t


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ζωγραφική με φεγγάρι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ζωγραφική με φεγγάρι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 20 Ιουνίου 2026

Κάτι παράξενο...

 Ένα πουλί ολάξαφνο,
με φτερουγίσματα που μαχαιρώνουν τον αέρα,
εισορμά κι ύστερα πάλι ησυχία επικρατεί...

 

Νίκος Καρούζος
Κάτι παράξενο συμβαίνει στο δωμάτιό μου

Κάτι παράξενο συμβαίνει στο δωμάτιό μου,
σαν πέσει η νύχτα
Ένα πουλί ολάξαφνο,
με φτερουγίσματα που μαχαιρώνουν τον αέρα,
εισορμά κι ύστερα πάλι ησυχία επικρατεί.
Ποτέ μου δεν ετόλμησα το φως ν' ανοίξω
και πάντα λέω τι να' ναι το αλάξαφνο πουλί,
τι πτέρωμα να έχει,
πώς άραγε να συγκινεί η μορφή του.
Πάντως, όταν ξυπνώ μες της αυγής το σκούντημα
δεν είμαι παρά μόνος στο δωμάτιο,
σωματικά στερεωμένος από τον ύπνο,
πιο γνώριμος του θανάτου από χτες,
ενώ η ψυχή προσμένει
το καινούργιο μήνυμα του ήλιου, όπως πάντα.
Όμως, τι να' ναι το πουλί,
που ξαφνικά,
σαν ερχομός πνοής μέσα στο πνεύμα,
σφάζει την ησυχία του δωματίου μου
και το αισθάνομαι κοντά μου;
Ποτέ νομίζω δε θα μάθω-
κι ίσως, να είναι το πουλί αυτό, όλο το μυστικό εδώ πέρα...

Πέμπτη 30 Ιανουαρίου 2020

Μοιάζει χειμώνας...

Σαίξπηρ
Σονέτο

Μοιάζει χειμώνας ο καιρός που έχω φύγει
και τη χαρά του χρόνου έχασα, εσένα˙
πόσο σκοτάδι έχω νιώσει, πόσα ρίγη,
πόσο Δεκέμβρη σε τοπία ερημωμένα.
Κι ήταν ο απόδημος ο χρόνος καλοκαίρι,
μεστό φθινόπωρο μέσα στο γέννημά του,
που όλο της άνοιξης το λάγνο βάρος φέρει,
σαν μήτρα πλήρης μες στο πένθος του θανάτου.
Τόση πληθώρα, αποκύημα της λύπης
ήταν για μένα, και καρπός χωρίς πατέρα˙
το καλοκαίρι ξέρει εσένα, κι όταν λείπεις
όλα σωπαίνουν τα πουλιά στον άδειο αέρα.
Κι αν κελαϊδήσουν, λένε πένθιμο κανόνα,
κι ωχρούν τα φύλλα με το φόβο του χειμώνα.

(μετ. Διονύσης Καψάλης)

https://yannisstavrou.blogspot.com 

Τρίτη 7 Ιανουαρίου 2020

περιμένουν μιαν άλλη φωνή...

Γιατί τα λόγια του περασμένου έτους ανήκουν στη γλώσσα του περασμένου έτους.
Και τα λόγια του επόμενου έτους περιμένουν μιαν άλλη φωνή.
Τ.Σ. Ελιοτ
*
For last year's words belong to last year's language.

And next year's words await another voice.
T.S. Eliot


https://yannisstavrou.blogspot.com 

Σάββατο 28 Ιουλίου 2018

το φεγγάρι του Ιουλίου μάτωσε...

https://yannisstavrou.blogspot.com 

 88 οι νεκροί και το φεγγάρι του Ιουλίου μάτωσε...

"κόκκινο το φεγγάρι ανεβαίνει σαν φόβος πια και μόνο" 
Κατερίνα Αγγελάκη- Ρουκ
"Από αίμα πουλιών πλημμυρισμένο / κρυμμένο μένει το φεγγάρι... / είναι ακόμα καλοκαίρι / όμως μια μυρωδιά από θειάφι φράζει το χειμώνα / δεν έχει ούτε καρέκλα να καθίσεις / και οι καρέκλες έφυγαν στον ουρανό" 
Μίλτος Σαχτούρης

Παρασκευή 30 Οκτωβρίου 2015

νύχτα θλιβερού Οχτώβρη...

Και της απάντησα εγώ: «Όνειρο είναι απλά:
Ας συνεχίσουμε με το τρεμουλιαστό τούτο φως!
Ας μας λούσει το κρυστάλλινο τούτο φως!...
*
I replied- 'This is nothing but dreaming:
Let us on by this tremulous light!
Let us bathe in this crystalline light!...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Ανατολή σελήνης, Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά

Έντγκαρ Άλαν Πόε
ΟΥΛΑΛΟΥΜ

Σταχτί και σκυθρωπό το χρώμα τ’ ουρανού
και τα φύλλα ήταν τριμμένα και ξερά –
ναι, τα φύλλα ήταν μαραμένα και ξερά.
Ήταν νύχτα θλιβερού Οχτώβρη
στης μνήμης μου την ανεξίτηλη χρονιά.
Ήταν δύσκολα στη μουντή λίμνη του Όβρη
στην ομίχλη του μεσόκαμπου Γουήαρ –
μες στη μούχλα της πικρόλιμνης του Όβρη
στα βρικολακιασμένα δάση του Γουήαρ.

Εδώ κάποτε σε δρόμο με γιγάντια κυπαρίσσια,
περιπλανήθηκα συντροφιά με την Ψυχή μου
μες στα κυπαρίσσια οδήγησα την Αδερφή Ψυχή μου.
Κι ήταν μέρες που η καρδιά μου είχε λαύρα
σαν τα γεμάτα τέφρα ποτάμια που κυλούν –
σαν τις λάβες που αδιάκοπα κυλούν
ρέματα από θειάφι απ’ το Γιάανεκ ρέουν –
στα έσχατα κλίματα του πόλου –
που βογκούν κι απ’ το όρος Γιάανεκ ρέουν
στα βασίλεια του Βόρειου Πόλου.

O λόγος μας στοχαστικός και μετρημένος
αλλ’ οι σκέψεις μας ήταν αναιμικές, ξερές –
οι θύμησές μας ήταν ύπουλες, ξερές –
γιατί δε νιώθαμε πως ήταν Οχτώβρης,
και δεν προσέξαμε τη νύχτα της χρονιάς –
(αχ, εκείνη απ’ όλες τις νύχτες της χρονιάς!)
και δεν είδαμε τη μουντή λίμνη του Όβρη
(αν και κάποτε διαβήκαμ’ από δω)
κι ούτε νιώσαμε τη μούχλα της πικρόλιμνης του Όβρη
κι ούτε τα βρικολακιασμένα δάση του Γουήαρ.

Και τώρα, καθώς η νύχτα έφτανε στο γέρμα
και τ’ αστρικά ρολόγια δείχνανε πρωί –
τ’ αστρικά ρολόγια προϊδέαζαν πρωί –
και στου διάβα μας φάνηκε το τέρμα
μια νεφελώδης και αχνή μαρμαρυγή
απ’ όπου της Αστάρτης βγήκε η λειψή σελήνη
δικέρατη, διαμαντοστόλιστη πριν τη χαραυγή
ξεχωριστή, δικέρατη σελήνη.

Και είπα: «Απ’ την Άρτεμη αυτή είναι πιο θερμή:
πετάει μέσα σ’ αιθέρα αναστεναγμών –
ξεφαντώνει σε βασίλεια αναστεναγμών:
είδε τα δάκρυα που δε στέγνωσαν ακόμη
στις παρειές αυτές που το σκουλήκι ζει ακόμη
και διάβηκε απ’ τ’ άστρα του Λέοντα
να μας δείξει το ουράνιο μονοπάτι –
της γαλήνιας Λήθης το μονοπάτι,
βγήκε, ενάντια στο Λέοντα,
να μας φέξει με τα λαμπρά της μάτια –
πέρασε μέσ’ απ’ το άντρο του Λέοντα
με αγάπη στα φωτεινά της μάτια».

Αλλά η Ψυχή το δάχτυλό της ύψωσε
κι είπε: «Το άστρο αυτό το δυσπιστώ –
την ασυνήθιστη ωχρότητά του τη φοβούμαι: –
Αχ, σπεύσε! Να μη μείνουμε άλλο εδώ!
Να φύγουμε! Να πάμε! Μη χρονοτριβούμε!»
Με τρόμο μίλησε και άφησε να πέσουν
τα φτερά της και να συρθούν μέσα στη σκόνη –
αγωνιούσε κι έκλαιγε αφήνοντας να πέσουν
τα βαμβακένια της φτερά μέσα στη σκόνη –
και θλιβερά να σέρνονται μέσα στη σκόνη.

Και της απάντησα εγώ: «Όνειρο είναι απλά:
Ας συνεχίσουμε με το τρεμουλιαστό τούτο φως!
Ας μας λούσει το κρυστάλλινο τούτο φως!
Η σιβυλλική του αίγλη μας φέγγει λαμπρά
μ’ Ομορφιά κι Ελπίδα απόψε: –
Δες πώς τρεμοπαίζει στο στερέωμα απόψε!
Αχ, ασφαλώς να εμπιστευτούμε αυτή τη λάμψη,
και με σιγουριά θα μας πάει σωστά –
ασφαλώς να εμπιστευτούμε αυτή τη λάμψη,
και με σιγουριά θα μας πάει σωστά,
αφού τρεμοπαίζει στο στερέωμα απόψε».

Έτσι κανάκεψα την Ψυχή και τη φίλησα,
και την έβγαλα απ’ την κακοκεφιά της –
νικώντας τις φοβίες της και την κακοκεφιά της,
και στου ορίζοντα φτάσαμε το τέρμα,
αλλά σταματήσαμε στη θύρα ενός τύμβου –
στη θύρα ενός ενεπίγραφου τύμβου.
Κι είπα: «Τι γράφει εδώ, γλυκιά αδελφούλα
στη θύρα αυτού του ενεπίγραφου τύμβου;»
Απαντώντας μου είπε: «Ουλαλούμ – Ουλαλούμ –
είν’ ο τάφος της χαμένης σου Ουλαλούμ!»

Πελιδνή και μαύρη έγινε τότε η καρδιά μου
σαν τα φύλλα τα τριμμένα και ξερά –
σαν τα φύλλα τα μαραμένα και ξερά.
Κι ανέκραξα: «Ήταν όντως νύχτα του Οχτώβρη
σαν τη νύχτ’ αυτή την περσινή χρονιά.
που πορεύτηκα εδώ κάτω – διάβηκα δω κάτω –
που φορτίο τρομερό έφερα εδώ κάτω –
τούτη τη νύχτα απ’ όλες της χρονιάς,
ποιος δαίμονας μ’ έφερ’ εδώ φονιάς;
Πολύ καλά γνωρίζω τώρα τη μουντή λίμνη του Όβρη
την ομίχλη του μεσόκαμπου Γουήαρ –
πολύ καλά γνωρίζω τη μούχλα της πικρόλιμνης του Όβρη
και τα βρικολακιασμένα τούτα δάση του Γουήαρ.

(απόδοση, Βασίλης Κ. Μηλίτσης)

Edgar Allan Poe
Ulalume

The skies they were ashen and sober;
The leaves they were crisped and sere-
The leaves they were withering and sere;
It was night in the lonesome October
Of my most immemorial year;
It was hard by the dim lake of Auber,
In the misty mid region of Weir-
It was down by the dank tarn of Auber,
In the ghoul-haunted woodland of Weir.

Here once, through an alley Titanic,
Of cypress, I roamed with my Soul-
Of cypress, with Psyche, my Soul.
There were days when my heart was volcanic
As the scoriac rivers that roll-
As the lavas that restlessly roll
Their sulphurous currents down Yaanek
In the ultimate climes of the pole-
That groan as they roll down Mount Yaanek
In the realms of the boreal pole.

Our talk had been serious and sober,
But our thoughts they were palsied and sere-
Our memories were treacherous and sere-
For we knew not the month was October,
And we marked not the night of the year-
(Ah, night of all nights in the year!)
We noted not the dim lake of Auber-
(Though once we had journeyed down here),
Remembered not the dank tarn of Auber,
Nor the ghoul-haunted woodland of Weir.

And now, as the night was senescent,
And star-dials pointed to morn-
As the star-dials hinted of morn-
At the end of our path a liquescent
And nebulous lustre was born,
Out of which a miraculous crescent
Arose with a duplicate horn-
Astarte's bediamonded crescent
Distinct with its duplicate horn.

And I said- 'She is warmer than Dian:
She rolls through an ether of sighs-
She revels in a region of sighs:
She has seen that the tears are not dry on
These cheeks, where the worm never dies,
And has come past the stars of the Lion,
To point us the path to the skies-
To the Lethean peace of the skies-
Come up, in despite of the Lion,
To shine on us with her bright eyes-
Come up through the lair of the Lion,
With love in her luminous eyes.'

But Psyche, uplifting her finger,
Said- 'Sadly this star I mistrust-
Her pallor I strangely mistrust:-
Oh, hasten!- oh, let us not linger!
Oh, fly!- let us fly!- for we must.'
In terror she spoke, letting sink her
Wings until they trailed in the dust-
In agony sobbed, letting sink her
Plumes till they trailed in the dust-
Till they sorrowfully trailed in the dust.

I replied- 'This is nothing but dreaming:
Let us on by this tremulous light!
Let us bathe in this crystalline light!
Its Sybilic splendor is beaming
With Hope and in Beauty to-night:-
See!- it flickers up the sky through the night!
Ah, we safely may trust to its gleaming,
And be sure it will lead us aright-
We safely may trust to a gleaming
That cannot but guide us aright,
Since it flickers up to Heaven through the night.'

Thus I pacified Psyche and kissed her,
And tempted her out of her gloom-
And conquered her scruples and gloom;
And we passed to the end of the vista,
But were stopped by the door of a tomb-
By the door of a legended tomb;
And I said- 'What is written, sweet sister,
On the door of this legended tomb?'
She replied- 'Ulalume- Ulalume-
'Tis the vault of thy lost Ulalume!'

Then my heart it grew ashen and sober
As the leaves that were crisped and sere-
As the leaves that were withering and sere-
And I cried- 'It was surely October
On this very night of last year
That I journeyed- I journeyed down here-
That I brought a dread burden down here-
On this night of all nights in the year,
Ah, what demon has tempted me here?
Well I know, now, this dim lake of Auber-
This misty mid region of Weir-
Well I know, now, this dank tarn of Auber,
This ghoul-haunted woodland of Weir.' 

Τρίτη 29 Απριλίου 2014

Το γεμάτο φεγγάρι λαμπρό...

Κάτω από τη σελήνη στιλπνή
με μόνη συντροφιά γυρίζω στο σπίτι μου
τη σκιά μου...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Θεσσαλονίκη με φεγγάρι, λάδι σε καμβά

Κλασική Ιαπωνική Ποίηση
(μετάφραση Ζ. Δ. Αϊναλής)

Χαϊκού 1568 – 1868

Matsuo Bashο
(1644 – 1694)

Αρρώστησα ταξιδεύοντας,
τα όνειρα μου τώρα πλανώνται
σ’ ένα λειμώνα γυμνό.

Δεν καίει λάδι πια στη λάμπα μου,
ξάπλωσα. Και μες τη νύχτα
να μπαίνει το φεγγάρι απ’ το παράθυρο.

Όπου να ‘ναι θα πεθάνουνε
τα τζιτζίκια. Όσο τ’ ακούμε
δεν το σκεφτόμαστε.

Μιαν αστραπή:
Μες το σκοτάδι αστράφτει
του ερωδιού η κραυγή.

Σ’ ένα κλαρί νεκρό
κάποιο κοράκι στάθηκε
του φθινοπώρου δείλι.

Φεγγάρι ολόγιομο.
Τριγύρω απ’ τη λίμνη όλη τη νύχτα
περιπλανήθηκα.

Τα νερά του καταρράκτη διαυγή.
Μέσα στα κύματα άσπιλα
λάμπει η σελήνη καλοκαιρινή.

Ξύπνα, ξύπνα, φωνάζω,
φίλη μου εσύ μοναχή,
πεταλούδα, που τώρα κοιμήθηκες.

Πρώτη του χειμώνα νεροποντή.
Ο πίθηκος μοιάζει κι αυτός
ένα βρόχινο να ζητάει παλτό.

Yamaguchi Sodο
(1642 – 1716)

Κάτω από τη σελήνη στιλπνή
με μόνη συντροφιά γυρίζω στο σπίτι μου
τη σκιά μου.

Sugiyama Sampu
(1647 – 1732)

Θα τον περιμένουνε τα παιδιά του
όσο ο κορυδαλλός
ανεβαίνει ψηλά!

Ikenishi Gonsui
(1650 – 1722)

Κόπασε του χειμώνα
ο άγριος άνεμος,
μην αφήνοντας πίσω του παρά τον αχό των κυμάτων.

Mukai Kyorai
(1651 – 1704)

Μπείτε! Μπείτε λοιπόν!
Ούρλιαζα, μα συνεχίζαμε να χτυπάμε
τη θύρα σκεπασμένη με χιόνι.

Hattori Ransetsu
(1654 – 1707)

Φθινόπωρο φεγγάρι γεμάτο
έρπουνε οι ατμοί
στην επιφάνεια του νερού.

Enomoto Kikaku
(1661 – 1707)

Στο καπέλο μου
το χιόνι μου φαντάζει λαφρύ
ότι είναι δικό μου.

Έφτασε ο χειμώνας.
Στα σκιάχτρα
κουρνιάζουνε τα κοράκια.

Το γεμάτο φεγγάρι λαμπρό.
Στο ψάθινο δάπεδο, των πεύκων
αντανακλώνται οι σκιές.

Tachibana Hokushi
(1718)

Όλα καήκαν.
Ευτυχώς οι ανθοί
είχαν προλάβει ν’ ανθίσουν.

Ομπρέλες…
Πόσες περάσαν
Τούτη τη βραδιά μες το χιόνι;

Yosa Buson
(1716 – 1783)

Καθ’ όλην τη διάρκεια της μέρας
στου φθινοπώρου τη θάλασσα
η φουσκοθαλασσιά κυματίζει.

Τshima Ryοta
(1718 – 1787)

Κρύβονται
οι πυγολαμπίδες κυνηγημένες
στις ακτίνες του φεγγαριού.

Kobayashi Issa
(1763 – 1827)

Με τι βλέμμα ζηλόφθονο
την πεταλούδα ακολουθεί
στο κλουβί το πουλί!

Suzuki Michihiko
(1757 – 1819)

Ω! υπέροχη, με το χιόνι
όπου παντρεύεται η ομίχλη
και τη σελήνη, αυγή!