t


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες

Πέμπτη, 31 Μαρτίου 2016

για μια μικρήν ηλιολουσμένη πόλη...

και βλέποντας μακριά, κατά τη δύση,
τα συννεφάκια που θαμπά εχρυσίσαν
φιλώντας ιλαρά το κυπαρίσσι,
για μια μικρήν ηλιολουσμένη πόλη,
για ένα μεγάλο σπίτι που εκυλήσαν
τα πρώτα πρώτα χρόνια μας και οι βόλοι...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Εκκλησάκι στην Αττική, λάδι σε καμβά

Κώστας Καρυωτάκης
Του αδελφού μου

Είσαι άντρας. Όμως ο ίδιος πάντα μένω·
τα χρόνια που περάσανε με αφήσαν
παράξενο παιδάκι γερασμένο.
Και δεν ποθώ πια τίποτε, αδελφέ μου·
τα ονείρατα στα χέρια μου εσκορπίσαν
και τα ’δωκα, ροδόφυλλα, του ανέμου.
Ω, πότε θα μπορέσεις να ξεχάσεις
τις έγνοιες της ζωής που σ’ εκερδίσαν
νά ’ρθεις αποκεί πέρα, να περάσεις
τριγύρω μου το χέρι και σκυμμένος
ν’ ακούσεις όσα πάθη εγονατίσαν
αυτόν που τόσο σου ’ναι αγαπημένος;
Καλέ μου, σιγανά θα σου μιλούσα,
θα σου ’λεγα πως όλοι μ’ εμισήσαν,
πως ρεύοντας το δρόμο μου ετραβούσα,
διωγμένος κάθε μέρα απ’ τους ανθρώπους,
μη ξέροντας ποιοί τόποι μ’ εκρατήσαν,
μη ξέροντας σε ποιούς πηγαίνω τόπους.
Κι ως είσαι ο λατρεμένος αδελφός μου,
τα μάτια σου κοιτώντας που εδακρύσαν,
θα ξεχνούσα τα βάσανα του κόσμου,
και βλέποντας μακριά, κατά τη δύση,
τα συννεφάκια που θαμπά εχρυσίσαν
φιλώντας ιλαρά το κυπαρίσσι,
για μια μικρήν ηλιολουσμένη πόλη,
για ένα μεγάλο σπίτι που εκυλήσαν
τα πρώτα πρώτα χρόνια μας και οι βόλοι,
για τις χαρές που ακόμα με κρατούνε
ικέτη, θε να σου ’λεγα, μα εσβήσαν,
για τους καιρούς που δε θα ξαναρθούνε…

Τρίτη, 29 Μαρτίου 2016

Συμπόσιο για τον Π.Κονδύλη: Αθήνα, 9-10 Απριλίου 2016


Συμπόσιο για τον Π.Κονδύλη (Αθήνα, 9-10 Απριλίου)
Μαρτίου 26, 2016
Διοργανωτες:  περιοδικο Νεο Πλανοδιον / Ινστιτουτο Συντηρητικης Πολιτικης
Χώρος:  Διαμερισματικό Συμβούλιο του Δήμου Αθηναίων, Πανόρμου 59
 
9 Απριλίου,  ώρα 19.00

2010-2016: Ευκαιρίες και χίμαιρες – Η ελληνική διανόηση απέναντι στην Κρίση (Συντονίζει ο Κώστας Κουτσουρέλης)

– Ανδρέας Ανδριανόπουλος, διευθυντής του Ινστιτούτου Διπλωματίας του Αμερικανικού Κολλεγίου της Ελλάδος, πρώην υπουργός
– Γιάννης Κιουρτσάκης, μυθιστοριογράφος, δοκιμιογράφος
– Κώστας Μελάς, οικονομολόγος, καθηγητής Παντείου Πανεπιστημίου
– Παντελής Μπουκάλας, δημοσιογράφος, ποιητής, κριτικός λογοτεχνίας
– Νίκος Ξυδάκης, Αναπληρωτής Υπουργός Εξωτερικών, δημοσιογράφος, τεχνοκριτικός

10 Απριλίου

Α’ συνεδρία: Φιλόσοφοι και ιδέες (11.00 – 12.20)
– Σωτήρης Γουνελάς, συγγραφέας, πρώην διευθυντής περιοδικού Σύναξη («Ο Μαρξ, ο Κονδύλης και η Αρχαία Ελλάδα»)
– Γιώργος Ξηροπαΐδης, αν. καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών («Είναι-προς-θάνατον: Κονδύλης και Χάιντεγγερ. Μια κριτική θεώρηση»)
– Πέτρος Πολυμένης, συγγραφέας, διδάκτωρ φιλοσοφίας («Διαθλάσεις ηδονισμού»)

Β’ συνεδρία: Διεθνής και ευρωπαϊκή πολιτική (12.40 -14.00)
– Κώστας Μελάς, καθηγητής Παντείου Πανεπιστημίου («Το Οικονομικό στην προβληματική του Π. Κονδύλη. Η περίπτωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης»)
– Κώστας Κουτσουρέλης, συγγραφέας, διευθυντής περιοδικού Νέο Πλανόδιον («‘…ο συγκλονιστικότερος και τραγικότερος της ανθρώπινης ιστορίας’. Ο Π. Κονδύλης και ο 21ος αιώνας»)
– Κυριάκος Μικέλης, λέκτορας Διεθνών Σχέσεων Πανεπιστημίου Μακεδονίας («Το Διεθνές και οι Ιδέες στον Παναγιώτη Κονδύλη»)

Γ’ συνεδρία: Περί μεθόδου, συγκριτικής και προσλήψεως (17.00-18.20)
– Λεωνίδας Σταματελόπουλος, πολιτικός επιστήμονας, μέλος της συντακτικής ομάδας του Νέου Πλανόδιου («Ο Παναγιώτης Κονδύλης ως ιστορικός των ιδεών και το πρόβλημα της μεθόδου»)
– Γιώργος Αντωνιάδης, διεθνολόγος, διευθύνων εταίρος του Ινστιτούτου Συντηρητικής Πολιτικής: («Finis Graeciae ή Οι αιτίες της παρακμής της σύγχρονης Ελλάδας: Γιανναράς και Κονδύλης»)
– Δημήτρης Δικαίος, νομικός, πολιτικός επιστήμονας («Η πρόσληψη του Παναγιώτη Κονδύλη από τη γερμανική διανόηση»)

Δ’ συνεδρία: Ζητήματα νεοελληνικής ιστορίας (18.40-20.00)
– Ηλίας Παπαγιαννόπουλος, επ. καθηγητής Πανεπιστημίου Πειραιώς («Σκόρπιες μνήμες σε παράμερο τόπο: Ο Παναγιώτης Κονδύλης και το αίτημα της νεοελληνικής ιστορικότητας»)
– Κώστας Χατζηαντωνίου, συγγραφέας, ιστορικός («Νευρωτική παραδοσιολατρεία και ευρωφιλικός παρασιτισμός: η παρακμή ως εθνική ενότητα»)
– π. Ευάγγελος Γκανάς, θεολόγος («Κράτος και Εκκλησία. Ιστορία και προοπτικές μιας περίπλοκης σχέσης: ένα σχόλιο υπό την προοπτική του έργου του Παναγιώτη Κονδύλη»)

Η είσοδος είναι ελεύθερη.

Νέο Πλανόδιον

Ινστιτούτο Συντηρητικής Πολιτικής

ΠΗΓΗ
Ιστοσελίδα για τον Π. Κονδύλη

εν πένθιμον βαθύ μοιρολόγι...

Κάτω από τον κρημνόν, οπού βρέχουν τα κύματα, όπου κατέρχεται το μονοπάτι, το αρχίζον από τον ανεμόμυλον του Μαμογιάννη, οπού αντικρίζει τα Μνημούρια, και δυτικώς, δίπλα εις την χαμηλήν προεξοχήν του γιαλού, την οποίαν τα μαγκόπαιδα του χωρίου, οπού δεν παύουν από πρωίας μέχρις εσπέρας, όλον το θέρος, να κολυμβούν εκεί τριγύρω, ονομάζουν το Κοχύλι...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Δειλινό στο λιμάνι, λάδι σε καμβά

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Το μοιρολόγι της φώκιας

Κάτω από τον κρημνόν, οπού βρέχουν τα κύματα, όπου κατέρχεται το μονοπάτι, το αρχίζον από τον ανεμόμυλον του Μαμογιάννη, οπού αντικρίζει τα Μνημούρια, και δυτικώς, δίπλα εις την χαμηλήν προεξοχήν του γιαλού, την οποίαν τα μαγκόπαιδα του χωρίου, οπού δεν παύουν από πρωίας μέχρις εσπέρας, όλον το θέρος, να κολυμβούν εκεί τριγύρω, ονομάζουν το Κοχύλι —φαίνεται να έχη τοιούτον σχήμα— κατέβαινε το βράδυ βράδυ η γρια-Λούκαινα, μία χαροκαμένη πτωχή γραία, κρατούσα υπό την μασχάλην μίαν αβασταγήν, δια να πλύνη τα μάλλινα σινδόνιά της εις το κύμα το αλμυρόν, είτα να τα ξεγλυκάνη εις την μικράν βρύσιν, το Γλυφονέρι, οπού δακρύζει από τον βράχον του σχιστολίθου, και χύνεται ηρέμα εις τα κύματα. Κατέβαινε σιγά τον κατήφορον, το μονοπάτι, και με ψίθυρον φωνήν έμελπεν εν πένθιμον βαθύ μοιρολόγι, φέρουσα άμα την παλάμην εις το μέτωπόν της, δια να σκεπάση τα όμματα από το θάμβος του ηλίου, οπού εβασίλευεν εις το βουνόν αντικρύ, κι αι ακτίνες του εθώπευον κατέναντί της τον μικρόν περίβολον και τα μνήματα των νεκρών, πάλλευκα, ασβεστωμένα, λάμποντα εις τας τελευταίας του ακτίνας.

Ενθυμείτο τα πέντε παιδιά της, τα οποία είχε θάψει εις το αλώνι εκείνο του χάρου, εις τον κήπον εκείνον της φθοράς, το εν μετά το άλλο, προ χρόνων πολλών, όταν ήτο νέα ακόμη. Δύο κοράσια και τρία αγόρια, όλα εις μικράν ηλικίαν της είχε θερίσει ο χάρος ο αχόρταστος.
Τελευταίον επήρε και τον άνδρα της, και της είχον μείνει μόνον δύο υιοί, ξενιτευμένοι τώρα· ο εις είχεν υπάγει, της είπον, εις την Αυστραλίαν, και δεν είχε στείλει γράμμα από τριών ετών· αυτή δεν ήξευρε τι είχεν απογίνει· ο άλλος ο μικρότερος εταξίδευε με τα καράβια εντός της Μεσογείου, και κάποτε την ενθυμείτο ακόμη. Της είχε μείνει και μία κόρη, υπανδρευμένη τώρα, με μισήν δωδεκάδα παιδιά.

Πλησίον αυτής, η γρια-Λούκαινα εθήτευε τώρα, εις το γήρας της, και δι' αυτήν επήγαινε τον κατήφορον, το μονοπάτι, δια να πλύνη τα χράμια και άλλα διάφορα σκουτιά* εις το κύμα το αλμυρόν, και να τα ξεγλυκάνη στο Γλυφονέρι.
Η γραία έκυψεν εις την άκρην χθαμαλού, θαλασσοφαγωμένου βράχου, και ήρχισε να πλύνη τα ρούχα. Δεξιά της κατήρχετο ομαλώτερος, πλαγιαστός, ο κρημνός του γηλόφου, εφ' ου* ήτο το Κοιμητήριον, και ειςτα κλίτη του οποίου εκυλίοντο αενάως προς την θάλασσαν την πανδέγμονα τεμάχια σαπρών ξύλων από ξεχώματα, ήτοι ανακομιδάς ανθρωπίνων σκελετών, λείψανα από χρυσές γόβες ή χρυσοκέντητα υποκάμισα νεαρών γυναικών, συνταφέντα ποτέ μαζί των, βόστρυχοι από κόμας ξανθάς, και άλλα του θανάτου λάφυρα. Υπεράνω της κεφαλής της, ολίγον προς τα δεξιά, εντός μικράς κρυπτής λάκκας, παραπλεύρως του Κοιμητηρίου, είχε καθίσει νεαρός βοσκός, επιστρέφων με το μικρόν κοπάδι του από τους αγρούς, και, χωρίς ν' αναλογισθή το πένθιμον του τόπου, είχε βγάλει το σουραύλι από το μαρσίπιόν* του, και ήρχισε να μέλπη φαιδρόν ποιμενικόν άσμα. Το μοιρολόγι της γραίας εκόπασεν εις τον θόρυβον του αυλού, και οι επιστρέφοντες από τους αγρούς την ώραν εκείνην —είχε δύσει εν τω μεταξύ ο ήλιος— ήκουον μόνον την φλογέραν, κι εκοίταζον να ιδώσι πού ήτο ο αυλητής, όστις δεν εφαίνετο, κρυμμένος μεταξύ των θάμνων, μέσα εις το βαθύ κοίλωμα του κρημνού.

Μία γολέτα ήτο σηκωμένη στα πανιά, κι έκαμνε βόλτες εντός του λιμένος. Αλλά δεν έπαιρναν τα πανιά της, και δεν έκαμπτε ποτέ τον κάβον τον δυτικόν. Μία φώκη, βοσκούσα εκεί πλησίον, εις τα βαθιά νερά, ήκουσεν ίσως το σιγανόν μοιρολόγι της γραίας, εθέλχθη από τον θορυβώδη αυλόν του μικρού βοσκού, και ήλθε παραέξω, εις τα ρηχά, κι ετέρπετο εις τον ήχον, κι ελικνίζετο εις κύματα. Μία μικρά κόρη, ήτο η μεγαλυτέρα εγγονή της γραίας, η Ακριβούλα, εννέα ετών, ίσως την είχε στείλει η μάνα της, ή μάλλον είχε ξεκλεφθή από την άγρυπνον επιτήρησίν της, και μαθούσα ότι η μάμμη ευρίσκετο εις το Κοχύλι, πλύνουσα εις τον αιγιαλόν, ήλθε να την εύρη, δια να παίξη ολίγον εις τα κύματα. Αλλά δεν ήξευρεν όμως πόθεν ήρχιζε το μονοπάτι, από του Μαμογιάννη τον μύλον, αντικρύ στα Μνημούρια, και άμα ήκουσε την φλογέραν, επήγε προς τα εκεί και ανεκάλυψε τον κρυμμένον αυλητήν και αφού εχόρτασε ν' ακούη το όργανόν του και να καμαρώνη τον μικρόν βοσκόν, είδεν εκεί που, εις την αμφιλύκην του νυκτώματος, εν μικρόν μονοπάτι, πολύ απότομον, πολύ κατηφορικόν, κι ενόμισεν ότι αυτό ήτο το μονοπάτι, και ότι εκείθεν είχε κατέλθει η γραία η μάμμη της· κι επήρε το κατηφορικόν απότομον μονοπάτι δια να φθάση εις τον αιγιαλόν να την ανταμώση. Και είχε νυκτώσει ήδη.
Η μικρά κατέβη ολίγα βήματα κάτω, είτα είδεν ότι ο δρομίσκος εγίνετο ακόμη πλέον απόκρημνος. Έβαλε μίαν φωνήν, κι επροσπάθει ν' αναβή, να επιστρέψη οπίσω. Ευρίσκετο επάνω εις την οφρύν ενός προεξέχοντος βράχου, ως δύο αναστήματα ανδρός υπεράνω της θαλάσσης. Ο ουρανός εσκοτείνιαζε, σύννεφα έκρυπταν τα άστρα, και ήτον στην χάσιν του φεγγαριού. Επροσπάθησε και δεν εύρισκε πλέον τον δρόμον πόθεν είχε κατέλθει. Εγύρισε πάλιν προς τα κάτω, κι εδοκίμασε να καταβή. Εγλίστρησε κι έπεσε, μπλουμ! εις το κύμα. Ήτο τόσον βαθύ όσον και ο βράχος υψηλός. Δύο οργυιές ως έγγιστα. Ο θόρυβος του αυλού έκαμε να μη ακουσθή η κραυγή. Ο βοσκός ήκουσεν ένα πλαταγισμόν, αλλά εκείθεν όπου ήτο, δεν έβλεπε την βάσιν του βράχου και την άκρην του γιαλού. Άλλως δεν είχε προσέξει εις την μικράν κόρην και σχεδόν δεν είχεν αισθανθή την παρουσίαν της.

Καθώς είχε νυκτώσει ήδη, η γραία Λούκαινα είχε κάμει την αβασταγήν της, και ήρχισε ν' ανέρχεται το μονοπάτι, επιστρέφουσα κατ' οίκον. Εις την μέσην του δρομίσκου ήκουσε τον πλαταγισμόν, εστράφη κι εκοίταξεν εις το σκότος, προς το μέρος όπου ήτο ο αυλητής.
— Κείνος ο Σουραυλής θα είναι, είπε, διότι τον εγνώριζε. Δεν του φτάνει να ξυπνά τους πεθαμένους με τη φλογέρα του, μόνο ρίχνει και βράχια στο γιαλό για να χαζεύη... Σημαδιακός κι αταίριαστος είναι.
Κι εξηκολούθησε τον δρόμον της.

Κι η γολέτα εξηκολούθει ακόμη να βολταντζάρη εις τον λιμένα. Κι ο μικρός βοσκός εξηκολούθει να φυσά τον αυλόν του εις την σιγήν της νυκτός.
Κι η φώκη, καθώς είχεν έλθει έξω εις τα ρηχά, ηύρε το μικρόν πνιγμένον σώμα της πτωχής Ακριβούλας, και ήρχισε να το περιτριγυρίζη και να το μοιρολογά, πριν αρχίση τον εσπερινόν δείπνον της.
Το μοιρολόγι της φώκης, το οποίον μετέφρασεν εις ανθρώπινα λόγια εις γέρων ψαράς, εντριβής εις την άφωνον γλώσσαν των φωκών, έλεγε περίπου τα εξής:

Αυτή ήτον η Ακριβούλα
η εγγόνα της γρια-Λούκαινας.
Φύκια 'ναι τα στεφάνια της,
κοχύλια τα προικιά της...
κι η γριά ακόμη μοιρολογά
τα γεννοβόλια της τα παλιά.
Σαν να 'χαν ποτέ τελειωμό
τα πάθια κι οι καημοί του κόσμου.

Κυριακή, 27 Μαρτίου 2016

αναπόφευχτα, όπως οι σκοτεινές δυνάμεις της ζωής...

Το φως θ’ αρχίσει ν’ ανάβει, να σβήνει, πάλι, πάλι, στο ίδιο διάστημα αυστηρά, αναπόφευχτα, όπως οι σκοτεινές δυνάμεις της ζωής, η μοίρα του ανθρώπου, ο θάνατος...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Σχοινιάς, λάδι σε καμβά

Ηλίας Βενέζης
Οι γλάροι
(απόσπασμα)

Το νησάκι που βρίσκεται στα βορινά της Λέσβου, ανάμεσα Πέτρα και Μόλυβο, είναι γυμνό κι έρημο. Δεν έχει όνομα, κι οι ψαράδες που δουλεύουν σ’ εκείνες τις θάλασσες το λένε απλά έτσι: «Το νησί». Δεν έχει μήτε ένα δέντρο, εξόν από θάμνους. Τρία μίλια μακριά, τα βουνά της Λέσβου συνθέτουν μια ήμερη αρμονία από γραμμή, από κίνηση και χρώμα. Πλάι σ’ αυτή τη σπατάλη το γυμνό νησί με την αυστηρή γραμμή του φαίνεται ακόμα πιο έρημο. Σαν να το είχε ξεχάσει ο Θεός, όταν έχτιζε τις στεριές κι έκανε τις θάλασσες στις εφτά πρώτες μέρες του Κόσμου.

Μα από τούτη τη γυμνή λουρίδα της γης μπορείς να δεις, το καλοκαίρι, τον ήλιο να πέφτει μέσα στο ατέλειωτο πέλαγο. Τότε τα χρώματα βάφουν τα νερά κι ολοένα αλλάζουν, κάθε στιγμή, σαν να λιώνουν μες στ’ αλαφρά κύματα. Όταν τα βράδια είναι πολύ καθαρά, μπορείς να ξεχωρίσεις τα βουνά του Άθω να βγαίνουν μέσα απ’ το πέλαγο και σιγά πάλι να σβήνουν μαζί με τη νύχτα που έρχεται. Αυτή την ώρα ο μπαρμπα-Δημήτρης, ο μοναχικός κάτοικος του έρημου νησιού, θα κάμει την τελευταία κίνηση που τον ενώνει με τους ανθρώπους και με τη ζωή: θ’ ανάψει το φως στο φάρο. Το φως θ’ αρχίσει ν’ ανάβει, να σβήνει, πάλι, πάλι, στο ίδιο διάστημα αυστηρά, αναπόφευχτα, όπως οι σκοτεινές δυνάμεις της ζωής, η μοίρα του ανθρώπου, ο θάνατος.

Σάββατο, 26 Μαρτίου 2016

Είναι παλιό το λιμάνι...

Αν το θέλησα να μείνω μόνος,γύρεψα
τη μοναξιά, δε γύρεψα μια τέτοια απαντοχή,
το κομμάτιασμα της ψυχής μου στον ορίζοντα,
αυτές τις γραμμές, αυτά τα χρώματα, αυτή τη σιγή...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Πειραιάς, λάδι σε καμβά

Γιώργος Σεφέρης
Είναι παλιό το λιμάνι

Είναι παλιό το λιμάνι, δεν μπορώ πια να περιμένω
ούτε το φίλο που έφυγε στο νησί με τα πεύκα
ούτε το φίλο που έφυγε στο νησί με τα πλατάνια
ούτε το φίλο που έφυγε για τ’ ανοιχτά.
Χαϊδεύω τα σκουριασμένα κανόνια, χαϊδεύω τα κουπιά
να ζωντανέψει το κορμί μου και ν’ αποφασίσει.
Τα καραβόπανα δίνουν μόνο τη μυρωδιά
του αλατιού της άλλης τρικυμίας.

Αν το θέλησα να μείνω μόνος,γύρεψα
τη μοναξιά, δε γύρεψα μια τέτοια απαντοχή,
το κομμάτιασμα της ψυχής μου στον ορίζοντα,
αυτές τις γραμμές, αυτά τα χρώματα, αυτή τη σιγή.

Τ’ άστρα της νύχτας με γυρίζουν στην προσδοκία
του Οδυσσέα για τους νεκρούς μες στ’ ασφοδίλια.
Μες στ’ ασφοδίλια σαν αράξαμε εδώ πέρα θέλαμε να βρούμε
τη λαγκαδιά που είδε τον Άδωνι λαβωμένο.

Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2016

της ελευθεριάς ο έρως...

Με αφορμή την επέτειο της 25ης Μαρτίου!
Η συνταρακτική εικόνα του χορού του Ζαλόγγου από τον εθνικό μας ποιητή...

Τὰ φορέματα ἐσφυρίζαν
καὶ τὰ ξέπλεκα μαλλιά,
κάθε γύρο ποὺ ἐγυρίζαν
ἀπὸ πάνου ἔλειπε μία.


Ary Scheffer, Die suliotischen Frauen oder Die Frauen von Suliot (1827) 

Διονύσιος Σολωμός
Εις τον Θάνατον του Μπάυρον (απόσπασμα)

101.
Τὲς ἐμάζωξε εἰς τὸ μέρος
τοῦ Τσαλόγγου τὸ ἀκρινὸ
τῆς ἐλευθεριᾶς ὁ ἔρως
καὶ τὲς ἔμπνευσε χορό.
102.
Τέτοιο πήδημα δὲν τὸ εἶδαν
οὔτε γάμοι, οὔτε χαρές,
καὶ ἄλλες μέσα τους ἐπήδαν
ἀθωότερες ζωές.
103.
Τὰ φορέματα ἐσφυρίζαν
καὶ τὰ ξέπλεκα μαλλιά,
κάθε γύρο ποὺ ἐγυρίζαν
ἀπὸ πάνου ἔλειπε μία.
104.
Χωρὶς γόγγυσμα κι ἀντάρα
πάρα ἐκείνη μοναχά,
ὁποῦ ἔκαναν μὲ τὴν κάρα,
μὲ τὰ στήθια, στὰ γκρεμά.

Πέμπτη, 24 Μαρτίου 2016

Η δυτική σημειολογία...

http://yannisstavrou.blogspot.com 

Ο Τεν Τεν δακρύζει: Η εκφυλισμένη σημειολογία της Δύσης σε όλη της τη γελοιότητα!

Τετάρτη, 23 Μαρτίου 2016

Η Θαμπωμένη Xώρα...

Σβήνεται αγάλια ολότελα. Kι η χώρα η θαμπωμένη
μαζί μ' εκείνο σιωπηλή βυθίζεται μακριά μου,
γυρνάω σκυφτός. Kι αλλοίμονο! τριγύρω μου δε μένει
παρά η νυχτιά, κι η σκοτεινιά κι η ατέλειωτη ερημιά μου...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Βιομηχανικό τοπίο, Κερατσίνι, λάδι σε καμβά

Λάμπρος Πορφύρας
Η Θαμπωμένη Xώρα    

Πολλές φορές στου δειλινού τη μυστική την ώρα,
όταν γυρνώ με την ψυχή βαριά συλλογισμένη,
πολλές φορές στην ερημιά βγαίνει μιαν άυλη χώρα,
μια χώρα πάντα σιωπηλή και πάντα θαμπωμένη.

Tα σπίτια της είναι κλειστά κι είναι παλιά. Kλωνάρια
ξεβγαίνουν μέσ' απ' τις φτωχές αυλές, τις ρημαγμένες,
στους τοίχους, στα κατώφλια τους, φυτρώνουνε χορτάρια
κι οι στέγες μες στην πράσινη τη μούχλα είναι ντυμένες.

Έτσι είναι. Kι άλλα τα 'χω δει -θαρρώ- στα μαύρα ξένα,
άλλα εδώ πέρα στο χωριό, και κάποια στο νησί μου,
κάποια στο δρόμο του γιαλού, σε χρόνια ευτυχισμένα,
κι όλα τους, κι όλη η χώρ' αυτή μού λέει για τη ζωή μου.

A! Kαθώς μπαίνω στ' άχαρα τα βραδινά στενά της,
κανένας δεν υπάρχει πια να βγει να μ' απαντήσει,
εγώ είμαι ο μόνος κι ο στερνός που τα περνώ διαβάτης·
θυμάμαι αγάπες· σβήνεται το λίγο φως στη δύση·

Σβήνεται αγάλια ολότελα. Kι η χώρα η θαμπωμένη
μαζί μ' εκείνο σιωπηλή βυθίζεται μακριά μου,
γυρνάω σκυφτός. Kι αλλοίμονο! τριγύρω μου δε μένει
παρά η νυχτιά, κι η σκοτεινιά κι η ατέλειωτη ερημιά μου.

Τρίτη, 22 Μαρτίου 2016

Αντίο!

Λεύκες, γιγάντιοι καρφωτοί
στα πλάγια εδώ του δρόμου,
δέντρα μου, εστέρξατε ο βοριάς
τα φύλλα σας να πάρει.
Σκιές εμείνατε σκιών
που ρέουν στο μέτωπό μου,
καθώς πηγαίνω χάμου εγώ
κι απάνω το φεγγάρι...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Λεύκες στο Λαγκαδά, λάδι σε καμβά

Κώστας Καρυωτάκης
Στροφές
(1)

Είκοσι χρόνια παίζοντας
αντί χαρτιά βιβλία,
είκοσι χρόνια παίζοντας,
έχασα τη ζωή.
Φτωχός τώρα ξαπλώνομαι,
μιαν εύκολη σοφία
ν' ακούσω εδώ που πλάτανος
γέρος μου τη θροεί.

(2)

Απ 'όλα θέλω ελεύτερος
να πλέω στα χάη του κόσμου.
Αν ένας φίλος μου 'μεινε,
να φύγει, να περάσει.
Κι όταν ζητήσει ο θάνατος
τα πλούτη ποχω μάσει,
σένα, πικρία μου απέραντη,
μονάχο να 'χω βιoς μου.

(3)

Για τη ζωή σου μου 'λεγες,
για το χαμό της νιότης,
για την αγάπη μας που κλαίει
τον ίδιο θάνατό της,
κι ενώ μια ογρή στα μάτια σου
περνούσε αναλαμπή,
ήλιος φαιδρός απ' τ' ανοιχτό
παράθυρο είχε μπει.

(4)

Τι χάνω εγώ τις μέρες μου
τη μία κοντά στην άλλη,
κι όπως μου ασπρίζουν τα μαλλιά
ξινίζει το κρασί,
αφού μονάχα όταν περνώ
το βλέμμα από κρουστάλλι,
με νέα ρετσίνα ολόγεμο
βλέπω τη ζωή χρυσή;

(5)

Η νύχτα μας εχώρισεν
από όσους αγαπάμε
πριν μας χωρίσει η ξενιτιά.
(Να 'ναι όλοι εκεί στο μόλο;)
Σφύρα, καράβι αργήσαμε.
κι αν φτάσουμε όπου πάμε,
στάσου λίγο, μα ύστερα
σφύρα να φεύγουμε όλο.

(6)

Λεύκες, γιγάντιοι καρφωτοί
στα πλάγια εδώ του δρόμου,
δέντρα μου, εστέρξατε ο βοριάς
τα φύλλα σας να πάρει.
Σκιές εμείνατε σκιών
που ρέουν στο μέτωπό μου,
καθώς πηγαίνω χάμου εγώ
κι απάνω το φεγγάρι.

(7)

Χαρά! Η χαρά! Στα νέα χαρά
παιδιά! Τραβούνε -- ωραίοι
μαύροι ληστές -- την κόρη ζωή
δεμένη ν' αγαπήσουν.
Μα στο βιβλίο σου ολάνοιχτο,
στα φύλλα του αύρα πνέει,
τρελέ, τρελέ, που εγέρασες
και νέος ποτέ δεν ήσουν.

(8)

-- Ποιητή, κυλάει το γέλιο μου
μέλι και χλεύη, αλλά
δεν παύεις να σφυροκοπάς
των ήχων τα στεφάνια
-- Κόρη, δουλεύω ανώφελα,
μα η στείρα τι ωφελά
και σιωπηλή του αχάτινου
ματιού σου υπερηφάνια;

(9)

Αντίο! Αντίο! Με τα ουράνια
μάτια σας και με βιόλες
στο λαιμό, εφύγατε, ξανθές
ερώτων νέων ελπίδες.
Αντίο, κι εσύ που στρέφοντας,
όταν χαθήκανε όλες
πάλι να παίρνω το βαθύ,
σκοτεινό δρόμο μ' είδες!

(10)

Μπρούτζινος γύφτος -- τράλαλα! --
τρελά πηδάει κει πέρα, χαρούμενος που εδούλευε
τον μπρούτζον όλημερα
και που 'χει τη γυναίκα του
χτήμα του και βασίλειο.
Μπρούτζινος γύφτος -- τράλαλα! --
δίνει κλοτσιά στον ήλιο!

Δευτέρα, 21 Μαρτίου 2016

αν γυρίζουν πίσω τα κύματα...

Πάρε μας, νύχτα
καθώς μια τελευταία ομορφιά του κόσμου,
αν είναι
να μην
έρθει
το φως...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Νυχτερινή Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά

Νίκος Καρούζος
Διάλογοι

Διάλογος Τρίτος

Νύχτα εξοντωτική,
το κυριακάτικο φως περιμένουμε.
Κι΄ αν είναι να μην έρθει
απαγχόνισέ μας απ΄ τα΄ άστρα,
να αιωρούμεθα προς δόξαν του μηδέν.
Καταβροχθίσαμε τον πόνο,
τι άλλο μας μένει,
μπορούμε να φύγουμε.
Πάρε μας, νύχτα
καθώς μια τελευταία ομορφιά του κόσμου,
αν είναι
να μην
έρθει
το φως.
Μη μας εγκαταλείψεις,
απ΄ το γαλάζιο σου φόρεμα πιαστήκαμε,
στο μαύρο ήλιο μη μας αφήσεις.
Είναι μοιραίο
να
μη
διακρίνουμε τότε.
και θα χτυπούμε το στήθος στις ακρογιαλιές της φωνής μας
για ένα κύμα
αν γυρίζουν πίσω τα κύματα,
για να μας πάνε, να μας πάνε …
Δε μας έδωσε σημεία το φως
και μάταια περιμένουμε.
Λύτρωσέ μας, νύχτα.

Κυριακή, 20 Μαρτίου 2016

Όχι πως φεύγοντας θ’ αλλάξω τη ροή των βρώμικων νερών...

Θα φύγω κάποτε απ’ το νυχτερινό σταθμό
γλιστρώντας προς τη χλόη άγνωστων τόπων...



Γιάννης Σταύρου, Απόγευμα στο λιμάνι, λάδι σε χαρτί

Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου
Ψυχοθεραπεία Α΄

Πάρτε μικρό νυστέρι, έλεγε ο γιατρός. Οπλισθείτε το χέρι του αρχιτέκτονα, τη σκληράδα του μεταλλειολόγου, το μάτι του επιμελητού Μνημείων Λόγου και Τέχνης. Όχι πια οι πυρακτωμένες λέξεις μα τα ψυχρά υλικά – γυαλί, αλουμίνιο γραφίτης. Μείνετε πάντοτε ο ευγενής νοσταλγός ενός παραδείσου πετρωμάτων ή ακρωτηριασμένων έργων τέχνης. Σκεφτήκατε ποτέ την ικμάδα και το σφρίγος ενός συνταξιούχου συλλέκτη;

Ψυχοθεραπεία Β΄

Χαρείτε τον παλμό της εποχής μας, έλεγε ο γιατρός. Αφήστε τον ρόλο του έκπτωτου ονειροπόλου πρίγκιπα. Χαρίστε εγκαρδιότητες –τι σας κοστίζουν–, πιστέψτε στη χρησιμότητα –κρατώντας βέβαια τις αναγκαίες αποστάσεις– μιας αβρής επιστολογραφίας. Γίνετε ο περιλάλητος εκφραστής, ο ενσαρκωτής των πόθων και των ελπίδων της πολύκλαυστης γενιάς σας. Σας ευχαριστώ. Να περνάτε. Σας διαβεβαιώ, μου είσθε συμπαθής.

Η αναχώρηση

Θα φύγω κάποτε απ’ το νυχτερινό σταθμό
γλιστρώντας προς τη χλόη άγνωστων τόπων
καθώς το ψάρι, αδιάφορος για τον πολύχρωμο βυθό
αθόρυβα, καθώς αξιωματούχος πικραμένος θα γλιστρήσω

Όχι πως φεύγοντας θ’ αλλάξω τη ροή των βρώμικων νερών

Παρασκευή, 18 Μαρτίου 2016

πάνω στην αδυσώπητη τούτη γη...

Δεν ωφελεί το παράπονο
Ίδια παντού θα 'ναι η ζωή με το σουραύλι των φιδιών στη χώρα των φαντασμάτων
Mε το τραγούδι των ληστών στα δάση των αρωμάτων...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Πλαγιά στον Υμηττό, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Νίκος Γκάτσος
Αμοργός
(απόσπασμα)

Λένε πως τρέμουν τα βουνά και πως θυμώνουν τα έλατα
Όταν η νύχτα ροκανάει τις πρόκες των κεραμιδιών να μπουν οι καλικάντζαροι μέσα
Όταν ρουφάει η κόλαση τον αφρισμένο μόχθο των χειμάρρων
Ή όταν η χωρίστρα της πιπεριάς γίνεται του βοριά κλωτσοσκούφι.

Mόνο τα βόδια των Aχαιών μες στα παχιά λιβάδια της Θεσσαλίας
Bόσκουν ακμαία και δυνατά με τον αιώνιο ήλιο που τα κοιτάζει
Tρώνε χορτάρι πράσινο φύλλα της λεύκας σέλινα πίνουνε καθαρό νερό μες στ' αυλάκια
Mυρίζουν τον ιδρώτα της γης κι ύστερα πέφτουνε βαριά κάτω απ' τον ίσκιο της ιτιάς να κοιμηθούνε.

Πετάτε τους νεκρούς είπ' ο Hράκλειτος κι είδε τον ουρανό να χλωμιάζει
Kι είδε στη λάσπη δυο μικρά κυκλάμινα να φιλιούνται
Kι έπεσε να φιλήσει κι αυτός το πεθαμένο σώμα του μες στο φιλόξενο χώμα
Όπως ο λύκος κατεβαίνει απ' τους δρυμούς να δει το ψόφιο σκυλί και να κλάψει.
Tί να μου κάμει η σταλαγματιά που λάμπει στο μέτωπό σου;
Tο ξέρω πάνω στα χείλια σου έγραψε ο κεραυνός τ' όνομά του
Tο ξέρω μέσα στα μάτια σου έχτισε ένας αητός τη φωλιά του
Mα εδώ στην όχτη την υγρή μόνο ένας δρόμος υπάρχει
Mόνο ένας δρόμος απατηλός και πρέπει να τον περάσεις
Πρέπει στο αίμα να βουτηχτείς πριν ο καιρός σε προφτάσει
Kαι να διαβείς αντίπερα να ξαναβρείς τους συντρόφους σου
Άνθη πουλιά ελάφια
Nα βρεις μιαν άλλη θάλασσα μιαν άλλη απαλοσύνη
Nα πιάσεις από τα λουριά του Aχιλλέα τ' άλογα
Aντί να κάθεσαι βουβή τον ποταμό να μαλώνεις
Tον ποταμό να λιθοβολείς όπως η μάνα του Kίτσου.
Γιατί κι εσύ θα 'χεις χαθεί κι η ομορφιά σου θα 'χει γεράσει.
Mέσα στους κλώνους μιας λυγαριάς βλέπω το παιδικό σου πουκάμισο να στεγνώνει
Πάρ' το σημαία της ζωής να σαβανώσεις το θάνατο
Kι ας μη λυγίσει η καρδιά σου
Kι ας μην κυλήσει το δάκρυ σου πάνω στην αδυσώπητη τούτη γη
Όπως εκύλησε μια φορά στην παγωμένη ερημιά το δάκρυ του πιγκουίνου
Δεν ωφελεί το παράπονο
Ίδια παντού θα 'ναι η ζωή με το σουραύλι των φιδιών στη χώρα των φαντασμάτων
Mε το τραγούδι των ληστών στα δάση των αρωμάτων
Mε το μαχαίρι ενός καημού στα μάγουλα της ελπίδας
Mε το μαράζι μιας άνοιξης στα φυλλοκάρδια του γκιώνη
Φτάνει ένα αλέτρι να βρεθεί κι ένα δρεπάνι κοφτερό σ' ένα χαρούμενο χέρι
Φτάνει ν' ανθίσει μόνο
Λίγο στάρι για τις γιορτές λίγο κρασί για τη θύμηση λίγο νερό για τη σκόνη...

Πέμπτη, 17 Μαρτίου 2016

το ταξίδι σου ποτέ δε θα τελειώσεις...

θυμήσου τους αρχοντικούς νεκρούς
και τίμησε τη μοίρα σου, που είσαι εσύ
(ταξιδευτής βασανισμένος)
διαλεκτικός κι αλλόκοτος...


O remember the great dead
And honour the fate you are,
Travelling and tormented,
Dialectic and bizarre...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Στο κύμα, λάδι σε καμβά

Ουίσταν Ώντεν
Ατλαντίς

Εάν πολύ το επιθυμείς
να πας στην Ατλαντίδα,
θα ξέρεις ασφαλώς ότι
μόνο το Πλοίο των Τρελών
θα κάνει το ταξίδι εφέτος,
διότι θύελλες, σφοδρές και ασυνήθιστες
έχουνε προβλεφτεί και πρέπει, το λοιπόν,
έτοιμος να είσαι∙ γι’ αυτό
με λόξα κάμποση να συμπεριφερθείς
ώστε να σε περάσουνε για ένα απ’ τα παλικάρια,
να δώσεις την εντύπωση, τουλάχιστο, πως
συμπαθείς το σαματά, το δυνατό ποτό και τις χοντράδες.

Εάν οι θύελλες (και τούτο να συμβεί μπορεί)
σε κάνουνε ν’ αράξεις για καμιάν εβδομάδα
σε κάποια παλιά πόλη, επίνειο
της Ιωνίας φερ’ ειπείν, κουβέντιασε εκεί
με τους λογίους τους πνευματώδεις, άνδρες
που έχουν αποδείξει πως σαν την Ατλαντίδα
τόπος άλλος κανείς δεν δύναται να υπάρξει.
Τη λογική τους μάθε, αλλά πρόσεξε
πόσο η λεπτότητα του νου τους εύκολα προδίδει
το ψυχικό τους βάσανο.
Έτσι λοιπόν αυτοί θα σου διδάξουνε τον τρόπο
ν’ αμφιβάλλεις για να μπορέσεις να πιστέψεις.

Εάν,  αργότερα, τύχει και προσαράξεις
στους κάβους ανάμεσα της Θράκης,
εκεί που  με δαυλούς ολονυχτίς
ράτσα γυμνή και βάρβαρη
πηδάει ξέφρενη, ακούοντας
έναν κόχυλα και κύμβαλο φρενήρες,
στην άγρια εκείνη ακτή
βγάλε τα ρούχα σου και χόρεψε, γιατί
εκτός και αν αξιωθείς
την Ατλαντίδα εντελώς
να λησμονήσεις, το ταξίδι σου
ποτέ δε θα τελειώσεις.

Και αν φτάσεις κάποτε στην έκλυτη
την Καρχηδόνα ή την Κόρινθο,
γέψου κι εσύ την ξέφρενη ευωχία.
Και αν καμιά κοκότα σ’ ένα καπηλειό,
χαϊδεύοντάς σου τα μαλλιά σου πει
«Αγαπούλη μου, η Ατλαντίδα είν’ εδώ»
Την ιστορία της ζωής της
με προσοχή ν’ ακούσεις∙ καθώς
εάν καλά δεν ενημερωθείς για κάθε καταφύγιο
που μάταια προσπαθεί
την Ατλαντίδα να παραποιήσει, πώς
τάχα θα γνωρίσεις την αληθινή;

Κι αν, επιτέλους, κοντά στην Ατλαντίδα
προσαράξεις, και βγεις
στον κοπιώδη πηγαιμό κατά την ενδοχώρα
μες από δάση ρυπαρά και παγωμένες
τούνδρες, εκεί που όλα στη στιγμή θε να χαθούν∙
αν έρμος πια σταθείς,
με γύρω σου ερημιά,
πέτρα και χιόνι και σιωπή κι αέρα,
θυμήσου τους αρχοντικούς νεκρούς
και τίμησε τη μοίρα σου, που είσαι εσύ
(ταξιδευτής βασανισμένος)
διαλεκτικός κι αλλόκοτος.

Τρικλίζοντας, προχώρα όλος χαρά
αλλά και τότε ακόμη, αν ίσως,
έχοντας πια φτάσει στο στερνό
το διάσελο, αν, ίσως, σωριαστείς
με ολάκερη την Ατλαντίδα ν’ ακτινοβολεί
από κάτω κι όμως να κατεβείς
πια δεν αντέχεις, πρέπει
υπερήφανος να είσαι, μόνο που κρυφοκοίταξες
την Ατλαντίδα, σε όραμα ποιητικό.
Ξάπλωσε ειρηνικά και πες ευχαριστώ,
έχοντας δει τον λυτρωμό σου.

Όλοι οι μικροί, οι σπιτικοί θεοί
αρχίσανε να κλαίνε∙ όμως πες τους εσύ:
Αμέτε στο καλό∙ και σάλπαρε.
Καλό ταξίδι φίλε αγαπητέ, καλό ταξίδι: Είθε
ο Ερμής, των δρόμων ο διαφεντευτής,
και οι τέσσερις νάνοι, οι Κάβειροι,
πάντα να σε βοηθούν και να σε προστατεύουν.
Και είθε ο Παλαιός των Ημερών
αθέατος να σου σταθεί οδηγός
σε ό,τι έχεις να κάνεις
και να εγείρει, φίλε, πάνω σου
της σκέπης Του το φως.

(Απόδοση: Σπύρος Ηλιόπουλος)

W. H. Auden
Atlantis

Being set on the idea
Of getting to Atlantis,
You have discovered of course
Only the Ship of Fools is
Making the voyage this year,
As gales of abnormal force
Are predicted, and that you
Must therefore be ready to
Behave absurdly enough
To pass for one of The Boys,
At least appearing to love
Hard liquor, horseplay and noise.

Should storms, as may well happen,
Drive you to anchor a week
In some old harbour-city
Of Ionia, then speak
With her witty sholars, men
Who have proved there cannot be
Such a place as Atlantis:
Learn their logic, but notice
How its subtlety betrays
Their enormous simple grief;
Thus they shall teach you the ways
To doubt that you may believe.

If, later, you run aground
Among the headlands of Thrace,
Where with torches all night long
A naked barbaric race
Leaps frenziedly to the sound
Of conch and dissonant gong:
On that stony savage shore
Strip off your clothes and dance, for
Unless you are capable
Of forgetting completely
About Atlantis, you will
Never finish your journey.

Again, should you come to gay
Carthage or Corinth, take part
In their endless gaiety;
And if in some bar a tart,
As she strokes your hair, should say
"This is Atlantis, dearie,"
Listen with attentiveness
To her life-story: unless
You become acquainted now
With each refuge that tries to
Counterfeit Atlantis, how
Will you recognise the true?

Assuming you beach at last
Near Atlantis, and begin
That terrible trek inland
Through squalid woods and frozen
Thundras where all are soon lost;
If, forsaken then, you stand,
Dismissal everywhere,
Stone and now, silence and air,
O remember the great dead
And honour the fate you are,
Travelling and tormented,
Dialectic and bizarre.

Stagger onward rejoicing;
And even then if, perhaps
Having actually got
To the last col, you collapse
With all Atlantis shining
Below you yet you cannot
Descend, you should still be proud
Even to have been allowed
Just to peep at Atlantis
In a poetic vision:
Give thanks and lie down in peace,
Having seen your salvation.

All the little household gods
Have started crying, but say
Good-bye now, and put to sea.
Farewell, my dear, farewell: may
Hermes, master of the roads,
And the four dwarf Kabiri,
Protect and serve you always;
And may the Ancient of Days
Provide for all you must do
His invisible guidance,
Lifting up, dear, upon you
The light of His countenance.

Τετάρτη, 16 Μαρτίου 2016

από πατρίδα πια χαμένη...

Εκεί ψηλά ένα πεύκο λυγισμένο
σκύβει προσεχτικά την άβυσσο ν’ ακούσει
με διπλωμένο σαν το τόξο τον κορμό του...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Πεύκα στο φως του φεγγαριού, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Σαλβατόρε Κουαζίμοντο
Συχνά μια παραλία…

Συχνά μια παραλία
φεγγοβολάει από άστρα που γιορτάζουν.
Κυψέλες θειάφι
πάνω από το κεφάλι μου αιωρούνται.

Καιρός για τα μελίσσια· και το μέλι
είναι μες στο λαιμό μου,
που μόλις του ’λειψε ο ήχος.
Ένα κοράκι τριγυρνά, το μεσημέρι
πάνω από τις αμμόπετρες τις γκρίζες.

Αγαπημένε αέρα! Του ήλιου σου η γαλήνη
το θάνατο υποβάλλει
κι’ η νύχτα λόγια από άμμο,

από πατρίδα πια χαμένη.

(μετ. Κούλης Αλέπης)

Το καταφύγιο των πουλιών

Εκεί ψηλά ένα πεύκο λυγισμένο
σκύβει προσεχτικά την άβυσσο ν’ ακούσει
με διπλωμένο σαν το τόξο τον κορμό του.

Βρίσκουν σ’ αυτό καταφυγή τα νυχτοπούλια
κι όταν το υφάδι της η νύχτα πλέκει
από φτεροκοπήματα γοργά αντηχάει.

Εκεί έχει μια φωλιά της κ’ η καρδιά μου
καθώς μετέωρη στο σκότος σταματάει
ν’ αφουγκρασθεί κάποια φωνή μέσα στη νύχτα.

(μετ. Παν. Χρ. Χατζηγάκης)

Τρίτη, 15 Μαρτίου 2016

Άκου!...

βλέπω
αυτό το μεγάλο χιονισμένο φέρετρο
που ρίχνουν κάθε μέρα με κρότο
πάνω του πρόκες
κι επιμένουνε
να τ’ ονομάζουν
ΓΗ...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Θεσσαλονίκη με φεγγάρι, λάδι σε καμβά

Μίλτος Σαχτούρης

Ο ΑΓΓΛΟΣ ΖΩΓΡΑΦΟΣ ΚΑΙ ΠΟΙΗΤΗΣ
DANTE GABRIEL ROSSETI
ΓΡΑΦΕΙ ΜΕ ΤΟ ΧΕΡΙ ΜΟΥ ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ


Άκου!
Σου έλεγα τότε την αλήθεια
την ήξερα τότε την αλήθεια

–  Όχι, μου έλεγες
τα πουλιά φυτρώνουν
τα γουρούνια πετάνε
τα λουλούδια περπατάνε
οι άνθρωποι, λένε πάντα ψέματα

σου έδειχνα ένα πουλί
έλεγες – Είναι λουλούδι
σου έδειχνα ένα λουλούδι
όχι, έλεγες – Είναι πουλί

κι οι άνθρωποι λένε πάντα ψέματα

τώρα εγώ βλέπω το φεγγάρι
αυτό το σπασμένο σπαστικό
παιδί
που ο Ιούλιος Βερν
έλεγε κάποτε:
–  Οι άνθρωποι θα το κατοικήσουν
βλέπω
αυτό το μεγάλο χιονισμένο φέρετρο
που ρίχνουν κάθε μέρα με κρότο
πάνω του πρόκες
κι επιμένουνε
να τ’ ονομάζουν

ΓΗ

ίσως να είχες δίκιο τότε

γι’ αυτό μπόρεσες και έζησες
γι’ αυτό μπόρεσα και έζησα

ΑΥΓΗ

Δευτέρα, 14 Μαρτίου 2016

Του χαμένου καραβιού...

Άνοιξε ένα μονοπάτι μεσ’ απ’ τ’ αργό θλιμμένο πανί,
Άνοιξε διάπλατες στον άνεμο τις πύλες
Του χαμένου καραβιού
Το ταξίδι μου ν’ αρχίσω για το τέλος της πληγής μου...
*
Open a pathway through the slow sad sail,
Throw wide to the wind the gates of the wandering boat
For my voyage to begin to the end of my wound...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Αρόδο, λάδι σε καμβά


Ντύλαν Τόμας
Μείνε ακίνητος γαλήνιος κοιμήσου

Μείνε ακίνητος, γαλήνιος κοιμήσου,
Με την πληγή τυρανισμένος
Στο λαρύγγι να φλογίζεται ν’ ανοίγει.
Όλη νύχτα στο νερό
Της σιωπηλής θαλάσσης συνακούσαμε τον ήχο
Που βγήκε απ’ την πληγή την γραπωμένη
Στο σάβανο του αλατιού.

Τρεμάμενοι ακούσαμε κατ’ απ’ τ’ απόμακρο φεγγάρι
Τον ήχο της θαλάσσης να κυλά σαν αίμα
Απ’ την πληγή την βροντερή
Κι όταν το σάβανο του αλατιού τσάκισε
Σε μια θύελλα τραγουδιών
Οι φωνές των πνιγμένων κολύμπησαν στον άνεμο.

Άνοιξε ένα μονοπάτι μεσ’ απ’ τ’ αργό θλιμμένο πανί,
Άνοιξε διάπλατες στον άνεμο τις πύλες
Του χαμένου καραβιού
Το ταξίδι μου ν’ αρχίσω για το τέλος της πληγής μου.
Τραγούδι ακούσαμε τον ήχο της θαλάσσης,
Το σάβανο είδαμε λόγο του αλατιού.

Μείνε ακίνητος, γαλήνιος κοιμήσου,
Κρύψε στο λάρρυγγα το στόμα
Αλλιώς θα υποταχθούμε και θα ιππεύσουμε μαζί σου
Μέσα στους πνιγμένους.

(μετ. Γιώργος Μπλάνας)

Dylan Thomas
Lie Still, Sleep Becalmed

Lie still, sleep becalmed, sufferer with the wound
In the throat, burning and turning. All night afloat
On the silent sea we have heard the sound
That came from the wound wrapped in the salt sheet.

Under the mile off moon we trembled listening
To the sea sound flowing like blood from the loud wound
And when the salt sheet broke in a storm of singing
The voices of all the drowned swam on the wind.

Open a pathway through the slow sad sail,
Throw wide to the wind the gates of the wandering boat
For my voyage to begin to the end of my wound,
We heard the sea sound sing, we saw the salt sheet tell.
Lie still, sleep becalmed, hide the mouth in the throat,
Or we shall obey, and ride with you through the drowned.

Κυριακή, 13 Μαρτίου 2016

13 Μαρτίου 1900 - Γεννήθηκε ο Γ. Σεφέρης...

― Γυρεύω το παλιό μου σπίτι
με τ' αψηλά τα παραθύρια
σκοτεινιασμένα απ' τον κισσό
γυρεύω την αρχαία κολόνα
που κοίταζε ο θαλασσινός...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Γαλατάς, λάδι σε καμβά

Γιώργος Σεφέρης
O γυρισμός του ξενιτεμένου    

― Παλιέ μου φίλε τί γυρεύεις;
χρόνια ξενιτεμένος ήρθες
με εικόνες που έχεις αναθρέψει
κάτω από ξένους ουρανούς
μακριά απ' τον τόπο το δικό σου.

― Γυρεύω τον παλιό μου κήπο·
τα δέντρα μού έρχουνται ώς τη μέση
κι οι λόφοι μοιάζουν με πεζούλια
κι όμως σαν ήμουνα παιδί
έπαιζα πάνω στο χορτάρι
κάτω από τους μεγάλους ίσκιους
κι έτρεχα πάνω σε πλαγιές
ώρα πολλή λαχανιασμένος.

― Παλιέ μου φίλε ξεκουράσου
σιγά-σιγά θα συνηθίσεις·
θ' ανηφορίσουμε μαζί
στα γνώριμά σου μονοπάτια
θα ξαποστάσουμε μαζί
κάτω απ' το θόλο των πλατάνων
σιγά-σιγά θα 'ρθούν κοντά σου
το περιβόλι κι οι πλαγιές σου.

― Γυρεύω το παλιό μου σπίτι
με τ' αψηλά τα παραθύρια
σκοτεινιασμένα απ' τον κισσό
γυρεύω την αρχαία κολόνα
που κοίταζε ο θαλασσινός.
Πώς θες να μπώ σ' αυτή τη στάνη;
οι στέγες μού έρχουνται ώς τους ώμους
κι όσο μακριά και να κοιτάξω
βλέπω γονατιστούς ανθρώπους
λες κάνουνε την προσευχή τους.

― Παλιέ μου φίλε δε μ' ακούς;
σιγά-σιγά θα συνηθίσεις
το σπίτι σου είναι αυτό που βλέπεις
κι αυτή την πόρτα θα χτυπήσουν
σε λίγο οι φίλοι κι οι δικοί σου
γλυκά να σε καλωσορίσουν.

― Γιατί είναι απόμακρη η φωνή σου;
σήκωσε λίγο το κεφάλι
να καταλάβω τί μου λες
όσο μιλάς τ' ανάστημά σου
ολοένα πάει και λιγοστεύει
λες και βυθίζεσαι στο χώμα.

― Παλιέ μου φίλε συλλογίσου
σιγά-σιγά θα συνηθίσεις
η νοσταλγία σού έχει πλάσει
μια χώρα ανύπαρχτη με νόμους
έξω απ' τη γης κι απ' τους ανθρώπους.

― Πια δεν ακούω τσιμουδιά
βούλιαξε κι ο στερνός μου φίλος
παράξενο πώς χαμηλώνουν
όλα τριγύρω κάθε τόσο
εδώ διαβαίνουν και θερίζουν
χιλιάδες άρματα δρεπανηφόρα.

Παρασκευή, 11 Μαρτίου 2016

Όταν ήταν σκοτεινά...

Αυτά σκεφτόμουν και ήξερα πόσο γρήγορα
παν τα τηλεγραφήματα με τις ευχές
ή με την αγγελία θανάτου...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Νυχτερινό, Πειραιάς, λάδι σε καμβά

Δημήτρης Π. Παπαδίτσας
Ποίηση 1
Σημειώσεις τριών νυχτών

Ι

Όταν ήταν σκοτεινά σαν τότε που η απάντηση
ήλθε πολύ κρυφά κι ανέβηκε απ΄τη γη στα μάτια
όπως ανεβαίνει ο υδράργυρος του θερμομέτρου
ή όπως το ήρεμο τριφύλλι πάει στον ουρανό
σαν τότε που είχαν βρεθεί χιλιάδες στόματα
για την εξόριστη φωνή, άλλοι στο δρόμο
απο χέρι σε χέρι κουβαλούσαν τη ζωή τους
άλλοι κουνούσαν τα χέρια τους και αποχαιρετούσαν
άσπρα βαπόρια απο σύννεφο με γυαλιστερά φινιστρίνια
σαν κοριτσίστικα μάτια πρωί-πρωί που ανοίγουν

Οι βιαστικοί τρέχαν να προλάβουν κάποιον
να τον καλωσορίσουν για να κοιμηθούν ήσυχοι.

ΙΙ

Αυτά ήταν τα όστρακα τ' ασημένια, τα μάζεψα
ένα-ένα απ' της πίκρας σου τ' αυλάκι
Αυτές ήταν οι πεταλούδες με τα μισοκαμένα φτερά
μια-μια τις μάζεψα
απο το δέρμα σου που - όπως σε προσκλητήριο
μετά απ' τη μάχη δε λέει "παρών" ο στρατιώτης
που έπαιζε οκαρίνα και διασκέδαζε το λόχο -
το δέρμα σου δε λέει "παρών"

Αυτά τα όστρακα κι αυτές τις πεταλούδες
σ' τα δίνω και τα ξαναπαίρνω
μέχρι να παλιώσουν
σα χαρτονομίσματα
που παν απο χέρι σε χέρι
ή απο φόνο σε φόνο

Καληνύχτα ώρα να φεύγουμε
Γαυγίζει το θάνατο
το σκυλί.

ΙΙΙ

Κοιτάζει, κάνει μια τελευταία προσπάθεια
εν ανάγκη σκουπίζεται με το μαντήλι του
μέχρι να ξεβάψει
μετά βγαίνει έξω με το φυσικό του χρώμα
όπως όταν σε υπόγειο φυτρώνει
μια τρυφερή φασουλιά που τεντώνεται
και ξεμυτίζει απ' τη χαραμάδα που μπάζει φως

Συναντάει ένα γνωστό τον χαιρετά και του λέει
ότι στον τέταρτο όροφο περιμένει μια κυρία
που τα μάτια της κλείνουν και ανοίγουν
κάθε φορά σε άλλη σελίδα
έτσι που να μαθαίνεις άκρες - μέσες
το περιεχόμενο του βιβλίου
παίρνεις το χέρι της το κρύβεις σ' ένα κουτί
και το 'χεις πάντα στη διάθεσή σου
ακόμα κι όταν λείπουν τα τριζόνια
και το συρτάρι παίρνει φωτιά με τα χειρόγραφα

Αυτά σκεφτόμουν και ήξερα πόσο γρήγορα
παν τα τηλεγραφήματα με τις ευχές
ή με την αγγελία θανάτου

Πέμπτη, 10 Μαρτίου 2016

Εκείνος που μαθαίνει τα νιάτα τ' ουρανού...

Ο λίγος χρόνος των πουλιών
Είναι λύπη;
Είναι χαρά;


http://yannisstavrou.blogspot.com 

Σαραντάρης Γιώργος
Ο λίγος χρόνος των πουλιών

Μέσα στον απέραντο ουρανό
Ο λίγος χρόνος των πουλιών
Είναι λύπη;
Είναι χαρά;
Το φως έρχεται
Εκλέγει τα πουλιά
Το φως δεν καταστρέφει
Ανάμεσά μας πάντοτε ένας
Εκείνος που μαθαίνει τα νιάτα τ' ουρανού
Και που πετάει με τα πουλιά
Μέσα στον αιθέρα.

Πρόλογος    

Στους φίλους μου

Kόβεται η δική μας αναπνοή,
χάνεται ο χρόνος, παιδιά·
σε φωνή μοιάζει
που ζύγωσε
μας προσπέρασε
μα δεν ακούστηκε,
κι ένας από μας, ο πιο καλός,
ελπίζει ακόμα
αλλά ντρέπεται να το πει...

Τετάρτη, 9 Μαρτίου 2016

το βιβλίο μου ανοιγοκλείνει...

σηκώθηκε ο άνεμος!… Τη ζωήν ας δοκιμάσω!
Το άπειρο αγέρι το βιβλίο μου ανοιγοκλείνει...
*
Le vent se lève! . . . il faut tenter de vivre!
L'air immense ouvre et referme mon livre...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Στο κύμα, λάδι σε καμβά

Πωλ Βαλερύ
Το θαλασσινό κοιμητήρι
(απόσπασμα)

Ω Ζήνων! Σκληρέ Ζήνων! Ζήνωνα Ελεάτη!
Μ’ έχεις μ’ αυτό το φτερωτό βέλος τρυπήσει
που δονείται, πετά, και δεν πετά καθόλου!
Ο ήχος του με γεννά και το ίδιο με σκοτώνει!
Ο ήλιος!…Τι σκιά χελώνης για την ψυχήν, ο ήλιος,
ακίνητε Αχιλλέα με το μεγάλο βήμα!

Όχι, όχι!…Ορθός! Μες στον αδιάκοπον αιώνα!
Σύντριψε αυτήν τη σκεφτική μορφή, κορμί μου!
Ρούφηξε, στέρνο μου, την γέννηση του ανέμου!
Μια δροσιά από τη θάλασσαν αναδοσμένη,
μου ξαναδίδει την ψυχήν… Ω δύναμη άρμης!
Για ν’ αναβρύσω ζωντανός, στο κύμα ας τρέξω!

Ναι! Προικισμένε με μανίες μεγάλε πόντε,
δέρμα του πάνθηρα και διάτρητη χλαμύδα
με χίλιες κι άλλες χίλιες του ήλιου εξεικονίσεις,
έξαλλη απ’ τη γλαυκή σου σάρκα, απόλυτη ύδρα,
που η μαρμαίρουσα ουρά σου σε ξαναδαγκώνει,
μες σε μια ταραχή που με τη σιωπή μοιάζει,

σηκώθηκε ο άνεμος!… Τη ζωήν ας δοκιμάσω!
Το άπειρο αγέρι το βιβλίο μου ανοιγοκλείνει,
τολμά το κύμα κονιορτός από τα βράχια
ν’ αναβρύζει! Πετάξετε, έκθαμβες σελίδες!
Κύματα, μ’ εύθυμα νερά αυτήν τη γαλήνια
στέγη, όπου φλόκοι τρώγανε, συντρίψετέ την!

(Μετ. Άρη Δικταίου)

Paul Valery
Le cimetière marin
(extrait)

Zénon! Cruel Zénon! Zénon d'Êlée!
M'as-tu percé de cette flèche ailée
Qui vibre, vole, et qui ne vole pas!
Le son m'enfante et la flèche me tue!
Ah! le soleil . . . Quelle ombre de tortue
Pour l'âme, Achille immobile à grands pas!

Non, non! . . . Debout! Dans l'ère successive!
Brisez, mon corps, cette forme pensive!
Buvez, mon sein, la naissance du vent!
Une fraîcheur, de la mer exhalée,
Me rend mon âme . . . O puissance salée!
Courons à l'onde en rejaillir vivant.

Oui! grande mer de délires douée,
Peau de panthère et chlamyde trouée,
De mille et mille idoles du soleil,
Hydre absolue, ivre de ta chair bleue,
Qui te remords l'étincelante queue
Dans un tumulte au silence pareil

Le vent se lève! . . . il faut tenter de vivre!
L'air immense ouvre et referme mon livre,
La vague en poudre ose jaillir des rocs!
Envolez-vous, pages tout éblouies!
Rompez, vagues! Rompez d'eaux réjouies
Ce toit tranquille où picoraient des focs!

Τρίτη, 8 Μαρτίου 2016

ένας αλλότριος ουρανός...

και το γυμνό διάστημα που μας βαραίνει μ' όλα του τα μάγια,
που τυλίγει και ξετυλίγει όνειρα, λόφους, αίμα,
το χρόνο πληγώνει και σας απομακρύνει...


http://yannisstavrou.blospot.com
Γιάννης Σταύρου, Πεύκα στον Υμηττό, λάδι σε καμβά

Ίβ Μπερζερέ
Ο διπλανός σου στο λυκόφως

Να μπεις στο βλέμμα του,
να δεις το βλέμμα του:
ένας αλλότριος ουρανός,
που δεν υποπτευόσουν τους ανέμους, τα άστρα
ή έστω το όνομά του,
σκεπάζει την ταράτσα όπου κάθεσαι.

Δες, αυτός που κάθεται πλάι σου
ξαπλώνει συγχρόνως στη νύχτα
κάτω απ' τα δέντρα κάποιου λόφου,
που μπορείς ακόμα να μαντέψεις τον ορίζοντα,
και σφίγγει γύρω απο τους ώμους το μανδύα
μιας παλιάς σκέψης, παλιάς
που ακόμα τον ματώνει.

στην ταράτσα λέτε λίγα λόγια,
κι ο άνεμος, που με την ακανόνιστη πνοή του
σας συντροφεύει,
είναι η παλίντροπη περιπλάνηση της ψυχής του
πάνω στην ταράτσα, χορταστική
σαν μια μπουκιά φρέσκο ψωμί,
και το γυμνό διάστημα που μας βαραίνει μ' όλα του τα μάγια,
που τυλίγει και ξετυλίγει όνειρα, λόφους, αίμα,
το χρόνο πληγώνει και σας απομακρύνει
ατέλειωτα τον ένα απο τον άλλο.


(Μετ. Χριστόφορος Λιοντάκης)

Δευτέρα, 7 Μαρτίου 2016

σημάδι της φτωχής ελπίδας...

Για δεύτερη φορά ανθίζει η καστανιά:
σημάδι της φτωχής ελπίδας
που αναθερμάνθηκε
για γρήγορη επιστροφή του Ωρίωνα...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Κουτσουπιές στην Αττική, λάδι σε καμβά

Πάουλ Τσέλαν
Μήκων και μνήμη

Λιθοσκεπής χρόνος. Και πιο δαψιλείς πηγάζουν
οι βόστρυχοι του πόνου γύρω απο το πρόσωπο της γης,
το μεθυσμένο μήλο, το μαυρισμένο απο την ανάσα
μιας αμαρτωλής διδαχής: όμορφοι και εχθρικοί στο
παιχνίδι,
που παίζουν μέσα στην ύπουλη
αντανάκλαση του μέλλοντός τους.

Για δεύτερη φορά ανθίζει η καστανιά:
σημάδι της φτωχής ελπίδας
που αναθερμάνθηκε
για γρήγορη επιστροφή του Ωρίωνα: ο αστροφεγγής
ζήλος των τυφλών φίλων του ουρανού
τον καλεί στη σκεπή του.

Ακάλυπτο σις πύλες του ονείρου
ερίζει ένα μοναχικό μάτι.
Ό,τι συμβαίνει κάθε μέρα,
αυτό του φτάνει μόνο να γνωρίζει:
στο ανατολικό παράθυρο
του φανερώνεται τη νύχτα η ισχνή
περιπλανώμενη μορφή των αισθημάτων.

Στην υγρασία του ματιού της βυθίζεις το σπαθί.

(μετ. Ιωάννα Αβραμίδου)

Κυριακή, 6 Μαρτίου 2016

Σας γράφω απο την άκρη του κόσμου...

Φευγεις χωρίς εμένανε ζωή μου .
Κυλάς.
Κι εγώ δεν έχω κάνει ακόμη ένα βήμα .
Μεταφέρεις αλλού τη μάχη.
Μ' εγκαταλείπεις έτσι...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Καράβια στην ομίχλη, λάδι σε καμβά

Ανρί Μισώ
Οταν οι άγγελοι περπατούν
(αποσπάσματα)

Σας γράφω απο την άκρη του κόσμου. Πρέπει να το ξέρετε. Συχνά τα δέντρα τρέμουν. Μαζεύουμε τα φύλλα. ¨Εχουν ένα αφάνταστο πλήθος νεύρα. Αλλά τί μ' αυτό; Τίποτε πια δεν υπάρχει ανάμεσα στα φύλλα και στο δέντρο, και σκορπιζομαστε στεναχωρεμένες.
Άραγε δε θα μπορούσε να εξακολουθήσει η ζωή επι της γης χωρίς αγέρα; Ή μήπως όλα πρέπει να τρέμουν ολοένα, ολοένα.
Υπάρχουν ακόμη υπόγειοι κλονισμοί, και, μέσα στο σπίτι, θα 'λεγες θυμοί που έρχουνται να σε συναπαντήσουν ή όντα αυστηρά που θα 'θελαν να σου αποσπάσουν εξομολογήσεις.
Δε βλέπεις τίποτε, παρά μόνο όσα έχουν τόσο λίγη σημασία να τα ιδείς.
Τίποτε κι όμως τρέμεις. Γιατί;
*
Είναι καιρός, πολύς καιρός, του εμπιστεύεται, που μαλώνουμε με τη θάλασσα.
Πολύ σπάνια γαλανή, απαλή, θα πίστευε κανείς πως είναι ευχαριστημένη. Αλλά τούτο δεν μπορεί να βαστάξει. 'Αλλωστε το λέει η μυρωδιά της, μια μυρωδιά σαπίλας (αν δεν ήταν η πίκρα της).
Εδώ θα 'πρεπε να εξηγήσω την υπόθεση των κυμάτων. Είναι αφάνταστα περίπλοκη, και η θάλασσα... Σας παρακαλώ έχετε εμπιστοσύνη σε μένα. Μήπως θέλω να σας γελάσω; Η θάλασσα δεν είναι μόνο μια λέξη. Είναι περισσότερο απο ένα φόβο. Υπάρχει, σας τ' ορκίζομαι· τη βλέπει κανείς ολοένα.
— Ποιός;
Εμείς· τη βλέπουμε. 'Ερχεται απο πολύ μακριά για να μας κοροϊδέψει και να μας τρομάξει.
Σαν έρθετε, θα τη δείτε και σεις ο ίδιος, θα μείνετε κατάπληκτος. "Μπα!" θα πείτε. Γιατί αποσβολώνει τον άνθρωπο.
Θα την κοιτάξουμε μαζί. Είμαι σίγουρη πως δε θα τη φοβούμαι πια. Πέστε μου αυτο δε θα γίνει ποτέ;

(Μετ. Γιώργος Σεφέρης)
*
Ζωή μου

Φευγεις χωρίς εμένανε ζωή μου .
Κυλάς.
Κι εγώ δεν έχω κάνει ακόμη ένα βήμα .
Μεταφέρεις αλλού τη μάχη.
Μ' εγκαταλείπεις έτσι.
Δε σ' ακολούθησα ποτέ.

Οι προσφορές σου είναι σκοτεινές.
Το ελάχιστο που θέλω, ποτέ δε μου το φέρνεις.
Φταίει αυτή η έλλειψη που πάντα επιθυμώ.
Τόσο πολλά , σχεδόν τα πάντα...
Φταίει αυτό το ελάχιστο που λείπει και που ποτέ δε φέρνεις.

(Μετ. Αργύρης Χιόνης)

Σάββατο, 5 Μαρτίου 2016

Το πρόσωπο του Κάιν: ερεβώδες και φρικτό!..

Μα ξαφνικά: απόλυτη γαλήνη! Άναμμα πυρετού υπόκωφο
Αφήνει φαρμακερά λουλούδια από το στόμα μου να βγουν
Και απ’ τα κλαδιά όπως από πληγή σταλάζει
Ωχρή αχνοφεγγιά δροσιάς  που πέφτει  κι όπως αίμα στάζει...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης  Σταύρου, Μαύρο καράβι, λάδι σε καμβά

Γκέοργκ Τρακλ
Στο Βάλτο

Οδοιπόρος μέσα απο τον μαύρο άνεμο· στη
Γαλήνη του βάλτου μουρμουρίζουν οι πεθαμένες
Καλαμιές.
Ένα σμήνος άγριων πουλιών διασχίζει εγκάρσια
Τον γκρίζο ουρανό.
Πετώντας πάνω απο μουντά ποτάμια.
Αναταραχή. Στην ερειπωμένη καλύβα
Φτερουγίζει με μαύρα φτερά η σήψη.
Σακατεμένες σημύδες αναστενάζουν στον άνεμο.
Βράδυ στην άδεια ταβέρνα. Η γλυκιά μελαγχολία
Των κοπαδιών που βόσκουν
Τυλίγει το δρόμο του γυρισμού,
Εμφάνιση της νύχτας: φρύνοι αναδύονται
Απο τα ασημένια νερά.

(Μετ. Ιωνάννα Αβραμίδου)

Η φρίκη

Μ’ έβλεπα να περιπλανιέμαι σε δωμάτια έρμα.
Έσερναν σε γαλάζια βάθη χορό μανιακό τα αστέρια,
Φθάναν απ’ τα χωράφια των σκυλιών δυνατά ουρλιαχτά,
Κι άγρια με λύσσα χτύπαγε ο νοτιάς της κορφής τα κλαδιά.

Μα ξαφνικά: απόλυτη γαλήνη! Άναμμα πυρετού υπόκωφο
Αφήνει φαρμακερά λουλούδια από το στόμα μου να βγουν
Και απ’ τα κλαδιά όπως από πληγή σταλάζει
Ωχρή αχνοφεγγιά δροσιάς  που πέφτει  κι όπως αίμα στάζει.

Από το πλανερό  ενός καθρέφτη το κενό
Παίρνει ένα σχήμα κάπως και υψώνεται αργό
Το πρόσωπο του Κάιν: ερεβώδες και φρικτό!

Απ’ το παράθυρο κοιτάζει το φεγγάρι σαν στο Άδειο,
Θροΐζει ελάχιστα το βελουδένιο παραπέτο,
Μόνος με το φονιά μου είμαι εκεί και στέκω.

(Μετ. Γιώργος  Καρτάκης)

Παρασκευή, 4 Μαρτίου 2016

ο ψεύτης είδωλο είναι εδώ, το προσκυνά η πλεμπάγια...

Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα
ραγιάδες έχεις, μάνα γη, σκυφτούς για το χαράτσι
κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα
των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Φρανσίσκο Γκόγια, Ο μεγάλος τράγος, λάδι σε καμβά

Κωστής Παλαμάς
Γύριζε

Γύριζε, μη σταθείς ποτέ, ρίξε μας πέτρα μαύρη
ο ψεύτης είδωλο είναι εδώ, το προσκυνά η πλεμπάγια
η Αλήθεια τόπο να σταθή για μια στιγμή δε θάβρη.
Αλάργα. Νέκρα της ψυχής της χώρας τα μουράγια.

Η Πολιτεία λωλάθηκε, κι απόπαιδα τα κάνει
το Νου, το Λόγο, την Καρδιά, τον Ψάλτη, τον Προφήτη
κάθε σπαθί κάθε φτερό, κάθε χλωρό στεφάνι
στη λάσπη. Σταύλος ο ναός, μπουντρούμι και το σπίτι.

Από θαμπούς δερβίσηδες και στέρφους μανταρίνους,
κι από τους χαλκοπράσινους η Πολιτεία πατιέται.
Χαρά στους χασομέρήδες! Χαρά στους Αρλεκίνους!
Σκλάβος ξανάσκυψε ο ρωμιός και δασκαλοκρατιέται

Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα
ραγιάδες έχεις, μάνα γη, σκυφτούς για το χαράτσι
κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα
των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι.

Και δημοκόποι Κλέωνες και λογοκόποι Ζωίλοι
και Μαμμωνάδες βάρβαροι και χαύνοι λεβαντίνοι
λύκοι, κοπάδια, οι πιστικοί και ψωριασμένοι οι σκύλοι
και οι χαροκόποι αδιάντροποι, και πόρνη η Ρωμιοσύνη!


Κωστής Παλαμάς (1859-1943)
(λεπτομέρεια από το έργο του Γεωργίου Ροϊλού
"Μεγάλοι ποιητές της γενιάς μου")

Τετάρτη, 2 Μαρτίου 2016

Αν δεν επιθυμείς να χάσεις τα μάτια και το λογικό σου...

Μείνε τώρα ψύχραιμος και διαυγής, ω ξένε
γιατί χάθηκες αν πιστέψεις στον κίνδυνο...


http://yannisstavrou.blogspot.com 

Φρήντριχ Νίτσε
Ποιήματα
Δίχως Φθόνο


Ναι, η ματιά του φθόνο δεν έχει
γι' αυτό και τον τιμάτε.
Καθόλου δεν τον νοιάζουν οι τιμές σας.
Έχει το αετίσιο μάτι για το μακρινό
δεν βλέπει εσάς, βλέπει μονάχα άστρα, άστρα!

Ο Ταξιδιώτης

«Δε υπάρχει πια μονοπάτι! Άβυσσος γύρω, νεκρική σιγή!».
Εσύ το θέλησες! Γιατί παράτησες το μονοπάτι;
Μείνε τώρα ψύχραιμος και διαυγής, ω ξένε
γιατί χάθηκες αν πιστέψεις στον κίνδυνο.

Σε έναν Εραστή του Φωτός

Αν δεν επιθυμείς να χάσεις τα μάτια και το λογικό σου
ακολούθησε τον ήλιο περπατώντας στη σκιά.

(Μετ. Αλέξανδρος Αλεξάνδρου)

Τρίτη, 1 Μαρτίου 2016

του κόσμου το τέλος περιμένουν...

Αχ να και η αυγή με χρώματα σμέουρου:
τη στυφή ξαναπαίρνει η ζωή γεύση του αίματος...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Θεσσαλονίκη στα χρώματα της αυγής, λάδι σε καμβά

Ιβάν Γκολ
Παράθυρο στη νύχτα

Τελευταίο βλέμμα
εκκολαπτήριο πάνω από την πόλη
τόσο μακριά και τόσο κοντά
είσαι άραγες εσύ το άστρο το μεγαλύτερο
ή η κάμαρα η πιο μικρή
που μένει ξάγρυπνη στη γη;

Είσαι κόσμος πύρινος
στα εξεγερμένα ποτάμια
στα όρη τα φλεγόμενα
από τις απαρχές των αιώνων;

Είσαι η στενή σοφίτα
όπου η μοναδική της λάμπα φέγγει
την ωχρή κεφαλή που έχει σκύψει
φοβισμένη πάνω απ' τη λευκή σελίδα;

Άστρο συμπάντειο
που μίκρυνες κι έγινες ανθρώπειο
ο διαβάτης που περνά σε χαιρετάει.

Οι εραστές της μοναξιάς

Πόσοι και πόσοι στις νυχτερινές κάμαρες μέσα
δεν ξεστρώνουν με τα εύθραυστα χέρια τους
τα μολυβένια σεντόνια

Τυφλό το μάτι του εκκρεμούς
η μοναξιά
κρέμεται από το σπανιολέτο
και το παντζούρι
χτυπάει σάμπως λαβωμένου άγγελου φτερούγα


Όσοι δεν κοιμούνται περιμένουν
περιμένουν τον άνεμο
του κόσμου το τέλος περιμένουν

Αχ να και η αυγή με χρώματα σμέουρου:
τη στυφή ξαναπαίρνει η ζωή γεύση του αίματος

(μετ. Γιώργος Κεντρωτής)