθμός διέγερσης ίσως προκαλεί μια μικρή αίσθηση οικειότητας, ενώ μια εντονότερη διέγερση ίσως εξαπλώνεται στις γειτονικές περιοχές προκαλώντας ένα πιο ανησυχητικό αίσθημα ή ακόμη και την αίσθηση του δυσοίωνου που ορισμένοι άνθρωποι αναφέρουν με το d j vu. Ο γνωσιακός νευροεπιστήμονας Στέφαν Κέλερτου Πανεπιστημίου του Δυτικού Οντάριο του Καναδά πιστεύει ότι ο ρόλος του συναισθήματος είναι ακόμη πιο κεντρικός. Πρόσφατα πραγματοποίησε την απεικόνιση του εγκεφάλου ενός ασθενούς ο οποίος θεραπεύτηκε από επιληψία με αύρες deja vu μετά την αφαίρεση ενός μεγάλου όγκου που προκαλούσε τις κρίσεις. Η αφαίρεση έγινε από τις περιοχές του ιππόκαμπου και του περιρινικού φλοιού αλλά και από την αμυγδαλή, η οποία συνδέεται έντονα με το συναίσθημα. Ο κ. Κέλερ υποπτεύεται ότι χωρίς την κατάλληλη συναισθηματική διέγερση ο εγκέφαλος ίσως δεν μπορεί να αναγνωρίσει ένα πρόσωπο ή ένα μέρος που έχει ξαναδεί ως πραγματικά οικείο. Από την άλλη πλευρά, μια ακατάλληλη συναισθηματική διέγερση ίσως μας κάνει να θεωρούμε κάτι οικείο ενώ δεν είναι.
Η αίσθηση του απίθανου

Το τελευταίο στοιχείο του deja vu, η αίσθηση του απίθανου, μάλλον προέρχεται από τα συλλογιστικά τμήματα του εγκεφάλου μας. Σύμφωνα με τον κ. Κέλερ, όταν η ορθολογική μας γνώση μας λέει κάτι αλλά τα συναισθηματικά μας ένστικτα λένε κάτι άλλο, μπορεί να έχουμε έντονο το συναίσθημα ότι κάτι είναι λάθος. Αυτό το τελευταίο στοιχείο λείπει σε ανθρώπους με άνοια, όπως ο κ. Π., οι οποίοι αποδέχονται τις εμπειρίες τους ως απόλυτα φυσιολογικές. Ο κ. Κέλερ υποστηρίζει ότι ίσως η εκφύλιση των νευρώνων σε αυτές τις περιπτώσεις έχει προκαλέσει διχασμό ανάμεσα στους κροταφικούς λοβούς, οι οποίοι προκαλούν τις αισθήσεις, και στους μετωπιαίους λοβούς, οι οποίοι τις ερμηνεύουν.

«Το deja vu είναι ένα σφάλμα σε ένα είδος γνωσιακής διαδικασίας που συντελείται σε μόνιμη βάση στο “πίσω μέρος” του μυαλού μας. Οταν κάτι δεν πάει καλά σε αυτήν, μας δημιουργεί έντονη εντύπωση» λέει ο κ. Μούλιν. Στο άλλο άκρο, άνθρωποι με μόνιμο deja vu - το οποίο έχει ονομαστεί «deja vecu», ήδη βιωμένο φτιάχνουν ιστορίες για να το ερμηνεύσουν.

Παρ΄ ότι το deja vu αρχίζει να αποκαλύπτει κάποια από τα μυστικά του, απέχουμε ακόμη πολύ από το να κατανοήσουμε πώς πραγματικά αποφασίζουμε τι είναι πραγματικό, φανταστικό, όνειρο ή εμπειρία και πώς αυτές οι διάφορες «ετικέτες» οδηγούν σε διαφορετικές συνειδητές εμπειρίες. Ενα ανέκδοτο εύρημα που ανακάλυψα ετοιμάζοντας αυτό το άρθρο είναι ότι οι άνθρωποι που σκέπτονται πολύ το deja vu είναι περισσότερο επιρρεπείς σε αυτό. Είχα deja vu για το ότι διάβαζα για το deja vu και οι ερευνητές έχουν deja vu για το ότι έχουν deja vu. Αυτό είναι αρκετά αινιγματικό ώστε να δικαιολογεί περισσότερη μελέτη. Στο κάτω κάτω, λέει ο κ. Γουάιλντ, «το deja vu είναι μία από τις πιο παράξενες εγκεφαλικές εμπειρίες που έχουν οι φυσιολογικοί άνθρωποι».

ΤΑ ΠΑΡΑΞΕΝΑ ΤΗΣ ΠΡΟΜΝΗΣΙΑΣ

* Περίπου 10% των ανθρώπων υποστηρίζει ότι δεν είχαν ποτέ deja vu ενώ κάποιοι αναφέρουν ότι το έχουν τακτικά.

* Στα παιδιά το deja vu συμβαίνει για πρώτη φορά γύρω στην ηλικία των 8 ή 9 ετών,κάτι το οποίο υποδηλώνει ότι απαιτεί έναν βαθμό γνωσιακής ωριμότητας.

* Το deja vu συμβαίνει λιγότερο όσο μεγαλώνουμε και περισσότερο όταν είμαστε κουρασμένοι ή αγχωμένοι.

* Κυριαρχεί ιδιαίτερα σε ανθρώπους με ορισμένες παθήσεις που προκαλούν προβλήματα στην αντίληψη του χρόνου, όπως η σχιζοφρένεια και η επιληψία.

* Παρ΄ ότι δεν υπάρχει γονίδιο για το deja vu,είναι πιθανόν κάποιες εκδοχές γονιδίων που συνδέονται με την επιληψία να κάνουν ορισμένους περισσότερο επιρρεπείς σε αυτό.

* Μόνο και μόνο το ότι διαβάζετε αυτό το άρθρο μπορεί να σας προκαλέσει deja vu.

πηγή: BHMA Κυριακή 10 Μαΐου 2009

Κυριακή, 21 Φεβρουαρίου 2010

Σχόλια & σύγχρονοι έλληνες ζωγράφοι; Σαστίσαμε στην Aντιόχειαν...

Ποίηση & ζωγραφική, ζωγράφοι, έλληνες ζωγράφοι


Γιάννης Σταύρου, Αρόδο, λάδι σε καμβά

Κωνσταντίνος Καβάφης
Εις τα περίχωρα της Αντιοχείας

Σαστίσαμε στην Aντιόχειαν όταν μάθαμε
τα νέα καμώματα του Ιουλιανού.

Ο Aπόλλων εξηγήθηκε με λόγου του, στην Δάφνη!
Χρησμό δεν ήθελε να δώσει (σκοτισθήκαμε!),
σκοπό δεν τόχε να μιλήσει μαντικώς, αν πρώτα
δεν καθαρίζονταν το εν Δάφνη τέμενός του.
Τον ενοχλούσαν, δήλωσεν, οι γειτονεύοντες νεκροί.

Στην Δάφνη βρίσκονταν τάφοι πολλοί.—
Ένας απ’ τους εκεί ενταφιασμένους
ήταν ο θαυμαστός, της εκκλησίας μας δόξα,
ο άγιος, ο καλλίνικος μάρτυς Βαβύλας.

Aυτόν αινίττονταν, αυτόν φοβούνταν ο ψευτοθεός.
Όσο τον ένοιωθε κοντά δεν κόταε
να βγάλει τους χρησμούς του· τσιμουδιά.
(Τους τρέμουνε τους μάρτυράς μας οι ψευτοθεοί.)

Aνασκουμπώθηκεν ο ανόσιος Ιουλιανός,
νεύριασε και ξεφώνιζε: «Σηκώστε, μεταφέρτε τον,
βγάλτε τον τούτον τον Βαβύλα αμέσως.
Aκούς εκεί; Ο Aπόλλων ενοχλείται.
Σηκώστε τον, αρπάξτε τον ευθύς.
Ξεθάψτε τον, πάρτε τον όπου θέτε.
Βγάλτε τον, διώξτε τον. Παίζουμε τώρα;
Ο Aπόλλων είπε να καθαρισθεί το τέμενος.»

Το πήραμε, το πήγαμε το άγιο λείψανον αλλού·
το πήραμε, το πήγαμε εν αγάπη κ’ εν τιμή.

Κι ωραία τωόντι πρόκοψε το τέμενος.
Δεν άργησε καθόλου, και φωτιά
μεγάλη κόρωσε: μια φοβερή φωτιά:
και κάηκε και το τέμενος κι ο Aπόλλων.

Στάχτη το είδωλο· για σάρωμα, με τα σκουπίδια.

Έσκασε ο Ιουλιανός και διέδοσε—
τι άλλο θα έκαμνε— πως η φωτιά ήταν βαλτή
από τους Χριστιανούς εμάς. Aς πάει να λέει.
Δεν αποδείχθηκε· ας πάει να λέει.
Το ουσιώδες είναι που έσκασε.

Σάββατο, 20 Φεβρουαρίου 2010

Σχόλια & ζωγραφική, ζωγράφοι: Καμμιά απάντηση στα προβλήματα της ζωής δεν μπορεί να είναι σωστή, αν είναι πολύ απλή και εύκολη...

Ελληνικά γράμματα & έλληνες ζωγράφοι, ζωγραφική


Γιάννης Σταύρου, Ακαδημία, Αθήνα, λάδι σε καμβά

Σπουδαίος φιλόλογος & δάσκαλος...

Από τις πιο σημαντικές φυσιογνωμίες στα ελληνικά γράμματα...

Καλό είναι να τους θυμόμαστε...

Ιωάννης Συκουτρής (1901-1937)

Ουδέποτε συνήψαμεν γνωριμίαν με την αρχαίαν Eλληνικήν λογοτεχνίαν

Με την αρχαίαν Eλληνικήν λογοτεχνίαν, ως λογοτεχνίαν, ουδέποτε συνεφιλιώθημεν ουδέ συνήψαμεν καν αληθινήν γνωριμίαν. Οι μαθηταί ουδέποτε κατώρθωσαν ν' ανακαλύψουν τας ωραιότητας εκείνας, τας οποίας απεστήθιζον από το εγχειρίδιον γραμματολογίας, πολύ δε ολιγώτερον να τας αισθανθούν. Και οι διδάσκαλοι των εις τα γυμνάσια δεν ημπορούσαν υπέρ αυτών ούτε να τους διαφωτίσουν ούτε να τους θερμάνουν. Από τον Όμηρον εμάνθαναν μόνο την ιστορίαν του τρωϊκού πολέμου, άφθονον λεξιλόγιον, ολίγα στοιχεία μετρικής, διά να ποδίζουν - εν κυριολεξία με τα πόδια - τους εξάμετρους, χωρίς να εξυψούνται μέχρι του στοιχειωδέστατου αισθήματος του ρυθμού. Ποίησιν δεν εμάνθαναν, το αιώνιον ανθρώπινον ούτε. Ο Ησίοδος, που παλαιότερα εδιδάσκετο εις τα γυμνάσια, άφηνεν εις την μνήμην των μαθητών μερικάς ηθικολογίας, ως μόνον καρπόν. Η προφητική μορφή, με την φλογεράν της πιστίν εις την θείαν δικαιοσύνην και την θείαν της αποστολήν ως κήρυκος της κοσμικής τάξεως, του έργου των Ολυμπίων, ουδέ μακρόθεν ανεφάνη εις τον ορίζονταν μαθητών ή διδασκάλων. Ούτε διδασκάλων, ούτε μαθητών η φαντασία κατώρθωνε να ιδή και να αναπαραστήση την αρχαίαν τραγωδίαν ή κωμωδίαν ως θεατρικόν έργον. Και η διαισθητική των ικανότης δεν έφθανεν εις το να αντιληφθή και ζήση την τραγωδίαν, ως τραγικότητα, ως το πρόβλημα της ανθρωπίνης ζωής, που πάντα λύσιν απαιτεί και αιώνια άλυτον μένει, την πάλην μεταξύ της ανθρωπίνης προσπαθείας και της ανθρωπίνης μοίρας, μεταξύ του ιδεώδους και του πραγματικού, του ποθητού και του δυνατού.

Το αποτέλεσμα ήτο, ότι οι μορφωμένοι μας διέβλεπαν εις την γραμματικήν εκμάθησιν της αρχαίας γλώσσης είτε μυστηριώδους τινος και θαυματουργού δυνάμεως πρόσκτησιν, της οποίας η μόνη αξία - εις την αντίληψίν των - ήτο ο κόπος, που κατέβαλλον δι' αυτήν, και η ευλαβής προσατένισις των άλλων προς τον αποκτήσαντα την γνώσιν αυτήν είτε χάσιμον χρόνου άσκοπον. Και τα δύο αλλότρια του σκοπού της ανθρωπιστικής παιδείας. Η μεγάλη πλειονότης απέφευγε να ανοίξη κανένα από τους «συγγραφείς», του σχολείου κατόπιν, αφ' ού δεν είχαν τίποτε να της δώσουν. Όσοι δε τους άνοιγαν και κατόπιν - και ήσαν αρκετοί - εδοκίμαζαν βεβαίως αληθινήν ευφροσύνην από την ανάγνωσίν των, αλλ' ευφροσύνην, που δημιουργεί αυτή η ενασχόλησις του πνεύματος, ανεξαρτήτως του αντικειμένου της ενασχολήσεως, ανάλογον με την καλαισθητικήν συγκίνησιν του μαθηματικού ενώπιον των ήκιστα αισθητικών εξισώσεών του. Δι' άλλους η ευφροσύνη αύτη συνίστατο εις τον αόριστον εκείνον και ασύλληπτον γλυκασμόν της εκτάσεως ενώπιον της «θείας» γλώσσης. Δι' άλλους συνεχέετο με την ανθρωπίνως ευεξήγητον ηδονικήν αναβίωσιν παιδικών και νεανικών αναμνήσεων. Η ουσία μας παρέμενε ξένη, η επαφή μας ήτο εξωτερική μόνον, ήκιστα προσωπική. Το ανώριμον της ψυχής μας όμμα την επιφάνειαν μόνο ημπορούσε να ιδή, όχι το βάθος. Η επικοινωνία μας με τους αρχαίους δεν επήγαζεν από μέσα μας· μας προσετίθετο απ' έξω ως φραγκική μίμησις ή βυζαντινή παράδοσις ή επέκτασις της άλλως βαθύτατα ερριζωμένης εθνικής μας συνειδήσεως...

...Την εικόνα, που παρουσιάζει η επαφή του έθνους μας, ως συνόλου, προς την Αρχαιότητα, επιβεβαιώνει και η επισκόπησις της ιστορίας της φιλολογικής μας επιστήμης. Και εις την σχέσιν της προς τον αρχαίον βίον και εις την επιστημονικήν της παραγωγήν παρέμεινε και αύτη προσηλωμένη εις την γλωσσικήν μορφήν των αρχαίων ελληνικών συγγραμάτων, με γραμματικάς και κριτικάς παρατηρήσεις ή το πολύ σχολιασμένας εκδόσεις περιοριζόμενας απλώς και αποκλειστικώς εις το γλωσσικόν στοιχείον.

Ιωάννης Συκουτρής

Το παραπάνω αποτελεί απόσπασμα από τα επιλεγόμενα στη μετάφραση του Th. Zielinski, "Ημείς και οι αρχαίοι", Δημητράκος, Αθήνα 1928, σελ. 238-239 και 241

Ιωάννης Συκουτρής

Οι πνευματικές κατευθύνσεις των νέων

Από: Ιωάννου Συκουτρή, Μελέται και άρθρα, εκδόσεις του Αιγαίου, Αθήναι 1956, σσ. 257-260.
Προσαρμογή στη δημοτική: Έλλοπος, 2002
.

(Ὁ Συκουτρῆς ἀπαντάει στὸ ἐρώτημα τοῦ περιοδικοῦ Μελέτη-Κριτική, "Ποιοί δρόμοι ἀνοίγονται σήμερα στὴ νεότητα".)

Επιτρέψτε μου νὰ προτάξω δύο γενικὲς παρατηρήσεις ποὺ ἀναφέρονται στὸν τρόπο τῆς ἐρώτησής σας. Δὲν μοῦ τὶς ὑπαγορεύει πνεῦμα ἐπικρίσεως, ἀλλὰ ἡ ἐπιθυμία νὰ δικαιολογήσω ἐκ τῶν προτέρων τὸν χαρακτῆρα τῆς δικῆς μου ἀπάντησης.

Πρῶτα-πρῶτα δὲν ὑπάρχουν, κατὰ τὴ γνώμη μου, ἀπὸ τὴν ἄποψη τῆς δεοντολογίας ἰδανικὰ καὶ κατευθύνσεις, ποὺ ν' ἁρμόζουν μόνο ἢ κυρίως στοὺς νέους. Ἂν στὴν πραγματικότητα οἱ δρόμοι τῶν νέων καὶ τῶν παλαιότερων γενεῶν χωρίζονται, ὅμως, καὶ στῶν δύο τὴ συνείδηση τὰ ἰδανικά τους ἔχουν - καὶ πρέπει νὰ ἔχουν - ἀξία καθολικὴ γιὰ κάθε γενιὰ καὶ κάθε ἐποχή.

Ἔπειτα θέλετε ν' ἀκούσετε ἀπ' τοὺς "ἀντιπροσώπους τῶν διαφόρων φιλοσοφικῶν ρευμάτων" τὶς κατευθύνσεις ποὺ πρέπει, κατὰ τὴ γνώμη τους, ν' ἀκολουθήσετε στὴ ζωή σας. Καὶ οἱ "ἀντιπρόσωποι" αὐτοὶ θὰ πρέπει, σὰν καλοὶ πραγματευτάδες, ν' ἁπλώνουν μπροστά σας μὲ ὅσο δυνατὸ πιὸ χτυπητὰ καὶ ἑλκυστικὰ χρώματα τὰ ἐμπορεύματά τους - στὴν περίπτωση αὐτή: τὰ "ἰδανικὰ" ποὺ κηρύσσουν - , ἀπ' ὅπου θὰ διαλέξετε σεῖς ὅ,τι σᾶς ἀρέσει ἢ ὅ,τι σᾶς πείθει περισσότερο.

Εἶναι τὸ παλαιὸ γνώριμο σύστημα τῶν σοφιστῶν, γιὰ τοὺς ὁποίους οἱ ἀπαντήσεις, ποὺ δίνει ὁ ἄνθρωπος στὰ μεγάλα προβλήματα τῆς ζωῆς, εἶναι κάτι ἕτοιμο, ὅπως ὁποιεσδήποτε πρακτικὲς ἐπαγγελματικὲς γνώσεις, κάτι ἐξωτερικὸ καὶ ἐπιφανειακό, ποὺ μπορεῖ νὰ τὸ ἀλλάζει κανεὶς ἀνάλογα μὲ τὴν ἐντύπωση ποὺ τοῦ κάνουν τώρα ἢ ἀργότερα τὰ ἐπιχειρήματα ἐκείνων ποὺ διακηρύσσουν τὶς ἀπαντήσεις αὐτές. Γιὰ ὅσους, ὅμως, ὁ Πλάτωνας δὲν ἔζησε καὶ δὲν ἔγραψε μάταια, τὸ διανοητικὸ περιεχόμενο τῶν διαφόρων ἰδανικῶν δὲν εἶναι τὸ οὐσιῶδες. Γιατὶ ἡ ἴδια θεωρητικὴ ἀρχὴ παρουσιάζει κάθε φορά, ἀνάλογα μὲ τὰ πρόσωπα καὶ ἀνάλογα μὲ τὶς ὑπόλοιπες προϋποθέσεις της, διαφορετικὸ ἠθικὸ περιεχόμενο καὶ διαφορετικὴ πνευματικὴ ἀξία. Ἀξία ἔχει ὄχι τὸ τί πιστεύεις, ἀλλὰ τὸ πῶς πιστεύεις ὁτιδήποτε πιστεύεις. Ἀπὸ ποιές ἀμφιβολίες ξεκίνησες, πῶς κατέληξες σ' αὐτὴν εἰδικὰ τὴν πίστη, τί ἐσωτερικοὺς ἢ καὶ ἐξωτερικοὺς ἀγῶνες σοῦ στοίχισε, πῶς διαμορφώνει τώρα τὴ ζωὴ καὶ τὶς πράξεις σου, - ὁ ἔρωτας καὶ ἡ μέθοδος, μὲ τὴν ἔννοια ποὺ δίνει στὶς λέξεις ὁ Πλάτωνας, ὄχι τὸ πόρισμα, ἔχουν τὴν ἀξία γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Ἔτσι τὸ πρόβλημα τῶν ἰδανικῶν γίνεται πρόβλημα βαθύτατα καὶ οὐσιαστικότατα ἠθικό. Ἀναφέρεται στὰ κίνητρα, τὴν ἐσωτερικὴ ἐργασία καὶ τὸ αἴσθημα τῆς προσωπικῆς μας εὐθύνης ἀπέναντι στὴ μοίρα μας καὶ τὴν κοινωνία, γίνεται αἴρεσις βίου, γιὰ νὰ χρησιμοποιήσω τὴν ἀριστοτελικὴ ἔκφραση.

Ἔτσι, ὅσοι ταχθήκαμε δάσκαλοι τῆς νεότητας, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴν ἡλικία τοῦ καθενός μας, δὲν ἔχουμε οὔτε τὸ δικαίωμα οὔτε τὴν ὑποχρέωση νὰ σᾶς ἐπιβάλουμε ἢ νὰ σᾶς ὑποβάλουμε νὰ πιστεύετε ὅ,τι πιστεύουμε ἐμεῖς. Ἄλλωστε, τί σημασία θὰ εἶχε, ἀκόμα καὶ γιὰ μᾶς, μιὰ πίστη σὲ ἀρχές, ποὺ μπορεῖ νὰ τὶς θεωροῦμε ἐμεῖς σωστότερες, τὴ στιγμὴ ποὺ ἡ πίστη αὐτὴ δὲν θὰ εἶχε τὸν χαρακτῆρα προσωπικοῦ ἀποκτήματος, ποὺ κερδήθηκε μὲ δικούς σας ἀγῶνες καὶ μὲ δική σας εὐθύνη; Τὸ μόνο στὸ ὁποῖο μποροῦμε νὰ σᾶς βοηθήσουμε ἐμεῖς - καὶ δὲν μιλάω γιὰ τὶς καθαρὰ ἐπιστημονικὲς γνώσεις καὶ μεθόδους· αὐτὰ μεταδίδονται μὲ τὴ διδασκαλία - εἶναι νὰ σᾶς ὑποδείξουμε ὁρισμένες προϋποθέσεις, χωρὶς τὶς ὁποῖες οἱ κατευθύνσεις καὶ οἱ πεποιθήσεις σας, ὅποιες κι ἂν εἶναι, δὲν μποροῦν νὰ ἔχουν οὔτε ὑποκειμενικὴ οὔτε ἀντικειμενικὴ ἠθικὴ ἀξία. Αὐτὴ τὴν ἔννοια καὶ αὐτὴ τὴ σημασία ἔχουν οἱ ὑποδείξεις ποὺ ἀκολουθοῦν, στὶς ὁποῖες χάριν συντομίας δίνω ἀφοριστικὴ διατύπωση.

Τὰ προβλήματα τῆς ζωῆς εἶναι ὡς προβλήματα γονιμότερα καὶ αἰωνιότερα ἀπὸ ὁποιαδήποτε λύση τους.

Τὸ νὰ βρεῖς τὴ λύση σ' ἕνα πρόβλημα τῆς ζωῆς ποὺ σὲ ἀπασχολεῖ, εἶναι ἀνάγκη τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου καὶ εἶναι καθῆκον του ἀπέναντι στὸν ἑαυτό του καὶ τοὺς ἄλλους, ἐφόσον δὲν πρέπει ἡ ζωή του νὰ παρουσιάζεται σὰν ἕνα κείμενο ποὺ ἔχει ἀφήσει ἀνοιχτὲς παρενθέσεις. Ἀλλ' ὅμως ὁποιαδήποτε λύση, ἀκόμα καὶ ἡ πιὸ σωστή, χάνει τὴν ἀξία της, γίνεται κάτι ἐπιφανειακό, ὅταν σταματήσεις νὰ αἰσθάνεσαι ἀνοιχτὸ μέσα σου τὸ πρόβλημα ποὺ τὴν ἐπέβαλε, ὅταν πιστέψεις ὅτι εἶναι ὁριστική. Γιατὶ δὲν εἶναι οἱ ἀπαντήσεις, ἀλλὰ οἱ ἐρωτήσεις ἐκεῖνες ποὺ κρατοῦν ζωντανὸ πάντοτε τὸν κόσμο τοῦ πνεύματος καὶ ἄγρυπνη τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου.

Γιὰ τὸν ἄνθρωπο τοῦ πνεύματος καὶ τῆς δράσης, ποὺ ἔχει τὴ δύναμη καὶ τὴν ὄρεξη κάθε φορὰ ν' ἀρχίζει ἀπὸ τὴν ἀρχή, ὁ λίθος τοῦ Σίσυφου δὲν εἶναι κατάρα, εἶναι εὐλογία. Μπορεῖ ν' ἀλλάξεις πεποιθήσεις· δὲν εἶναι ντροπή. Μπορεῖ νὰ ἐπιβεβαιωθεῖς ἢ νὰ ἐπιστρέψεις σὲ παλαιότερες· μὴν ἀμφιβάλλεις ὅτι τώρα θὰ τὶς νοιώσεις καὶ θὰ τὶς ζήσεις βαθύτερα, πλουσιότερα. Καὶ τὰ δύο εἶναι δείγματα ἀληθινῆς φιλοσοφίας, καὶ ἡ φιλοσοφία - τὸ κήρυξε ὁ Σωκράτης - εἶναι πάντοτε γιὰ τὸν ἄνθρωπο κάτι ἀνώτερο ἀπὸ τὴ σοφία.

Κανένα ἰδανικὸ δὲν ἔχει ἀξία ἢ ὀρθότητα, ἂν δὲν θεμελιώνεται στὴν πίστη στὴν ὑψηλὴ ἀξιοπρέπεια τῆς ἀνθρώπινης φύσης.

Ὁ ἄνθρωπος εἶναι πάντοτε δυνάμει ἀνώτερος ἀπ' ὅ,τι φαίνεται, ἀπ' ὅ,τι κάνει, ἀπ' ὅ,τι λέει. Κάθε ἀπαισιόδοξη θεωρία, ποὺ βλέπει στὸν ἄνθρωπο μόνο ἢ κυρίως τὸ κτῆνος, πάσχει ἀπὸ ἐσωτερικὴ λογικὴ ἀντίφαση. Τὴ διαψεύδει ἡ ἴδια ἡ διανοητικὴ προσπάθεια, ποὺ καρπός της εἶναι ἡ θεωρία.

Κανένα ἰδανικὸ δὲν ἔχει ἐσωτερικὴ ἀξία, ὅταν ἔχει καθαρὰ ἀρνητικὸ χαρακτῆρα.

Τὸ ἀγαθὸ - καὶ αὐτὸ εἶναι ἡ ἀξία - δὲν μπορεῖ νὰ λείψει, μόλις λείψει τὸ ψέμα καὶ τὸ κακό. Ἀλλιῶς δὲν ἀξίζει νὰ τὸ πιστεύουμε γιὰ ἀγαθό.

Καμμιὰ ἀπάντηση στὰ προβλήματα τῆς ζωῆς δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι σωστή, ἂν εἶναι πολὺ ἁπλὴ καὶ εὔκολη.

Ἡ ζωὴ εἶναι πλούσια. Ὁ κόσμος ποὺ κλείνει ὁ ἄνθρωπος στὰ στήθη του, μεγάλος, ὅσο καὶ ὁ ἐξωτερικὸς κόσμος, ἀπέραντος ὠκεανὸς μὲ τρικυμίες καὶ θυμούς, μὲ τὸ ἀνήριθμον γέλασμα τῶν κυμάτων καὶ τοὺς ἀνεξερεύνητους βυθούς του, μὲ μύριες δυνάμεις, ποὺ συμπλέκονται καὶ ἀνταγωνίζονται μεταξύ τους. Ἡ κάθε μιὰ ἔχει τὴν ἀξία καὶ τὴν αἰτία τῆς ὕπαρξής της. Ἔτσι τὸ πρόβλημα τῆς ζωῆς παρουσιάζεται στοὺς ἀνθρώπους μὲ τ' ἄγρυπνα μάτια ὡς ζήτημα ἰσορροπίας ἀνάμεσα στὶς δυνάμεις αὐτές, ἰσορροπίας ποὺ κάθε φορὰ χρειάζεται στερέωση καὶ ἀπαιτεῖ νὰ εἶναι ἡ προσπάθεια καὶ ἡ προσοχή μας διαρκῶς ἀκούραστη. Ἐκεῖνοι ποὺ βλέπουν τὴ ζωὴ μονόπλευρα, ποὺ ἀφήνονται νὰ παρασυρθοῦν ἀπὸ μία κατεύθυνση, ποὺ κλείνουν τὰ μάτια μπροστὰ στὶς ἀντιθέσεις καὶ τὶς ποικιλίες τῆς ζωῆς, μπορεῖ ν' ἀπαλλάσσονται ἀπὸ κόπους καὶ φροντίδες, νὰ ἐφησυχάζουν ἢ καὶ νὰ κοιμοῦνται, γιατὶ ἔλυσαν τὰ προβλήματα τῆς ζωῆς. Ἀλλ' αὐτοὶ δὲν ζοῦν τὴ ζωή τους, τοὺς ζεῖ ἐκείνη. Καὶ ὅσο πιὸ ὡραῖο, ὅσο πιὸ πλούσιο, ὅσο πιὸ βαθὺ εἶναι ἕνα πρᾶγμα, τόσο περισσότερες δυσκολίες καὶ κόπους προϋποθέτει.

Καμμιὰ θεωρητικὴ ἀρχὴ δὲν ἔχει ἀξία, ὅταν δὲν ἐξαρτᾶται ἄμεσα ἀπὸ τὸ βαθύτερο κέντρο τῆς προσωπικότητας, ποὺ ἀποτελεῖ τὴν ἑνότητα καὶ τὸ ἠθικὸ ἕρμα ὅλων τῶν ἐπιμέρους ἰδανικῶν.

Ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι ντουλάπα μὲ ράφια ξεχωριστὰ καὶ ξεχωριστὰ συρτάρια, στὰ ὁποῖα φυλάσσονται γιὰ τὴν περίσταση οἱ διάφορες "ἰδέες" γιὰ ἐκεῖνο ἢ τὸ ἄλλο ζήτημα. Εἶναι ἕνας ζωντανὸς ὀργανισμός, ποὺ πρέπει πάντα νὰ ἔχει ἄγρυπνη τὴ συνείδηση τοῦ τί σημαίνει γιὰ τὴν ὅλη προσωπικότητα ἐκείνη ἢ ἡ ἄλλη ἐπιμέρους γνώμη. Μόνο ἔτσι προφυλάσσεται ὁ νέος ἀπὸ τὶς ἐσωτερικὲς ἀντιφάσεις, ποὺ κάνουν τὴν πνευματική του ὑπόσταση νὰ μοιάζει μὲ μωσαϊκὸ ἀλλοπρόσαλλων πεποιθήσεων. Μόνο ἔτσι κατορθώνεται ἡ ἰσορροπία, χωρὶς τὸν ἀκρωτηριασμὸ καὶ τὸ στένεμα τῆς ζωῆς.

Κανένα ἰδανικὸ δὲν ἔχει ἀξία ἢ ἀλήθεια, ἂν δὲν προϋποθέτει ἀπόλυτη ἀνεξαρτησία πνεύματος ἀπὸ τὶς ἀδυναμίες τοῦ ἑαυτοῦ μας, ἀπὸ τὶς προλήψεις τοῦ παρελθόντος, ἀπὸ τὶς πολὺ ἰσχυρότερες προλήψεις τῶν συγχρόνων.

Ἡ ἐλευθερία τοῦ πνεύματος εἶναι ἡ μόνη ἐγγύηση καὶ τὸ μόνο τεκμήριο ἀληθινὰ ἐλεύθερης προσωπικότητας, προσωπικότητας γιὰ τὴν ὁποία δὲν ὑπάρχει ἡ λογικὴ τῶν ἀριθμῶν, ποὺ μετράει τὴν ἀξία μιᾶς ἰδέας ἀπὸ τὸν ἀριθμὸ ὅσων τὴν παραδέχονται. Καὶ εἶναι τόσο λίγοι, ὅσοι μποροῦν καὶ θέλουν νὰ ἔχουν τέτοια προσωπικότητα! Εἶναι τόσο πολλοί, ὅσοι φιλοδοξοῦν ν' ἀνήκουν σ' ἕνα κοπάδι, γιὰ νὰ ἔχουν τὸ αἴσθημα τῆς ἀσφάλειας ποὺ τοὺς παρέχει ὁ μεγάλος ἀριθμὸς καὶ νὰ γλυτώνουν τὸν κόπο καὶ τὶς εὐθύνες τῆς προσωπικῆς σκέψης.

Καμμιὰ ἰδέα δὲν ἔχει ἀξία ἂν δὲν προέρχεται ἀπὸ βαθειὰ κατανόηση τῶν πραγμάτων καὶ δὲν ἔχει ἐσωτερικὴ διαύγεια.

Πολὺ συχνὰ καταπολεμοῦμε ἕνα καθεστὼς ἢ μιὰ ἀρχή, μόνο γιατὶ δὲν μποροῦμε νὰ τὰ καταλάβουμε, γιατὶ εἶναι πολὺ πιὸ πλούσια καὶ πολύπλοκα γιὰ νὰ χωρέσουν στὸ στενὸ πλαίσιο τῆς δικῆς μας ἀνώριμης λογικῆς. Κι ὅμως, μόνο ἐκεῖνος, ποὺ ἔχει συλλάβει τὴν ἐσωτερικὴ διάρθρωση ἑνὸς φαινομένου τῆς πνευματικῆς ζωῆς, μπορεῖ καὶ νὰ τὸ ἀξιολογήσει. Ἀπ' τὴν ἄλλη πλευρά, πολὺ συχνὰ παρουσιάζεται τὸ φαινόμενο ὁρισμένοι ἄνθρωποι νὰ ὑπερασπίζονται ἀντιλήψεις ποὺ δὲν ἔχουν κατανοήσει μέσα τους μὲ σαφήνεια καὶ διαύγεια. Κι ἐδῶ δὲν πρέπει νὰ ξεχνοῦμε, ὅτι ἕνα πρόσωπο εἶναι τόσο πιὸ ἀξιόλογο, ὅσο περισσότερο προχωρεῖ ἡ σκέψη του ὄχι σὲ πλάτος, ἀλλὰ σὲ βάθος. Καὶ βάθος σημαίνει: διαύγεια, λογικὴ ἀκολουθία, συναίσθημα φωτεινό.

Ἡ ἀξία μιᾶς ἰδέας εἶναι τόσο μεγαλύτερη, ὅσο μᾶς ὁδηγεῖ μᾶλλον στὸ νὰ καλλιεργήσουμε τὸν ἑαυτό μας, παρὰ νὰ διορθώσουμε τὴν κοινωνία.

Ἡ κοινωνία δύσκολα διορθώνεται καὶ ἡ εὐθύνη μας γιὰ ὅ,τι εἶναι ἡ κοινωνία, εἶναι πολὺ μικρότερη ἀπὸ τὴν εὐθύνη ποὺ ἔχουμε γιὰ τὸν ἑαυτό μας. Εἶναι, ὅμως, ἄνανδρο νὰ θέλουμε νὰ διορθώσουμε τοὺς ἄλλους, προτοῦ νὰ ἔχουμε βάλει κἂν χέρι πάνω μας.

Οὔτε στὶς ἀπόψεις σου οὔτε στὶς συζητήσεις νὰ μὴ ξεχνᾶς τὸν κώδικα τιμῆς κάθε πνευματικοῦ ἀνθρώπου.

Καὶ ὁ κώδικας τιμῆς ἐπιβάλλει νὰ παραδεχόμαστε, ὅτι καὶ στὸν ἄλλο ὑπάρχει ὁ ἴδιος βαθμὸς ἀνιδιοτέλειας, καλῆς πίστης καὶ εὐθύτητας, ὅπως καὶ σὲ μᾶς. Ὅτι τὸ ἐνδεχόμενο πλάνης ὑφίσταται καὶ γιὰ μᾶς, ὄχι μόνο γιὰ ἐκεῖνον. Ὅτι ὁ φανατισμὸς - ποὺ ἡ δημοκοπία σήμερα τὸν ὀνομάζει "ἐπαναστατισμό" - καὶ οἱ ὕβρεις εἶναι δεῖγμα τῆς δικῆς μας τύφλωσης καὶ ἀδυναμίας, ποὺ δὲν βοηθάει καθόλου στὴ νίκη τῶν ἀπόψεών μας. Ὅτι ἡ ἴδια ἡ νίκη εἶναι κάτι πολὺ πιὸ ἀσήμαντο ἀπὸ τὴν ἀνταλλαγὴ γνωμῶν. Ὅτι ἡ ὕπαρξη ποικιλίας γνωμῶν εἶναι ἡ μεγαλύτερη ἀπόδειξη ἀληθινὰ ζωντανοῦ πνευματικοῦ βίου ...

Δὲν πρέπει ν' ἀφήνουν οἱ νέοι τὸν ἑαυτό τους νὰ καταληφθεῖ ἀπὸ τὸν ναρκισσισμὸ τῆς νεότητας.

Ὅταν ἀκοῦμε ἐμεῖς οἱ νεότεροι γύρω μας "ἔτσι εἶναι οἱ νέοι, αὐτὸ εἶναι χαρακτηριστικὸ τῆς νεότητας", κλπ., δὲν πρέπει νὰ ξεχνᾶμε, ὅτι αὐτὰ λέγονται γιὰ νὰ ἐξηγήσουν, ὄχι γιὰ νὰ δικαιώσουν τὶς πράξεις καὶ τὶς ἰδέες μας, δὲν πρέπει, ἑπομένως, νὰ καμαρώνουμε γι' αὐτά. Πνευματικὰ ὁ νέος πρέπει νὰ φιλοδοξεῖ, ὅσο γίνεται πιὸ γρήγορα, νὰ πάψει νὰ εἶναι νέος. Νέος πρέπει νὰ προσπαθεῖ νὰ μείνει πάντα, ὅσα χρόνια κι ἂν ἔχει, στὴν καρδιά, στὴν ἁγνότητα τῶν προθέσεων, στὴ δύναμη τοῦ ἐνθουσιασμοῦ, στὴ φλογερότητα τῆς πίστης, στὸ ἄδολο ἀντίκρυσμα κάθε ὡραίου, ὑψηλοῦ καὶ ἀληθινοῦ. Ἐδῶ δὲν πρέπει ποτέ του νὰ γεράσει.

Παρασκευή, 19 Φεβρουαρίου 2010

Σχόλια & έλληνες ζωγράφοι, ζωγραφική: αναζητείται αισθητική...

Αισθητική & ζωγραφική, σύγχρονοι έλληνες ζωγράφοι


Γιάννης Σταύρου, Άνοιξη στην Αττική, λάδι σε καμβά

Στις μέρες μας η αισθητική έχει χάσει εντελώς το νόημα της. Ακόμη και οι ελάχιστοι που κλείνουν, απογοητευμένοι θεωρούν κάθε συζήτηση ή σκέψη ανώφελη...

Ίσως να έχουν και δίκιο. Στο βασίλειο της ασχήμιας, δεν είναι απλά μάταιο να ξεθάβεις έννοιες, σημαίνοντα και σημαινόμενα - μάλλον είναι και επικίνδυνο...

Θυμηθείτε το κουρέλιασμα λέξεων όπως "πολιτισμός" και "κουλτούρα". Όταν καταστράφηκε, δολοφονήθηκε στυγερά κάθε περιεχόμενο τους στη χώρα μας, τότε και θεσμοποιήθηκαν εκκωφαντικά τα μαζικά σκουπίδια των υπουργείων, των δήμων, των φορέων, των ιδρυμάτων, των μουσείων, των ΜΚΟ, των νεοελλήνων...

Άπασα η ελληνική βαρβαρότητα, δημόσια & ιδιωτική, άρχισε να μιλάει για πολιτισμό - όταν τον είχε εξαφανίσει οριστικά και αμετάκλητα από κάθε εδαφολογικό, νοητικό ή φαντασιακό τοπίο...

Σήμερα, λέμε να κάνουμε ένα ξόρκι...

Ανασύρουμε λοιπόν ένα κείμενο "παμπάλαιο" - απέχει έτη φωτός από το παρόν μας - και ανατρέχουμε με τη φαντασία μας στο παρελθόν της Αθήνας, της Ελλάδας που χάσαμε για πάντα...


Γιάννης Σταύρου, Ακρόπολη 1970, λάδι σε καμβά

Περικλῆς Γιαννόπουλος, Ἡ Ἑλληνικὴ Γραμμὴ καὶ τὸ Ἑλληνικὸ Χρῶμα

Πηγή:
ΕΛΛΟΠΟΣ
Μαρτυρίες

Σταθῆτε εἰς ἕνα μέρος τῶν Ἀθηνῶν ἀνοικτόν. Εἰς τὸ Ζάππειον, εἰς τὰ Πατήσια, ὅπου θέλετε. Ἀναβῆτε εἰς ἕνα λοφίσκον, λόφον εἰς τὸν Ἀρδηττόν, εἰς τὸν Λυκαβηττόν, εἰς τὸν Φιλοπάππον, εἰς τὴν Ἀκρόπολιν, εἰς οἱονδήποτε σημεῖον θέλετε. Προτιμήσατε νὰ ἀναβῆτε εἰς τὸ ἐξωκκλήσιον τοῦ Ἁγ. Δημητρίου, ὑπὸ τὴν Ἀκρόπολιν, καὶ στρέφοντες δεξιόθεν ὅπου σᾶς ἐχάραξαν καὶ δρόμον νὰ κάμετε ὀλίγα βήματα μέχρις ὅτου σᾶς ἀποκαλυφθοῦν τὰ πάντα πανταχόθεν. Ἐκεῖ εἶναι καλύτερα, διότι ἡ κεφαλὴ τοῦ θεατοῦ εἶναι εἰς στὴν γραμμὴν μὲ ὅλους τοὺς λόφους καὶ τὰ βουνὰ καὶ βλέπει τὰ πάντα, οὔτε πολὺ ὑψηλόθεν, οὔτε πολὺ χαμηλόθεν.

Πηγαίνετε ἐκεῖ, εἴτε ἕνα ξηρὸν ἀνέφελον ροδοξύπνημα ἡμέρας, εἴτε ἕνα πάμφωτον μεσημέρι, εἴτε καλήτερον, τρεῖς ὥρας πρὸ τῆς δύσεως τοῦ ἡλίου, ὅτε ὅλα διαβάζονται καθαρώτερα καὶ ἁπλούστερα ἀπὸ τοὺς ἀμυήτους ὀφθαλμούς. Μείνατε ἐκεῖ, δυό, τρεῖς, τεσσάρες, πέντε ὥρας. Δὲν θὰ πάθετε τίποτε διὰ μίαν φοράν. Εἶναι τόσον ὡραῖα τόσον ἡδονικὰ νὰ κάθεται κανεὶς εἰς τὸ μητρικὸν χῶμα καὶ νὰ θωπεύει τὰ χόρτα καὶ τὰ ὡραῖα πετράδια, μὲ τὰ ὁποῖα τόσον γρήγορα γίνεται ἕνα. Καθίσατε χωρὶς καμμίαν σκέψιν, χωρὶς κανένα σκοπόν· ἀφήσατε τὴν ψυχήν σας ἐλευθέραν νὰ τέρπεται ἀπὸ τὰ ὁρώμενα ἀθύρματα καὶ τὸν ἐγκέφαλόν σας νὰ φωτογραφίζει εἰς τὸν σκοτεινόν του θάλαμον λόφους, βουνά, ἀκτάς, νερά, καπνούς, χρώματα, ὅ,τι φαίνεται.

Τί βλέπετε; Ἕναν ὁλόκληρον κόσμον. Καὶ τοῦ κόσμου αὐτοῦ τὸ κάθε τί λεπτὸν ξηρὸν καὶ τὸ κάθε τί χρωματιστόν. Ἀκολουθήσατε μὲ τὰ μάτια σας τὰ θωπεύοντα δάκτυλά σας τὸ χῶμα. Χῶμα ξηρόν, ἐλαφρόν, τριμμένον, κοῦφον, τρίμματα πετραδιῶν πολυχρώμων, συχνὰ καὶ τρίμματα ἀγγείων τοῦ τριμμένου κόσμου. Προσέξατε περισσότερον· μία βλάστησις μόλις διακρινομένη, μόλις προβάλλουσα εἰς τὴν ἐπιφάνειαν, μικροσκοπικωτάτη, λεπτοφυεστάτη, πολύχρωμος, μόλις ἐννοουμένη ἂν εἶναι ξηρὰ ἢ χλωρά. Παρατηρήσατε τὰ ὁρατότερα, τὰ πλησίον σας πετράδια, χορτάρια. Κάθε πετράδι, λιθάρι, χορτάρι, καθήμενον ὡραῖα, διαγραφόμενον διαυγέστατα, προβάλλον τὴν φυσιογνωμίαν του σὰν ἄτομον, σὰν ἄνθρωπος.

Τὸ κάθε χορτάρι ἀπὸ τὴν ρίζαν του ἕως τὸν χνοῦν του, ἕως τὴν τελευταίαν του ἀκτῖνα, τὰ πάντα ὁρατότατα εἰς τὸν ὀφθαλμόν. Κάθε λιθάρι, χορτάρι, ἀνθύλλιον, φυτόν, θάμνος, διαγράφεται τόσον καθαρά, διακρίνεται τόσον πολύ, τόσον πολὺ διαφέρει, μὲ τόσην ἔντασιν ἐπιδεικνύει τὴν ὕπαρξίν του, τὴν ἀτομικότητά του, ὥστε κάθε πετράδι, χορτάρι, εἶναι σὰν κάθε κύριον Α., σὰν κάθε κύριον Β. Παρατηρήσατε τὰ πλησίον σας ἄνθη τῶν ἀσφοδελῶν· ἕνα ἕνα σᾶς κυττάζει σὰν πρόσωπον· διακρίνετε τὰς ἐλαχίστας ραβδώσεις τῶν πετάλων του· εἰς ἕνα μακρύτερον δύνασθε νὰ μετρήσετε ὅλους τοὺς σφαιροειδεῖς του σπόρους. Ἐκτείνατε τὸ βλέμμα σας ἐπὶ τῶν ἀνθισμένων ἀσφοδελῶν ποὺ στολίζουν ὅλα τὰ ἐνώπιόν σας καταιβάσματα τῶν λόφων, μὲ τὰ ροδαλά των δονούμενα φῶτα τὰ ἐκπνέοντα ἁβρὰν ἡδυπάθειαν.

Ὅσον καὶ ἂν ἐκτείνετε τὸ βλέμμα σας, διακρίνετε παντοῦ, ἕναν ἕναν ἀσφοδελόν, παντοῦ ἔχετε τὴν αἴσθησιν τοῦ μεταξύ των διαστήματος, ἀέρος, φωτός. Παρατηρήσατε, παρατηρήσατε μὲ προσοχὴν εἰς κάθε ὀγκώδη λίθον, εἰς κάθε δάγκωμα, εἰς κάθε ἐξόγκωμα τῆς γῆς, εἰς κάθε βραχώδη προβολὴν ὑδροχρωματισμένην κυανόφαια· διακρίνετε ὅλα τὰ λεπτουργήματα, τὰς φλέβας, τὰ νερά, τὰς ἀποχρώσεις· εἰς κάθε λόφον ὅλα του τὰ κοψίματα, τὰ σκαλίσματα, εἰς κάθε λόφον μακρυνόν, ὅλα τὰ ἀραβουργήματα τῆς φύσεως ποὺ κάμνει παίζουσα μὲ τὴν ὕλην, ὅπως ἐὰν κρατῆτε εἰς τὰ χέρια σας θήκην ἀπὸ σκαλισμένον ξύλον σαντάλ. Μία γίδα εἶναι ἐπάνω εἰς τοὺς μακρυνους λόφους τῶν σφαγείων ἢ ἐπάνω εἰς τὸν Φιλόπαππον· τὴν βλέπετε ὅπως τὴν γίδα τοῦ λεπτουργήματος ποὺ κρατεῖτε εἰς τὰ χέρια σας.

Εἰς τὰ ἀπώτατα βουνὰ διακρίνετε ὅλην των τὴν κατασκευὴν καὶ τὰ κρημνοτσακίσματα, τὰς γραμμὰς ὅλας τοῦ σώματός των, ἀντιλαμβάνεσθε, αἰσθάνεσθε τὸν χαρακτῆρα των, τὴν ἔκφρασίν των ἐντελῶς. Παρατηρήσατε εἰς τὸν ἐλαιῶνα, τὸν ὁποῖον ἡ θέσις σας παρουσιάζει ὡς ἕνα μεγάλο πύκνωμα· ὅπου ὑπάρχει ὀλίγη ἀραιότης, διακρίνετε τὰς ἐλαίας μίαν, μίαν. Τὰ ἀραιὰ δένδρα μάλιστα τῆς Ἀττικῆς εἶναι φυσιογνωμίαι ἐπιφανεῖς. Παρατηρήσατε τὰ τρία τεσσάρα κυπαρίσσια πλησίον τοῦ ἐξωκκλησίου. Κάθε δένδρον ὑψώνεται, ἐπιβάλλεται, διακρίνεται, σὰν ὑπουργός, σὰν πρεσβευτής, σὰν κύριος ἐν τέλει, σὰν συναντώμενος πρωθυπουργὸς ἢ Βασιλεὺς εἰς ἐξοχικὸν δρόμον.

Εἰς τὰ πλάγια τοῦ Αἰγαλεω, εἰς τὰ πλάγια τοῦ Ὑμηττοῦ, ὅπου εἶναι δένδρα ἀραιά, ξεχωρίζουν ἕνα ἕνα· εἰς τὴν Πεντέλην, ἡ γραμμὴ τοῦ παλατιοῦ τῆς Δουκίσσης φαίνεται καθαρώτατα· εἰς τὴν πρὸς τὴν Πεντέλην κορυφογραμμὴν τοῦ Ὑμηττοῦ, δυὸ τρία ὑπάρχοντα ψωραλέα δένδρα κυρτοστραβωμένα διακρίνονται περίφημα· εἰς τοὺς λόφους τῶν σφαγείων, εἰς τὸν Λυκαβηττόν, εἰς τοὺς ἀπωτάτους λόφους τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ, τῶν Πατησίων, ἄνθρωπος ἢ κάθε ἄλλο ζῷον εἰς τὴν κορυφήν των διακρίνεται θαυμάσια. Στραφῆτε πρὸς τὸν Πειραιᾶ· ὅλαι αἱ καπνοδόχαι διαγράφονται μία μία· ὁ κάθε καπνὸς χωριστὰ καὶ κάθε καπνὸς γινόμενος ἀσημένιος, ἀεροπορεῖ χωριστὰ εἰς τὸ χρυσοῦν φῶς· ὅσαι καπνοδόχαι, τόσοι καπνοὶ διακρίνονται ἄνωθεν τοῦ Πειραιῶς. Εἰς τὸν δρόμον τοῦ Πειραιῶς καθ᾿ ὅλον τὸν χειμῶνα, διακρίνετε ἀπὸ τὴν θέσιν αὐτήν, τὸν σκελετὸν κάθε μιᾶς λεύκης ὁλόκληρον, σὰν νὰ εἶναι πλησίον σας ἕνα δένδρον τριχοειδές. Εἰς τὴν θάλασσαν ἕνα πλοῖον περιπατεῖ· τὸ στῆθος του, τὰ ἐξαρτήματά του φαίνονται ὅλα καθαρά, ὅταν φωτίζεται καταλλήλως.

Ἠρώτησα παιδιά, ἄνδρας, γυναῖκας, γέρους, κάθε εἶδος Ἀνθρώπων ἰδικῶν μας καὶ ξένων: Βλέπεις αὐτὸ τὸ σαρίδι, τὸ λιθάρι, τὸ κλωνάρι, τὸ κέρατον τῆς γίδας, τὸ ὑπογένειον τοῦ τράγου εἰς τὸν ἀπώτατον λοφίσκον; Ὅλοι μοῦ εἶπον: τὸ βλέπω. Τώρα, στρέψατε τὰ νῶτα πρὸς τὸν δύοντα ἥλιον καὶ παρατηρήσατε τὴν κατάφωτον Ἀκρόπολιν. Παρατηρήσατε τὸν ἀναβαίνοντα λόφον μὲ τὰ πεῦκα του, τὰς ἐλαίας, τοὺς ἀθανάτους, τὰς παραμικροτέρας γραμμάς. Παρατηρήσατε τὴν φεύγουσαν καμπυλωτὴν πλευρὰν τῶν ροδοπετάλων βράχων ἀπὸ τὴν θύραν της πρὸς τὸ θέατρον τοῦ Ἡρώδου καὶ πέραν· τὰ πάντα φέγγουν σὰν γράμματα Βαλτάσαρ.

Παρατηρήσατε τὰ Προπύλαια, τὸν φαινόμενον Παρθενῶνα—ἕνα καλλιτεχνικὸν ἔργον, ἄνθος φυσικὸν θαυμάσιον, ἐναρμονιζόμενον καὶ ἐκφράζον αὐτὴν—τὰ πάντα φέγγουν, λάμπουν. Καὶ δὲν φαίνονται ὅσον ἐφαίνοντο, διότι ὁ καιρὸς ἐρροκάνισεν, ἡ βροχὴ ἐξέπλυνε τὰ χρώματα, τὸ πλήγωμα ἐχόνδρυνεν, ἐνίσχυσε τὰς γραμμάς. Φαντασθῆτε ὅτι εἶσθε εἰς τὰ Προπύλαια· φαντασθῆτε ὅτι ἔχετε ἐνώπιόν σας, οἱονδήποτε τωρινὸν οἰκοδόμημα. Ὅλαι αἱ ἀρχιτεκτονικαὶ καὶ γλυπτικαὶ λεπτομέρειαι, αἱ περίοδοι, αἱ φράσεις, αἱ λέξεις, αἱ τελεῖαι, τὰ κόμματα, οἱ τόνοι, τὰ πνεύματα, τὰ πάντα διαβάζονται ἀνέτως, ὅπως τὰ γράμματα κρατουμένης ἐφημερίδος εἰς τὰ χέρια σας. Εἶναι ἡ ἐντελὴς Ἑλληνικὴ τῶν πάντων εἰς τὰ πάντα: Σ α φ ή ν ε ι α.

Πέμπτη, 18 Φεβρουαρίου 2010

Σχόλια & ζωγραφική, ζωγράφοι: είν' ο αγέρας που σίμωσε...

Έλληνες ποιητές & Έλληνες ζωγράφοι, ζωγράφοι, ζωγραφική


Γιάννης Σταύρου, Άγγελος Σικελιανός, μικτή τεχνική

Άγγελος Σικελιανός
Αλαφροΐσκιωτος. Γυρισμός

Ύπνος ιερός, λιονταρίσιος,
του γυρισμού, στη μεγάλη
της αμμουδιάς απλωσιά.
Στην καρδιά μου
τα βλέφαρά μου κλεισμένα·
και λάμπει, ωσάν ήλιος, βαθιά μου...

Bοή του πελάου πλημμυρίζει
τις φλέβες μου·
απάνω μου τρίζει
σα μυλολίθαρο ο ήλιος·
γεμάτες χτυπάει τις φτερούγες ο αγέρας·
αγκομαχάει το άφαντο αξόνι.
Δε μου ακούγεται η τρίσβαθη ανάσα.
Γαληνεύει, ως στον άμμο, βαθιά μου
και απλώνεται η θάλασσα πάσα.

Σε ψηλοθόλωτο κύμα
την υψώνει το απέραντο χάδι·
ποτίζουν τα σπλάχνα
τα ολόδροσα φύκια,
ραντίζει τα διάφωτη η άχνα
του αφρού που ξεσπάει στα χαλίκια·
πέρα σβήνει το σύφυλλο βούισμα
οπού ξέχειλο αχούν τα τζιτζίκια.

Mια βοή φτάνει απόμακρα·
και άξαφνα,
σαν πανί το σκαρμό που έχει φύγει,
χτυπάει· είν' ο αγέρας που σίμωσε,
είν' ο ήλιος που δει μπρος στα μάτια μου
- και ο αγνός όχι ξένα τα βλέφαρα
στην υπέρλευκην όψη του ανοίγει.

Πετιώμαι απάνω. H αλαφρότη μου
είναι ίσια με τη δύναμή μου.
Λάμπει το μέτωπό μου ολόδροσο,
στο βασίλεμα σειέται ανοιξάτικο
βαθιά το κορμί μου.
Bλέπω γύρα. Tο Iόνιο,
και η ελεύτερη γη μου!

Τετάρτη, 17 Φεβρουαρίου 2010

Σχόλια & ζωγραφική, ζωγράφοι: Ο τωρινός κυρίαρχος επικαλείται τη λογική, ο μελλοντικός υμνεί την ελευθερία...

Στοχασμοί & ζωγραφική, σύγχρονοι ζωγράφοι, έλληνες ζωγράφοι


Γιάννης Σταύρου, Κυριακάτικος περίπατος, λάδι σε καμβά

Συνεχίζουμε την παρουσίαση του Παναγιώτη Κονδύλη με τη δημοσίευση των αφορισμών του...

Παναγιώτης Κονδύλης

Στοχασμοί και αποφθέγματα

Μετάφραση: ΛΑΜΠΡΟΣ ΛΑΡΕΛΗΣ

(Νέα Εστία τ.1717)

Συμβολές στη θεωρία της επικοινωνίας και της αγάπης προς τον πλησίον

Ακριβώς οι πνευματωδέστερες συζητήσεις αποδεικνύουν το αδύνατο της συναίνεσης: αυτές δείχνουν ότι για κάθε επιχείρημα υπάρχει και ένα αντεπιχείρημα.

Ο διάλογος μεταξύ ετεροφρόνων είναι αδύνατος και μεταξύ ομοδόξων περιττός.

Απαρχή ξεχωριστής οικειότητας: να κουτσομπολεύεις κατ' ιδίαν μ' έναν τρίτο τους κοινούς σας φίλους.

Όταν προσδοκούμε από τους άλλους να μάς «καταλάβουν», στην ουσία τους ζητούμε να μάς συμμεριστούν την αυτοκατανόησή μας. Φιλία είναι η (σιωπηρή) συμφωνία ότι η μία πλευρά συμμερίζεται την αυτοκατανόηση της άλλης.

Μιά συζήτηση περί φιλίας ή αγάπης μπορεί να σημάνει την αρχή ή το τέλος της φιλίας ή της αγάπης.

Οι αλαζόνες προκαλούν την αντιπάθεια επειδή δεν μπορούμε να περιμένουμε επιβεβαίωση της δικής μας φιλαυτίας.

Οι ανόητοι μονίμως παραπονούνται ότι οι ευφυείς είναι επηρμένοι.

Στις επιτυχίες αισθανόμαστε πάνω από το ανθρώπινο μέτρο, στις αποτυχίες αναλογιζόμαστε την κοινή ανθρώπινη μοίρα.

Η μεγάλη ματαιοδοξία σε αντίθεση προς τη μικρή, που ζει από τις προσόδους του πυρετώδους πάρε-δώσε στο Vanity Fair της καθημερινότητας, είναι σε μεγάλο βαθμό ανεξάρτητη από τον έπαινο και την επιδοκιμασία· γι' αυτό και φαντάζει σαν μετριοφροσύνη.

Η ευγένεια συνιστά συχνότατα τον πιο επιδέξιο καιροσκοπισμό: μόνο ευγενείς άνθρωποι κατορθώνουν να κρατούν πάντοτε και συγχρόνως όλες τις πόρτες ανοιχτές.

Συμπληρωματικά περί οπτικής

Οι παρωπίδες προσφέρουν ασφαλή προσανατολισμό.

Επειδή τα όρια των ονείρων είναι ρευστά, γίνονται ρευστά και τα όρια του Πραγματικού: γιατί το Πραγματικό βλέπεται από τη σκοπιά του ονείρου.

Ελπίδα και φόβος παρεμποδίζουν την κατανόηση των ανθρώπινων πραγμάτων· η ελπίδα όμως ξεπερνιέται πολύ δυσκολότερα από το φόβο.

Ο άνθρωπος είναι ικανός να πιστέψει οτιδήποτε, προκειμένου να πείσει τον εαυτό του και τους άλλους ότι οι πράξεις του βρίσκονται σε συμφωνία με τις πεποιθήσεις του.

Μάς ενδιαφέρει λιγότερο το τί είμαστε από το τί πιστεύουν οι άλλοι για μάς.

Ευσεβείς διαλογισμοί

Μετά το θάνατο του Θεού όλα επιτρέπονται — θρησκολογούν ορισμένοι· όσο ζούσε ακόμη ο Θεός, τα είχε επιτρέψει όλα από μόνος του — διαπιστώνουν άλλοι.

Αν ο θάνατος δεν έχει νόημα, τότε δεν έχει νόημα ούτε η ζωή: αυτό υπήρξε ανέκαθεν το ισχυρότερο —και δολιότερο— επιχείρημα των επί γης τοποτηρητών του Εκείθεν.

Ο διάβολος είναι εξαιρετικός θεολόγος, οι θεολόγοι μέτριοι διάβολοι.

Κοινωνιολογία της ηθικής και ηθική της κυριαρχίας

Γιατί οι μικροαστοί δεν είναι ποτέ κυνικοί: η πίστη στην ύπαρξη και την πρακτικότητα των γενικώς αποδεκτών κανόνων της ηθικής τους παρέχει ένα αίσθημα πρόσθετης ασφάλειας.

Ο τωρινός κυρίαρχος επικαλείται τη λογική, ο μελλοντικός υμνεί την ελευθερία.

Οι ιδέες είναι η παρηγοριά των αδύναμων και η πρόφαση των ισχυρών.

Φιλοσόφων εγκώμιον

Η έλλειψη ιστορικής παιδείας είναι η αστείρευτη πηγή έμπνευσης των φιλοσόφων.

Το πρώτο μέλημα του επαγγελματία φιλοσόφου είναι να πείσει τον εαυτό του και τον κόσμο ότι κερδίζει το μισθό του όχι ως απλός εργαζόμενος, σαν όλους τους άλλους, αλλά ως ευεργέτης της ανθρωπότητας.

Οι θεωρητικές αναμετρήσεις μεταξύ φιλοσόφων γίνονται ειλικρινείς μόνο όταν καταλήγουν σε προσωπικές ύβρεις.

Μιά παραβολή των πολιτικών αναλύσεων του Tocqueville και του Hegel δείχνει ότι ο κήρυκας του απόλυτου Πνεύματος ήταν τελικά επαρχιώτης.

Περί υγιεινής ζωής

Οριστικό επιχείρημα υπέρ του καπνίσματος: η απόλαυση είναι βέβαιη, ο κίνδυνος είναι ενδεχόμενος.

Ζητήματα γούστου

Απ' όλα προτιμώ περισσότερο την μετριοφροσύνη των αμόρφωτων. Όμως από το θράσος των ημιμαθών προτιμώ τη ματαιοδοξία των πεπαιδευμένων.

Είναι καλό που το σώμα μου δεν μπορεί να διαπράξει όλες τις αμαρτίες του πνεύματός μου.

Ο απέραντος πόθος να ρουφήξεις τον κόσμο — και η απέραντη ανία αφότου το έκανες.

Το φθινόπωρο είναι ο πιο εμπνευσμένος κιτς ζωγράφος.

Ο γάμος ισοδυναμεί με την απόπειρα να αντικαταστήσουμε όλα τα βιβλία του κόσμου με μία και μόνη εγκυκλοπαίδεια.

Summa summarum

Καμμιά αθωότητα δεν είναι αθώα, καμμιά ενοχή δεν είναι ένοχη.

Ανθρώπινο είναι οτιδήποτε πράττουν ή έχουν πράξει οι άνθρωποι.

Οι αξίες είναι σχετικές και ο άνθρωπος θνητός· στην έσχατη συνέπειά του τούτο το στοιχειώδες συμπέρασμα σημαίνει: μηδενισμός.

Ο ανδρισμός, ο οριστικός δηλαδή αποχαιρετισμός κάθε ελπίδας και φόβου, είναι η ηθική του μηδενισμού.

Το Δαιμονικό δεν είναι κάποιο σκοτεινό ορμέμφυτο, αλλά η έσχατη συνέπεια της σκέψης.

Να μη θέλεις τίποτα, να θέλεις το τίποτα, να μη θέλεις: αυτές είναι κατά σειρά οι δυνατές κλιμακώσεις της βούλησης.

Τρίτη, 16 Φεβρουαρίου 2010

Σχόλια & ζωγραφική: Για τον Παναγιώτη Κονδύλη...

Σύγχρονη σκέψη & ζωγραφική, έλληνες ζωγράφοι


Γιάννης Σταύρου, Αρόδο, λάδι σε καμβά

Παναγιώτης Κονδύλης (1943 -1998), ένας από τους κορυφαίους διανοητές και κοινωνικούς φιλοσόφους της σύγχρονης εποχής.

Ο Παναγιώτης Κονδύλης γεννήθηκε στην Αρχαία Ολυμπία το 1943 και πέθανε στην Αθήνα τον Ιούλιο του 1998.
Σπούδασε κλασσική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και φιλοσοφία, νεότερη ιστορία και πολιτικές επιστήμες στα Πανεπιστήμια της Φρανκφούρτης και της Χαϊδελβέργης. Στη Χαϊδελβέργη αναγορεύθηκε διδάκτωρ της φιλοσοφίας.

Βιβλία του σε ελληνική γλώσσα:
Η κριτική της μεταφυσικής στη νεότερη σκέψη
(1983), Ο Μαρξ και η αρχαία Ελλάδα (1984), Ο ευρωπαϊκός Διαφωτισμός, Ι-ΙΙ (1987), Ο νεοελληνικός Διαφωτισμός (1988), Ισχύς και απόφαση (1991), Η παρακμή του Αστικού Πολιτισμού (1991), Πλανητική πολιτική μετά τον Ψυχρό Πόλεμο (1992), Η ηδονή, η ισχύς, η ουτοπία (1992), Θεωρία του πολέμου (1997), Από τον 20ο στον 21ο αιώνα- Τομές στην πλανητική πολιτική περί το 2000 (1998), Το Αόρατο Χρονολόγιο της σκέψης (1998), Μελαγχολία και πολεμική (2002), Το Πολιτικό και ο Άνθρωπος - Βασικά στοιχεία κοινωνικής οντολογίας (2007)

Βιβλία του σε γερμανική γλώσσα:
Die Entstehung der Dialektik
(1979), Die Aufklaerung (1981, β΄ έκδ. 1986), Macht und Entscheidung (1984), Konservativismus (1986), Marx und die griechische Antike (1987), Theorie des Krieges (1988), Die neuzeitliche Metaphysikkritik (1990), Der Niedergang der buergerlichen Denk- und Lebensform (1991), Planetarische Politik nach dem Kalten Krieg (1992), Montesquieu und der Geist der Gesetze (1996), Das Politische und der Mensch. Grundzuge der Sozialontologie (1999), Das Politische in 20. Jahrhundert (2001)

Για την εργασία του του απονεμήθηκε το μετάλλιο Γκαίτε και το βραβείο Χούμπολντ. Διετέλεσε Εταίρος του Ιδρύματος Ανωτάτων Σπουδών του Βερολίνου. Μέχρι το θάνατό του διηύθυνε τη "Φιλοσοφική και Πολιτική Βιβλιοθήκη" των εκδόσεων "Γνώση" και τη σειρά "Ο Νεώτερος Ευρωπαϊκός Πολιτισμός" των εκδόσεων "Νεφέλη".

Το 2006 με πρωτοβουλία Γερμανών ακαδημαϊκών δημιουργείται στη Χάγη της Γερμανίας το Ίδρυμα Κονδύλης- "Kondylis-Institut für Kulturanalyse und Alterationsforschung" (KONDIAF)



Παναγιώτης Κονδύλης (1943-1998)

"
Εκπλήσσομαι αν κάποιος συμφωνεί μαζί μου"
συνέντευξη του Π. Κονδύλη στον Σπύρο Τσακνιά

περιοδικό 'ΔΙΑΒΑΖΩ', τ.384, Απρίλιος 1998

Σπύρος Τσακνιάς: Ο αναγνώστης των βιβλίων και των άρθρων σας παρατηρεί τελευταία ένα είδος στροφής του στοχασμού σας προς την πολιτική ανάλυση. Πού αποδίδετε αυτή τη στροφή;

Παναγιώτης Κονδύλης: Το αόρατο χρονολόγιο της σκέψης δεν συμπίπτει αναγκαστικά με την ορατή χρονολογική σειρά των δημοσιεύσεων: Τα πρώτα μου βιβλία πραγματεύονταν, βέβαια, θέματα που σύμφωνα με τις συχνά παραπλανητικές τρέχουσες ταξινομήσεις θεωρούνται «φιλοσοφικά» ή πάντως «θεωρητικά». Όμως στην πραγμάτευση αυτών των θεμάτων δεν με ώθησε το αποκλειστικό ενδιαφέρον για τη «φιλοσοφία» και η ανυπαρξία πολιτικών ενδιαφερόντων, αλλά πολύ περισσότερο ένας προβληματισμός συνυφασμένος εξ αρχής με την πολιτική, τόσο υπό την ευρεία όσο και υπό την στενότερη έννοια του όρου. Η Γένεση της Διαλεκτικής, όπου ψιλοκοσκινίζονται οι πιο αφηρημένες φιλοσοφικές έννοιες του μετακαντιανού γερμανικού ιδεαλισμού, προέκυψε π.χ. από την επίμονη διερεύνηση των πνευματικών ριζών και προϋποθέσεων του μαρξισμού, η οποία εν πορεία έγινε διερεύνηση της προϊστορίας του εγελιανισμού ως μιας από τις μήτρες του μαρξισμού. Στο παράδειγμα αυτό γίνεται ιδιαίτερα εμφανές, νομίζω, πώς πολιτικά ενδιαφέροντα μετοχετεύονται φυσικότατα σε φιλοσοφικές αναζητήσεις ακόμα και με την πιο τεχνική έννοια του όρου – αν, εννοείται, η ανάγκη της εμβάθυνσης και της διεύρυνσης γίνεται επιτακτικά αισθητή. Μολονότι τα εξωτερικά ερεθίσματα δεν δρουν από μόνα τους όπου λείπουν οι προσωπικές προδιαθέσεις και κλίσεις, οφείλω να πω ότι η ενασχόληση με τη μαρξιστική θεωρία, εφ' όσον δεν αποτελούσε απλώς τροφή για τον κορεσμό ιδεολογικών-εσχατολογικών αναγκών, παρείχε ένα περιεκτικό πνευματικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο η συνύπαρξη και η αλληλοσυμπλήρωση φιλοσοφικών και πολιτικών ενδιαφερόντων ήταν περίπου αυτονόητη.

Ωστόσο εικάζω ότι εσείς υπονοείτε κάτι πιο συγκεκριμένο, δηλαδή τις αναλύσεις της πλανητικής πολιτικής που δημοσίευσα μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Προτού φτάσω εκεί, επιβάλλεται και μιά δεύτερη εισαγωγική παρατήρηση. Τα παλαιότατα πολιτικά ενδιαφέροντα, για τα οποία μίλησα, δεν είχαν εξαντληθεί στην επισταμένη παρακολούθηση της τρέχουσας εγχώριας και διεθνούς πολιτικής, αλλά είχαν επεκταθεί σε μιαν ουσιαστική μελέτη της αρχαίας και νεώτερης πολιτικής θεωρίας, οι καρποί της οποίας συγκεντρώθηκαν σε μιαν εκτεταμένη μελέτη για τον Machiavelli και αργότερα στη μονογραφία μου για την συντηρητική ιδεολογία· στον ίδιο κύκλο ανήκει η εργασία μου για τον Montesquieu, η οποία είχε σχεδιασθεί πολύ πριν από τη συγγραφή και τη δημοσίευση της. Τη γέφυρα ανάμεσα στη μελέτη της πολιτικής θεωρίας και στην αδιάλειπτη παρακολούθηση των πολιτικοστρατιωτικών εξελίξεων την έριχνε η ενασχόληση με τους καλύτερους σύγχρονους μελετητές των διεθνών σχέσεων ανάμεσα τους αξίζει ιδιαίτερη μνεία ο Raymond Aron, όχι μόνο για τη νηφαλιότητα και το υψηλό πνευματικό του ήθος, αλλά και για την ευρύτερη κοινωνιολογική και φιλοσοφική του παιδεία. Σχεδόν αναπόδραστα και ανεπαίσθητα συντελέστηκε από δω και πέρα η αύξουσα εξοικείωσή μου με τα προβλήματα της στρατηγικής, της γεωπολιτικής και της στρατιωτικής ιστορίας. Το βιβλίο μου για τη Θεωρία του πολέμου (πρωτοδημοσιεύθηκε στη Γερμανία το 1988) δεν συνιστά απλώς μιά νέα ερμηνεία του Clausewitz και έναν επαναπροσδιορισμό των βασικών μορφών του νεώτερου πολέμου, αλλά και μιαν εφαρμογή της θεωρητικής συγκομιδής σε ουσιώδη στρατηγικά ζητήματα του Ψυχρού Πολέμου, όπως π.χ. τέθηκαν κατά τη διαμόρφωση του τότε ισχύοντος σοβιετικού στρατιωτικού δόγματος.

Ώστε η «στροφή» προς την πολιτική ανάλυση, όπως την ονομάζετε, δεν ήταν ποτέ στροφή με την έννοια της αιφνίδιας μετάβασης από έναν κύκλο ενδιαφερόντων σ' ένα άλλον, λίγο ή πολύ ξένο προς τον πρώτο. Και επί πλέον είχε επιτελεσθεί, ακόμα και υπό μορφή δημοσιεύσεων, ήδη πριν από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Όμως η κατάρρευση του κομμουνισμού και η απαρχή της αμερικανικής ηγεμονίας δημιούργησε μια κατάσταση στο έπακρο ερεθιστική για τον στοχασμό – τουλάχιστον τον στοχασμό που ακουμπάει πάνω στην κατάλληλη προπαιδεία. Κάθε ανοιχτή κατάσταση σε βάζει στον πειρασμό να κάνεις προβλέψεις, αλλά οι προβλέψεις οφείλουν να απορρέουν από μια σοβαρή ανάλυση των κινητηρίων δυνάμεων, των μακροπρόθεσμων, τουλάχιστον, συντελεστών της εξέλιξης. Με τη σειρά τους, πάλι, τέτοιες αναλύσεις συμπλέκονται άμεσα ή έμμεσα με γενικότερα θεωρητικά ζητήματα. Αναφέρω δύο παραδείγματα. Η κυρίαρχη μετά τον Ψυχρό Πόλεμο δυτική ιδεολογία διατείνεται ότι στο εξής το οικονομικό στοιχείο αποκτά απόλυτη προτεραιότητα και θα αμβλύνει τις κλασσικές μορφές των συγκρούσεων οδηγώντας σ' έναν ενιαίο κόσμο. Η αποδοχή ή η απόρριψη της αντίληψης τούτης προϋποθέτει φυσικά ένα γενικότερο ξεκαθάρισμα των σχέσεων μεταξύ οικονομίας και πολιτικής σε μιαν ευρεία ιστορική και θεωρητική προοπτική. Δεύτερον, τα νέα στρατηγικά δεδομένα και η μετατόπιση από την ισορροπία του πυρηνικού τρόμου σε συγκρούσεις χαμηλότερης εντάσεως και μεγάλης ποικιλομορφίας απαιτούν την εξέταση του ζητήματος κατά πόσον η εννοιολογία της κλασσικής θεωρίας του πολέμου, όπως την υποτύπωσε ο Clausewitz, είναι σε θέση να συλλάβει επαρκώς τη διαγραφόμενη νέα κατάσταση. Σ' αυτά τα παραδείγματα θα μπορούσα να προσθέσω και άλλα, όπως την αποτίμηση της νέας κοσμοϊστορικής εποχής στην οπτική ορισμένης φιλοσοφίας της ιστορίας ή τα «ανθρώπινα δικαιώματα» στη διπλή ιδεολογική και πολιτική τους λειτουργία Αλλά πέρα από τις θεωρητικές προεκτάσεις, που παίρνει θέλοντας και μη η ανατομία της πλανητικής συγκυρίας αν θέλει να ευσταθεί έχουμε να κάνουμε πρώτα-πρώτα με τη διακρίβωση και την ιεράρχηση των πραγματικών στοιχείων, του τι συμβαίνει στην οικονομία, στη διπλωματία, στους εξοπλισμούς. Στο βιβλίο μου Πλανητική Πολιτική μετά τον Ψυχρό Πόλεμο επιχείρησα μιά πρώτη σύνθεση μεταξύ πραγματολογικής διάγνωσης και θεωρητικών προεκτάσεων. Σήμερα, εφτά χρόνια μετά τη συγγραφή του κειμένου, δεν μπορώ να μην αισθανθώ κάποιαν ικανοποίηση διαπιστώνοντας ότι δεν χρειάζεται να αλλάξω ούτε λέξη. Τούτο δεν στερείται σημασίας, αν αναλογισθούμε πόσες προβλέψεις άλλων αναλυτών διαψεύσθηκαν έκτοτε. Δεν αναφέρομαι απλώς στα όσα φαιδρά ειπώθηκαν για το «τέλος της Ιστορίας», αλλά και σε πολύ πιο χειροπιαστά ζητήματα. Στις συζητήσεις των διεθνολόγων δέσποζε π.χ. η άποψη ότι η νέα παγκόσμια τάξη θα κρυσταλλωνόταν γύρω από τρεις πόλους και τους αντίστοιχους μείζονες χώρους, ήτοι τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Ευρώπη και την Ιαπωνία, η οποία στις αρχές της δεκαετίας μας φαινόταν ακόμα να βρίσκεται στον κολοφώνα της παραγωγικής, εξαγωγικής και χρηματοοικονομικής ακμής της. Από την πλευρά μου, τόνισα ότι η Ιαπωνία ποτέ δεν θα γίνει ηγεμονική Δύναμη στην Άπω Ανατολή όσο η Κίνα δεν έχει πει την τελευταία της λέξη, ότι η Ευρώπη δεν θ' αποτελέσει στο προβλεπτό μέλλον πολιτική ενότητα με ενιαία και βαρύνουσα βούληση και ότι η αμερικανική ηγεμονία θα πάρει τη μορφή παροχής αστυνομικών και πυροσβεστικών υπηρεσιών στους συμμάχους, αυτή τη φορά όμως με ουσιώδη οικονομικά ανταλλάγματα. Προέβλεψα επίσης ότι το χαρακτηριστικότερο γνώρισμα της νέας εποχής δεν θα είναι τόσο η διαμόρφωση κλειστών μειζόνων χώρων όσο η άνοδος μεσαίων Δυνάμεων ικανών να ενεργήσουν περιφερειακά, είτε αυτόβουλα είτε σε συνεργασία και ως τοποτηρητές μιας πλανητικής Δύναμης Τυπικό παράδειγμα τέτοιας μεσαίας Δύναμης είναι η Τουρκία, η οποία σε 50 χρόνια θα έχει 100 εκατομμύρια πληθυσμό και, στηριζόμενη στη ραγδαία εκβιομηχάνισή της, θα ανήκει στις πρώτες στρατιωτικές δυνάμεις του κόσμου.

Τη δημοσίευση του Πλανητική Πολιτική μετά τον Ψυχρό Πόλεμο την ακολούθησε μιά σειρά άρθρων, γραμμένων κυρίως για την Frankfurter Allgemeine Zeitung, όπου επεξέτεινα τις βασικές μου σκέψεις και θέσεις σε θέματα επίκαιρα μεν, απλά και μονιμότερης σημασίας. Μιά ουσιώδης επιλογή από τα άρθρα αυτά βρίσκεται ήδη υπό έκδοση στα ελληνικά υπό τον τίτλο Από τον 20ό στον 21ο αιώνα. Επίσης, οι εκτιμήσεις για το μέλλον του πολέμου, οι οποίες αποτελούσαν ένα κεφάλαιο του Πλανητική Πολιτική, εμπλουτίσθηκαν σε πιο θεωρητική προοπτική σ' ένα κείμενο που προστέθηκε ως κατακλείδα στην ελληνική έκδοση του Θεωρία του Πολέμου («Ο θερμός πόλεμος μετά τον Ψυχρό Πόλεμο»).

Πώς νομίζετε ότι συνδέεται η στροφή σας προς την πολιτική ανάλυση με παλαιοτέρους προβληματισμούς σας; Και, γενικότερα, πώς θα χαρτογραφούσατε ο ίδιος την πορεία της σκέψης σας από το ξεκίνημά σας ως σήμερα;

Απαντώντας στην πρώτη σας ερώτηση ανέφερα ήδη πού βρίσκεται η σχέση και η συνέχεια ανάμεσα σε παλαιότερους θεωρητικούς προβληματισμούς μου και στις πιο πρόσφατες πολιτικές αναλύσεις μου. Η πολιτική θεωρία απετέλεσε κατά κάποιον τρόπο τη γέφυρα ανάμεσα σε φιλοσοφικές ή ανθρωπολογικές γενικεύσεις και σε πολιτικές αναλύσεις με τη στενότερη έννοια. Η ενασχόληση με το αντικείμενο της πολιτικής θεωρίας ανέπτυξε από νωρίς μία δική της δυναμική και λογική, η οποία ήρθε, επίσης από νωρίς, σε γόνιμη σύγκρουση με το γενικό πλαίσιο της μαρξιστικής αντίληψης. Για να εκφρασθώ σχηματικότατα: ενώ η μαρξιστική αντίληψη της ιστορίας διέγραφε μιά λίγο-πολύ ευθύγραμμη πρόοδο με ηθικά φορτισμένη κατάληξη και με άμεσο φορέα το οικονομικό στοιχείο, η θεώρηση της ιστορίας από τη σκοπιά του πολιτικού στοιχείου έδειχνε μιαν ανακύκλωση παρόμοιων μηχανισμών (όχι αναγκαία συμβάντων) δίχως έσχατο ηθικό ή άλλο νόημα και δίχως επιστημονικά διακριβώσιμη μόνιμη προτεραιότητα του οικονομικού, του ιδεολογικού, του φυλετικού και εθνικού ή οποιουδήποτε άλλου παράγοντα. Η αποκοπή από την εσχατολογία, η οποία ψυχολογικά δεν με δυσκόλεψε πολύ, είχε ως λογική της συνέπεια την αναίρεση κάθε ευθύγραμμης σύλληψης του ιστορικού γίγνεσθαι· άλλωστε η σύλληψη αυτή διατυπωνόταν πάντοτε με σκοπό την κατοχύρωση κάποιας εσχατολογίας. Όμως και το πρωτείο της οικονομίας μέσα στο μαρξιστικό σχήμα κατέτεινε επίσης, όσο κι αν αυτό φαίνεται παράδοξο, στην κατοχύρωση της εσχατολογίας με επιστημονικά επιχειρήματα. Γιατί η αναγκαιότητα της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και η αναγκαιότητα της προσαρμογής των παραγωγικών σχέσεων στις παραγωγικές δυνάμεις φαινόταν να κάνουν αναπόδραστο το happy end της Ιστορίας, δηλαδή την αταξική κοινωνία, ανεξάρτητα από τη βούληση, ανεξάρτητα ακόμα κι από την ατομική ηθική των ανθρώπων. Έτσι, η άρνηση της εσχατολογίας συνεπέφερε και την άρνηση του πρωτείου της οικονομίας, τουλάχιστον όπως το εννοούσε ο μαρξισμός. Η Ιστορία γίνεται τώρα ανοιχτή ως προς τις πιθανές εκβάσεις (όχι αναγκαστικά ως προς τους δρώντες μηχανισμούς), γιατί δεν δρα εντός της μία πάγια ιεραρχία παραγόντων, όπου ο ένας είναι πάντα πιο καθοριστικός από κάποιον άλλον, αλλά το βάρος και η σπουδαιότητά τους ποικίλλουν συνεχώς ανάλογα με τη συγκυρία. Τούτο δεν σημαίνει διόλου την άρνηση μιας επιστήμης της ιστορίας και των ανθρωπίνων πραγμάτων, δηλαδή δεν σημαίνει διόλου την άρνηση της αιτιότητας – όμως άλλο πράγμα είναι η αιτιότητα που ισχύει σε κάθε περίπτωση και άλλο πράγμα είναι η νομοτέλεια που πάει να υποτάξει όλες τις περιπτώσεις σε μιά και μόνη τελολογικά αρθρωμένη αλυσίδα. Η οικονομία δεν παύει φυσικά να έχει το ιδιαίτερο βάρος της μέσα στους διαμορφωτικούς παράγοντες τής κοινωνικής ζωής, όμως υποτάσσεται στη γενική λογική και στη γενική μορφολογία των κοινωνικών σχέσεων, των σχέσεων ανάμεσα σε ανθρώπινες υπάρξεις που ζουν κοινωνικά. Μιλώντας κανείς για ανθρώπους, για σχέσεις μεταξύ τους, για δυνάμεις που συγκροτούν και συγκρατούν κοινωνίες, εισέρχεται στο βαθύ και έσχατο επίπεδο της ανάλυσης, δηλαδή στο επίπεδο της κοινωνικής οντολογίας. Τούτο το επίπεδο προσπαθώ να εξιχνιάσω τώρα σε μιά τρίτομη εργασία, της οποίας ο πρώτος τόμος θα δημοσιευθεί προσεχώς στη Γερμανία.

Αποφασιστικούς ερεθισμούς στη σκέψη μου έδωσε όμως όχι μόνον η κριτική αντιπαράθεση με τη μαρξιστική θεωρία, αλλά και η κριτική βίωση και παρατήρηση του κομμουνιστικού κινήματος στη διεθνή και διαχρονική του διάσταση. Το καίριο σημείο εδώ ήταν το εξής. Δεκάδες εκατομμύρια ανθρώπων, πλείστοι όσοι από τους οποίους είχαν ηθικότατες προθέσεις και επέδειξαν συχνότατα απαράμιλλη αυτοθυσία, μάχονταν για την εγκαθίδρυση τής Ουτοπίας, όμως από τη συλλογική τους δράση προέκυπταν αποτελέσματα απ' ευθείας αντίθετα προς τους κεκηρυγμένους σκοπούς, αποτελέσματα που ανακύκλωναν ακριβώς εκείνα τα φαινόμενα που ήθελε και όφειλε να ξεπεράσει η Ουτοπία: την κατεξουσίαση ανθρώπου από άνθρωπο, τη λογική της ισχύος μέσα στην αναίμακτη ή αιματηρή εκδίπλωσή της. Πώς έπρεπε να ερμηνευθεί αυτό το παράδοξο; Πώς λειτουργεί η ετερογονία των σκοπών μέσα στην Ιστορία, ούτως ώστε, συνηθέστατα άλλωστε, και από τις απαρχές ακόμα της ιστορικής δραστηριότητας, η φορά της απρόσωπης συνισταμένης να αποκλίνει από την φορά των προσωπικών συνιστωσών παρμένων χωριστά; Γιατί, με άλλα λόγια, η συλλογική δράση να μας οδηγεί εκεί όπου δεν επιθυμούσε κανείς από τους ατομικούς φορείς της; Και ακόμα: πώς είναι δομημένη, εννοιολογικά και ψυχολογικά, η ουτοπική και γενικότερα η ιδεολογική σκέψη, ούτως ώστε να επιβιώνει κάθε πρακτικής διαψεύσεως ή πάντως να μεταμορφώνεται και να μετακινείται σ' ένα νέο πεδίο μόλις τα πρακτικά αδιέξοδα στο προηγούμενο γίνουν κραυγαλέα και αφόρητα; Ποιοι ανθρωπολογικοί και πολιτισμικοί παράγοντες ευνοούν ή και επιβάλλουν αυτή τη δόμηση και αυτή την ανθεκτικότητα της ουτοπικής και της ιδεολογικής σκέψης; Είναι εύκολο να κατανοήσει κανείς τι είδους, και πόσο ευρείες, έρευνες θέτουν σε κίνηση αυτό τα ερωτήματα. Οι μηχανισμοί της ετερογονίας των σκοπών αναλύονται συγκεκριμένα μόνο με βάση μιαν εκτεταμένη γνώση της ιστορίας από πρώτο χέρι και μιαν κοινωνιολογική παιδεία ικανή να αξιολογήσει ιστορικό υλικό αντλημένο με τέτοιον τρόπο. Η γνώση της ιστορίας ως κοινωνικής ιστορίας τέμνεται πάλι με τη γνώση της ιστορίας των ιδεών, που με τη σειρά της δεν γίνεται κατανοητή χωρίς την παρακολούθηση της ιστορίας ορισμένων κεντρικών θεωρητικών προβλημάτων, οπότε μπαίνουμε στα πεδία της φιλοσοφίας, της θεολογίας ή και της τέχνης ως άκρως ευαίσθητου σεισμογράφου κοσμοθεωρητικών μετατοπίσεων. Από την άλλη πλευρά, η διαπίστωση της μόνιμης επήρειας ιδεολογικών και ουτοπικών δομών σκέψεως οδηγεί σε μιαν θεώρηση του ανθρώπου και του πολιτισμού από τη σκοπιά του ερωτήματος: γιατί παράγεται «νόημα» και «πνεύμα», γιατί οι άνθρωποι εντός της κοινωνίας και του πολιτισμού είναι υποχρεωμένοι να αυτοθεωρούνται ως όντα με «πνεύμα» (ή «λογικό»), ήτοι να συνδέουν αναγκαστικά τις πράξεις τους με «νόημα» και να διεξάγουν τους μεταξύ τους αγώνες στο όνομα αυτού του «νοήματος»; Ποιά ιδιαίτερη τροπή παίρνουν οι ανθρώπινες πράξεις και σχέσεις όταν το νόημα αυτό ονομάζεται «αξία» υπό την ηθική-κανονιστική έννοια του όρου; Πώς συνυφαίνεται η αξιολογική τοποθέτηση όχι μόνον με την πρακτική δραστηριότητα αλλά και με την ερμηνεία του κόσμου; Έτσι επανερχόμαστε στην ιστορία των ιδεών και των προβλημάτων, στην ανατομία των κοσμοθεωριών, όμως επανερχόμαστε σ' αυτές σ' ένα υψηλότερο επίπεδο, όπου απαιτούνται γενικευμένες αποφάνσεις πάνω στον άνθρωπο και στον ανθρώπινο πολιτισμό, αποφάνσεις που εντάσσονται κι αυτές στο θεωρητικό σώμα της κοινωνικής οντολογίας. Και συνάμα απαιτούνται διευκρινίσεις πάνω σε ζητήματα μεθόδου, γιατί η διαπίστωση της συνύφανσης Είναι και Δέοντος στο πλαίσιο της τρέχουσας ιδεολογικής και ουτοπικής σκέψης θέτει το καθήκον της διαστολής τους, δηλαδή της αναγκαίας διαστολής μεταξύ επιθυμιών και διαγνώσεων στο πλαίσιο μιας νηφάλιας επιστημονικής σύλληψης των πραγμάτων. Ο αδιάφορος και θολός σκεπτικισμός, που θεωρεί αδύνατη τη γνώση και τις αξίες σχετικές, είναι κάτι πολύ διαφορετικό από την διαπίστωση της συγκεκριμένης λειτουργίας των αξιών μέσα σε συγκεκριμένες καταστάσεις και για σκοπούς συγκεκριμένων ανθρώπων· η διαπίστωση τής έτσι νοούμένης σχετικότητας των αξιών είναι αδύνατη χωρίς επαρκή γνώση των ανθρωπίνων πραγμάτων.

Χαρτογραφώντας με αυτόν τον τρόπο την πορεία της σκέψης μου θέλω να σας πω ότι αυτή κινήθηκε πάντα από κεντρικά ερωτήματα, τα οποία υπήρξαν, και είναι πάντοτε, οι άξονες των επί μέρους ερευνών μου. Από την ανασκόπηση μιας τέτοιας πορείας ο αναγνώστης περιμένει συνήθως αφηγήσεις προσωπικού και ψυχολογικού χαρακτήρα. Δεν μπορώ να ξέρω τι ρόλο έπαιξαν τέτοιοι παράγοντες στην διαμόρφωση της σκέψης άλλων διανοητών. Απλά γενικά δεν πιστεύω ότι μπορεί να τους εντοπίσει κανείς με ακρίβεια, και σ' ό,τι αφορά εμένα προσωπικά, προσπάθησα πάντοτε να παραμείνω ανεπηρέαστος από εξωτερικές συντυχίες και εσωτερικές διακυμάνσεις, κρατώντας σφιχτά στο χέρι μου τον μίτο της λογικής των προβλημάτων και των εμπειρικών μαρτυριών. Η αποκοπή μου από τη μαρξιστική εσχατολογία δεν γέννησε μέσα μου την επιθετική ψυχολογία του αποστάτη, ο οποίος δαιμονολογεί γιατί δεν θέλει πια να εξηγήσει, αλλά να δικαιωθεί. Απεναντίας, αισθάνθηκα εξ αρχής ότι οι εμπειρίες μου, οι θεωρητικές και οι πρακτικές, ήσαν μιά θαυμάσια πρώτη ύλη για να στηρίξω σ' αυτές μιά σοβαρή προσπάθεια κατανόησης του κοινωνικού κόσμου. Δεν υποκατέστησα, λοιπόν, την ηρωίνη του μαρξισμού με την ηρωίνη του φιλελευθερισμού, του ηθικισμού ή του χριστιανισμού, όπως έκαναν πλείστοι όσοι· όταν έκοψα τα ναρκωτικά, τα έκοψα ριζικά και τελειωτικά. Εννοείται, η μακρά άμεση και έμμεση αντιπαράθεση με τη σκέψη του Marx και των καλύτερων μαρξιστών διόλου δεν ήταν η μόνη πηγή και το μόνο έναυσμα των προβληματισμών μου. Η παιδεία μου ήταν, ευτυχώς, εξ αρχής πολύ ευρύτερη. Όμως στον περιορισμένο διαθέσιμο χώρο μας προτίμησα να παρουσιάσω τα πράγματα απ' αυτήν την ιδιαίτερα προνομιακή και γόνιμη σκοπιά.

Έχει παρατηρηθεί πως όταν μεταφράζετε ένα βιβλίο σας από τα γερμανικά, στα οποία πρωτογράφτηκε, προσθέτετε συνήθως ένα επίμετρο αφιερωμένο στα ελληνικά πράγματα. Με άλλα λόγια, από ένα ζήτημα οικουμενικής εμβέλειας περνάτε στην εξέταση ενός θέματος τοπικού ενδιαφέροντος. Βρίσκετε πως σας χαρακτηρίζει μια εμμονή στα νεο-ελληνικά κοινωνικά προβλήματα;

Και αυτή σας η ερώτηση με επαναφέρει σε παλαιές αναζητήσεις που πρωτοδιαμορφώθηκαν μέσα σε μαρξιστικές συντεταγμένες, για να βγουν από το πλαίσιο τους στον βαθμό όπου μπορούσα να δω σφαιρικότερα τις ιστορικές εξελίξεις και καταστάσεις. Ως γνωστόν, τα κομμουνιστικά κινήματα σεμνύνονταν ότι χαράσσουν και ακολουθούν μιαν «επιστημονική» πολιτική, στηριζόμενη στην ακριβή και ιστορικά θεμελιωμένη ανάλυση των κοινωνικών δυνάμεων και των ταξικών συσχετισμών σε μία χώρα· ακόμα κι όταν συμμόρφωναν απλώς τη δράση τους με τις εντολές της Μόσχας, επέμεναν στο θεωρητικό αυτό περιτύλιγμα, αλλάζοντας το βέβαια κατά τις περιστάσεις. Όπως και να 'χει, η σύζευξη πολιτικής καθηκοντολογίας και κοινωνιολογικής-ιστορικής ανάλυσης ήταν, έστω και ως ιεροτελεστία, υποχρεωτική, και αυτό ωθούσε αυτόματα τη φιλέρευνη σκέψη στη γενετική ανίχνευση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της νεοελληνικής πραγματικότητας. Εδώ σκόνταφτε κανείς a limine σε ένα σοβαρό θεωρητικό πρόσκομμα, το οποίο όμως συνιστούσε και ένα πρόσθετο πνευματικό δέλεαρ. Εννοώ την αναντιστοιχία ανάμεσα στον εννοιολογικό εξοπλισμό και στο αντικείμενο της έρευνας. Η εννοιολογία της νεώτερης κοινωνιολογίας (μαζί και της μαρξιστικής) διαμορφώθηκε κατά τον 19ο και τον 20ό αιώνα ως θεωρητική αποκρυστάλλωση εξελίξεων που διαδραματίσθηκαν στις δυτικοευρωπαϊκές κοινωνίες· ήταν, λοιπόν, εννοιολογία με συγκεκριμένη ιστορική φόρτιση, και έξω από το δεδομένο ιστορικό της πλαίσιο δεν μπορούσε ούτε να κατανοηθεί αλλά ούτε και να χρησιμοποιηθεί με επιτυχία ως αναλυτικό εργαλείο. Συνάμα όμως δεν υπάρχει καμμία άλλη εννοιολογία εκτός απ' αυτήν και –επειδή κάθε ανάλυση προϋποθέτει ρητά ή άρρητα μιαν εννοιολογία– γι' αυτό στη χρήση της αναγκάζονται να καταφύγουν ακόμα και κοινωνιολόγοι ή ιστορικοί ασχολούμενοι με κοινωνικούς σχηματισμούς λίγο-πολύ διαφορετικούς από τους δυτικοευρωπαϊκούς. Ακριβώς η άγνοια της ιστορικής φόρτισης της κοινωνιολογικής εννοιολογίας διευκόλυνε τη μεταφορά της στα καθ' ημάς, η οποία βέβαια συχνότατα εμπνεόταν από μιαν «εκσυγχρονιστική» πρόθεση: η εφαρμογή της εννοιολογίας του προτύπου στην περίπτωση τού (ατελούς ακόμη) αντιγράφου φαινόταν θεμιτή, γιατί η εξομοίωση του δεύτερου με το πρώτο θεωρούνταν όχι απλώς ευκταία, αλλά και ιστορικά αναγκαία. Αντίστροφα, η προσπέλαση των ειδοποιών στοιχείων της νεοελληνικής περίπτωσης προϋπέθετε όχι μόνον την αποκοπή από ευθύγραμμες παραστάσεις των ιστορικών εξελίξεων και μιαν αίσθηση της ιστορικής μοναδικότητας, αλλά και ουσιώδη γνώση των δυτικοευρωπαϊκών ιστορικοκοινωνικών δεδομένων· γιατί μονάχα η συγκριτική ανάλυση σε πολλαπλά επίπεδα επιτρέπει την εκλέπτυνση και την αναπροσαρμογή μιας ξενόφερτης εννοιολογίας. Η μελέτη της ευρωπαϊκής ιστορίας, στην οποία αφιέρωσα μεγάλο μέρος των σπουδών μου στη Γερμανία κοντά σε σημαντικότατους ιστορικούς, όπως ο Werner Conze και ο Reinhant Koselleck, μου έδωσε εννοιολογικά και τυπολογικά ερείσματα για την εξ αντιδιαστολής κατανόηση της νεοελληνικής Έτσι βρήκα ορισμένες απαντήσεις σε παλαιά μου κεντρικά ερωτήματα για την κοινωνική και ιδεολογική φυσιογνωμία της χώρας μας. Και μολονότι δεν μου έμεινε ως τώρα –και πιθανότατα δεν θα μου μείνει ούτε και στο μέλλον– χρόνος για να τις εκθέσω στην έκταση και με την τεκμηρίωση που θα επιθυμούσα, ωστόσο άδραξα την ευκαιρία να τις συνοψίσω στην εισαγωγή που έγραψα για την ελληνική έκδοση του Η παρακμή του αστικού πολιτισμού, όπου εν μέρει χρησιμοποιήθηκαν σημειώματα και προσχέδια από την εποχή ακόμα των φοιτητικών μου χρόνων στην Αθήνα. Το θέμα του βιβλίου προσφερόταν εδώ σε μακροσκοπικές αναδρομές και τυπολογικές γενικεύσεις, που έφθαναν όμως ως την αποτίμηση των σημαντικών αλλαγών της νεοελληνικής κοινωνίας κατά τις τελευταίες δεκαετίες, παρέχοντας έτσι τη βάση για ορισμένες σκέψεις πάνω στις προοπτικές της μέσα στην συγκαιρινή ευρωπαϊκή και πλανητική συγκυρία. Τώρα τον πρώτο λόγο τον είχε φυσικά η γεωπολιτική, στρατηγική και οικονομική ανάλυση, σύμφωνα άλλωστε με τη θεματική των έργων, η ελληνική έκδοση των οποίων μου παρείχε την αφορμή να διατυπώσω σε συνεκτική μορφή τις απόψεις μου για τα τρέχοντα ελληνικά ζητήματα. Στα δύο επίμετρα που γράφτηκαν για το Πλανητική Πολιτική μετά τον Ψυχρό Πόλεμο και το Θεωρία του Πολέμου προσπάθησα να τοποθετήσω τις διαγνώσεις μου μέσα σε ευρύτερα –πλανητικά, ευρωπαϊκά ή περιφερειακά– πλαίσια, να δείξω τις συναρτήσεις με τις βαθύτερες κινητήριες δυνάμεις του σημερινού κόσμου και να χαράξω έναν ψύχραιμο τρίτο δρόμο για τη σύλληψη μιας εθνικής στρατηγικής πέρα από τις δύο ιδεολογικές θέσεις που κυριαρχούν σήμερα λίγο-πολύ στην Ελλάδα, εκτρέφοντας εξ ίσου την παλαιόθεν προσφιλή ημίν τραπεζορρητορεία και την εξωραϊσμένη με θεωρητικά πασαλείμματα λογοκοπία. Εννοώ αφ' ενός ελληνοκεντρικές εξάρσεις και διανοουμενίστικες παραδοσιολατρίες και βυζαντινολατρίες, οι οποίες βρίσκουν ευρύτερη απήχηση γιατί ένα έθνος που δέχεται συνεχείς εξευτελισμούς χρειάζεται και συνεχείς ψυχικές υπεραναπληρώσεις· και αφ' ετέρου, στην αντίπερα όχθη, την πεποίθηση των διαφόρων «ευρωπαϊστών», «εκσυγχρονιστών» και «ορθολογιστών» ότι η «πολιτισμένη Δύση», μετουσιώνοντας στην πράξη την πνευματική της κληρονομιά και διαδίδοντάς την στον κόσμο ολόκληρο με την παγκοσμιοποίηση της οικονομίας και τα «ανθρώπινα δικαιώματα», θα πρωτοστατήσει σ' έναν ανθρωπινό και ειρηνικό 21ο αιώνα. Οι μεν προτείνουν την εξαγωγή ελληνικού πνεύματος, οι δε αγωνίζονται για την εισαγωγή ευρωπαϊκού ήθους. Αλλά ούτε οι μεν ούτε οι δε φαίνεται να έχουν –και κατά τούτο ο επαρχιωτισμός παραμένει γνησίως ελληνικός– σαφή αντίληψη για το ποια είναι η φυσιογνωμία του σημερινού πλανητικού κόσμου και ποιες μακροπρόθεσμες δυνάμεις την απεργάζονται.

Ως τώρα μίλησα για την ενασχόληση μου με τα ελληνικά πράγματα όπως μιλά κανείς για την ενασχόληση με μιά περίπτωση θεωρητικά ενδιαφέρουσα λόγω της ιδιοτυπίας της. Και στ' αλήθεια, καθώς το μυαλό μου δεν ησυχάζει αν δεν απαντήσει στα ίδια του τα ερωτήματα, όσος καιρός κι αν πέρασε αφ' ότου τα πρωτοέθεσε κι όσες πνευματικές περιπλανήσεις κι αν μεσολάβησαν έκτοτε, το καθαρά θεωρητικό ενδιαφέρον ήταν και είναι ουσιώδες κίνητρο της «εμμονής» μου αυτής, καθώς ορθά την ονομάζετε. Ωστόσο δεν διανοούμαι καν να αμφισβητήσω προς τα έξω ή να αποκρύψω από τον εαυτό μου ότι με την Ελλάδα με συνδέουν οι υπαρξιακοί εκείνοι δεσμοί που γίνονται πρόδηλοι ακόμα και στον πιο ξεσκολισμένο κοσμοπολίτη όταν διαθέτει επαρκή αυτογνωσία και στοχαστεί σοβαρά πάνω στους παράγοντες που τον διαμόρφωσαν. Ο κοσμοπολιτισμός δεν μου είναι καθόλου ξένος, και είχα την ευκαιρία να τον ασκήσω πρακτικά πολύ περισσότερο από πλείστους όσους παρ' ημίν, οι οποίοι τον κηρύσσουν θεωρητικά κατακεραυνώνοντας τον «εθνικισμό» κάθε είδους. Όμως ο αντικειμενικά υφιστάμενος δεσμός μου με την Ελλάδα παρέμεινε πάντοτε υποκειμενικά ενεργός υπό τη μορφή ενός υπαρξιακού και όχι μόνον θεωρητικού ενδιαφέροντος. Καθώς έφυγα σε σχετικά ώριμη ηλικία από την Ελλάδα, έχοντας πίσω μου αρκετά χρόνια συνειδητής ζωής και καίριες εμπειρίες, δεν χρειάστηκε ποτέ να με παρηγορήσουν «εις την ξένην» άτοποι εξωραϊσμοί ή να με λιγώσουν κούφιες νοσταλγίες – και μάλιστα για πράγματα που στη δεκαετία του 1950 και του 1960 τα ζούσε κανείς πιο ατόφυα και ανόθευτα. Έτσι, το υπαρξιακό μου ενδιαφέρον γι' αυτόν τον τόπο δεν συνάπτεται με θετικές προκαταλήψεις· αποτελεί όμως διαρκή λόγο μιας επικέντρωσης της προσοχής με θετική και εποικοδομητική πρόθεση, ικανή να κρυσταλλωθεί σε συγκεκριμένες προτάσεις και πράξεις.

Διαβάζοντας τις εργασίες σας, διαπιστώνει κανείς ότι το ενδιαφέρον σας επικεντρώνεται στον ευρωπαϊκό μοντερνισμό, ότι πολιορκείτε συστηματικά την ευρωπαϊκή κουλτούρα των Νεωτέρων Χρόνων. Τί είναι για σας ο ευρωπαϊκός πολιτισμός και προς τα πού νομίζετε ότι βαδίζει;

Η περίφημη ρήση του Hegel, ότι η κουκουβάγια, το πουλί της γνώσης και της σοφίας, πετά το σούρουπο, έρχεται αναγκαία στον νου όποιου ζητά σήμερα να εποπτεύσει τους ευρωπαϊκούς Νέους Χρόνους. Η συνολική εποπτεία καθίσταται τώρα δυνατή ακριβώς επειδή οι ευρωπαϊκοί Νέοι Χρόνοι εισήλθαν στο ιστορικό τους λυκόφως και κλείνουν τον κύκλο τους απορροφώμενοι από την πλανητική εποχή, την οποία εγκαινίασαν οι ίδιοι με τις μεγάλες γεωγραφικές ανακαλύψεις του 15ου και του 16ου αιώνα. Καθώς έχουμε μπροστά στα μάτια μας ένα τετελεσμένο φαινόμενο και έναν απαρτισμένο κύκλο, βρισκόμαστε σε προνομιακή θέση προκειμένου να αποτιμήσουμε τα ειδοποιά γνωρίσματα αυτής της εποχής και αυτού του πολιτισμού, του οποίου η αντικειμενικά εξέχουσα σημασία έγκειται –πέρα από κάθε αξιολογία– στο ότι αποδέσμευσε τις δυνάμεις που ενοποίησαν τον πλανήτη σε βαθμό ασύλληπτο προτύτερα. Η πλανητική ιστορία καταπίνει τη γενεσιουργό της, την ευρωπαϊκή ιστορία. Είναι κι αυτό ένα από τα περιφανή παραδείγματα της ετερογονίας των σκοπών, για την οποία μιλήσαμε παραπάνω.

Σε τέσσερις εκτεταμένες εργασίες μου (Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός, Συντηρητισμός, Κριτική της Μεταφυσικής, Παρακμή του Αστικού Πολιτισμού) επεχείρησα να εντοπίσω τους κοσμοθεωρητικούς άξονες που προσδίδουν στους ευρωπαϊκούς Νέους Χρόνους την ειδοποιό τους ενότητα, και το επεχείρησα έτσι, ώστε να γίνονται κατανοητές και οι σημερινές πλανητικές εξελίξεις. Και στις τέσσερις αυτές εργασίες αναπλάθεται ολόκληρη η εποχή, σε εκάστοτε διαφορετική προοπτική, ενώ η ιστορία των ιδεών, αλλά και η κοινωνική ιστορία, δομείται ως ιστορία προβλημάτων, πράγμα που επιτρέπει στην ανάλυση να κινείται ταυτόχρονα σε πολλαπλά επίπεδα αποκαθιστώντας την ενότητα τους. Βλέποντας ότι στα τέλη του 20ού αιώνα η ανθρώπινη κυριαρχία πάνω στη Φύση δεν σταματά ούτε μπροστά στη χειραγώγηση της βιολογικής ύλης των έμβιων όντων, είναι εύλογη η εντύπωση ότι οι ευρωπαϊκοί Νέοι Χρόνοι πρώτα απ' όλα σημαίνουν μιά ριζική ανατοποθέτηση του ανθρώπου απέναντι στο φυσικό του περιβάλλον, μιά εξιστορίκευση του περιβάλλοντος αυτού υπό την έννοια της προϊούσας συνύφανσης του με την ιστορική δραστηριότητα του ανθρώπου. Όμως η γενική αυτή απόφανση δεν βγαίνει από τα όρια της αοριστίας ή και της κοινοτοπίας, όσο δεν εξιχνιάζονται οι ιδιαίτερες μορφές τής παραπάνω ανατοποθέτησης σε ποικίλα πεδία και όσο δεν κατανοείται η μορφολογική παραλληλότητα κι η εσωτερική συνάφεια των πεδίων αυτών. Η ανάλυση, όντας υποχρεωμένη να εργασθεί με αφαιρέσεις και ταξινομήσεις, εγκαθιδρύει συνήθως ιεραρχίες μεταξύ των πεδίων αυτών, στην πραγματικότητα όμως η ιστορική κίνηση έγινε ταυτόχρονα σε όλα τους και τα προωθητικά ερεθίσματα προήλθαν άλλοτε από το ένα και άλλοτε από το άλλο. Το πρωτείο της vita activa έναντι της vita speculativa, του πρακτικού έναντι του θεωρητικού βίου –το οποίο, μέσω της νέας πρωτοκαθεδρίας της πάλαι ποτέ βάναυσης εργασίας έναντι της πάλαι ποτέ ευγενούς σχόλης, συγκεκριμενοποίησε την ανατοποθέτηση απέναντι στη Φύση– εξακτινώθηκε τόσο στην κοσμολογία όσο και στην πολιτική, για να ανατρέψει εκ βάθρων τις αρχαίες και χριστιανικές αντιλήψεις· και η ανατροπή έγινε συνειδητά, με ρητή πολεμική πρόθεση. Στην κοσμολογία, λοιπόν, το παραπάνω πρωτείο σήμαινε την υπεροχή της κίνησης έναντι της στάσης, άρα την αντικατάσταση τού κλειστού ιεραρχημένου κόσμου με το ανοιχτό και επίπεδο σύμπαν· και στην πολιτική σήμαινε ότι οι άνθρωποι δεν είναι μοιραία δεμένοι σε μιά θεόδοτη ή φυσική ιεραρχική τάξη, αλλά μπορούν να κατασκευάσουν μιά κοινότητα εξ ίσου ανοιχτή και επίπεδη όσο το νέο σύμπαν. Το εργαλείο της κατασκευής αυτής ήταν αρχικά το σύγχρονο κυρίαρχο κράτος με τη γενική και ίση νομοθεσία του, αργότερα ήταν το μέγα σχέδιο της Ουτοπίας. Όμως κράτος, Ουτοπία, πρωτείο του ενεργού βίου και τεχνική αντίληψη των πραγμάτων συνδέονται στενά. Και στην πολιτική, όπως και στην κοινωνική εργασία, η τέχνη υπερέχει τώρα της φύσεως, ανατρέποντας και στο σημείο αυτό τις αρχαίες και χριστιανικές κατατάξεις.

Ωστόσο η εξέλιξη διόλου δεν στάθηκε τόσο ενιαία και ευθύγραμμη όσο θα μπορούσε να συνεπάγεται αυτό το σχήμα. Γιατί οι Νέοι Χρόνοι είχαν εξ αρχής και άλλες πλευρές, βαθύτατα αντιφατικές μάλιστα. Ενάντια στην αρχαία-χριστιανική αντίληψη για την οντολογική κατωτερότητα του αισθητού κόσμου απέναντι στη σφαίρα του υπερβατικού πνεύματος, ανατίμησαν οντολογικά την υλική Φύση προσδίδοντας της τα γνωρίσματα που στην αντίπαλη αντίληψη κατείχε το πνεύμα: λογική και έλλογα κατανοητή δόμηση, δηλαδή νομοτέλεια. Απέναντι στη νομοτελή Φύση ο Άνθρωπος μπορούσε να συμπεριφερθεί ως Θεός (και με αυτή την έννοια η ανθρωπολογία εκτοπίζει την θεολογία από την κορυφή των θεωρητικών ενδιαφερόντων), δηλαδή μπορούσε, χάρη στη γνώση των νόμων της, να την χειρισθεί ως τεχνικός, τεχνικός εμπνεόμενος από το πρωτείο του ενεργού βίου. Όμως από την άλλη πλευρά ο ίδιος αυτός Άνθρωπος, ως φυσικό ον, υπαγόταν στη φυσική νομοτέλεια και δεν μπορούσε να εξαιρεθεί απ' αυτήν χωρίς να τεθεί σε κίνδυνο ολόκληρη η οντολογική ανατίμηση της Φύσης, την οποία οι Νέοι Χρόνοι χρειάζονταν επειγόντως, τόσο κοσμοθεωρητικά όσο και πρακτικά-τεχνικά. Από έναν Άνθρωπο υπαγόμενο ολότελα στη φυσική νομοτέλεια δεν μπορεί όμως να αναμένεται ελεύθερη βούληση και ηθική πράξη stricto sensu. Οι Νέοι Χρόνοι αναπτύσσουν ποικίλα επιχειρηματολογικά στρατηγήματα για να ξεπεράσουν την αντίφαση μεταξύ αιτιώδους και κανονιστικής θεώρησης, που τους ταλανίσει από τον 16ο ακόμα αιώνα και παροξύνεται ακριβώς την εποχή του Διαφωτισμού με αποτέλεσμα την εμφάνιση ακραίων μηδενιστικών τάσεων. Η κρίση των αξιών επιτείνεται ακριβώς στον βαθμό όπου, με βάση τις παραπάνω κοσμοθεωρητικές μετατοπίσεις, διευρύνεται η κυριαρχία πάνω στη Φύση.

Με την μετάβαση από τον φιλελευθερισμό του 19ου αιώνα στη μαζική δημοκρατία του 20ού οι δυτικές κοινωνίες υπεκφεύγουν ως εξής από τούτη τη διελκυστίνδα. Η μαζική δημοκρατία στηρίζεται στη μαζική παραγωγή και στη μαζική κατανάλωση, ήτοι η κυριαρχία πάνω στη Φύση έφτασε πλέον σε σημείο, ώστε να διασφαλίζεται μιά πρωτόγνωρη στην ανθρώπινη ιστορία υπέρβαση της σπανής των αγαθών. Αυτή η υπέρβαση αμβλύνει το πρόβλημα της κατανομής με την παλαιά στοιχειακή του έννοια και αντίστοιχα επιτρέπει μια σημαντικότατη χαλάρωση στον τομέα των αξιών, όπου μάλιστα ο πλουραλισμός συνιστά στάση που επιβοηθεί άμεσα την καταναλωτική όρεξη των μαζών και αντιστοιχεί στο ιδεατό επίπεδο με την ποικιλομορφία της προσφοράς στο υλικό επίπεδο· η κατανάλωση γίνεται αξία και οι αξίες γίνονται καταναλωτικά αγαθά. Ωστόσο η τέτοια κατάληξη των ευρωπαϊκών Νέων Χρόνων διόλου δεν σημαίνει την εύρεση μιας τελειωτικής ισορροπίας. Καθώς η μαζική δημοκρατία γίνεται πλανητικός κοινωνικός σχηματισμός, ξερριζώνοντας και στον εξωδυτικό χώρο τις παραδοσιακές ιεραρχίες και μετατρέποντας δισεκατομμύρια ανθρώπων σε ανυπόμονους καταναλωτές, το πρόβλημα της κατανομής διευρύνεται και οξύνεται, και μάλιστα υπό συνθήκες σοβαρής δημογραφικής και οικολογικής επιβάρυνσης. Η πλανητική επέκταση της μαζικής δημοκρατίας σημαίνει βέβαια περαιτέρω επέκταση του πανθέου ή μάλλον του πανδαιμόνιου των αξιών, συνάμα όμως οι αγώνες κατανομής επιβάλλουν την προσφυγή σε συμβολικά όπλα, ήτοι τον περιορισμό του αξιολογικού πλουραλισμού. Τον παγκόσμιο πλουραλισμό τον εγγυάται μόνον η παγκόσμια ευδαιμονία (ο πλουραλισμός είναι η ιδεολογία της χορτάτης ευδαιμονίας: ο πεινασμένος δεν σέβεται τις αξίες του χορτασμένου), όμως αυτή είναι στο έπακρο απίθανη. Ο 21ος αιώνας θα είναι αιώνας συγκρούσεων μεταξύ πλανητικών Τιτάνων και Γιγάντων.

Έτσι, είτε οι ευρωπαϊκές αξίες απορροφηθούν από τον παγκόσμιο πλουραλισμό είτε μιά νέα σπανή των αγαθών αναιρέσει τον πλουραλισμό, οι ευρωπαϊκοί Νέοι Χρόνοι ανήκουν στο παρελθόν. Άλλο ήταν η φιλελεύθερη και ευρωπαϊκή και άλλο είναι η μαζικοδημοκρατική και πλανητική εποχή. Μερικοί πιστεύουν ότι η πλανητική διάδοση της δυτικής τεχνικής θα επιφέρει την επιβολή δυτικών αξιών και στάσεων ζωής. Όμως η σύγχρονη τεχνική είναι κοσμοθεωρητικά άχρωμη και, όταν θα έχει γίνει αυτονόητος κοινός παρονομαστής όπως κάποτε ήταν το αλέτρι, θα τη δούμε –τη βλέπουμε κιόλας– να συνδυάζεται με τις πιο διαφορετικές κοσμοθεωρητικές και αξιολογικές τοποθετήσεις. Άλλοι πάλι πιστεύουν ότι το αρχικό ανθρωπιστικό σχέδιο των ευρωπαϊκών Νέων Χρόνων είναι ακόμη ανολοκλήρωτο και μπορεί να ολοκληρωθεί σήμερα σε πλανητική κλίμακα αποκαθαρμένο από τα λάθη ή τις υπεροψίες του (αποικιακού) παρελθόντος. Αυτοί μου θυμίζουν τους μορφωμένους ειδωλολάτρες του 3ου και του 4ου αι. μ.Χ., οι οποίοι πίστευαν ότι, απαλλάσσοντας τον παγανισμό από τις παιδικές του ασθένειες και αφέλειες, θα τον καθιστούσαν βιώσιμη ιδεολογική βάση ενός κόσμου ριζικά διαφορετικού.

Η αφετηρία σας ήταν οι φιλολογικές σπουδές σας στην Ελλάδα. Αργότερα γράψατε ένα κείμενο με τίτλο (και θέμα) Ο Μαρξ και η αρχαία Ελλάδα. Ποιά είναι η σχέση σας με τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό; Ή, για να το θέσω αλλιώς, πώς βλέπετε σήμερα την αρχαία Ελλάδα και τον πολιτισμό της;

Θεωρώ την εντρύφηση μου στα κλασσικά γράμματα ως ένα από τα μεγάλα ευτυχήματα και τα αναντικατάστατα ερείσματα της πνευματικής μου συγκρότησης. Η εντρύφηση αυτή άρχισε στα πρώτα εφηβικά μου χρόνια, παίρνοντας σχεδόν την μορφή μανίας, και διαρκεί, με διάφορες εντάσεις και διακοπές πλέον, έως σήμερα. Χαριτολογώντας εξομολογούμαι σε φίλους μου ότι, καθώς μ' ευχαριστεί τόσο το διάβασμα, δεν θα έπρεπε ποτέ να κάνω επάγγελμα μου το γράψιμο, και αναθυμάμαι με φθόνο τον λόρδο Χένρυ, στο Πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέυ, ο οποίος έλεγε ότι το διάβασμα του άρεσε τόσο, ώστε δεν του έκανε όρεξη να γράψει ο ίδιος βιβλία. Τώρα, όποτε φαντάζομαι ότι θα ξέμπλεκα με όλα τα βάσανα του γραψίματος και θα αφιέρωνα τον χρόνο μου στην απόλαυση του διαβάσματος, το πρώτο που μου έρχεται στο νου είναι η κλασσική γραμματεία, ελληνική και λατινική, σ' όλη της την έκταση. Αν ο αναγνώστης τη γνωρίζει ο ίδιος, τότε περιττεύει να του εξηγήσω το γιατί· αν πάλι δεν τη γνωρίζει, τότε είναι άσκοπο. Ωστόσο επιθυμώ ν' απαντήσω, έστω και μέσες-άκρες, στην ερώτηση σας εξαίροντας μερικά σημεία ιδιαίτερης προσωπικής σημασίας.

Πρώτα-πρώτα, η εξοικείωση με την αρχαιοελληνική και τη λατινική γλώσσα, ως συντακτικά και γραμματικά μορφώματα και ως αντίστοιχα ρυθμισμένες εκφραστικές δυνατότητες, σήμανε για μένα τη μεγάλη και πειθαρχημένη μύηση στο φαινόμενο «γλώσσα» εν γένει, και μάλιστα μέσα από μιαν άκρως προνομιακή πρόσβαση. Γλώσσες, όπου τα περιγράμματα των λέξεων και των φράσεων δεν τα θολώνουν τα –γόνιμα ή άγονα, αδιάφορο– νεφελώματα του νεώτερου υποκειμενισμού, μοιάζουν με κυκλώπεια τείχη χτισμένα με ξερολιθιά, με οφθαλμοφανείς τις αρμοδεσιές και χειροπιαστά τα ερείσματα, με αδρές τις αντιστοιχίες ανάμεσα στο σημαίνον και στο σημαινόμενο, στο πελέκημα του λόγου και στη λάξευση του στοχασμού. Η σαφήνεια και η απλότητα δεν είναι εδώ αιτήματα προβαλλόμενα εκ των έξω, αλλά απόρροια και κριτήριο εσωτερικού βάθους. Έχω αγαπήσει πολλούς νεώτερους συγγραφείς που υφολογικά στέκονται στους αντίποδες αυτού του ιδεώδους. Όταν όμως πρέπει να γράψω ο ίδιος, δεν μπορώ παρά να ακολουθήσω τις δικές μου υφολογικές κλίσεις, να βρω τους κατάλληλους αγωγούς για να διοχετεύσω τη δική μου σκέψη. Και ακριβώς η δόμηση της σκέψης μου με φέρνει κοντά στο διαυγές και κατά το δυνατόν απέριττο ύφος, πολύ περισσότερο γιατί πιστεύω, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για θεωρητικά κείμενα, ότι η πνευματική εντιμότητα απαγορεύει την επικάλυψη ατελειών της σκέψης με φιοριτούρες και λεκτικές ακροβασίες. Ειδικότερα, η γλώσσα, όπου πρωτογράφω τα βιβλία μου, προσφέρει εξαιρετικά πλεονεκτήματα στον γνώστη των κλασσικών γλωσσών: η γερμανική διατηρεί πολύ περισσότερο απ' ό,τι άλλες γλώσσες τις συντακτικές δομές και τους λεκτικούς τρόπους της αρχαιοελληνικής και της λατινικής. Ιδιαίτερα οι απεριόριστες σχεδόν δυνατότητες διαπλοκής κυρίων και δευτερευουσών προτάσεων εντός μακρών περιόδων επιτρέπουν την ακριβή άρθρωση πολυεπίπεδων διανοημάτων, όπου στη συντακτική πλοκή αποτυπώνεται ανάγλυφα η πλοκή και η υφή των σχέσεων μεταξύ των διαφόρων διαστάσεων του νοήματος. Σε καμμιά άλλη απ' όσες γλώσσες γνωρίζω δεν θα μπορούσε να αποδοθεί τόσο καλά το θουκυδίδειο ύφος λ.χ. Σε Γερμανούς αναγνώστες μου, οι οποίοι με ρωτούν πώς μπορώ να γράφω αβίαστα σε μιά ξένη γλώσσα, και μάλιστα με αξιώσεις προσωπικού ύφους, απαντώ ότι τούτο οφείλεται κατά μεγάλο μέρος στην τριβή μου με τις κλασσικές γλώσσες. Όσοι τις κατέχουν καταλαβαίνουν εύκολα τι εννοώ.

Πέρα από τη γλώσσα, αλλά όχι άσχετα προς αυτήν, κλασσική είναι μιά σκέψη ή μιά εποχή της ιστορίας του πνεύματος όταν διατυπώνει με αναντικατάστατη εννοιολογία προβλήματα διηνεκώς επανερχόμενα, δηλαδή προβλήματα, στα οποία προσκρούει με εσωτερική αναγκαιότητα κάθε βαθύτερος στοχασμός – κοντολογής, έσχατα προβλήματα. Πώς είναι όμως δυνατό να έχει διαχρονική κλασσική αξία ό,τι νοήθηκε και εκφράσθηκε σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο; Όπως στην ανθρώπινη κατάσταση γενικότερα υπάρχουν ορισμένα μεγέθη συνεχώς ανακυκλούμενα, παρά την εκάστοτε διαφορετική κοινωνικοϊστορική τους επένδυση, έτσι και η ανθρώπινη σκέψη κινείται γύρω από ορισμένα θεμελιώδη μεγέθη, οι βασικοί συνδυασμοί των οποίων είναι αριθμητικά περιορισμένοι, όρα περιορισμένες είναι και οι έσχατες επιλογές. Στην αρχαία Ελλάδα έγινε κάτι πράγματι εκπληκτικό: σε σχετικό σύντομο χρονικό διάστημα, και μέσα από τις εσωτερικές αναγκαιότητες της κίνησης του στοχασμού, ανακαλύφθηκαν και συνοψίσθηκαν οι έσχατες αυτές επιλογές. Όποιος π.χ. μελετήσει προσεκτικά και σ' όλες της τις πτυχές την αντιπαράθεση σοφιστικής και Πλάτωνος θα διαπιστώσει ότι εδώ συνοψίστηκε, κατά τρόπο κυριολεκτικά ανυπέρβλητο, ό,τι κατά βάθος ταλανίζει έκτοτε, γεννώντας παράλληλα ποικίλες ενδιάμεσες λύσεις, τη δυτική σκέψη και όχι μόνον αυτή: το δίλημμα «μεταφυσική ή μηδενισμός», όπου η ηθική διάσταση του προβληματισμού συνάπτεται συνειδητά με τη γνωσιοθεωρητική ή κοσμολογική. Αυτό ούτε άλλαξε, ούτε και θα μπορούσε ν' αλλάξει, γιατί εδώ τον λόγο τον έχουν τα σταθερά μεγέθη, για τα οποία μιλήσαμε. Αλλά μήπως ο Θουκυδίδης δεν κατέστησε ορατές, κατά τρόπο εννοιολογικά επαρκή, ορισμένες σταθερές της πολιτικής συμπεριφοράς και των διεθνών σχέσεων, ούτως ώστε ν' αποτελεί σήμερα (εκτός Ελλάδος, εννοείται) υποχρεωτικό ανάγνωσμα όσων ασχολούνται ουσιαστικά με τέτοια ζητήματα. Εδώ πρέπει ίσως να προλάβω μιά παρεξήγηση. Το κλασσικό δεν εξαντλείται στο αρχαιοελληνικό, όπως ήθελαν να πιστεύουν οι αρχαιολάτρες της παλαιάς ουμανιστικής σχολής. Η νεώτερη φιλοσοφία, κοινωνιολογία, ιστοριογραφία και λογοτεχνία έχουν κι αυτές τους κλασσικούς τους, με την έννοια που δώσαμε παραπάνω στον όρο. Η αναστροφή με τους αρχαίους κλασσικούς όχι μόνον δεν μπορεί να συνιστά κανενός είδους πρόσκομμα στην προσοικείωση των νεώτερων, αλλά έχει το αντίθετο αποτέλεσμα: εθίζει το πνεύμα στην απαρέσκεια έναντι των εκάστοτε συρμών και διδάσκει πώς να συγκροτεί κανείς την παιδεία του πάνω σε εδραία και μόνιμα θεμέλια. Πολλοί, έχοντας αφοσιωθεί περίπου υπαρξιακά σε μια πνευματική μόδα, χάνουν τον προσανατολισμό τους μόλις αυτή περάσει και τρέχοντας ξοπίσω της σ' όλη τους τη ζωή στενεύουν αδιάκοπα τον ορίζοντά τους. Συνιστώ ένθερμα στους νεώτερους, που ενδιαφέρονται να συστηματοποιήσουν στα σοβαρά τα πνευματικά τους ενδιαφέροντα, να το κάμουν με αφετηρία τους αρχαίους και νεώτερους κλασσικούς, επιστρέφοντας αδιάκοπα σ' αυτούς. Έτσι και χρόνο θα εξοικονομήσουν, μπαίνοντας απ' ευθείας στην καρδιά των προβλημάτων, και θα αποφύγουν τον πνευματικό εκείνο εξευτελισμό που υφίσταται όποιος, αγνοώντας ευρύτερες συνάφειες και μακρές προϊστορίες, ατενίζει χάσκοντας τον εκάστοτε διερχόμενο διάττοντα αστέρα.

Στον βαθμό όπου κατανοούσα καλύτερα τους μηχανισμούς της ιδεολογικής και ουτοπικής σκέψης, την κλασική αρχαιότητα την έφερνε κοντύτερα μου ένα ακόμα γνώρισμα της: η απουσία εσχατολογίας και ευθύγραμμων αντιλήψεων για το ιστορικό γίγνεσθαι, οι οποίες ως γνωστόν έχουν ιουδαιοχριστιανική προέλευση και εκκοσμικεύθηκαν τόσο από τον σοσιαλιστικό μαρξισμό όσο και από τον καπιταλιστικό φιλελευθερισμό. Για να αποφευχθεί η υστερία μπροστά στον πλήρη και αμετάκλητο θάνατο, νομιμοποιήθηκε κοσμοθεωρητικά η υστερία της εσχατολογίας. Όποιος μαθαίνει να ζει χωρίς ρητές ή άρρητες εσχατολογίες και χωρίς ηθικισμούς ως υποκατάστατα τους, πρέπει και να μάθει να πεθαίνει, πλήρως και αμετάκλητα, με γαλήνη και φαιδρότητα ψυχής. Αν κάπου μπορεί να πάρει κανείς αυτό το ύψιστο μάθημα, είναι από την κλασσική αρχαιότητα, η οποία αγνόησε την ευθεία γραμμή με την αίσια απόληξη για να προσηλωθεί στην θέαση και βίωση του αΐδιου κύκλου.

Από τις εργασίες σας που γνωρίζω, θα σας χαρακτήριζα έναν ιστορικό τον ιδεών και έναν μελετητή της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Το ερώτημα μου είναι αν πίσω από τον ιστορικό κρύβεται ένας φιλόσοφος και, στην περίπτωση που η απάντηση είναι καταφατική, ποιός είναι ο πυρήνας της φιλοσοφίας σας;

Ας μου επιτραπεί κατ' αρχήν να προσθέσω στον «ιστορικό των ιδεών» και τον κοινωνικό ιστορικό. Όχι διότι φοβούμαι μήπως χάσω κάποιον τίτλο, αλλά διότι η ιστορία των ιδεών μού φαίνεται ξεκρέμαστη –και επί πλέον συχνά ακατανόητη ως προς το περιεχόμενο και τις τροπές της– χωρίς μιαν ιστορικά και κοινωνιολογικά εναργή σύλληψη των συγκεκριμένων υποκειμενικών της φορέων μέσα στις συγκεκριμένες αντικειμενικές τους καταστάσεις· το τι εννοώ μ' αυτό το έδειξα σε εργασίες όπως ο Συντηρητισμός και η Παρακμή του Αστικού Πολιτισμού. Αλλά, όπως ανέφερα απαντώντας σε προηγούμενη ερώτησή σας, ούτε η ιστορικά και κοινωνιολογικά θεμελιωμένη ιστορία των ιδεών είναι πλήρης, αν δεν υπεισέρχεται στην ιστορία των θεωρητικών προβλημάτων, αν δηλαδή δεν ανιχνεύει, εκ των ένδον πλέον, τη διαμόρφωση των ιδεών υπό την πίεση της εκάστοτε εσωτερικής λογικής τους. Ετερογονία των σκοπών υπάρχει όχι μόνον μέσα στην ιστορία εν γένει, αλλά και μέσα στην ιστορία των ιδεών. Σπανίως ένας στοχαστής, όταν διατυπώνει ένα διανόημα, είναι σε θέση να συλλάβει όλες του τις λογικές συνέπειες, οι οποίες Φανερώνονται βαθμηδόν, καθώς το διανόημα χρησιμοποιείται από άλλα υποκείμενα μέσα σε άλλες καταστάσεις. Η εξέταση της εσωτερικής λογικής των ιδεών, της συνοχής και των έσχατων προϋποθέσεων τους, μας φέρνει στον χώρο της θεωρίας και των θεωρητικών γενικεύσεων. Ώστε, για όποιον είναι σε θέση να επισκοπεί τα πράγματα σε πολλά επίπεδα ταυτόχρονα, δεν υπάρχει ούτε χάσμα ούτε αντίφαση ανάμεσα σε ιστορία των ιδεών και σε θεωρία. Τώρα, αν και γιατί η θεωρία πρέπει να ονομασθεί «φιλοσοφία» ή όχι, δεν το γνωρίζω και δεν με ενδιαφέρει να το μάθω. Οι ονομασίες μού είναι αδιάφορες εξ αιτίας της ασάφειας και της πολυσημίας τους, οι οποίες οφείλονται στο ότι πολλές πλευρές διεκδικούν ταυτόχρονα για τον εαυτό τους το μονοπώλιο της «γνήσιας» φιλοσοφίας κ.τ.λ. Μέλημα μου δεν είναι η συμμετοχή σε τέτοιες διαμάχες, οι οποίες παραμένουν άκαρπες εδώ και είκοσι πέντε αιώνες, αλλά η εντρύφηση σε ποικίλους επί μέρους τομείς με στόχο τη διατύπωση κοινωνιο-οντολογικών, κοινωνιολογικών και ιστορικών γενικεύσεων επιδεχόμενων εμπειρική επαλήθευση ή διάψευση. Ας θυμίσω ότι η φιλοσοφία των Νέων Χρόνων δεν δημιούργησε μόνη της την προβληματική της, αλλά την πήρε έξωθεν, παρακολουθώντας άμεσα ή έμμεσα, επαρκέστερα ή ανεπαρκέστερα, τις ραγδαίες εξελίξεις των επιστημών, αρχικά κυρίως των φυσικομαθηματικών και κατόπιν των κοινωνικών-ανθρωπολογικών. Η γνωσιοθεωρητικά προσανατολισμένη φιλοσοφία του υποκειμένου στον 17ο και 18ο αιώνα συγκροτήθηκε ως προσπάθεια ν' απαντηθούν τα ερωτήματα που έθετε η τοτινή μαθηματική φυσική (διάκριση πρωτευουσών και δευτερευουσών ιδιοτήτων, αιτιότητα, ουσία). Οι κοινωνικές και ανθρωπολογικές επιστήμες, που άρχισαν να θεμελιώνονται στον 18ο αιώνα και ανδρώθηκαν στον 19ο, εξανάγκασαν τη φιλοσοφία να στραφεί όλο και περισσότερο στην προβληματική των διυποκειμενικών σχέσεων, ενώ συνάμα έτρωσαν θανάσιμα τον παμπάλαιο ζωτικό μύθο της: τον μύθο της αυτονομίας του πνεύματος. Δεν βλέπω πώς μπορεί να προχωρήσει κάποιος σήμερα σε αξιόλογες γενικεύσεις χωρίς ευρεία εμπειρική παιδεία, χωρίς μακρά τριβή με τις κοινωνικές επιστήμες. Η αποκοπή των εξ επαγγέλματος φιλοσόφων από την τέτοια παιδεία και τριβή τούς καθιστά συχνότατα, ως γνωστόν, γραφικά φαινόμενα.

Τώρα, υπάρχουν διαφορετικά επίπεδα γενίκευσης, και αν, ονομάζοντας με «φιλόσοφο», εννοείτε ότι ορισμένες μου αναλύσεις κινούνται στο ευρύτερο δυνατό γενικευτικό επίπεδο, τότε οφείλω να αποδεχθώ την ονομασία – μόνον κατά σύμβαση, βέβαια. Το ευρύτερο τούτο επίπεδο, όταν γίνεται λόγος για τα ανθρώπινα πράγματα, είναι το επίπεδο της κοινωνικής οντολογίας, το οποίο συναπαρτίζεται, όπως το βλέπω εγώ, πρώτον, από μιά θεωρία για το φάσμα και τον μηχανισμό των κοινωνικών σχέσεων μεταξύ ανθρώπων, δεύτερον, από μιά θεωρία για τις ιδιαίτερες εκείνες (πολιτικές) σχέσεις που συγκροτούν και συγκρατούν την κοινωνία ως υπερπροσωπική ολότητα και, τέλος, από μιαν ανθρωπολογία και μιά φιλοσοφία του πολιτισμού ως χαρακτηριστικής φύσεως του ανθρώπου. Προφανώς, το αντικείμενο της κοινωνικής οντολογίας δεν το αποτελούν πάγιες οντότητες, οι οποίες υπάρχουν κατά κάποιο τρόπο πίσω από τα ιστορικά ή κοινωνικά φαινόμενα καθοδηγώντας τα και υποτάσσοντάς τα σε οιασδήποτε μορφής νομοτέλεια· απεναντίας, το αποτελούν οι παράγοντες ή οι δυνάμεις εκείνες που κρατούν σε συνεχή κίνηση τη ζωή των κοινωνικά ζώντων ανθρώπων και ακριβώς γι' αυτό κάνουν σχετική και παροδική μόνον την επικράτηση κάθε επί μέρους «νομοτέλειας» και κάθε επί μέρους αιτιότητας. Με άλλα λόγια, η κοινωνική οντολογία δεν παρέχει ένα ύψιστο πραγματολογικό ή κανονιστικό κριτήριο προς παρατήρηση της ανθρώπινης κοινωνίας και ιστορίας, αλλά παρέχει την θεμελιώδη εκείνη ανάλυση από την οποία προκύπτει γιατί είναι αδύνατη η εύρεση ενός τέτοιου κριτηρίου. Διαγράφει πεδία και πλαίσια μέσα στα οποία κινούνται όσα στοιχεία συναπαρτίζουν το αντικείμενό της, όμως δεν μπορεί να καθορίσει εκ των προτέρων σε ποια κατεύθυνση και με ποιον τρόπο θα κινηθούν. Ακριβώς αυτό της προσδίδει περισσότερη γενικότητα από τις κοινωνικές επιστήμες, οι οποίες αναζητούν τυπολογίες και αιτιότητες. Ας το εξηγήσω αυτό με ένα παράδειγμα, έστω και κάπως χοντροκομμένο. Η κοινωνική οντολογία διαπιστώνει ότι ο άνθρωπος μπορεί, ως φίλος, να θυσιαστεί για άλλους ανθρώπους, ή, ως εχθρός, να τους σκοτώσει, και δουλειά της είναι να κάνει κατανοητή μιά τέτοια πλαστικότητα που επιτρέπει την κίνηση ανάμεσα σε ριζικά αντίθετους πόλους. Δουλειά τής κοινωνιολογίας είναι να βρει υπό ποιες συνθήκες και ποιες τυπικές μορφές συμβαίνει μάλλον το ένα ή μάλλον το άλλο, πότε π.χ. πρέπει μάλλον να αναμένεται ειρήνη μεταξύ των ανθρώπων και πότε μάλλον πόλεμος, ενώ δουλειά της ιστορίας είναι να αναζητήσει τις αιτίες στις οποίες οφείλεται η α ή β συγκεκριμένη ειρήνη και ο α ή β συγκεκριμένος πόλεμος.

Δεν μπορώ να υπεισέλθω εδώ στα περίπλοκα επιστημολογικά προβλήματα της θεμελίωσης των διαφόρων αυτών γνωστικών κλάδων· το κάνω στον πρώτο τόμο τού έργου που γράφω τώρα. Ελπίζω ωστόσο να έγινε περίπου κατανοητή η εκ των πραγμάτων επιβαλλόμενη συνύφανση των θεωρητικών γενικεύσεων με την κοινωνιολογική και ιστορική ανάλυση – καθώς επίσης και η υφή των γενικεύσεων αυτών. Δεν θέλω να παραδοξολογήσω διατυπώνοντας τη θέση ότι η καλύτερη θεωρητική γενίκευση είναι εκείνη που με βάση τις ίδιες της τις προϋποθέσεις μας παραπέμπει στην εμπειρική έρευνα και στην ανάλυση συγκεκριμένων περιπτώσεων ως σε έσχατους κριτές. Από την άλλη πλευρά, η εσωτερική λογική της κατανόησης συγκεκριμένων περιπτώσεων, μέσα στην αυτόματη κι ακατάσχετη προέλαση της, απαιτεί την ένταξη των τελευταίων σε συνεχώς ευρύτερες συνάφειες, έως ότου φτάσουμε στο επίπεδο όλων των επιπέδων, δηλαδή σε ό,τι –ελλείψει καλυτέρου– ονομάζουμε τα «ανθρώπινα πράγματα». Όπως υπαινίχθηκα, η κοινωνική οντολογία όχι μόνον οφείλει να συνεργάζεται στενότατα με τις κοινωνικές επιστήμες, αλλά να είναι και η ίδια πολυδιάστατη. Η θεώρηση των ανθρωπίνων πραγμάτων είναι, πράγματι, υπόθεση πολυδιάστατη και πολυπρισματική. Αν, λοιπόν, υπέκυπτα στον δογματικό πειρασμό και στη μαγεία των επιγραμμάτων, επιχειρώντας να απαντήσω απ' ευθείας στην ερώτησή σας και να συνοψίσω σε μια φράση τον «πυρήνα της φιλοσοφίας» μου, τότε αναγκαστικά θα χρησιμοποιούσα όρους ικανούς να αγκαλιάσουν αυτήν την πολυδιαστατικότητα και την πολυπρισματικότπτα όμως τέτοιοι όροι θα ήσαν πολυσήμαντοι μέσα στη γενικότητα τους. Αν ήταν δυνατή η απόλυτα πυκνή και συνάμα η απόλυτα σαφής σύνοψη, σας διαβεβαιώ ότι δεν θα είχα δημοσιεύσει μερικές χιλιάδες –όχι φλύαρες, θέλω να πιστεύω– σελίδες. Η σκέψη μου, όπως κάθε σκέψη, έχει μιαν πεμπτουσία, όμως αυτήν πρέπει να την αποστάξει ο ενδιαφερόμενος αναγνώστης μέσα από το σύνολο του έργου μου· αλλιώς η οποιαδήποτε φόρμουλα όχι μόνον δεν θα κατανοηθεί, αλλά και σίγουρα θα παρανοηθεί. Θέλω, παρ' όλα αυτά, να σας πω κάτι, που μου φαίνεται ουσιαστικό, ξεκινώντας από τη διατύπωση τού ερωτήματός σας. Ο φιλόσοφος που κρύβεται πίσω από τον ιστορικό λέει – και αυτή είναι η τελευταία του λέξη: σκέψου ιστορικά, οι απαντήσεις στα ιστορικά προβλήματα δεν βρίσκονται μέσα στην κατασκευασμένη θεωρία, αλλά αντίθετα οι απαντήσεις στα θεωρητικά προβλήματα βρίσκονται μέσα στην ιστορία. Όσοι επιλέγουν τη θεωρία έναντι της ιστορίας το κάνουν όχι γιατί κινούνται σε υψηλότερες σφαίρες, όπως συχνά πιστεύουν οι ίδιοι, απλά από πνευματική νωθρότητα· γιατί η οποιαδήποτε θεωρία είναι απείρως απλούστερη από οποιαδήποτε ιστορική κατάσταση.

Εκτός από το τεράστιο συγγραφικό σας έργο, είναι γνωστή η επίσης τεράστια μεταφραστική και εκδοτική σας δραστηριότητα – εκδοτική όχι με την επιχειρηματική έννοια, αλλά με την έννοια του διευθυντή ειδικών σειρών φιλοσοφίας, κοινωνιολογίας, ανθρωπολογίας, ιδεών εν γένει. Ποιά σημασία αποδίδετε σε αυτές τις δραστηριότητες;

Μίλησα πριν για τους υπαρξιακούς μου δεσμούς με την Ελλάδα και για ένα υπαρξιακό ενδιαφέρον ικανό να κρυσταλλωθεί σε πράξεις. Δεν εννοώ τις πράξεις του ερασιτέχνη και του πολυπράγμονος ούτε όσες συνάπτονται με το ούτως ή άλλως εννοούμενο ίδιον συμφέρον, αλλά πράξεις που συνιστούν προσφορά με βάση όσα είναι σε θέση να κάμει κάποιος σε τομείς που γνωρίζει. Είχα καταλήξει πολύ νωρίς στο συμπέρασμα ότι η πνευματική ζωή και η γενικότερη παιδεία στην Ελλάδα πάσχει από βασικές ελλείψεις στην υποδομή της κι ότι ο βαθύς επαρχιωτισμός της δεν πρόκειται να υπερβαθεί ποτέ χωρίς μία σοβαρή εργασία υποδομής. Βεβαίως, ουσιώδεις κοινωνικές προοπτικές θα έχει η εργασία αυτή μονάχα αν ανθήσουν τα φυσικά της λίκνα, και αυτά είναι προ παντός τα πανεπιστήμια. Αυτό δεν γίνεται, και δεν πιστεύω ότι θα γίνει και στο μέλλον. Όμως τούτο δεν αποτελεί λόγο για να μην κάμει καθένας, από τη δική του θέση, ό,τι μπορεί. Μόνον όποιος δεν θέλει να ζυμώσει κοσκινίζει ατελείωτα. Έτσι, μολονότι ο φόρτος της υπόλοιπης εργασίας μου λειτουργούσε περίπου απαγορευτικά, ανέλαβα, με την υποστήριξη αφιλοκερδών και αξιοπρεπών εκδοτών, τη διεύθυνση και την επίβλεψη δύο τέτοιων εγχειρημάτων. Το πρώτο, η «Φιλοσοφική και Πολιτική Βιβλιοθήκη» (εκδ. «Γνώση») άρχισε ήδη το 1983 και ολοκληρώνεται προσεχώς, όταν θα έχει συμπληρώσει ακριβώς εξήντα τόμους. Επί δεκαπέντε χρόνια εκδίδονταν ανελλιπώς τέσσερις τόμοι τον χρόνο. Παρουσιάσθηκαν κορυφαίοι συγγραφείς και κορυφαία έργα της φιλοσοφίας, της κοινωνιολογίας και της πολιτικής θεωρίας. Γιατί το πρόγραμμα φιλοδοξούσε να τονίσει την ιδέα της ενότητας φιλοσοφικού και κοινωνικοπολιτικού στοχασμού, σε μιαν εποχή όπου οι παραδοσιακοί συστηματικοί διαχωρισμοί κατάντησαν προβληματικοί και άγονοι, όπου η ιστορικότητα των φιλοσοφικών προβλημάτων έγινε τόσο πλατιά συνειδητή όσο και η φιλοσοφική σημασία της εμβάθυνσης στην ιστορική δραστηριότητα των ανθρώπων. Κατέβαλα κάθε προσπάθεια ώστε να μεταφρασθούν κλασσικά έργα, ανέκδοτα ως τότε στην Ελλάδα, και η συγκομιδή δεν ήταν μικρή: έχουμε πλέον στα ελληνικά τον Λεβιάθαν του Hobbes, τη Δεύτερη Πραγματεία του Locke και το Πνεύμα των Νόμων του Montesquieu. Παράλληλα δόθηκε βάρος στην καταγραφή της νεοελληνικής θεωρητικής παραγωγής, και πάλι με σημαντικά επιτεύγματα: δύο τόμοι κατέγραψαν τη νεοελληνική φιλοσοφία της Τουρκοκρατίας (1453-1822), άλλοι δύο τη συνέχεια της στο ελεύθερο ελληνικό κράτος (1822-1922), ενώ πέντε τόμοι αγκάλιασαν τη σοσιαλιστική σκέψη στη χώρα μας από το 1875 ως το 1974. Το δεύτερο εγχείρημα, υπό τον γενικό τίτλο «Ο Νεώτερος Ευρωπαϊκός Πολιτισμός», άρχισε το 1997 και θα ολοκληρωθεί το 2000, όταν θα έχουν εμφανισθεί δώδεκα τόμοι. Εδώ ο στόχος είναι μια συνθετική παρουσίαση του δυτικού πολιτισμού από την Αναγέννηση ίσαμε τις μέρες μας. Η τεχνική επανάσταση, οι αλλαγές των ηθών και των νοοτροπιών, οι μορφές κοινωνικής και οικονομικής οργάνωσης, οι σχέσεις του δυτικού πολιτισμού με τους υπόλοιπους, η τέχνη και η λογοτεχνία αποτελούν τις βασικές πλευρές αυτού του πανοράματος. Δεν χρειάζεται να εξηγήσω γιατί ακριβώς σήμερα χαίνει ακόμα ζοφερότερο απ' ό,τι πριν το τεράστιο γνωστικό και βιβλιογραφικό κενό που υπάρχει στην Ελλάδα σε σχέση με τέτοια θέματα. Και εδώ η αισιοδοξία μου δεν είναι μεγάλη, ωστόσο το χρέος του πρέπει κανείς να το κάνει ανεξάρτητα από τις διαθέσεις του και τις προβλέψεις του. Ας μου επιτραπεί να προσθέσω ότι κατά την επιλογή όλων αυτών των τίτλων ποτέ δεν χρησιμοποίησα ως κριτήριο την δική μου συμφωνία ή ασυμφωνία, συμπάθεια ή αντιπάθεια για τους συγγραφείς· στις πλείστες περιπτώσεις επελέγησαν έργα διαρρήδην αντίθετα προς τις δικές μου αντιλήψεις πάνω στο προκείμενο· εκδόθηκαν ακόμα και συγγραφείς που προσωπικά θεωρώ μάλλον ελαφρούς, αρκεί να βρίσκονταν στο επίκεντρο γενικού ενδιαφέροντος και να επηρέασαν ουσιωδώς τις διεθνείς συζητήσεις. Έτσι αντιλαμβάνομαι την πολυφωνία και έτσι προσπαθώ να υπερνικήσω την δική μου υποκειμενικότητα. Πάντως δεν μου φαίνεται υποκειμενικό ή απλώς αυτάρεσκο αν πω ότι θεωρώ αυτούς τους εβδομήντα δύο τόμους, που μεταφραστικά και εκδοτικά βρίσκονται σε επίπεδα ασυνήθως υψηλά για την Ελλάδα, ως αξιόλογη συμβολή στην παιδεία του τόπου. Αν οι καθηγητές των ελληνικών πανεπιστημίων, αντί να παραφράζουν βιβλία και να τα δημοσιεύουν με το όνομα τους, μετέφραζαν δύο σημαντικά έργα του κλάδου τους ο καθένας, η βιβλιογραφία μας θα είχε κιόλας άλλη όψη. Όμως οι ίδιοι ξέρουν καλά γιατί παραφράζουν αντί να μεταφράζουν: ακόμα και η καλή παράφραση είναι ευκολότερη από την καλή μετάφραση.

Σ' ό,τι με αφορά, έχω μεταφράσει πάνω από είκοσι τόμους, από τέσσερις ξένες γλώσσες και επιπλέον απέδωσα στα νεοελληνικά τον ξενοφώντειο Ιέρωνα. Με ικανοποιεί ιδιαίτερα το γεγονός ότι συνεισέφερα στην έκδοση κλασσικών έργων με μια δίτομη επιλογή από τον Montesquieu και με τη μετάφραση έργων του Marx αλλά μήπως εξ ίσου κλασσικοί, αν και σε άλλους χώρους, δεν είναι ο Schiller και ο Lichtenberg, ο Chamfort και ο Rivarol ή ο Pavese; Μιλώντας για τέτοιες ιδίως μεταφράσεις μου, η καρδιά μου χτυπάει εντονότερα, καθώς αναπλάθω την ήδη μακρά ιστορία ενός πολύ προσφιλούς κεφαλαίου της πνευματικής μου ζωής: εννοώ τη σχέση μου με την ελληνική γλώσσα. Είναι η μοναδική, ευρωπαϊκή τουλάχιστον, γλώσσα που έχει πίσω της μιαν αδιάκοπη ιστορία τριών περίπου χιλιάδων ετών και συνάμα πέρασε από ποικίλες μετεξελίξεις και μεταλλαγές. Όμως οι προγενέστερες μορφές της δεν εξανεμίστηκαν, αλλά ζουν ακόμα διαφοροτρόπως μέσα της, ως ιζήματα και στρώματα, που κάνουν τη διαχρονία συγχρονία. Ο Όμηρος και η κλασσική αττική, η κοινή και η λόγια βυζαντινή, η εκκλησιαστική γλώσσα και η γλώσσα του δημοτικού τραγουδιού και των κρητικών επών, η αρχαΐζουσα και η απλή καθαρεύουσα, η αστική τρέχουσα και τα ιδιωματικά κατάλοιπα – όλα αυτά αποτελούν ακόμα σήμερα πηγές απ' όπου μπορεί ν' αντλήσει η γλωσσική καλαισθησία, αλλά και η εκφραστική ανάγκη. Στη μοναδικότητα αυτής της γλώσσας οφείλεται, πιστεύω, το κατά τα άλλα παράδοξο γεγονός ότι η νεώτερη Ελλάδα, που τίποτε δεν πρόσφερε στη θεωρητική σκέψη ή στον τεχνικό πολιτισμό, έδωσε και δίνει υψηλή ποίηση· την ποίηση τη γεννά –την ξεβράζει, θα έλεγα– από μόνη της η δυναμική της ανεπανάληπτης αυτής γλώσσας. Εξ αρχής την αισθάνθηκα ως ενότητα και τη διάβασα αχόρταγα ως ενότητα, στα μνημεία όλων των εποχών της. Έχοντάς την προδώσει, κατά κάποιο τρόπο, αφού ο ίδιος γράφω σε μιά ξένη γλώσσα, μπόρεσα ωστόσο μέσα από την αναγκαστική απόσταση να την κατανοήσω, και μάλιστα να την αγαπήσω, περισσότερο. Ίσως αυτό να διακρίνεται κάπως στις μεταφράσεις μου – και σ' αυτές συμπεριλαμβάνω και τις μεταφράσεις των δικών μου βιβλίων από τα γερμανικά, που ποτέ δεν μου πέρασε από τον νου να τις αναθέσω σε κάποιον άλλον. Η δικαιοσύνη θα επέβαλλε να μνημονεύσω εδώ και τα όσα οφείλουν οι όποιες γλωσσικές μου δεξιότητες στις ευρωπαϊκές λογοτεχνίες, που επίσης με συντροφεύουν παλαιόθεν. Αλλ' αυτό είναι ένα ξεχωριστό, επίσης μεγάλο και επίσης προσφιλές, κεφάλαιο.

Και μια τελευταία ερώτηση: κ. Κονδύλη, είστε αριστερός ή δεξιός;

Όταν ανατέμνω τις ιδεολογικές ψευδαισθήσεις των «δεξιών», πλείστοι όσοι με θεωρούν «αριστερό»· όταν υποβάλλω σε βάσανο τις αντίστοιχες αυταπάτες των «αριστερών», πλείστοι όσοι με χαρακτηρίζουν «δεξιό». Η δική μου τοποθέτηση παραμένει, βέβαια, αμετάβλητη και στις δύο περιπτώσεις. Γιατί και στις δύο χρησιμοποιώ τα ίδια αναλυτικά εργαλεία, και στις δύο πρόθεση μου δεν είναι να προσφέρω πολεμικά επιχειρήματα στη μια πλευρά εναντίον της άλλης, αλλά να δω τα πράγματα σε μιαν ευρύτερη και υπέρτερη προοπτική – και μιά τέτοια προοπτική είναι, ως γνωστόν, άχρηστη σε όσους μάχονται για την παράταξη τους, μαχόμενοι ταυτόχρονα (ιδιοτελώς ή ανιδιοτελώς, αυτό δεν ενδιαφέρει εδώ) για τον εαυτό τους, ήτοι για την ταυτότητα που τους επιτρέπει να προσανατολίζονται και να επιβιώνουν κοινωνικά. Ακριβώς η συνύφανση της πολιτικής ιδεολογίας με τις εκάστοτε ανάγκες της προσωπικής ταυτότητας προσδίδει στις διαμάχες μεταξύ φορέων των διαφόρων ιδεολογιών οξύτητα ασυμβίβαστη με μιαν διαφορισμένη θεώρηση του άλλου· γιατί στον βαθμό όπου έχει κάποιο δίκιο ο ένας, παύει να έχει κάποιο δίκιο ο άλλος, ήτοι μειώνεται το δικαίωμα υπάρξεως του ως φορέα αυτής της ιδεολογίας. Έτσι, η ψυχική οικονομία επιβάλλει τις γρήγορες κατατάξεις και τις συνοπτικές κρίσεις, έστω και αν στον άλλον αποδίδονται τα ζοφερότερα κίνητρα και οι ελεεινότερες προθέσεις.

Μια από τις κρίσιμες ανακαλύψεις στην πνευματική μου ζωή, την οποία έκαμα –ευτυχώς όχι πολύ αργά– όταν ακόμα αισθανόμουν και ο ίδιος στρατευμένος, είναι ότι ο απέναντι σου, εκείνον που εσύ θεωρείς αντίπαλο ή εχθρό σου, εκείνος που ίσως είναι διώκτης σου, μπορεί να έχει εξ ίσου καθαρή συνείδηση και εξ ίσου αγνά κίνητρα όσο και εσύ, να διαπνέεται από την ίδια ακλόνητη πεποίθηση για το δίκαιο του. Τα πράγματα δεν είναι έτσι όπως παρουσιάζονται στα διδακτικά-προπαγανδιστικά έργα του Brecht, που άσκησαν τόση γοητεία ακριβώς επειδή ξεχωρίζουν με το μαχαίρι το άσπρο από το μαύρο. Εδώ ο εχθρός, δηλαδή ο «κακός», όχι μόνον είναι εξ αντικειμένου κακός, αλλά και το ξέρει επί πλέον ο ίδιος, και μάλιστα το απολαμβάνει· εννοείται, απέναντι σ' ένα τέτοιο υποκείμενο είναι περιττό να έχουμε οιουσδήποτε διανοητικούς ή ψυχικούς ενδοιασμούς. Μπορώ να πω, όχι δίχως κάποιαν υπερηφάνεια, ότι αφ' ότου κατανόησα ίσαμε τις έσχατες συνέπειες της τη διάκριση ανάμεσα σε ηθικό ποιόν και σε πολιτικοϊδεολογικές προτιμήσεις, ποτέ δεν αντιπάθησα κάποιον επειδή διαφωνούσε μαζί μου σε πολιτικά ζητήματα ούτε και συμπάθησα κάποιον άλλον μόνο και μόνο επειδή έτυχε να συμφωνεί. Προσωπικά δυσβάστακτη μου είναι μόνον η έλλειψη χιούμορ – και χιούμορ δεν σημαίνει την ικανότητα να γελάς εις βάρος των άλλων, αλλά την ικανότητα να γελάς μαζί με τους άλλους εις βάρος του εαυτού σου, την ικανότητα να σχετικεύεις τον εαυτό σου. Ωστόσο, ακόμα και η παντελής έλλειψη χιούμορ φαίνεται κατανοητή και συγχωρητέα, αν σκεφθούμε πόσο βαθειά είναι η ανάγκη να έχει κανείς μια ταυτότητα και πόσο άτεγκτη είναι η λογική της περιφρούρησής της. Υπό τις συνθήκες αυτές, η ιδεολογική πλάνη συνιστά τη φυσική κατάσταση, και είναι δευτερεύον, συχνά τυχαίο μάλιστα, αν η πλάνη θα έχει «δεξιά» ή «αριστερά» πρόσημα. Όλοι έχουν ίσα δικαιώματα στην ψευδαίσθηση, αφού δεν έχουν όλοι την ίδια ικανότητα ή το ίδιο θάρρος για γνώση. Μερικές φορές στενοχωρούμαι εκ των υστέρων γιατί σε κάποια συζήτηση επέμεινα στην υπεράσπιση «δυσάρεστων» διαγνώσεων ή απόψεων περισσότερο απ' ό,τι το επέτρεπε η ψυχική αντοχή ή η αντιληπτικότητα του συνομιλητή μου. Θα ήταν ασφαλώς πολύ δύσκολο να του εξηγήσω ότι στην επιμονή αυτή δεν με οδηγεί η ισχυρογνωμοσύνη κι η διάθεση να τον «αλλάξω», αλλά μάλλον η απρόσωπη αγάπη μου για τη συνοχή και την πληρότητα μιας επιχειρηματολογίας. Όπως και να 'χει, οι πλείστοι άνθρωποι θεωρούν περίπου αφύσικο να πρεσβεύουν οι άλλοι αντίθετες αντιλήψεις. Απεναντίας, εγώ εκπλήσσομαι αν κάποιος συμφωνεί μαζί μου.

Δεν εμερολήπτησα, πιστεύω, κατά την ανάλυση «δεξιών» και «αριστερών» ιδεολογικών πλανών. Δεν περιορίσθηκα στην ανατομία της κομμουνιστικής εσχατολογίας, αλλά προχώρησα σε μιαν επισταμένη εξέταση των ιδεολογημάτων του κλασσικού και του νεώτερου συντηρητισμού (στη μονογραφία μου Συντηρητισμός, ενώ στις πολιτικοστρατηγικές αναλύσεις μου μετά τον τερματισμό του Ψυχρού Πολέμου κεντρική θέση επέχει η κριτική του οικονομιστικού και οικουμενιστικού «νεοφιλελευθερισμού». Γενικότερα, διατύπωσα αιτιολογημένα την πεποίθηση ότι η τριχοτόμηση του πολιτικού φάσματος σε «συντηρητισμό», «φιλελευθερισμό» και «κοινωνική δημοκρατία (σοσιαλισμό)» απετέλεσε ειδοποιό συμπαρακολούθημα των ευρωπαϊκών Νέων Χρονών και χάνει τη σημασία της στον βαθμό όπου οι τελευταίοι διαλύονται μέσα στην μαζικοδημοκρατική πλανητική εποχή. Γιατί το πρόβλημα της κατανομής δεν τίθεται πλέον μεταξύ συγκροτημένων κοινωνικών τάξεων στο πλαίσιο χωριστών εθνών και άφθονων ακόμα φυσικών πόρων αλλά τίθεται μετά την απορρόφηση των κλασσικών κοινωνικών τάξεων από τη μαζικοδημοκρατική χοάνη και στο πλαίσιο ενός πλανήτη, όπου η δημογραφική και η οικολογική επιβάρυνση καθίσταται βαθμιαία αφόρητη. Τα γυμνά βιολογικά μεγέθη υποκαθιστούν σιγά-σιγά τα παραδοσιακά πολιτικά, με την εκάστοτε ιδεολογική συσκευασία τους. Καμιά «δεξιά» και καμιά «αριστερή» σοφία δεν θα βοηθούσε αν οχτώ ή δέκα δισεκατομμύρια άνθρωποι επιδιώκουν μανιωδώς να καταναλώσουν τόσες πρώτες ύλες τόση ενέργεια και τόσα αγαθά όσα οι Βορειοαμερικανοί και οι Ευρωπαίοι. Η πολιτική γίνεται βιολογική καθώς μετατρέπεται απλώς σε κατανομή αγαθών (αγαθών επίσης οικολογικών) πάνω σ' έναν στενότατο πλέον πλανήτη. Όπως βλέπουμε, η αναγκαστική αποκοπή από τις πολιτικές ιδεολογίες των ευρωπαϊκών Νέων χρόνων δεν θα σημάνει το τέλος των αγώνων μεταξύ των ανθρώπων παρά θα σημάνει απλώς αγώνες χωρίς τέτοιες ιδεολογίες – στη χειρότερη περίπτωση θα σημάνει επιστροφή στις γυμνές υπαρξιακές αντιπαραθέσεις που δεν χρειάζονται καν ιδεολογικούς εξωραϊσμούς και ιδεολογικά περιτυλίγματα. Η υποκατάσταση των γνωστών μας πολιτικών ιδεολογιών με τα βιολογικά κριτήρια και μεγέθη δεν θα συνιστούσε, στη χειρότερη αυτή περίπτωση, μιαν ευπρόσδεκτη απελευθέρωση της ανθρώπινης ιστορίας από το περιττό φορτίο αρχέγονων ψευδαισθήσεων, αλλά το αντίθετο: θα σηματοδοτούσε μια κατάσταση τόσο βεβαρημένη, ώστε να μη μπορεί να σηκώσει επιπρόσθετα ούτε καν το μικρό βάρος μιας ιδεολογικής σαπουνόφουσκας.